Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΠΑΤΗ

ΜΕ ΠΟΣΟΣΤΟ ΤΣΑΟΥΣΕΣΚΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΤΣΙΠΡΑΣ
Του ΜΑΝΟΛΗ ΜΗΛΙΑΡΑΚΗ, Προέδρου της «Χριστιανικής Δημοκρατίας»
Έληξαν την Κυριακή 16 Οκτωβρίου οι εργασίες του Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ με την επανεκλογή του Αλέξη Τσίπρα ως προέδρου, με ποσοστό Τσαουσέσκου'' (93,54%) και με διακηρύξεις του, που θύμιζαν το 2015.
Τότε που διαβεβαίωνε, χωρίς ίχνος επιφύλαξης, ότι:
-Θα καταργούσε άμεσα με νόμο τα Μνημόνια.
-Θα επανέφερε τον 13ο μισθό
-Θα κατοχύρωνε τις Συλλογικές Συμβάσεις
- Θα εξασφάλιζε κατώτερο μισθό στα 750 ευρωπαϊκών
-Και γενικά θα έκανε τους Δανειστές μας να αποδεχτούν το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και να χορέψουν ... και πεντοζάλη!
Γνωρίζουμε, βέβαια όλοι μας, γιατί το ζούμε στο πετσί μας, ότι ''ύστερα από σκληρή διαπραγμάτευση'', έξι μηνών, υπέγραψε Συμφωνία τρίτου Μνημονίου, αφού προηγουμένως είχε ακυρώσει το ηχηρό ΟΧΙ του 61,3% του ελληνικού λαού, στις απαιτήσεις των Δανειστών, με τη μετατροπή του στο ΝΑΙ, που απαιτούσε η πολιτική του ''πάση θυσία στο ευρώ''! Έτσι με αυτή την πολιτική απάτη και αγυρτεία εξασφάλισε για τις νεοκατοχικές δυνάμεις την υπερψήφιση, όλου του Μνημονιακού καθεστώτος, γιατί για καθεστώς πρόκειται, από 222 βουλευτές, δηλαδή από το σύνολο των κομμάτων εξουσίας!
Αυτή ήταν η θριαμβευτική νίκη των Δανειστών, που τους την έφερε ο ''αριστερός'', υποτίθεται ΣΥΡΙΖΑ και, στρατηγικού χαρακτήρα, του λαού μας, που την προκάλεσε επίσης ο ΣΥΡΙΖΑ!
Πως δικαιολογήθηκε ο πρωθυπουργός για την καταστρεπτική αυτή πολιτική του;
''Είχαμε αυταπάτες'', είπε! Είχαμε πιστέψει, εννοούσε, ότι οι Δανειστές θα υποχωρούσαν, αλλά κάναμε λάθος εκτιμήσεις και στο τέλος υποχωρήσαμε εμείς!
Έτσι απλά. Αυταπάτες είχαμε, βρε παιδιά, τι να κάνουμε... Αυτά έχει η ζωή.
Τώρα, στο Συνέδριο του κόμματος του, τι μας είπε ο Τσίπρας;
-''Έχουμε σήμερα όλα τα μέτωπα ανοικτά, τα εσωτερικά και τα εξωτερικά, και αυτό όχι από λάθος ή αμέλεια, αλλά από πολιτική επιλογή, να μη γίνομε διαχειριστές της μιζέριας''.
Αν είναι δυνατόν, αυτός που με τη συνέχιση της μνημονιακής πολιτικής και τις ''αυταπάτες'' του, επέτεινε και επεξέτεινε τη μιζέρια, σε σημείο που το 35,7% του πληθυσμού μας να βρίσκεται στα όρια της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, να μας λέει ''δεν θα γίνει διαχειριστής της μιζέριας'', που προκαλείται αναπόφευκτα και νομοτελειακά από το καθεστώς της Νέου Τύπου Κατοχής που, μας έχει επιβληθεί και υπηρετεί ο ΣΥΡΙΖΑ.
-Είπε ακόμα ο πρωθυπουργός: ''Τρεις δύσκολοι μήνες βρίσκονται μπροστά μας -αλλά ξέρουμε από τα δύσκολα (!) και πρόσθεσε, ''Η Ελλάδα τηρεί τη συμφωνία, το ίδιο περιμένει και από τους εταίρους της. Οι ολιγωρίες και οι μεταθέσεις (για να συζητηθεί το ζήτημα του χρέους) δεν θα γίνουν αποδεκτές''.
Δηλαδή τι θα κάνει ο κ. Τσίπρας και η Κυβέρνηση του αν υπάρξουν, που θα υπάρξουν, ''ολιγωρίες και μεταθέσεις''; Αυτό θα γίνει κύριε Τσίπρα και το γνωρίζετε πολύ καλά. Η πολιτική σας ''πάση θυσία στο ευρώ και στην Ε.Ε'' οδηγεί αναπότρεπτα στην υποταγή. Θα μας μιλήσετε τότε, πάλι για αυταπάτες; Μα κανείς δεν θα σας πιστέψει. Απλούστατα δεν θα πρόκειται για αυταπάτη , αλλά για απάτη.
Όταν από ''κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη'', φθάσαμε στο ''κανένα σπίτι στα χέρια ιδιοκτήτη''.
Όταν το Ελληνικό πηγαίνει μπιρ παρά στα χέρια των Λάτσιδων.
Όταν τα περιφερειακά αεροδρόμια ''ιδιωτικοποιούνται από κρατική εταιρεία της Γερμανίας, αντί πινακίου φακής.
Όταν ενέργεια, Τηλεπικοινωνίες, Σιδηρόδρομοι, Λιμάνια ακόμα και το Νερό ξεπουλιούνται.
Όταν τα νιάτα μας ξενιτεύονται και η ανεργία πτωχεύει όλο και μεγαλύτερο μέρος του λαού μας.
Όταν με τη συνεχιζόμενη αδιαφάνεια και διαφθορά και την αβάστακτη φορολογία, αποκλείετε τις επενδύσεις. Αλλά και αν υπάρξουν και όταν υπάρξουν επενδύσεις, με το καθεστώς του εργατικού μεσαίωνα, που υπάρχει, ο λαός και η ΧΏΡΑ ουδέν θα ωφεληθούν.
Όταν με λίγα λόγια αφοπλίζεται τη Χώρα και βυθίζετε το λαό στην απόγνωση, στην απελπισία, τη μιζέρια και την κατάθλιψη και ταυτόχρονα εμμένετε στην πολιτική που προκάλεσε τη σημερινή δυστυχία στην πατρίδα μας, τότε, όταν λέτε ότι δεν θα δεχθείτε ''ολιγωρίες και μεταθέσεις'', που στηρίζετε την αποφασιστικότητα σας και κυρίως ότι θα γίνουν δεκτοί οι στόχοι σας για ρύθμιση του χρέους; Γνωρίζετε πολύ καλύτερα από τον καθένα μας, ότι για να υπάρξει ουσιαστική ελάφρυνση του, το Δ.Ν.Τ απαιτεί τέταρτο Μνημόνιο για την ολοκληρωτική παράδοση της πατρίδας μας, η δε Γερμανία δεν θέλει καν να ακούει για ρυθμίσεις κ.λ.π.
Όταν λοιπόν όλα αυτά είναι δεδομένα, είναι αναμφισβήτητα, τότε ΣΥΡΙΖΑ και Τσίπρας δεν θα μπορούν πια να επικαλεστούν ότι είχαν αυταπάτη, όταν θα υπογράφουν, ο μη γένοιτο, 4ο Μνημόνιο, γιατί θα πρόκειται για καραμπινάτη απάτη.
ΠΗΓΗ: iskra.gr
Μελέτη βόμβα για το κλίμα: "Μεγάλες πόλεις της Μεσογείου θα γίνουν έρημοι"

Αν η άνοδος της θερμοκρασίας εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής ξεπεράσει τον ενάμιση βαθμό Κελσίου, το ιδανικό όριο που έχει θέσει η διεθνής συμφωνία του Παρισιού του 2015, τότε πολλά εδάφη γύρω από τη Μεσόγειο, στη Νότια Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική, κινδυνεύουν με ξηρασία και ερημοποίηση, σύμφωνα με μια νέα γαλλική επιστημονική μελέτη.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον παλαιοκλιματολόγο Ζοέλ Γκιγιό του Πανεπιστημίου της Αιξ-Μασσαλίας και του Κολλεγίου της Γαλλίας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Science», προειδοποιούν ότι στη Μεσόγειο ίσως εμφανισθούν οικοσυστήματα που δεν έχουν υπάρξει εδώ και 10.000 χρόνια. Μεγάλες πόλεις της Μεσογείου μπορεί να βρεθούν να περιβάλλονται από ξηρά εδάφη ή και έρημο έως το τέλος του αιώνα μας.
Ήδη οι θερμοκρασίες στη λεκάνη της Μεσογείου είναι περίπου 1,3 βαθμούς Κελσίου μεγαλύτερες από εκείνες της περιόδου 1880-1920, ενώ την ίδια περίοδο η μέση αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας ήταν μικρότερη, γύρω στους 0,85 βαθμούς Κελσίου. Αυτό δείχνει ότι η Μεσόγειος είναι πιο ευαίσθητη και άρα ευάλωτη στην κλιματική αλλαγή.
Οι Γάλλοι επιστήμονες μελέτησαν δείγματα γύρης από διαδοχικά γεωλογικά ιζήματα του παρελθόντος, βγάζοντας έτσι συμπεράσματα για την πορεία του μεσογειακού κλίματος και των οικοσυστημάτων κατά τα τελευταία 10.000 χρόνια. Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας υπολογιστικά μοντέλα, έκαναν προβλέψεις για την εξέλιξη των οικοσυστημάτων στο μέλλον, με βάση διάφορα σενάρια.
Μόνο αν η θερμοκρασία δεν ανέβει πάνω από 1,5 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, τότε τα μεσογειακά οικοσυστήματα θα συνεχίσουν λίγο-πολύ να έχουν τη γνώριμη εικόνα τους των τελευταίων χιλιετιών.
Αν όμως η άνοδος της θερμοκρασίας φθάσει και ξεπεράσει τους δύο βαθμούς Κελσίου, τότε ολόκληρες περιοχές, όπως η νότια Ισπανία, μετατρέπονται σε ερήμους, τα όποια δάση φυλλοβόλων δέντρων εξαφανίζονται σταδιακά και μετακινούνται σε πιο ορεινά και βόρεια μέρη, ενώ στη θέση τους, σε ένα μεγάλο μέρος της Μεσογειακής λεκάνης, εμφανίζονται θαμνώδη φυτά.
Οι ερευνητές επισήμαναν ότι αυτές οι αλλαγές στα οικοσυστήματα θα οφείλονται καθαρά στην κλιματική αλλαγή και δεν λαμβάνουν καν υπόψη τους άλλες ανθρωπογενείς επιδράσεις, όπως τις αλλαγές στη χρήση γης, την επέκταση των αστικών περιοχών, την υποβάθμιση του εδάφους κ.ά., που μπορεί να επιδεινώσουν περαιτέρω την καστάταση.
Ο Γκιγιό τόνισε ότι οι κλιματικές συνθήκες έπαιξαν ρόλο στην ανάδυση και στην εξέλιξη πολλών μεγάλων πολιτισμών της Μεσογείου, όπως του αιγυπτιακού, του ελληνικού και του ρωμαϊκού, πράγμα που μπορεί να συμβεί και στο μέλλον. Τόνισε ότι οι σημερινές προσφυγικές ροές, που σήμερα έχουν πολιτικά και οικονομικά αίτια, μελλοντικά μπορεί να ενταθούν λόγω της παρατεταμένης ξηρασίας στα νότια της Μεσογείου.
Πηγή: ΑΜΠΕ
Ο “ΓΕΛΟΙΟΣ ΠΌΛΕΜΟΣ” ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΟΥ ΕΚΔΟΣΗ

Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΝΑΛΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣτΕ
ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Στην ιστορία του προηγούμενου αιώνα πολιτογραφήθηκε η έκφραση “γελοίος πόλεμος” (drole de guerre για τους Γάλλους ή phony war για τους Βρετανούς). Ο όρος καλύπτει την περίοδο από τις 3 Απριλίου 1939, όταν οι δύο χώρες κήρυξαν πόλεμο στη Γερμανία, με αφορμή την εισβολή της στην Πολωνία, μέχρι τις 10 Μαΐου του 1940, ημερομηνία έναρξης της ναζιστικής επίθεσης κατά της Γαλλίας. Ο “πόλεμος” υπήρξε πραγματικά γελοίος, καθώς την περίοδο αυτή δεν έπεσε ούτε μια ντουφεκιά. Αυτό που ακολούθησε, βέβαια, δεν ήταν καθόλου αστείο, όπως πρώτη θα το διαπίστωνε η Γαλλία, που υποδουλώθηκε απίστευτα γρήγορα, αφού τα ναζιστικά στρατεύματα παρέκαμψαν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία την περίφημη Γραμμή Μαζινό.
Μια ελληνική εκδοχή του “drole de guerre” εκτυλίσσεται από τη στιγμή που γνωστοποιήθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) περί αντισυνταγματικότητας του νόμου για τις τηλεοπτικές συχνότητες. Κυβερνητικά στελέχη διαπιστώνουν “δικαστικό πραξικόπημα” και “πόλεμο” εγχώριων και ξένων κέντρων με στόχο την ανατροπή της αριστερής κυβέρνησης και την παλινόρθωση του Παλαιού Καθεστώτος. Από την πλευρά της, η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει εαυτήν “δικαιωμένη” και αξιώνει την παραίτηση της κυβέρνησης και προκήρυξη πρόωρων εκλογών, διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά της για τις υποτιθέμενες “ολοκληρωτικές” μεθοδεύσεις του κυβερνητικού επιτελείου σε βάρος των δημοκρατικών θεσμών.
Υπάρχει σ' όλα αυτά μια τόσο ισχυρή δόση υπερβολής που φτάνει τα όρια της ιλαρότητας. Σε καμία χώρα του δυτικώς “πολιτισμένου” κόσμου μια απόφαση ανωτάτου δικαστηρίου περί αντισυνταγματικότητας ενός συγκεκριμένου νόμου δεν προκαλεί πτώση κυβέρνησης. Άλλωστε αυτή είναι η δουλειά των ανώτατων, ακυρωτικών δικαστηρίων, όπως είναι το ΣτΕ: να ακυρώνουν νόμους, ύστερα από προσφυγές όσων έχουν έννομο συμφέρον, επιβάλλοντας την αναθεώρησή τους, χωρίς αυτό να μεταφράζεται σε μείζον πολιτικό πρόβλημα. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, είναι γιατί η πολιτική κρίση προϋπήρχε και η απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου έδρασε απλώς ως καταλύτης, που της έδωσε πιο άγρια μορφή. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωσή μας.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε κατάσταση χρόνιας πολιτικής κρίσης, μεταβαλλόμενης μορφής και έντασης, από το 2010. Διαδοχικοί ηγέτες αναδεικνύονται με φιλολαϊκά συνθήματα, από το “λεφτά υπάρχουν” του Γιώργου Παπανδρέου, μέχρι τις αντιμνημονιακές διακηρύξεις του πρώιμου Αντώνη Σαμαρά, για να γίνουν τελικά βορά των μνημονίων που οι ίδιοι υπέγραψαν. Από τη θλιβερή αυτή μοίρα δεν ξέφυγε ο Αλέξης Τσίπρας, με αποτέλεσμα την επιταχυνόμενη συρρίκνωση της κοινωνικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ, που έφερε προ των πυλών το φάσμα της ΠΑΣΟΚοποίησης.
Με την κήρυξη πολέμου εναντίον των καναλαρχών και γενικώς των ολιγαρχικών συμφερόντων, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επεδίωξε, πέραν της διαμόρφωσης ενός κάπως πιο φιλικού, ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, τον αποπροσανατολισμό από τα καυτά οικονομικά και κοινωνικά θέματα, όπως και την αποκατάσταση μιας στοιχειώδους ψυχικής επαφής με τους απογοητευμένους και εξοργισμένους αριστερούς πολίτες που την εγκαταλείπουν.
Μα δεν βρίσκετε τίποτα το θετικό στην κυβερνητική απόπειρα να βάλει τάξη στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, θα διερωτηθεί ο καλόπιστος (ή εύπιστος) οπαδός της. Ασφαλώς, η ανάγκη να τεθεί τέλος στην “πειρατεία των συχνοτήτων” για την οποία μιλά η κυβέρνηση ήταν πρόδηλη και η είσπραξη κάπου 250 εκατομμυρίων από το δημόσιο, σε βάθος δεκαετίας, ήταν κάποιο κέρδος για το λαό – παρότι ωχριά απελπιστικά μπροστά σ' αυτά του παίρνει η κυβέρνηση με το τρίτο μνημόνιο. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν νομιμοποιεί την κεντρική επιλογή της κυβέρνησης να συγκεντρώσει σε ελάχιστα, ιδιωτικά χέρια την τηλεοπτική αγορά, αντί να την ανοίξει στην κοινωνία και τους φορείς της, επιβάλλοντας αυστηρά κριτήρια ποιότητας, πολυφωνίας και αξιοπιστίας.
Δηλαδή, δεν βλέπετε τίποτα μεμπτό στην απόφαση του ΣτΕ; Ή μήπως ταυτίζεστε, στον αντιπολιτευτικό σας οίστρο, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τους υποστηρικτές του, θα συνεχίσει ο υποθετικός συνομιλητής μας. Και πάλι, ασφαλώς το ΣτΕ έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση που προέκυψε. Θα μπορούσε κάλιστα να έχει εκδώσει απόφαση από τον Ιούλιο, πριν γίνει ο διαγωνισμός, ώστε και η κυβέρνηση και οι υποψήφιοι καλανάρχες να ξέρουν πού βαδίζουν. Ακόμη περισσότερο, θα έπρεπε να σπεύσει να πάρει έγκαιρα απόφαση, από τη στιγμή που έβλεπε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέβαλε στη Νέα Δημοκρατία τη γραμμή του για σκόπιμο μποϊκοτάζ του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου, εκβιάζοντας τη Βουλή είτε να διατηρήσει την καταφανώς αντισυνταγματική κατάσταση πραγμάτων, είτε να νομοθετήσει η ίδια τα του διαγωνισμού.
Ωστόσο, το να επικαλείται η κυβέρνηση την απόφαση του ΣτΕ ως απόδειξη “πραξικοπήματος” εναντίον της και να καλεί το λαό σε συστράτευση για να προστατέψει τη “δική του” κυβέρνηση από τα στρατεύματα της αντεπανάστασης που βρίσκονται προ των θυρών, ξεπερνά τα όρια της πολιτικής σοβαρότητας. Η προσπάθεια αποκατάστασης της ψυχικής επαφής με την προδομένη λαϊκή της βάση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
Το γυαλί έχει ραγίσει από καιρό. Γιατί μπορεί η Όλγα Γεροβασίλη να έχει δίκιο να καυτηριάζει το ΣτΕ γιατί “έκρινε συνταγματικά τα μνημόνια που κατέστρεψαν τη χώρα”, μόνο που καθένας που την ακούει σκέφτεται αμέσως ότι το τρίτο και φαρμακερό από αυτά τα μνημόνια το πέρασε η δική της κυβέρνηση. Μπορεί ο Θοδωρής Δρίτσας να μη θέλει “να πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο για ένα τέταρτο πρόγραμμα”, αλλά ο πολίτης ενδιαφέρεται λιγότερο για την ψυχή του υπουργού και περισσότερο για τα δημόσια έσοδα, τις τράπεζες, τους σιδηροδρόμους, τα αεροδρόμια και – ναι! – το “λιμάνι της αγωνίας” που έχει πουλήσει η κυβέρνησή του στους δανειστές και τα ξένα funds.
Για τη Γαλλία, τον “γελοίο πόλεμο” ακολούθησε η συντριβή στον πραγματικό πόλεμο και η ταπείνωση από τη συνθηκολόγηση του δωσιλογικού καθεστώτος Πετέν. Ευτυχώς, η γαλλική Αντίσταση έσωσε την τιμή και τη διεθνή υπόληψη της χώρας. Στην περίπτωσή μας, η ταπεινωτική συνθηκολόγηση έχει προηγηθεί της αναπόφευκτης πολιτικής συντριβής. Το μόνο ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι ποιοι μπορούν ακόμη να ξεπλύνουν τη ντροπή της πρώτης και να αποφύγουν να ζήσουν και τη δεύτερη.
ΠΗΓΗ: iskra.gr
Κοινωνικοποίηση της πληροφόρησης: Ιδιωτική, κρατική ή κοινωνικοποιημένη ενημέρωση;

Στη μνημονιακή μικροαστική διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και σε ολόκληρο το ιστορικό ρεύμα της ανανεωτικής Αριστεράς που την τροφοδοτεί, είναι κυρίαρχη η λογική ότι η κυβερνητική παρέμβαση της εκσυγχρονιστικής μικροαστικής τεχνοκρατίας, που αποτελεί και τον πυρήνα της, έχει ως θεμελιακή κατεύθυνση την «ορθολογικοποίηση και εκσυγχρονισμό» της σύγχρονης καπιταλιστικής ανάπτυξης, και όλων των πλευρών που την συνοδεύουν.
Αυτή ήταν η λογική προαγωγής της διαμόρφωσης του νέου τηλεοπτικού τοπίου της χώρας το τελευταίο διάστημα από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ : Παραχώρηση τηλεοπτικών αδειών μέσα από πλειοδοτικό διαγωνισμό με εξονυχιστικές διαδικασίες, εκ των πραγμάτων κλείσιμο των υπολοίπων καναλιών, με βάση την οικονομική αποκλειστικά ισχύ των παραγόντων που διεκδικούσαν τις τέσσερεις τηλεοπτικές άδειες. Ως εάν επρόκειτο για τον διαγωνισμό (μειοδοτικό αυτή τη φορά) για την ανάληψη της εκτέλεσης δημόσιων έργων, ή αντίστοιχο διαγωνισμό για την προμήθεια ιατρικού υλικού των νοσοκομείων. Αποκλειστικό κριτήριο η οικονομική επιφάνεια των επιχειρηματιών που επεδίωκαν να μονοπωλήσουν το καινούριο τηλεοπτικό τοπίο.
Προφανώς αυτό που συνέβη, κάτω από την ίδια την ασφυκτική πίεση της αστικής τάξης, των ιδιοκτητών τηλεοπτικών σταθμών, της συντηρητικής παράταξης, του συντηρητισμού των ανωτάτων δικαστηρίων (ως μηχανισμών του αστικού κράτους), ήταν η ακύρωση ουσιαστικά του σχετικού νόμου 4339/2015, ως αντισυνταγματικού, και η ματαίωση προς ώρας αυτού του αστικού εκσυγχρονισμού, που σε κάθε περίπτωση δεν έχει, ακόμη και αν υλοποιούνταν, καμία σχέση με οποιαδήποτε αριστερή λαϊκή επιδίωξη. Το γνωστικό πεδίο ενός μέρους του λαϊκού πληθυσμού διαμορφώνεται από τους δημόσιους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς όλων των βαθμίδων, και μάλιστα κατά έναν τρόπο σύμφυτο με την αστική ιδεολογία, και κυρίως μιας περιχαρακωμένης εξειδίκευσης. Αυτή η εκπαιδευτική διαδικασία που για ορισμένους φθάνει μέχρι την ολοκλήρωση πανεπιστημιακών σπουδών, και για την πλειονότητα σε κατώτερα επίπεδα του εκπαιδευτικού συστήματος (από αποφοίτους δημοτικού μέχρι τους αποφοίτους των περισσοτέρων ΤΕΙ), εξαντλείται και ολοκληρώνεται σε ένα σαφές χρονικό σημείο, μεταξύ 22 – 25 ετών. Από εκεί και πέρα, και μέχρι του τέλους του εργάσιμου βίου της, η κοινωνική πλειονότητα εκείνο που έχει μπροστά της και χρησιμοποιεί δεν είναι άλλο από την ιδιωτική (περισσοτέρων ή λιγότερων τηλεοπτικών σταθμών) τηλεόραση, στο επίπεδο της καθολικής της διαμόρφωσης και χειραγώγησης, πολιτιστικά, πολιτικά, κοινωνικά, ιδεολογικά, καλλιτεχνικά κλπ.
Τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναδειχθεί άρα στον κύριο και κυρίαρχο ιδεολογικό μηχανισμό του αστικού κράτους για την διαμόρφωση των λαϊκών συναινέσεων, την αποδοχή των κυβερνητικών πρακτικών, την στρέβλωση της ίδιας της αντιμετώπισης των κοινωνικών πραγμάτων κλπ. Δίπλα στους άλλους ιδεολογικούς αστικούς κρατικούς μηχανισμούς διαμόρφωσης συνείδησης και πρακτικών (σχολείο, εκκλησία, στρατός, οικογένεια, εργοστάσιο κλπ.), ο τηλεοπτικός μηχανισμός έγινε ο ισχυρότερος και αποτελεσματικότερος. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εκείνο που ήρθε να κάνει με το διαγωνισμό των τηλεοπτικών αδειών ήταν να επικυρώσει, και να ενδυναμώσει μάλιστα, τον ακραιφνώς ιδιωτικό χαρακτήρα αυτού του μηχανισμού πληροφόρησης, καθιστώντας τον πιο «ορθολογικό και εκσυγχρονισμένο». Εντούτοις δεν επιτεύχθηκε ούτε αυτό, γιατί η αντίληψη της «ορθολογικοποίησης» του καπιταλισμού και των διαφόρων συνοδευτικών αστικών θεσμών και μηχανισμών, δεν μπορεί να υπακούει σ’ αυτή την μυθολογία της μικροαστικής διανόησης, αλλά έχει τους δικούς της κανόνες και τρόπους λειτουργίας, οι οποίοι και είναι αδιατάρακτοι, τουλάχιστον απέναντι στα εκσυγχρονιστικά εγχειρήματα.
Το «χάος», η «ανομία», η «διαπλοκή» και άλλα χαρακτηριστικά, δεν αποτελούν παρά σταθερές της λειτουργίας της αστικής κυριαρχίας, και δεν μπορούν να κλονιστούν με αστικές πολιτικές παρεμβάσεις όπως η πρόσφατη της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Η λειτουργία των τηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης, ψυχαγωγίας κλπ. δεν μπορεί παρά να αντιμετωπιστεί ως μια μακρά μορφωτική διαδικασία, όπως ακριβώς η ίδια η δημόσια εκπαίδευση, από το δημοτικό μέχρι το πανεπιστήμιο. Κατά συνέπεια η λειτουργία τους υπό καθεστώς ιδιωτικής ιδιοκτησίας και ελέγχου, και μάλιστα από ισχυρές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, η πλειονότητα των οποίων έχει στην ιδιοκτησία της και σημαντικές ποδοσφαιρικές ΑΕ, είτε με το προηγούμενο καθεστώς της «ανομίας», είτε με το καθεστώς του αστικού εκσυγχρονισμού, είτε το πιθανότερο σήμερα μέσα από ένα καθεστώς συμβιβαστικού χαρακτήρα, αυτή είναι το πρόβλημα εφόσον επιβάλλει την αστική χειραγώγηση των λαϊκών συνειδήσεων.
Από αυτή την άποψη εύστοχα είχε προταθεί από την Αριστερή Πλατφόρμα στο 1ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, η αναλυτική πρόταση για την κοινωνικοποίηση των μέσων μαζικών ενημέρωσης, η οποία και απορρίφθηκε από την μεγάλη πλειοψηφία του σώματος, η οποία και διέπονταν από τα μικροαστικά σύνδρομα του «εξορθολογισμού και εκσυγχρονισμού» και σε σημαντικό βαθμό έχει περιέλθει στη λήθη στο ενδιάμεσο μέχρι σήμερα διάστημα. Εντούτοις πρόκειται για την μοναδική πρόταση, στρατηγικού προφανώς χαρακτήρα, η οποία και δεν μπορεί να υλοποιηθεί παρά σε παραλληλία με την κοινωνικοποίηση συνολικότερα της γνώσης για το σύνολο των εργαζομένων, την κοινωνικοποίηση παραγωγικών διαδικασιών κλπ. Σε κάθε άλλη περίπτωση, παρ’ όλες τις όποιες αστικές «εξορθολογιστικές» ρυθμίσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, και εφόσον το τηλεοπτικό δίκτυο συνεχίζει να βρίσκεται ανοιχτά και επίσημα στα χέρια του μεγάλου επιχειρηματικού κεφαλαίου, αυτά δεν θα μπορούν να λειτουργούν παρά ως ιδεολογικοί μηχανισμοί χειραγώγησης συνειδήσεων, και πέραν αυτού ουδέν.
Εκείνο άρα στο οποίο χρειάζεται να στοχεύει η ελληνική Αριστερά είναι η ανάδειξη του δημόσιου χαρακτήρα των μέσων μαζικής πληροφόρησης και ενημέρωσης, με κοινωνικοποιημένα χαρακτηριστικά ιδιοκτησίας, ελέγχου και λειτουργίας. Αυτή η στόχευση διαφέρει από το τρίπτυχο των κρατικών τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι και βρίσκονται κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο της κυβερνητικής εξουσίας, η οποία εξίσου έχει ρόλο ιδεολογικής χειραγώγησης των λαϊκών τάξεων. Η στρατηγική άρα διαμόρφωση ενός δημόσιου κοινωνικού τηλεοπτικού τοπίου, είναι αναγκαίο να περιλαμβάνει εκπομπές, προγράμματα, ενημέρωση και τηλεοπτικά κανάλια που αναδεικνύουν το αντικειμενικά κοινωνικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο πλαίσιο με τα κατάλληλα κοινωνικά υποκείμενα. Π.χ. ένα κανάλι τέτοιου είδους, που να αφορά την τέχνη, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, μπορεί να στηρίζεται σε έναν πολυφωνικό και πλουραλιστικό συνεταιρισμό που να περιλαμβάνει ενώσεις σκηνοθετών, συγγραφέων, ηθοποιών, κινηματογράφου, εκπαιδευτικών οργανώσεων, μουσικών καλλιτεχνών, κριτικών, θεατρικών σκηνών, εκδόσεων, δηλαδή όλο το φάσμα των παραγωγών του σύγχρονου πολιτισμού, με όρους γνωστικής χειραφέτησης των εργαζομένων στρωμάτων. Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί με ένα δημοκρατικά οργανωμένο τηλεοπτικό σταθμό που θα είχε ως δημιουργικό υποκείμενο εργατικά σωματεία και οργανώσεις, οικονομικές αναλύσεις, κοινωνικές αντιπαραθέσεις, συνδικαλιστικές παρατάξεις, συνεταιριστικά εγχειρήματα, αγροτικούς συλλόγους, διεθνείς αναφορές για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, την παραγωγή, την απασχόληση κλπ.
Όπως το εκπαιδευτικό σύστημα έχει δημόσια χαρακτηριστικά, όπως εξίσου αυτό χρειάζεται να είναι ανοιχτό σε όλες του τις βαθμίδες στο σύνολο των εργαζομένων και της νεολαίας, έτσι και οι μηχανισμοί πληροφόρησης, ψυχαγωγίας, ενημέρωσης κ.ά., δεν μπορούν παρά να βρίσκονται σε δημόσια ιδιοκτησία και κοινωνική οργάνωση και διαχείριση. Μπορεί το επιχειρηματικό κεφάλαιο, ιδιαίτερα το πολυεθνικό, να ελέγχει όλες τις βασικές πλευρές της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης, στον ίδιο τίτλο με τις μεγάλες εταιρίες πληροφορικής, έχουν στα χέρια τους όχι μόνον την χειραγώγηση των λαϊκών συνειδήσεων αλλά και τον προσδιορισμό της ίδιας της πορείας και εξέλιξης των κοινωνικών και πολιτικών πραγμάτων. Άλλωστε αναγνωρίζεται με σαφήνεια, και από την ίδια την συντηρητική ανώτατη δικαστική εξουσία ότι οι τηλεοπτικές συχνότητες είναι «δημόσιο αγαθό» (και μήπως η επεξεργασία και διανομή του νερού, οι συγκοινωνίες, η παραγωγή φαρμάκων κλπ. δεν είναι «δημόσια αγαθά ;).
Το ζήτημα είναι ότι τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο και η ΝΔ καθώς και η δικαστική εξουσία αναγνωρίζουν ταυτόχρονα ότι ως τέτοιο (δημόσιο αγαθό) χρειάζεται να οδηγεί στην αποκομιδή οφέλους για το κράτος, μια και είναι πλεονεκτική επιχειρηματική δραστηριότητα (απόφαση του ΣτΕ 2597 / 2015). Συνεπώς το ζήτημα δεν είναι αν η ιδιωτική εκμετάλλευση των ραδιοσυχνοτήτων γίνεται με «ορθολογικούς» όρους τακτικής πληρωμής ενός σχετικού ενοικίου, ή αν αυτό πραγματοποιείται με το μέχρι σήμερα υπάρχον καθεστώς, αλλά αν η χρήση αυτού του «δημόσιου αγαθού» χρησιμοποιείται με βάση τη φύση του ως «δημόσιου», δηλαδή με όρους κοινωνικής διαχείρισής του. Γιατί άλλωστε η εκπαιδευτική διαδικασία βρίσκεται στον κύριο έλεγχο του δημόσιου (πέραν βέβαια της λειτουργίας της ως ιδεολογικού μηχανισμού του αστικού κράτους), και δεν θα έπρεπε οι ραδιοσυχνότητες να χρησιμοποιούνται από τους κοινωνικούς φορείς, αντί των μεγάλων καπιταλιστών επιχειρηματιών; Αυτό είναι το «διαρκές σκάνδαλο» και όχι ο τρόπος αδειοδότησης, το ύψος του τιμήματος ή οι αρμοδιότητες του ΕΣΡ έναντι της κυβερνητικής εξουσίας.
Η λειτουργία του τηλεοπτικού συστήματος δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί παρά ως μια διαρκής διαδικασία μορφωτικής χειραφέτησης των λαϊκών τάξεων, με την ίδια την αυτενέργεια και δημιουργικότητα των κοινωνικών, διανοητικών, καλλιτεχνικών, πολιτιστικών, επιστημονικών δυνάμεων, και δεν μπορεί να αφήνεται στα χέρια των ιδιωτών επιχειρηματιών να λειτουργεί εκ των πραγμάτων, ούτως ή άλλως, ως μηχανισμός ιδεολογικής χειραγώγησης των εργαζομένων ως «παθητικών δεκτών – ακροατών». Μια τέτοια επιδίωξη στρατηγικού χαρακτήρα, δεν μπορεί να συνοδεύεται παρά από μια ορισμένη τακτική παρέμβαση στη συγκυρία, οι μορφές της οποίας δεν μπορεί παρά να προσδιορίζονται από τα κοινωνικά υποκείμενα των λαϊκών τάξεων, άσχετα αν βρίσκονται σήμερα, εξαιτίας της παρατεταμένης μνημονιακής πολιτικής σε κατάσταση περιθωριοποίησης και αδρανοποίησης, παρόλο όμως που καταβάλουν σημαντικές διανοητικές προσπάθειες, έστω περιορισμένου χαρακτήρα. Και από την άλλη πλευρά, αν τα τρία κανάλια της κρατικής τηλεόρασης χρηματοδοτούνται κυρίαρχα από την γενικευμένη είσπραξη τελών, μέσω των τιμολογίων κοινής ωφέλειας, γιατί αυτό να μην ισχύσει κατά μείζονα λόγο για τηλεοπτικούς σταθμούς δημόσιους (και όχι κρατικής προπαγάνδας) με κοινωνικοποιημένα χαρακτηριστικά ;
ΠΗΓΗ: rproject.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή