Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Ο ρυπαίνων πλουτίζει, η ελληνική κοινωνία πληρώνει
Blogpost από Δημήτρης Ιμπραήμ
Η ιστορία εν συντομία: η προηγούμενη κυβέρνηση μας απέκρυψε ότι αποφάσισε την τελευταία μέρα πριν διαλυθεί η Βουλή, αυξήσεις στους λογαριασμούς της ΔΕΗ από 1ης Ιανουαρίου, για να καλυφθεί το δώρο που έκανε στη βιομηχανία.
Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή:
Δεδομένο 1: στη βάση της αρχής "ο ρυπαίνων πληρώνει", η ευρωπαϊκή βιομηχανία (άρα και η ελληνική) θα έπρεπε να πληρώνει δικαιώματα ρύπανσης, ώστε το κάθε κράτος μέλος (και η Ελλάδα) να αποκτήσει κεφάλαια υπέρ της ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της εξοικονόμησης ενέργειας, αλλά και δράσεων κοινωνικής πολιτικής. Αυτό προέβλεπε η ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Δεδομένο 2: η ευρωπαϊκή βιομηχανία υπονόμευσε την ευρωπαϊκή νομοθεσία τόσο πολύ, ώστε να δημιουργηθούν παραθυράκια, εξαιρέσεις και φωτογραφικές διατάξεις, με τα οποία τελικά ο ρυπαίνων πλουτίζει και η κοινωνία πληρώνει.
Δεδομένο 3: η ελληνική βιομηχανία εκμεταλλεύτηκε σχεδόν κάθε παραθυράκι που υπήρχε με δεδομένη την προθυμία της προηγούμενης κυβέρνησης να υπηρετήσει το κοντόφθαλμο συμφέρον της βιομηχανίας, με άμεσες επιδοτήσεις εις βάρος της κοινωνίας που τις πλήρωνε.
Η τελευταία αντίστοιχη πρωτοβουλία της προηγούμενης κυβέρνησης, δυστυχώς αποκαλύφθηκε μόλις τώρα.
Στις 30 Δεκεμβρίου 2014 συνεδρίασε η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, η οποία αποφάσισε αυξήσεις για το ΕΤΜΕΑΡ (πρώην Τέλος ΑΠΕ) που πληρώνουν οι καταναλωτές στους λογαριασμούς της ΔΕΗ. Η επιπλέον επιβάρυνση για τους οικιακούς καταναλωτές ανέρχεται σε 1,16 €/MWh.
Η απόφαση πήρε ΦΕΚ στις 31 Δεκεμβρίου 2014, την ημέρα που διαλύθηκε η Βουλή δηλαδή και παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Επειδή βρισκόμασταν σε προεκλογική περίοδο Για κάποιον μαγικό λόγο, αν και το ΦΕΚ υπογράφηκε στις 31 Δεκεμβρίου, τελικά δημοσιεύθηκε στις 4 Μαρτίου, ενώ στο ενδιάμεσο δεν είχε καν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της ΡΑΕ!
Αν αναρωτηθεί κανείς γιατί χρειάστηκε να αυξηθεί το ΕΤΜΕΑΡ, η απάντηση είναι γιατί η προηγούμενη κυβέρνηση αφαίρεσε περίπου 20 εκατ. ευρώ (ετησίως) από τον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ, δημιουργώντας έτσι μία τρύπα που καλούμαστε τώρα να πληρώσουμε εμείς.
Ποιος πήρε το δώρο των 20 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως; Η απάντηση εδώ.
ΥΓ: Συμπτωματικά, ο νέος υπουργός παραγωγικής ανασυγκρότησης, περιβάλλοντος και ενέργειας, συναντήθηκε σήμερα με την ίδια βιομηχανία που πήρε τα 20 εκατ. ευρώ ετησίως για να ακούσει ακριβώς το ίδιο πράγμα: ότι η βιομηχανία χρειάζεται περισσότερες επιδοτήσεις, άμεσες και έμμεσες. Ελπίζουμε ότι ο νέος υπουργός έχει υπόψη του μία διαφορετική προσέγγιση, που θα συμφέρει όλους μας.
Blog post by: Δημήτρης Ιμπραήμ
Καρλ Μαρξ: Πιο ζωντανός και πιο επίκαιρος από ποτέ

Γράφει ο Γιώργος Πετρόπουλος
«Στην είσοδο της επιστήμης όπως και στην είσοδο της κόλασης πρέπει να αναγραφεί το αίτημα: Εδώ πρέπει να αφήσεις κάθε υποψία, κάθε ποταπότητα εδώ πρέπει να πεθάνει»
Καρλ Μαρξ[1]
Ήταν Τετάρτη 14 Μαρτίου του 1883. Εκείνο το πρωί ο Κάρολος Μαρξ ξύπνησε πιο ευδιάθετος απ’ ότι τις άλλες ημέρες. Ήπιε με ευχαρίστηση γάλα, κρασί κι έφαγε σούπα. Οι οικείοι του βλέποντας τον σ’ αυτή την κατάσταση αναθάρρησαν και η ελπίδα ξαναγύρισε στα πρόσωπά τους δεδομένου ότι η υγεία του αγαπημένου τους προσώπου ήταν κλονισμένη από παλιότερες αρρώστιες, τις οποίες είχε, βέβαια, καταφέρει να νικήσει αλλά εδώ και δύο μήνες η ζωή του ήταν σε διαρκή απειλή. Μια νέα βρογχίτιδα τον ταλαιπωρούσε και οι επιπλοκές που ακολούθησαν είχαν σαν αποτέλεσμα ο καταπονημένος οργανισμός του να δεχτεί μεγάλη απώλεια δυνάμεων. Σα να μην έφτανε αυτό, στις 11 Ιανουαρίου του 1883 είχε πεθάνει ξαφνικά η πρωτότοκη κόρη του Τζένη. Επρόκειτο για ένα χτύπημα πολύ βαρύ που γινόταν ασήκωτο αν ληφθεί υπόψην ότι ερχόταν σε συνέχεια του θανάτου της συζύγου του που είχε φύγει από τη ζωή στις 2 Δεκεμβρίου του 1881. «Η λεπτή αλυσιδίτσα που τον ένωνε με την ζωή- γράφει η Γκαλίνα Σερεμπριάκοβα[2]- ύστερ’ από το θάνατο της γυναίκας του άρχισε να κόβεται».
Τώρα, τούτο το πρωινό της 14ης Μαρτίου του 1883 ο Μαρξ έδειχνε να πατάει γερά στον κόσμο των ζωντανών. Όμως επρόκειτο για την ψευδαίσθηση της ζωής που δημιουργεί η επιστράτευση δυνάμεων του ανθρώπου λίγο πριν τον νικήσει οριστικά ο θάνατος. Κατά το μεσημέρι ο Μαρξ άρχισε πάλι τις αιμοπτύσεις κι εξαντλημένος όπως ήταν, με την βοήθεια των δικών του έκατσε στη μεγάλη πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι. Σε λίγο θα τον έπαιρνε ο ύπνος για να μην ξυπνήσει ποτέ πια. Πριν όμως περάσουμε στο τελευταίο αυτό γεγονός της ιστορίας κάθε ανθρώπου, ας δούμε με περισσότερες λεπτομέρειες ποια ήταν η διαδρομή στη ζωή εκείνου που έμελλε να σφραγίζει την ιστορία της ανθρωπότητας όσο κανείς άλλος.
Η γέννηση και τα παιδικά χρόνια του Κ. Μαρξ
Στις αρχές του 1818, στη γερμανική πόλη Τριρ ο δικηγόρος Ερρίκος Μαρξ και η γυναίκα του Εριέττα ψάχνοντας να νοικιάσουν καινούργιο διαμέρισμα σταμάτησαν στον οδό Μπρούκκενχασσε, στο σπίτι με τον αριθμό 664 που ανήκε στον κρατικό σύμβουλο Νταγκαρώ. Ο οικοδεσπότης υποδέχτηκε με χαρά το ζευγάρι κι ύστερα από μια σύντομη περιήγηση στα δωμάτια του σπιτιού οι Μαρξ αποφάσισαν πως τούτο το οίκημα πληρούσε τις ανάγκες τους. Ήταν ευρύχωρο, είχε μεγάλο κήπο για να παίζουν τα παιδιά και ικανοποιητικό αριθμό δωματίων κάτι για το οποίο ο Ερρίκος και η Εριέττα Μαρξ έδιναν μεγάλη σημασία αφού σε λίγους μήνες ένα ακόμη μέλος θα προστίθετο στη οικογένεια. Η κυρία Μαρξ γέννησε στις 5 Μαΐου του 1818, στη 1 και 30’ το πρωί. Το νεογέννητο ήταν αγόρι και οι γονείς του το ονόμασαν Κάρολο.
Ο μικρός Κάρολος ήταν απόγονος μιας οικογένειας ραβίνων. Ο παππούς του ήταν επικεφαλής της ιουδαϊκής κοινότητας. Αντίθετα ο πατέρας του είχε χαλαρούς δεσμούς με τον ιουδαϊσμό ώσπου στο τέλος ξέκοψε εντελώς απ’ αυτόν κι ασπάστηκε τον προτεσταντισμό. Γι’ αυτό το θέμα ο Ζωρζ Κονιό γράφει[3]: «Ενώ οι εβραίοι δεν είχαν σε άλλες περιοχές δικαιώματα, στη Ρηνανία είχαν εξασφαλίσει πλήρη ισότητα. Αλλά σε λίγο η Πρωσία θα τους απαγορεύσει τη είσοδο στις δημόσιες υπηρεσίες και στα ελεύθερα επαγγέλματα. Το γεγονός αυτό υπήρξε ο κυριότερος λόγος της μεταστροφής του Χάιντριχ Μαρξ προς τον προτεσταντισμό που πραγματοποιήθηκε στα 1817 και ακολούθησε στα 1824- 1825 από τη βάπτιση των παιδιών του και της γυναίκας του. Αυτή η μεταστροφή προς ένα χριστιανισμό διαποτισμένο από ρασιοναλισμό δεν ήταν αντίθετη με τις βαθύτερες πεποιθήσεις του πατέρα του Μαρξ, ο οποίος από τη νεότητα του ακόμη ήταν εχθρικά διατεθειμένος προς την αυστηρή ιουδαϊκή ορθοδοξία, που τη θεωρούσε ξένη προ το σύγχρονο πνεύμα». Ακριβώς την ίδια άποψη υποστηρίζει και ο Ριαζάνωφ σημειώνοντας πως «αν ο Ερρίκος Μαρξ δέχτηκε τον χριστιανισμό, ήταν κυρίως για να αποφύγει τις νέες καταπιέσεις στις οποίες ήταν εκτεθειμένοι οι Εβραίοι απ’ την εποχή που η Ρηνανία επιστράφηκε στην Πρωσία»[4].
Η απελευθέρωση της οικογένειας Μαρξ από το ιουδαϊκό μυστικισμό χωρίς αμφιβολία είχε ευεργετική επίδραση στον Κάρολο Μαρξ που μερικά χρόνια αργότερα έγραψε για τον Ιουδαϊσμό: «Ας ψάξουμε το μυστικό του εβραίου όχι μέσα στη θρησκεία του- αλλά ας ψάξουμε το μυστικό της θρησκείας του μέσα στον πραγματικό εβραίο. Ποιο είναι το γήινο βάθρο του ιουδαϊσμού; Η πρακτική ανάγκη, το ιδιωτικό συμφέρον. Ποια είναι η εγκόσμια λατρεία του εβραίου; Το εμπόριο. Ποιος είναι ο γήινος θεός του; Το χρήμα. Ε, λοιπόν! Η χειραφέτηση από το εμπόριο και από το χρήμα, επομένως από τον πρακτικό, πραγματικό ιουδαϊσμό θα ήταν η αυτοχειραφέτηση της εποχής»[5].
Ας επιστρέψουμε όμως στο οικογενειακό περιβάλλον που μεγάλωσε ο Κάρολος.
Ο πατέρας Μαρξ ήταν άνθρωπος μορφωμένος, θαυμαστής της φιλοσοφικής φιλολογίας του 18ου αιώνα. Διάβαζε ο ίδιος κι έμαθε και στον Κάρολο να διαβάζει, Λοκ, Βολταίρο, Ντιντερό, Ρουσσώ, Λαίσινγκ κ.α. Αντίθετα η σύζυγος του Εριέττα, το γένος Pressburg, που προερχόταν από μια οικογένεια ουγγρικής καταγωγής ενδιαφερόταν περισσότερο για τα μικροπροβλήματα τη ζωής, ήταν μια καλή νοικοκυρά και μητέρα που φρόντιζε για την υγεία, την τροφή και τα ρούχα των παιδιών της, χωρίς να μπορεί να κατανοήσει τις θεωρητικές- επιστημονικές ανησυχίες του γιου της. Ποτέ της δεν κατάλαβε γιατί ο Κάρολος δεν έγινε δικηγόρος ώστε να συνεχίσει το επάγγελμα του πατέρας της και φυσικά ο δρόμος που ακολούθησε ο γιος της δεν ήταν το μέλλον που είχε ονειρευτεί γι’ αυτόν[6].
Ο Ερρίκος και η Εριέττα Μαρξ έκαναν αρκετά παιδιά πολλά από τα οποία τα χτύπησε πολύ νωρίς ο θάνατος. Ο πρωτότοκος Μωρίς Δαβίδ, πέθανε λίγο μετά τη γέννησή του. Ύστερα ήρθε η Σοφία που γεννήθηκε στις 13/11/1816. Τρίτο παιδί στη σειρά ήταν ο Κάρολος. Οι δύο νεώτεροι αδελφοί του πέθαναν από φυματίωση που ήταν κληρονομική στην οικογένεια. Ο αδελφός του Χέρμαν πέθανε 23 ετών κι ο Εδουάρδος έντεκα. Από την ίδια αρρώστια πέθαναν και δύο αδελφές του Καρόλου, η Εριέττα και η Καρολίνα. Είχε όμως άλλες δύο αδελφές μικρότερες απ’ αυτόν. Την Λουΐζα που γεννήθηκε το 1821 και την Αιμιλία που γεννήθηκε το 1822[7].
Το τραγικό στην περίπτωση του Καρόλου είναι πως την δυστυχία των γονιών του να κηδεύουν τα παιδιά τους την έζησε κι αυτός αργότερα με πολλά από τα δικά του παιδιά. Πάντως παρόλα τα χτυπήματα της μοίρας, ο ίδιος σαν παιδί έζησε μια καλή οικογενειακή ζωή. «Η παιδική του ηλικία- γράφει ο Κονιό[8]- ήταν ωραία και ευχάριστη, μέσα σε ένα περιβάλλον, όπου τα βιβλία και η μουσική ήταν σε εκτίμηση, όπου οι ενδιαφέροντες επισκέπτες δεν έλειπαν, έχοντας την περιποίηση μιας μητέρας που τον αγαπούσε τρυφερά». Την ίδια πληροφορία μας δίνει και ο Νικολάι Ιβανόφ ο οποίος γράφει χαρακτηριστικά[9]: «Ο Καρλ Μαρξ είχε ευτυχισμένη παιδική ηλικία. Ήταν ζωηρός και εύθυμος, ο πιο επινοητικός, στα παιχνίδια και στα πειράγματα, από τους μικρούς φίλους του και τις αδελφές του. Του άρεσε να επινοεί φανταστικές ιστορίες που τις άκουγαν εκστατικά».
Σπουδές κι επιρροές από ρεύματα σκέψης
Από το 1830 ως το 1835 ο Μαρξ πήρε τις γνώσεις της μέσης εκπαίδευσης στο κολέγιο της Τριρ, όπου οι φιλελεύθερες επιρροές ήταν ισχυρές. Ο διευθυντής του κολεγίου- λέει ο Ιβανόφ- ήταν υποστηριχτής της φιλοσοφίας του Καντ, ο καθηγητής των μαθηματικών Γιόχαν Στάινινγκέρ θεωρούνταν υλιστής και άθεος, ενώ μέσα στο σχολείο κυκλοφορούσαν και διαβάζονταν από τους μαθητές απαγορευμένα βιβλία και αντικυβερνητικά ποιήματα[10].
Όσον αφορά τις επιδόσεις του μαθητή Μαρξ ο Ριαζάνωφ λέει πως «ήταν ένας από τους επιμελέστερους μαθητές»[11] ενώ άλλοι συγγραφείς δίνουν μια πιο ακριβή αποτύπωση της πραγματικότητας: Ο Μαρξ ήταν γενικά καλός μαθητής αλλά διακρίθηκε μόνο σ’ εκείνα τα μαθήματα που τον ενδιέφεραν. Η Σερεμπριάκοβα μας πληροφορεί πως θεωρούνταν ο πιο ζωηρός μαθητής που «συχνά προκαλούσε τη δυσαρέσκεια και μάλιστα τη αμηχανία στους σχολαστικούς παιδαγωγούς»[12]. Εν πάση περιπτώσει το Φθινόπωρο του 1935 ο Κάρολος τελείωσε το κολέγιο αφού προηγουμένως παρέδωσε μια εργασία με θέμα «Σκέψεις ενός νέου πάνω στην εκλογή ενός επαγγέλματος», όπου ανάμεσα στα άλλα έγραφε: «Η ιστορία αναγορεύει σαν τους πιο μεγάλους ανάμεσα στους ανθρώπους εκείνους που ΄χουν ανυψωθεί έχοντας εργαστεί για το καλό όλων… Όταν έχομε διαλέξει το επάγγελμα που μας επιτρέπει να δρούμε καλύτερα για το καλό της ανθρωπότητας, οι υποχρεώσεις δεν μπορούν να μας καταβάλλουν, γιατί δεν είναι τίποτε άλλο παρά θυσίες που αποδεχόμαστε για το καλό όλων. Δεν απολαμβάνουμε τότε φτωχές, ευτελείς και εγωιστικές χαρές, αλλά μια ευτυχία που τη μοιράζονται εκατομμύρια άνθρωποι, οι πράξεις μας επεκτείνουν σιωπηλά τ’ αποτελέσματά τους στην αιωνιότητα και η στάχτη μας ποτίζεται από τα ζεστά δάκρυα των ανθρώπων με γενναία καρδιά»[13]. Σχολιάζοντας αυτές τις σκέψεις του 17χρονου Κάρολου ο Werner Blumenberg θα πει[14]: «Πρόκειται για τον αγνό ιδεαλισμό του νέου ανθρώπου που τόσο εγκωμιαστικά και με τέτοιο ενθουσιασμό διατυπώνει τις απόψεις του αυτές για τη ζωή και το επάγγελμα, ιδεαλισμός που αργότερα θα ενεργήσει υπόγεια στο έργο του ώριμου άνδρα, παίρνοντας τη μορφή ενός ενθουσιασμού ηθικοκοινωνικού». Αντίθετα ο Ριαζάνωφ σ’ αυτό το κείμενο του νεαρού Μαρξ διακρίνει την επίδραση «από τις βασικές ιδέες του γαλλικού ματεριαλισμού», με την διαφορά ότι αυτές τις ιδέες ο Κάρολος «τις εξέφραζε με ιδιαίτερη φόρμα»[15].
Τον Οκτώβριο του 1835 ο Μαρξ πήγε στη Βόννη όπου γράφτηκε στη Νομική σχολή του πανεπιστημίου, προφανώς επηρεασμένος από το επάγγελμα του πατέρα του. Ένα χρόνο αργότερα μεταγράφηκε στο πανεπιστήμιου του Βερολίνου. Εκεί βυθίστηκε με πάθος στις μελέτες του αν και πολύ γρήγορα διεύρυνε το μελετητικό του πεδίο πέρα από τις απαιτήσεις του πανεπιστήμιου, αφού τα μαθήματα της σχολής ελάχιστα απαντούσαν στους προβληματισμούς του. Ιδιαίτερη προσήλωση έδειξε στη μελέτη της φιλοσοφίας για τη σπουδαιότητά της οποίας είχε πλήρη επίγνωση. «Κατάλαβα άλλη μία φορά- έγραφε στον πατέρα του το 1837- ότι χωρίς τη φιλοσοφία θα ήτα αδύνατο να καταλήξω κάπου»[16].
Αν και μελέτησε σε βάθος τα φιλοσοφικά ρεύματα ο νεαρός Μαρξ στάθηκε με ιδιαίτερη προσοχή στη φιλοσοφία του Χέγκελ και οι θεωρητικές του αναζητήσεις τον οδήγησαν να πάρει μέρος στο κίνημα των Νεοχεγκελιανών που διακρίνονταν για το ριζοσπαστισμό τους, την κριτική τους στη θρησκεία και από τη φιλότιμη προσπάθειά τους να κατανοήσουν τους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης.
Ο Μαρξ ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1841 όταν το πανεπιστήμιο τη Ιένας του απένειμε τον τίτλο του διδάκτορα της φιλοσοφίας για την εργασία του πάνω στις διαφορές της Επικούρειας και Δημοκρίτειας φιλοσοφίας. Τότε ο Μαρξ ήταν ακόμη νεοχεγγελιανός. Αλλά το οξύ και διεισδυτικό πνεύμα του, η επιστημονική του επάρκεια και η διαρκής ενασχόληση του με τις επιστήμες τον έκανε να ξεχωρίζει απ’ όλους τους νεοχεγγελιανούς για να καταλήξει στη συνέχεια να χαράξει τον δικό του ξεχωριστό δρόμο θεμελιώνοντας την επιστήμη του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού.
Επιστήμονας- ηγέτης του προλεταριάτου
Ο κομμουνιστικός προσανατολισμός του Μαρξ θα φανεί καθαρά από τα πρώτα βήματά που κάνει αρθρογραφώντας στην «Εφημερίδα του Ρήνου»[17] που έβγαζε μαζί με συντρόφους του νεοχεγγελιανούς. Η ενασχόλησή του όμως με αυτή την εφημερίδα φανέρωσε στον ίδιο τις ελλείψεις του πάνω στη Πολιτική Οικονομία την οποία και άρχισε να μελετά παράλληλα με τις υπόλοιπες μελέτες του. Ταυτόχρονα τον Οκτώβρη του 1843 πήγε στο Παρίσι για την έκδοση της Επιθεώρησης «Γαλλογερμανικά Χρονικά», όπου βγήκε μόνο ένα τεύχος. Στη πρωτεύουσα της Γαλλίας θα βρεθεί και τον επόμενο χρόνο. Εκεί, τέλη Αυγούστου του 1844, θα συναντηθεί για δεύτερη φορά με τον Φρ. Ένγκελς. Επρόκειτο για μια συνάντηση ιστορική στη διάρκεια της οποίας διαπιστώθηκε η ταυτότητα των αντιλήψεων και των επιστημονικών τους αναζητήσεων με αποτέλεσμα να ξεκινήσει η χωρίς προηγούμενο 40χρονη φιλία και συνεργασία τους. «Οι παλιοί θρύλοι- έγραψε αργότερα ο Λένιν[18]- μιλούν για διάφορα συγκινητικά παραδείγματα φιλίας. Το προλεταριάτο της Ευρώπης μπορεί να πει ότι η επιστήμη του δημιουργήθηκε από δύο επιστήμονες κι αγωνιστές, που οι σχέσεις τους ξεπερνούν τους πιο συγκινητικούς θρύλους των αρχαίων για την ανθρώπινη φιλία.».
Η ταύτιση των δρόμων των δύο ανδρών, αν και ξεκινάει με τη συνάντησή τους στο Παρίσι, ιστορικά θεμελιώνεται με τα έργα τους «Γερμανική Ιδεολογία», «Η Αγία Οικογένεια» και πάνω απ’ όλα με το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος». Από εκεί κι έπειτα, είτε συγγράφουν παράλληλα, είτε από κοινού, το έργο τους είναι αξεχώριστο, ενιαίο και αδιαίρετο, αποτελώντας την επιστημονική- επαναστατική θεωρία του προλεταριάτου.
Να αναλύσει κανείς το έργο και την προσφορά του Μαρξ μέσα σε λίγες γραμμές είναι αδύνατο και προπαντός καθόλου φρόνιμο. Θα αρκεστούμε λοιπόν σε όσα λένε για το Μαρξ δύο μη μαρξιστές:
Γράφει ο Isaiah Berlin[19]: «Όχι μόνο οι συγκρουόμενες τάξεις, ομάδες και κινήματα καθώς κι οι ηγέτες τους σε κάθε χώρα, μα και ιστορικοί και κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες, κριτικοί και δημιουργικοί καλλιτέχνες, στο βαθμό που προσπαθούν ν’ αναλύσουν τη μεταβαλλόμενη ποιότητα ζωής των κοινωνιών τους, κατά μέγα μέρος οφείλουν τη μορφή των ιδεών τους στο έργο του Μαρξ».
Ένας πολύ νεώτερος του Berlin, ο βρετανός δημοσιογράφος Φράνσις Γουίν- που ασχολήθηκε με τη βιογραφία του Μαρξ στη δεκαετία του ’90 για να δώσει ένα ελάχιστα αξιόλογο έργο γι’ αυτόν- ομολογεί: «Όσο πιο πολύ μελετούσα το Μαρξ τόσο πιο καίριος μου φαινόταν»[20].
Ας επιστρέψουμε όμως στην τελευταίες στιγμές της ζωής του Μαρξ έτσι όπως τις διηγείται ο Φρ. Ένγκελς σ’ ένα γράμμα που έγραψε την επομένη του τραγικού γεγονότος, στις 15 Μαρτίου του 1833, στον Φρίντριχ Ζόργκε.
Το τελευταίο διάστημα της ζωής του Μαρξ
«Εδώ κι έξι εβδομάδες- γράφει ο Ένγκελς για το Μαρξ[21]- κάθε πρωί που ‘φτανα στη γωνία, ένιωθα τρομερό φόβο μην αντικρίσω τις κουρτίνες κατεβασμένες. Χτες το μεσημέρι, στις δυόμισι η ώρα, η καλύτερη του ώρα για να δεχτεί επίσκεψη, πήγα στο σπίτι του. Έκλαιγαν όλοι. Φαινόταν πως το τέλος πλησίαζε. Ενδιαφέρθηκα. Προσπάθησα να μάθω τι είχε συμβεί. Είχε εμφανιστεί μια μικρή αιμορραγία και απότομα είχε καταρρεύσει. Η γενναία μας η γριά Λένχεν που τον περιποιήθηκε όσο καμιά μητέρα το παιδί της, ανέβηκε πάνω και γύρισε αμέσως: Μισοκοιμάται, μου είπε. Μπορούσα να πάω μαζί της. Όταν μπήκαμε στο δωμάτιό του ήταν εκεί και κοιμόταν, αλλά για να μην ξυπνήσει πια. Σφυγμός και αναπνοή είχαν σταματήσει. Μέσα σε δύο λεπτά είχε ξεψυχήσει, ήσυχα και χωρίς πόνο».
Σ’ ένα άλλο κείμενο του, ο Ένγκελς περιγράφει τους τελευταίους μήνες της ζωής του Μαρξ δίνοντας τις εξής πληροφορίες.
Το Νοέμβρη του 1882 ο Μαρξ ταξίδεψε για λόγους υγείας στο Βέντνορ, στη νότια άκρη του νησιού Ουάιτ. Ο υγρός καιρός, όμως, και η ομίχλη είχαν ως αποτέλεσμα αντί να καλυτερεύσει η υγεία του να εισπράξει ο οργανισμός του ένα νέο κρυολόγημα. Στο Λονδίνο ο Μαρξ επέστρεψε στις 12 Γενάρη του 1883, την επομένη δηλαδή του θανάτου της κόρης του, με αξεπέραστη βαριά βρογχίτιδα. «Σύντομα- γράφει ο στενός του φίλος[22]- έπαθε και λαρυγγίτιδα και σχεδόν δεν μπορούσε να καταπιεί καθόλου. Αυτός που υπέφερε με στωική απάθεια τους μεγαλύτερους πόνους, προτιμούσε να πίνει ένα λίτρο γάλα ( αν και σ’ όλη του τη ζωή ένιωθε φρίκη για το γάλα) παρά να τρώγει την κατάλληλη στέρεη τροφή. Το Φλεβάρη παρουσιάστηκε ένα πνευμονικό οίδημα. Για δεκαπέντε μήνες ο οργανισμός του είχε πάρει τόσα φάρμακα ώστε αυτά δεν έφερναν κανένα αποτέλεσμα. Το μόνο αποτέλεσμα ήταν να του κόβουν την όρεξη για φαγητό και να δυσκολεύουν την πέψη. Μέρα με τη μέρα αδυνάτιζε περισσότερο. Ωστόσο η πορεία της αρρώστιας σταμάτησε σχεδόν τελείως και μπόρεσε να καταπίνει ευκολότερα. Μα ξαφνικά πηγαίνοντας να τον δω- ανάμεσα στις 2 με 3 ήταν η πιο κατάλληλη ώρα- τους βρίσκω όλους κλαμένους: είχε τόσο αδυνατίσει, μου είπαν, ώστε χωρίς αμφιβολία πλησίαζε το τέλος του, παρ’ όλο που εκείνο το πρωινό είχε φάει με όρεξη τη σούπα και ήπιε γάλα και κρασί. Η πιστή γριούλα Λένχεν Ντέμουτ, που του ανέθρεψε από την κούνια όλα τα παιδιά και που βρισκόταν για 40 χρόνια στο σπίτι του, ανέβηκε στο δωμάτιό του κι ύστερ κατέβηκε αμέσως: «Κοπιάστε μαζί μου, κοιμάται». Όταν μπήκα είχε αποκοιμηθεί αλλά για πάντα. Δεν μπορείς να ποθείς πιο γλυκό θάνατο από κείνον που βρήκε ο Καρλ Μαρξ στην πολυθρόνα του».
Ο Μαρξ στην τελευταία του κατοικία
Τρεις μέρες μετά το θάνατό του, στις 17 Μαρτίου του 1883, ημέρα Σάββατο, ο Μαρξ οδηγήθηκε στην τελευταία του κατοικία, στο νεκροταφείο του Χαιγκέιτ, στον ίδιο τάφο που δεκαπέντε μήνες πριν είχαν θάψει την σύζυγο του. Μπροστά στον τάφο ο Γκότλιμπ Λέμκε κατέθεσε πάνω στο φέρετρο του δύο στεφάνια με κόκκινες κορδέλες από μέρους της σύνταξης του «Σοσιαλδημοκράτη» καθώς και του «Κομμουνιστικού Μορφωτικού Εργατικού Συνδέσμου» του Λονδίνου. Στη συνέχεια ο Σαρλ Λονγκέ διάβασε τηλεγραφήματα από το γαλλικό και το Ισπανικό Εργατικό Κόμμα. Από μέρους των γερμανών εργατών αποχαιρέτησε τον Μαρξ ο Βίλχελμ Λήμπκνεχτ. Ύστερα διάβασαν χαιρετιστήριο από τους ρώσους σοσιαλιστές. Για λογαριασμό των γάλλων εργατών το νεκρό χαιρέτισε ο Π. Λαφάργκ, ενώ ο Φρίντριχ Ένγκελς μίλησε εκ μέρους των εργατών όλου του κόσμου. Δυο μέρες πριν στο γράμμα του προς τον Ζόργκε είχε περιγράψει την απώλεια του Καρλ Μαρξ ως εξής: «η ανθρωπότητα έχει γίνει κατά ένα κεφάλι κοντότερη και μάλιστα το σημαντικότερο κεφάλι που σήμερα διέθετε». Τώρα στεκόταν μπροστά στο νεκρό φίλο του και τον αποχαιρετούσε στην αγγλική γλώσσα.
«Είναι αδύνατο να εκτιμήσουμε- είπε ο Ένγκελς- τι έχασε το μαχητικό ευρωπαϊκό και αμερικανικό προλεταριάτο, τι έχασε η ιστορική επιστήμη με το θάνατο αυτού του ανθρώπου. Πολύ γρήγορα θα γίνει αισθητό το κενό που δημιούργησε ο θάνατος αυτού του γίγαντα. Όπως ο Δαρβίνος ανακάλυψε το νόμο της εξέλιξης της οργανικής φύσης, έτσι και ο Μαρξ ανακάλυψε το νόμο εξέλιξης της ανθρώπινης ιστορίας… Μα αυτό δεν είναι όλο. Ο Μαρξ ανακάλυψε επίσης τον ειδικό νόμο κίνησης του σημερινού κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και της αστικής κοινωνίας που προέρχεται απ’ αυτόν. Με την ανακάλυψη της υπεραξίας φωτίστηκαν με μιας όλα, ενώ όλες οι προηγούμενες έρευνες, τόσο των αστών οικονομολόγων, όσο και των σοσιαλιστών κριτικών είχαν πλανηθεί στο σκοτάδι». Στη συνέχεια ο Ένγκελς, αφού ανέλυσε ότι ο Μαρξ ήταν ο άνθρωπος της επιστήμης που τα πάντα τα μελετούσε σε βάθος αλλά κι ένας επαναστάτης επιστήμονας που χρησιμοποιούσε την επιστήμη σαν μια ιστορικά κινητήρια επαναστατική δύναμη, υπογράμμισε πως ο πραγματικός σκοπός της ζωής αυτού του ανθρώπου ήταν «να βοηθήσει με οποιονδήποτε τρόπο στην ανατροπή της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας και των θεσμών που έχει δημιουργήσει να πάρει μέρος στην απελευθέρωση του σύγχρονου προλεταριάτου, που αυτός του έδωσε για πρώτη φορά τη συνείδηση της θέσης του και των αναγκών του, τη συνείδηση των όρων της χειραφέτησής του». Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, πρόσθεσε ο ομιλητής, ταξικοί αντίπαλοι, πολιτικοί και ιδεολογικοί τους εκπρόσωποι «είχαν μισήσει και συκοφαντήσει τον Μαρξ περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο της εποχής του». Και κατέληξε: «Τολμώ να πω: μπορεί να είχε πολλούς αντιπάλους, όμως δύσκολο είναι να πούμε πως είχε έστω και έναν προσωπικό εχθρό. Το όνομά του και το έργο του θα ζήσουν στους αιώνες!»[23].
Ο Κάρολος Μαρξ πέθανε χωρίς να αφήσει κληρονομιά ή διαθήκη. Εκτελεστές της φιλολογικής του κληρονομιάς άφησε την μικρότερη κόρη του Ελεονόρα και τον Φρ. Ένγκελς[24]. Όλη του η υλική περιουσία του εκτιμήθηκε σε 250 λίρες που αφορούσε κυρίως την εκτίμηση της αξίας των επίπλων του σπιτιού του και των βιβλίων του[25]
Έζησε και πέθανε φτωχός. Κατάφερε όμως να πλουτίσει την εργατική τάξη- κι ολόκληρη την ανθρωπότητα- με το επιστημονικό του έργο και την ακαταμάχητη επιστήμη του διαλεκτικού κα ιστορικού υλισμού. Ο Μαρξισμός, φέρει μόνο το όνόμα του Μαρξ. Χωρίς αμφιβολία, όμως, είναι έργο τόσο του Μαρξ όσο και Ένγκελς. Μαζί έγραψαν έργα όπως η «Αγία Οικογένεια», η «Γερμανική Ιδεολογία» και το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο». Αλλά και στα έργα όπου συγγραφέας είναι ο ένας από τους δύο, η σφραγίδα του άλλου είναι εμφανής και ανεξίτηλη. Επίσης είναιγνωστό είναι πως ο 2ος και ο 3ος τόμος του Κεφαλαίου είναι στη διάθεσή μας γιατί ο Ένγκελς τους εξέδωσε αφού προηγουμένως κατέβαλε τεράστια προσπάθεια να επεξεργαστεί στην τελική του μορφή το υλικό που είχε συγκεντρώσει ο Μαρξ. «Οι δύο αυτοί τόμοι του Κεφαλαίου- έγραψε πολύ εύστοχα ο Λένιν[26]- είναι έργο και των δύο: του Μαρξ και του Ένγκελς».
Είναι αλήθεια ότι ο Ένγκελς πάντα τοποθετούσε τον εαυτό του σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τον Μαρξ, αδικώντας τον εαυτό του για να τονίσει τη μοναδική, την ξεχωριστή προσφορά του φίλου του, την οποία, όμως παρουσιάζει με απόλυτη ακρίβεια. Σε μια σημείωση του, για παράδειγμα, στο έργο του «Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασσικής γερμανικής φιλοσοφίας» ο Ένγκελς γράφει[27]: «Ας μου επιτραπεί εδώ μια προσωπική διασάφηση. Τελευταία μίλησαν πολλές φορές για τη συμβολή μου σ’ αυτήν τη θεωρία, κι έτσι δεν μπορώ να μην πω εδώ τα λίγα εκείνα λόγια που εξαντλούν το ζήτημα. Δεν μπορώ ούτε ο ίδιος ν’ αρνηθώ ότι, πριν και στο διάστημα της σαραντάχρονης συνεργασίας μου με το Μαρξ, έχω κι εγώ κάποιο ανεξάρτητο μερτικό στο θεμέλιωμα της θεωρίας, και ιδιαίτερα στην επεξεργασία της. Όμως το μεγαλύτερο μέρος από τις κατευθυντήριες βασικές ιδέες, ιδιαίτερα στον οικονομικό και ιστορικό τομέα και ειδικά η τελική αυστηρή τους διατύπωση ανήκουν στο Μαρξ. Εκείνο που πρόσφερα εγώ- αν εξαιρέσουμε βέβαια μερικούς ειδικούς κλάδους- μπορούσε βέβαια να τόχε κάνει ο Μαρξ χωρίς εμένα. Ό,τι έδωσε ο Μαρξ, δεν θα τα κατάφερνα εγώ μοναχός. Ο Μαρξ στεκόταν πιο ψηλά, έβλεπε πιο μακριά, και το βλέμμα του αγκάλιαζε περισσότερα και ταχύτερα απ’ όλους εμάς τους άλλους. Ο Μαρξ ήταν μεγαλοφυΐα, εμείς οι άλλοι το πολύ- πολύ νάμαστε ταλέντα. Χωρίς αυτόν η θεωρία δεν θάταν σήμερα καθόλου αυτή που είναι. Γι’ αυτό δίκαια φέρνει το όνομά του».
πηγη: ergatikosagwnas.gr
[1] Κ. Μαρξ: Πρόλογος στην «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», στο Μαρξ- Ένγκελς: «Διαλεχτά Έργα», έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, τόμος Α’, σελ. 427
[2] Γκαλίνα Σερεμπριάκοβα: «Ο Νέος Προμηθέας: Κάρολος Μαρξ- Βιογραφία», εκδόσεις Σύγχρονο Βιβλίο, σελ. 625
[3] Ζ. Κονιό: «Καρλ Μαρξ- Η ζωή και το έργο του», εκδόσεις Πανόραμα, σελ. 8
[4] Δ. Ριαζάνωφ: «Μαρξ- Ένγκελς», Εκδόσεις Αναγνωστίδη, σελ. 34- 35. Η Ρηνανία, στην οποία ανήκε και η γενέτειρα του Μαρξ, πέρασε στην Πρωσία το 1815. Για δύο δεκαετίες πριν ανήκε στη Γαλλία.
[5] Κ. Μαρξ: «Το Εβραϊκό ζήτημα», εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ, σελ. 104- 105
[6] Μπορίς Νικολαϊέφσκι- Όττο Μαίνχεν- Χελφεν: «Καρλ Μαρξ». Εκδόσεις Ράππα, σελ. 21- 22
[7] Μπορίς Νικολαϊέφσκι- Όττο Μαίνχεν- Χελφεν, στο ίδιο, σελ. 22
[8] Ζ. Κονιό: «Καρλ Μαρξ: Η ζωή και το έργο του», εκδόσεις ΠΑΝΟΡΑΜΑ , σελ. 8.
[9] Νικολάι Ιβανόφ: «Καρλ Μαρξ- Σύντομη Βιογραφία», εκδόσεις Σ.Ε., σελ. 13
[10] Νικολάι Ιβανόφ, στο ίδιο, σελ. 14
[11] Δ. Ριαζάνωφ, στο ίδιο, σελ. 36
[12] Γκαλίνα Σερεμπριάκοβα: «Ο Νέος Προμηθέας- Κάρολος Μαρξ- Βιογραφία», εκδόσεις «Σύγχρονο Βιβλίο», σελ. 19.
[13] Ζ. Κονιό, στο ίδιο, σελ. 9- 10
[14]Werner Blumenberg: «Καρλ Μαρξ», εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ, σελ. 20
[15] Δ. Ριαζάνωφ, στο ίδιο, σελ. 37
[16] Μαρξ- Ένγκελς: «Αλληλογραφία», Α’ τόμος 1837- 1848, εκδόσεις ΟΛΚΟΣ, σελ. 15
[17] Η Εφημερίδα του Ρήνου έβγαινε από το Γενάρη του 1842 ως το Μάρτη του 1843
[18] Β. Ι. Λένιν: «Φρίντριχ Ένγκελς», Άπαντα, εκδόσεις ΣΕ, τόμος 2ος, σελ. 12
[19]Isaiah Berlin: «Καρλ Μαρξ», εκδόσεις, SCRIPTA, σελ. 302
[20] Φράνσις Γουίν: «Κάρολος Μαρξ- Η ζωή του», εκδόσεις Ωκεανίδα, σελ. 16
[21] «Ο ‘‘Μαύρος’’- Αναμνήσεις για τον Καρλ Μαρξ», εκδόσεις Σ.Ε., σελ. 169
[22] «Αναμνήσεις Για τον Μαρξ», εκδόσεις DIETZ ΓΛΔ- Gutenberg, σελ. 21
[23] Μαρξ- Ένγκελς: «Διαλεκτά έργα», έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, τόμος Β’, σελ. 187- 189
[24] «Αναμνήσεις Για τον Μαρξ», εκδόσεις DIETZ ΓΛΔ- Gutenberg, σελ. 21
[25] Φράνσις Γουίν: «Κάρολος Μαρξ- Η ζωή του» εκδόσεις Ωκεανίδα, σελ. 505
[26] Β. Ι. Λένιν: «Φρίντριχ Ένγκελς», Άπαντα, εκδόσεις ΣΕ, τόμος 2ος, σελ. 12
[27] Μαρξ- Ένγκελς: «Διαλεχτά Έργα», έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, τόμος β’, σελ. 447
Η αποδέσμευση από την ΕΕ αναγκαίος όρος για φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση

Γράφει ο Στωικός
Η πρόταση διεξόδου από την κρίση σε φιλολαϊκή κατεύθυνση, συνδέεται άμεσα με τις σχέσεις της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ενωση, με την οποία είναι οργανικό μέλος από το 1981.
Το ερώτημα που ευθέως τίθεται και λόγο των πρόσφατων εξελίξεων, είναι: μπορεί να υπάρξουν φιλολαϊκές εξελίξεις μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του Ευρώ, ή το λαϊκό κίνημα πρέπει να αναζητήσει λύσεις έξω από το ευρωενωσιακό αυτό πλαίσιο;
Οι τρεις περίοδοι
Για να δώσουμε θετική ή αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει να κάνουμε μια σύντομη αναδρομή στην περίοδο συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΟΚ – ΕΕ από την ένταξη της ως σήμερα.
Την περίοδο αυτή, μπορούμε να την χωρίσουμε σε τρεις ημιπεριόδους.
- Από το 1981 ως το 1992 ( υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ)
- Από το 1992 ως το 2002 (ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ)
- Από το 2002 ως σήμερα, αν και στο μεσοδιάστημα μεσολάβησε η μεγάλη οικονομική κρίση, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει ιδιαίτερο κεφάλαιο.
Την πρώτη περίοδο (1981 – 1992) θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε και ως περίοδο της αθωότητας.
Η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, χαιρετίστηκε από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις, ως μεγάλη πολιτική και οικονομική επιτυχία και συνοδεύτηκε από υποσχέσεις, ότι η Ελλάδα, ως μέλος της ΕΟΚ θα έλυνε με επιτυχία τα οικονομικά της προβλήματα. Ήταν η εποχή που ο Πρόεδρος της ΕΔΗΚ Γ. Μαύρος, υποστήριζε με θέρμη την ένταξη της Ελλάδας σε μια αγορά 300 εκατ. κατοίκων, η οποία θα απορροφούσε τις ελληνικές εξαγωγές και ειδικότερα τα αγροτικά μας προϊόντα. Μέσα στην ΕΟΚ οι Έλληνες θα τρώνε με χρυσά κουτάλια μας υπόσχονταν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις της εποχής.
Υπήρχε βέβαια και ο ισχυρός αντίλογος, καθώς από τη δεκαετία του 60 ακόμη το ΚΚΕ είχε προειδοποιήσει τον ελληνικό λαό, ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΟΚ, θα επέφερε σημαντικό πλήγμα στην ελληνική βιομηχανία και την αγροτική παραγωγή της χώρας. Οι κομμουνιστές, αλλά και στελέχη της ΕΔΑ όπως ο Η. Ηλιού, είχαν χαρακτηρίσει την ΕΟΚ ως λάκκο των λεόντων, δίνοντας έτσι το στίγμα της πολεμικής θέσης της κομμουνιστικής και ευρύτερης Αριστεράς, στην προοπτική παράδοσης της ελληνικής οικονομίας στο ευρωπαϊκό κεφάλαιο.
Αλλά και το ΠΑΣΟΚ της πρώτης περιόδου, με τα μικροαστικά ριζοσπαστικά του χαρακτηριστικά, είχε πάρει και αυτό αρνητική θέση στην προοπτική ένταξης της χώρας στην ΕΟΚ, προβάλλοντας το γνωστό – και κλεμμένο από το ΚΚΕ σύνθημα – «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο». Σύνθημα το οποίο σαν κυβέρνηση εγκατέλειψε για να το αντικαταστήσει με τους γνωστούς αστερίσκους στις ανακοινώσεις των κοινοτικών θεσμικών οργάνων.
Ενθερμος υποστηριχτής της Ελλάδας στην ΕΟΚ, υπήρξε τότε το ΚΚΕ (εσ), το οποίο προπαγάνδιζε τις γεμάτες αυταπάτες θέσεις, ότι σε μια δημοκρατική Ευρώπη, είναι δυνατή η ειρηνική συνύπαρξη του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου και των εργαζομένων, ή ότι οι εργαζόμενοι με την πάλη τους θα μπορούσαν να μετατρέψουν την ΕΟΚ των μονοπωλίων σε ΕΟΚ των εργαζομένων. Θέσεις τις οποίες συναντάμε και σήμερα, ειδικά στο χώρο του ΣΥΡΙΖΑ.
Γενικότερα όμως η δεκαετία του 80, μπορεί να χαρακτηριστεί σαν η «ειρηνική περίοδος» της συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΟΚ, καθώς τότε δεν είχε αποκαλυφθεί ο αντιδραστικός της χαρακτήρας. Ακόμα και όταν οι αγρότες πετούσαν την παραγωγή τους στις χωματερές, επειδή οι ευρωπαϊκή αγορά ήταν κλειστή γι΄ αυτά, κανείς, ή σχεδόν κανείς δεν είχε αντιληφθεί τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Λίγο οι κοινοτικές αποζημιώσεις για το θάψιμο της αγροτικής παραγωγής, λίγο τα μεσογειακά προγράμματα που άρχισαν να εφαρμόζονται από το 1987, όλα συνέβαλαν στον εφησυχασμό και την ενίσχυση των αυταπατών της ελληνικής κοινωνίας.
Καθοριστικός όμως παράγοντας για τη διατήρηση του «ειρηνικού» χαρακτήρα της εποχής, αποτέλεσε ο τότε συσχετισμός δυνάμεων σε πανευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Η ύπαρξη της Σοβιετικής Ενωσης και της σοσιαλιστικής κοινότητας στην Ευρώπη, λειτουργούσε αποτρεπτικά σε σχέδια εφαρμογής επιθετικών πολιτικών, σε βάρος των λαών της Δ. Ευρώπης, από το πολυεθνικό κεφάλαιο. Οι ηγετικοί πολιτικοί και οικονομική κύκλοι της ΕΟΚ την εποχή εκείνη, επεδίωκαν να έχουν την στήριξη και την συμπάθεια των εργαζομένων της Δύσης, στον πολύμορφο πόλεμο που, από κοινού με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, είχαν εξαπολύσει κατά της Σοβιετικής Ενωσης και της σοσιαλιστικής κοινότητας.
Όταν ο παράγοντας αυτός εξέλειψε, τότε και το ευρωπαϊκό κεφάλαιο απελευθερώθηκε και έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο.
Η περίοδος 1992 – 2002. Όταν άνοιξαν οι πύλες της κόλασης.
Το 1999 – 2000 εξελίσσονται τα δραματικά γεγονότα στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που οδήγησαν στη διάλυση της σοσιαλιστικής κοινότητας. Ηταν μια αλλαγή – με όποια έννοια μπορεί να δώσει κάποιος στη λέξη αυτή – κοσμοϊστορικών διαστάσεων που άλλαξε τις γεωπολιτικές ισορροπίες στον πλανήτη. Όπως απλά λέει και ο λαός, το αντίπαλο δέος στον καπιταλισμό, έπαψε να υπάρχει.
Τη νέα αυτή κατάσταση εκμεταλλεύτηκαν οι ευρωπαϊκές πολιτικές και οικονομικές ελίτ, και προχώρησαν στο νέο σχεδιασμό της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
Απόρροια των εξελίξεων αυτών ήταν η συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία τέθηκε σε ισχύ το Γενάρη του 1992, και σηματοδότησε την επίθεση σε βάρος των ευρωπαϊκών λαών στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ενωσης πλέον και την οικονομική διείσδυση στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης.
Οι νέες πολιτικές και οικονομικές προτεραιότητες, οι οποίες πήραν τη μορφή της νεοφιλελεύθερης ρύθμισης, δεν αποτελούσε επιλογή του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, όπως ισχυρίζονταν και συνεχίζουν να ισχυρίζονται δυνάμεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αλλά είχε στρατηγική στόχευση. Ήταν η απάντηση του ευρωπαϊκού και διεθνούς κεφαλαίου στην «πετρελαϊκή» κρίση του 1973, που σηματοδότησε την εξάντληση και το τέλος της κεϊνσιανής ρύθμισης των καπιταλιστικών οικονομιών και την απαρχή της νεοφιλελεύθερης ρύθμισης στις ΗΠΑ του Ρέιγκαν και στην Αγγλία της Θάτσερ το 1979, για να ακολουθήσουν με χρονική υστέρηση οι υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Συμπυκνωμένα αν θέλουμε να δούμε το θέμα, η νεοφιλελεύθερη ρύθμιση, προσβλέπει στη βίαιη υποτίμηση της αξίας της εργατικής δύναμης, όπως αυτή διαμορφώθηκε ιστορικά μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Στην έννοια αξία της εργατικής δύναμης, εκτός από το μισθό, συμπεριλαμβάνουμε και τη δημόσια κοινωνική ασφάλιση, τη δημόσια υγεία και δημόσια παιδεία. Πρόκειται για φορείς που έμμεσα ή άμεσα συμβάλουν στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, ώστε αυτή να είναι ικανή να λειτουργήσει σε μακροπρόθεσμη βάση.
Η βίαιη αυτή επίθεση κατά του εργαζόμενου ανθρώπου, την πρώτη παραγωγική δύναμη της κοινωνίας, συνιστούσε ωμή και κυνική ομολογία, ότι ο καπιταλισμός – ιμπεριαλισμός ενίσχυε τα αντιδραστικά του χαρακτηριστικά, κοινό γνώρισμα των κοινωνιών που βρίσκονται στη φάση της ιστορικής τους παρακμής.
Στην Ελλάδα, η στρατηγική αυτή επιλογή του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, εφαρμόστηκε με διακυμάνσεις, σε συνάρτηση με το επίπεδο της ταξικής πάλης, της ικανότητας δηλαδή των εργαζομένων να αντιδρούν στις κυβερνητικές πολιτικές.
Την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από τη ΝΔ (1990 – 1993) σημειώθηκε μια σφοδρή επίθεση στις εργασιακές κατακτήσεις, με αιχμή τις μεγάλες ανατροπές στη φορολογία, την κοινωνική ασφάλιση (νόμοι Σιούφα), και τους μισθούς – βρισκόμαστε στην αλήστου μνήμης εποχή του 0% + 0% = 14% - ενώ μια πρώτη προσπάθεια ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ απέτυχε, κυρίως λόγω της αντίδρασης ανταγωνιστικών συμφερόντων προς το συγκεκριμένο εγχείρημα.
Ο κύκλος των ιδιωτικοποιήσεων, ξεκίνησε ουσιαστικά την περίοδο του ΠΑΣΟΚ και πάλι από τον ΟΤΕ, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια όλοι οι μεγάλοι δημόσιοι Οργανισμοί. Η δε πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων συνεχίστηκε με αμείωτους ρυθμούς, ανεξάρτητα αν στη κυβέρνηση ήταν το ΠΑΣΟΚ ( 1993 – 2004), ή η ΝΔ που το διαδέχτηκε.
Την περίοδο 1990 – 1993 ολοκληρώνεται και η περιβόητη «απελευθέρωση» του τραπεζικού συστήματος, η οποία στηρίχθηκε σε μελέτη εργασίας που είχε εκπονήσει το 1987 ομάδα υπό τον τότε γενικό γραμματέα του υπουργείου Οικονομίας Θ. Καρατζά, με υπουργό τον Κ.Σημίτη. Η ώρα της ιδιωτικοποίησης του τραπεζικού συστήματος της χώρας, είχε σημάνει.
Στις εργασιακές σχέσεις, έχουμε τα πρώτα δειλά βήματα το 1992 (κατοχύρωση της μερικής απασχόλησης στον αναπτυξιακό νόμο 1892), ενώ επί ΠΑΣΟΚ προωθούνται τα Τοπικά Σύμφωνα Απασχόλησης, που παράκαμπταν τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
Ευτυχής συγκυρία για το σύστημα της εποχής αυτής, ήταν, ότι η ελληνική οικονομία, μετά από την ύφεση της περιόδου 1989 – 1993, από το 1994 εισέρχεται σε μια περίοδο μακράς οικονομικής ανάπτυξης, η οποία ολοκληρώθηκε το 2007. Ανάπτυξη, η οποία υποβοηθήθηκε και από ευνοϊκούς διεθνείς παράγοντες, όπως οι τιμές του πετρελαίου, οι οποίες είχαν μειωθεί σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Αναμφίβολα ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη, έπαιξαν και να περίφημα κοινοτικά πακέτα στήριξης, μέσω των οποίων χρηματοδοτήθηκαν τα μεγάλα έργα υποδομής της συγκεκριμένης περιόδου. Η κατασκευή αυτοκινητοδρόμων, του αερολιμένα της Αθήνας, η ζεύξη Ρίου – Αντιρρίου, εντάσσονται στο σχέδιο εκσυγχρονισμού του ελληνικού καπιταλισμού, ο οποίος μέχρι τότε διέθετε απαρχαιωμένες υποδομές. Οι συμβάσεις όμως που υπογράφηκαν, ήταν κυριολεκτικά αποικιοκρατικές, καθώς όλα τα μεγάλα έργα παραδόθηκαν στους εργολάβους κατασκευαστές, μηδέ εξαιρουμένων και των αυτοκινητοδρόμων, οι οποίοι ιδιωτικοποιήθηκαν. Ορισμένες μάλιστα συμβάσεις, όπως η κατασκευή της Αττικής Οδού, ξεπέρασε τα όρια του σκανδάλου, καθώς οι εργολάβος (όμιλος Μπόμπολα), συμμετείχε στην κοινοπραξία με λιγότερο από το 10% του κεφαλαίου, ενώ του παραχωρήθηκε η εκμετάλλευση του έργου για τα επόμενα 25 χρόνια.
Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (συμπεριλαμβανομένων και των κατασκευών) τη συγκεκριμένη περίοδο διαμορφώθηκαν στα επίπεδα του 25% του ΑΕΠ, καθώς πολλές μεταποιητικές επιχειρήσεις εκσυγχρόνισαν τον μηχανολογικό τους εξοπλισμό. Δεν παρατηρήθηκε ως τόσο παραγωγική επέκταση, δεν δημιουργήθηκαν δηλαδή νέες παραγωγικές μονάδες, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις, ενώ την ίδια περίοδο, η εισαγωγική διείσδυση από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο σε μηχανολογικό εξοπλισμό, όσο και σε καταναλωτικά εμπορεύματα, συνεχιζόταν. Επίσης, παρά την μηχανολογική αναβάθμιση στον μεταποιητικό τομέα της οικονομίας, η συμμετοχή της βιομηχανικής παραγωγής και της γεωργίας στη συνολική οικονομική δραστηριότητα, μειώνεται σταθερά προς όφελος του τριτογενή τομέα (υπηρεσίες), οι οποίος συμμετέχει στη διαμόρφωση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος με ποσοστά που ξεπερνούν το 75%. Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό, ότι η αστική στατιστική εντάσσει τους κλάδους των επικοινωνιών και των μεταφορών στον τομέα των υπηρεσιών, ενώ αντίθετα η μαρξιστική πολιτική οικονομία τους θεωρεί παραγωγικούς τομείς.
Η κερδοσκοπία τέλος, η οποία στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, έχει αποκτήσει ενδημικά χαρακτηριστικά, εκδηλώνεται τόσο στην παραγωγική σφαίρα της οικονομίας με συνεχείς αυξήσεις στις τιμές των ειδών διατροφής, όσο και στο χρηματοπιστωτικό τομέα – αγορές μετοχών και ομολόγων – και την αγορά ακινήτων, όπου και δημιουργήθηκε φούσκα, η οποία όταν έσκασε οδήγησε στην κατάρρευση των τιμών των ακινήτων.
Κάνοντας μια αποτίμηση της περιόδου αυτής, θεωρούμε ότι ενισχύθηκε ο καπιταλιστικός χαρακτήρας της οικονομίας, καθώς έχουμε απόλυτη και σχετική αύξηση της εργατικής τάξης στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό. Από την άλλη επιταχύνθηκε η κεφαλαιοκρατική συσσώρευση, κυρίως μέσω των εξαγορών και συγχωνεύσεων επιχειρήσεων. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ, στο τέλος του 2000, σε ένα σύνολο 17.500 επιχειρήσεων με τη νομική μορφή των Ανωνύμων Εταιριών και των ΕΠΕ, μόλις το 1% απασχολούσε το 38% του εργατικού δυναμικού, συγκέντρωνε το 42% του Ενεργητικού και το 83% των καθαρών, μεταφορολογημένων κερδών, ενώ το υπόλοιπο 99% των επιχειρήσεων μοιραζόταν όλα τα άλλα. Ο μονοπωλιακός χαρακτήρας της ελληνικής οικονομίας, είναι ευδιάκριτος.
Η θέση όμως του ελληνικού καπιταλισμού, σαν του αδύνατου κρίκου της ευρωζώνης δεν άλλαξε, κάτι που θα διαπιστωθεί περίτρανα την περίοδο της οικονομικής κρίσης.
Η μετά το 2002 περίοδος. Η οικονομική κρίση.
Πολύ μεγάλη συζήτηση έχει γίνει στην Ελλάδα για τον χαρακτήρα της οικονομικής κρίσης που ξεκίνησε το 2008 και συνεχίζεται ως και σήμερα.
Η επίσημη αστική άποψη χαρακτηρίζει την κρίση ως κρίση χρέους και την αποδίδει στο γεγονός, ότι από τις αρχές του 2010 τα επιτόκια δανεισμού των κρατικών ομολόγων εκτοξεύτηκαν στα επίπεδα του 16% και του 20%, γεγονός που έκανε απαγορευτικό το δανεισμό για το ελληνικό δημόσιο. Και από τη στιγμή που το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει το χρέος του προς τους ντόπιους και ξένους δανειστές, ο μόνος δρόμος ήταν η υπογραφή του γνωστού μνημονίου και της δανειακής σύμβασης με ΕΕ – ΕΚΤ – ΔΝΤ.
Από την πλευρά της η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 2010, απέδωσε την εκτίναξη των επιτοκίων των κρατικών ομολόγων στη δημοσιονομική κατάρρευση που σημειώθηκε το 2009 ( ως το Σεπτέμβρη του 2009 κυβέρνηση ήταν η ΝΔ), με αποτέλεσμα το δημοσιονομικό έλλειμμα – μετά από πολλές αναθεωρήσεις – να εκτοξευτεί στο 15,4% του ΑΕΠ και το κρατικό χρέος στο 120% του ΑΕΠ.
Επομένως, αν κάποιος ευθύνεται για την κρίση και τα μνημόνια που ακολούθησαν, δεν είναι ούτε το εκμεταλλευτικό κοινωνικό σύστημα, ούτε η διεθνής οικονομική κρίση, αλλά η ανεύθυνη και ανίκανη κυβέρνηση της ΝΔ, η οποία οδήγησε τη χώρα σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό.
Πολύ βολική και πολύ «ουδέτερη» άποψη για τους απολογητές του συστήματος.
Εκείνο, το οποίο προσπαθούν να αποκρύψουν και να το απωθήσουν στο περιθώριο της δημόσιας συζήτησης, είναι, ότι η οικονομική κρίση, ακριβώς λόγω της συμμετοχής της χώρας στην ΕΕ και την ΟΝΕ, βρήκε την ελληνική οικονομία πολύ αδύνατη και εξασθενημένη με αποτέλεσμα να την πλήξει καθοριστικά.
Τι εννοούμε όταν λέμε, ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ και την ΟΝΕ, εξασθένησε την οικονομία της;
Την 1/1/1992 καταργούνται οι τελωνειακοί έλεγχοι και η επιβολή δασμών μεταξύ των χωρών της ΕΕ, με αποτέλεσμα να επιταχυνθεί η εισαγωγική διείσδυση κοινοτικών εμπορευμάτων και υπηρεσιών προς τη χώρα μας. Στα χέρια των κυβερνήσεων, είχε απομείνει πλέον η χάραξη της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, αλλά και αυτή προσωρινά.
Το 1997, έχουμε νέο διπλό χτύπημα. Με την εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας – προέβλεπε ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα των χωρών μελών δεν μπορεί να ξεπερνά το 3% του ΑΕΠ – η δημοσιονομική πολιτική τίθεται υπό τον έλεγχο των Βρυξελών. Από τότε βέβαια τα πράγματα χειροτέρεψαν, γιατί με νεότερες κοινοτικές οδηγίες απαιτούν οι κρατικοί προϋπολογισμοί να κατατίθενται προς έγκριση από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, σε περίπτωση που σημειωθούν παρεκκλίσεις από τους στόχους να λαμβάνονται μέτρα μέσα στο έτος εκτέλεσης κλπ.
Την ίδια χρονιά, οι χώρες οι οποίες προετοιμάζονται να ενταχθούν στην ΟΝΕ, είναι υποχρεωμένες να ακολουθήσουν πολιτική σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών – με άνω και κάτω απόκλιση 1,5% - ως προς την ενιαία νομισματική μονάδα, το Γιούρο, το οποίο στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Ευρώ.
Με λίγα λόγια, από το 1992 ως το 1997 καταργούνται όλοι οι μηχανισμοί που είχαν στα χέρια τους οι ελληνικές κυβερνήσεις, για να προστατέψουν την εσωτερική αγορά από τους ξένους ανταγωνιστές. Η ελληνική αγορά έμοιαζε πλέον με ανοχύρωτη πόλη. Αυτό όμως δεν ίσχυε και αντιστρόφως. Με δεδομένη την ασθενή παραγωγική βάση και την χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, η τελευταία δεν αποτελούσε απειλή για τις άλλες ευρωπαϊκές αγορές, με αποτέλεσμα η μικρή ελληνική αγορά να κατακλιστεί από ευρωπαϊκά εμπορεύματα, ενώ η μεγάλη ευρωπαϊκή αγορά παρέμεινε ερμητικά κλειστή για τις ελληνικές εξαγωγές.
Δεν ήταν όμως μόνο αυτά που αδυνάτησαν την ελληνική οικονομία.
Το εκτεταμένο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας ( ηλεκτρική ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, καύσιμα, τράπεζες) στερούσε από τις ελληνικές κυβερνήσεις τη δυνατότητα να εφαρμόσουν και τον στοιχειώδη οικονομικό προγραμματισμό, και ειδικά σε περιόδους κρίσης, να ακολουθήσουν αντικυκλικές πολιτικές.
Η ελληνική οικονομία αδυνάτησε και από τις καταστρεπτικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν στον αγροτικό τομέα, που είχε σαν αποτέλεσμα, η χώρα μας, η οποία μέχρι την ένταξη στην ΕΟΚ είχε θετικό αγροτικό ισοζύγιο, μετά την ένταξη αυτό να μετατραπεί σε αρνητικό και δίπλα στην πολιτικοστρατιωτική να προστεθεί και η διατροφική εξάρτηση της χώρας.
Αποτέλεσμα όλων αυτών, ήταν, η διεθνής οικονομική κρίση, να βρει ευάλωτη την ελληνική οικονομία και να την κτυπήσει καθοριστικά. Μάλιστα τα αρνητικά σημάδια, είχαν φανεί πριν την εκδήλωση της κρίσης. Θυμίζουμε απλώς, ότι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας, το μεν 2007 παρουσίασε έλλειμμα ίσο με το 12,5% του ΑΕΠ, το οποίο το 2008 ανέβηκε 13,5% του ΑΕΠ.
Τότε οι αστοί αναλυτές ωρύονταν ότι θα πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, ενώ σφύριζαν αδιάφορα μπροστά στο γεγονός, ότι η ισοτιμία Ευρώ / Δολαρίου τη συγκεκριμένη περίοδο είχε διαμορφωθεί στο 1,35. Και πως μπορούσε μια ασθενής οικονομία, όπως η ελληνική, να απορροφήσει τις συνέπειες του ισχυρού Ευρώ, που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του ευρωπαϊκού τραπεζικού κεφαλαίου;
Με όσα αναφέραμε, επιδιώξαμε να τεκμηριώσουμε την άποψη, ότι η κρίση είναι κατά βάση παραγωγική, η οποία μεταλλάχθηκε σε δημοσιονομική και κρίση χρέους. Οτι η ελληνική οικονομία βρέθηκε χωρίς αντιστάσεις μπροστά στη διεθνή κρίση, λόγω της συμμετοχής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ΟΝΕ.
Το πολιτικό πρόβλημα
Από το 2010, με την είσοδο της Ελλάδας στο καθεστώς το μνημονίων, η χώρα βρίσκεται σε μεταίχμιο.
Το κύριο χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης περιόδου, είναι η μαζική κινητοποίηση του λαού, η οποία εκδηλώθηκε με ιδιαίτερα δυναμικό τρόπο το χρονικό διάστημα 2010 – 2012. Ο κύριος λόγος που το κίνημα αυτό πέρασε σε ύφεση μετά τις εκλογές του Ιούνη του 2012, ήταν η έλλειψη ενός διεκδικητικού προγράμματος που θα αμφισβητούσε τις πολιτικές εξαθλίωσης του λαού και θα έθετε στην ημερήσια διάταξη το αίτημα να σπάσουν τα δεσμά της πολιτικοστρατιωτικής εξάρτησης της χώρας από το διεθνή ιμπεριαλισμό. Εξάρτηση, η οποία βάθυνε και εντάθηκε την περίοδο εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών.
Και οι συνθήκες για την προώθηση ενός τέτοιου προγράμματος πάλης, ήταν ευνοϊκές. Η λαϊκή συνείδηση την περίοδο αυτή ριζοσπαστικοποιήθηκε με γρήγορους ρυθμούς, ενώ το σύστημα εξουσίας της αστικής τάξης άρχισε να εμφανίζει ρωγμές.
Είχε σημάνει η ώρα το κόμμα της εργατικής τάξης να μπει επικεφαλής ενός παλλαϊκού κινήματος υπεράσπισης του βιοτικού επιπέδου του λαού από τις καταστροφικές πολιτικές λιτότητας και την προώθηση ενός ριζοσπαστικού προγράμματος αλλαγών στην οικονομία και την κοινωνία, με αίτημα αιχμής την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είχε σημάνει η ώρα της συγκρότησης του κοινωνικοπολιτικού μετώπου που θα στηριζόταν στην πλατιά συμμαχία της εργατικής τάξης με τα άλλα καταπιεζόμενα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας που θα υλοποιούσε τους φιλόδοξους αυτούς στόχους.
Δυστυχώς τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι. Με κύρια ευθύνη της ηγεσίας του ΚΚΕ, η οποία όχι μόνο υποτίμησε τις δυνατότητες ανάπτυξης ενός μαζικού, ενωτικού κινήματος αντίστασης ενάντια στις πολιτικές της λιτότητας, όχι μόνο κράτησε αρνητική και καταγγελτική στάση απέναντι στο αυθόρμητο κίνημα που αναπτύχθηκε τη συγκεκριμένη περίοδο, αλλά αρνήθηκε να καταθέσει μεταβατικό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση σε φιλολαϊκή κατεύθυνση, παραπέμποντας την επίλυση του πολιτικού και οικονομικού προβλήματος της χώρας στη σοσιαλιστική επανάσταση!
Η πολιτική αυτή στάση ήταν βαθιά επιζήμια για το λαϊκό κίνημα, καθώς, ενώ είχαν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις να περάσει στην επίθεση, βρέθηκε σε άμυνα και οπισθοχώρηση χωρίς πολιτικό και ιδεολογικό προσανατολισμό.
Από τη στιγμή που το αυθόρμητο αυτό κίνημα, δεν ήταν δυνατό να συναντηθεί με την επαναστατική γραμμή πάλης – γιατί δυστυχώς δεν υπήρξε επαναστατική πρόταση διεξόδου από την κρίση - και να αποκτήσει συνείδηση του ρόλου του, ως κίνημα ρήξης και ανατροπής του πλαίσιου της λιτότητας και του καθεστώτος της εξάρτησης, στράφηκε προς άλλες κατευθύνσεις με ένα δυναμισμό και μια τυφλή ορμή, που κυριολεκτικά σάρωσε όλο το παλιό πολιτικό σκηνικό και κονιορτοποίησε το δικομματισμό της μεταπολίτευσης. Κραταιά κόμματα του παρελθόντος, όπως το ΠΑΣΟΚ καταποντίστηκαν και τείνουν να εξαφανιστούν από τον πολιτικό χάρτη, ενώ η ΝΔ υποβιβάστηκε σε «μεσαίο» κόμμα. Το ΚΚΕ το οποίο όλη αυτή την περίοδο φυγομαχεί από την πραγματικότητα, τιμωρήθηκε με την απώλεια μεγάλου μέρους της πολιτικής και εκλογικής του επιρροής. Το κενό αυτό ήρθαν να το καλύψουν δυνάμεις που μέχρι τότε κινούνταν στο περιθώριο της πολιτικής σκηνής. Ο ΣΥΡΙΖΑ με βερμπαλιστικά αντιμνημονιακά συνθήματα, εκτοξεύτηκε από το 4% στο 17%, στο 27% και σήμερα στο 36%, γεγονός που του επέτρεψε να σχηματίσει κυβέρνηση. Νέα κόμματα, όπως η ΔΗΜΑΡ, οι ΑΝ.ΕΛ, η Χρυσή Αυγή και το Ποτάμι δημιουργούνται εκ του μηδενός, για να εξαφανιστούν στη συνέχεια, όταν αποκαλύφθηκε ο ρόλος τους ως εφεδρείες του συστήματος – περίπτωση ΔΗΜΑΡ - ή να επιβιώσουν οριακά όταν άρχισαν να υποχωρούν τα θολά αντιμνημονιακά συνθήματα και να έρχεται στην επιφάνεια ο ταξικός, αστικός τους χαρακτήρας (ΑΝ.ΕΛ). Αντίθετα, η φασιστική Χρυσή Αυγή, η οποία λειτουργούσε και συνεχίζει να λειτουργεί σαν εγκληματική οργάνωση, εμφανίζει αξιοσημείωτη σταθερότητα και ανθεκτικότητα, κάτι που θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ευρύτερου προβληματισμού.
Η λαϊκή συνείδηση εμφανίζεται σήμερα να έχει σκορπίσει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και να αναζητά εναγωνίως διέξοδο από τη ζοφερή πραγματικότητα των τελευταίων πέντε χρόνων άγριας λεηλασίας της ζωής των λαϊκών στρωμάτων.
Όσο όμως οι αιτίες που οδήγησαν το λαό να σπάσει τα φράγματα και τις σταθερότητες του παρελθόντος, παραμένουν και συνεχίζουν να επενεργούν στο κοινωνικό περιβάλλον – το σκληρό πλαίσιο των πολιτικών λιτότητας που βυθίζει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων – ο λαϊκός παράγοντας δεν πρόκειται να εφησυχάσει, παρά το γεγονός, ότι, ελλείψει επαναστατικής πρότασης διεξόδου από την κρίση, εναποθέτει τις ελπίδες του, πότε στο ένα και πότε στο άλλο κόμμα της αστικής διαχείρισης. Η πολιτική αστάθεια και η ρευστότητα θα συνεχιστούν και την επόμενη περίοδο.
Υπό αυτές τις συνθήκες, είτε θα δοθεί ριζοσπαστική απάντηση στην κρίση, είτε η λύση που θα υπάρξει θα είναι αντιδραστική.
Παρά το γεγονός ότι χάθηκε πολύτιμος χρόνος, οι προϋποθέσεις συγκρότησης του κοινωνικοπολιτικού μετώπου πάλης σε αντιμονοπωλιακή – αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, παραμένουν και σήμερα ευνοϊκές και μπορούμε να πούμε μοναδικές.
Η συγκρότηση όμως του μετώπου, προϋποθέτει ανάλογες πρωτοβουλίες από το κόμμα της εργατικής τάξης, την ανώτερη πολιτική συνείδηση του οργανωμένου λαϊκού κινήματος.
Κατά τραγική όμως ειρωνεία, η ηγεσία του κόμματος, με διάφορες προφάσεις, τις οποίες επενδύει με ιδεολογικά και πολιτικά – υποτίθεται – επιχειρήματα, αρνείται να αναλάβει τις ιστορικές της ευθύνες και να τεθεί επικεφαλής ενός παλλαϊκού κινήματος αντίστασης και ανατροπής της σημερινής πολιτικής και κοινωνικής ισορροπίας δυνάμεων. Ένα κίνημα που θα θέσει ως άμεσο αίτημα την αποδέσμευση της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ παράλληλα θα καταθέσει πρόγραμμα ώριμων κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών με σαφή κατεύθυνση το σοσιαλισμό.
Έτσι διαμορφώνεται η κατάσταση σήμερα και ο καθ’ ένας καλείται να συμβάλει με τον προβληματισμό του και τη δράση του στη διαμόρφωση των όρων και των συνθηκών προοδευτικής και ριζοσπαστικής εξόδου από την κρίση προς όφελος του εργαζόμενου λαού.
πηγη: ergatikosagwnas.gr
ΕΞΩ ΤΩΡΑ από την Ευρωζώνη!

Λαϊκό Μέτωπο ενάντια στην εξάρτηση και τα μονοπώλια!
Οι τελευταίες εξελίξεις, όπως αποτυπώνονται από τις επαφές που είχε ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών με τους ευρωπαίους ομολόγους τους, αποδεικνύουν περίτρανα- και για μια ακόμη φορά- το πραγματικό πρόσωπο της Ενωμένης Ευρώπης και της Ευρωζώνης. Δεν πρόκειται για μια ένωση ελεύθερων και ισότιμων κρατών αλλά για μια ιμπεριαλιστική ένωση όπου επικρατεί το δίκιο του ισχυρότερου και η εξάρτηση των πιο αδύναμων μερών από το ευρωπαϊκό πολυεθνικό κεφάλαιο.
Όλοι οι συνομιλητές του Αλ. Τσίπρα και του Γ. Βαρουφάκη υπογράμμισαν, σε όλους τους τόνους, ότι σέβονται μεν το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών στη χώρα μας και την απόφαση του ελληνικού λαού αλλά και η Ελλάδα οφείλει να σεβαστεί τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει απέναντι στη θεσμική τρόικα (ΕΚΤ- Κομισιόν- ΔΝΤ) και τους κανόνες με τους οποίους λειτουργεί η ζώνη του ευρώ. Δηλαδή η λαϊκή κυριαρχία έχει ισχύ μέχρι του σημείου που δεν θίγει τα θεσμοθετημένα συμφέροντα των ισχυρών της Ευρώπης, τα οποία όμως συμφέροντα μπορούν να ισοπεδώνουν ένα λαό, να τον καταδικάζουν στην πείνα, στην εξαθλίωση και στον εξανδραποδισμό.
Το πώς επιβάλλονται αυτά τα συμφέροντα το έδειξε η απόφαση της ΕΚΤ να μην δέχεται από τις 11/2 ομόλογα του ελληνικού δημοσίου ως εγγυήσεις για την παροχή ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες. Πρόκειται για καθαρή απειλή οικονομικού στραγγαλισμού της χώρας. «Αν κατά την πορεία των διαπραγματεύσεων φθάσουμε σε ένα νέο πρόγραμμα στήριξης, τότε φυσικά θα είναι και πάλι δυνατή η αγορά ελληνικού χρέους» δήλωσε ο Έβαλντ Νοβότνι, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ. Συνεπώς, ή συμφωνείτε μαζί μας ή θα σας τελειώσουμε!!! Ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να φτάσουν σ’ αυτό το σημείο, πριν από λίγες ημέρες, το είχε προβλέψει με ακρίβεια- απευχόμενος να συμβεί- ο Αμερικανός οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν λέγοντας: «βρισκόμαστε σε διαπραγμάτευση- ελπίζω σε μια διαπραγμάτευση που δεν θα βασίζεται στην απειλή ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα καταστρέψει τις ελληνικές τράπεζες, αν (η Ελλάδα) δεν ενδώσει». Έτσι, όμως, λειτουργεί ο καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο. Αυτή είναι η Ενωμένη Ευρώπη των μονοπωλίων και των πολυεθνικών, αυτή είναι η Ευρωζώνη του κοινού νομίσματος και της δήθεν αλληλεγγύης.
Στην βάση αυτών των δεδομένων, προκύπτουν δύο ερωτήματα. Το πρώτο φορά την κυβέρνηση. Τι θα πράξει; Όλα δείχνουν ότι επιδιώκει έναν συμβιβασμό που θα διαφοροποιείται τυπικά και στα επιμέρους από τις προηγούμενες συμφωνίες μέσω μνημονίων και δανειακών συμβάσεων. «Μας δεσμεύουν οι κανόνες της ΕΕ, θα τους σεβαστούμε αν και διαφωνούμε. Θα σεβαστούμε τον κανόνα για πρωτογενείς ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, αλλά δεν θα σεβαστούμε τις πολιτικές λιτότητας» δήλωσε στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του κόμματός του ο Αλ. Τσίπρας. Ο ίδιος, όμως γνωρίζει πολύ καλά ότι οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί απαιτούν πολιτικές λιτότητας. Επομένως τι θα διαπραγματευτεί η κυβέρνησή του; Το μέγεθος της λιτότητας ή τους τρόπους επιβολής της; Για το πού ακριβώς κινείται η κυβέρνηση αποκαλυπτικός ήταν ο Γ. Βαρουφάκης στις δηλώσεις του μετά την συνάντηση με τον Β. Σόιμπλε. «Δεν είναι ότι θα πετάξουμε το παρόν πρόγραμμα, είπε, το 67% των μέτρων θα τα θέλαμε και εμείς, το πρόβλημα είναι ότι του λείπουν πολύ σημαντικές μεταρρυθμίσεις».
Το δεύτερο ερώτημα αφορά στο λαό. Πώς πρέπει να ενεργήσει; Ορισμένοι επιχειρούν λαϊκές κινητοποιήσεις για την στήριξη της κυβέρνησης. Όμως η κυβέρνηση κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση απ’ αυτήν που επιτάσσουν τα λαϊκά συμφέροντα. Μια στήριξη της, στον δρόμο που βαδίζει, βγάζει τα μνημόνια από το παράθυρο και τα μπάζει από την πόρτα. Ο λαός πρέπει να οργανώσει την πάλη του για τα δικά του συμφέροντα. Με πρωτοβουλία φορέων και οργανώσεων, χωρίς αποκλεισμούς και πλαστές διαχωριστικές γραμμές, πρέπει να ξεκινήσει παντού μια πλατιά δουλειά. Στα σωματεία, στις μαζικές οργανώσεις, στις γειτονιές, όπου υπάρχουν, ζουν και εργάζονται λαϊκά στρώματα. Η οργάνωση του λαού πρέπει να ξεκινήσει τώρα ώστε:
- Να διεκδικήσει από την κυβέρνηση την εφαρμογή όσων εκείνη έχει εξαγγείλει και συνάδουν με τις ανάγκες του- έστω και μερικώς.
- Να διευρύνει τις απαιτήσεις και τα αιτήματά του για την αποκατάσταση όλων των δικαιωμάτων και κατακτήσεων του αφαιρέθηκαν την περίοδο της εφαρμογής της πολιτικής των μνημονίων.
- Να απαιτήσει την κρίση να την πληρώσουν αυτοί που την προκάλεσαν, δηλαδή το ντόπιο και πολυεθνικό κεφάλαιο.
- Να βάλει στην πρώτη γραμμή της πάλης το αίτημα της εξόδου από την ζώνη του ευρώ με προοπτική την έξοδο και από την ΕΕ.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να έχει καμία θέση σε μία Ενωμένη Ευρώπη, όπου η βούληση του ελληνικού λαού, πολύ περισσότερο η ίδια του η ύπαρξη και η επιβίωση δεν έχει καμία αξία μπρος στους θεσμοθετημένους κανόνες υπεράσπισης και προώθησης των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, του μονοπωλιακού ελληνικού και πολυεθνικού κεφαλαίου. Συνεπώς, δεν είναι ο λαός που πρέπει να αποφασίσει να στηρίξει την κυβέρνηση. Είναι η κυβέρνηση που πρέπει να διαλέξει αν θα πάει με τα συμφέροντα του λαού ή με τους κανόνες της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Το δίλημμα είναι ένα: Ή με το λαό ενάντια στα μονοπώλια και τον Ιμπεριαλισμό ή με τα μονοπώλια και τον Ιμπεριαλισμό ενάντια στο λαό. Μέση λύση δεν υπάρχει!
πηγη: ergatikosagwnas.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή