Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Eurogroup: Τους «ικανοποιήσαμε» μερικώς…

Παναγιώτης Μαυροειδής
Πάει λοιπόν, πέρασε και αυτή η «κρίσιμη» συνεδρίαση του Eurogroup. Πληρώθηκε και η δόση των 760 εκ. στο ΔΝΤ.
Ποια ήταν η συζήτηση την προηγούμενη βδομάδα;
Ορισμένοι ανέμεναν μια κάποια ρήξη, μιας και η κυβέρνηση -για άλλη μια φορά- είχε «απειλήσει» ότι ίσως και να μην πληρώσει τη δόση. Κανείς δε φάνηκε να τρομάζει από την άλλη μεριά…
Άλλοι περίμεναν μια κάποια συμφωνία με τα ευρωαφεντικά, ώστε να αντιμετωπισθεί το θέμα της μερικής έστω χρηματοδότησης και απελευθέρωσης μέρους της δόσης των 7,2 δις. Η κυβέρνηση είχε πλέον αποδεχτεί την αξιολόγηση του υφιστάμενου μνημονιακού προγράμματος και είχε στέρξει να ανακοινώσει μεγάλα ΝΑΙ για πρόσθετα φορολογικά μέτρα, διατήρηση ΕΝΦΙΑ και ξεμπλοκάρισμα ιδιωτικοποιήσεων
Το Σαββατοκύριακο είχε ήδη αλλάξει το μενού.
Όλη η προσπάθεια της κυβέρνησης ήταν πλέον αυτή και μόνο αυτή: Να εκφράσουν οι «εταίροι» της μια κάποια «ικανοποίηση» ώστε να δώσουν μια ενεσούλα ρευστότητας, έστω μέσω αύξησης (ή μη περιορισμού!) του ορίου έκδοσης εντόκων γραμματίων.
Το διήμερο 11-12/5 σφραγίστηκε εν τέλει από ένα πιο μικρούτσικο ‘’έντιμο συμβιβασμό’’.
Σε τι συνίσταται αυτός;
Σε κάθε διμερή συμβιβασμό ο καθένας δίνει κάτι. Και παίρνει αναλόγως.
Πως έχει λοιπόν το συγκεκριμένο δούναι και λαβείν των ημερών;
Από τη μια, κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πλήρωσαν τη δόση των 760 εκ. και κατέθεσαν τις προτάσεις νέων μνημονιακών μέτρων.
Από την άλλη, τα αφεντικά της ΕΕ και της ατμομηχανής της που λέγεται Ευρωζώνη, είπαν ψιθυριστά: «καλά το πάτε. Υπήρξε πρόοδος».
Δεν είπαν ακριβώς ότι τους «ικανοποιήσαμε», αλλά μας χτύπησαν συγκαταβατικά στην πλάτη.
Τα υπόλοιπα μηνύματα είναι εκτός του κειμένου της ανακοίνωσης του eurogroup. Και έχουν τη σημασία τους.
Το πρώτο είναι ότι το ευρωπαϊκό κεφάλαιο μέσω των μηχανισμών και θεσμών του, που έχουμε περιοριστεί να ονομάζουμε συμβατικά «δανειστές», λέει προς την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ: «Ανακοινώστε όλα τα αντεργατικά μέτρα, στείλτε στα τάρταρα ακόμη και τις αναιμικές σας υποσχέσεις περί ανακούφισης μέσα στη γενική φτώχεια – ή τοποθέτησης κλιματισμού στην κόλαση-, εφαρμόστε άμεσα και με αποτελέσματα τη νέα αιμοδοσία και μετά βλέπουμε». Ήθελαν τον ίδιο τον Τσίπρα να υπογράψει αυτή τη «βούληση» και τα πήγαν μια χαρά.
Το δεύτερο, αφορά την ιστορία του δημοψηφίσματος. Υποτίθεται ότι αυτό στη συλλογιστική του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια απειλή του προς τους δανειστές: «Μη με ζορίζετε, διότι θα ζητήσω από το λαό έγκριση ρήξης με την ευρωζώνη». Το βιολί άλλαξε. Το δημοψήφισμα αποτελεί ένα άθλιο εκβιασμό προς τα μέσα: «Ψηφίστε υπέρ του μνημονίου και της παραμονής στην ευρωζώνη, διαφορετικά θα έρθει κατακλυσμός και θα είστε άξιοι της μοίρας σας».
Αίφνης, Σόιμπλε, Μοσκοβισί, Σούλτς και τα άλλα τα παιδιά, θεωρούν σωστό ένα δημοψήφισμα, ο δε Υπουργός Επικρατείας Φλαμπουράρης συμπληρώνει: «Αν θα χρειαστεί δημοψήφισμα, αυτό θα είναι σε συμφωνία με τους εταίρους μας»!
Κατά τα άλλα, η «διαπραγμάτευση» συνεχίζεται.
Μόνο που αποδεικνύεται πως όχι μόνο δεν είναι αποτελεσματική, αλλά κάτι χειρότερο: Η «διαπραγμάτευση» είμαστε εμείς.
Με απλά λόγια, οι «δικοί» μας λένε: «Δώστε μας λεφτά για να δουλεύει η χρεομηχανή, να μένουμε στην ευρωζώνη και να διατηρείται στη ζωή η τελευταία και εμείς θα σας ικανοποιήσουμε με αντιλαϊκά μέτρα στο διηνεκές».
Και οι «εταίροι» απαντούν: «Μην τρελαίνεστε. Στο poker που νομίζετε ότι παίζετε, τους τέσσερις άσσους τους έχουμε εμείς, ένα ακόμη στο μανίκι και το πιστόλι της ΕΚΤ στο τραπέζι. Πάρτε πρώτα τα μέτρα και εμείς θα δούμε πότε, τι και πως»
Από όποια μεριά και να δει κανείς τις διαπραγματευτικές γραμμές, στη μέση είναι αυτοί που στη ράχη τους θα πέσουν τα νέα μνημονιακά μέτρα. Αυτούς τους οποίους η ευρωζώνη τους έχει εξ ορισμού προγραμμένους και η κυβέρνηση γραμμένους, καθώς στην καλύτερη περίπτωση τους θεωρεί αδύναμους χειροκροτητές ψηφοφόρους και διαπραγματευτικό χαρτί.
Δεν είναι όμως παιχνίδι για να αστειευτεί κανείς.
Δεν παίρνουν απλά μέτρα, αλλά «μας παίρνουν μέτρα».
Για την ίδια την κοινωνική κηδεία του κόσμου της εργασίας, αλλά και ένα θανατηφόρο πολιτικό πλήγμα σε βάρος κάθε έννοιας αριστερής αντικαπιταλιστικής πολιτικής.
Και την παρτίδα δεν μπορούν να τη σώσουν οι καθαρίστριες του Υπουργείου Οικονομικών και τα δάκρυα της Νάντιας Βαλαβάνη…
Ούτε και τα λείψανα της Αγίας Βαρβάρας.
πηγη: pandiera.gr
ΒΑΘΥΣ ΣΥΡΙΖΑ, ΡΗΧΟΣ ΣΥΡΙΖΑ

Του ΚΙΜΠΙ*
Έχουμε και λέμε: Φλεβάρης, Μάρτης, Απρίλης και ολίγος Μάης. Τρεις μήνες. Κάτι λιγότερο από την ηλικία της κυβέρνησης. Το μπλογκ έπιασε αράχνες. Μια ανάρτηση μπας και βγάλει το καλοκαίρι. Τρεισήμισι μήνες από τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ, μερικές δεύτερες σκέψεις, σωρευμένες σαν σκουπίδια ξεχασμένα στο μπαλκόνι. Δυσώδη και σε προχωρημένη σήψη. Ή σαν λουλούδια μαραμένα στο βάζο- για να το κάνω πιο τρυφερό.
Κατ’ αρχάς, το παροιμιώδες ερώτημα: Ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο; Ούτε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, και δη του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ, έχει αυταπάτες γι’ αυτό. Κυβερνά αυτός που κυβερνούσε πάντα, τις τελευταίες δεκαετίες τουλάχιστον. Το βαθύ κράτος παραμένει στα χέρια ανθρώπων που κάνουν αυτό που έκαναν πάντα. Φροντίζουν να διατηρείται το ισοζύγιο ταξικής κυριαρχίας, να λειτουργούν οι ταξικά μεροληπτικοί κρατικοί και άλλοι θεσμοί, να συντηρείται η αυτοτροφοδοτούμενη γραφειοκρατία, να μη θίγεται το status quo. Διατηρείται ακόμη και το καθεστώς έκτακτης ανάγκης υπό το οποίο το βαθύ κράτος ασκεί την κουτσουρεμένη εξουσία του. Δηλαδή, το καθεστώς μνημονιακής επιτήρησης και χρηματοδοτικής ομηρίας.
Ουδείς μπορεί να κατηγορήσει - πολλώ δε μάλλον να επαινέσει- τον ΣΥΡΙΖΑ ότι επέφερε μέχρι στιγμής κάποιο ρήγμα στη συνέχεια του βαθέος κράτους, που διατηρεί το βαθύ πρασινογάλαζο χρώμα του. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ελέγχει το ρηχό, το πολύ ρηχό κράτος.
Μεταξύ βαθέος και ρηχού κράτους εξελίσσεται ένας καθημερινός ειρηνοπόλεμος. Σε πολλά πεδία ταυτόχρονα. Ακόμη και η μέσω Βρυξελλών, Βερολίνου και Αθηνών συμφωνία της 20/2 καρκινοβατεί αβέβαιη ανάμεσα στους δυο πόλους της δυαδικής εξουσίας. Κάθε υπουργός ή αξιωματούχος του ρηχού κράτους που θέλει στοιχεία για να κοστολογήσει τα μέτρα που προτείνει στο Brussels Group ή για να ενημερώσει τα τεχνικά κλιμάκια του Hilton’s Group πέφτει στην ανάγκη του βαθέος κράτους. Οποιοσδήποτε υπηρεσιακός παράγων ή πρόσωπο που συνδέεται στενά με τις προηγούμενες κυβερνήσεις και, τελικά, με το μακρόβιο καθεστώς, μπορεί να τον στείλει αδιάβαστο. Να τον εμφανίσει μαλάκα έναντι των αξιοσέβαστων θεσμών.
Έπειτα, το βαθύ κράτος είχε μάθει αλλιώς. Είχε αποκτήσει απευθείας, αδιαμεσολάβητη σχέση με το υπερκράτος της τρόικας. Κι αυτή η σχέση ενίοτε είχε και τα τυχερά της και για τις δυο πλευρές. Μεγάλη χαλάστρα, κι άσχετη με το αν το ρηχό κράτος του ΣΥΡΙΖΑ τρέχει την υπόθεση προς τη ρήξη ή τον συμβιβασμό - έντιμο, ανέντιμο, ά-τιμο, διατιμημένο, υποτιμητικό, διαλέξτε όποιον προσδιορισμό, αρκεί να έχει την «τιμή» στο θέμα του.
Η προσπάθεια του ρηχού κράτους να περιορίσει στοιχειωδώς την ισχύ τού βαθέος περνά από διάφορες φάσεις αναμέτρησης. Έχει όμως ένα απόλυτο όριο: το βαθύ ελληνικό κράτος δεν ασκεί την κυριαρχία του αποκλειστικά εντός της εδαφικής επικράτειας, στις κρατικές υπηρεσίες που λειτουργούν με την κεκτημένη ταχύτητα της μεροληψίας υπέρ των κυρίαρχων ελίτ. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της κυριαρχίας ασκείται εξ αποστάσεως, στις Βρυξέλλες και τη Φραγκφούρτη. Αρχίζοντας από τη δεύτερη, από τα περιστατικά του τελευταίου τριμήνου, μόνο οι παντελώς ηλίθιοι δεν έχουν καταλάβει τι σημαίνει για ένα κράτος και μια κυβέρνηση να μη διαθέτει νομισματική κυριαρχία, να μη μπορεί να καλύψει τις τρύπες της ρευστότητας με νέο χρήμα, να μην του ανήκει ούτε η κεντρική του τράπεζα, η οποία ανήκει στο «Ευρωσύστημα».
Έχουν όλοι καταλάβει, επίσης, τι σημαίνει για μια κυβέρνηση να μην εποπτεύει τις λιγοστές πια συστημικές τράπεζες, που ανήκουν στον ευρωπαϊκό μηχανισμό εποπτείας, τον SSM, και τελικά στην ΕΚΤ του ταλαντούχου κ. Ντράγκι. Έχουν, επίσης, καταλάβει τι σημαίνει για την κρατική κυριαρχία να μην έχεις το δικαίωμα να δανειστείς όχι μόνο από τις αγορές, αλλά ακόμη και από τις δικές σου τράπεζες, αυτές που έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί με χρήματα που βαραίνουν τους μαλάκες φορολογούμενους πολίτες. Και, τέλος, έχουν καταλάβει τι σημαίνει να ελέγχει η Κομισιόν και η κοινοτική γραφειοκρατία τους λιγοστούς επενδυτικούς πόρους που υποτίθεται ότι είναι διαθέσιμοι, μέσω των ΕΣΠΑ. Όλες οι πιθανές πηγές ρευστότητας και χρήματος ελέγχονται από ένα βαθύ υπερκράτος, αυτό της Ευρωζώνης και της Ε.Ε., με εξουσία πιστωτικής ζωής και θανάτου πάνω στη χώρα.
Αλλά, ακόμη κι αν αποφασίσει κανείς να αγνοήσει την ισχύ αυτού του απόμακρου κι απρόσιτου βαθέος υπερκράτους και να αναζητήσει λύσεις εκ των ενόντων, θα βρει τεράστια εμπόδια, τα οποία είτε θα αποφασίσει να τα σαρώσει είτε θα ρουφηχτεί απ’ αυτά. Το παράδειγμα είναι η φορολογία. Η περίφημη Γενική Γραμματεία Εσόδων εξελίχθηκε μέσω των μνημονιακών νόμων σε ένα υπερυπουργείο που ελέγχει ίσως τον πιο νευραλγικό βραχίονα του κράτους. Εν ονόματι της αποστείρωσής της από την πολιτική εξουσία και της αποτροπής χρήσης του φοροεισπρακτικού μηχανισμού ως πελατειακού εργαλείου, η τρόικα επέβαλε «ανεξαρτητοποίηση» αυτής της Γενικής Γραμματείας. Ακόμη και το πρόσωπο που επελέγη για την ηγεσία της συμπύκνωσε όλα τα χαρακτηριστικά της ταξικότητας του φορολογικού συστήματος - ένας άνθρωπος των ελεγκτικών εταιρειών που φρόντιζε να πληρώνουν οι μεγάλες επιχειρήσεις από τίποτε έως κάτι. Αν το ρηχό κράτος θέλει να έχει έναν στοιχειώδη έλεγχο στα φορολογικά έσοδα, αυτό τον ελάχιστο πόρο ύπαρξης, θα πρέπει να άρει την «ανεξαρτησία» αυτής της μακράς χειρός των δανειστών. Εξ όσων έχω αντιληφθεί, εδώ διεκδικείται ως κορυφαία «μεταρρύθμιση» η ενίσχυση της «ανεξαρτησίας» αυτής. Η χαρά της τρόικας...
Υπάρχουν εκατοντάδες μικρές και μεγάλες εστίες έντασης και σύγκρουσης μεταξύ ρηχού και βαθέος κράτους. Σε μεγάλο βαθμό οι «διαχειριστικές» ανεπάρκειες που καταλογίζονται στο προσωπικό της νέας κυβέρνησης είναι αποτέλεσμα αυτού του ιδιότυπου καταμερισμού στην άσκηση της κυριαρχίας που έχει διαμορφώσει η προσαρμογή στο καθεστώς της Ε.Ε., της Ευρωζώνης και των μνημονίων. Ακόμη και ο πιο «έντιμος» συμβιβασμός με τους δανειστές θα αφήσει ανέγγιχτη από το ρηχό κράτος των Αθηνών μια μεγάλη, γκρίζα ζώνη κυριαρχίας. Το προηγούμενο ρηχό κράτος είχε προσαρμοστεί απόλυτα στην ιδέα αυτή και τα στελέχη του ήταν καλά εκπαιδευμένα στο σεβασμό του «βαθέος κράτους εξωτερικού».
Αυτή, πάντως, η θεμελιώδης αντίφαση καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και την έκβαση του εγχειρήματος της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους εταίρους της. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα εξουσίας πλέον, επιχειρεί να εκφράσει ένα ευρύτατο κοινωνικό φάσμα, ταξικά ετερόκλητο, που κινείται από την περιοχή των ακραία φτωχών και εξαθλιωμένων στρωμάτων μέχρι τις παρυφές της επιχειρηματικής ελίτ η οποία αναζητεί εναλλακτικές πολιτικής και οικονομικής επανεκκίνησης. Συμμαχία ανάμεσα στα στρώματα αυτά είναι φύσει και θέσει αδύνατη. Οι αντιθέσεις είναι χαοτικές, τα πεδία σύγκλισης συμφερόντων σχεδόν ανύπαρκτα. Θα ήταν, ενδεχομένως, εφικτή μια σύγκλιση γύρω από στόχους ρήξης με τους δανειστές, διακοπής εξυπηρέτησης του χρέους, ανάκτησης της νομισματικής κυριαρχίας της χώρας. Αλλά, οι έλεγχοι του κεφαλαίου και του πλούτου που προϋποθέτει μια τέτοια επιλογή φέρνει σχεδόν αυτόματα απέναντι το μεγαλύτερο μέρος των κατόχων τους - εκτός αν αυτοί θυσιάζονταν από κάποια έξαρση πατριωτικού ζήλου.
Η διαχείριση αυτής της αδύνατης συμμαχίας, αργά ή γρήγορα, θα καθορίσει και την ιδεολογική φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ. Για να μην ξεχνιόμαστε, ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε την περιπετειώδη του πορεία σαν μια ομοσπονδία σχημάτων της ριζοσπαστικής αριστεράς, από την αριστερή σοσιαλδημοκρατία μέχρι τις παρυφές της αντιεξουσιαστικής αριστεράς. Για μια δεκαετία αντιμετωπίστηκε από το καθεστώς σαν ακραία, επικίνδυνη, στα όρια της νομιμότητας, αντισυστημική δύναμη. Η πολυφωνία, η πολυχρωμία, η ζωηρή εσωτερική του ζωή, η ριζοσπαστική ρητορική του θεωρήθηκε ότι τον θέτουν εξ ορισμού εκτός πολιτικού παιχνιδιού, ήτοι εκτός πάλης για την εξουσία.
Προφανώς, ο ΣΥΡΙΖΑ αιφνιδίασε αλλά και αιφνιδιάστηκε από την εξέλιξη των πραγμάτων. Καθώς τα μνημόνια και η τρόικα προκαλούσαν τον πιο βίαιο μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας εδώ και μισό αιώνα, προκάλεσαν έναν ανάλογα βίαιο μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος. Κι αυτό αφορούσε και τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο βαθύς ΣΥΡΙΖΑ, αυτό το «εξωτικό» συνονθύλευμα κομμουνιστών, κομμουνιστογενών, αντιεξουσιαστών, ριζοσπαστών-ρεφορμιστών, μαοϊκών, τροτσκιστών, ευρωπαϊστών, αντιευρωπαϊστών, διεθνιστών, αριστερών εθνικιστών, δέχθηκε μια ορμητική, μαζική εισβολή από το μεταναστευτικό ρεύμα του ρηχού ΣΥΡΙΖΑ. Δηλαδή των ανθρώπων που, αφού επέζησαν της κατάρρευσης του δικομματισμού, αναζήτησαν πολιτική στέγη σε ένα νέο κόμμα εξουσίας. Εξυπακούεται ότι η μεγάλη δεξαμενή πολιτικής μετανάστευσης ήταν το καταρρεύσαν ΠΑΣΟΚ. Αλλά, δίπλα σ’ αυτό, μια αρκετά μεγάλη ομάδα ανθρώπων με μακρινούς και σχεδόν ξεχασμένους δεσμούς με την Αριστερά -επιμελώς εξαφανισμένους από τα βιογραφικά τους- έσπευσαν να «πουλήσουν» τεχνογνωσία διακυβέρνησης και διαχείρισης και επιτούτου ανακλήθηκαν στο δημόσιο βίο, έπειτα από μια μακρά θητεία στην αγορά, στην επιχειρηματικότητα και στην πολιτική ιδιώτευση.
Μια προσεκτική ματιά στην ανθρωπογεωγραφία της στενής και της ευρείας κυβέρνησης δείχνει ότι ο ρηχός ΣΥΡΙΖΑ μάλλον έχει τον πρώτο λόγο σ’ αυτήν, σε σχέση με τον βαθύ ΣΥΡΙΖΑ, που είτε είναι περιθωριοποιημένος είτε στέκεται απέναντί της κριτικός, αμήχανος, θορυβημένος, μπερδεμένος, πολύγλωσσος, εναγώνιος, αμφίθυμος, επιφυλακτικός, αναποφάσιστος, μουδιασμένος… Υπάρχει μακρά λίστα κατηγορηματικών προσδιορισμών που μπορούμε να αποδώσουμε στον βαθύ ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ο άλλος, ο ρηχός ΣΥΡΙΖΑ, διαπραγματεύεται με τους θεσμούς, ασκείται στη διαχείριση του ρηχού κράτους αναμετρούμενος με το ρηχό κράτος και προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω στα ασαφή ίχνη των περίφημων "κόκκινων γραμμών".
Ανάμεσα στον βαθύ ΣΥΡΙΖΑ και τον ρηχό ΣΥΡΙΖΑ υποβόσκει ένταση που είναι αδύνατο να αφήσει ανεπηρέαστη την ενδιάμεση και τη μεγάλη διαπραγμάτευση με τους δανειστές, ή τη διαφαινόμενη συγχώνευσή τους. Και, αντιστρόφως, είναι αδύνατο να μείνει ανεπηρέαστος ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, βαθύς ή ρηχός, από τη διαπραγμάτευση και την έκβασή της. Κατά κάποιο τρόπο, το δίλημμα «ρήξη ή έντιμος συμβιβασμός» που διαπερνά τη συριζέικη φιλολογία αφορά πρωτίστως τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ και τις εσωτερικές σχέσεις των ανθρώπων του.
Υ.Γ. Μη θαρρείτε πως γράφω με την αναισθησία του αμέτοχου παρατηρητή, επειδή τάχα έχω την πολυτέλεια να μην είμαι ΣΥΡΙΖΑ, ούτε βαθύς ούτε ρηχός ούτε μεσαίος. Όταν συναντώ ανθρώπους του ΣΥΡΙΖΑ, ρηχού ή βαθέως, (και συναντώ αρκετούς και συχνά, για λόγους πολιτικο-επαγγελματικούς) τους ρωτάω: «Κοιμάστε καλά τα βράδια;» Οι περισσότεροι με κοιτάζουν απορημένοι- κι απορώ που απορούν. Κι εγώ σπανίως τους εξομολογούμαι ότι έχω χάσει τον ύπνο μου. Σαν να σηκώνω το βάρος του κόσμου. Κι ας σέρνω μόνο το βάρος μου…
*Αναδημοσίευση από kibi-blog.blogspot.gr
ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΝΕΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ

AΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ Β
«Υπάρχουν ακόμα αριστεροί στο ΣΥΡΙΖΑ – οφείλουν να πουν τώρα όχι, πριν η κατά κράτος υποχώρηση εμπεδωθεί»
Πρώτο: Η Ελλάδα προχωράει, πασιφανώς, στο τρίτο μνημόνιο. Αυτό έγινε σαφές από την κοινή δήλωση Γιουνκέρ–Τσίπρα και επιβεβαιώνεται συνεχώς από τη ροή των ειδήσεων.
Δεν έχει καμία σημασία αν θα το πουν «Μνημόνιο» ή αλλιώς, όπως δεν είχε καμία απολύτως σημασία η μετονομασία της «τρόικας» σε «θεσμούς», παρά μόνο ότι στην καθήλωση της χώρας προστίθεται κι ένα στοιχείο προσπάθειας εξαπάτησης και γελοιότητας.
Δεύτερο: Όλος ο κορμός των μέχρι σήμερα πολιτικών της τρόικα εξακολουθεί να εφαρμόζεται από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ στη βάση των ήδη συμφωνηθέντων από την κυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ. Δημοσιονομική πολιτική αυστηρής πειθαρχίας, πλεονασματικοί προϋπολογισμοί, περιορισμοί των κοινωνικών δαπανών, λιτότητα, νομισματική πολιτική απόλυτα εξαρτημένη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ασφυκτική, πλήρης απουσία αναπτυξιακής πολιτικής. Ο ΣΥΡΙΖΑ σε άλλες συνθήκες ακολουθεί την πεπατημένη της ΔΗΜΑΡ, δηλαδή άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας με αντίτιμο την υποχώρηση από τα προγραμματικά αιτήματα και τις αξίες της αριστεράς.
Τρίτο: Το πλέονεξοργιστικό είναι οτι προστίθενται νέα μέτρα στα ήδη υπάρχοντα. Παρά το ότι οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν ολοκληρωθεί και οι πληροφορίες δεν είναι πάντα σαφείς, διαφαίνεται πλέον με σιγουριά η αύξηση της έμμεσης φορολογικής επιβάρυνσης που πλήττει άμεσα τα λαϊκά στρώματα, η άνοδος της τιμής των τροφίμων, του ηλεκτρικού, των μεταφορών, τα νέα φορολογικά βάρη για τα μεσαία στρώματα, η επιλεκτική μείωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, οι επεμβάσεις στο ασφαλιστικό, στο δικαίωμα της συλλογικής σύμβασης. Οι περιβόητες «κόκκινες γραμμές» του ΣΥΡΙΖΑ είχαν την ίδια τύχη με τις αντίστοιχες του Παπανδρέου που έφερε αυτό τον όρο στο πολιτικό λεξιλόγιο – συνάντησαν ένα συνομιλητή που είχε αχρωματοψία, τις αγνόησε, τις περιφρόνησε και τις εξαφάνισε.
Τέταρτο: H όλη πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά στηρίχθηκε στη διαβεβαίωση ότι θα συνδυάσει δύο θεμελιωδώς αντίθετα πράγματα, την πλήρη κατάργηση της λιτότητας και την παραμονή στην Ευρωζώνη. Μια κοινωνία πληγωμένη, χωρίς αυτοπεποίθηση και προοπτική, απαισιόδοξη θεώρησε το συνδυασμό της λύτρωσης και της ασφάλειας ιδανικό. Το Σχέδιο Β, με όσες δυνάμεις είχε, υπογράμμιζε ότι κάτι τέτοιο είναι απολύτως αδιανόητο και αδύνατο και ότι μπροστά στο λαό υπάρχει ένα σταυροδρόμι,να επιλέξει δρόμο: είτε ευρώ και λιτότητα, είτε απελευθέρωση από τη λιτότητα με τη διακινδύνευση, αλλά και τις μεγάλες δυνατότητες που δίνει το να ανακτήσει και να ορίζει ο λαός μας τη νομισματική, δημοσιονομική και συναλλαγματική πολιτική. Όλες αυτές τις εβδομάδες μετά τις εκλογές βιώναμε κάθε στιγμή αυτό το μεγάλο ψεύδος παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες του ΣΥΡΙΖΑ να περισώσει ό,τι μπορεί είτε «με τον Ομπάμα που θα μας σώσει», είτε με τον «Ολάντ που θα μας σώσει», είτε με τον «Ντράγκι που θα μας σώσει», για να καταλήξουμε στο σημείο ο ηγέτης ενός κόμματος που ήταν αριστερό να εκλιπαρεί μέρα παρά μέρα τη Μέρκελ, την αρχιτέκτονα των αντιλαϊκών πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για λίγη κατανόηση.
Πέμπτο: Μέχρι λίγους μήνες πριν ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, η πλειοψηφία της, εναντιώνονταν πλήρως στις πολιτικές των Βρυξελλών, του Βερολίνου και της Ουάσιγκτον, παρά το γεγονός ότι υπήρχε μια θεαματική αγωνιστική κάμψη, αποτέλεσμα κυρίως προηγούμενων κινητοποιήσεων που δεν μπόρεσαν να καρποφορήσουν. Τους τρεις και πάνω μήνες της διακυβέρνησής του, μαζί με το αντιδραστικό κι ξενοφοβικό κόμμα ΑΝΕΛ, ο ΣΥΡΙΖΑ το μόνο που κατόρθωσε ήταν να περάσει σε αυτό τον κοινωνικό χώρο το «σοκ και δέος» μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης με τις δομές του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, να την εμφανίσει ως το ναυάγιο της Ελλάδας.
Είναι λυπηρό να βλέπει και να ακούει κανείς αγωνιστές με κομμουνιστικές, μαοϊκές, τροτσκιστικές, ριζοσπαστικές καταβολές, διανοούμενους, που υποστήριζαν την αποχώρηση από την Ευρωζώνη ή, έστω, τη θέση ότι «το ευρώ δεν είναι ταμπού», που είχε προβάλλει το 2010 το Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής κι έγινε ευρύτερα δεκτή από μεγάλα τμήματα του ΣΎΡΙΖΑ, σήμερα να μασάνε τα λόγια τους γοητευμένοι από την κυβερνητική εξουσία, να σιωπούν, να λένε στις τηλεοράσεις «άλλα αντ’ άλλων» σε σχέση με αυτά που έλεγαν. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν ακόμα στα κυβερνητικά και στα βουλευτικά έδρανα κάποιες συντρόφισσες και σύντροφοι με αίσθημα τιμής, με αξιοπρέπεια, πιστοί στα ιδανικά της αριστεράς, αποφασισμένοι να μη συνεργήσουν σε αυτή την κακοποίηση του ελληνικού λαού και τον εξευτελισμό των αξιών της αριστεράς. Και οφείλουν να το κάνουν αυτό τώρα, πριν η κατά κράτος υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ στη Μέρκελ και τον Σόιμπλε εμπεδωθεί μέσα σε ευρέα λαϊκά τμήματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κανένα δικαίωμα να εφαρμόσει μια πολιτική εντελώς έξω από την εντολή που πήρε από το λαό. Οι αριστεροί πρωταγωνίστησαν στις μεγαλειώδεις απεργίες και κινητοποιήσεις του Συντάγματος και των πλατειών. Δεν δικαιούνται να κάνουν τώρα τους «αγανακτισμένους» και “προδομένους».
πηγη: iskra.gr
“ΑΞΙΖΕΙΣ ΟΣΟ ΑΞΙΖΟΥΝ ΕΚΕΙΝΑ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙΣ”

Του ΝΙΚΟΥ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΥ*
Η 9η Μάη δεν είναι μια απλή ημερομηνία. Είναι μια πανευρωπαϊκή και παγκόσμια γιορτή. Είναι η ημερομηνία που υπενθυμίζει τον τιτάνιο αγώνα της ανθρωπότητας ενάντια στον ναζισμό.
Η 9η Μάη είναι μια μέρα – σύμβολο. Μια ματιά να ρίξει κανείς (ακόμα και ο πιο αδαής) από την Ουκρανία μέχρι τη γειτονιά του Παύλου Φύσσα και από τις Βαλτικές χώρες μέχρι τα Καλάβρυτα και το Πέραμα αντιλαμβάνεται την επικαιρότητά της.
Γνωστή είναι, επίσης, η σημασία που έχουν οι συμβολισμοί στην ζωή, δηλαδή στην πολιτική, αφού τα πάντα στη ζωή είναι τελικά πολιτική πράξη.
Κι όμως. Αυτό που είδαμε το περασμένο Σάββατο, στις 9 Μάη, ανήμερα των 70 χρόνων από την επέτειο της μεγάλης Αντιφασιστικής Νίκης των λαών, ήταν:
Τα κόμματα της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, του Ποταμιού κοκ να «σφυρίζουν κλέφτικα». Καθόλου παράξενο, αν σκεφτεί κανείς ότι τα αντίστοιχα αδελφάκια τους ανά τας Ευρώπας γιόρταζαν την λεγόμενη «ημέρα της Ευρώπης». Οπου η «Ευρώπη» τους δεν είναι άλλη από την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι άλλη από αυτή που έχει αρνηθεί (δυο φορές τα τελευταία 4 χρόνια) να καταδικάσει τον ναζισμό στον ΟΗΕ και που παρακολουθεί τις κυβερνήσεις κρατών – μελών της να χτίζουν μνημεία υπέρ των φασιστών και των «Βάφεν Ες Ες» στην Λετονία και την Εσθονία…
Είδαμε επίσης κάποιους από τους λεγόμενους «ελευθεριακούς χώρους» να διαδηλώνουν και να οργανώνουν (την 9η Μάη) εκδηλώσεις υπέρ των ζώων, ενάντια στην βιομηχανία κρέατος και κατά της γούνας… Έτσι αντιλήφθηκαν αυτοί την επέτειο της συντριβής του ναζισμού. Την ημέρα που συμβολίζει την μάχη της Ανθρωπότητας ενάντια στον ιμπεριαλισμό - που υπό την φασιστική του διαχείριση μετέτρεψε τον ίδιο τον άνθρωπο σε κρέας για τα κανόνια - κάποιοι την θεωρούν ως κατάλληλο φόντο για να αντιπαλεύουν τον καπιταλισμό διαδηλώνοντας την (καθόλα σεβαστή) ζωοφιλία τους…
Αλλά είδαμε και κάτι ακόμα:
Την Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ να συνδιοργανώνει και να καλεί – και μάλιστα στο όνομα του εορτασμού της Αντιφασιστικής Νίκης – σε εκδήλωση στο Σύνταγμα υπό τον τίτλο «1η γιορτή κάνναβης» με αιτήματα την «αποποινικοποίηση της χρήσης ουσιών, τη νομιμοποίηση της θεραπευτικής και ψυχαγωγικής κάνναβης και την αυτοκαλλιέργειά της»…
Δεν θα υπεισέλθουμε εδώ στην αντίληψη που μπορεί να έχει ο οποιοσδήποτε (μεταξύ των οποίων η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ) για την απελευθέρωση μιας ψυχοδραστικής και ψυχοτρόπου ουσίας. Δεν αναφερόμαστε στο πολιτικό ζήτημα που εξ αντικειμένου γεννά η τέτοια θέση της νεολαίας του κυβερνώντος κόμματος. Δεν πρόκειται επίσης να κάνουμε επιστημονική προσέγγιση του ζητήματος (οι ανακοινώσεις που εξέδωσαν για το θέμα το ΚΕΘΕΑ και το 18Ανω είναι έτσι και αλλιώς επαρκείς). Στεκόμαστε σε αυτό και μόνο:
Ότι η ημέρα που βρήκαν από τη νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ να διατρανώσουν το αίτημα τους για την νομιμοποίηση του χασίς ήταν η επέτειος της Αντιφασιστικής Νίκης. Και ότι ο καταλληλότερος τρόπος που βρήκαν για να… τιμήσουν – όπως οι ίδιοι είπαν - την Αντιφασιστική Νίκη ήταν ακριβώς αυτός: Να συνδέσουν το μήνυμα της Αντιφασιστικής Νίκης με το (δικό τους) μήνυμα για την απελευθέρωση του χασίς…
Σημείωση 1η: Σε αντίθεση με όλη αυτή την… προχωρημένη αντίληψη που περιγράψαμε παραπάνω, οι υπέρμαχοι «του δογματισμού», της «ξύλινης γλώσσας» και της «αγκυλωμένης σκέψης» - οι κομμουνιστές δηλαδή – την 9η Μάη και τους ήρωες του Αντιφασιστικού Αγώνα τους τίμησαν το περασμένο Σάββατο με εκδήλωση στον τόπο του μαρτυρίου τους: Στο θυσιαστήριο της Καισαριανής.
Σημείωση 2η: Ο Μάρκος Αυρήλιος είχε πει τούτο: «Να έχεις πάντα στο νου σου πως ο καθένας αξίζει όσο αξίζουν εκείνα για τα οποία φροντίζει»
πηγη: enikos.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή