Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Ο θησαυρός των σπηλαίων της Ελλάδας

Πολλοί λαοί στο παρελθόν πίστευαν σε μια κοίλη Γη. Οι αρχαίοι Έλληνες τοποθετούσαν εκεί τον Άδη. Η Αττική αλλά και η Ελλάδα από επιστημονικής πλευράς θα μπορούσε με μια ποιητική χρήση του όρου να χαρακτηριστεί ως «κούφια» καθώς σε αυτή υπάρχουν χιλιάδες σπήλαια.
Ειδικά για την Αττική ορισμένες πηγές τα ανεβάζουν σε τουλάχιστον χίλια, ωστόσο προσγειωμένη και σίγουρα πιο τεκμηριωμένη είναι η προσέγγιση της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας που εκτιμά πως σε αυτήν υπάρχουν απλά αρκετές εκατοντάδες.
Για την κατάσταση τόσο των σπηλαίων της χώρας μας αλλά και του πλέον αναγνωρισμένου φορέα που ασχολείται με αυτά, μιλήσαμε με το πρόεδρο της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας κ. Κώστα Μερδενισιάνο, Δρ. Παλαιοανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Επίκουρο Καθηγητή Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και φυσικά Σπηλαιολόγο.
Θολό τοπίο

Σύμφωνα με τα όσα μας είπε η κατάσταση είναι αρκετά θολή καθώς κάποια σπήλαια τα διαχειρίζονται οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κάποια άλλα άλλοι φορείς. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολλές φορές να σημειώνονται φθορές καθώς δεν υπάρχει η κατάλληλη εκπαίδευση και κατάρτιση σε πολλούς από αυτούς τους φορείς. Το ενδιαφέρον είναι ότι πολλά σπήλαια αποτελούν και πηγή εσόδων. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση σπηλαίων που τα διαχειρίζονται ΟΤΑ.
Ο αριθμός τους ανέρχεται σε πολλές χιλιάδες
Η Ελλάδα, εξαιτίας των πλούσιων ασβεστολιθικών πετρωμάτων της, διαθέτει τεράστιο αριθμό σπηλαίων που υπολογίζεται, με τις μετριότερες εκτιμήσεις, ότι πρέπει να ξεπερνά τις 15.000. Απ’ αυτά έχουν επισημανθεί και καταγραφεί μέχρι σήμερα περί τις 12.000, αριθμός αρκετά μεγάλος, που δίκαια τοποθετεί τη χώρα μας σαν μια από τις πλουσιότερες σε σπήλαια στον κόσμο. Όμως παρ’ όλο αυτόν τον καρστικό πλούτο, οι συστηματικές εξερευνήσεις στην Ελλάδα άργησαν να αρχίσουν.
Η δράση της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας

Η σπηλαιολογία ξεκίνησε περισσότερο σαν σπορ τον προηγούμενο αιώνα και βαθμιαία εξελίχθηκε σε μια πολύπλευρη επιστήμη. Σαν ημερομηνία έναρξής της μπορεί να ειπωθεί το 1895 όταν ιδρύθηκε η πρώτη σπηλαιολογική εταιρία στη Γαλλία.
Οι πρώτες καταγεγραμμένες έρευνες σπηλαίων στη χώρα μας ξεκίνησαν από ξένους επιστήμονες όπως τον Γερμανό Φέντλερ, το 1841, που επισκέφθηκε και μελέτησε το σπήλαιο «Καταφύκι» της Κύθνου, τον Ελληνογάλλο νομομηχανικό Ν. Σιδερίδη που μαζί με τον Γάλλο Ι. Καππές, το 1891 μελέτησαν τις περίφημες καταβόθρες στην περιοχή Κάψιας Τριπόλεως, τον Άγγλο P. Col, το 1910, που εξερεύνησε τις καταβόθρες της Κωπαϊδας και τον Αυστριακό γιατρό, σπηλαιολόγο και ανθρωπολόγο Adalbert Markovitz που από το 1928 μέχρι το 1939 εξερεύνησε πλήθος σπηλαίων με μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον.
Την εποχή αυτή, (γύρω στα 1920-1950), αρχίζει να εκδηλώνεται ενδιαφέρον και από τους Έλληνες για τα σπήλαια της χώρας μας, αλλά πάντοτε σε πλαίσιο ορειβατικό-εκδρομικό. Πράγματι, αρκετοί φυσιολατρικοί και ορειβατικοί σύλλογοι της εποχής εκείνης διοργάνωναν εκδρομές και καταβάσεις σε σπήλαια. Από την όλη κίνηση ξεχωρίζει ο Ε.Ο.Σ. (Ελληνικός Ορειβατικός Σύνδεσμος), ο Φυσιολατρικός Σύνδεσμος «ΠΑΝ», o «Όμιλος Φυσιολατρών» και ο Σύλλογος «Υπαίθρια Ζωή». Όμως σταθμό για την Ελληνική Σπηλαιολογία αποτέλεσε αναμφισβήτητα η ίδρυση της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας (Ε.Σ.Ε.), το 1950, ύστερα από πρωτοβουλία του αείμνηστου, φυσικού-γεωλόγου-σπηλαιολόγου Γιάννη Πετρόχειλου και της αείμνηστης συζύγου του, επίσης σπηλαιολόγου, Άννας Πετροχείλου.

Πρώτοι συνεργάτες τους, οι Γ. Γραφιός, Ι. Καψαμπέλης, Γ. Μοντεσάντος, Α. Χαρολίδης και αργότερα (στη δεκαετία του ‘60) οι Δ. Λιάγκος, Ελ. Πλατάκης, Ι. Ιωάννου, Κ. Μερδενισιάνος και άλλοι. Από εκείνη την εποχή και πάντα με πρωτοβουλία του ζεύγους Πετροχείλου, αρχίζει ουσιαστικά και η συστηματική εξερεύνηση, χαρτογράφηση και εμπεριστατωμένη μελέτη των ελληνικών σπηλαίων από επιστημονικής και τουριστικής πλευράς.
Να σημειωθεί ότι, το 1953, η Ελλάδα, μέσω της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας, λαμβάνει μέρος στο 1ο Διεθνές Σπηλαιολογικό Συνέδριο στο Παρίσι και καταπλήσσει με το πλήθος των αξιόλογων ανακοινώσεών της. Ακολουθεί σειρά άλλων συνεδρίων στα οποία η Ε.Σ.Ε. είτε συμμετέχει, είτε διοργανώνει κατά καιρούς με μεγάλη επιτυχία. Για το πολύχρονο αυτό έργο της Ε.Σ.Ε. και των μελών της, η Ακαδημία Αθηνών βραβεύει, το 1976, τόσο την Πρόεδρό της Άννα Πετροχείλου, όσο και την ίδια την Εταιρεία, αργότερα, το 1986.
Μέχρι σήμερα η Ε.Σ.Ε. έχει εξερευνήσει και μελετήσει χιλιάδες σπήλαια μεταξύ των οποίων και μεγάλο αριθμό εξαιρετικού ενδιαφέροντος για την αρχαιολογία, την παλαιοανθρωπολογία, τη βιολογία και τον τουρισμό τους ειδικότερα.

Ενδεικτικά αξίζει να αναφερθούν το σπήλαιο «Γλυφάδα» στο Δυρό της Μάνης, που θεωρείται ως ένα από τα ωραιότερα λιμναία σπήλαια του κόσμου, το σπήλαιο Περάματος στα Ιωάννινα, από τα καλύτερα των Βαλκανίων, το σπήλαιο «Των Λιμνών» στα Καλάβρυτα, με τις 13 κλιμακωτές λίμνες του, το σπήλαιο «Αλιστράτης» στις Σέρρες, το σπήλαιο «Κουτούκι» Παιανίας στην Αττική και τόσα άλλα που παρουσιάζουν έναν ανεπανάληπτο σε ομορφιά σταλακτιτικό στολισμό. Επίσης, τα προϊστορικά σπήλαια Πετραλώνων Χαλκιδικής, Αλεπότρυπα Δυρού και Ιδαίον Άντρο στην Κρήτη, αποτελούν μικρό μόνο δείγμα του τεράστιου αρχαιολογικού και ανθρωπολογικού έργου που πρόσφερε η Ε.Σ.Ε. στην επιστήμη.
Βασικοί σκοποί της Εταιρείας είναι η συστηματική εξερεύνηση, χαρτογράφηση και επιστημονική μελέτη των ελληνικών σπηλαίων, καθώς και η ανάπτυξη και διάδοση της αθλητικής σπηλαιολογίας στη χώρα μας, αλλά και η ανάδειξη και προστασία των σπηλαίων ως πολύτιμων μνημείων και φυσικών μουσείων της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Η Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία, εκτός από τα κεντρικά γραφεία της στην Αθήνα, έχει ιδρύσει και Τοπικά Τμήματα στη Βόρεια Ελλάδα (Θεσσαλονίκη), στην Κρήτη (Ηράκλειο και Ρέθυμνο), στα Δωδεκάνησα (Ρόδο), στην Καλαμάτα, στη Μαγνησία και Αρκαδία. Επίσης, η Ε.Σ.Ε. δημιούργησε και διατηρεί Σπηλαιολογικό Μητρώο των καταγεγραμμένων σπηλαίων καθώς και δημοσιευμένων στο διεθνούς αναγνώρισης επιστημονικό της έντυπο, «Δελτίο της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας» με μεγάλο αριθμό σπηλαιολογικών-καρστικών μορφών της χώρας μας, (σπήλαια, βάραθρα, υπόγειοι ποταμοί κ.λ.π.).

Κάθε χρόνο, στα Κεντρικά Γραφεία της Εταιρείας στην Αθήνα, οργανώνονται πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια Εκπαιδευτικά Προγράμματα – Σεμινάρια Επιστημονικής και Αθλητικής Σπηλαιολογίας, στα οποία διδάσκονται από ειδικούς επιστήμονες, καθηγητές Πανεπιστημίων, (μέλη της Ε.Σ.Ε.) και έμπειρους σπηλαιολόγους, σειρά θεωρητικών μαθημάτων και πρακτικών ασκήσεων, στην τεχνική εξερεύνησης των σπηλαίων, στη χαρτογράφηση, στη φωτογράφηση, στις τεχνικές κατάβασης βαράθρων και στη σπηλαιοδιάσωση. Επίσης, διδάσκονται μαθήματα σχετικά με τη Γεωλογία, Υδρογεωλογία, Στρωματογραφία, Ορυκτολογία, Παλαιοντολογία, Παλαιοανθρωπολογία, Αρχαιολογία, Βιοσπηλαιολογία, χλωρίδα των σπηλαίων, Μικροκλιματολογία, Σπηλαιοθεραπευτική, ραδιοχρονολογήσεις αρχαιολογικών ευρημάτων, γεωφυσικές διασκοπήσεις, υπόγεια τηλεπικοινωνία, ενημέρωση περί του νομικού πλαισίου που διέπει τις έρευνες και την προστασία των σπηλαίων στη χώρα μας και άλλα. Αντίστοιχα σεμινάρια διοργανώνονται και από τα Τοπικά Τμήματα της Ε.Σ.Ε. στις έδρες τους.
Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ε.Σ.Ε και οι κίνδυνοι
Η Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία παρά το πολύ μεγάλο επιστημονικό έργο που επιτελεί δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη από την γενικότερη κατάσταση της χώρας.
Τα κληροδοτήματα που έχει στην ιδιοκτησία της έχουν μετατραπεί μέσω του ΕΝΦΙΑ σε μια μεγάλη θηλιά. Το χρέος ξεπερνά τις 20.000 ευρώ ενώ η Ε.Σ.Ε δεν έχει επί της ουσίας έσοδα, ούτε από τα σπήλαια που αυτή εξερεύνησε και χαρτογράφησε, ούτε από επιδοτήσεις.
Ως αποτέλεσμα είναι ορατός ο κίνδυνος να πάψει να υπάρχει η Σπηλαιολογική Εταιρεία και μαζί της να χαθεί το υπερπολύτιμο αρχείο της.


Γράφει o Μαρίνος Γκασιάμης
Φωτογραφίες: Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία
Πηγή: newsbeast.gr
Κοροϊδεύει τους πάντες ο Γ. Δραγασάκης

Όταν ο κατήφορος ξεκινήσει δεν έχει πάτο ούτε όριο. Η ρήση ταιριάζει απόλυτα για τον κ. αντιπρόεδρο, τον Γ. Δραγασάκη, μιας κυβέρνησης που ξεπουλάει τη χώρα, με τον ίδιο να πρωταγωνιστεί σε αυτήν τη μεγάλη «μεταρρύθμιση», την ώρα που λεηλατούνται εργασιακές σχέσεις, μισθοί και συντάξεις, ενώ οι λίστες με τις καταθέσεις στο εξωτερικό και τα εμβάσματα παραμένουν ανέγγιχτες και στο απυρόβλητο.
Ο Γ. Δραγασάκης, λοιπόν, σε άρθρο του στην «Εφ. Συν.» μας λέει ότι δεν του φτάνει η κατάπτυστη υπογραφή του στο τρίτο μνημόνιο, ούτε και η υπογραφή του στο τέταρτο μετά το 2018, ούτε ακόμα η υπογραφή του στην πραξικοπηματική αιχμαλωσία της χώρας σε λιτότητα μέχρι το 2060, όταν ακόμα και η Velculescu θεωρεί ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα στα οποία δέσμευσε την χώρα ο κ. Αντιπρόεδρος είναι ανέφικτα, ενώ η ανάπτυξη στις επόμενες δεκαετίες θα είναι σχεδόν μηδενική, εξαιτίας και της βαθιάς υπογεννητικότητας, συνέπεια της σκληρής μακροχρόνιας λιτότητας και ανασφάλειας του πληθυσμού.
Ο Γ. Δραγασάκης, ακάθεκτος, θέλει να βάλει και άλλη υπογραφή. Την «αριστερή», όπως λέει χωρίς να ντρέπεται, υπογραφή στον «επίλογο», τάχα, των μνημονίων και με όραμα να βγει γρήγορα η Ελλάδα στις αγορές.
Ωραίο το όραμά σου αντιπρόεδρε. Είναι το ίδιο με το όραμα του Γ. Παπανδρέου, του Σαμαρά και του Βενιζέλου! Να βγούμε στις αγορές για να εξοφλούμε το «εξαιρετικά μη βιώσιμο», κατά το ΔΝΤ, χρέος μας με πανύψηλα επιτόκια.
Όσο για την υπογραφή που θέλει να βάλει ο Γ. Δραγασάκης δεν θα είναι για το τέλος των μνημονίων, αυτά δεν θα τελειώσουν, με εκείνη ή την άλλη μορφή, ποτέ σε αυτήν τη χώρα, όσο είναι «κλειδωμένη» στο ευρώ και αφοσιωμένη να ρίχνει τα αιματοβαμμένα πλεονάσματά της στην μαύρη τρύπα του χρέους.
Η «υπογραφή» που θα βάλει και γρήγορα ο Γ. Δραγασάκης, μαζί με όλους τους μνημονιακούς συνενόχους του, θα αφορά στην απολογία του για τα βαρύτατα εγκλήματά τους στη χώρα. Δεν τα άξιζε αυτός ο τόπος και ο λαός. Και ειδικά την κοροϊδία, το ψέμα και την παραπλάνηση.
Πηγή: iskra.gr
ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΛΑΕ: Τo ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών

Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει αναπτυχθεί στο διαδίκτυο ένας μίνι διάλογος ανάμεσα σε δυνάμεις της ΛΑΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σχετικά με το δυνατό ή αδύνατο σύναψης πολιτικής συμμαχίας μεταξύ τους [1].
Στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν έγινε ανεπιτυχής προσπάθεια για μία (εκλογική) σύμπραξη. Τι είναι τελικά αυτό που εμποδίζει δυνάμεις σχετικά όμορες να συμπήξουν ένα νέο πολιτικό μέτωπο, όταν μάλιστα κάτι τέτοιο αποτελεί τον διακαή πόθο χιλιάδων ανένταχτων και οργανωμένων αριστερών ή ακόμη κι ανθρώπων με μία δημοκρατική αντίληψη κι ευαισθησία;
Μας είναι πολύ δύσκολο να πάρουμε θέση για τις ευθύνες που μπορεί να έχει η κάθε πλευρά, αφού ο καθένας παρουσιάζει τα πράγματα από τη δική του οπτική. Ο μεν ένας κατηγορείται για εκλογολαγνεία, ο δε άλλος για σεχταρισμό. Μάλλον, δεν έχει νόημα να παίξουμε το ρόλο ενός πολιτικού εισαγγελέα που θα αποφανθεί για το δίκιο ή άδικο του καθενός, αφού ακούσει τις «απολογίες». Αυτό που θα επιχειρήσουμε να κάνουμε, είναι να δούμε την ανάγκη και τις προϋποθέσεις δημιουργίας ενός πολιτικού μετώπου στο σήμερα.
1. Η ανάγκη δημιουργίας ενός πολιτικού μετώπου δεν μπορεί να καθοδηγείται από τις επιδόσεις των επιμέρους φορέων με βάση τις δημοσκοπήσεις. Είτε οι επιδόσεις αυτές είναι χαμηλές, είτε υψηλές, είναι το ίδιο καιροσκοπικό να αποφασιστεί η εκλογική σύμπραξη για λόγους «αριθμητικούς». Στην πρώτη περίπτωση θα είναι «για να διασωθούμε και να αναπαραχθούμε», στη δεύτερη «για να μπούμε στο κοινοβούλιο ή να κάνουμε την εκλογική υπέρβαση επιτυγχάνοντας διψήφια νούμερα». Αν τα πράγματα είναι έτσι, τότε οι εκλογές μετατρέπονται σε αυτοσκοπό ή απλώς σε ένα μέσο πολιτικής επιβίωσης. Οι εκλογές για την Αριστερά είναι κάτι πολύ διαφορετικό σε σχέση με τα αστικά μορφώματα. Είναι ευκαιρία ανάδειξης ενός ανατρεπτικού προγράμματος, είναι ευκαιρία αποκάλυψης του αντιπάλου, είναι ευκαιρία για να μετρηθούν οι συσχετισμοί και να εξαχθούν πολιτικά συμπεράσματα, είναι ευκαιρία να διεξαχθούν οι ταξικοί αγώνες από σχετικά καλύτερες θέσεις.
2. Από την άλλη, όλα τα παραπάνω δεν είναι σωστό να μας οδηγήσουν σε έναν στείρο κινηματισμό με βάση τον οποίο καμία αξία δεν έχει η συμμετοχή στις εκλογές ή η είσοδος στη βουλή. Αυτό που πρέπει να συνειδητοποιηθεί είναι πως η εκλογική σύμπραξη πρέπει να επιτευχθεί μέσα από ένα γενικότερο κινηματικό σχέδιο και εν τέλει να αποτελέσει το καταστάλαγμά του. Σήμερα απαιτείται η διεξαγωγή μιας σοβαρής και συντεταγμένης συζήτησης ανάμεσα στη ΛΑΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και κάθε δύναμη ριζοσπαστικού προσανατολισμού (δυστυχώς το ΚΚΕ έχει θέσει εαυτόν εκτός μιας τέτοιας διαδικασίας). Μιας συζήτησης με στόχο να σχεδιάσει έναν «κινηματικό χάρτη» που θα περιλαμβάνει τον συντονισμό στις μαζικές διαδικασίες, τη συνδικαλιστική συνεργασία στους εργάτες, τους ημιπρολετάριους, τους αγρότες, τους διανοούμενους, τα φτωχομεσαία στρώματα, που θα επιδιώξει την αναγέννηση στο φοιτητικό κίνημα μέσω συγκλίσεων, τη δημιουργία κινημάτων στις γειτονιές και τις τοπικές κοινωνίες. Το θλιβερό θέαμα με τέσσερις ξεχωριστές συγκεντρώσεις ακόμη και την Πρωτομαγιά, με ξεχωριστές πορείες, με μνημόνια που ψηφίζονται δίχως πλέον λαϊκή αντίσταση, με ένα φοιτητικό κίνημα με έντονα σημάδια εκφυλισμού (για παράδειγμα εδώ και δεκαετίες δεν υπάρχει ΕΦΕΕ, ο καθένας δίνει τα δικά του αποτελέσματα, δεν υπάρχει συντονισμός για απόκρουση των πολιτικών που μετατρέπουν τα πανεπιστήμια σε παραρτήματα των πολυεθνικών κ.λπ.), δεν μπορεί να συνεχιστεί.
3. Σε τι βάση πρέπει να συγκροτηθεί ο όποιος συντονισμός, είτε μιλάμε για το κίνημα, είτε για τις εκλογές; Στο μεν πρώτο επίπεδο απαιτείται στην αρχική φάση η συντονισμένη άμυνα. Αυτό επιβάλλεται από το σημερινό συσχετισμό δυνάμεων. Ταυτόχρονα είναι αναγκαία και η σύνταξη ενός «επιθετικού» προγράμματος που θα αναδεικνύει τις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής τάξης και του λαού. Όσον αφορά το εκλογικό πρόγραμμα οι άξονες είναι γνωστοί: κατάργηση των μνημονίων, παύση πληρωμών, κοινωνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ. Σε αυτά δεν μπορούν να γίνουν εκπτώσεις. Ένα τέτοιο πρόγραμμα, δεν είναι πρόγραμμα κομμουνιστικού κόμματος, αλλά ένα συμμαχικό πρόγραμμα που εναντιώνεται στην τρέχουσα πραγματικότητα και υπό προϋποθέσεις μπορεί και πρέπει να ανοίξει τον δρόμο για βαθύτερες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις. Σε κάθε περίπτωση η κοινή συμφωνία σε ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν προϋποθέτει και τη συμφωνία πάνω στο κομμουνιστικό πρόταγμα. Διαφορετικά, επιδιώκουμε ένα Μέτωπο κομμουνιστικών δυνάμεων κι έτσι ακυρώνουμε τη δυναμική του. Από την άλλη, οι πιο προωθημένες πολιτικά δυνάμεις οφείλουν να πείσουν λαό και συνεργαζόμενους, πως ένα τέτοιο πρόγραμμα θα διανοίξει ρηγματώσεις στις κοινωνικές δομές, τέτοιες που θα επιφέρουν αντιστάσεις από το άλλο στρατόπεδο. Τότε θα είναι κρίσιμης σημασίας η ετοιμότητα του λαϊκού παράγοντα. Η ηρωική, κατά τα άλλα χιλιάνικη εμπειρία, είναι απολύτως διαφωτιστική.
4. Όσες δυνάμεις θα συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο μέτωπο δεν μπορούν να απαιτούν την πραγματοποίησή του και τη λειτουργία του υπό τη σκέπη τους. Με άλλα λόγια τα καπελώματα δεν έχουν καμία θέση. Το Μέτωπο δεν μπορεί να είναι ούτε της ΛΑΕ, ούτε της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ούτε κανενός άλλου. Το Μέτωπο θα αποτελεί μια νέα συλλογικότητα εντός της οποίας θα υπάρχει δημοκρατία, ειλικρινής διάλογος και οι λέξεις του εισοδισμού και του φραξιονισμού θα εκλείπουν. Αλλιώς, το να αναπαράγουμε τις παθογένειες του παρελθόντος θα μας οδηγήσει σε ένα εξ’ αρχής αποτυχημένο εγχείρημα που θα σπείρει για άλλη μια φορά την απογοήτευση και την αποστράτευση.
5. Η συγκρότηση ενός πολιτικού Μετώπου είναι προϋπόθεση και για τη σύμπηξη του κοινωνικού Μετώπου, δηλαδή εκείνου του υποκειμένου όπου άνθρωποι με διαφορετικές κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές αφετηρίες, συναντώνται, βαδίζουν από κοινού, έχουν, ως ένα βαθμό, τους ίδιους στόχους. Και το κοινωνικό Μέτωπο δεν μπορεί παρά να είναι μαζικό. Δεν μπορεί παρά να είναι προϊόν λαϊκής αυτενέργειας κι όχι απότοκο κινήσεων κορυφής. Η «κορυφή» θα δείξει πιθανώς το δρόμο, θα βάλει τη σφραγίδα της, αλλά χωρίς τη μαζική λαϊκή συμμετοχή, χωρίς οι απλοί άνθρωποι να είναι ενεργοί, κανένα Μέτωπο δεν μπορεί να δημιουργηθεί και να επιβιώσει. Κορυφή και βάση πρέπει να βρίσκονται σε συνεχή διάλογο. Να είναι συγκοινωνούντα δοχεία όπου θα ανταλλάσσονται ιδέες, αλλά και θα υπάρχει παράλληλα ουσιαστική αντιγραφειοκρατική λειτουργία (εναλλαγή, αιρετότητα, εκλογή κ.λπ.).
Σε κάθε περίπτωση πολιτικό και κοινωνικό Μέτωπο δεν θα δούμε ποτέ μας, αν δεν ξεφύγουμε από τις δύο συμπληγάδες που μας τυραννάνε: τόσο της ιδεολογικής «καθαρότητας», όσο και των εκλογικών σκοπιμοτήτων.
του Βασίλη Λιόση
Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα: www.kordatos.org
ΙΟΒΕ: 6 στους 10 εργαζόμενους με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης λαμβάνουν μισθό από €400 έως €800 μετά το 2011

Παρουσιάστηκε στις 5 Ιουλίου 2017, από το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), μελέτη με τίτλο: «Η Τριτοβάθμια Εκπαίδευση στην Ελλάδα: Επιπτώσεις της κρίσης και προκλήσεις». Η μελέτη καταγράφει την επίδραση και τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και της διαχείρισής της στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Παράλληλα, αναλύει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανώτατη εκπαίδευση προκειμένου να συμβάλλει στην οικοδόμηση ενός νέου παραγωγικού προτύπου για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, που θα βασίζεται στη γνώση, τις υψηλές δεξιότητες, την επιχειρηματικότητα, και την καινοτομία.
Η μελέτη περιέχει μια σειρά από ευρήματα, που συνδυαστικά καταδεικνύουν στοιχεία σημαντικής αναποτελεσματικότητας και αστοχίας στη λειτουργία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και την ανάγκη μιας κατάλληλα σχεδιασμένης και τολμηρής παρέμβασης στο θεσμικό πλαίσιο που δεν θα στρέφεται προς το παρελθόν αλλά το μέλλον. Τα κυριότερα ευρήματα είναι:
• Ο αριθμός των νεοεισερχόμενων φοιτητών στα πανεπιστήμια συνέχισε να αυξάνεται και μετά την κρίση (αύξηση κατά 19% μεταξύ 2008-2015).
• Με βάση τον αριθμό των φοιτητών, η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των πλέον ανοικτών συστημάτων ανώτατης εκπαίδευσης διεθνώς.
• Ωστόσο, μεγάλος αριθμός φοιτητών δεν ολοκληρώνει έγκαιρα τις σπουδές του. Ενδεικτικά, σε 7 πανεπιστημιακά ιδρύματα, από όσους εισήχθησαν το 2004 μόνο το 68% του συνόλου είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του, 12 χρόνια αργότερα (το 2016).
• Μετά την κρίση, το διδακτικό προσωπικό των πανεπιστημίων μειώθηκε κατά 19,2% συνολικά μεταξύ 2009-2015, ιδιαίτερα εξαιτίας της μεγάλης μείωσης του βοηθητικού εκπαιδευτικού προσωπικού (μείωση 49% έναντι 11% του τακτικού προσωπικού).
• Από το 2005 στα ΤΕΙ, ο αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών αυξήθηκε ραγδαία. Στα πανεπιστήμια, μεταξύ 2002-2015 τριπλασιάστηκαν, αν και ο ρυθμός αύξησης επιβραδύνθηκε μετά το 2008 (από 88% μεταξύ 2002-2007 σε 40% μεταξύ 2009-2015).
• Ο αριθμός των διδακτορικών φοιτητών μεταξύ 2000-2015 διπλασιάστηκε, με μικρή αύξηση του ποσοστού των γυναικών. Ως προς τον αριθμό των υποψηφίων διδακτόρων στο πληθυσμό, η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρώπη. Ο ρυθμός αύξησης, όμως, επιβραδύνθηκε μετά την κρίση, καθώς από 51% μεταξύ 2000-2007 μειώθηκε σε 10% μεταξύ 2008¬2015.
• Η συνολική χρηματοδότηση έχει μειωθεί σημαντικά (24% μεταξύ 2010-2014), ύστερα από μια περίοδο μεγάλης αύξησης (150% μεταξύ 2001-2009). Η μείωση αυτή είναι μικρότερη της μείωσης του συνόλου της Γενικής Κυβέρνησης μετά το 2010 (31%) αλλά μεγαλύτερη από την αντίστοιχη μείωση του συνόλου της εκπαίδευσης (20%).
• Ως ποσοστό του ΑΕΠ, η συνολική δαπάνη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα κατατάσσεται, το 2015, ελαφρώς πάνω από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης (0,9% έναντι 0,7, και 0,8 αντίστοιχα), λόγω και της μεγάλης μείωσης του ΑΕΠ. Η δαπάνη όμως στο σύνολο της εκπαίδευσης, ως % του ΑΕΠ, στην Ελλάδα (4.3%) υπολείπεται του μέσου όρου της ΕΕ-28 (4.9%) και της Ευρωζώνης (4,7%).
• Οι ίδιοι πόροι των ιδρυμάτων του πανεπιστημιακού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης, που προέρχονται κυρίως από τις ερευνητικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητές τους, σημείωσαν σημαντική αύξηση (47% μεταξύ 2011 και 2015). Αντίθετα, σημαντικές ζημιές σημειώθηκαν στη διαχείριση της περιουσίας των ΑΕΙ.
• Η Ελλάδα υστερεί από τον μέσο όρο της ΕΕ στις δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α) (2% ως ποσοστό του ΑΕΠ). Ιδιαίτερα σημαντική είναι η υστέρηση αυτών των δαπανών στον επιχειρηματικό τομέα (0,28% έναντι 1,3% του ΑΕΠ στην ΕΕ το 2014). Η υστέρηση σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ-28 περιορίζεται σε 0,10 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ όταν η σύγκριση περιορίζεται στον τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης.
• Όσον αφορά τις επιστημονικές δημοσιεύσεις, μετά από μια περίοδο συνεχούς αύξησής τους, παρατηρείται επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου από το 2009 και πτώση από το 2013. Από την άλλη πλευρά, συνεχίζεται η άνοδος του αριθμού αναφορών (ταχύτερα από τις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ), ενώ βελτιώνονται και οι επιδόσεις της χώρας σε όρους σχετικού δείκτη απήχησης, συγκλίνοντας με τις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ.
• Ορισμένα μόνο ελληνικά ΑΕΙ έχουν αξιοποιήσει τις δυνατότητες των νέων τεχνολογιών στην ανώτατη εκπαίδευση (e-learning) ενώ ακόμα λιγότερο έχουν αξιοποιηθεί οι δυνατότητες των ανοικτών διαδικτυακών μαθημάτων (MOOCs) με πιστοποίηση της μάθησης.
• Από τα 2,04 εκατ. πληθυσμό με τριτοβάθμια εκπαίδευση, το 63% (ή 1,3 εκατ. άτομα) εργάζονται, το 13% (ή 274 χιλ. άτομα) είναι άνεργοι και το υπόλοιπο 24% (ή 484 χιλ. άτομα) δεν είναι οικονομικά ενεργοί (αποτελούν δηλ. τους συνταξιούχους ή άτομα που δεν αναζητούν εργασία). Από τα 3,7 εκατ. εργαζομένους το 2016, οι 1,3 εκατ. (ή 35% του συνόλου) έχουν πτυχίο ή μεταπτυχιακές σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ ίδιος σχεδόν είναι ο αριθμός των εργαζομένων με λυκειακή εκπαίδευση (1,28 εκατ. ή 34%).
• Το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης (δηλαδή το ποσοστό του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας που απασχολείται) καταγράφεται στα άτομα με μεταπτυχιακές σπουδές ή διδακτορικό (79%), ενώ στους απόφοιτους πανεπιστημίων ή ΤΕΙ οι οποίοι κατέχουν μόνο πρώτο πτυχίο το αντίστοιχο ποσοστό ήταν χαμηλότερο κατά 18 ποσοστιαίες μονάδες το 2016.
• Ωστόσο, το μερίδιο των ανέργων με τριτοβάθμια εκπαίδευση (στο σύνολο των ανέργων) σημείωσε τη μεγαλύτερη άνοδο (από 14,7% το 2001 σε 24,6% το 20016). Η αύξηση του αριθμού των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα τελευταία χρόνια δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη αύξηση της ικανότητας απορρόφησής τους στην αγορά εργασίας, εντείνοντας την μεταξύ τους αναντιστοιχία.
• Το μεγαλύτερο ποσοστό πτυχιούχων είναι απόφοιτοι του πεδίου Κοινωνικών – Οικονομικών και Νομικών επιστημών (615,3 χιλ. ή 30,1%) και ακολουθούν οι απόφοιτοι στην κατηγορία Μηχανολογία -Βιομηχανία – Κατασκευές οι οποίοι ανήλθαν σε 320,6 χιλ. ή 15,7% στο σύνολο των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
• Τα υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης το 2016 καταγράφονται στους αποφοίτους Υγείας και στους απόφοιτους σχολών πληροφορικής (71% και 69% αντίστοιχα). Στους αποφοίτους στο πεδίο σπουδών Βιομηχανία – Κατασκευές το ποσοστό ήταν σχεδόν αντίστοιχο με εκείνο για το σύνολο των εργαζόμενων με τριτοβάθμια εκπαίδευση (65%), σε αντίθεση με το ποσοστό απασχόλησης στους αποφοίτους Κοινωνικών – Οικονομικών – Νομικών σπουδών το οποίο κυμάνθηκε κάτω από το μέσο όρο. Διαχρονικά, το μικρότερο ποσοστό ανεργίας καταγράφεται στους αποφοίτους των επιστημών Υγείας (10,6% το 2010). Αντίθετα, το ποσοστό ανεργίας στους αποφοίτους με σπουδές στις Κοινωνικές επιστήμες – Οικονομικά – Νομική διπλασιάστηκε το 2016 σε σχέση με το 2009 (17,5%), ενώ αντίστοιχη τάση παρατηρείται και στους αποφοίτους στο ευρύτερο πεδίο σπουδών Βιομηχανία-Κατασκευές.
• Οι περισσότεροι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης απασχολούνται σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. Οι απόφοιτοι πανεπιστημίων, όμως, απασχολούνται περισσότερο σε δημόσιες υπηρεσίες (62% έναντι 28% των ΤΕΙ). Στον ιδιωτικό τομέα, το 55% των απασχολούμενων με τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι απόφοιτοι πανεπιστημίου και το 33% απόφοιτοι ΤΕΙ. Το μεγαλύτερο μερίδιο εργαζομένων με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό απασχολείται σε επιχειρήσεις ελεγχόμενες από το Δημόσιο και σε ΝΠΔΔ/ΝΠΙΔ. Μετά το 2009 καταγράφεται μεγάλη μείωση των απασχολούμενων στο δημόσιο τομέα (27%), σε αντίθεση με τους απασχολούμενος στον ιδιωτικό τομέα που παρατηρείται αύξηση (κατά 15%). Η αύξηση στον ιδιωτικό τομέα οφείλεται στην αύξηση των αποφοίτων πανεπιστημίων κατά 4% ενώ οι απόφοιτοι ΤΕΙ αυξήθηκαν κατά 26%.
• Το ποσοστό απασχόλησης όσων αποφοίτησαν μετά το 2011 είναι χαμηλότερο από το σύνολο (56% έναντι 62% του συνόλου). Το ποσοστό ανεργίας ανέρχεται στο 36%, σχεδόν διπλάσιο από το σύνολο. Οι μισθολογικές απολαβές τους είναι χαμηλότερες, καθώς σχεδόν 6 στους 10 εργαζόμενους οι οποίοι έλαβαν πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μετά το 2011 δηλώνουν ότι λαμβάνουν μισθό από €400 έως €800, ενώ ποσοστό 16% δηλώνει ότι αμείβεται με λιγότερα από €400.
Οι προκλήσεις για την ανώτατη εκπαίδευση
Η μελέτη διακρίνει τρεις σημαντικές προκλήσεις για την ανώτατη εκπαίδευση.
Α. Βελτίωση της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας της δημόσιας δαπάνης στην ανώτατη εκπαίδευση με εξορθολογισμό του συνολικού μεγέθους, και της περιφερειακής διάρθρωσης της ανώτατης εκπαίδευσης.
Ο αριθμός των φοιτητών
Η διατήρηση του μεγέθους της ανώτατης εκπαίδευσης, όπως διαμορφώθηκε πριν από την κρίση, περιορίζει την απόδοση της δημόσιας δαπάνης στην ανώτατη εκπαίδευση. Τα υψηλά ποσοστά ανεργίας των αποφοίτων (270.000 απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης), αν και σχετικά συγκρίσιμα μεταξύ αποφοίτων πανεπιστημίων και ΤΕΙ, είναι υψηλότερα σε συγκεκριμένα γνωστικά αντικείμενα (όπως οι Τέχνες-Ανθρωπιστικές Επιστήμες), ενώ την περίοδο της κρίσης διπλασιάστηκε στα πεδία των «Κοινωνικών Επιστημών-Νομικής» και «Βιομηχανία- Κατασκευές». Τα πεδία με ποσοστά ανεργίας χαμηλότερα από το μέσο όρο (όπως οι
Επιστήμες Υγείας) είναι πεδία που υπερ εκπροσωπούνται μεταξύ όσων πτυχιούχων έχουν μεταναστεύσει εκτός χώρας.
Η ζήτηση για απασχόληση αποφοίτων πανεπιστημίων στους κλάδους της Εκπαίδευσης και της Δημόσιας Διοίκησης-Άμυνας, όμως, στο προβλέψιμο μέλλον αντιβαίνει όχι μόνο με τους δημοσιονομικούς περιορισμούς που αντιμετωπίζει, μακροπρόθεσμα, το ελληνικό κράτος, αλλά και με τις δυσμενείς δημογραφικές τάσεις μετά την έναρξη της κρίσης (μείωση κατά 20-25% των γεννήσεων από το 2009 και έπειτα, εξωτερική μετανάστευση Ελλήνων σε δυναμικές και αναπαραγωγικές ηλικίες, φυγή αλλοδαπών μεταναστών από την Ελλάδα). Επιπλέον, οι τρέχουσες μεγάλες δημογραφικές αλλαγές που έχουν σημειωθεί, θα αρχίσουν να έχουν επιπτώσεις στην ανώτατη εκπαίδευση από το έτος 2026 και έπειτα, οπότε ο σημερινός αριθμός των θέσεων εισακτέων στα ΑΕΙ -αν δεν μειωθεί- θα αποτελεί το 80% περίπου των γεννήσεων και, αναμένεται ότι θα υπερβαίνει τον αριθμό των αποφοίτων του Λυκείου.
Τα ποσοστά ολοκλήρωσης
Η απόδοση της δημόσιας επένδυσης στα ΑΕΙ περιορίζεται από τα χαμηλά ποσοστά ολοκλήρωσης (αριθμός αποφοίτων), την πτωτική τάση των ποσοστών (έγκαιρης) ολοκλήρωσης των σπουδών, και τον αυξανόμενο αριθμό όσων παραμένουν για πολλά χρόνια εγγεγραμμένοι πέραν της κανονικής διάρκειας των σπουδών τους.
Περιφερειακή διάρθρωση των ΑΕΙ
Οι συγχωνεύσεις και η «συγκέντρωση δυνάμεων» μπορούν να συμβάλλουν στη διασφάλιση της βιωσιμότητας του συστήματος, μέσω αξιοποίησης οικονομιών κλίμακας, ύστερα από τις περικοπές της κρατικής χρηματοδότησης. Πρωτίστως, όμως, στόχος των συγχωνεύσεων είναι η ενίσχυση της ποιότητας και της διεθνούς, ευρωπαϊκής και παγκόσμιας, ανταγωνιστικότητας, ορατότητας και ισχυρής παρουσίας των ΑΕΙ. Οι διαδικασίες συγχωνεύσεων εκπαιδευτικών και ερευνητικών ιδρυμάτων που προωθήθηκαν τα τελευταία χρόνια σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες όπως, ιδιαίτερα, τη Δανία, τη Φιλανδία και τη Γαλλία, μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμα παραδείγματα στον σχεδιασμό ενός εκτεταμένου προγράμματος συγχωνεύσεων στην ανώτατη εκπαίδευση και τη διαμόρφωση ενός νέου χάρτη ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας, ως συστατικό μέρος ενός δυναμικού συστήματος καινοτομίας και ανάπτυξης σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο.
Β. Βελτίωση της σύνδεσης της ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας με την αγορά εργασίας και την επιχειρηματικότητα, με αλλαγή έμφασης και προσανατολισμού των εκπαιδευτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων των ΑΕΙ, σε συνεργασία με εγχώριες και διεθνείς επιχειρήσεις.
Νέος προσανατολισμός της εκπαίδευσης
Για την αποτελεσματική σύνδεση της ανώτατης εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας και την ενίσχυση της απασχόλησης των αποφοίτων της, απαιτείται αλλαγή έμφασης του κύριου ρόλου της ανώτατης εκπαίδευσης, από την προετοιμασία για την απασχόληση των αποφοίτων της στην εκπαίδευση και τις δημόσιες υπηρεσίας, στην προετοιμασία τους για την απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα. Η έμφαση της εκπαίδευσης στα ΑΕΙ χρειάζεται να μετατοπιστεί στην προετοιμασία των αποφοίτων τους είτε α) για την απασχόληση στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, και ιδιαίτερα εκείνες με εξαγωγικό προσανατολισμό στον τομέα παραγωγής διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών, είτε β) για την δημιουργία των δικών τους επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, ιδιαίτερα στους τομείς των νέων τεχνολογιών. Ο συγκεντρωτικός διοικητικός γραφειοκρατικός έλεγχος των ΑΕΙ και των δραστηριοτήτων τους από το κράτος εξυπηρέτησε τον παραδοσιακό προσανατολισμό τους στην προετοιμασία ενός πολύ μικρότερου αριθμού φοιτητών (ελίτ) για την απασχόλησή τους. Το νέο σύστημα διακυβέρνησης των ΑΕΙ πρέπει να εξασφαλίζει την απόδοση και την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας των ιδρυμάτων, να διευκολύνει το συντονισμό και τη σύνδεση της ανώτατης εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, και να διευκολύνει τη συνεργασία των ΑΕΙ με τις δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Ενίσχυση και προσανατολισμός της έρευνας
Το διπλό έλλειμμα της χρηματοδότησης των δραστηριοτήτων Ε&Α στην Ελλάδα, και από το δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα των επιχειρήσεων, έχει ως αποτέλεσμα την μεγάλη εξάρτηση των ιδρυμάτων είτε από το εξωτερικό (κυρίως προγράμματα χρηματοδότησης έρευνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης) είτε από προγράμματα ΕΣΠΑ, δηλαδή από μη σταθερές πηγές που δεν στηρίζουν την διεθνή ανταγωνιστικότητα της έρευνας που παράγεται στα ελληνικά ΑΕΙ, ενισχύοντας έτσι περαιτέρω τις τάσεις φυγής επιστημόνων στο εξωτερικό. Η αύξηση και η σταθερότητα της χρηματοδότησης της έρευνας και η ενίσχυση της συνεργασίας σε δραστηριότητες καινοτομίας με εγχώριες και διεθνείς επιχειρήσεις αποτελούν σημαντικές προκλήσεις.
Γ. Εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης με εξωστρέφεια, διεθνοποίηση, αξιοποίηση της περιουσίας τους και των νέων τεχνολογιών.
Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί που αντιμετωπίζει, μακροπρόθεσμα, το ελληνικό κράτος καθιστούν απαραίτητη τη διεύρυνση των πηγών χρηματοδότησης των ΑΕΙ, από πηγές άλλες από το ελληνικό κράτος. Η προσέλκυση πόρων από πηγές άλλες από τον κρατικό προϋπολογισμό αποτελεί σημαντική πρόκληση, όχι μόνο για την βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων εκπαιδευτικών και ερευνητικών υπηρεσιών των ΑΕΙ, αλλά και για την συγκράτηση του προσωπικού τους, τον περιορισμό της μετανάστευσης επιστημονικού προσωπικού και την περαιτέρω «απώλεια εγκεφάλων». Εναλλακτικές δυνατότητες χρηματοδότησης των ΑΕΙ αποτελούν η διεθνοποίηση των προγραμμάτων σπουδών και η προσέλκυση φοιτητών από άλλες χώρες, η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας στην παραγωγή καινοτομίας, η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών και μορφών ανώτατης εκπαίδευσης (ηλεκτρονική μάθηση, ανοικτά διαδικτυακά μαθήματα) και η επέκταση των προγραμμάτων δια βίου μάθησης στα ΑΕΙ. Σημαντικά οφέλη μπορούν να προκύψουν και από την βελτίωση της διαχείρισης των πόρων και της κινητής και ακίνητης περιουσίας των ιδρυμάτων.
ΕΔΩ αναλυτικά η έρευνα.
Πηγή: ergasianet.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή