Σήμερα: 30/04/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Τετάρτη, 09 Αυγούστου 2017 21:47

Δούλεμα

makrigiannis.jpg

Γιάννης Μακρυγιάννης

Μερικές φορές σταματάει ο νους του ανθρώπου. Θα πει κανείς βέβαια πως ο καθένας διαφημίζει ό,τι έχει. Αυτό ισχύει και στην πολιτική, στην οποία μάλιστα συνήθως όλοι διαφημίζουν και ανύπαρκτα πράγματα ως επιτυχίες.

Όμως αυτό που γίνεται με την ανεργία, για την οποία η κυβέρνηση θριαμβολογεί ότι την μείωσε, ξεπερνά κάθε όριο. Διότι πάντα θα βρεθούν (ενίοτε και θα εφευρεθούν) αριθμοί για να επικαλεστεί κανείς. Αλλά, η ουσία είναι ουσία.

Δυστυχώς λοιπόν η απαξίωση της εργασίας συνεχίζεται, με γοργούς, μνημονιακούς, ρυθμούς. Ξεκίνησε σχεδόν από την αρχή της κρίσης και δεν σταμάτησε διόλου μέχρι τώρα. Είναι κι αυτή μία συνέπεια των μνημονίων και της γενικότερης νεοφιλελεύθερης αντίληψης, που εφαρμόζουν οι δανειστές στη χώρα, με τη συνδρομή και των κυβερνήσεων, που ανέλαβαν να υλοποιήσουν τις μνημονιακές επιταγές – και της σημερινής συμπεριλαμβανομένης.

Θα πει κανείς βέβαια, ότι αφού είμαστε στα μνημόνια, δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια να το αποφύγουμε. Προφανώς. Αλλά, τουλάχιστον, ας μην πανηγυρίζει καμία κυβέρνηση (ούτε η σημερινή κι ας μην τσακώνονται οι νυν με τους προηγούμενους, πάνω στα αποκαΐδια της εργασίας.

Η κυβέρνηση με απύθμενο θράσος πανηγυρίζει για την ονομαστική μείωση, λέει, της ανεργίας.

Ξεχνώντας ότι από τη στιγμή, που με τις συνεχώς διαδιδόμενες και εφαρμοζόμενες, μορφές ελαστικής εργασίας, μία θέση αρκεί για να «κρυφτούν» δύο άνεργοι και έτσι να βελτιωθούν οι αριθμοί.

Στην επισήμανση ότι αυξήθηκε και φέτος η μερική απασχόληση, σε βάρος της «πλήρους και σταθερής απασχόλησης», η κυβέρνηση καταφεύγει σε συγκρίσεις με την κυβέρνηση Σαμαρά, όταν αυτή η μορφή εργασίας αυξήθηκε θεαματικά, ειδικά το 2014. «Επί ΣΥΡΙΖΑ», λέει επισήμως το υπουργείο Εργασίας, «η ετήσια αύξηση της μερικής απασχόλησης απομειώνεται σταθερά». Προσοχή: δεν λέει ότι μειώνεται η μερική απασχόληση!! Λέει ότι μειώνεται ο ρυθμός αύξησης!!! Ακόμα και το 2017, δηλαδή, τον τρίτο χρόνο της… σωτήριας διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, έχουμεαύξηση της μερικής απασχόλησης (όπως είχαμε και το 2015 και το 2016 και ενώ ήδη είχαμε υψηλά ποσοστά «χάρη» στη ΝΔ). Απλώς η αύξηση αυτή δεν είναι τόσο μεγάλη όσο ήταν το 2014!!! Εν ολίγοις, ετούτη η κυβέρνηση, τα καταφέρνει (λέει) καλύτερα από την προηγούμενη, απλώς οι εργαζόμενοι πάνε όλο και χειρότερα!

Η κυβέρνηση «ξεχνά» ακόμα δύο πράγματα: Πρώτον, ότι οι αμοιβές έχουν πέσει κι άλλο για τον ίδιο όγκο εργασίας, που προσφέρει ο εργαζόμενος. Τα διακοσάρια και τα τρακοσάρια πάνε σύννεφο, για να μην πούμε για τη μαύρη εργασία. Για να μην πούμε για τα «καθαρά» που μένουν στον εργαζόμενο, (που παίρνει ψιλοκανονικό μισθό) μετά την υπερφορολόγηση και τα ασφαλιστικά.

Και δεύτερον, ότι η μετανάστευση εργατικού δυναμικού συνεχίζεται, χωρίς να υπάρχει κάποια απόδειξη ή προοπτική ουσιαστικής ανάσχεσης αυτού του κύματος. Έτσι ναι, μπορεί να μειωθεί η ανεργία σίγουρα – απλώς θα την έχουν κοπανήσει οι εργαζόμενοι και ειδικά οι καλύτεροι, από τη χώρα!

Δεν απαιτεί κανείς από καμία κυβέρνηση να κάνει θαύματα. Αλλά, τουλάχιστον να περιορίσει λίγο το «δούλεμα». Διότι αυτό, σε αντίθεση με την απασχόληση, είναι «πλήρες και σταθερό», όπως φαίνεται…

Πηγή: iskra.gr

.jpg

Η κυβέρνηση επαίρεται για τη μεγάλη αύξηση του τουριστικού ρεύματος στη χώρα και για την αύξηση των δισεκατομμυρίων του συναλλάγματος που αυτό αποφέρει.

Η κυβέρνηση και τα παπαγαλάκια των μεγαλοξενοδόχων λένε τη μισή αλήθεια που είναι ευχάριστη και αποκρύπτουν την άλλη μισή και τις δυσάρεστες συνέπειες της.

Η άλλη μισή αλήθεια είναι ότι όσο αυξάνεται το τουριστικό ρεύμα προς τη χώρα, τόσο αναλογικά και συχνότατα απόλυτα, μειώνεται ο τζίρος και τα έσοδα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στις τοπικές κοινωνίες που ασχολούνται με την τοπική εξω-ξενοδοχειακή αγορά και τόσο επιδεινώνεται η θέση των μισθωτών εργαζομένωνστον τουρισμό.

Πολιτικοί κύκλοι με εμπειρία στον τουρισμό τόνιζαν ότι το παραπάνω φαινόμενο έχει πολλές αιτίες αλλά σε σημαντικό βαθμό οφείλεται και στο ότι γιγαντώνεται όλο και περισσότερο το σύστημα ”all inclusive”, που εφαρμόζουν κυρίως τα μεγάλα και πολύ μεγάλα ξενοδοχεία με φθηνό έως πάμφθηνο κόστος για την προσέλευση πελατείας.

Από το σύστημα αυτό κερδίζουν τα μεγάλα ξένα πρακτορεία, η Γερμανική Fraport, στην οποία χαρίσαμε τα αεροδρόμια μας και μια ολιγαρχία μεγάλων και πολύ μεγάλων ξενοδοχείων της χώρας, ενώ πλήττονται και συχνά αργοπεθαίνουν οι μικρομεσαίεςεμπορικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις που επιδιώκουν να επιβιώσουν από τον τουρισμό, όπως πλήττονται βάναυσα και οι εργαζόμενοι γενικώς και ειδικότερα οι εργαζόμενοι στα ξενοδοχεία, οι οποίοι, μαζί με τους προμηθευτές των ξενοδοχειακών μονάδων, υφίστανται την μεγάλη πίεση στο όνομα της μείωσης των τιμών και του κόστους.

Το ”all inclusive” και οι διακοπές ”κλεισμένου και φτηνού κόστους” καταργούν, σχεδόν, τις τοπικές, εκτός ξενοδοχείων, αγορές, εξουθενώνοντας παράλληλα τηντοπική παραγωγή και υποβαθμίζοντας γενικότερα τα προϊόντα της χώρας μας, τα οποία τίθενται περίπου εκτός ενδιαφέροντος από την τουριστική αγορά.

Είναι χαρακτηριστικό, όπως μας τονίζουν ειδικοί και αμερόληπτα στελέχη της τουριστικής αγοράς, ότι από τα 14-15 δισ. ευρώπου επισήμως καταγράφονται ως εισροή τουριστικού συναλλάγματος στην χώρα (χωρίς να υπολογίζεται η ”μαύρη” τουριστική αγορά), η μερίδα του λέοντος και μάλιστα ιδιαίτερα παχυλή, κατευθύνεται στις τσέπες μιας ολιγαρχίας μεγάλων και πολύ μεγάλων ξενοδοχείων καιαλυσίδων, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό του τουριστικού συναλλάγματος ποτέ δεν εισέρχεται στην χώρα και παραμένει στο εξωτερικό.

Την ίδια ώρα ένας ευρύς κύκλος ξενοδοχειακών μονάδων, μεγάλων αλλά και μικρότερων, προσφέρει στις εκτός σεζόν περιόδους ”πακέτα” διανυκτέρευσης ή και ”συνολικών παροχών με ”σκοτωμένες”, κάτω του κόστους, τιμές”, με στόχο την προσέλκυση πελατείας.

Μιλάμε για διανυκτερεύσεις σε εξευτελιστικές τιμές που ξεκινάνε από 3,5 ευρώ την βραδιά σε τουριστικούς προορισμούς όπως η Ρόδος, η Κέρκυρα και η Κρήτη.

Αυτός ο εξευτελιστικά φθηνός τουρισμός των 3,5 ευρώ μπορεί προσωρινά να αποφέρει κάποιο όφελος αλλά στη συνέχεια ενδεχομένως να γίνεται”ενοχλητικός” για τον υπόλοιπο τουρισμό και επομένως επιζήμιος.

Πολιτικοί κύκλοι και έμπειρα στελέχη στον τουρισμό υπογράμμιζαν ότι μπορεί ηδιεθνής συγκυρία και η κατάσταση στη Μεσόγειο και την περιοχή μας να ευνοεί προσωρινά την αύξηση του τουρισμού προς την Ελλάδα αλλά το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αποκρύψει ότι όλο το μοντέλο τουριστικής πολιτικής της χώρας μας είναιαναποτελεσματικό, δεν διαθέτει ισχυρές βάσεις και κυρίως ορίζοντα ,ενώ τα οφέλη του δεν διαχέονται στις τοπικές κοινωνίες και στην χώρα και δεν συνδυάζονται με την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγικής βάσης.

Τα ίδια στελέχη τόνιζαν ότι στην Ελλάδα αναπτύσσεται ταχύτατα γύρω από τον τουρισμό μια νέα ολιγαρχία μεγαλοξενοδόχων και μεσαζόντων, η οποία, κάτω από την σκέπη ισχυρών πολυεθνικών συμφερόντων , επωφελείται του τουριστικού ρεύματος προς την χώρα, πάνω στην πλάτη μιας θάλασσας μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων και εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων, που από κοινού, εργαζόμενοι και μικρές επιχειρήσεις, που αναπνέουν με καλάμι μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και με τους περισσότερους δίχως μέλλον.

Η Ελλάδα, έλεγαν τα ίδια στελέχη, αν εφάρμοζε μια νέα ριζοσπαστική τουριστικήπολιτική, στο πλαίσιο μιας νέας πορείας ανασυγκρότησης της χώρας, θα μπορούσε να καταστήσει τον τουρισμό ατμομηχανή για τον παραγωγικό μετασχηματισμό της χώρας και για την συνολικότερη ανάπτυξη της, με στήριξη των μικρομεσαίωνεπιχειρήσεων, την άνθιση της περιφέρειας και την πλήρη, σχεδόν, απασχόληση.

Η μετάβαση, ιδιαίτερα, στο εθνικό νόμισμα, με ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα, θα έδινε μια τεράστια ώθηση στον τουρισμό και την δίκαιη κατανομή των ωφελειών του.

Ειδικότερα, μια πολιτική δραστικού περιορισμού του ”all inclusive” και στόχευσης σε τουρίστες που αναζητούν μια προσιτή μεν διαμονή αλλά με στοιχειώδη ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Μια πολιτική, επίσης, προώθησης νέου οικολογικού προτύπου και ελέγχου των κεφαλαίων που προέρχονται από τον τουρισμό, μαζί με την ανάπτυξη μιαςπολυδιάστατης διεθνούς τουριστικής στρατηγικής, που να μην περιορίζεται μόνο σε έναν στενό κύκλο χωρών της ΕΕ, θα σηματοδοτούσε μια νέα αφετηρία τουριστικής ανάπτυξης και διεξόδου από την κρίση.

Ν.Ζ

Πηγή: iskra.gr

Τετάρτη, 09 Αυγούστου 2017 21:34

Πού βρισκόμαστε σήμερα

walkintunnel.jpg

Γράφει ο Θανάσης Κανιάρης.

Έχουν περάσει ήδη 2,5 χρόνια από τις εκλογές του Γενάρη του 2015 και η δεινή θέση των λαϊκών στρωμάτων πάει χέρι - χέρι με την απογοήτευση που προκάλεσε η προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ στα μνημονιακά δεδομένα. Το κόμμα αυτό έχει καταστεί σήμερα ο κύριος μοχλός υλοποίησης του βάρβαρου προγράμματος «προσαρμογής» και «εξυγίανσης» της ελληνικής οικονομίας που έχει τσακίσει την ραχοκοκαλιά των λαϊκών στρωμάτων, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως πειθήνιο όργανο στα χέρια του ευρωατλανικού ιμπεριαλιστικού παράγοντα μετατροπής της χώρας σε ένα άθλιο προτεκτοράτο στο άκρο της βαλκανικής χερσονήσου.

Με την υπογραφή του 3ου μνημονίου εκχωρείται το σύνολο της δημόσιας περιουσίας για 99 χρόνια στο ελεγχόμενο από τις Βρυξέλες (Βερολίνο) υπερταμείο, μέσω των ρυθμίσεων για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους οι πιο δυναμικές επιχειρήσεις της ελληνικής οικονομίας προβλέπεται να περάσουν κάτω από τον έλεγχο του ξένου κεφαλαίου, ενώ όσες κριθούν μη βιώσιμες θα αφεθούν στην τύχη τους.

Παράλληλα, ενισχύεται και η παρουσία του αμερικανονατοϊκού παράγοντα με την μετατροπή της βάσης της Σούδας σε ορμητήριο κατά των λαών της Μέσης Ανατολής, εμπλέκοντας έτσι τη χώρα στους επικίνδυνους και τυχοδιωκτικούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς στη συγκεκριμένη περιοχή.

Από την άποψη αυτή, είναι αναγκαίο να προσδιορίσουμε την, όσο το δυνατό, με μεγαλύτερη ακρίβεια τη θέση των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων στη σημερινή - δυσμενή για τον λαϊκό παράγοντα - συγκυρία, ως αναγκαίο στοιχείο της χάραξης της τακτικής του εργατικού και λαϊκού κινήματος στην προοπτική εξόδου από την καπιταλιστική κρίση σε φιλολαϊκή κατεύθυνση.

Αυτό που βιώνει σήμερα κατά τραγικό τρόπο ο ελληνικός λαός, είναι η παταγώδης αποτυχία του μικροαστικού πειράματος -που πολιτικά εκφράστηκε από το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ- για έξοδο από την κρίση και τα μνημόνια με τη χώρα μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ευρώ. Μιας πολιτικής πρότασης που διαμορφώθηκε την περίοδο της μεγάλης ανόδου του λαϊκού κινήματος την περίοδο 2010 - 2012 και για λόγους που έχουμε ήδη παραθέσει στο παρελθόν, έγινε κυρίαρχη καθώς αγκάλιασε μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας τα οποία αναζητούσαν πολιτική λύση απεγκλωβισμού και διεξόδου από την στενωπό των μνημονιακών πολιτικών.

Οι μικροαστικές αυταπάτες, περί του τέλους της λιτότητας και των μνημονίων όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση (!!!), από ένα κίνημα που θα επέβαλε φιλολαϊκές αλλαγές στο ευρωενωσιακό ιμπεριαλιστικό οικοδόμημα, γρήγορα φυλλορρόησαν, όταν το πρώτο εξάμηνο του 2015 η νέα ελληνική κυβέρνηση προσέκρουσε στο τοίχος που είχαν σηκώσει όλες οι υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε, ενάντια σε κάθε σκέψη αλλαγής των σκληρών πολιτικών λιτότητας που απέβλεπαν, αφ΄ ενός να μεταφέρουν τα βάρη της καπιταλιστικής κρίσης στις πλάτες των λαϊκών στρωμάτων, αφ΄ εταίρου να ενισχύσουν τις θέσεις του ευρωπαϊκού κεφαλαίου στη διεθνή αγορά στα πλαίσια του οξύτατου ανταγωνισμού με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα.

Η περίοδος της αθωότητας και των λαϊκών αυταπατών ότι εντός της ΕΕ και του Ευρώ θα ήταν δυνατό να απαλλαγούμε τη σκληρή λιτότητα που τσάκιζε τα πιο αδύνατα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας έλαβε τέλος με την υπογραφή του αποικιοκρατικού 3ου μνημονίου τον Αύγουστο του 2015. Ενός μνημονίου που κατακουρέλιασε κάθε έννοια εθνικής κυριαρχίας και διακριτής παρουσίας μιας μικρής και αδύνατης χώρας - όπως ήταν η Ελλάδα και πριν την κρίση - στα πλαίσια του ευρωενωσιακού ιμπεριαλιστικού οργανισμού.

Από εκεί και πέρα, τα επόμενα δύο χρόνια ξεκίνησε η κατρακύλα της μνημονιακής «προσαρμογής» του ΣΥΡΙΖΑ, όπου έχει να επιδείξει λαμπρές επιδόσεις νομιμοφροσύνης - ως και εθελοδουλίας θα λέγαμε - στη γραμμή πλεύσης της Ουάσιγκτον και των Βρυξελών - Βερολίνου.

Το ερώτημα αν η ΕΕ μεταρρυθμίζεται ή απαιτείται σύγκρουση μαζί της με στόχο την αποδέσμευση και σε τελική ανάλυση τη διάλυση της εις τα εξ ων συνετέθη έρχεται από τα παλιά. Συνεπές στη θέση του το ΚΚΕ ότι η ΕΟΚ-ΕΕ αποτελεί μορφή καπιταλιστικής ολοκλήρωσης και ότι στη συγκρότηση της, δεν υπάρχει το παραμικρό ίχνος λαϊκού στοιχείου έθεσε από την πρώτη στιγμή το ζήτημα της μη συμμετοχής της Ελλάδας σε αυτή και μετά την είσοδο της χώρας το 1981 σήκωσε τη σημαία της πάλης για την αποδέσμευση, θέση η οποία βρήκε πλατιά απήχηση στον ελληνικό λαό.

Αντίθετα το ΚΚΕ «εσ» προβάλλοντας τη θέση της δημοκρατικής μεταρρύθμισης της ΕΟΚ-ΕΕ έγινε ένας από τους μεγαλύτερους θιασώτες-ευρωλάτρες του ελληνικού πολιτικού σκηνικού.

Σήμερα η ζωή με δραματικό τρόπο ήλθε να δώσει απάντηση στο ερώτημα που κατάτρυχε την Αριστερά για περισσότερο από 60 χρόνια. Και η απάντηση αυτή είναι: η ΕΕ δεν μεταρρυθμίζεται, δεν μπορεί να γίνει φιλολαϊκή. Η πάλη για την αποδέσμευση από τον ευρωενωσιακό ιμπεριαλισμό, αποτελεί μονόδρομο για το λαϊκό κίνημα.

Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι τη στιγμή της θριαμβευτικής επιβεβαίωσης του για το ρόλο της ΕΟΚ - ΕΕ που με συνέπεια υπερασπιζόταν από τις αρχές της δεκαετίας του 60, το σημερινό ΚΚΕ άλλαξε θέση. Όχι πάλη για την αποδέσμευση σήμερα. Αυτό θα γίνει σε περιβάλλον λαϊκής εξουσίας…

Το γενικότερο συμπέρασμα που προκύπτει, είναι, ότι εντός των πλαισίων της ΕΕ δεν είναι δυνατή όχι μόνο η χάραξη φιλολαϊκής πολιτικής, αλλά ούτε καν η προώθηση και της ελάχιστης δημοκρατικής μεταρρύθμισης, καθώς η ευρωένωση ως θεσμός είναι βαθιά αντιδραστική και αντιδημοκρατική. Το εγχείρημα «κατάργηση των μνημονίων και της λιτότητας εντός της ΕΕ και εντός του ευρώ» δοκιμάστηκε και απέτυχε παταγωδώς.  

Κατά συνέπεια ένα πρόγραμμα εξόδου από την κρίση σε φιλολαϊκή κατεύθυνση, θα πρέπει να έχει στην προμετωπίδα του το αίτημα της άνευ όρων αποδέσμευσης της χώρας από τα ευρωενωσιακά δεσμά.

Η κρίση του πολιτικού συστήματος

Από τις εξελίξεις αυτές προκύπτουν δύο θεμελιώδη ζητήματα, ένα αρνητικό και ένα υπό προϋποθέσεις θετικό.

Ποιο είναι το αρνητικό ζήτημα που προέκυψε από την «μνημονιακή μετάλλαξη» του ΣΥΡΙΖΑ; Αυτό δεν είναι άλλο από τις ανεπάρκειες και τις πολιτικές και ιδεολογικές αγκυλώσεις του χώρου που τοποθετείται στην ευρύτερη Αριστερά να καταθέσει πειστική πρόταση εξόδου από την κρίση σε φιλολαϊκή κατεύθυνση, ικανή να συσπειρώσει την πολύ μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού που υποφέρει από τις βάρβαρες και αιματηρές πολιτικές λιτότητας. Όλη αυτή την περίοδο ο πολιτικός αυτός χώρος, όχι μόνο δεν κατάφερε να πείσει τα απογοητευμένα από την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ λαϊκά στρώματα, ότι συγκροτεί την απελευθερωτική εκείνη δύναμη που θα σπάσει τα δεσμά της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και το κέλυφος των εκμεταλλευτικών καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, προκειμένου να ανοίξει το δρόμο για μια διαφορετική οργάνωση των οικονομικών και των κοινωνικών σχέσεων, αλλά η όλη πολιτική του συμπεριφορά δείχνει ότι αποτελεί μέρος και όχι λύση, του οικονομικού και κοινωνικού προβλήματος που κατατρύχει τη χώρα.

Και για να γίνουμε ποιο συγκεκριμένοι η αυτοπροσδιοριζόμενη ως κομμουνιστική Αριστερά σήμερα βιάστηκε να ξεφορτωθεί τις ιδεολογικές και πολιτικές επεξεργασίες του Λένιν για το νέο στάδιο του καπιταλισμού, τον μονοπωλιακό καπιταλισμό-ιμπεριαλισμό και με μεγάλη ευκολία απέρριψε τη θεωρία της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης των μικρών και αδύνατων χωρών του πλανήτη από μια χούφτα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη και μια μικρή, ελάχιστη μειοψηφία χρηματιστών που ελέγχουν την παγκόσμια οικονομία. Γύρισε την πλάτη της στην πολυκύμαντη εμπειρία της μεγάλης Οκτωβριανής επανάστασης, της αυθεντικότερης προλεταριακής επανάστασης που ξέσπασε τον 20ο αιώνα, που συνίσταται στην ανάγκη συγκρότησης του κόμματος νέου τύπου πάνω στις ιδεολογικές και πολιτικές αρχές της μαρξιστικής - λενινιστικής ιδεολογίας, της μόνης επιστημονικά τεκμηριωμένης θεωρίας που δρα απελευθερωτικά στην πορεία του προλεταριάτου και των συμμάχων του, για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.

Και, παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος βρίσκεται σε βαθιά πολιτική και ιδεολογική κρίση η οποία διαπερνά όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων του και ακυρώνει τον πολιτικό του ρόλο ως εκφραστή των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων, αρνείται πεισματικά να επανεξετάσει πολιτικές και ιδεολογικές θέσεις που έχει ήδη απορρίψει η ίδια η ζωή, η ίδια η ζώσα πραγματικότητα.

Αποτέλεσμα όλων αυτών των εξελίξεων, είναι η ύπαρξη ενός πολύ μεγάλου πολιτικού κενού που διαπερνά το σύνολο της αποκαλούμενης ή αυτοαποκαλούμενης κομμουνιστικής Αριστεράς και όχι μόνο. Το σύνολο του πολιτικού φάσματος αντιμετωπίζει κρίση εκπροσώπησης και με την έννοια αυτή υποστηρίζουμε ότι η πολιτική κρίση είναι υπαρκτή και σήμερα. Εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια άνθρωποι, κατά βάση λαϊκής καταγωγής, έχουν γυρίσει την πλάτη τους στο πολιτικό σύστημα, ακριβώς επειδή έχουν απορρίψει τους υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς, είτε επειδή υπήρξαν φυσικοί αυτουργοί του κοινωνικού εγκλήματος που διαπράχθηκε το 2010 και τα επόμενα χρόνια, είτε επειδή στάθηκαν ανίκανα να εκφράσουν τις λαϊκές προσδοκίες.

Θετικές διεργασίες «υπό προϋποθέσεις»

Από τις αρχές του 2010 άρχισε να διαμορφώνεται στη χώρα μας ένα αυθόρμητο ριζοσπαστικό κίνημα (στα όρια πάντα του αυθόρμητου) που κατά βάση αποτελούνταν από την λαϊκή βάση του δικομματικού συστήματος που κυριαρχούσε στη χώρα από το 1974. Το λέμε αυτό επειδή στις εκλογές του Μάη του 2012, οι οποίες αποτέλεσαν σημείο καμπής για τις πολιτικές εξελίξεις της χώρας, εγκατέλειψαν τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ 3,3 εκατομμύρια ψηφοφόροι και από την ελληνική και διεθνή πολιτική ιστορία γνωρίζουμε, ότι τέτοιας έκτασης εκλογικές μετατοπίσεις αποτελούν πάντα προϊόν ευρύτερων πολιτικών και ιδεολογικών διεργασιών.

Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε, ότι η Ελλάδα την περίοδο 2010 - 2012 βρέθηκε στα πρόθυρα λαϊκής εξέγερσης και ο κύριος λόγος που δεν πέρασε σε επόμενο στάδιο ήταν η απουσία πολιτικού φορέα που θα ετίθετο επικεφαλής της λαϊκής πάλης.

Το αυθόρμητο αυτό λαϊκό κίνημα, πολεμήθηκε από πολλούς. Όχι μόνο από τους φυσικούς του εχθρούς, αλλά και «φίλους» οι οποίοι σήκωσαν μέτωπο εναντίον του. Αρκεί να θυμηθεί κανείς την πολεμική που ξεκίνησε το ΚΚΕ ενάντια του «κινήματος της Πλατείας». Ένα κίνημα που συσπείρωνε εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου, σε μια περίοδο κατά την οποία το αστικό πολιτικό σύστημα ποτέ δεν ήταν πιο ασταθές καθώς συγκλονιζόταν συθέμελα.

Στις εκλογές του Μάη του 2012 ήρθε η πρώτη μεγάλη απογοήτευση. «Δεν είναι ώριμες οι συνθήκες για λαϊκή εξουσία» απεφάνθη η τότε γ. γραμματέας του ΚΚΕ, η οποία ουσιαστικά έριξε το σύνθημα της εγκατάλειψης του αγώνα και της αποστράτευσης.

Το κενό αυτό εκμεταλλεύτηκαν τα μικροαστικά στρώματα, τα οποία από την μια υπέφεραν από τις πολιτικές σκληρής λιτότητας, από την άλλη όμως δεν ήταν διατεθειμένα να οδηγήσουν τα πράγματα σε οριστική ρήξη με τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα και το καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Έτσι γιγαντώθηκε ο ετοιμόρροπος ως τότε ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος το 2012 ΄έγινε αξιωματική αντιπολίτευση και το Γενάρη του 2015 μαζί με το εθνικιστικό, ακροδεξιό κόμμα των ΑΝΕΛ σχημάτισαν κυβέρνηση.

Παρά τις απογοητεύσεις και τη διάψευση των προσδοκιών (δεν ήταν και το ευκολότερο να χωνέψει κανείς, ότι μετά τις μεγάλες κινητοποιήσεις της περιόδου 2010-2012, από τον Ιούνη του έτους αυτού, στη διακυβέρνηση της χώρας κατσικώθηκαν η λαβωμένη ΝΔ, τα λιμά του ΠΑΣΟΚ με ολίγον από Κουβέλη), το αυθόρμητο αυτό κίνημα, στήριξε τις γεμάτες αυταπάτες θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ - που άλλωστε αποτελούσε την μοναδική «ρεαλιστική» λύση τη συγκεκριμένη περίοδο - ενώ έδωσε βροντερό παρόν στο μεγαλειώδες δημοψήφισμα της 5ης Ιούλη 2015, όπου, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες εχθρών και «φίλων» να αλλοιώσουν το πολιτικό του νόημα, ο ελληνικός λαός έστειλε εκκωφαντικό μήνυμα ότι ήταν ριζικά αντίθετος με τα όσα τερατώδη γίνονταν ως τότε, απόνομιμοποιώντας έτσι την επίπλαστη δημοκρατικότητα του μνημονιακού εγχειρήματος, με την οποία το αστικό πολιτικό σύστημα επιχειρούσε να καλύψει την εγκληματική του φύση.

Ο κόσμος αυτός υπάρχει και σήμερα. Απογοητευμένος, σαστισμένος, αγανακτισμένος, θυμωμένος από την «προδοσία» του ΣΥΡΙΖΑ, όμως υπάρχει. Αν και δεν κατεβαίνει πλέον σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις, τον βλέπουμε στις δημοσκοπήσεις να δηλώνει την αποστροφή του στο σημερινό πολιτικό σύστημα, καθώς και στα αυξημένα ποσοστά του «άκυρου», του «λευκού» και της αυξημένης αποχής. Και ποτέ τα στοιχεία αυτά δεν ήταν τόσο απειλητικά για την ασταθή σταθερότητα του σημερινού πολιτικού συστήματος.

Παρά τον ζόφο των ημερών, είναι σίγουρο υπάρχουν υπόγειες διεργασίες, η λαϊκή συνείδηση προσπαθεί να αφομοιώσει την απογοήτευση και τα πολιτικά αδιέξοδα που την περιστοιχίζουν και αναζητά νέα δίοδο διαφυγής.

Έτσι γίνονταν πάντα στην ιστορία των κοινωνιών, έτσι θα γίνει και σήμερα. Και δεν θα πρέπει να υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία γι’ αυτό.

Πηγή: ergatikosagwnas.gr

metaxas-o-typos1.jpg

Με αφορμή την επέτειο της επιβολής της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936, δημοσιεύουμε τα κεφάλαια που αναφέρονται στην εργατική τάξη και το εργατικό κίνημα κατά τη διάρκειά της, από το βιβλίο του Γιώργου Αλεξάτου «Η εργατική τάξη στην Ελλάδα. Από την πρώτη συγκρότηση στους ταξικούς αγώνες του Μεσοπολέμου» (β΄ έκδ. Κουκκίδα, Αθήνα 2015).

Η δικτατορία επιβάλλεται μέσα σε κλίμα ανοχής ή τυπικών αντιδράσεων του αστικού πολιτικού κόσμου, σε φάση κάμψης του μαζικού λαϊκού κινήματος, σε σχέση με την έκρηξη του Μαΐου-Ιουνίου, αλλά και με πρόσχημα ή και φόβο της επανάληψης αυτής της έκρηξης και μάλιστα με επίκεντρο αυτή τη φορά την πρωτεύουσα, εξαιτίας της απεργίας που είχε προγραμματιστεί για τις 5 Αυγούστου. Στρέφεται, έτσι, από την ίδια την πράξη κήρυξής της κατά της εργατικής τάξης.

Παρά τις προσπάθειές του, το καθεστώς δεν θα κατορθώσει να γίνει αποδεκτό από τον ελληνικό λαό. Ούτε πριν την επιβολή της δικτατορίας ούτε κατά τη διάρκειά της θα μπορέσει να συγκροτηθεί μαζικό φασιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Έτσι, καθώς «ένα από τα ουσιώδη γνωρίσματα του φασισμού, σε σχέση με τα άλλα καθεστώτα έκτακτης ανάγκης του καπιταλιστικού κράτους» είναι και η «λαϊκή απήχηση» (1), το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φασιστικό. Όπως γράφει ο Άγγελος Ελεφάντης, «η Ελλάδα της δεκαετίας του ’30 δικτατορεύεται, δικτατοροκρατείται αλλά δεν φασιστικοποιείται. Η ιδεολογία των πλατειών λαϊκών μαζών παραμένει και μέσα στη δικτατορία ιδεολογία δημοκρατική-αντιφασιστική. Ο φασισμός δεν πέρασε στην Ελλάδα του μεσοπολέμου» (2).

Με την επιβολή της δικτατορίας μαζί με τα όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα τέθηκε εκτός νόμου, αλλά φυσικά και υπό διωγμό, το ΚΚΕ, όπως και όλες οι αριστερές πολιτικές εκφράσεις (σοσιαλιστές, αγροτιστές, αρχειομαρξιστές, τροτσκιστές κ.λπ.). Διαλύθηκαν τα συνδικάτα της ΕΓΣΕΕ και όλες οι άλλες μαζικές οργανώσεις που ελέγχονταν από την Αριστερά. Περίπου 700 αγωνιστές, σχεδόν στο σύνολό τους μέλη του ΚΚΕ, τροτσκιστές και αρχειομαρξιστές, συνελήφθησαν και είτε εξορίστηκαν στα ξερονήσια του Αιγαίου είτε φυλακίστηκαν. Θ’ ακολουθήσουν χιλιάδες άλλες συλλήψεις, στον βαθμό που θα εξαρθρώνεται ο παράνομος μηχανισμός του ΚΚΕ.

Αντιγράφοντας ναζιστικές πρακτικές, η αστυνομία κατάσχει και καίει σε δημόσιες τελετές τα μαρξιστικά βιβλία, ενώ στο πλαίσιο του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» που εξαγγέλλεται δεν έχουν θέση έργα όπως ο «Επιτάφιος» του Περικλή ή η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Η φασιστικοποίηση της νέας γενιάς επιχειρείται μέσα από τις φάλαγγες της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (της διαβόητης ΕΟΝ), αλλά αποτυχαίνει, χάρη στο βάλτωμά της στη διαφθορά και στα βαθιά δημοκρατικά ιδανικά της ελληνικής νεολαίας.

Την πολιτική της δικτατορίας απέναντι στην εργατική τάξη τη χαρακτηρίζει από τη μια η ανελέητη επίθεση κατά των αγωνιστικών πρωτοποριών της και από την άλλη η προσπάθεια διαμόρφωσης κλίματος «κοινωνικής ειρήνης», με κάποιες οικονομικές και θεσμικές παραχωρήσεις. Πρόκειται για μέτρα που «ήταν παλιότερα αιτήματα του συνδικαλιστικού κινήματος και είχαν ωριμάσει οι αντικειμενικοί όροι για τη λύση τους» (3), ενώ υπήρξαν, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα των αγώνων που είχαν συνταράξει την ελληνική κοινωνία λίγο πριν την επιβολή της δικτατορίας. «Τα περισσότερα απ’ αυτά τα μέτρα δεν ήταν ριζοσπαστικού χαρακτήρα, αλλ’ απλώς αμυντικά, συντηρητικά: εμπρός στις αναστατώσεις που προήλθαν από την κρίση και η απλή συντήρηση και επιβίωση των εργαζομένων ήταν επιτυχία»(4).

Τα σημαντικότερα από τα μέτρα αυτά ήταν η λειτουργία του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), που είχε ιδρυθεί το 1934, και η επέκταση του οχτάωρου σε όλους τους κλάδους.

Η δικτατορία επιβάλλει τη συγχώνευση της ΓΣΕΕ με την ΠΣΕ του Καλύβα, σε μια ενιαία και υπό κρατικό έλεγχο Εθνική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, στην οποία εντάσσονταν το 1939 1.199 σωματεία, με 150.000 μέλη, τα οποία γράφονται κατόπιν πιέσεων και με μεθόδους εκφοβισμού (5). Πραγματοποιήθηκε, μάλιστα, και «Συνέδριο» (το 8ο Πανεργατικό), στο οποίο γραμματέας της Συνομοσπονδίας «εκλέχθηκε» ο ήδη διορισμένος από το καθεστώς Αριστείδης Δημητράτος, που ήταν ταυτόχρονα και υφυπουργός Εργασίας.

Για την εξασφάλιση στενότερου ελέγχου και την αποφυγή ενδεχόμενου συντονισμού στην προβολή των όποιων αιτημάτων, διαλύθηκαν οι κλαδικές Ομοσπονδίες και αντικαταστάθηκαν με διορισμένες «Επαγγελματικές Γραμματείες». Με διάταγμα του 1938 προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, ο διορισμός από το κράτος των διοικητικών υπαλλήλων των συνδικάτων, η είσπραξη υποχρεωτικών εισφορών από τους εργαζόμενους και η διάθεσή τους στις οργανώσεις από το δημόσιο.

Στα ναζιστικά πρότυπα του «Arbeitsfront» («Μετώπου Εργασίας»), το οποίο εκθειάζεται από τους ειδικούς των εργασιακών σχέσεων (6), διακηρύσσεται η ταυτότητα συμφερόντων εργοδοτών και εργαζομένων στο πλαίσιο της εθνικής ενότητας, εγγυητής της οποίας είναι ο δικτάτορας Μεταξάς, ο οποίος προβάλλεται σαν «Πρώτος Εργάτης», όπως, άλλωστε, και σαν «Πρώτος Αγρότης». Επιπλέον, διοργανώνονται στημένες φιέστες, με παρελάσεις εργαζομένων ενίοτε και ομοιόμορφα ντυμένων, ενώ η Πρωτομαγιά ανακηρύσσεται «Εθνική Εορτή του Έλληνος Εργάτου».

Με την «κρατικοποίηση του διαμεσολαβητικού ή πελατειακού συνδικαλισμού και τη χρησιμοποίηση αρκετών στελεχών του» το κράτος αναδεικνύεται «σε μοναδικό κεντρικό μεσολαβητή μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και εγγυητή της εργατικής αμοιβής και απασχόλησης (…) Ωστόσο σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ήταν περισσότερο αντεργατικό από εκείνο των προηγουμένων κυβερνήσεων του μεσοπολέμου» (7).

Πριν ακόμη επιβληθεί η δικτατορία, με τον Α.Ν. της 16/11/1935, είχε οριστεί η υποχρεωτική κρατική διαιτησία στις εργασιακές διαφορές. Πρόκειται για ένα θεσμό που από παλιά επιχειρούνταν να καθιερωθεί και σ’ αυτή την κατεύθυνση ιδιαίτερη προσπάθεια είχε καταβάλλει η δικτατορία Πάγκαλου. Συναντούσε, όμως, την αντίθεση των εργοδοτών. Όπως επισημαίνεται (8), οι εργοδότες αντιτάχθηκαν στην εφαρμογή της υποχρεωτικής διαιτησίας του κράτους στις εργασιακές διαφορές κι έγιναν «υπέρμαχοι της ελεύθερης λειτουργίας των μηχανισμών της αγοράς» σε συνθήκες που η προσφορά εργασίας υπερκάλυπτε τη ζήτηση. Όσο κι αν ο θεσμός αυτός λειτούργησε αργότερα περιοριστικά για τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης ήταν οι εργαζόμενοι κι οι αγώνες τους που τον επέβαλαν το 1935. Τον κατοχύρωσε ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης, το καθεστώς Κονδύλη, και τον εφάρμοσε ένα άλλο ανάλογο, η δικτατορία Μεταξά.

Φυσικά, οι υποχρεωτικές συμβάσεις δεν λειτούργησαν πάντα προς όφελος των εργαζομένων. Εξάλλου, δεν καθιερώθηκε κατώτερο όριο ημερομισθίου, δίνοντας, έτσι, τη δυνατότητα στους εργοδότες να αυθαιρετούν, σε συνθήκες κατά τις οποίες το πρόβλημα της ανεργίας παρέμενε σοβαρό. Για την αντιμετώπισή του, μάλιστα, ψηφίστηκε ο Ν. 2.000 του 1939, που θέσπιζε την «εκ περιτροπής εργασία», έτσι ώστε τις συνέπειές της να τις μοιράζονται οι ίδιοι οι εργαζόμενοι.

Κατά την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας το βιοτικό επίπεδο της μεγάλης πλειονότητας του ελληνικού λαού παρέμενε εξαιρετικά χαμηλό και η κοινωνική ανισότητα χαώδης. Αυτό προκύπτει και από τα στοιχεία που παραθέτει ο Χρυσός Ευελπίδης, σχετικά με την κατανομή του εισοδήματος το 1939 (9):

Οικογένειες    Ετήσιο εισόδημα σε δραχμές

630.208             20.000

632.768             40.000

271.404             80.000

66.897              140.000

31.173              280.000

6.048                500.000

2.602                1.000.000

900                   πάνω από 1.000.000

ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΔΙΚΤΑΤΟΡΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Όπως είδαμε, η επιβολή της δικτατορίας βρίσκει το εργατικό κίνημα σε αδυναμία αντιμετώπισής της. Κι αυτό, παρά το ότι από χρόνια το ΚΚΕ και οι άλλες αριστερές δυνάμεις προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο αντιδημοκρατικής εκτροπής.

Τα αλλεπάλληλα χτυπήματα της Ασφάλειας σε βάρος του κομματικού μηχανισμού εξαρθρώνουν σταδιακά το μεγαλύτερο μέρος του, ενώ οι συλλαμβανόμενοι αριστεροί, στη μεγάλη τους πλειονότητα μέλη του ΚΚΕ ή και απλοί συμπαθούντες, επιχειρείται, υπό την απειλή ή κατόπιν βασανιστηρίων, να υπογράψουν δηλώσεις αποκήρυξης του κομμουνισμού. Ο υφυπουργός Δημόσιας Τάξης, ο διαβόητος Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, ήταν σαφής ως προς τη σκοπιμότητα αυτών των δηλώσεων:

«Ίνα μη δε θεωρηθή ότι η δημοσία αποκήρυξις της κομμουνιστικής ιδεολογίας υπό των μετανοούντων οπαδών της Τρίτης Διεθνούς ενέχει πλατωνικόν χαρακτήρα, ανώδυνον δια τας κομμουνιστικάς τάξεις, το ελληνικόν υφυπουργείον καθιέρωσεν ως μέτρον βάσεως της ειλικρινείας παρομοίων δηλώσεων μετανοίας, την πλήρη εξιστόρησιν των συνεργατών των και την εξονυχιστικήν διαλεύκανσιν παντός σημείου, όπερ ήθελεν υποβοηθήσει τας αστυνομικάς αρχάς εις την αποκάλυψιν αγνωστών εις αυτάς κομμουνιστών» (10).

Υπολογίζεται ότι από τα ανακριτικά γραφεία της αστυνομίας πέρασαν κατά την περίοδο της δικτατορίας 80-90.000 άτομα (11), ήτοι πολύ περισσότερα από τους 73.500 ψηφοφόρους του ΚΚΕ στις εκλογές του Ιανουαρίου 1936. Φαίνεται πως δεν ζητήθηκε να υπογράψουν όλοι αυτοί, καθώς όσοι υπέγραψαν αναφέρεται πως ήταν 47.000 (12). Η έκταση της αποδιάρθρωσης του κομματικού μηχανισμού του ΚΚΕ γίνεται αντιληπτή αν πάρουμε υπόψη ότι τις μέρες της κατάρρευσης της δικτατορίας, με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, τον Απρίλιο 1941, υπήρχαν περίπου 1.870 κρατούμενοι (που είχαν αρνηθεί να υπογράψουν) και όχι περισσότερα από 200 μέλη παράνομων οργανώσεων.

Ενώ μετά το 1939 το σύνολο, σχεδόν, των μελών της Κεντρικής Επιτροπής έχει συλληφθεί και την καθοδήγηση μικρού μέρους του ούτως ή άλλως ισχνού παράνομου μηχανισμού έχει αναλάβει ολιγομελής ομάδα στελεχών, γνωστή ως «Παλιά Κεντρική Επιτροπή», η Ασφάλεια έχει στήσει παράλληλη «Προσωρινή Διοίκηση του ΚΚΕ», από στελέχη που πέρασαν στην υπηρεσία της. Η σύγχυση που είχε δημιουργηθεί και η χαφιεδοφοβία ήταν τέτοιας έκτασης ώστε να εγείρονται (αδικαιολόγητες, όπως αποδείχτηκε αργότερα) υποψίες και κατά της «Παλιάς Κ.Ε.», ενώ ακόμη και ο φυλακισμένος ηγέτης του κόμματος Νίκος Ζαχαριάδης είχε εξαπατηθεί και για κάποιο διάστημα θεωρούσε πιστή στο κόμμα την «Προσωρινή Διοίκηση».

Παρά τα ισχυρά πλήγματα που δέχτηκε από την πρώτη μέρα της επιβολής της δικτατορίας, το ΚΚΕ επιδίωξε από τη βαθιά παρανομία την οργάνωση της αντιδικτατορικής αντίστασης και τη διεξαγωγή της σε συνεργασία με τις άλλες δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις. Εντούτοις, μόνο στον χώρο του νεολαιίστικου κινήματος επιτεύχθηκε κάτι τέτοιο, με την ίδρυση του Αντιδικτατορικού Μετώπου Νέων, που έδρασε στα 1937-38 και διαλύθηκε μετά την εξάρθρωση του παράνομου μηχανισμού της ΟΚΝΕ. Η μεγάλη πλειονότητα των αστών πολιτικών όχι μόνο απέρριπτε αυτές τις προτάσεις συνεργασίας, αλλά και επιδίωκε τον συμβιβασμό με τον βασιλιά, προτείνοντάς του τις δικές της υπηρεσίες στο πλαίσιο μιας ελεγχόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στην οποία δεν θα είχε θέση το ΚΚΕ, θα εξακολουθούσαν να απαγορεύονται οι απεργίες και η ελεύθερη έκφραση μέσω του Τύπου κ.λπ. (13).

Σε συνθήκες απαγόρευσης κάθε συνδικαλιστικής δραστηριότητας, πέραν της κρατικά ελεγχόμενης, διάλυσης των αγωνιστικών οργανώσεων του μαζικού κινήματος, διώξεων κατά της Αριστεράς και αποδιοργάνωσης του ΚΚΕ, δεν παρουσιάζεται αυτά τα χρόνια εργατικό διεκδικητικό κίνημα. Εντούτοις, κάποιες αυθόρμητες κινητοποιήσεις έγιναν, το 1938 κυρίως, από τους καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, τους μυλεργάτες του Πειραιά, τους εργάτες οινοποιίας της Αθήνας κ.ά. Κυρίως, όμως, η αντίσταση στη δικτατορία και ο αγώνας για την υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων γίνεται με τρόπους έμμεσους. Με μποϊκοτάρισμα των καθεστωτικών εκδηλώσεων και άρνηση συμμετοχής σ’ αυτές με διάφορα προσχήματα, με επιβράδυνση των ρυθμών παραγωγής, αλλά και με τη βοήθεια σε οικογένειες κρατούμενων ή διωκόμενων κομμουνιστών κ.λπ.

Έτσι, μέχρι και την κατάρρευση του καθεστώτος δεν θα εμφανιστεί μαζικό εργατικό κίνημα. Η ήττα του ’36 ήταν συντριπτική και η εργατική τάξη θ’ αργήσει να συνέλθει από τις συνέπειές της. Θα χρειαστεί να μεσολαβήσει η πλήρης αλλαγή της γενικότερης κατάστασης, ο πόλεμος και η Κατοχή, για να ξαναβγεί στο προσκήνιο.

Όταν, όμως, βγει και πάλι, οι αγώνες του Μεσοπολέμου και το αποκορύφωμά τους, ο Μάης του ’36, θα έχουν χρησιμεύσει ως μεγάλα σχολεία της ταξικής πάλης. Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, η μεγάλη συμμετοχή της εργατικής τάξης στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης, η κατάκτηση της ηγεμονίας σ’ αυτό και η δυναμική της κοινωνικής επανάστασης που εμπεριείχε ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, μόλις λίγα χρόνια μετά από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, αποτελούν και την απόδειξη ότι η εργατική τάξη της Ελλάδας όχι μόνο δεν φασιστικοποιήθηκε, αλλά και ωρίμασε, μέσα και απ’ αυτή την οδυνηρή εμπειρία, για τη διεκδίκηση μιας άλλης προοπτικής.


1. Νίκος Πουλαντζάς, Φασισμός και δικτατορία. Η Κομμουνιστική Διεθνής αντιμέτωπη στο φασισμό – Ολκός, Αθήνα 1975, σ. 159.

2. Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός στο μεσοπόλεμο – Ολκός, Αθήνα 1976, σ. 201.

3. Κώστας Σεφέρης, Ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα 1860-1975 – δ΄ έκδ. Νέα Αριστερά, Αθήνα 1977, σ. 65.

4. Κώστας Βεργόπουλος, Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη. Η Ελλάδα στο μεσοπόλεμο – Εξάντας, Αθήνα 1978, σ. 95-96.

5. Κώστας Σεφέρης, ό.π., σ. 65. Ο Χρυσός Ευελπίδης (Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Ελλάδος – β΄ έκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 1950, σ. 106) αναφέρει ότι οι υποχρεωτικά συνδικαλισμένοι εργάτες το 1939 ήταν 269.000.

6. Βλ., π.χ., Γεώργιος Τρίμης, Η ρύθμισις των εργατικών σχέσεων εν τη σημερινή Γερμανία – Επιθεώρησις Κοινωνικής και Δημοσίας Οικονομικής, Αθήνα 1937.

7. Χρήστος Ιωάννου, Μισθωτή απασχόληση και συνδικαλισμός στην Ελλάδα – Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, Αθήνα 1989, σ. 61-62.

8. Χρήστος Χατζηιωσήφ, Βενιζελισμός και εκσυγχρονισμός – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1988, σ. 296.

9. Χρυσός Ευελπίδης, ό.π., σ. 112.

10. Σπύρος Λιναρδάτος, Η 4η Αυγούστου – Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις 1967, σ. 65.

11. Αντόνιο Σολάρο, Ιστορία του ΚΚΕ – Πλειάς, Αθήνα 1975, σ. 106.

12. Τον αριθμό αυτό δίνει το γαλλόφωνο όργανο του καθεστώτος «Le messager d’ Athenes» στις 20/8/1939 (Σωτήρης Κωστόπουλος, Η αμφιλεγόμενη πενταετία. Η πορεία του ΚΚΕ στα χρόνια 1936-1941 – Στοχαστής, Αθήνα 1983, σ. 68).

13. Γρηγόριος Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940 – Ίκαρος, Αθήνα 1955, τ. Β΄, σ. 441.

Πηγή: ergasianet.gr

Σελίδα 3686 από 4476
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή