Σήμερα: 02/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

259003-19084143.jpg

Στη Γερμανία και γενικότερα στην Ευρώπη, οι νεότερες γενιές αδιαφορούν για την ιστορία του φασισμού. Αυτός είναι και ο τρόπος που ευδοκιμεί η άκρα δεξιά.

Στο Aistersheim, ένα χωριό στη βορειοδυτική Αυστρία, ένα υποβλητικό κίτρινο κάστρο στέκεται πάνω από μια παγωμένη λίμνη, σκηνικό που θυμίζει παραμύθι. Μοιάζει σαν να περιμένει βασιλικούς επισκέπτες. Αλλά η πινακίδα στην είσοδο αναφέρει: «Κογκρέσο των Υπερασπιστών της Ευρώπης». Λίγοι είχαν τη δυνατότητα να παραστούν στη σύναξη ακροδεξιών οργανώσεων κυρίως από τη Γερμανία και την Αυστρία που έγινε στις 3 Μαρτίου.

Ανάμεσα στο ακροατήριο των 300 ατόμων, κατάφερε να παρεισφρήσει μια δημοσιογράφος του Guardian. Ο πρώτος ομιλητής είναι ο αντιδήμαρχος του Γκρατς, της δεύτερης σε πληθυσμό αυστριακής πόλης, Mario Eustacchio, από το συγκυβερνών - με το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα του καγκελάριου Σεμπάστιαν Κουρτς - ακροδεξιό εθνικιστικό Κόμμα των Ελευθέρων στην Αυστρία. Η ομιλία του επικεντρώθηκε στα ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία θεωρεί «συνυπεύθυνα» για τις προσφυγικές ροές στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα αποσπάσματα, στην ομιλία του, τονίζει πως «η απόρριψη και η αντικατάσταση των παλιών πατριωτικών αξιών μέσα από μία θρησκευτική λατρεία απέναντι στα ανθρώπινα δικαιώματα, έχει οδηγήσει σε καταστροφικές καταστάσεις τις οποίες σήμερα ζούμε στην Ευρώπη».

Ακολούθως, μίλησε ο André Poggenburg, περιφερειακός επικεφαλής του ακροδεξιού, ευρωσκεπτικιστικού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland – AfD). Ζήτησε ένα Gerxit, την αποχώρηση της Γερμανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση, μια Ευρώπη «φρούριο» που θα συμμαχήσει με τη Ρωσία του Πούτιν - καθεστώς που θαυμάζεται σε αυτούς τους κύκλους. Μια ξανθιά γυναίκα που φορούσε σατέν φόρεμα τραγούδησε γερμανικά και ρωσικά πατριωτικά τραγούδια. Ένα άλλο μέλος του AfD πήρε το λόγο. Χρησιμοποιεί τη λέξη Mitteldeutschland (κεντρική Γερμανία) αντί της πρώην Ανατολικής Γερμανίας - σαν να υπάρχουν περισσότερα γερμανικά εδάφη πέρα ​​από τη γραμμή Oder-Neisse, η οποία σηματοδότησε τα σύνορα με την Πολωνία από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά από αυτόν, ένας εκδότης από την Αυστρία παραπονέθηκε για τη «λογοκρισία» της λέξης Neger (Νέγρος).

Ακολούθησαν ομιλίες από εκπροσώπους «εναλλακτικών μέσων ενημέρωσης», οι οποίοι εξηγούν ότι τα διεισδυτικά κοινωνικά δίκτυα βοηθούν να «επηρεάσουν την κοινή γνώμη», για παράδειγμα δημοσιεύοντας προσβολές στις σελίδες Facebook των ιδεολογικά αντίπαλων. Ενας νεαρός, εκλεγμένος πολιτικός από το νότιο Τυρόλο της Ιταλίας κάλεσε, έχοντας το χέρι στο στήθος, να προσαρτηθεί η περιοχή του από την Αυστρία.

Έξω από τη μεγάλη αίθουσα υπήρχαν πάγκοι που παρουσιάζανε διάφορες εκδόσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες της Les Identitaires, μιας ρατσιστικής γαλλικής ομάδας που καλεί για μια «λευκή Ευρώπη». Βιβλία όπως ο Αγών, η Εξέλιξη και η Συμπεριφορά ή ο Νέος Χίτλερ φιγουράρουν μέσα σε πλήθος τίτλων μίσους και ρατσισμού.

«Η οικογένειά μου έχει ναζιστικό παρελθόν»

Η Geraldine Schwarz η δημοσιογράφος που χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο μπόρεσε να παρακολουθήσει τη σύναξη είναι Γερμανογαλλίδα, ζει στο Βερολίνο και είναι επίσης συγγραφέας του βιβλίου Les Amnesiques. Στο βιβλίο της προσέγγισε τον μεταπολεμικό μετασχηματισμό της Γερμανίας και τις προσπάθειές της να ασχοληθεί με το ναζιστικό παρελθόν της, μέσα από την ιστορία της δικής της οικογένειας. Είναι η εγγονή ενός Γερμανού μέλους του ναζιστικού κόμματος και ενός Γάλλου χωροφύλακα που υπηρετούσε υπό το καθεστώς του Vichy, το οποίο συνεργάστηκε με τους Ναζί. Όπως γράφει μετά τη σύναξη που αναγκάστηκε να παρακολουθήσει: «Ο Γερμανός παππούς μου δεν ήταν ιδεολόγος εθνικιστής ή εθνικοσοσιαλιστής - εντάχθηκε στο ναζιστικό κόμμα από οπορτουνισμό και για λόγους ευκολίας. Επωφελήθηκε από τις ναζιστικές πολιτικές για να αγοράσει μια εβραϊκή οικογενειακή επιχείρηση σε χαμηλή τιμή. Η γιαγιά μου δεν ήταν ναζίστρια, αλλά γοητεύτηκε από τον Φύρερ. Ανήκε σε αυτήν τη μάζα ανθρώπων που με τις παρωπίδες τους και μικρές πράξεις δειλίας, συνέβαλαν στη δημιουργία των συνθηκών για το Τρίτο Ράιχ και τα εγκλήματά του.

Μετά το 1945, το πιο δύσκολο έργο της Γερμανίας δεν ήταν η ίδρυση νέων θεσμών ή η δίωξη ναζί εγκληματιών - αλλά η «μεταμόρφωσή» τους, η αλλαγή της νοοτροπίας του πληθυσμού, του οποίου η ηθική στάση είχε αντιστραφεί από τον ναζισμό με τρόπους που καθιστούσαν το έγκλημα όχι μόνο νόμιμο αλλά και ηρωικό. Οι παππούδες μου δεν αναγνώρισαν ποτέ τις ευθύνες τους. Αλλά ο γιος τους, ο πατέρας μου, έγινε μέρος μιας γενιάς που έθεσε τους γονείς της προ των ευθυνών τους και ανάγκασαν τους Γερμανούς να αναρωτηθούν: τι έκανα; Τι θα μπορούσα να κάνω; Πώς ενεργώ τώρα;».

Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που είχε να αντιμετωπίσει η Γερμανία από τη δεκαετία του 1960 είναι να εμπνεύσει και να μεταδώσει στους πολίτες της μια ιστορική συνείδηση ​​με μια αίσθηση υποχρέωσης προς τη δημοκρατία, καθώς και μια κριτική στάση απέναντι στον λαϊκισμό και τον εξτρεμισμό τόσο από τα δεξιά, αλλά κι από τα αριστερά.

Στη Γαλλία, στην Ιταλία, την Αυστρία και την Ανατολική Ευρώπη, το ταμπού για τη συμμαχία με τους Ναζί ήταν πολύ ισχυρό και δυσκόλεψε την δημοκρατική «εκπαίδευση» των πολιτών και κυρίως τη συνειδητοποίηση της ευθύνης. Δεν είναι τυχαίο ότι πρόκειται για χώρες όπου έχουν επιστρέψει τα σχέδια του ακροδεξιού εξτρεμισμού.

Αντίθετα τώρα, η Γερμανία με τη σειρά της επηρεάζεται. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, το 12,6% των ψηφοφόρων ψήφισε το AfD, επιτρέποντας σε ένα ακροδεξιό κόμμα, με απόλυτη ρητορική μίσους και ρατσισμού να εξασφαλίσει μια ισχυρή θέση στο κοινοβούλιο για πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

«Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο είναι ότι οι νεότερες γενιές στη Γερμανία και αλλού στην Ευρώπη δεν γνωρίζουν και αδιαφορούν για την ιστορία του φασισμού και, επομένως, κινδυνεύουν να γίνουν αδιάφορες για τις νέες απειλές. Αυτό είναι ακριβώς που επιχειρεί το AfD όταν λέει ότι θέλει μια «στροφή 180 μοιρών» από την παράδοση της εξιλέωσης για το ναζισμό και προτείνει να κλείσει το μνημείο του Ολοκαυτώματος στο Βερολίνο και να αποκατασταθούν οι στρατιώτες της Wehrmacht. Είναι επίσης αυτό που το αυστριακό FPÖ έχει κατά νου όταν οι βουλευτές του αρνούνται να επικροτήσουν μια ομιλία που τιμά τη σφαγή του 1938, την αποκληθείσα «νύχτα των κρυστάλλων», το πρώτο μαζικό πογκρόμ εναντίον των Εβραίων στη Γερμανία.

Τα σημερινά ακροδεξιά κόμματα θέλουν να μειώσουν τα ναζιστικά εγκλήματα ως ένα πρώτο βήμα για την αναζωογόνηση ιδεών από την εποχή αυτή. Ιδεών όπως η ανάγκη μιας ιεραρχίας μεταξύ των ανθρώπων ανάλογα με τη φυλή ή τη θρησκεία τους, η αποδοχή βίας και μίσους, η αφοσίωση σε έναν ισχυρό ηγέτη. «Η αυτοσυγκράτηση είναι μια αδυναμία» ήταν το σύνθημα των SS.

Έντονη κριτική στην ακροδεξιά σύναξη είχε ασκηθεί παραμονές της πραγματοποίησης της από σειρά οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και από οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών στην 'Ανω Αυστρία που συμμετείχαν το Σάββατο στη μεγάλη διαδήλωση μπροστά στο κτίριο της ακροδεξιάς σύναξης, καταγγέλλοντας πως η ξενοφοβία, ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός εξαπλώνονται πάλι στην Ευρώπη, και πως σήμερα βιώνει κανείς ότι αυτό γίνεται όχι μόνον σιωπηρά αποδεκτό, αλλά και κοινωνικά ανεκτό.

Αξιοσημείωτο θεωρείται το γεγονός πως πριν από δύο χρόνια, σε παρόμοια ακροδεξιά σύναξη από τους «Υπερασπιστές της Ευρώπης» στην πόλη Λιντς, πρωτεύουσα του ομόσπονδου κρατιδίου της ΄Ανω Αυστρίας, στους ομιλητές συγκαταλέγονταν και ο γενικός γραμματέας του Κόμματος των Ελευθέρων Χέρμπερτ Κικλ.

Ο Κικλ ήταν τότε συντονιστής του προεκλογικού αγώνα του υποψηφίου των Ελευθέρων στις προπέρσινες αυστριακές προεδρικές εκλογές, Νόρμπερτ Χόφερ, και σήμερα διατελεί υπουργός Εσωτερικών στην νέα αυστριακή κυβέρνηση συνασπισμού του Λαϊκού Κόμματος και του Κόμματος των Ελευθέρων.

Η ακροδεξιά, νεοναζί αφήγηση

«Η οικονομική κρίση στην Ευρώπη έχει μεταφραστεί σε μια πολιτική κρίση μεταξύ και εντός των κρατών μελών» υποστηρίζει ο Marc Botenga, Βέλγος, μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς (GUE), στο περιοδικό Catalyst. Και εξηγεί: «Εντός των κρατών μελών, δύο ρεύματα αναδύθηκαν από τη διαφορά μεταξύ του κατεστημένου και της πλειοψηφίας του πολιτών. Από τη μία πλευρά, ένα ρεύμα φόβου: η άνοδος των νεοσυντηρητικών και του ξενοφοβικού εθνικισμού. Η αυταρχική λιτότητα και η μισαλλοδοξία έχουν αποδειχτεί οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αρνούμενη να πάρει πίσω  τα προνόμια των πλουσίων, η λιτότητα ωθεί τους ανθρώπους να κατηγορούν εκείνους που τα βγάζουν πέρα δυσκολότερα. Χωρίς χρήματα για κοινωνική στέγαση, εκείνοι που βρίσκονται από κάτω πρέπει να πολεμήσουν μεταξύ τους. Χωρίς επενδύσεις στην παιδεία, οι άνθρωποι θα ανταγωνιστούν για τις λίγες διαθέσιμες θέσεις εργασίας. Ως εκ τούτου, οι οικονομικές ανισότητες εντός και μεταξύ των χωρών αύξησαν τις εντάσεις, διευκολύνοντας την άνοδο των εθνικών- συντηρητικών ή ακροδεξιών κομμάτων».

Στη Γαλλία, η άκρα δεξιά με το Front National έφτασε στο δεύτερο γύρο της προεδρικής εκλογής. Η Ιταλία, η Αυστρία και η Τσεχία δεν κομίζουν καλύτερη εικόνα. Η εκστρατεία εξόδου από το ευρώ στη Μεγάλη Βρετανία δεν κέρδισε ακριβώς ως μια αριστερή πλατφόρμα. Στα νεότερα κράτη μέλη οι δεξιοί συντηρητικοί επωφελούνται από τη δυσπιστία προς την Αριστερά.

«Οι οικονομικές αποκλίσεις, ο αυξανόμενος ανταγωνισμός και η εμμονή στην τυφλή λιτότητα έχουν δημιουργήσει κλιμακούμενες τριβές και μεταξύ των κρατών μελών» επισημαίνει ο Marc Botenga. «Αυτός ο τύπος ολοκλήρωσης καταλήγει να υπονομεύει τη συνοχή μεταξύ των λαών της Ευρώπης. Οι αυξανόμενες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών εξίσου τροφοδοτούν το δυναμικό του ρατσισμού. Ο χαρακτηρισμός των Ελλήνων ως τεμπέληδων που εκμεταλλεύονται τους σκληρά εργαζόμενους Γερμανούς από τη Bild είναι ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Οι αναπαραστάσεις της Μέρκελ ως Χίτλερ στη Νότια Ευρώπη  είναι ακόμα μια απόδειξη. Η εκμετάλλευση των Ρουμάνων οδηγών φορτηγών στην Ολλανδία ή των Πολωνών εργαζόμενων στις κατασκευές στο Βέλγιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρόμοιες ξενοφοβικές εκστρατείες. Και τούτο δεν οδηγεί αναγκαστικά σε περισσότερη  αλληλεγγύη μεταξύ των νότιων χωρών. Οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας, για παράδειγμα, υποστήριξαν σε μεγάλο βαθμό τη γερμανική λιτότητα που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, ενώ αργότερα διαπραγματεύονταν μια κάποια δημοσιονομική ευελιξία για τις δικές τους οικονομίες. Οι εντάσεις λόγω του οπορτουνισμού της γερμανικής κυβέρνησης που προσπαθεί να απορροφήσει τους πιο καλά καταρτισμένους πρόσφυγες και λόγω του συντηρητισμού της Ουγγρικής και πολωνικής κυβέρνησης, στρέφουν την Ανατολή ενάντια στη Δύση σε σχέση με το σχέδιο της ευρωπαϊκής διανομής για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες».

Ωστόσο, η ακροδεξιά αφήγηση του φόβου δεν είναι η μόνη που αναπτύχθηκε. Συγκροτήθηκε ένα δεύτερο κύμα που αρνιόταν τη νεοφιλελεύθερη αφήγηση. Μια δεκαετία πριν το φαινόμενο του Jeremy Corbyn που προκάλεσε το κατεστημένο θα ήταν αδιανόητο στη Μεγάλη Βρετανία. Στην Ισπανία ο δεκαετής δικομματισμός του κομματικού συστήματος κατέρρευσε υπό το βάρος των αριστερών Ποδέμος. Στη Γαλλία ο αριστερός προεδρικός υποψήφιος Jean-Luc Mélenchon έλαβε το 2017 έναν αριθμό ψήφων που συνιστά ρεκόρ, κερδίζοντας κάποιες ψήφους από την άκρα δεξιά, ενώ σχεδόν το 43% του γαλλικού εκλογικού σώματος ψήφισε στον αποφασιστικό γύρο των κοινοβουλευτικών εκλογών. Αναπτύσσεται ένα κύμα «από τους κάτω» που θυμούνται και γνωρίζουν πως η ελευθερία και η δημοκρατία στην Ευρώπη χτίζεται, αφού πριν χύθηκε πολύ αίμα.

ΠΗΓΗ: tvxs.gr

259142-lagarde.jpg

Με ένα αμφίσημο μήνυμα από την Κριστίν Λαγκάρντ, με μια υπόγεια μάχη πολιτικών σκοπιμοτήτων στο Βερολίνο και με δύο καθαρούς στόχους από την ελληνική πλευρά ξεκινά σήμερα στην Ουάσιγκτον η τελική φάση της διαπραγμάτευσης για το χρέος και την έξοδο από το Μνημόνιο.

Το «τερέν» αυτή την φορά δεν είναι συγκρουσιακό – και πολύ περισσότερο, δεν εμπεριέχει οιωνούς ρήξης -, ωστόσο η «αποστολή» του Ευκλείδη Τσακαλώτου στην εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ δεν θα είναι εύκολη. Στόχος της Αθήνας είναι να ανοίξει τον δρόμο για τα δύο καθοριστικά ζητούμενα της μεταμνημονιακής περιόδου – την καθαρότερη δυνατή λύση στο θέμα του χρέους και τον δημοσιονομικό διάδρομο που θα επιτρέψει την, σταδιακή έστω, αναστροφή των πολιτικών λιτότητας και την εφαρμογή μέτρων οικονομικής και κοινωνικής ανάταξης.

Παρά τις θετικές δηλώσεις και τα δημόσια εύσημα όμως, η ελληνική κυβέρνηση καλείται – για μια ακόμη φορά – να υπερβεί τις πολιτικές παγίδες και τις αντικρουόμενες επιδιώξεις των δανειστών. Εδώ, ο κομβικός γρίφος είναι η τελική στάση του ΔΝΤ και το «μίγμα» του συμβιβασμού που θα επιδιώξει με την Γερμανία προκειμένου να παραμείνει στο πρόγραμμα.

Ευρώπη και ΔΝΤ… ξανά μαζί

Σύμφωνα με την Handelsblatt η σχέση Ταμείου και Ευρώπης έχει αποκατασταθεί, και «ευρωπαίοι διπλωμάτες δηλώνουν ότι θέλουν το ΔΝΤ να διατηρήσει την εμπλοκή του στις οικονομίες της ευρωζώνης, ενώ και το Ταμείο έχει ανταποκριθεί αναλόγως».

Ως εκ τούτου, το Ταμείο εμφανίζεται διατεθειμένο να παραμείνει στο ελληνικό πρόγραμμα και χρηματοδοτικά, δίνοντας το ποσό των 1,6 δις ευρώ. Σύμφωνα, δε, με την γερμανική εφημερίδα το Ταμείο επανεξέτασε τη στάση του μετά τον σχεδιασμό της Ευρώπης να εξελίξει τον ESM σε «ευρωπαϊκό ΔΝΤ». Αντίστοιχα, η αλλαγή στάσης της Ευρώπης κατέστη εμφανής από τις δηλώσεις του πρώην γερμανού ΥΠΟΙΚ Πέτερ Αλτμάιερ, ότι «ο ESM θα είναι πάντοτε το μικρό αδελφάκι του ΔΝΤ».

Η εξήγηση που δίνει η Handesblatt γι αυτή την αλλαγή στάσης είναι ότι οι Ευρωπαίοι συνειδητοποίησαν ότι καταβάλλουν το 25% των ειδικών τραβηχτικών δικαιωμάτων (SDR) του ΔΝΤ, οπότε δεν έχει νόημα να εξαιρείται το Ταμείο από την περαιτέρω εμπλοκή στην ευρωπαϊκή κρίση χρέους. Το ερώτημα, όμως, είναι μέχρι ποιου σημείου είναι διατεθειμένο να υπαναχωρήσει το ΔΝΤ για να μείνει στην Ελλάδα, τόσο στο θέμα της ελάφρυνσης του χρέους, όσο και στην εφαρμογή των ψηφισμένων μέτρων για το 2019-2020.

Λαγκάρντ: Δεν θέλουμε άλλες περικοπές δαπανών

Επ’ αυτού, τόσο οι δύο τελευταίες εκθέσεις του Ταμείου για την ανάπτυξη και τα πλεονάσματα, όσο και η χθεσινή δήλωση της Κριστίν Λαγκάρντ ότι «δεν θέλουμε άλλες περικοπές δαπανών» ανοίγει το παιχνίδι σε όλα τα ενδεχόμενα. Όπως επισημαίνουν κυβενρνητικές πηγές στην Αθήνα το γεγονός ότι το Ταμείο άμβλυνε τις απαισιόδοξες προβλέψεις του για τα πλεονάσματα δείχνει πρόθεση συνδιαλλαγής και απομακρύνει το ενδεχόμενο να ζητηθεί πρόωρη εφαρμογή της μείωσης του αφορολόγητου από το 2019. Ταυτόχρονα, το μήνυμα Λαγκάρντ αφήνει ανοιχτό παράθυρο ακόμη και για «πάγωμα» των μέτρων, υπό την προϋπόθεση ότι το Βερολίνο θα αποδεχθεί ουσιαστική λύση στο θέμα του χρέους. Ουσιαστικά, δηλαδή, το ΔΝΤ πετά και πάλι την «μπάλα» στους ευρωπαίους, και δη στο Βερολίνο.

Κι εδώ, μπαίνουν στο «παιχνίδι» οι πολιτικές πιέσεις που δέχεται ο γερμανός υπουργός Οικονομικών Ολαφ Σολτς – πιέσεις, προερχόμενες πρωτίστως από το εσωτερικό πολιτικό σύστημα της Γερμανίας που έχουν να κάνουν τόσο με την έκταση της ελάφρυνσης του χρέους όσο και με τον χρόνο των αποφάσεων.

Τα σενάρια παράτασης του προγράμματος

Εξ αυτών των πιέσεων που, κατά τις ίδιες πηγές, συνδέονται και με τις εκλογές του επόμενου Οκτωβρίου στην Βαυαρία, προήλθαν εν μέρει και οι πληροφορίες των τελευταίων 24ώρων περί πιθανής παράτασης του προγράμματος πέραν του Αυγούστου. Πρόκειται για πληροφορίες που απέκρουσε τόσο ο πρόεδρος του Eurogroup Μάριο Σεντένο, όσο και ο εκπρόσωπος της Κομισιόν Μαργαρίτης Σχινάς, παρά ταύτα όμως αναπαράχθηκαν και υπερτονίστηκαν από μερίδα των ελληνικών μέσων ενημέρωσης.

Σύμφωνα με κυβερνητικούς παράγοντες το γεγονός αυτό είναι ενδεικτικό της ύπαρξης «συστημάτων, τόσο εκτός όσο και εντός συνόρων, που θέλουν να τορπιλίσουν την έξοδο από τα Μνημόνια ακόμη και την τελευταία στιγμή».

Το πόσο ισχυρά παραμένουν, ή όχι, αυτά τα συστήματα θα φανεί, σε πρώτο χρόνο, σήμερα και αύριο στην Ουάσιγκτον, τόσο στις συζητήσεις του Washington Club όσο και στις συναντήσεις που θα έχει ο έλληνας υπουργός Οικονομικών με τους βασικούς «παίκτες» των δανειστών. Σήμερα, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος θα συναντηθεί με τον επίτροπο Πιερ Μοσκοβισί, τον πρόεδρο του Eurogroup Μάριο Σεντένο, τον γάλλο υπουργό Οικονομικών Μπρουνο Λεμέρ και τον πρόεδρος της ΕΚΤ, ενώ αύριο έχουν προγραμματιστεί τα ραντεβού με την επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ και τον Πολ Τόμσεν.

ΠΗΓΗ: tvxs.gr

traffic.medium.jpg

Στην Καλιφόρνια βρίσκεται η πλειοψηφία των δέκα πιο μολυσμένων πόλεων των Ηνωμένων Πολιτειών, τόσο σε όζον όσο και σε σωματίδια, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της American Lung Association. Η έκθεση με τίτλο «Η ποιότητα του αέρα 2018» καλύπτει στοιχεία των ετών 2014-2016 καθώς και τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία σύμφωνα με τα οποία, οκτώ από τις δέκα πιο μολυσμένες πόλεις των ΗΠΑ με τη χειρότερη ρύπανση του όζοντος βρίσκονται στη Καλιφόρνια.

Στο Λος Άντζελες καταγράφηκε η πιο μολυσμένη ημερήσια ατμόσφαιρα, μετρούμενη κατά μέσο σταθμισμένο όρο, μια αλλαγή από πέρυσι όταν έφτασε στο κατώτατο επίπεδό της. Η περιοχή Λος Άντζελες - Λονγκ Μπιτς παραμένει στην κορυφή αυτής της λίστας, εκτός από μία φορά τα τελευταία 19 χρόνια που η American Lung Association συντάσσει αυτές τις εκθέσεις. Η Καλιφόρνια φιλοξενεί επίσης επτά από τις 10 πόλεις των ΗΠΑ με τη χειρότερη βραχυπρόθεσμη ρύπανση σωματιδίων, ενώ το Μπέικερσφιλντ βρίσκεται στην κορυφή της λίστας, σύμφωνα με την έκθεση.

Η έκθεση διαπίστωσε ότι την περίοδο 2014-2016 τουλάχιστον 133.900.000 Αμερικανοί - πάνω από 4 στους 10 (41,4 %) - ζούσαν σε επαρχίες με μολυσμένο αέρα ο οποίος προκαλεί σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία όπως πρόωρο θάνατο, καρκίνο του πνεύμονα, κρίση άσθματος, καρδιαγγειακές βλάβες καθώς και προβλήματα στην ανάπτυξη και στην αναπαραγωγή.

ΠΗΓΗ: newsbeast.gr

4f20cc27dbc4009a013876fb307718c.jpg

των Ν Γουρλά, Θ. Παναγιωτόπουλου, Δ. Τσίτκανου

Την τελευταία δεκαετία το εργατικό κίνημα συνδικαλιστικό κίνημα συγκρούστηκε με την αστική πολιτική  στο πεδίο της βαθιάς  ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού με κύριο διακύβευμα του ποιος θα πληρώσει την κρίση.

Στα δυο στρατόπεδα από τη μια συνασπιστήκαν οι δυνάμεις του κεφαλαίου, οι αναλώσιμες κυβερνήσεις του μέχρι το 2015, ο ΣΕΒ, η Ε.Ε, η ΕΚΤ, το ΔΝΤ, οι κυρίαρχοι ιδεολογικοί μηχανισμοί κυρίως μέσω των ΜΜΕ, για να πείσουν τους εργάτες και το λαό πως  «μαζί τα φάγαμε», και από την άλλη οι εργάτες, τα μεσαία στρώματα, η νεολαία, οι γυναίκες, οι αυτοαπασχολούμενοι, η μισθωτή διανόηση οι  μικροαγρότες κλπ

 Η κύρια επιδίωξη των δυνάμεων του κεφαλαίου στόχευε στο να φορτωθούν  οι επιπτώσεις της κρίσης  στις πλάτες της εργατικής τάξης, των μικρομεσαίων, της νεολαίας, στην προοπτική της ανόδου της κερδοφορίας τους μέσα από τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις στην εργασία και την κατάργηση μεγάλου εύρους κατακτήσεων του εργατικού κινήματος.

Η αστική τάξη της χώρας μας αδύναμη κατέφυγε στη μνημονιακή επιτροπεία, ακριβώς για να έχει στο πλευρό της και εντός της χώρας τους ισχυρούς ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς ώστε να αλλάξει καταθλιπτικά τους συσχετισμούς σε βάρος του εργατικού κινήματος.

Για να επιβάλλει  τη σύγχρονη εργασιακή ζούγκλα που θα αναδιαμόρφωνε  την αξία της εργατικής δύναμης φτάνοντας την στα όρια της διατίμησης.

Γνώμονα έχει την ανάταξη της πληττόμενης κερδοφορία του κεφαλαίου και την προσέγγιση ξένων αλλά και ντόπιων μεσαίου επιπέδου κεφαλαιακών  επενδύσεων.

 Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα  μαζί με τα άλλα πληττόμενα λαϊκά στρώματα την περίοδο του 2010-2012 έδωσε σκληρές μάχες. Ανάπτυξε πλούσιες μορφές πάλης, με πολυήμερες απεργίες, καταλήψεις, πρωτότυπα κινήματα (δεν πληρώνω,  πλατειές κλπ). 

Αυτοί οι αγώνες δεν πήγαν  χαμένοι.

Καθυστέρησαν πολλές από τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις, έφθειραν και δυσκόλεψαν κυβερνήσεις, αλλά και διαπαιδαγώγησαν διαφορετικά κοινωνικά στρώματα στην κοινή πάλη, στους συντονισμένους αγώνες που ριζοσπαστικοποιήθηκαν παραπέρα και στα αιτήματα και στις μορφές και στα συνθήματα.

Οι αγώνες εκείνης της περιόδου είναι πράγματι πολύτιμη εμπειρία παρόλο που οι συνασπισμένες δυνάμεις του κεφαλαίου  βγήκαν νικητές σε αυτόν «τον πρώτο γύρο»  της  αναμέτρησης.

Φυσικά σε αυτό έπαιξαν ρόλο τόσο η ιδεολογική επίθεση, η τεραστία καταστολή, η τρομοκρατία της εργοδοσίας στους τόπους δουλειάς, το ένα εκατομμύριο άνεργοι, αλλά και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία που στις κρίσιμες καμπές του κινήματος  υπονόμευε την δυναμική του, αλλά και οι εγγενείς  αδυναμίες του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος όπου ακόμα και στις κρίσιμες στιγμές του αγώνα δεν κατάφερε να βρει κοινό βηματισμό.

 Η ίδια η νεοφιλελεύθερη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ μετά το δημοψήφισμα χτύπησε, ιδιαίτερα μετά το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, το μεγάλο ρεύμα της εργατικής και λαϊκής ριζοσπαστικοποίησης και της δυναμικής του, τη δυνατότητα, τότε  μετεξέλιξης του σε εξαιρετικά  επικίνδυνο.

 Τα τελευταία όμως χρόνια της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ  η κατάσταση δεν λέει να ξεκολλήσει από το τέλμα μιας επικίνδυνης αδράνειας και καθήλωσης σε όλα τα επίπεδα του συνδικαλιστικού κινήματος παρά τις ηρωικές προσπάθειες που γίνονται από τις πρωτοπορίες του.  Προσπάθειες όπως η τελευταία απεργία που οργανώθηκε από σωματεία του ΠΑΜΕ και αλλά ταξικά σωματεία και εργατικές συλλογικότητες,  οι σχετικά  μαζικοί αγώνες των εκπαιδευτικών και των εργαζομένων στους   ΟΤΑ για το δικαίωμα στη δουλεία και τη μόνιμη και  σταθερή εργασία, άλλες εργατικές  αντιστάσεις, ενάντια στην εργοδοτική τρομοκρατία και τις απολύσεις. Κάποιες από αυτές νίκησαν (επαναπρόσληψη απολυμένων κλπ). Όμως και αυτές οι  προσπάθειες δεν κατάφεραν να δώσουν  έστω κάποιο μήνυμα ότι κάτι πάει να γυρίσει. Αντίθετα  το πρόβλημα παραμένει όπως αποκαλύπτουν, τα πολύ χαμηλά ποσοστά συμμετοχής στις απεργίες, ή όλο και μικρότερη συμμετοχή στις συνελεύσεις, εξελίξεις που δυσχεραίνουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση.

 Δεν θα πρωτοτυπήσουμε αν και εδώ επαναλάβουμε την εκτίμηση και την ανησυχία του μεγαλύτερου μέρους της αριστερής συνδικαλιστικής πρωτοπορίας πως αν συνεχιστεί το ίδιο κλίμα της οπισθοχώρησης και απογοήτευσης τότε η  ήττα του συνδικαλιστικού κινήματος  θα μετατραπεί από τακτική σε στρατηγική.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακόμα βρισκόμαστε στην αρχή ενός ολοκληρωτικού ταξικού και κοινωνικού πολέμου.

Στο νέο γύρο αμφισβήτησης ακόμα και αυτών των εναπομεινάντων εργατικών δικαιωμάτων από τις δυνάμεις του κεφαλαίου θα επιχειρηθεί η περαιτέρω εκμετάλλευση της εργατικής τάξης  μέσα από διάφορα σχήματα που θα στηρίζονται στην σύνδεση του μισθού με την παραγωγικότητα της εργασίας, στην εκμηδένιση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να αποδέχονται τα νέα μέτρα ως στοιχείο σύγχρονων και αναγκαίων μεταρρυθμίσεων ενός κράτους – ψωροκώσταινα. Σε ένα τέτοιο  κράτος   οι συμβάσεις θα ρυθμίζονται από αυτό και την εργοδοσία αλλά και τους εξατομικευμένους εργαζόμενους οι οποίοι με υπευθυνότητα δήθεν θα βγάζουν τα μάτια τους με τα ίδια τους τα χέρια.   Θα συνδέουν ευθέως το ύψος του  μισθού  με την κερδοφορία της επιχείρησης  επαφιόμενοι  στη φιλανθρωπία των εργοδοτών στην οποία θα βασίζεται το κάτι τις παραπάνω από τον κατώτατο μισθό.

Να δούμε βαθύτερα, ψύχραιμα  και συλλογικά «τα πράγματα»

Αυτό όμως που είναι σίγουρο είναι ότι η ταξική πάλη θα συνεχιστεί ανεξάρτητα από τη δικιά μας μελαγχολία και τα δικά μας κενά. 

 Αυτό θα πρέπει να μας κάνει να αναστοχαστούμε για το πώς φτάσαμε μέχρι εδώ.  Να μελετήσουμε την εμπειρία των αγώνων την περίοδο από το 2008 μέχρι το 2012 ιδιαίτερα στην φάση κλιμάκωσης τους το 10-12, την παρέμβαση της ταξικής πτέρυγας όλων των πολιτικών και ιδεολογικών εκφάνσεων.

Εκεί να δούμε το τι τελικά έφταιξε που η ταξική και κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση βρήκε διέξοδο και έκφραση στα πολιτικά σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ.

Στην αναζήτηση απάντησης σε αυτό θα πρέπει να αποφύγουμε  απλουστέψεις και αναθέματα  και με πραγματικό αίσθημα αυτοκριτικής να ανοίξουμε την συζήτηση σαν ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο εσωτερικό μας. Να δούμε τα δικά μας όρια!

Να δεχτούμε κατ’ αρχάς πως σαν συνδικαλιστικό κίνημα είμαστε ακόμα πολύ πίσω στη μελέτη των σύγχρονων εξελίξεων στην ίδια την εργασία.

Στο ποια μορφή παίρνουν οι σύγχρονες μορφές απόσπασης υπεραξίας. Στο ποιος ο ρόλος του όλου και περισσότερου αναπτυσσόμενου πρεκαριάτου που επιβιώνει με τα κοινωνικά επίδοματα και διαφορές άλλες δομες. 

Στο που συγκεντρώνονται και ποια είναι η μορφή συγκέντρωσης του σύγχρονου προλεταριάτου.  Στο πώς συνδέονται οι χώροι της μάθησης με τη νέα βάρδια εργαζομένων και την εργασιακή της προοπτική.

Στο ποιοι τελικά απαρτίζουν το σύγχρονο βιομηχανικό προλεταριάτο. Και μάλιστα στο ποιοι κλάδοι παίζουν σήμερα τον ρόλο του πυρήνα της εργατικής τάξης, του πάλε ποτέ «εργοστασιακού προλεταριάτου».

 Να δεχτούμε πως σαν συνδικαλιστικό κίνημα είμαστε ακόμα πολύ πίσω στη μελέτη του εσωτερικού διχασμού της εργατικής τάξης λόγω των ελαστικών σχέσεων εργασίας, των υπεργολαβιών, της μεσαιωνικής υπενοικίασης εργαζομένων, της στρατηγικής εν ολίγοις του κοινωνικού κατακερματισμού που προωθούν οι δυνάμεις του κεφαλαίου στην εποχή μας.

Και επομένως είμαστε αδύναμοι στον τρόπο αντιμετώπισης αυτού του διχασμού.

Στο κείμενο «για το παρόν και το μέλλον της αριστεράς και τις επαναστάσεις του 21 ου αιώνα αναφέρεται»: ΕΔΩ

 «Η σύγχρονη εργατική τάξη συγκροτεί έναν πολυκόσμο.

 Είναι πολυάριθμη, πλειοψηφούσα πλέον δύναμη στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό της κοινωνίας. Είναι η πλέον μορφωμένη αλλά και «διχαζόμενη» ανάμεσα στη χειραγώγηση και τη χειραφέτηση. Εμπλουτίζεται διαρκώς λόγω των αναταράξεων στα μεσαία στρώματα που χτυπιούνται από την κρίση και αλλάζει η συμπεριφορά και η ιδιοσυγκρασία της λόγω της μετανάστευσης και της μετατόπισης σε αυτήν μεσαίων στρωμάτων. Εργάζεται σε σύγχρονους κλάδους που παίζουν κομβικό ρόλο στην παραγωγή. Οι εργαζόμενοι σε αυτούς έχουν έναν σχετικά βαρύνοντα ρόλο στην ταξική πάλη, στην ανάδειξή τους σε μοχλό ενότητας του συνόλου της τάξης. Σε αυτούς τους κλάδους απαιτείται ο ιδιαίτερος προσανατολισμός της συνολικής δράσης μιας σύγχρονης εργατικής οργάνωσης, ενός σύγχρονου πολιτικού μετώπου…»

  Στην εποχή που η τεχνολογία επαναστατικοποιεί την παραγωγική διαδικασία, όπου το κεφάλαιο εφευρίσκει καθημερινά νέους τρόπους και μορφές για τη ανάσχεση της πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους προσαρμόζοντας και κατακερματίζοντας την δομή της, απαιτείται από το συνδικαλιστικό κίνημα γρήγορα να προσαρμοστεί οργανωτικά και πολιτικά.

  Όπως επισημαίνει ο Στίβεν Χόκινγ, «ο καθένας θα μπορούσε να απολαύσει μια πολυτελή ζωή, αν η ευημερία που παράγεται από τις μηχανές, μοιράζονταν δίκαια, ενώ, οι άνθρωποι μπορούν να καταλήξουν άθλια φτωχοί αν οι ιδιοκτήτες συνεχίσουν το λόμπι κατά της αναδιανομής του πλούτου. Μέχρι τώρα η τάση δείχνει προς την δεύτερη εκδοχή, με την τεχνολογία να οδηγεί σε αυξανόμενη ανισότητα». Αλλά αυτό συνδέεται ευθέως με το πώς βλέπει κυρίως πολιτικά και οραματικά η εργατική τάξη την σημερινή, τέταρτη βιομηχανική επανάσταση. Με το αν  η αξιοποίηση της θα  γίνει από το κεφάλαιο και την αστική τάξη που θα φέρει τεράστιους στρατούς ανέργων και μεγαλύτερο βάθεμα της φτώχεια και της ανέχειας η από την εργατική τάξη που θα αποσπά νίκες και θα φέρνει ποιο κοντά το όραμα της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Συνεπώς πρέπει και εμείς να συμβάλουμε στην διατύπωση του άμεσου και με προοπτική εργατικού και επί της ουσίας αντικαπιταλιστικού προγράμματος της με κέντρο τη μείωση του χρόνου εργασίας, ενός σύγχρονου Σικάγου.

Αυτό προϋποθέτει να ανασχεδιάσουμε την άμυνα και την αντεπίθεση μας, όπως πολλές φορές εξάλλου πραγματοποίησαν το εργατικό κίνημα και οι πρωτοπορίες του στο παρελθόν, σε ανάλογους  καιρούς οπισθοχώρησης.

Μια νέα εργατική- λαϊκή αντεπίθεση με κέντρο στο περιεχόμενό της τον αγώνα για δουλειά – ψωμί – συνδικαλιστικά δικαιώματα και με όργανο το πολύμορφο, αλλά πολιτικά ενιαίο εργατικό μέτωπο ταξικών και αγωνιστικών συνδικάτων στο οποίο οφείλει να πρωτοστατήσει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι ταξικές εργατικές συσπειρώσεις, και μπορεί και πρέπει να συμβάλουν οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ του ΜΕΤΑ και του αναρχοσυνδικαλιστικού χώρου που  θα παλεύει όχι μόνο για την αποκατάσταση των χαμένων εισοδημάτων των εργαζόμενων αλλά θα διεκδικεί αποφασιστικά μείωση των ωρών εργασίας, αυξήσεις στους μισθούς, ελεύθερη συνδικαλιστική δράση στους τόπους δουλειάς, με σταθερή την επιδίωξη και προοπτική αυτής της νέας «επιθετικής άμυνας» του Εργατικού Κινήματος την υπέρβαση του συστήματος, την  αντικαπιταλιστική διέξοδο.

Με επίγνωση πως ακόμα και αυτά τα αναγκαία αιτήματα για ψωμί και δουλειά - που σε άλλες εποχές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν άπλα οικονομικά αιτήματα-  βρίσκονται στον αντίποδα των νεοφιλελεύθερων οικονομικών ολοκληρώσεων. Επομένως απαιτούν σκληρούς ταξικούς αγώνες, στο σύνολο τους  και για τη συνολική επιβολή τους απαιτείται η μεγάλη αναμέτρηση. Μόνο με την συγκρότηση ενός τέτοιου μετώπου μπορεί στην πράξη να υπάρξει υπέρβαση της προδοτικής στάσης των ΓΣΣΕ ΑΔΕΔΥ  πολλών εργατικών κέντρων και ομοσπονδιών και γενικότερα η επίδραση της αστικής πολιτικής στα συνδικάτα. 

Απαραίτητη προϋπόθεση για τα παραπάνω είναι  να υπερβεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ τον διχασμό των δυνάμεων της και να συμβάλει στη δημιουργία ενός συντονισμού πρωτοβάθμιων σωματείων που θα είναι δημιούργημα των ίδιων των σωματείων, εργατικών συλλογικοτήτων και αγωνιστικών ομοσπονδιών στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της ταξικής αγωνιστικής ενότητας, της ταξικής ανεξαρτησίας του εργατικού κινήματος από το κράτος και την εργοδοσία, που θα οργανώνει απεργιακά και άλλα κινηματικά βήματα, αποτελώντας ένα διακριτό σε σχεδιασμό, αιτήματα και δημοκρατική λειτουργία ανεξάρτητο ταξικό πόλο στο εργατικό κίνημα. Προϋπόθεση για αυτόν είναι κυριολεκτικά η δουλειά του μυρμηγκιού στους τόπους δουλειάς συγκροτώντας επιτροπές όπου δεν υπάρχουν σωματεία, συμβάλλοντας στην αλλαγή των συσχετισμών προς όφελος του ταξικών δυνάμεων

Για μια ανεξάρτητη ταξική Κίνηση

Για την προώθηση τους απαιτούνται τόσο  η πολιτική ιδεολογική και θεωρητική παρέμβαση που θα φέρει πιο κοντά τους εργαζόμενους, την νεολαία σε μια ανώτερη πολιτικοποίηση όσο και το βασικό εργαλείο γι αυτά. Το εργαλείο που μπορεί να βαθύνει τις προσπάθειες χειραφέτησης της τάξης  και  μαζί με τους οργανικούς διανοούμενους της  να δώσει ώθηση στην διατύπωση του καινούργιου επαναστατικού απελευθερωτικού οράματος, είναι η Ανεξάρτητη Ταξική Εργατική Κίνηση, που όπως αναφέρεται στις θέσεις για την 4η Συνδιάσκεψη της Μετάβασης ΕΔΩ «θα είναι ανεξάρτητη από την αστική πολιτική και τις παρατάξεις της στο εργατικό κίνημα, αλλά και από τις αριστερές εργατικές «παρατάξεις» που αναπαράγουν τη γραφειοκρατική, ιεραρχική αντίληψη «κόμμα – παράταξη – συνδικάτο» (ΠΑΜΕ, ΜΕΤΑ κ.α). Μια πραγματική αγωνιστική ταξική ενότητα «φυσικών προσώπων» εργατών και εργαζομένων, που θα συγκροτηθεί στη βάση ενός προγράμματος για τα εργατικά δικαιώματα της εποχής μας, στην κατεύθυνση της απόκρουσης και ανατροπής της επίθεσης, στην προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης.»

 Μια  Κίνηση που θα παρεμβαίνει σε όλα τα όργανα και τις μορφές του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Θα είναι βασικός μοχλός για την ταξική ανασυγκρότηση και το μετασχηματισμό τους.

 Θα συσπειρώνει εργάτες και εργάτριες από τις αριστερές και αντικαπιταλιστικές πολιτικές οργανώσεις και δυνάμεις, αλλά και ευρύτερα, πρωτοπόρους αγωνιστές, νέους, κόσμο της ριζοσπαστικής διανόησης κ.α. που θα λειτούργει στη βάση της εργατικής δημοκρατίας. Η δημιουργία της θα δώσει δύναμη στα ταξικά και αγωνιστικά σωματεία και στο συντονισμό τους.

Θα συντονίσει την παρέμβασή τους στους αγώνες που ξεσπούν.

Θα δώσει νέα ώθηση στις πολιτικοσυνδικαλιστικές ταξικές συσπειρώσεις στα σωματεία, στις ομοσπονδίες και τους κλάδους, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα, για να αποκτούν μαζικά χαρακτηριστικά, να κατακτούν την πλειοψηφία των εργατών, να ενοποιούνται μέσα .

 Θα συμβάλει στην κοινή δράση και την αγωνιστική ταξική ενότητα  των δυνάμεων που έχουν ταξική αναφορά θα δημιουργεί προϋποθέσεις για το ξεπέρασμα του κατακερματισμού και της διάσπασης , για να απομονωθεί η συνδικαλιστική γραφειοκρατία και ο εργοδοτικός συνδικαλισμός

Έτσι που ό, τι εργατικά χειραφετητικό θα γίνεται να μην γίνεται πέρα και έξω από τους σημερινούς συλλογικούς ταξικούς αγώνες και την ολόπλευρη ανάπτυξη τους. Να μην είναι αποτέλεσμα κάποιων ξεκομμένων πρωτοποριών άλλα συλλογική κατάκτηση της αριστερής κομουνιστικής συνδικαλιστικής πρωτοπορίας, και πάνω απ όλα, τελικά, συλλογική κατάκτηση της μαχόμενης, τεράστιας πλειοψηφίας της εργατικής τάξης.

 Στην συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα συμμετάσχει μεγάλο δυναμικό του κόσμου του αγώνα και των ταξικών αναμετρήσεων.

Μπορεί λοιπόν να αναδειχθεί και να αποδειχτεί πραγματικά μια ευκαιρία ώστε  η συζήτηση να δώσει, μέσω των αποφάσεων, απαντήσεις στη δουλειά μας στην εργατική τάξη. Να δημιουργήσει προϋποθέσεις για την ενότητα των δυνάμεων μας σε ένα ανώτερο επίπεδο μακριά από μικροκομματικούς υπολογισμούς και επιδιώξεις.

Αρκεί να γίνει ένας διάλογος ουσίας, μακριά από άγονες και στείρες αντιπαραθέσεις, για την παρέμβαση μας στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και γενικότερα στην προώθηση της εργατικής πολιτικής.

Εμείς ως ΜΕΤΑΒΑΣΗ θα συμβάλουμε στην κατεύθυνση αυτή.

ΠΗΓΉ: kommon.gr

Σελίδα 3444 από 4477
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή