Σήμερα: 06/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

diakiriksi-100-xronia.jpg

«Το ΚΚΕ έρχεται από πολύ μακριά και πάει πολύ μακριά,

γιατί η υπόθεση του προλεταριάτου, ο κομμουνισμός,

είναι η πιο καθολικά ανθρώπινη,

η βαθύτερη, η πιο πλατιά».

(Από το Πρόγραμμα του ΚΚΕ)

Α. ΤΟ ΚΚΕ, ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑΝ ΑΙΩΝΑ ΖΩΗΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΝΕΟ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ - ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ

Το ΚΚΕ συμπληρώνει φέτος έναν αιώνα αγώνων και θυσιών, παραμένοντας το μόνο πραγματικά νέο κόμμα της ελληνικής κοινωνίας, γιατί είναι το μόνο που παλεύει για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ιδρύθηκε σε μια εποχή που η φλόγα της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης το 1917 έδωσε ώθηση στο επαναστατικό εργατικό κίνημα διεθνώς και στην Ελλάδα.

Με την ίδρυση του ΚΚΕ, η εργατική τάξη απέκτησε για πρώτη φορά το δικό της κόμμα στη χώρα μας. Από την πρώτη μέρα της ίδρυσής του, το ΚΚΕ αγωνίζεται σταθερά για το μοναδικό προοδευτικό μέλλον για την ανθρωπότητα, για να γλιτώσουν η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα από τα βάσανα της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης, της φτώχειας, της ανεργίας, της κρατικής βίας και καταστολής, των πολέμων.

Αγωνίζεται για την κατάργηση κάθε μορφής εκμετάλλευσης και καταπίεσης, για μια νέα οργάνωση της κοινωνίας, με κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, στη γη, με επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας, την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων στην οργάνωση και διεύθυνση της κοινωνικής παραγωγής.

Αγωνίζεται για το σοσιαλισμό - κομμουνισμό, τη μόνη κοινωνία που μπορεί να εξασφαλίσει δουλειά σε όλους και όλες, ανάλογη με την ειδίκευσή τους, με πραγματικά ελεύθερο χρόνο, απολαμβάνοντας υψηλού επιπέδου δωρεάν κοινωνικές υπηρεσίες Υγείας και Παιδείας, Αθλησης, πολιτιστικής δραστηριότητας, λαϊκή στέγη, διακοπές και γενικότερα υψηλό βιοτικό επίπεδο, υπεύθυνη συμμετοχή στα όργανα διεύθυνσης και ελέγχου σε όλη την κλίμακα του εργατικού κράτους.

Το ΚΚΕ κράτησε σταθερά ψηλά τη σημαία του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, ακόμα και όταν κορυφωνόταν η αντεπαναστατική ανατροπή στη Σοβιετική Eνωση, σε άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Είχε συλλογικά κατακτημένο το αναγκαίο ταξικό κριτήριο και τελικά συγκρούστηκε με τον αντικομμουνισμό, τον εγχώριο και διεθνή οπορτουνισμό που πρόβαλλε την «περεστρόικα», το όχημα της αντεπανάστασης, ως πρόοδο, ως σοσιαλιστική ανανέωση.

Συγκρούστηκε με τους αστούς και τους οπορτουνιστές απολογητές του καπιταλιστικού συστήματος που υποστήριζαν ότι ήρθε το «τέλος της Ιστορίας», το τέλος της ταξικής πάλης. Ανέδειξε ότι κανείς δεν μπορεί να σταματήσει την πορεία της επαναστατικής ταξικής πάλης στην ιστορική εξέλιξη προς το σοσιαλισμό - κομμουνισμό.

Ανέδειξε ότι ο σοσιαλισμός, η ανώριμη βαθμίδα του κομμουνισμού, παραμένει αναγκαίος, ρεαλιστικός, ελπιδοφόρος. Φώτισε ότι η αναγκαιότητά του δεν εξαρτάται από τον εκάστοτε συσχετισμό της ταξικής πάλης σε μια χώρα ή παγκοσμίως, παράγοντα αναμφισβήτητα καθοριστικό, για το πότε μπορεί να εκδηλωθεί η σοσιαλιστική επανάσταση, με ποιες προϋποθέσεις μπορεί να νικήσει σε μια χώρα ή σε ομάδα χωρών.

Πρόβαλε ότι η εργατική τάξη, η οποία δημιουργεί το κοινωνικό προϊόν, είναι η μοναδική κοινωνική δύναμη που μπορεί να οργανώσει την οικονομία και την κοινωνία με κίνητρο την ικανοποίηση των ολοένα αυξανόμενων κοινωνικών αναγκών. Είναι η τάξη που μπορεί να υπολογίσει σωστά και να εξασφαλίσει τα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου.

Το ΚΚΕ, πιστεύοντας ακράδαντα στο δικαίωμα και τη δυνατότητα της εργατικής τάξης να γνωρίσει και να αλλάξει τον κόσμο, παλεύει από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του, ώστε αυτή να προετοιμάζεται μέσα από τους καθημερινούς ταξικούς αγώνες ως ηγετική δύναμη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Διεκδικεί και παλεύει για την ανάπτυξη των επιστημονικών γνώσεων των εργατών και εργατριών, των φυσικών και πνευματικών ικανοτήτων τους, για την πολιτιστική τους ανάπτυξη και καλλιέργεια του αισθητικού τους κριτηρίου. Τονίζει τη σημασία και συμβάλλει ώστε η εργατική τάξη να αξιοποιεί και να χρησιμοποιεί το βιβλίο, τις νέες τεχνολογίες, το διαδίκτυο.

Το ΚΚΕ ανέδειξε και αναδεικνύει τη σήψη του καπιταλισμού, τη σχετική στασιμότητα και κρίση σε σχέση με την πρόοδο που μπορεί να πραγματοποιηθεί, αν καταργηθούν η καπιταλιστική ιδιοκτησία και το κίνητρο του κέρδους της.

Πάνω απ’ όλα, το ΚΚΕ φώτισε με τις θέσεις και τη δράση του ότι ο μόνος δρόμος που οδηγεί στην κοινωνική απελευθέρωση είναι ο δρόμος της σοσιαλιστικής επανάστασης, της σχεδιασμένης και οργανωμένης εξέγερσης και επίθεσης της εργατικής τάξης και των κοινωνικών συμμάχων της για την ανατροπή της εξουσίας της τάξης των καπιταλιστών.

Το ΚΚΕ αγωνίζεται καθημερινά για την ανάπτυξη του υποκειμενικού παράγοντα (εργατικό κίνημα, συμμαχία του με λαϊκά τμήματα μεσαίων στρωμάτων), ώστε σε συνθήκες κλονισμού της καπιταλιστικής εξουσίας να ανταποκριθεί στο καθήκον του ως καθοδηγήτριας δύναμης της νικηφόρας σοσιαλιστικής επανάστασης. Δίνει καθημερινά τη μάχη για να δικαιώνει έμπρακτα τον πρωτοπόρο ρόλο του ως οραματιστή, αλλά και οργανωτή της πάλης για τη ριζική επαναστατική ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, την οικοδόμηση του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.

Β. ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΑΓΩΝΩΝ ΚΑΙ ΘΥΣΙΩΝ ΕΙΝΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

1. Η επαναστατική θύελλα που ξεσήκωσε η Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση επίσπευσε την ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (ΣΕΚΕ), στις 17 Νοέμβρη 1918 στον Πειραιά. Για πρώτη φορά τέθηκε σε επιστημονική βάση το ζήτημα η εργατική τάξη να παλέψει για την ανατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας υπέρ της κομμουνιστικής.

Τα πρώτα χρόνια ήταν μια πορεία δύσκολης, σταδιακής ωρίμανσης με κομβικά σημεία τη μετονομασία του ΣΕΚΕ σε ΚΚΕ (3ο Εκτακτο Συνέδριο, 26 Νοέμβρη - 3 Δεκέμβρη 1924), τον καθορισμό του «Ριζοσπάστη» σε οργάνου της ΚΕ (1 Αυγούστου 1921), την ίδρυση της ΟΚΝΕ (τέλη Δεκέμβρη 1922) και της Εργατικής Βοήθειας Ελλάδας (28 Νοέμβρη - 5 Δεκέμβρη 1924).

Αντιπάλεψε τις λικβινταριστικές - διαλυτικές απόψεις και αργότερα τις τροτσκιστικές, κάνοντας βήματα για να εδραιωθούν τα επαναστατικά χαρακτηριστικά του Κόμματος Νέου Τύπου, όπως η αναγνώριση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού ως αρχής συλλογικής οργάνωσης και λειτουργίας του, του συνδυασμού της νόμιμης και παράνομης δουλειάς, της επαγρύπνησης απέναντι στη δράση του ταξικού εχθρού.

Το ΚΚΕ, από την ίδρυσή του, προσπάθησε με συνέπεια να αναδείξει τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης, τη δυνατότητά της, ως επαναστατικής τάξης, να κατακτήσει και να ασκήσει την εξουσία της. Συγκρούστηκε με τα αστικά κόμματα που τη θέλουν υποταγμένη, χειραγωγημένη, να παρακαλά για ψίχουλα που θα πέφτουν από το τραπέζι της καπιταλιστικής κερδοφορίας, τη θέλουν να χύνει το αίμα της για τα συμφέροντα και τους ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστών.

Στους κόλπους του συνένωσε πρωτοπόρους εργάτες μαχητές, αλλά και διανοητές, απευθύνθηκε με εμπιστοσύνη στις εργαζόμενες γυναίκες, στους νέους και τις νέες των εργατικών και λαϊκών οικογενειών. Με τα μέλη και την επιρροή του οργάνωσε και στήριξε σκληρούς διεκδικητικούς αγώνες για το 8ωρο, τις συνθήκες εργασίας, τους μισθούς και τα μεροκάματα, τα δικαιώματα των γυναικών, την προστασία των ανηλίκων, τη δημόσια Υγεία και Παιδεία. Από τους πρώτους στόχους, από την ίδρυση του ΣΕΚΕ, ήταν ο διαχωρισμός του κράτους από την Εκκλησία, η αναγνώριση των παιδιών που αποκτήθηκαν εκτός γάμου κ.ά.

Απέκτησε ισχυρούς δεσμούς με την εργατική τάξη, γιατί, εκφράζοντας τα ιστορικά συμφέροντά της, μπήκε μπροστά σε κάθε μάχη για τις διεκδικήσεις της, διότι πρωτοστάτησε στην οργάνωση του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος καθημερινά και σε όλες τις κρίσιμες περιόδους της Ιστορίας. Χωρίς αυτούς τους ακατάλυτους δεσμούς, δεν θα μπορούσε να αντέξει το συνεχές σφυροκόπημα και τις διώξεις της αστικής τάξης που έχει ως στόχο να εξασθενίσει τον επαναστατικό χαρακτήρα του ΚΚΕ, να το περιθωριοποιήσει ή ακόμα και να το διαλύσει.

Ταυτόχρονα, το ΚΚΕ ανέδειξε το δρόμο και την αναγκαιότητα της συμμαχίας με τα λαϊκά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, τους αυτοαπασχολούμενους σε διάφορους κλάδους της οικονομίας, ιδιαίτερα με τη μικρή και μεσαία αγροτιά που για πολλά χρόνια πλειοψηφούσε στην Ελλάδα, ώστε ο κοινός αγώνας τους ενάντια στον κοινό τους αντίπαλο, το κεφάλαιο, να οδηγήσει στην εκπλήρωση της ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης και το αντικειμενικά δικό τους συμφέρον από την ένταξη στην άμεσα κοινωνική παραγωγή.

2. Σε ολόκληρη την ιστορική του διαδρομή, παρά τις όποιες αδυναμίες και τα λάθη του, το ΚΚΕ δεν έσκυψε ποτέ το κεφάλι απέναντι στον πραγματικό αντίπαλο, την εξουσία του κεφαλαίου. Συγκρούστηκε και συγκρούεται με όλες τις μορφές της δικτατορίας του κεφαλαίου, αξιοποιώντας κάθε μορφή πάλης, τόσο σε μακρόχρονες συνθήκες παρανομίας όσο και σε μακρόχρονες συνθήκες νομιμότητας, στο πλαίσιο της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ή της αναστολής της, ανάλογα με τις ανάγκες του αστικού συστήματος. Υπήρξε πάντοτε κόμμα της αγωνιστικής δράσης, με βαθιές ρίζες στην εργατική τάξη και γενικότερα στα λαϊκά στρώματα, με προσήλωση στον αγώνα για το σοσιαλισμό.

Το ΚΚΕ ιδρύθηκε σε μια χώρα που παρουσίαζε καθυστέρηση στην ανάπτυξη και συγκέντρωση της εργατικής τάξης συγκριτικά με τις χώρες που αποτέλεσαν το λίκνο του επαναστατικού εργατικού κινήματος, του κομμουνιστικού. Καθυστέρησε επίσης η διάδοση στην ελληνική γλώσσα βασικών έργων και διακηρύξεων του επιστημονικού κομμουνισμού. Παρ' όλ' αυτά, από τα πρώτα χρόνια του το Κόμμα ξεκίνησε την προσπάθεια για τη μετάφραση, έκδοση, διάδοση και εκλαΐκευση βασικών έργων της μαρξιστικής - λενινιστικής, της κομμουνιστικής κοσμοθεωρίας. Οι δυνάμεις του συνέβαλαν επίσης αποφασιστικά στην πολιτιστική δημιουργία και σε ζητήματα αναβάθμισης της ουσιαστικής μόρφωσης στη χώρα μας.

Μέσα από την έκδοση του «Ριζοσπάστη» και της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης» (Γενάρης 1921) ως οργάνων της ΚΕ, το ΚΚΕ ανέδειξε τα ζητήματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης στην Ελλάδα, του πρωτοπόρου ρόλου της εργατικής τάξης και της ιστορικής αναγκαιότητας της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Αντιπάλεψε το σκοταδισμό, τις προκαταλήψεις, τις θεωρίες και πρακτικές σε βάρος της γυναίκας, την ηττοπάθεια, τη μοιρολατρία και τον ατομισμό, ανέδειξε τη σημασία της εργατικής - λαϊκής αλληλεγγύης.

Σε συνθήκες οξυμένης εσωκομματικής διαπάλης για τον επαναστατικό προσανατολισμό του, συνέβαλε καθοριστικά στην αποκάλυψη του χαρακτήρα των ιμπεριαλιστικών πολέμων και στις πρώτες ερευνητικές προσπάθειες μαρξιστικής προσέγγισης της ελληνικής Ιστορίας, οι οποίες ήταν πραγματικά πρωτοπόρες για την εποχή τους.

Στο μεγαλύτερο μέρος της ηρωικής και πολυτάραχης ιστορικής του διαδρομής, παρά ορισμένες προβληματικές στρατηγικές επεξεργασίες του σε διάφορες περιόδους, το ΚΚΕ προσπάθησε να ανταποκριθεί στο ρόλο του ως πολιτικού φορέα της διαλεκτικής ενότητας της επαναστατικής θεωρίας και της επαναστατικής πολιτικής πράξης.

Ανέδειξε τις μεγάλες αναξιοποίητες παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, στον αντίποδα της αστικής θεωρίας της «Ψωροκώσταινας», αποκάλυψε το χαρακτήρα των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών στις οποίες μετείχε η εγχώρια αστική τάξη. Αποκάλυψε τον καπιταλιστικό χαρακτήρα του κράτους, τη δικτατορία του κεφαλαίου στην Ελλάδα με ή χωρίς βασιλιά, με κοινοβουλευτισμό ή την προσωρινή αναστολή του με τη μορφή της στρατιωτικής δικτατορίας κ.λπ.

3. Το ΚΚΕ σταθερά και μαχητικά στήριξε το πρώτο κράτος της εργατικής εξουσίας στην παγκόσμια Ιστορία, τη Σοβιετική Ρωσία και στη συνέχεια την ΕΣΣΔ. Από την ίδρυσή του, αντιπάλεψε την ελληνική αστική πολιτική του αντισοβιετισμού, η οποία εκφράστηκε πολύμορφα και με την ελληνική συμμετοχή στην εισβολή 14 κρατών στην Ουκρανία το 1919. Στην υπεράσπιση της ΕΣΣΔ και γενικότερα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα, το ΚΚΕ είδε το κύριο: Την πάλη της νέας κοινωνίας, της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής, ενάντια στην παλιά, την καπιταλιστική κοινωνία, και γι’ αυτό αντιπάλεψε με σταθερότητα και συνέπεια τον αντικομμουνισμό και τον αντισοβιετισμό των αστικών πολιτικών δυνάμεων και του οπορτουνιστικού ρεύματος μέσα στο εργατικό κίνημα, αντιπάλεψε τον ρεφορμισμό και τον συντεχνιασμό.

Από τα πρώτα του χρόνια, καταδίκασε την εκστρατεία του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, την αστική στρατηγική της «Μεγάλης Ιδέας», που υπηρετούσε τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης στο πλευρό των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών της Αντάντ, της Βρετανίας και της Γαλλίας. Αποκάλυψε έγκαιρα στο λαό τον κίνδυνο ενός νέου μεγάλου ιμπεριαλιστικού πολέμου στη δεκαετία του ’30. Πρόκειται για θέσεις που σηματοδότησαν από τα πρώτα χρόνια τη διεθνιστική προλεταριακή στάση του ΚΚΕ.

Αντιπάλεψε και αντιπαλεύει τα αστικά ρεύματα του εθνικισμού και του κοσμοπολιτισμού, που αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου αντιδραστικού πολιτικού νομίσματος. Αποκάλυψε και αποκαλύπτει τους στόχους των αστικών οραμάτων, που επιχειρούν να στοιχίσουν την εργατική τάξη πίσω από τους στόχους της αστικής στρατηγικής σε κάθε χώρα, να την διαιρέσουν με βάση τις αντιθέσεις ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Εναντιώθηκε στην αστική γραμμή: «Ανήκομεν εις την Δύσιν» και αργότερα στις μικροαστικές θεωρίες περί αντιθέσεων μεταξύ «Μητρόπολης - Περιφέρειας», «Βορρά - Νότου» κ.λπ.

Ενάμιση χρόνο μετά την ίδρυσή του, το ΚΚΕ συμμετείχε στην Ιδρυτική Συνδιάσκεψη της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας. Επίσης, αποφάσισε να διαρρήξει τις σχέσεις του με τη Β’ Διεθνή (1919), να προσχωρήσει στη Γ’ Διεθνή (1920) και σε μια πορεία να ολοκληρώσει την ένταξή του σε αυτή, ως το Ελληνικό Τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ) (τέλη του 1924). Εκδήλωσε σταθερά την αλληλεγγύη του στους αγώνες της εργατικής τάξης σε διεθνές επίπεδο, στους λαούς που αγωνίζονταν για την εθνική τους απελευθέρωση, για το σοσιαλισμό. Σε κρίσιμες και δύσκολες φάσεις του αγώνα του δέχτηκε τη συμπαράσταση του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος. Η συμμετοχή του Κόμματος στην ΚΔ, πέρα από τη θετική συμβολή της, επέδρασε σε σημαντικό βαθμό στη διαμόρφωση - μέσα από μια αντιφατική πορεία - της στρατηγικής αντίληψης που έθετε ως στόχο μια ενδιάμεσου τύπου εξουσία ως μεταβατική για τη σοσιαλιστική εξουσία. Οι αιτίες αυτής της πορείας - που αναδεικνύει ότι δεν αφομοιώθηκε και δεν κυριάρχησε η θετική πείρα της Οκτωβριανής Επανάστασης - ασφαλώς απαιτούν βαθύτερη διεξοδική μελέτη, την οποία συνεχίζουμε ως Κόμμα.

4. Όλα τα μεγάλα βήματα, όχι μόνο για τη συνδικαλιστική οργάνωση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα, αλλά κυρίως για την εδραίωση του ταξικού προσανατολισμού του εργατικού κινήματος, είναι δεμένα με την ιστορική προσφορά του ΚΚΕ. Εναντιώθηκε στην πράξη στο διαχωρισμό των εργατών με βάση το θρήσκευμα, την εθνότητα, το φύλο και πάλεψε για την ενότητα της εργατικής τάξης απέναντι στον ταξικό εχθρό της. Καταπολέμησε τη μοιρολατρία και την ηττοπάθεια που ήταν διαδεδομένες στους κόλπους της προσφυγιάς, η οποία υπήρξε αιμοδότης του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα πριν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολέμησε τη γραμμή του εργοδοτικού και ρεφορμιστικού συνδικαλισμού στο κίνημα, αξιοποιώντας το σχήμα της Ενωτικής ΓΣΕΕ. Κορυφαίοι αγώνες αυτής της περιόδου ήταν οι απεργίες και τα συλλαλητήρια του ηρωικού Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη. Στον πολύπλευρο αγώνα του ΚΚΕ συμμετείχαν και συνέβαλαν ιδιαίτερα οι δυνάμεις της ΟΚΝΕ.

Σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, το ΚΚΕ αντιπάλεψε ηρωικά τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους και της καπιταλιστικής εργοδοσίας, το «Ιδιώνυμο» του Ελ. Βενιζέλου και γενικότερα τις διώξεις, τις δολοφονικές επιθέσεις, τη φυλάκιση και τον εκτοπισμό. Ξεκίνησε την προετοιμασία του λαού κατά του επερχόμενου ιμπεριαλιστικού πολέμου, συνδυάζοντάς την με τη μάχη κατά του εθνικισμού και την υπεράσπιση των εργατικών, αγροτικών, νεολαιίστικων αιτημάτων, κατά της ανισοτιμίας της γυναίκας.

Εκείνη την περίοδο, που ακόμα και ο αγώνας για το μεροκάματο συνεπαγόταν νεκρούς, τραυματίες και φυλακισμένους, το Κόμμα οικοδομούσε Οργανώσεις και αύξανε την επιρροή και την επίδρασή του στα συνδικάτα πολλών κλάδων, όπως στους καπνεργάτες, στους υφαντουργούς, στους ναυτεργάτες.

Η αντιπαράθεση των δυνάμεων του ΚΚΕ με τη γραμμή της ταξικής συνεργασίας και του συμβιβασμού ήταν συνεχής, παρά τις αδυναμίες στην αντιμετώπιση των σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων που δημιουργούσε η τακτική του.

Μέσα από τις γραμμές του αναδείχτηκαν μαζικά ήρωες και ηρωίδες, όσοι επώνυμα πέρασαν στην Ιστορία κι άλλοι πολλοί που παρέμειναν άγνωστοι, που δεν δίστασαν να δώσουν τη ζωή τους, να αντέξουν βασανιστήρια, με ανιδιοτέλεια και συνείδηση της ευθύνης τους απέναντι στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα.

Η μεταξική δικτατορία (4 Αυγούστου 1936), που υπηρέτησε τη θωράκιση της εξουσίας της αστικής τάξης, επέδειξε ιδιαίτερο μένος ενάντια στο ΚΚΕ, με εκτεταμένες διώξεις, δολοφονίες στελεχών του και με νέες μεθόδους βασανιστηρίων και εξαναγκασμού για υπογραφή δηλώσεων μετανοίας, με την προβοκάτσια της ίδρυσης της «ΚΕ» του ΚΚΕ σε συνθήκες φυλάκισης και απομόνωσης του Γενικού Γραμματέα Νίκου Ζαχαριάδη και πολλών μελών του ΠΓ και της ΚΕ.

5. Η έναρξη του Β’ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου και η συμμετοχή της Ελλάδας σ’ αυτόν με την έναρξη του ιταλοελληνικού πολέμου (28 Οκτώβρη 1940) βρήκε το ΚΚΕ βαριά χτυπημένο από τη μεταξική δικτατορία. Παρ' όλ’ αυτά, έγινε προσπάθεια από την πρώτη στιγμή το Κόμμα να παρέμβει, να δώσει κατεύθυνση στην πάλη του λαού ενάντια στην ξένη εισβολή, με τα τρία γράμματα του Ν. Ζαχαριάδη. Βεβαίως, αυτή η προσπάθεια δεν ήταν απαλλαγμένη από αντιφάσεις και προβλήματα που είχε η στρατηγική της ΚΔ εκείνη την περίοδο σε σχέση με τον χαρακτήρα του πολέμου και τη σύνδεση της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο με την πάλη για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου.

Στην περίοδο της Κατοχής, το ΚΚΕ κατάφερε να ανασυγκροτήσει τις Οργανώσεις του, να πρωταγωνιστήσει στον μαζικό πολιτικό και ένοπλο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, με την ίδρυση του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ, της Εργατικής Αλληλεγγύης, της ΟΠΛΑ και των λαογέννητων θεσμών στην Ελεύθερη Ελλάδα και έτσι να αναδειχτεί σε ηγετική πολιτική δύναμη και αιμοδότης του αγώνα. Εδωσε την τιτάνια μάχη κατά της πείνας και της επιστράτευσης, σε αντίθεση με τα αστικά κόμματα και τους ηγέτες τους που έφυγαν στο εξωτερικό, ενώ ένα τμήμα τους παρέμεινε συνεργαζόμενο με τον κατακτητή.

Το ΚΚΕ, κάτω από την επίδραση της στρατηγικής γραμμής του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος (π.χ. 7ο Συνέδριο της ΚΔ) και της στρατηγικής που είχε επεξεργαστεί το 1934 (6η Ολομέλεια) και το 1935 (6ο Συνέδριο), δεν μπόρεσε να συνδέσει στην πράξη τον ηρωικό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα με την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, με αποτέλεσμα να μην ανταποκριθεί στις συνθήκες της επαναστατικής κατάστασης που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα κατά την Απελευθέρωση. Το ΚΚΕ, πριν από την Απελευθέρωση, αποδέχτηκε συμβιβασμούς, με την υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο Βρετανικό Στρατηγείο Μ. Ανατολής και με τις Συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας. Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ συμμετείχαν με υπουργούς στη συγκρότηση κυβέρνησης «εθνικής ενότητας», το διάστημα Σεπτέμβρη - Δεκέμβρη 1944. Ομως, η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη.

Το ΚΚΕ αρνήθηκε να δεχτεί τους όρους και τη βία που επέβαλε η κυβέρνηση της «εθνικής ενότητας» (του Λιβάνου). Επέλεξε να δώσει τον μεγαλειώδη αγώνα των 33 ημερών, τον Δεκέμβρη του ’44, κατά της αστικής τάξης και της Μεγάλης Βρετανίας, που επενέβη με πρόσκληση του Γ. Παπανδρέου και με στόχο να τσακίσουν το ΕΑΜικό κίνημα και το ΚΚΕ.

Αν και είχε υπογράψει τη Συμφωνία της Βάρκιζας (Φλεβάρης 1945), τελικά δεν υποτάχτηκε και οργάνωσε τον τρίχρονο ένοπλο λαϊκό αγώνα του ΔΣΕ (1946 - 1949). Ο ένδοξος τρίχρονος αυτός αγώνας εξέφραζε τα συμφέροντα της συντριπτικής πλειονότητας του πληθυσμού ενάντια στα συμφέροντα των εκμεταλλευτών και καταπιεστών του και αποτελεί την κορυφαία εκδήλωση της ταξικής πάλης στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα.

Ο ΔΣΕ αναμετρήθηκε με την εγχώρια αστική τάξη, με το σύνολο των πολιτικών της δυνάμεων («δεξιών» και «κεντρώων»), με το κράτος τους και με τις συμμαχικές τους δυνάμεις, τα καπιταλιστικά κράτη της Μ. Βρετανίας και των ΗΠΑ. Δίχως τη στρατιωτική, οικονομική και πολιτική ενίσχυση των τελευταίων, η αστική τάξη στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε να νικήσει.

Μπροστά στο δίλημμα «υποταγή ή οργάνωση της πάλης και αντεπίθεση», το λαϊκό κίνημα επέλεξε το δεύτερο δρόμο. Ο ΔΣΕ είναι η πιο τρανή απόδειξη ότι οι κοινωνικές αντιθέσεις δεν χωράνε στα ιδεολογήματα της λεγόμενης «εθνικής ομοψυχίας» και της κατάργησης των ταξικών διαχωριστικών γραμμών. Ο ΔΣΕ έσωσε την τιμή του λαού και του ΚΚΕ.

6. Στη 10ετία του ’50, μετά την ήττα και την υποχώρηση του ΔΣΕ, το ΚΚΕ βρέθηκε σε συνθήκες παρανομίας, αντιμέτωπο με τα εγκλήματα που οργάνωναν το αστικό κράτος και τα κόμματά του. Δεκάδες χιλιάδες κομμουνιστές, αγωνιστές βρέθηκαν στην πολιτική προσφυγιά, στις εξορίες και τις φυλακές, αντιμετώπισαν αλύγιστοι τα εκτελεστικά αποσπάσματα.

Μπροστά στο ΚΚΕ υψωνόταν το καθήκον να συνδυάσει την παράνομη με τη νόμιμη δουλειά, ώστε να ανασυνταχτεί το εργατικό - λαϊκό κίνημα. Οι επιλογές που επικρατούσαν στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα, οι επιδράσεις τους στο Κόμμα, σε συνθήκες ήττας του κινήματος και παρανομίας, οδήγησαν σε μια πορεία παρεκκλίσεων. Βασικοί σταθμοί ήταν: Οι Αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας του 1956 - που επί της ουσίας καταδίκαζε την επιλογή της ένοπλης πάλης 1946 - 1949 και οδηγούσε στο συμβιβασμό της πάλης του ΚΚΕ με την αστική τάξη - καθώς και οι Αποφάσεις της 8ης Ολομέλειας του 1958, με κορυφαίο θεμελιακό λάθος την Απόφαση για διάλυση των παράνομων Οργανώσεών του στην Ελλάδα και το πέρασμα των μελών του Κόμματος στην ΕΔΑ.

Η συμβολή της ΕΔΑ ως σοσιαλδημοκρατικής δύναμης -αρχικά ως συμμαχίας και στη συνέχεια ως ενιαίου κόμματος- στην ανάπτυξη εργατικών, αγροτικών, λαϊκών κινητοποιήσεων, μαθητικών και φοιτητικών - σπουδαστικών αγώνων, σε καμία περίπτωση δεν αντιστάθμιζε την απώλεια της ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής αυτοτέλειας του ΚΚΕ. Οι συγκεκριμένες Αποφάσεις δεν υπηρετούσαν την ανάγκη να διαμορφωθεί κοινωνικό μέτωπο συμμαχίας και πάλης, που να στρέφεται ενάντια στον πραγματικό αντίπαλο, την αστική τάξη, τα κόμματά της, τους ιμπεριαλιστές συμμάχους της.

Μεταπολεμικά, σε συνθήκες βαριάς παρανομίας και παρά τις υπαρκτές ιδεολογικές - πολιτικές - οργανωτικές παρεκκλίσεις και αδυναμίες, το ΚΚΕ αντιτάχτηκε στην ένταξη της Ελλάδας στην ιμπεριαλιστική συμμαχία του ΝΑΤΟ και στην εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ. Ανέδειξε τον επικίνδυνο ρόλο του και εναντιώθηκε αποφασιστικά στη συμμετοχή της Ελλάδας στην ιμπεριαλιστική εκστρατεία εναντίον της Κορέας.

Ακόμα, ανέδειξε έγκαιρα το χαρακτήρα της ΕΟΚ ως ιμπεριαλιστικής συμμαχίας και επέδρασε καθοριστικά στην τοποθέτηση της ΕΔΑ ενάντια στην ένταξη της Ελλάδας, που συμπυκνώθηκε με το χαρακτηρισμό της ΕΟΚ ως «λάκκου των λεόντων».

7. Το ΚΚΕ, από την πρώτη μέρα της επιβολής της 7ετούς στρατιωτικής δικτατορίας (1967 - 1974), αντιπάλεψε, έβαλε στόχο την ανατροπή της. Ηταν το μοναδικό κόμμα που δεν ανέθετε την ανατροπή της χούντας στον ιμπεριαλιστικό παράγοντα, αποκλειστικά στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, αλλά στον οργανωμένο από τα κάτω αντιδικτατορικό αγώνα ως λαϊκή εξέγερση, χωρίς ν’ αποκλείει και την αναγκαιότητα της ένοπλης αναμέτρησης. Οι δυνάμεις του Κόμματος και αργότερα της ΚΝΕ πρωτοστάτησαν στην οργάνωση της αντιδικτατορικής πάλης, με κορυφαία τη συμβολή τους στις καταλήψεις της Νομικής και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973.

Παρά τη διάλυση των Κομματικών Οργανώσεών του και τη μακρόχρονη διάχυση των κομματικών μελών στην ΕΔΑ, το ΚΚΕ διέθετε ισχυρές ρίζες στην ελληνική κοινωνία, με παρακαταθήκη την αναγνώριση του μαρξισμού - λενινισμού ως κοσμοθεωρίας του, του προλεταριακού διεθνισμού, της αναγκαιότητας της πάλης για το σοσιαλισμό.

Γεγονός ιστορικής σημασίας στην πορεία του ΚΚΕ αποτέλεσε η 12η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (1968), στην οποία κρίθηκε η ιστορική συνέχειά του, με την καταδίκη της οπορτουνιστικής ομάδας, που επιδίωκε να πάψει να υπάρχει ως εργατικό επαναστατικό Κόμμα Νέου Τύπου.

Στη συνέχεια, από τις πιο σημαντικές Αποφάσεις ήταν η δημιουργία Κομματικών Οργανώσεων στην Ελλάδα, ώστε να αποκατασταθεί η οργανωτική αυτοτέλεια του ΚΚΕ και η ίδρυση της ΚΝΕ το 1968. Χάρη σ’ αυτές τις Αποφάσεις, το ΚΚΕ και η ΚΝΕ μπόρεσαν να αποτελέσουν την ψυχή του αντιδικτατορικού αγώνα, που απαίτησε για μια ακόμη φορά την αυταπάρνηση, τον ηρωισμό και τη συνεπή αφοσίωση των μελών και στελεχών του.

Το 9ο Συνέδριο αποφάσισε ορισμένες θετικές αλλαγές και διορθώσεις εκτιμήσεων, που αφορούσαν την αναγνώριση του θεμελιακού λάθους της κατάργησης των Κομματικών Οργανώσεων. Άφησε, όμως, άθικτη τη στρατηγική των «δύο σταδίων της ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας», ενώ δεν μπόρεσε να εκτιμήσει σωστά την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού και τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα.

Η προσπάθεια του ΚΚΕ να μελετήσει τις εξελίξεις, να χαράξει και να υλοποιήσει αποτελεσματικά επαναστατική στρατηγική καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τις εκάστοτε στρατηγικές αντιλήψεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς και στη συνέχεια του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, του οποίου υπήρξε αναπόσπαστο, συνεπές τμήμα.

Η ανάδειξη στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα, για μεγάλο διάστημα, λαθεμένων κριτηρίων για τον προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης, όπως το χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων μιας καπιταλιστικής χώρας (και η ποσοτική υπεροχή των αγροτών) σε σχέση με το πιο υψηλό των ηγετικών δυνάμεων στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα καθώς και ο αρνητικός διεθνής συσχετισμός δυνάμεων, οδήγησαν στη στρατηγική των σταδίων, της διεκδίκησης μιας ουτοπικής ενδιάμεσης εξουσίας, μεταξύ της αστικής και της εργατικής και της στήριξης στο σχηματισμό κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού.

Ωστόσο, το ΚΚΕ έμεινε όρθιο στην ταξική πάλη, αντιπάλεψε τον «ευρωκομμουνισμό» (αποκήρυξη της αναγκαιότητας της σοσιαλιστικής επανάστασης και του πρωτοπόρου ρόλου της εργατικής τάξης) και υπερασπίστηκε τη μαρξιστική - λενινιστική κοσμοθεωρία.

8. Το ΚΚΕ ήταν το μοναδικό κόμμα που στις 24 Ιούλη 1974 χαρακτήρισε ως συναινετική την εναλλαγή της χούντας με την κυβέρνηση της «εθνικής ενότητας», διακήρυξε ότι ο ελληνικός λαός «δε μάτωσε για να συντελεστεί μια μεταμφίεση του ζυγού του». Είχε την άμεση ετοιμότητα να κατακτήσει την ντε φάκτο νομιμοποίησή του με την επιστροφή στην Ελλάδα του Α’ Γραμματέα της ΚΕ Χ. Φλωράκη και άλλων μελών της ΚΕ. Η αποδοχή της νομιμοποίησης του ΚΚΕ από την πλευρά της κυβέρνησης «εθνικής ενότητας» αποτέλεσε αναπόφευκτη εξέλιξη, ενώ εξέφραζε και την επιδίωξη των αστικών κομμάτων ότι θα μπορούσαν να το ενσωματώσουν στις ανάγκες της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Με την επανεκκίνηση της νόμιμης δράσης του, το 1974, το ΚΚΕ έθεσε ως άμεσο στόχο τη συγκρότηση Κομματικών Οργανώσεων παντού, μαζί και της ΚΝΕ, ιδιαίτερα στους τόπους δουλειάς, στους χώρους μαθητείας - σπουδών της νεολαίας, την επαναθεμελίωση των δεσμών του με τα πιο πρωτοπόρα τμήματα της εργατικής τάξης, των λαϊκών δυνάμεων, σε συνθήκες που το αστικό πολιτικό σύστημα στήριζε ανοιχτά την οπορτουνιστική ομάδα η οποία αποχώρησε από το Κόμμα το 1968 ως «ΚΚΕ εσωτερικού».

Όμως το ΚΚΕ δεν ήταν ιδεολογικά και πολιτικά κατάλληλα προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει την ορμητική πολιτική συγκρότηση του σοσιαλδημοκρατικού ρεύματος ως ΠΑΣΟΚ, που λειτούργησε ως ο άλλος πόλος του δικομματικού αστικού πολιτικού συστήματος. Το ΠΑΣΟΚ, που αναδείχτηκε σε κυβέρνηση το 1981, αποδείχτηκε πολύτιμο εργαλείο του συστήματος για την ενσωμάτωση, χειραγώγηση και αλλοίωση στην πορεία της όποιας ριζοσπαστικοποίησης είχε αναπτυχθεί στο εργατικό, λαϊκό, στο φοιτητικό - σπουδαστικό, μαθητικό, γυναικείο κίνημα. Στη μαζικοποίηση και στον αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό αυτών των κινημάτων συνέβαλε η πρωτοπόρα δράση των μελών και φίλων του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, σε συνθήκες βέβαια ορισμένων ηττών του διεθνούς ιμπεριαλισμού, κυρίως των ΗΠΑ (π.χ. στο Βιετνάμ). Επίσης, σε συνθήκες κεϊνσιανής διαχείρισης αποσπάστηκαν και ορισμένες κατακτήσεις, προχώρησαν ορισμένοι εκσυγχρονισμοί ωφέλιμοι και για τις εργατικές - λαϊκές δυνάμεις (π.χ. στο οικογενειακό και αστικό Δίκαιο προς όφελος των γυναικών, κατοχύρωση ορισμένων συνδικαλιστικών δικαιωμάτων κ.ά.). Διαχείριση που υπηρετούσε τις συγκεκριμένες ανάγκες της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανασυγκρότησης και μάλιστα σε συνθήκες ανόδου του κύρους του σοσιαλιστικού συστήματος, με σοβαρό στοιχείο επιρροής τη σοσιαλιστική κοινωνική πολιτική.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η γενικότερη προγραμματική αντίληψη του ΚΚΕ για τα στάδια και τις αντίστοιχες συμμαχίες οδήγησε τελικά στην επιλογή συγκρότησης του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, που «διολίσθησε» σταδιακά σε έναν τρόπο λειτουργίας ενιαίου κόμματος. Η επιλογή της ίδρυσής του και η λαθεμένη συμμετοχή του στο σχηματισμό των αστικών κυβερνήσεων Τζαννετάκη (ΝΔ και Συνασπισμός) και Ζολώτα (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Συνασπισμός) εξέφραζαν την ενίσχυση του οπορτουνιστικού ρεύματος και ταυτόχρονα ενίσχυαν παραπέρα αυτό το ρεύμα στην καθοδήγηση και στις γραμμές του ΚΚΕ. Η κατάσταση αυτή έδωσε τη δυνατότητα να ισχυροποιηθεί η επίθεση της αστικής τάξης για τη διάλυση του ΚΚΕ, που είχε σχεδιαστεί από τις συμμαχικές δυνάμεις στο Συνασπισμό σε σύμπραξη με ηγετικά και άλλα στελέχη του Κόμματος. Η νίκη της αντεπανάστασης στα τέλη της 10ετίας του ’80 βρήκε το ΚΚΕ με κλονισμένη την ιδεολογικοπολιτική ενότητά του, με επιπτώσεις και στην ΚΝΕ, με αποτέλεσμα το ξέσπασμα βαθιάς κρίσης, που απειλούσε την ίδια τη συνέχιση της αυτοτελούς δράσης και ύπαρξης του Κόμματος, σε συνθήκες κρίσης με εκφυλιστικά φαινόμενα του συνδικαλιστικού - εργατικού κινήματος.

Οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες στο 13ο Συνέδριο (Φλεβάρης 1991) αντιστάθηκαν στις πιέσεις σοσιαλδημοκρατικών και αστικών δυνάμεων στο πλαίσιο του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου και διέψευσαν τις προσδοκίες της αστικής τάξης ότι το ΚΚΕ σταδιακά θα οδηγούνταν στην πλήρη διάχυσή του στο Συνασπισμό της Αριστεράς και στην τελική αυτοδιάλυσή του.

9. Στην περίοδο 1991 έως σήμερα, σε συνθήκες νίκης της αντεπανάστασης δημιουργήθηκαν πρόσθετες, νέες δυσκολίες και απαιτήσεις για το ΚΚΕ. Στις νέες αυτές συνθήκες μετεξέλιξης της ΕΟΚ σε ΕΕ, ένταξης της Ελλάδας στη Ζώνη του Ευρώ, διεύρυνσης του διεθνούς εμπορίου, των άμεσων και έμμεσων ξένων επενδύσεων με την απελευθέρωση των αγορών, οξύνθηκαν ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός και οι αντιθέσεις μεταξύ διαφορετικών ιμπεριαλιστικών κέντρων, ενώ ξέσπασαν νέος κύκλος τοπικών ιμπεριαλιστικών πολέμων αλλά και πιο συγχρονισμένες καπιταλιστικές οικονομικές κρίσεις, με πιο χαρακτηριστική αυτή του 2007 - 2008.

Το ΚΚΕ εναντιώθηκε αγωνιστικά στη Συνθήκη του Μάαστριχτ για την Ευρωπαϊκή Ένωση (1992), στους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία (1999), στην ιμπεριαλιστική εισβολή στο Αφγανιστάν (2001), στο Ιράκ (2003), στη Λιβύη (2011), στη Συρία (2011), αναδεικνύοντας τη συνενοχή της ελληνικής αστικής τάξης.

Διέβλεψε έγκαιρα τη συνύπαρξη αντιφατικών τάσεων στη συνοχή της διακρατικής ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ενωσης: Αφενός λόγω του ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο με τα μεγάλα μεγέθη των ΗΠΑ, της Κίνας, της Ινδίας, της Ρωσικής Ομοσπονδίας κ.λπ., αφετέρου λόγω της ανισομετρίας ανάμεσα στις οικονομίες των επιμέρους κρατών - μελών, αλλά και του μεταξύ τους ανταγωνισμού. Το ΚΚΕ εύστοχα ανέδειξε ότι μεσο-μακροπρόθεσμα ούτε σύγκλιση οικονομιών των κρατών - μελών της ΕΕ και της Ευρωζώνης θα πραγματοποιούνταν, ούτε πολύ περισσότερο σύγκλιση των μισθών, των συντάξεων, του βιοτικού επιπέδου προς τα πάνω, προσεγγίζοντας τα αντίστοιχα των πιο ισχυρών οικονομιών. Επίσης, τεκμηρίωσε ότι οποιασδήποτε μορφής ένωση καπιταλιστικών κρατών - οικονομική, στρατιωτική και πολιτική - μόνο αντιδραστικό περιεχόμενο θα είχε.

Το ΚΚΕ φωτίζει σήμερα ότι η ανισόμετρη ανάπτυξη των καπιταλιστικών οικονομιών και οι ανισότιμες σχέσεις μεταξύ των αστικών κρατών δεν μπορούν να καταργηθούν στο έδαφος του καπιταλισμού. Αξιοποιεί και την ιστορική πείρα για να τεκμηριώσει ότι κάθε διακρατική ιμπεριαλιστική συμμαχία είναι από τη φύση της αντιδραστική και ότι καμιά ιμπεριαλιστική συμμαχία δεν είναι μόνιμη και σταθερή. Προβάλλει το στόχο της σύγκρουσης και της ρήξης με το ΝΑΤΟ και την ΕΕ ως στοιχεία της πάλης για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, για την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, που αποτελεί προϋπόθεση για να λειτουργήσει η αποδέσμευση της χώρας από κάθε ιμπεριαλιστική συμμαχία υπέρ του λαού. Επίσης, παλεύει για να φύγουν οι βάσεις του θανάτου, να αποτραπεί κάθε προσπάθεια αλλαγής συνόρων, καταδικάζει κάθε έξοδο του ελληνικού ή ξένου στρατού από το έδαφος της χώρας του. Παλεύει με βάση τις αρχές του Προλεταριακού Διεθνισμού για τη διεθνιστική αλληλεγγύη και φιλία των λαών.

Το ΚΚΕ καλεί το λαό να μην έχει καμιά εμπιστοσύνη σε οποιαδήποτε αστική κυβέρνηση, τόσο σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής ειρήνης όσο και σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου. Η πολιτική της αστικής κυβέρνησης σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής θα είναι συνέχεια της γενικότερης αστικής πολιτικής, η οποία συνεχώς ματώνει το λαό και σφαγιάζει τα λαϊκά δικαιώματα. Σε κάθε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας, το Κόμμα θα ηγηθεί της εργατικής - λαϊκής πάλης, ώστε αυτή να συνδεθεί με την κατάκτηση της εξουσίας, να οδηγήσει στην ήττα τόσο της εγχώριας αστικής τάξης όσο και της ξένης ως εισβολέα.

10. Από τις πιο σημαντικές αποφάσεις της περιόδου αυτής είναι η πρωτοβουλία του Κόμματος να ιδρυθεί και να στηριχτεί το ΠΑΜΕ ως πόλος συσπείρωσης ταξικά προσανατολισμένων πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, στον αντίποδα του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, με γραμμή αντιπαράθεσης στη σύγχρονη στρατηγική του κεφαλαίου.

Ταυτόχρονα, το ΚΚΕ πρωταγωνίστησε στην προσπάθεια να ανασυγκροτηθεί το αγροτικό κίνημα, το κίνημα των αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις, να διαχωριστούν από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες, να προσανατολιστούν σε πλαίσιο πάλης με αντιμονοπωλιακά χαρακτηριστικά, σε κοινή γραμμή πάλης με το εργατικό κίνημα. Στην ίδια κατεύθυνση ανασυγκροτήθηκε το ριζοσπαστικό κίνημα των γυναικών, το κίνημα των φοιτητών - σπουδαστών, μαθητών, δίνοντας βάση στην οργάνωση της δράσης από τα κάτω.

Σήμερα το ΚΚΕ δίνει ακόμα πιο αποφασιστικά τη μάχη για να οικοδομήσει μια γερή, ατσαλωμένη και οργανωμένη δύναμη σε κλάδους της βιομηχανικής παραγωγής και άλλους τομείς στρατηγικής σημασίας, παλεύει για να δυναμώσει τη ραχοκοκαλιά της επαναστατικής πολιτικής πρωτοπορίας.

Παλεύει για ένα εργατικό κίνημα με ενιαία κατεύθυνση απέναντι στην τάξη των καπιταλιστών, στις κυβερνήσεις και συνολικά το κράτος της, σε κοινή δράση με λαϊκές δυνάμεις, με γραμμή σύγκρουσης με τα καπιταλιστικά συμφέροντα, πάλης για τις οικονομικές - κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις και ανατροπές που θα κάνουν εφικτή την ικανοποίηση των αναγκών των λαϊκών δυνάμεων.

Ως νέο στοιχείο των πολιτικών και γενικότερων εξελίξεων, το ΚΚΕ αντιμετώπισε αποφασιστικά τις πιέσεις για συμμετοχή ή στήριξη της αστικής διακυβέρνησης του οπορτουνιστικής καταγωγής κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ, που ανήλθε στην κυβερνητική εξουσία το Φλεβάρη του 2015. Πιέσεις, που ξεκίνησαν με τη σταδιακή απαξίωση του ΠΑΣΟΚ, σε συνδυασμό με την πορεία ολοκλήρωσης των σοσιαλδημοκρατικών χαρακτηριστικών του ΣΥΡΙΖΑ, και κορυφώθηκαν στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2012. Προειδοποίησε έγκαιρα για την καπηλεία του ΣΥΡΙΖΑ πάνω στην Ιστορία του κινήματος, προκειμένου να χειραγωγεί και να εξαπατά ριζοσπαστικές συνειδήσεις, αριστερούς αγωνιστές, με ραφιναρισμένο αντικομμουνισμό, που, όσο μεγαλώνει η λαϊκή οργή, δίνει τη θέση του ακόμα και στον ωμό αντικομμουνισμό. Προέβλεψε έγκαιρα τη σοσιαλδημοκρατικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, την ανάδειξή του σε νέο στυλοβάτη του αστικού πολιτικού συστήματος και της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Συγκέντρωσε την προσοχή του στις απαιτήσεις του αγώνα στις συνθήκες της οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης, αλλά και στην περίπτωση αναιμικής ανάκαμψης, στις ιμπεριαλιστικές στρατιωτικές συγκρούσεις και στον πρόθυμο ρόλο συμμετοχής της Ελλάδας σ’ αυτές με τη σύμφωνη γνώμη όλων των αστικών κομμάτων· στον αγώνα κατά της ναζιστικής Χρυσής Αυγής, με ταυτόχρονη ιδεολογική, πολιτική προετοιμασία του λαού κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου, που εξ αντικειμένου μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις να μπει στην ημερήσια διάταξη η πάλη για την εργατική εξουσία.

11. Το ΚΚΕ, στις συνθήκες νίκης της αντεπανάστασης και μεγάλης υποχώρησης του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, προσπάθησε να μελετήσει τις εξελίξεις και να αντλήσει συμπεράσματα από την ιστορική πείρα της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και διεθνώς. Κατανόησε βαθύτερα ότι η θεωρητική ωρίμανση της κομμουνιστικής εργατικής πρωτοπορίας, η δημιουργική προσπάθεια για σύγχρονες επιστημονικές μαρξιστικές επεξεργασίες αποτελούν προϋπόθεση για να τραβηχτούν στην επαναστατική ταξική πάλη ευρύτερα εργατικές και λαϊκές δυνάμεις.

Ήταν μια σύνθετη και επίπονη προσπάθεια διερεύνησης θεωρητικών προβλημάτων της επαναστατικής στρατηγικής και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, η οποία συνδυάστηκε με την προσπάθεια ανασύνταξης του εργατικού κινήματος και τη σκληρή πολιτική αντιπαράθεση με την κλιμακούμενη ιδεολογική και πολιτική επίθεση του κεφαλαίου.

Το ΚΚΕ διάλεξε το δύσκολο δρόμο της κριτικής αποτίμησης της πορείας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε συνθήκες γενικευμένης επικράτησης της αντεπανάστασης, που τροφοδότησε πρωτοφανή ιδεολογική - πολιτική, κοινωνική αντιδραστικοποίηση, σύγχυση και ηττοπάθεια στις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις, αφάνταστη υποχώρηση του κομμουνιστικού κινήματος.

Τότε, πολλά Κομμουνιστικά Κόμματα αποκήρυτταν ανοιχτά την κομμουνιστική ιδεολογία, την αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης και της επαναστατικής εργατικής εξουσίας, προσχωρούσαν έμμεσα ή άμεσα στο αστικοποιημένο σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα.

Το ΚΚΕ αντιμετώπισε την αστική επίθεση, που συκοφαντούσε και διαστρέβλωνε τη σοβιετική Ιστορία, υποστηρίζοντας την υπεροχή της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Βρέθηκε μπροστά στην επιτακτική ανάγκη να διερευνήσει τις αιτίες της αντεπανάστασης και τις ευθύνες για λαθεμένες επιλογές, υποχωρήσεις και παραβιάσεις νομοτελειών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης από τις ηγεσίες των Κομμουνιστικών Κομμάτων στις σοσιαλιστικές χώρες.

Φώτισε την Ιστορία της ΕΣΣΔ, ιδιαίτερα των πρώτων δεκαετιών πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που αποδεικνύει τα σημαντικά παραγωγικά, κοινωνικά, πολιτιστικά επιτεύγματα της κεντρικά σχεδιασμένης παραγωγής και κοινωνικών υπηρεσιών με κοινωνική ιδιοκτησία και συμμετοχή των εργαζομένων στην οργάνωση και διοίκησή τους.

Η γρήγορη εξάλειψη της ανεργίας, του αναλφαβητισμού, η αποτελεσματική εξειδίκευση των εργαζομένων, η μετατροπή της ειρηνικής σε πολεμική βιομηχανία κατά στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ταχύτατη οικονομική ανόρθωση από τις καταστροφές του, τα επιτεύγματα στην εξερεύνηση του Διαστήματος, οι κοινωνικές κατακτήσεις υψηλού επιπέδου δωρεάν Παιδείας και Υγείας αποτελούν μερικά μόνο παραδείγματα.

Η μελέτη της ιστορικής πείρας ανέδειξε ότι μια σειρά από προβλήματα που παρουσιάστηκαν στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης (π.χ. καθυστέρηση στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της βιομηχανίας προϊόντων λαϊκής κατανάλωσης, με αποτέλεσμα την ποιοτική υστέρησή τους, μεταπολεμική καθυστέρηση της αγροτικής παραγωγής, ορισμένες προβληματικές αναλογίες μεταξύ κλάδων της παραγωγής, μεγάλες διαφοροποιήσεις στο χρηματικό εισόδημα) δεν ερμηνεύτηκαν σωστά και δεν αντιμετωπίστηκαν με άξονα την ενίσχυση και επέκταση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, την εμβάθυνσή τους ως κομμουνιστικών σχέσεων και στη σφαίρα κατανομής του προϊόντος μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντί να αναζητηθεί λύση προς τα εμπρός, αναζητήθηκε λύση προς τα πίσω. Διευρύνθηκαν τα στοιχεία εμπορευματικότητας που παρέμεναν, επεκτάθηκαν και στη διάθεση του προϊόντος της σοσιαλιστικής παραγωγής, θεωρητικοποιήθηκε όλη αυτή η οπισθοχώρηση ως «σοσιαλισμός με αγορά».

Το ΚΚΕ ανέδειξε ως σημείο οπορτουνιστικής στροφής του ΚΚΣΕ το 20ό Συνέδριό του (1956), όπου υπήρξε αρνητική αποτίμηση της προηγούμενης περιόδου της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, απαξιώνοντάς την με τα περί «προσωπολατρίας», αλλά και με υποχωρήσεις στα ζητήματα των διεθνών σχέσεων και της διεθνούς επαναστατικής στρατηγικής. Ταυτόχρονα, άνοιξε το δρόμο ώστε να υπάρξουν και καθοριστικής σημασίας αρνητικές συνέπειες στη σύνθεση των καθοδηγητικών οργάνων του.

Σε επόμενα συνέδρια (όπως το 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ) προχώρησε σε ανοιχτή υιοθέτηση οπορτουνιστικών θέσεων και μέτρων, με συνέπεια την εξασθένιση της κεντρικής διεύθυνσης του σχεδιασμού της οικονομίας. Ακολουθήθηκε μια πορεία συνεχών υποχωρήσεων που αποδυνάμωσε τελικά τον κοινωνικό χαρακτήρα της ιδιοκτησίας και ενδυνάμωσε το ατομικό και ομαδικό συμφέρον, η οποία κορυφώθηκε με τη νίκη της αντεπανάστασης.

Καρπός της πολύχρονης προσπάθειας θεωρητικής επεξεργασίας του ΚΚΕ είναι οι εκτιμήσεις για το Σοσιαλισμό στην ΕΣΣΔ που αποκρυσταλλώθηκαν στο 18ο Συνέδριο το 2009. Το ΚΚΕ δεσμεύεται να συνεχίσει την επίπονη ερευνητική προσπάθεια στα προβλήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στα επόμενα χρόνια.

12. Το ΚΚΕ έθεσε τα θεμέλια νέας στρατηγικής αντίληψης στο 15ο Συνέδριό του (1996) και την επεξεργάστηκε πιο ολοκληρωμένα στο νέο Πρόγραμμα που διαμόρφωσε στο 19ο Συνέδριό του (2013).

Με αυτήν τη σύγχρονη προγραμματική επεξεργασία του το ΚΚΕ ανέδειξε ότι ο χαρακτήρας της επανάστασης σε κάθε καπιταλιστική χώρα καθορίζεται αντικειμενικά από τη βασική αντίθεση που καλείται να επιλύσει, την αντίθεση κεφαλαίου - μισθωτής εργασίας, από το χαρακτήρα της εποχής σε διεθνές επίπεδο, της εποχής του μονοπωλιακού καπιταλισμού, ανεξάρτητα από τη θέση της χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Φώτισε τη δυνατότητα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, απελευθερώνοντας την εργατική δύναμη από τα δεσμά του κεφαλαίου, να δώσουν μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, να δώσουν νέα πνοή και ποιότητα σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής, ξεπερνώντας γρήγορα τις όποιες προεπαναστατικές καθυστερήσεις.

Αυτή η σύγχρονη επαναστατική στρατηγική ενισχύει τις δυνατότητες του ΚΚΕ να οργανώνει πρωτοπόρες εστίες αντίστασης και αντεπίθεσης σε κάθε εργασιακό χώρο, σε κάθε κλάδο της οικονομίας.

Το ΚΚΕ επεξεργάστηκε την προγραμματική του αντίληψη όχι μόνο για τη σοσιαλιστική - κομμουνιστική οικονομία, αλλά και για τους θεσμούς της επαναστατικής εργατικής εξουσίας.

Μελετώντας την πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ανέδειξε προγραμματικά τον ταξικό εργατικό χαρακτήρα του κράτους σε όλη τη μακρόχρονη περίοδο διαμόρφωσης της νέας κομμουνιστικής κοινωνίας, την οικονομική - κοινωνική βάση της ταξικής πάλης, που συνεχίζεται στο σοσιαλισμό με άλλες μορφές και μέσα. Το εργατικό κράτος είναι αναγκαίο μέχρι τη μετατροπή σε διεθνές επίπεδο του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων σε κομμουνιστικές, μέχρι την πλήρη εξάλειψη κάθε μορφής ανισοτιμίας, τη διαμόρφωση κομμουνιστικής συνείδησης στη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων. Το ποιοτικά νέο στοιχείο της εργατικής εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου, είναι ότι εκφράζει τις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής. Γι’ αυτό και πυρήνα της εργατικής εξουσίας αποτελεί η συνέλευση των εργαζομένων σε κάθε παραγωγική μονάδα, κοινωνική και διοικητική υπηρεσία, με εκλογή των αντιπροσώπων τους για τα όργανα εξουσίας, από κάτω προς τα πάνω, με δικαίωμα ελέγχου και ανάκλησής τους.

Το ΚΚΕ αναγνωρίζει ως θεμελιακή για την πραγμάτωση της εργατικής εξουσίας την υπεύθυνη συμμετοχή των εργαζομένων σε όλα τα ζητήματα οργάνωσης, διεύθυνσης της παραγωγής και των υπηρεσιών, την ευθύνη του στη διαμόρφωση κομμουνιστικής συνείδησης στους νέους, στους εργαζόμενους.

13. Μετά τις ανατροπές και τη δραματική υποχώρηση και κρίση που εκδηλώθηκαν στις γραμμές του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, το ΚΚΕ πήρε πρωτοβουλίες, ώστε να αναπτυχθεί η κοινή δράση των Κομμουνιστικών Κομμάτων κατά της επίθεσης του κεφαλαίου, των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, του οπορτουνισμού.

Στην προσπάθεια συγκρότησης ή ανασυγκρότησης Κομμουνιστικών Κομμάτων, οι ετήσιες Διεθνείς Συναντήσεις αυτών των κομμάτων, που ξεκίνησαν το 1999 από την Αθήνα και συνεχίζονται μέχρι σήμερα, ήταν ένα πεδίο για την ιδεολογική - πολιτική διαπάλη ενάντια στην παλιά σοσιαλδημοκρατία, στις νέες μορφές του οπορτουνισμού.

Ταυτόχρονα, το ΚΚΕ αγωνίστηκε και αγωνίζεται για την ύπαρξη ενός πόλου συσπείρωσης Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων που αναγνωρίζουν και στοιχειωδώς συμφωνούν στην ανάγκη ανασύνταξης του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.

Ασφαλώς, σε κάθε χώρα, η επαναστατική πολιτική πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ιδιαίτερη πορεία της ταξικής πάλης, του συσχετισμού δυνάμεων, τον τρόπο που εκδηλώνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις στην περιοχή της. Ομως, η ανασυγκρότηση του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος προϋποθέτει την ιδεολογική και στρατηγική του ενότητα ενάντια στη διεθνή στρατηγική του κεφαλαίου.

Σε αυτήν την επίμονη και επίπονη προσπάθεια νέα στοιχεία αποτέλεσαν η Διακήρυξη της Κωνσταντινούπολης (2009) και στη συνέχεια η έκδοση της «Διεθνούς Κομμουνιστικής Επιθεώρησης - Βήμα Διαλόγου», αλλά και άλλες σταθερές μορφές όπως η Κομμουνιστική Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία (2013).

Γ. ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ ΑΤΑΛΑΝΤΕΥΤΑ ΣΤΟΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ - ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ

Κλείνοντας έναν αιώνα αγώνων και θυσιών, το ΚΚΕ δεσμεύεται απέναντι στην εργατική τάξη, στο λαό, να φανεί αντάξιο της Ιστορίας του. Δεσμεύεται να δώσει όλες του τις δυνάμεις για να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στο ρόλο του ως επαναστατικής ιδεολογικής - πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης. Στηριζόμενο στο σύγχρονο Πρόγραμμά του και στη μαρξιστική - λενινιστική κοσμοθεωρία, θα ενισχύει την ικανότητα και την αντοχή του απέναντι σε κάθε είδους δυσκολίες του εγχώριου και του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων, στην επαναστατική πάλη για το σοσιαλισμό - κομμουνισμό.

Συμπληρώνοντας 100 χρόνια ζωής, διδασκόμαστε από την πλούσια ιστορική μας πείρα και δίνουμε καθημερινά τη μάχη για να ενισχυθεί η ικανότητα των δυνάμεων του Κόμματος σε κάθε εργασιακό χώρο, σε κάθε κλάδο της οικονομίας, σε κάθε περιοχή να πρωτοστατούν στην ανάπτυξη διεκδικητικού, οικονομικού και πολιτικού αγώνα, που θα συνδέεται σταθερά με το κύριο πολιτικό καθήκον, την επαναστατική πάλη για την εργατική εξουσία.

Αναβαθμίζουμε την προσπάθειά μας στη μελέτη των σύγχρονων κοινωνικών φαινομένων, των κατακτήσεων σε όλα τα επιστημονικά πεδία καθώς και της πλούσιας πείρας από τα προβλήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα, ώστε να γίνουμε πιο ικανοί να φωτίσουμε την ιστορική επικαιρότητα του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, την ανάγκη να λυθεί η βασική αντίθεση του καπιταλιστικού συστήματος ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση σε πρωτοφανή κλίμακα της εργασίας και της παραγωγής, απ’ τη μια, και στην ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων τους από το κεφάλαιο, από την άλλη. Να προβάλουμε πιο πειστικά τις νέες δυνατότητες που αντικειμενικά δημιουργεί στον 21ο αιώνα η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, πλευρά των οποίων είναι και οι νέες επιστημονικές και τεχνολογικές κατακτήσεις.

Αξιοποιούμε τα διδάγματα της ιστορικής μας πείρας, για να γίνουμε πιο αποτελεσματικοί στην προώθηση της επαναστατικής στρατηγικής και στη διαπάλη μας με τις αντιλήψεις και πρακτικές του αναθεωρητισμού και του οπορτουνισμού. Αναδεικνύουμε την αρνητική πείρα της υποχώρησης από την επαναστατική στρατηγική, της λαθεμένης αντίληψης που αποσπούσε στην πράξη τον αγώνα ενάντια στο φασισμό, ενάντια στις εξαρτήσεις και τις ανισότιμες σχέσεις της χώρας από τον αγώνα για το σοσιαλισμό, ώστε να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη.

Αντιπαλεύουμε κάθε μορφή μεταρρυθμιστικού πολιτικού κυβερνητικού στόχου στο πλαίσιο του αστικού κοινοβουλευτισμού, συμμετοχής του Κόμματος σε κυβερνήσεις στο έδαφος του καπιταλισμού. Αξιοποιούμε τη συμμετοχή μας στους διάφορους θεσμούς του αστικού πολιτικού συστήματος (Κοινοβούλιο, Περιφερειακή και Τοπική Διοίκηση κ.λπ.) για την αποτελεσματικότερη ενημέρωση, διαφώτιση, διεκδίκηση, για τα συμφέροντα των εργατικών - λαϊκών δυνάμεων, την οργάνωση της πάλης τους.

Παλεύουμε σταθερά και αποφασιστικά για να αποκτήσουν ακόμα πιο βαθιές ρίζες, πλατύτερους και ισχυρότερους δεσμούς οι Οργανώσεις του Κόμματος μέσα στην εργατική τάξη, ιδιαίτερα σε κλάδους στρατηγικής σημασίας, στα νέα ηλικιακά και στα γυναικεία τμήματα των μισθωτών εργαζομένων, στους μετανάστες και πρόσφυγες εργάτες. Δουλεύουμε καθημερινά για να οικοδομήσουμε ισχυρές, μαχητικές Οργανώσεις που θα συμβάλουν καθοδηγητικά και αποφασιστικά στην ανασύνταξη σε ταξική κατεύθυνση του συνδικαλιστικού - εργατικού κινήματος και στη συγκρότηση της κοινωνικής συμμαχίας με τα κατώτερα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, ώστε η κοινή πάλη τους να στρέφεται ενάντια στην αστική εξουσία. Συνεχίζουμε τις προσπάθειες συντονισμού της δράσης των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων.

Στα 100 χρόνια του Κόμματος τιμάμε όλους όσοι και όσες έδωσαν τη ζωή τους, βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν για τα μεγάλα ιδανικά μας.

Απευθυνόμαστε στους σημερινούς αγωνιστές, σε μια περίοδο που απαιτεί επίσης θυσίες και ανιδιοτέλεια, ιδεολογική και προσωπική αντοχή σε συνθήκες υποχώρησης του κινήματος, κρίσης και αυξημένων προσωπικών, οικογενειακών αναγκών. Με πείσμα και καρτερικότητα παρά την έλλειψη εμφανών αποτελεσμάτων και με επίγνωση της σημασίας της καθημερινής επαναστατικής πολιτικής δράσης σε οποιεσδήποτε συνθήκες.

Με σιγουριά ότι οι ανώριμοι καρποί σίγουρα θα ωριμάσουν, με ετοιμότητα να ανταποκρινόμαστε στις οποιεσδήποτε εξελίξεις και τα γυρίσματα των καιρών.

Κλείνοντας έναν αιώνα αγώνων και θυσιών, τα μέλη και οι φίλοι του ΚΚΕ δυναμώνουμε την προσπάθειά μας, ώστε να ισχυροποιηθούν ακόμα περισσότερο όλα τα επαναστατικά χαρακτηριστικά του ως Κόμματος Νέου Τύπου, να αυξηθεί η ικανότητά του να δρα ως επαναστατική πρωτοπορία «παντός καιρού».

Δυναμώνουμε το ΚΚΕ, που αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για να αναδειχτούν όλες οι αρετές της εργατικής τάξης ως φορέα της κοινωνικής απελευθέρωσης, του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.

Σήμερα χρειάζεται ένα πολύ πιο ισχυρό ΚΚΕ, ικανό στην πάλη για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, την εδραίωση της αντικαπιταλιστικής - αντιμονοπωλιακής κοινωνικής συμμαχίας, ικανό να ηγηθεί στην πάλη κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου, για την εργατική εξουσία, το σοσιαλισμό - κομμουνισμό.

100 ΧΡΟΝΙΑ ΚΚΕ

Με το λαό, για το σοσιαλισμό

«Σεμνή υπογραφή του λαού μας

στις λεωφόρους του μέλλοντος».

(Γιάννης Ρίτσος)

Η ΚΕ του ΚΚΕ Δεκέμβρης 2017

πηγη: 902.gr

 

xoyda.jpg

Το κείμενο που ακολουθεί είναι εργασία των Χαράλαμπου και Αθανάσιου Πουλάκη, η οποία παρουσιάστηκε στο συνέδριο Νέων Οικονομολόγων που πραγματοποιήθηκε στις 2-3 Δεκεμβρίου του 2017,της Εταιρίας Οικονομολόγων Θεσσαλονίκης με τίτλο: H Πολιτική Οικονομία 1967-1974.  

Ο «Ημεροδρόμος» τους ευχαριστεί για τη δυνατότητα δημοσίευσης της δουλειάς τους, η οποία δείχνει πως το «οικονομικό θαύμα της χούντας» ήταν όλεθρος για τον λαό. Όπως, δε, αναφέρουν και στα συμπεράσματα τους «η επταετία αναδεικνύει την δυνατότητα σύνθεσης του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού και του πολιτικού αυταρχισμού. Ενώ λοιπόν οι δαπάνες για κοινωνική πρόνοια περικόπτονταν, αυξάνονταν δραματικά τα έξοδα υπέρ του αστυνομικού κράτους. Στο πεδίο της φορολογικής πολιτικής διακρίναμε την «ταξική μεροληψία» των πραξικοπηματιών υπέρ της οικονομικής ελίτ».

***

Εισαγωγή : Η Οικονομική Φιλοσοφία της Δικτατορίας

Μελετώντας το «Πρόγραμμα Οικονομικής Αναπτύξεως της Ελλάδος, 1968-1972» πληροφορούμαστε για την οικονομική φιλοσοφία της Δικτατορίας[1]. Ο Γ.Γ. του Υπ. Συντονισμού και Πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής Επεξεργασίας Προγράμματος Κ. Θάνος γράφει πως: «Το παρόν πρόγραμμα είναι κατ εξοχήν ενδεικτικόν δια τον ιδιωτικόν τομέα της οικονομίας. Τούτο είναι απολύτως δικαιολογημένον, καθόσον η αποτελεσματική λειτουργία των ελεύθερων οικονομικών θεσμών αποτελεί- τούτο άλλωστε προκύτπει και εκ της εμπειρίας του παρελθόντος- το καταλληλότερον μέσον προωθήσεως της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας…[2]». Στην συνέχεια συμπληρώνει χαρακτηριστικά: «ο αυστηρός και λεπτομερής σχεδιασμός των δημόσιων και ιδιωτικών φορέων αντιβαίνει προς την γενικοτέραν φιλοσοφικήν τοποθέτησιν της Κυβερνήσεως όσον και προς το καλόν νοούμενον συμφέρον της Χώρας…. Είναι ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού…. Πράγματι το σύνολον σχεδόν των προβλεπόμενων μέτρων πολιτικής και θεσμικών μεταρυθμίσεων αποσκοπεί εις την απελέυθερωσην των δυνάμεων του υγειούς ανταγωνισμού και την ενίσχυσιν του ρυθμιστικού ρόλου των τιμών εις την κατανομή των οικονομικών πόρων».[3] Στο ίδιο πνεύμα ο Υπ. Συντονισμού Ν. Μακαρέζος αναφέρει πως το πρόγραμμα : «βασίζεται εις την ενίσχυσιν του ρόλου της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και την αποτελεσματικωτέραν λειτουργίαν των ελέυθερων οικονομικών θεσμών[4]». Μπορούμε συνεπώς να εξάγουμε ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα.

Η Στρατιωτική Δικτατορία φαίνεται απόλυτα προσηλωμένη στις αρχές της ελεύθερης αγοράς και υποστηρίζει την αδέσμευτη από το κράτος ιδιωτική πρωτοβουλία. Το οικονομικό επιτελείο της Δικτατορίας, δεν βλέπει καμιά αντίφαση μεταξύ της οικονομικής και της πολιτικής του φιλοσοφίας. Οι αρχές της ελεύθερης αγοράς ταιριάζουν, στο «διανοητικό σύμπαν» των Πραξικοπηματιών, με το «αποφασίζομεν και διατάσωμεν» και την παντελή έλλειψη πολιτικού φιλελευθερισμού. Βασικό στοιχείο του προγράμματος, είναι ο «εκσυγχρονιστικός» του χαρακτήρας που επιδιώκει να «απελευθερώσει» τις δυνάμεις της αγοράς. Εντοπίζεται ουσιαστικά, μια προσπάθεια νεοφιλελεύθερων απορρυθμίσεων. Είναι έκδηλο, ότι η οικονομική φιλοσοφία της Δικτατορίας αντιτίθεται σε πολιτικές ρυθμιστικού κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία. Σε αυτό το σημείο να υπενθυμίσουμε ότι η Ένωση Κέντρου προσπάθησε να εφαρμόσει «αναδιανεμητικές» πολιτικές. Η Δικτατορία λοιπόν μετατόπισε εκ νέου την «ισορροπία» μεταξύ αγοράς και κράτους υπέρ της πρώτης[5].

Σε ότι αφορά την Βιομηχανία το πρόγραμμα θέτει ως στόχο την ταχεία εκβιομηχάνιση της χώρας[6]. Ακόμα αναφέρεται, πως «η Ελληνική Βιομηχανία αναπτύχθηκε λόγω της ισχυρής δασμολογικής προστασίας– η GATT ήταν αρκετά ευέλικτη ως προς την δυνατότητα επιβολής προστατευτικών πολιτικών[7] – και ότι θα πρέπει πλέον να σταθεί μόνη της στις συνθήκες του διεθνούς ανταγωνισμού, υλοποιώντας τους όρους Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ»[8][9]. Από αυτό το σημείο αντιλαμβανόμαστε ότι η Δικτατορία δεν είχε καμιά πρόθεση να συγκρουστεί οικειοθελώς με την ΕΟΚ.  Σε ότι αφορά το κράτος ο βασικός του ρόλος εντοπίζεται στο ότι πρέπει με όλες του τις δυνάμεις να προσπαθήσει να «ενισχυθούν παντοιοτρόπως οι δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς[10][11]». Στο ίδιο πνεύμα είναι και οι αναφορές του Προγράμματος για τον ρόλο του ξένου κεφαλαίου που θεωρείται απαραίτητος αρωγός της οικονομικής ανάπτυξης[12]. Ο πολιτικός δρών που μπορεί να φέρει εις πέρας αυτόν τον «εκσυγχρονισμό», για τους «Συνταγματάρχες», είναι μόνον ο Στρατός[13]. Έτσι το μερίδιο του Κράτους στην οικονομία έτεινε να μειωθεί[14]. Το Κράτος περιοριζόταν σε λειτουργίες όπως η τάξη, η ιδεολογία, η άμυνα κλπ[15].

Η πολιτική της Επταετίας για ορισμένους αναλυτές έχει χαρακτηριστεί ακόμα και πρωτονεοφιλελευθερη[16]. Τούτου δοθέντος στην Ελλάδα εφαρμόστηκε νεοφιλελεύθερη πολιτική, πριν ακόμα από την Χιλή του Δικτάτορα Pinochet (1973). Όμως παρά τις εξαγγελίες για ορθολογισμό των δημόσιων δαπανών αυτές εκτινάχθηκαν στα ύψη, ιδιαίτερα για τις ανάγκες της «εσωτερικής ασφάλειας»[17], ενώ και ο δημόσιος δανεισμός ξεπέρασε κάθε προδικτατορικό όριο[18]. Παράλληλα η «κοινωνία των πολιτών» ασφυκτιούσε υπό την «επίβλεψη» του καθεστώτος και οργανώσεις όπως τα συνδικάτα ουσιαστικά απαγορεύονταν[19]. Καταλήγοντας πρέπει να τονίσουμε την συμβατότητα μεταξύ νεοφιλελεύθερης οικονομικής φιλοσοφίας και παντελούς έλλειψης δημοκρατικών θεσμών.

Η ανοδική φάση του μεγάλου οικονομικού κύκλου και τα τελευταία προδικτατορικά έτη.

Είναι γνωστό πως η δεκαετία του’60 είναι ο πυρήνας της «χρυσής εποχής» του δυτικού καπιταλισμού. Με τις συμφωνίες του Bretton Woods να έχουν διαμορφώσει το μακροοικονομικό περιβάλλον και τις ιδέες του J.M. Keynes να κυριαρχούν ο δυτικός καπιταλιστικός κόσμος γνωρίζει πρωτόγνωρη ανάπτυξη, με μέσο ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης 4,8% την περίοδο 1960-1972, για το σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ[20]. Ειδικά η ετήσια μεγέθυνση της Δ. Ευρώπης[21] και των ΗΠΑ ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακή ενώ και ο όγκος συναλλαγών του διεθνούς εμπορίου γνώριζε μέση ετήσια αύξηση  περίπου κατά 7%[22] .Η ανάπτυξη αυτή συνοδευόταν από χαμηλά ποσοστά ανεργίας και άνοδο του βιοτικού επιπέδου[23]. Ακόμα την περίοδο της Δικτατορίας η αραβοϊσραηλινή διαμάχη εκτίναξε τα ναύλα στα ύψη προς όφελος του ελληνικού εφοπλισμού. Η μόνη ίσως «αστάθεια» την εποχή του πραξικοπήματος ήταν, η υποτίμηση της βρετανικής στερλίνας[24].

Η Ελληνική οικονομία από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και κατά την διάρκεια της, γνώρισε και αυτή υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης τόσο στις επενδύσεις όσο και στην παραγωγή[25]. Την περίοδο 1963-1975 το ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε περίπου κατά 250% και ο μέσος ετήσιος ρυθμός της βιομηχανικής παραγωγής ξεπέρασε το 9%[26] με το εισόδημα της βιομηχανίας μαζί με τις κατασκευές να αυξάνεται κατά 350%. Την ίδια περίοδο το εισόδημα από τον αγροτικό τομέα αυξήθηκε μόλις κατά 50%. Είναι εμφανές λοιπόν ότι ο βιομηχανικός τομέας αρχίζει να διαδραματίζει όλο και πιο σημαντικό ρόλο.

Η Ελλάδα κατείχε την πρώτη θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, για την περίοδο 1965-1973, στον ρυθμό παραγωγικότητα της εργασίας με μέση ετήσια μεταβολή 8,40%[27]. Ωστόσο είναι γεγονός πως οι μισθοί και τα ημερομίσθια παρέμεναν σε χαμηλά επίπεδα[28]. Επιπλέον αύξηση της παραγωγικότητας και του ΑΕΠ δεν συνοδευόταν με αξιοσημείωτη αύξηση της απασχόλησης[29], εφόσον η τελευταία αυξήθηκε κατά 0,7%-0,8%[30],  και επιπλέον το τμήμα προϊόντος που ιδιοποιούταν η εργασία παρέμενε σε χαμηλά επίπεδα[31]. Αυτό είναι ένα δομικό χαρακτηριστικό του λεγόμενου «ελληνικού οικονομικού θαύματος». Το 1964 ο ρυθμός μεγέθυνσης ήταν 9,4% (Διάγραμμα 2), παρά  την χαμηλή παραγωγή ελαιολάδου, ένα από τα βασικότερα εξαγωγικά προϊόντα της Ελληνικής οικονομίας[32]. Αυτή οφειλόταν σε αύξηση του βιομηχανικού προϊόντος κατά 10,6%, αλλά και στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής . Το 1965 και το 1966 παρά την Κυβερνητική αστάθεια και την έλλειψη νομιμοποίησης- των Κυβερνήσεων των αποστατών – η μεγέθυνση άγγιξε κατά μέσο όρο το  8,65%.

Η οικονομική κατάσταση μετά το Πραξικόπημα

Η οικονομική ανάπτυξη ήταν ζήτημα ζωτικής σημασίας για το Στρατιωτικό Καθεστώς καθώς μέσω αυτής θα μπορούσε να αντλήσει το απαραίτητο «πολιτικό κεφάλαιο» προκειμένου να πετύχει την νομιμοποίηση του, από ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας ή να εξασφαλίσει απλώς την ανοχή τους. Αναμφίβολα όμως, η δικτατορία βασίστηκε στην νομισματική σταθεροποίηση και την οικονομική ανάπτυξη που είχε ξεκινήσει είδη από την δεκαετία του 1950 [33]

Ο ισχυρισμός των Συνταγματαρχών ότι παρενέβησαν στην πολιτική ζωή για να σώσουν την Ελληνική Οικονομία από την ύφεση είναι αβάσιμος[34]. Απεναντίας τα δυο πρώτα χρόνια του δικτατορικού καθεστώτος η μεγέθυνση του ΑΕΠ υστερούσε της προδικτατορικής περιόδου [35]. Ο μέσος όρος μεγέθυνσης της διετίας 1967-1968[36] ανήλθε (Διάγραμμα 2) στο 6,45%[37]. Για να αντιστρέψουν την κατάσταση, οι Συνταγματάρχες επέτρεψαν τον άφρονα δανεισμό της τουριστικής, της οικοδομικής και της ναυτιλιακής δραστηριότητας και φυσικά των ευνοούμενων του καθεστώτος[38].  Παρόλα αυτά την διετία 1968 -1969 η ανεργία (Διάγραμμα 1) σημείωσε ποσοστό ρεκόρ (5,4% κατά μέσο όρο), (4,4% το 1967) αλλά από το 1970 και μετά ακολουθεί φθίνουσα πορεία.

Η ανάκαμψη της τριετίας 1969-1971 – μέσος ρυθμός μεγέθυνσης 9,4% -(Διάγραμμα 2) βασίστηκε στην αναθέρμανση της βιομηχανικής παραγωγής[40]. Η «δανειακή» οικονομική πολιτική όμως έφερε την οικονομία σε αδιέξοδο που εκφράστηκε με την «επανάσταση των τιμών» το 1973 την οποία επέτειναν κερδοσκοπικές πρακτικές. Ως εκ τούτου το 1974 λόγω των οικονομικών προβλημάτων και της κατακόρυφης πτώσης των επενδύσεων (-25,6%)[41] , το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 6,4%. (Διάγραμμα 2).

Δικτατορία και Ευρώπη

Η προδικτατορική ελληνική πολιτική προσανατολιζόταν σταθερά στην ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ και στην υλοποίηση της Συμφωνίας Σύνδεσης Ελλάδας-Κοινότητας. Η σύνδεση προέβλεπε σταδιακή και μεθοδική ενσωμάτωση της ελληνικής οικονομίας στην ευρωπαϊκή[43]. Με την έλευση της Δικτατορίας όμως οι σχέσεις της Ελλάδας με την ΕΟΚ βίωσαν μια «ελεγχόμενη κρίση» ενώ, με τις ΗΠΑ οι  σχέσεις αναθερμάνθηκαν ιδιαίτερα[44].

Όσον αφορά την Συμφωνία η Δικτατορία εφήρμοσε τις υποχρεώσεις της, που αφορούσαν το σκέλος της τελωνιακής ένωσης [45]. Ωστόσο η οικονομική βοήθεια από πλευράς ΕΟΚ είχε παγώσει[46]. Αυτή η επιλεκτική εφαρμογή ευνοούσε την Κοινότητα που έβλεπε τους Ελληνικούς δασμούς να αίρονται κατά την διάρκεια της Δικτατορίας. Εν συνεχεία υπό την πίεση των Σκανδιναβικών Κυβερνήσεων η Ελλάδα αποχώρησε από το Συμβούλιο της Ευρώπης (όργανο που δεν συνδέεται άμεσα με την ΕΟΚ) προκειμένου να προλάβει την καταδίκη της για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[47].

Υπό αυτές τις συνθήκες η Δικτατορία – που ωστόσο είχε άριστες σχέσεις με τις ΗΠΑ – στρέφεται προς τις χώρες του τρίτου κόσμου, ακόμα και σε χώρες του λεγόμενου σοσιαλιστικού στρατοπέδου[48] προκειμένου να εξασφαλίσει επενδύσεις και εμπορικές συναλλαγές[49]

Δημοσιονομική Πολιτική και Δικτατορία

Οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν κατακόρυφα μετά το 1967 και ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο[50]. Τα έξοδα της κυβέρνησης συνέβαλαν μεν σε μια σημαντική αύξηση στην γενική ρευστότητα αλλά ενέτειναν τις πληθωριστικές πιέσεις[51].

Στον τομέα των δαπανών για την κοινωνική μέριμνα το μερίδιο αυτών για την εκπαίδευση – στο σύνολο των κυβερνητικών δαπανών για αγαθά και υπηρεσίες-  έπεσε από το 16,3%, το 1966 σε 14,6%, το 1973[52]. Η Ελλάδα εξακολουθούσε να έχει το χαμηλότερο ποσοστό δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη σε σχέση με όλες τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες[53]. Ακολούθως οι δαπάνες για την Δημόσια Υγεία και τις κοινωνικές υπηρεσίες μειώθηκαν. Από 11,6%  των εξόδων, το 1966, έφτασαν στο 10%, το 1973[54]. Στον αναπτυξιακό τομέα το μερίδιο των επιδοτήσεων στις συνολικές δαπάνες έπεσε από 6,6% το 1966, σε 4,1%, το 1973[55].

Για να καλυφτούν τα δημόσια έξοδα οι φόροι ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν από δύο έως και τρείς μονάδες[56]. Η φορολογική μεταρρύθμιση του 1968 μετέφερε το φορολογικό βάρος κυρίως στους εργαζόμενους, καθώς μεγάλες επιχειρήσεις και εύποροι ιδιώτες «απαλλάσσονταν»[57]. Χαρακτηριστικά το 1971 οι φοροαπαλλαγές που «απήλαυσαν» 464 μεγάλες επιχειρήσεις ήταν κατά τρείς φορές υψηλότερες από τους φόρους που είχαν καταβάλει[58]. Η πολιτική του καθεστώτος φαίνεται και στην σύνθεση των φόρων καθώς μεταξύ άλλων, η Δικτατορία επέλεξε την αύξηση κυρίως των έμμεσων φόρων, οι οποίοι έπλητταν κυρίως την εργατική τάξη και τα μεσαία στρώματα[59]. Επιπροσθέτως το σύνολο των κατηγοριών των φορολογικών εισφορών, εκτός αυτών από ημερομίσθια και μισθούς, ακολούθησαν φθίνουσα πορεία από το 1966, κάτι το οποίο σχετίζεται με την εύνοια του καθεστώτος προς την κοινωνικοοικονομική ελίτ[60]. Ειδικότερα παρότι το σύνολο των φόρων, ως ποσοστό, του ΑΕΠ αυξήθηκε από 27,4% το 1966, σε 29,2% το 1972, οι φόροι κληρονομιάς μειώθηκαν, όπως και οι φόροι των μεγάλων επιχειρήσεων που «έπεσαν» κατά 10,9% την περίοδο 1972-73[61]. Το Στρατιωτικό Καθεστώς εισέπραττε το 36%  των εσόδων του μέσω άμεσων φόρων από τα νοικοκυριά και το 55% αυτών, μέσω έμμεσων[62]. Ανιχνεύουμε λοιπόν στην φορολογική πολιτική των Συνταγματαρχών στοιχεία της συνταγής των trickledown economics πολλά χρόνια πριν την οικονομική πολιτική του Reagan (Reaganomics).

Το μεγαλύτερο μέρος όμως των δαπανών του δημοσίου χρησιμοποιήθηκε υπέρ των διαφόρων «σωμάτων ασφαλείας»[63]και στην ανορθολογική επέκταση του δημοσίου[64]. Οι δαπάνες για την Εθνική Άμυνα μειώθηκαν αλλά υπερδιογκώθηκαν τα έξοδα για την «εσωτερική ασφάλεια»[65]. Το τελευταίο είναι ένα χαρακτηριστικό όλων των αυταρχικών καθεστώτων που κάνουν χρήση του αστυνομικού κράτους. Η καταστολή είναι ένας τρόπος επιβίωσης της εξουσίας σε πλαίσια χαμηλής κοινωνικής νομιμοποίησης. Αυτό το φαινόμενο «εκρηκτικής αύξησης» των δημοσίων δαπανών για την «ασφάλεια» θα το ονομάζαμε «δημοσιονομική επίπτωση του αστυνομικού κράτους».

Ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακή λοιπόν η αύξηση του δημοσίου χρέους προκειμένου να χρηματοδοτηθεί ο προϋπολογισμός. Αυτή η διαχείριση είχε ως αποτέλεσμα το μερίδιο των τόκων του δημοσίου χρέους στα κυβερνητικά έξοδα να αυξηθεί από 3,0% το 1966, σε 4,8% το 1973.[66] Το 1971 ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις για τη σύναψη ενός δανείου, ύψους 60 εκατομμυρίων δολαρίων, από ένα σύνολο Τραπεζών[67] υπό την ηγεσία της First National City Bank[68]. Επιπλέον, τον Ιανουάριο του 1972 έκλεισαν οι διαπραγματεύσεις για νέο δάνειο 30 εκατ. Δολαρίων προς την Τράπεζα της Ελλάδος από μια σειρά Αμερικανικών και Αγγλικών Τραπεζών ενώ τον Απρίλιο συνομολογήθηκε και νέο δάνειο, ύψους 70 εκατ. δολαρίων, με τις τράπεζες Goldman Sachs ,International Corporation, κλπ[69]. Ακολούθως το Μάιο του 1972, το Ελληνικό Δημόσιο έλαβε ακόμα ένα δάνειο, ύψους 25 εκατ. δολαρίων., από τη (FNCB)[70] της Νέας Υόρκης ενώ τον Οκτώβρη του ίδιου έτους η Τράπεζα της Ελλάδος έλαβε δάνειο 70 εκατ. δολάρια. από κοινοπραξία τραπεζών με επικεφαλής την Crocker National Bank San Francisco California.[71]  Τέλος, τον Ιούλιο του 1973 η Τράπεζα της Ελλάδας έλαβε ακόμα ένα δάνειο, με τη μορφή αναλήψεων έως το ποσό των 200 εκατ. δολαρίων από κοινοπραξία ξένων τραπεζών υπό την ηγεσία της First Boston (Europe) Limited, London[72].

Έτσι το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από τις 38,7 δισεκατομμύρια δραχμές που ήταν τον Δεκέμβρη του 1967 στα 87,5 δις δραχμές τον Γενάρη του 1973 (Διάγραμμα 3). Η πληρωμή των τοκοχρεολυσίων αφορούσε ένα ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο των δημοσίων δαπανών[73]. Συνεπώς, κατά την περίοδο της δικτατορίας, σε απόλυτα μεγέθη το Δημόσιο Χρέος αυξήθηκε κατά 194,86% (Διάγραμμα 3). Παρατηρούμαι όμως ότι η Δικτατορία ακολούθησε σε γενικές γραμμές – έστω δανειζόμενη μεγαλύτερα ποσά- την «ελληνική» δανειακή πολιτική της μεταπολεμικής περιόδου (Διάγραμμα 3.1). Θα πρέπει να επισημάνουμε όμως ότι από το 1971 που ξεκινά ουσιαστικά ο  επιτακτικός δανεισμός του καθεστώτος από τις διεθνείς αγορές, η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια νέα φάση. Προπολεμικά οι πολύ υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης μπορούσαν να καταστήσουν βιώσιμο τέτοιο δανεισμό. Με την κατάρρευση του Bretton Woods, τις πετρελαϊκές κρίσεις, την κρίση στασιμοπληθωρισμού και την «στάσιμη ανάπτυξη» των επερχόμενων δεκαετιών στην Ελλάδα δεν θα ξαναεμφανιστούν τέτοιοι ρυθμοί μεγέθυνσης. Ως εκ τούτου μακροπρόθεσμα η δανειακή πολιτική του Καθεστώτος – όσον αφορά την επιτάχυνση μεγέθυνσης του δημοσίου χρέους – δεν θα ήταν βιώσιμη ακόμα και με τα πιο ελαστικά κριτήρια. Και στην «βραχεία διάρκεια» όμως το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν μεγαλύτερο από ότι στην προδικτατορική περίοδο (Διάγραμμα 3) . Έτσι το 1974 άγγιζε το 22% του Ελληνικού ΑΕΠ (Διάγραμμα 3).

Η Νομισματική Πολιτική του Στρατιωτικού Καθεστώτος

Κατά την προδικτατορική περίοδο η νομισματική βάση της ελληνικής οικονομίας ήταν σε μεγάλο βαθμό υγιής[76]. Παρότι το ΑΕΠ αυξάνονταν με μέσο ετήσιο ποσοστό της τάξης του 8,68% την περίοδο 1961-1966 (Διάγραμμα 2), η ετήσια αύξηση των τιμών ήταν μόλις 3%[77]. Με την Δικτατορία τα πράγματα αλλάζουν. Αρχικά η ρευστότητα, μετρίσιμη από τον λόγο της παροχής χρήματος προς το σύνολο του ΑΕΠ, αυξήθηκε από 51% το 1966, σε 76% το 1972[78]. Θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι αυτή η ρευστότητα «κατευθύνονταν» σε τομείς όπως ο τουρισμός, η ναυτιλία και οι οικοδομικές δραστηριότητες[79].

Τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας παρατηρείται λοιπόν αύξηση του πραγματικού μισθού (Διάγραμμα 7) χωρίς ταυτόχρονη πληθωριστική έκρηξη [80]. Το 1967 και το 1968 οι τιμές παρέμειναν σχεδόν σταθερές με αύξηση 1% ετησίως[81]. Την κατάσταση επιδείνωσε όμως η νομισματική πολιτική του καθεστώτος καθώς άρχισε να χρηματοδοτεί χωρίς προαπαιτούμενα κάθε επιχειρηματική δράση[82]. Έτσι ο λόγος της αύξησης της νομισματικής κυκλοφορίας εκτινάχθηκε από το 7,1% που ήταν το 1969 σε 28,5% το 1973 και ο αντίστοιχος της προσφοράς χρήματος (κυκλοφορούν χρήμα + καταθέσεις) διαμορφώθηκε από 8,2%, το 1969 σε 22,7%, το 1973[83]. Είναι χαρακτηριστικό πως τα δυο αυτά μεγέθη υπερέβησαν την αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων για το 1973 που ήταν  της τάξης του 8,7% και 9,7% αντίστοιχα[84]. Έτσι οι ιδιωτικές καταθέσεις μειώθηκαν από 34,2 δισεκατομμύρια δραχμές το 1972, σε 19,6 δισεκατομμύρια δραχμές το 1973, προξενώντας μειώσεις των επενδύσεων [85]. Αυτή η τάση μείωσης της αποταμίευσης μας καταδεικνύει απώλεια εμπιστοσύνης στην δραχμή.

Την περίοδο 1973-1974 τα θεσμικά βάθρα του Στρατιωτικού Καθεστώτος φάνηκαν τελείως ανίκανα να διαχειριστούν την κατάσταση. Η συνολική ζήτηση προ πολλού είχε αρχίσει να αυξάνεται με ρυθμούς μεγαλύτερους της συνολικής προσφοράς. Έτσι αυξήθηκε ο βαθμός χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας και εντάθηκαν οι πληθωριστικές πιέσεις οι οποίες αρχικά συγκαλύφθηκαν λόγω της παρέμβασης του κράτους.[86] Συνεπώς σε συνδυασμό με την ατελέσφορη νομισματική διαχείριση των Συνταγματαρχών,  επήλθαν πολύ υψηλά επίπεδα πληθωρισμού (Διάγραμμα 4). Η Ελλάδα με το χαμηλότερο ποσοστό πληθωρισμού (2,2%) μεταξύ όλων τον χωρών του ΟΟΣΑ το 1961-71,  κατέληξε η χώρα με το μεγαλύτερο επίπεδο πληθωρισμού για το 1973[87].

Από το 1971 η δικτατορία προσπάθησε να ακολουθήσει μια πολιτική ελέγχου των τιμών προκειμένου να συγκρατήσει τον πληθωρισμό[88] .Όμως ο δείκτης τιμών καταναλωτή από 2,5%, το 1968, έφτασε το 6,6% το 1972[89]. Έτσι το 1972 το καθεστώς πήρε αυστηρά περιορίστηκα μέτρα νομισματικής και πιστωτικής φύσης τα οποία όμως, επειδή δεν εντάσσονταν σε ένα πλήρες σχέδιο αποδείχθηκαν ανεπαρκή[90]. Έτσι ο πληθωρισμός και το επίπεδο τιμών ήταν μεγαλύτερο στην Ελλάδα – έως και υπερδιπλάσιο το 1974- από το σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ (Διάγραμμα 4) και υποχώρησε μόνο κατά την μεταπολίτευση. 

To 1973 λοιπόν – σε συνδυασμό με την πετρελαϊκή κρίση και την κατάρρευση του συστήματος του Bretton Woods – ο δείκτης τιμών καταναλωτή σκαρφάλωσε στο 15,5%, (Διάγραμμα 4) ενώ παρουσίασε αύξηση της τάξης του 37,8% από τον Απρίλιο του 1973 μέχρι τον Απρίλιο του 1974[92]. Οι ανατιμήσεις αφορούσαν κυρίως είδη πρώτης ανάγκης, με ότι αυτό συνεπάγεται για τα μεσαία και κατώτερα εισοδήματα [93]. Ως εκ τούτου το 1973 το ποσοστό του πληθωρισμού είχε επιφέρει μειώσεις των πραγματικών μισθών κατά 4% (Διάγραμμα 7 )[94]. Η Δικτατορία προσπάθησε να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό με την εφαρμογή περιοριστικής πολιτικής αλλά και με αστυνομικά-διοικητικά μέτρα. [95] Παρόλα αυτά στις αρχές του 1974 ο δείκτες τιμών καταναλωτή ανήλθε στο 40% [96].

 Ποιες ήταν όμως οι βαθύτερες αιτίες αυτής της κατάστασης ; Ο V. Kafiris, διαφωνεί κάθετα με τον ισχυρισμό του Στρατιωτικού Καθεστώτος ότι ο πληθωρισμός ήταν ουσιαστικά εισαγόμενος[97]. Βασίζει το επιχείρημα του στο γεγονός ότι το αποτέλεσμα των τιμών των εισαγόμενων προϊόντων στον δείκτη χονδρικών πωλήσεων των τελικών προϊόντων ήταν μόλις 0,4%[98]. Εσωτερικά αίτια διακρίνει και ο Σάκης Καράγιωργας, καθώς θεωρεί πως βασική αιτία της κρίσης ήταν η προηγηθείσα αλόγιστη επεκτατική πολιτική[99]. Αυτή η πολιτική, για τον Καράγιωργα,  δεν συνδέθηκε με μια μακρόπνοη αναπτυξιακή στρατηγική – κυρίως από την πλευρά της προσφοράς- και είχε ως αποτέλεσμα την συσσώρευση υπερβάλλουσας ζήτησης[100]. Ο πληθωρισμός λοιπόν ήταν αναπόφευκτος ακόμα και χωρίς την επίδραση του εξωτερικού παράγοντα.

Το Ισοζύγιο Πληρωμών στην Επταετία

Από το 1968 το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο αυξάνεται με ταχύς ρυθμούς (Διάγραμμα 5). Χαρακτηριστικό της περιόδου είναι οι διογκούμενες εισαγωγές αγροτικών προϊόντων[101]. –οι οποίες αυξήθηκαν δραματικά κατά την επταετία- , πιθανώς ως απότοκος της αγροτικής της πολιτικής. Το 70% των εισαγωγών αφορούσε καταναλωτικά προϊόντα και κυρίως τρόφιμα. ‘Άλλη μια αδυναμία του ελληνικού εμπορίου, ήταν η παντελής έλλειψη σχεδίου για την ανάπτυξη του κλάδου των μηχανοκατασκευών[102]. Η Ελλάδα συνέχιζε να εξαρτάτε πλήρως από το εξωτερικό για τις ανάγκες της σε μηχανολογικό εξοπλισμό[103]. Έτσι το 1973 το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου παρουσιάζεται σχεδόν τετραπλάσιο από το αντίστοιχο του 1968 (Διάγραμμα 5). Ειδικότερα το 1971 το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου αυξάνεται σχεδόν κατά 21% σε σχέση με το 1970.  Αυτή η εξέλιξη, σε συνδυασμό με τον πληθωρισμό, ανάγκασε την Δικτατορία να αναγνωρίσει για πρώτη φορά δημόσια την αποτυχία της οικονομικής της πολιτικής και να εγκαινιάσει τα «νέα οικονομικά μέτρα»[104].  Ακολούθως το 1973, λόγω και της πετρελαϊκής κρίσης, το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών διπλασιάστηκε (Διάγραμμα 5).  Η ελλειμματικότητα του εμπορικού ισοζυγίου αντισταθμιζόταν (αλλά όχι επαρκώς) από το πλεόνασμα ισοζυγίου άδηλων συναλλαγών που ωστόσο μειώθηκε από 77% το 1972 σε 58% το 1973[105]. Έτσι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών οχταπλασιάστηκε μεταξύ του 1967 και 1972 (Διάγραμμα 8)[106]. Τούτο δοθέντος, το «βασικό ισοζύγιο» μετατράπηκε από πλεονασματικό (κατά μέσο όρο της τάξεως των 14,6 εκατομμυρίων δολαρίων) το 1960-66, σε ελλειμματικό (κατά μέσο όρο της τάξεως των 117,0 εκατομμυρίων) το 1967-73[107].

Κατανομή του Εθνικού Εισοδήματος κατά Περιοχές και Κοινωνικές Τάξεις

 Η Δικτατορία δεν αντιμετώπισε την ανισόμετρη ανάπτυξη μεταξύ των γεωγραφικών διαμερισμάτων της Ελλάδας. Στην περιοχή της Αττικής συνέχισε να παράγεται περίπου το 55% του ακαθάριστου βιομηχανικού προϊόντος ενώ το υπόλοιπο παραγόταν κατά κύριο λόγω σε ορισμένα βιομηχανικά κέντρα όπως η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, και ο Βόλος[109]. Η υπόλοιπή Ελλάδα λοιπόν και ιδιαίτερα η ύπαιθρος παρέμενε καθυστερημένη. Αυτή η εικόνα εξηγεί το φαινόμενο της αστικοποίησης. Τη διαφορά που υπάρχει στα κατά κεφαλήν εισοδήματα κατά περιφέρεια, μας δίνουν τα στοιχεία της Επιτροπής της ΕΟΚ για το 1972[110] (Διάγραμμα 6)[111]

Επίσης σημαντική διαφορά υπήρξε στην αύξηση των κερδών από την μια πλευρά και των μισθών και ημερομισθίων από την άλλη. Ενώ την προδικτατορική περίοδο 1961-1966 ο πραγματικός μισθός αυξήθηκε κατά 7,07%, την περίοδο 1967-1964 αυξήθηκε μόλις κατά 5,25%[112] (Διάγραμμα 7 ) . Ακόμα σύμφωνα με στοιχεία της ΕΣΥΕ τα κέρδη των βιομηχανικών, εμπορικών και λοιπών επιχειρήσεων την περίοδο 1967-1971 αυξήθηκαν περίπου 250%, ενώ τα ημερομίσθια κατά 40%[113]. Παράλληλα το 1973 – σε μια περίοδο έντονων πληθωριστικών πιέσεων – οι πωλήσεις αυξηθήκαν σε σχέση με το 1970 κατά 109% αλλά, τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν κατά 143,5%[114].  Ο Σάκης Καράγιωργας μας καταδεικνύει ότι τα κέρδη των Βιομηχάνων αυξήθηκαν την περίοδο 1967-1974 κατά 80% ενώ οι μισθοί στον αντίστοιχο κλάδο 46%[115]. Έτσι πολλοί Έλληνες επέλεγαν να εγκαταλείψουν την χώρα. Το 1968 μεταναστεύουν περίπου 51.000 άτομα, το 1969, 91.500 και το 1971, 62.000[116]. Αυτοί οι μετανάστες θα «στηρίξουν» το ελληνικό ισοζύγιο πληρωμών. Σύμφωνα με στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος τα εμβάσματα θα αυξηθούν από 239 εκ. δολάρια το 1968 σε 673 εκ. δολάρια το 1974[117]

Αγροτικός & Βιομηχανικός Τομέας, Ναυτιλία και Επενδύσεις στην Επταετία

Η Δικτατορία προσπάθησε να επιτύχει ανάπτυξη με υποφορολόγηση των ιδιωτικών επιχειρήσεων, με προγράμματα δημοσίων επενδύσεων αλλά και μέσω της περεταίρω ενθάρρυνσης της οικοδομικής δραστηριότητας[119]. Βασικό εργαλείο για την αύξηση των επενδύσεων υπήρξε ο ΑΝ 147/1967. Αυτός καθιέρωσε σειρά πιστωτικών προνομίων και φορολογικών απαλλαγών όπως η επιδότηση επενδυτικών βιομηχανικών δανείων, με στόχο  την μαζική προσέλευση ξένων επενδύσεων και κεφαλαίων [120][121]. Όλα αυτά συνδυάστηκαν με απαγόρευση των απεργιακών κινητοποιήσεων. Όμως παρά τις διευκολύνσεις στο μεγάλο κεφάλαιο, το 1967 οι επενδύσεις εμφάνισαν μείωση κατά 4,7%[122]. Ως αντιστάθμισμα την διετία 1967-1968 παρατηρείται μια σχετική αύξηση της συμμετοχής του δημοσίου σύνολο των επενδύσεων[123].

Έτσι το 1968 οι ιδιωτικές επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 16,7% με την οικοδομή να είναι η ατμομηχανή της μεγέθυνσης[124]. Από το 1968 στο 1969, οι πιστώσεις στον οικοδομικό τομέα αυξήθηκαν κατά 64% και 44%, στον τουρισμό 39% και 33%[125], ενώ συνολικά στον ιδιωτικού τομέα 12% και 21,5% αντίστοιχα[126]. Αυτή η «στρεβλή» χρησιμοποίηση των πόρων της χώρας είχε όμως και μια θετική δευτερογενή επίπτωση. Η Βιομηχανία βρήκε πρόσφορο έδαφος προκειμένου να παράγει, καθώς οι οικοδομές χρειάζονταν τσιμέντα, οικοδομικά υλικά κλπ[127]. Όμως το «πληθωριστικό έτος» 1974 η κατασκευαστική δραστηριότητα υποχώρησε κατά 30% θίγοντας τρομερά εργαζόμενους (Διάγραμμα 4) αλλά και κατασκευαστές[128]. Πρέπει να τονίσουμε πως οι παραγωγικές επενδύσεις δεν σημείωσαν πρόοδο με  συνέπεια να ανακοπεί η διαδικασία εκβιομηχάνισης της χώρας, η οποία είχε αρχίσει από το 1961[129]. Μάλιστα το σύνολο των επενδύσεων έπεσε από το 46% της περιόδου 1964-1966, σε 39% την χρονική περίοδο 1970-1972[130]. Οι ιδιωτικές επενδύσεις στην βιομηχανία επιβραδύνθηκαν αισθητά σε αντίθεση με αυτές στον τομέα του τουρισμού[131].

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της Δικτατορίας είναι πως σε ολόκληρη την διάρκεια της οι βιομηχανικές επενδύσεις βασίστηκαν εξ ολοκλήρου στις τραπεζικές πιστώσεις. Το μερίδιο των πιστώσεων στο σύνολο των βιομηχανικών επενδύσεων άγγιξε το 1967 το 90%, το 1968 το 70%, το 1969 το 81%, το 1970 το 87% και το 1971 το 90%[132]. Οι βραχυπρόθεσμες πιστώσεις αφορούσαν ακόμα και επενδύσεις παγίου κεφαλαίου[133]. Παρόλα αυτά δεν είχαμε το φαινόμενο μετοχικών συμμετοχών Τραπεζών σε μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις. Ο δανεισμός όμως, δεν γινόταν χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες. Περίπου το 25% της νέας πιστωτικής επέκτασης το 1972 ήρθε από χρήμα που «κόπηκε» στην Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδας και παραχωρήθηκε επιλεκτικά σε πιστούς φίλους του καθεστώτος, εμπόρους και δημόσιες εταιρίες[134]. Αποτέλεσμα της δανειακής οικονομίας ήταν η δημιουργία ενός αριθμού – μη βιώσιμων μακροπρόθεσμα – μικρών βιομηχανικών μονάδων πλήρως εξαρτημένων από τον «γενναίο» δανεισμό και την δασμολογική προστασία[135]. Ακόμα – και αυτό είναι ιδιαίτερα αρνητικό – παρά τις πιστώσεις η παραγωγή μέσων παραγωγής ήταν από καθυστερημένη έως ανύπαρκτη[136]. Το ποσοστό ανάπτυξης των ιδιωτικών επενδύσεων παγίου κεφαλαίου μειώθηκε σταδιακά από 57% το 1964-66 σε 32% το 1967-1969 και σε 39% το 1970-72[137]. Έτσι οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στην βιομηχανία έδειξαν μείωση από 12% το 1964-66, σε 10% το 1970-72[138]. Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέψουμε την δυναμική που είδη είχε αναδειχτεί από την δεκαετία του 1950, δηλαδή την αύξηση των βιομηχανικών εξαγωγικών επιχειρήσεων[139]. Παρόλα αυτά κάποιες σημαντικές βιομηχανίες παρήγαγαν ελάχιστα ή παρέμειναν ακόμα και στάσιμες[140].

Έτσι λοιπόν κατά την περίοδο της Επταετίας παρά τα «κίνητρα και τις διευκολύνσεις» που παρείχε το καθεστώς είχαμε μόνο τρία μεγάλα επενδυτικά έργα[141], τα διυλιστήρια των Βαρδινογιάννη και Λάτση και τα Ναυπηγεία Ελευσίνας ιδιοκτησίας Ανδρεάδη[142]. Όμως, η πτώση των ναύλων το 1971 απέτρεψε άλλους εφοπλιστές από το να επενδύσουν σε ναυπηγεία[143]. Οι υπόλοιπες επενδύσεις αφορούσαν κυρίως επεκτάσεις βιομηχανιών που είδη υπήρχαν. Αυτές οι νέες μονάδες λειτουργούσαν με υψηλό κόστος παραγωγής στο οποίο πρέπει να συνυπολογίσουμε και την επιβάρυνση των τόκων λόγω του «αφειδούς» δανεισμού[144]. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που αρκετές εξ αυτών χαρακτηρίστηκαν ως «προβληματικές» και κρατικοποιήθηκαν την δεκαετία του 1980[145]. Ακόμα πρέπει να συνυπολογίσουμε πως, τα μείζονος σημασίας έργα είχαν αρχίσει, πραγματοποιηθεί ή αποφασισθεί πριν από την Δικτατορία[146]. Όλα σε ένα επενδυτικό περιβάλλον όπου με την θέσπιση 300 συγκεκριμένων μέτρων (πχ 89/1967 και 378/1968) δόθηκε πλήρης ελευθερία κινήσεων στο εγχώριο και ξένο κεφάλαιο[147].

Σε αυτό το σημείο, ας δούμε τα κοινά χαρακτηριστικά του «γραφειοκρατικού αυταρχισμού[148] – συμμαχία μεταξύ των οικονομικών και κρατικών/στρατιωτικών ελίτ με στόχο την εγκαθίδρυση αυταρχικών καθεστώτων – που παρατηρήθηκαν σε χώρες τις Λατινικής Αμερικής την δεκαετία του ΄70 όπως εμφανίστηκαν και στην Ελλάδα. Και στην τελευταία, η ανάπτυξη τομέων όπως των μεταφορών, της χημικής βιομηχανίας, της μεταλλουργίας, των ηλεκτρικών υποδομών είχε περιοριστεί στα χέρια λίγων επιχειρηματιών οι οποίοι ανήκαν σε εγχώρια ή ξένα μονοπώλια φιλικά προσκείμενα προς το καθεστώς, όπως οι Pappas, Ωνάσης, και Νιάρχος[149]. Η καθεστωτική υποστήριξη προς τις επιχειρήσεις τους εκφράστηκε με την ελευθερία εξαγωγής προϊόντων και κερδών, με την δυνατότητα απόκτησης φθηνού συναλλάγματος, με φορολογικά προνόμια, με την δυνατότητα εισαγωγής μηχανημάτων άνευ δασμών και την «παραχώρηση» φθηνού εργατικού δυναμικού[150].

Στον αγροτικό τομέα την περίοδο της Επταετίας, παρά την δραστική αντιμετώπιση των αγροτικών χρεών[151], η οικονομία γνώρισε αποδιοργάνωση στην παραγωγή παραδοσιακών προϊόντων όπως η σταφίδα, οι ελιές τα μήλα κλπ[152]. Αυτή ήταν μια ιδιαίτερα αρνητική εξέλιξη, καθώς παρά την μεταπολεμική αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, στον αγροτικό τομέα απασχολούταν το 44% του εργαζόμενου πληθυσμού[153]. Στο επίπεδο των προθέσεων η  Δικτατορία έθεσε ως στόχο την αύξηση του αγροτικού προϊόντος κατά 5,2% για την επόμενη πενταετία ωστόσο αυτό γνώρισε μεγέθυνση μόνο κατά 1,8% κατά την περίοδο 1967-1974, ρυθμός που σαφώς υπολείπεται του 4,2% της περιόδου 1963-1966[154]. Παράλληλα η αγροτική πολιτική που επιλέχθηκε, προέβλεπε περικοπές των επιδοτήσεων και δραστικούς έλεγχους στις τιμές των αγροτικών προϊόντων[155]. Ως αποτέλεσμα το κατά κεφαλήν αγροτικό εισόδημα συμπιέσθηκε[156]. Έτσι συρρικνώθηκαν οι επενδύσεις στον ιδιωτικό αλλά και δημόσιο τομέα της αγροτικής οικονομίας.[157]           

Ως προς την Ναυτιλία, η Δικτατορία βρέθηκε σε μια ιδιαιτέρως ευνοϊκή συγκυρία. Την περίοδο 1967-1974 τα ναύλα παρουσίασαν τις υψηλότερες τιμές σε όλη την μεταπολεμική περίοδο[158]. Ο Αραβοϊσραηλινός πόλεμος, έκλεισε το Σουέζ, αποδιοργάνωσε τις θαλάσσιες οδούς προς Μέση και Άπω Ανατολή και αύξησε την ζήτηση για χωρητικότητα[159]. Ως εκ τούτου οι τιμές των ναύλων εκτινάχθηκαν στα ύψη. Έτσι δεκαπέντε μόλις μέρες μετά το πραξικόπημα η Κυβέρνηση ήρθε σε επαφή με τους εφοπλιστές και μετά από έντεκα μήνες ο Γ. Παπαδόπουλος επισκέφθηκε την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ) και δήλωσε πως η ελληνική κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να της προσφέρει κάθε υλική βοήθεια[160]. Τον Μάρτιο του 1972 σε δείπνο της ΕΕΕ προς τιμήν της Κυβέρνησης ο Σ. Ανδρεάδης ανακοίνωσε στον Γ. Παπαδόπουλο πως η ΕΕΕ τον ανακήρυξε επίτιμο Πρόεδρο[161].

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το γεγονός ότι η Δικτατορία συνεργάστηκε στενά με τους εφοπλιστές στους οποίους έδωσε όμως ελευθερία κινήσεων. Βασικός στόχος των Συνταγματαρχών ήταν ο «επαναπατρισμός» της ελληνικής ναυτιλίας δηλαδή η ένταξη τους στο ελληνικό νηολόγιο μέσω μιας πολιτικής φοροαπαλλαγών και η σύνδεση των ναυτιλιακών επιχειρήσεων με την ελληνική οικονομία μέσω χερσαίων επενδύσεων[162]. Για αυτό το λόγο το νομικό πλαίσιο άλλαξε άρδην. Πριν το 1968 η φορολογία στα πλοία βασίζονταν στα μεικτά κέρδη των ναύλων τους[163]. Ωστόσο με τον ΑΝ 465/1968 και τις μετέπειτα τροποποιήσεις του (ΝΔ 509/1970, ΒΔ 800/1970) η φορολογία υπολογιζόταν με βάση το καθαρό τονάζ σε συνδυασμό με την ηλικία τους[164]. Όπως αντιλαμβανόμαστε λοιπόν αυτή η μέθοδος υπολογισμού των φόρων δεν συμπεριλαμβάνει στον υπολογισμό της των όγκο των επιχειρήσεων των πλοίων (Διάγραμμα 8) . Έτσι η Ελληνική Σημαία κατέστη ιδιαίτερα συμφέρουσα επιλογή για κάθε έλληνα πλοιοκτήτη. Έτσι οι φόροι στην Ναυτιλία μειώθηκαν στο ελάχιστο από 3,6 εκατομμύρια δολάρια το 1968 σε 980.000 δολάρια το 1971 και 1,4 εκατομμύρια δολάρια το 1974 (Διάγραμμα 8). Η μείωση των συνολικών φορολογικών εσόδων του Ελληνικού Κράτους από την Ναυτιλιακή δραστηριότητα έγινε σε μια περίοδο (1968-1974) που τα κέρδη των ελλήνων εφοπλιστών εξαπλασιάστηκαν[165]. Ενδεικτικά το 1967-1974 οι έλληνες εφοπλιστές πλήρωσαν κατά μέσο όρο 2,7 δις δραχμές, ενώ την μεταπολιτευτική διετία 1975-1976 34,89 δις (Διάγραμμα 8) .

Με τον Νόμο 551/1970 έγινε μια ανεπιτυχής προσπάθεια για την δημιουργία «ναυτιλιακής» ασφαλιστικής αγοράς[166]. Ο Νόμος 378/68 επέκτεινε τα προνόμια που δίνονταν σε νεοεισερχόμενες στην ελληνική αγορά ξένες εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις και στις είδη υπάρχουσες ναυτιλιακές επιχειρήσεις ελλήνων ή αλλοδαπών[167]. Οι εφοπλιστές απολάμβαναν το προνόμιο της εξαίρεσης «από οποιονδήποτε φόρο εισοδήματος, ή άλλου είδος φόρο, δασμούς συνεισφορές ή κρατήσεις…»[168]. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που μια σειρά από ξένες ναυτιλιακές εταιρίες που βρίσκονταν στο εξωτερικό, εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά[169].   

Μέχρι το 1960 δεν υπήρχε κάποιος ειδικευμένος θεσμός επιφορτισμένος με την δανειοδότηση της ναυτιλίας. Οι εμπορικές τράπεζες χορηγούσαν δάνεια τα όποια όμως κάλυπταν μόνο το 1,5%-3% των οικονομικών και εγγυητικών απαιτήσεων των εφοπλιστών[170]. Κατά την διάρκεια της Επταετίας οι συνολικές πιστώσεις προς την ναυτιλία εξαπλασιάστηκαν καθώς κρατικοί πιστωτικοί οργανισμοί και κυρίως η ΕΤΒΑ εξουσιοδοτήθηκαν από την Κυβέρνηση να χορηγήσουν πιστωτικές διευκολύνσεις σε πλοία που κατασκευάζονταν στην Ελλάδα[171]. Η ελληνική ναυσιπλοΐα αναπτύσσονταν και στην προδικτατορική περίοδο με αποτέλεσμα είδη από το 1970 οι έλληνες εφοπλιστές να είναι οι ιδιοκτήτες του μεγαλύτερου εμπορικού στόλου στον κόσμο κατέχοντας το 13,6% του παγκόσμιου τονάζ[172]. Ωστόσο η οικονομική πρόοδος της «ελληνικής» ναυτιλίας δεν συνεπάγεται και γενικότερη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας αν αναλογιστούμε την πρακτική των «σημαιών ευκαιρίας». Ενδεικτικό είναι ότι μεταξύ των ετών 1967-74 μόνο το 11% των συνολικών ναυτιλιακών κερδών εισέρευσε στην Ελλάδα[173].Οι κύριες Ναυτιλιακές δραστηριότητες όπως χρηματοδότηση, η ναύλωση, η ασφάλιση και οι επισκευές των πλοίων γίνονταν στο εξωτερικό.

Αντί Επιλόγου

Συμπερασματικά το Στρατιωτικό Καθεστώς απέτυχε να κινητοποιήσει το παραγωγικό δυναμικό της χώρας. Αναπτύχθηκαν δηλαδή αντιπαραγωγικοί και ελάχιστα παραγωγικοί κλάδοι[175]. Το μόνο επίτευγμα της δικτατορίας ήταν η συγκυριακή άνθιση του εφοπλισμού εις βάρος όμως του δημοσίου συμφέροντος. Η συμμετοχή του βιομηχανικού τομέα στην σύνθεση του ΑΕΠ παρέμεινε σε πολύ χαμηλά στάδια, ειδικά συγκρινόμενη με άλλες ανεπτυγμένες χώρες[176]. Μετά την εμφάνιση του πληθωρισμού η άνευ κριτηρίων πιστώσεις της οικοδομικής, τουριστικής και εμπορικής δραστηριότητας σταμάτησαν[177]. Συνεπώς το 1975, σύμφωνα με στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, οι παραγωγικοί τομείς – πρωτογενής και δευτερογενής τομέας– κάλυπταν το 47,3% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος[178].

Καταλήγοντας, πρέπει να τονίσουμε τα εξής. Η επταετία αναδεικνύει την δυνατότητα σύνθεσης του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού και του πολιτικού αυταρχισμού. Ενώ λοιπόν οι δαπάνες για κοινωνική πρόνοια περικόπτονταν, αυξάνονταν δραματικά τα έξοδα υπέρ του αστυνομικού κράτους. Στο πεδίο της φορολογικής πολιτικής διακρίναμε την «ταξική μεροληψία» των Πραξικοπηματιών υπέρ της οικονομικής ελίτ. Οι υψηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης κυρίως των ετών 1969-1972 δεν ήταν τόσο απότοκος της οικονομικής πολιτικής της Επταετίας όσο λογική συνέπεια της οικονομικής ανάπτυξης που γνώριζε η Ελλάδα όπως και ολόκληρος ο Δ. Κόσμος από την δεκαετία του 1950. Αντίθετα η Δικτατορία, ακολουθώντας ανερμάτιστη νομισματική και πιστωτική πολιτική κατέστησε την ελληνική οικονομία αυτή με τον μεγαλύτερο πληθωρισμό μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ για το 1973. Ακόμα το 1974 η ελληνική οικονομία γνώρισε ύφεση της τάξης του 6,4%[179]. Μεταξύ άλλων είναι γεγονός πως ο δημόσιος δανεισμός υπερέβη κατά τρείς φορές σχεδόν το σύνολο των δανείων που είχε λάβει το ελληνικό κράτος από την ίδρυση του μέχρι το 1967, ωστόσο δεν υπερέβαινε το 1/4 του ΑΕΠ. Βασικό χαρακτηριστικό της περιόδου είναι ότι το «βασικό ισοζύγιο» από πλεονασματικό το 1960-66, μετατράπηκε σε ελλειμματικό  το 1967-73. Τελικά οι ίδιοι οι νόμοι της αγοράς, που επικαλούνταν οι δικτάτορες, ήταν αυτοί που εξέθεσαν ανεπανόρθωτα την οικονομική τους πολιτική.

***

[1] Αυτό καταρτίστηκε αμέσως μετά την επιβολή της

[2] Πάνος Καζάκος , Ανάμεσα σε Κράτος και Αγορά, Εκδόσεις Παττάκη Αθήνα 2007,σελ. 280

[3] Ηλίας Νικολόπουλος, Οικονομία και Πολιτική της περίοδο της Δικτατορίας 1967-1974, στο  Οικονομία και Πολιτική στην Σύγχρονη Ελλάδα  (επ. Θ. Σακελλαρόπουλος)  τ. Α, Εκδόσεις Διόνικος, Αθήνα 2004 σελ. 259

[4] Στο ίδιο σελ. 259

[5] Πάνος Καζάκος , ο.π. ,σελ. 268

[6] Ηλίας Νικολόπουλος: ο.π. σελ. 260

[7] Dani Rodrick, Tο Παράδοξο της Παγκοσμιοποίησης, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2012 σελ.125

[8] Ηλίας Νικολόπουλος,  ο.π σελ. 260

[9] Νεότερες μελέτες έδειξαν ότι ακόμα και το 1981 παρά την μείωση των δασμών λόγω της επερχόμενης ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ η ελληνική παραγωγή «προστατεύονταν» σημαντικά.

[10] Πάνος Καζάκος , ο.π. σελ. 281

[11] Ηλίας Νικολόπουλος, ο.π. σελ. 260

[12] Στο ίδιος σελ. 261

[13] Πάνος Καζάκος , ο.π. σελ. 274

[14]Στο ίδιο ,σελ. 278

[15]Στο ίδιο ,σελ. 279

[16] Ηλίας Νικολόπουλος, ο.π.  σελ. 264-265

[17] Ευάγγελος Χεκίμογλου: Οικονομία 1963-1964, στο Ιστορία των Ελλήνων τ. 17  (Συλλογικό), Εκδόσεις Δομή, Αθήνα 2006 σελ. 566

[18] Στο ίδιο  σελ. 566-567

[19] Πάνος Καζάκος , ο.π., σελ. 269

[20] OECD “ National Accounts, 1960-1992”, Vol. I. Paris,1994

[21] S. Bernetsein & P.Milza, Ιστορία της Ευρώπης, 1914-Σήμερα, Διάσπαση και Ανοικοδόμηση, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997 σ. 195

[22] Dani Rodrick, ο.π. σελ.120

[23] Skidelsky, Robert. Keynes: The Return of the Master. Allen Lane 2009, Σελ. 116, 126.

[24] Η οποία όμως έγινε σύμφωνα με τους κανόνες του Β.W., δηλαδή δεν ήταν ανταγωνιστική και επιζήμια για τις άλλες οικονομίες.

[25]Κ. Βαιτσιος, Τ. Γιαννίτσης: Η Μεταπολεμική Οικονομική Μεγέθυνση, στο  Οικονομία και Πολιτική στην Σύγχρονη Ελλάδα  (επ. Θ. Σακελλαρόπουλος)  τ. Α, Εκδόσεις Διόνικος, Αθήνα 2004 σελ. 59.

[26] Το 1966, το τελευταίο προδικτατορικό έτος , ο ρυθμός βιομηχανικής παραγωγής έφτασε το 14,6%

[27] OECD, Productivity in Industry Prospect and Policies (Paris, 1986)

[28] Vasilis Kafiris, The Greek Economy Under Dictatorship (1967-1974), στο Journal of the Hellenic Diaspora Vol. 2, No 3, July 1975 σελ.  37-43

[29] Κ. Βαιτσιος, Τ. Γιαννίτσης: , ο.π.  σελ. 60

[30] Γιάννη Σαμαρά, Κράτος και Κεφάλαιο στην Ελλάδα, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1986 σελ.239

[31] Η. Ιωακείμογλου, Γ. Μιλιός Το Εξωτερικό Εμπόριο και οι Φάσεις Ανάπτυξης της Ελλάδας (1960-1990), στο  Οικονομία και Πολιτική στην Σύγχρονη Ελλάδα( επ. Θ. Σακελλαρόπουλος )  τ. Α, Εκδόσεις Διόνικος, Αθήνα 2004 σελ 97

[32] Ευάγγελος Χεκίμογλου, ο.π. 2006 σελ. 442

[33] Πεσμαζόγλου, Ι. « Η Ελληνική Οικονομία μετά το 1967», στο Γιαννόπουλος Γ./Clogg,R (επιμ.): Η Ελλάδα κάτω από Στρατιωτικό Ζυγό σελ. 136

[34] Ηλίας Νικολόπουλος, ο.π σελ. 256

[35] Στο ίδιο, σελ. 256

[36] O Μ. Ψαλλιδόπουλος με βάση τα στοιχεία της   ΤτΕ, του ΥΠΕΘΟ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εντοπίζει μεγέθυνση 5,17 κατά μέσο όρο.

[37] Ευάγγελος Χεκίμογλου, ο.π σελ. 564

[38] Ηλίας Νικολόπουλος, ο.π.σελ. 257

[39] Πηγή: ΥΠ.ΕΘ.ΟΙΚ., Ίδια Επεξεργασία

[40] Ευάγγελος Χεκίμογλου ο.π. σελ. 564-565

[41] Στο ίδιο , σελ.84

[42] Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων Εθν. Λογ. ΕΣΥΕ

[43]Πάνος Καζάκος ο.π. ,σελ. 289

[44]Στο ίδιο, σελ. 292

[45]Στο ίδιο, σελ. 289

[46]Στο ίδιο ,σελ. 289

[47]Στο ίδιο, σελ. 289

[48] Για παράδειγμα τον Ιανουάριο του 1969 αναφέρεται στα Ναυτικά Χρονικά, ότι περισσότερα από 400 ελληνικά πλοία συμμετείχαν σε μεταφορές για λογαριασμό της μαοϊκής Κίνας. Το 1973 η Δικτατορία υπέγραψε διήμερη σύμβαση με την Λ. Δ. της Κίνας προκειμένου να «ελαφρύνει» φορολογικά τα πλοία που προσέγγιζαν τα Κινεζικά λιμάνια υπό την Ελληνική Σημαία.

[49] Στο ίδιο σελ. 279

[50] Ευάγγελος Χεκίμογλου, ο.π.  σελ. 566

[51] Vasilis Kafiris, ο.π.  σελ.  37-43

[52] Στο ίδιο, σελ.  37-43

[53] Χρίστος Χατζηιωσήφ: Η Πολιτική Οικονομία της Μεταπολεμικής Ελλάδας 1944-1996, στο  Εισαγωγή στην Νεοελληνική Οικονομική Ιστορία, (επιμ. Βασίλης Κρεμμυδας), Εκδόσεις Τυπωθήτω Αθήνα 1999 σελ.312

[54]Vasilis Kafiris, ο.π. σελ.37-43

[55]Στο ίδιο, σελ.37-43

[56] Ευάγγελος Χεκίμογλου, ο.π. σελ. 566

[57]Vasilis Kafiris, σελ.37-43

[58]Στο ίδιο, σελ.37-43

[59] Στο ίδιο, σελ. 37-43

[60]Στο ίδιο, σελ.37-43

[61]Στο ίδιο, σελ.37-43

[62]Στο ίδιο, σελ. 37-43

[63]  Η δυστυχής έκβαση του Κυπριακού καταδεικνύει τις αδυναμίες των Ενόπλων Δυνάμεων που παρουσιάστηκαν εντελώς αποδιοργανωμένες.

[64] Ευάγγελος Χεκίμογλου, ο.π σελ. 566

[65]Στο ίδιο, σελ. 566

[66] Vasilis Kafiris, ο,π. σελ.  37-43

[67] Συμμετοχή Bank of America, First National Bank of Chicago κλπ

[68] Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, Ιστορία της Τραπέζης της Ελλάδας 1928-2008, Κέντρο Πολιτισμού Έρευνας και Τεκμηρίωσης, Αθήνα 2014 σελ. 265

[69] Στο ίδιο, σελ. 265-266

[70] First National City Bank

[71] Στο ίδιο, σελ. 266

[72] Στο ίδιο,  σελ. 266-267

[73] Ευάγγελος Χεκίμογλου ο.π.  σελ. 566

[74] Πηγή: ΕΣΥΕ, Δελτίον Στατιστικής Δημοσίων Οικονομικών, Τόμος ΧVI, Ίδια Επεξεργασία

[75] Πηγή: ΕΣΥΕ, Δελτίον Στατιστικής Δημοσίων Οικονομικών, Τόμος ΧVI, Ίδια Επεξεργασία

[76] Vasilis Kafiris  ο.π.  σελ.  37-43

[77] Στο ίδιο, σελ.  37-43

[78] Vasilis Kafiris, ο.π. σελ.  37-43

[79] Στο ίδιο, σελ.  37-43

[80] Λευτέρης Τσουλφίδης, Οικονομική Ιστορία της Ελλάδας, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2013 σελ. 341

[81] Ευάγγελος Χεκίμογλου, ο.π.  566

[82] Λευτέρης Τσουλφίδης, ο. π. σελ. 341

[83] Vasilis Kafiris, ο.π.  σελ.  37-43

[84] Στο ίδιο, σελ.  37-43

[85] Στο ίδιο, σελ.  37-43

[86] Λευτέρης Τσουλφίδης, ο.π. σελ. 341

[87] Vasilis Kafiris, ο.π. σελ.  37-43

[88] Κ. Δρακάτος,, Ο Μεγάλος Κύκλος της Ελληνικής Οικονομίας 1945-1995, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1997 σελ.75

[89] Ευάγγελος Χεκίμογλου: ο.π.  σελ. 566-567

[90] Κ. Δρακάτος, ο.π. , σελ.79

[91]OECD, “Economic Outlook”, June, 1989. Τράπεζα της Ελλάδος, «Η Ελληνική Οικονομία», Αθήνα 1980

[92] Vasilis Kafiris, ο.π.  σελ.  37-43

[93] Στο ίδιο σελ.  37-43

[94] Στο ίδιο  σελ.  37-43

[95] Χαρακτηριστική είναι η είσοδος του Σ. Παττακού στην Κεντρική Αγορά Αθηνών με κρανοφόρους προκειμένου να πατάξει την κερδοσκοπία.

[96] Ευάγγελος Χεκίμογλου ο,π. σελ. 566-567

[97] Vasilis Kafiris, ο.π. σελ.  37-43

[98] Στο ίδιο  σελ.  37-43

[99]Σάκης Καράγιωργας, «Οι οικονομικές συνέπειες της στρατιωτικής δικτατορίας» Παπασπηλιόπουλος, Σπύρος. (επιμ.) : Μελέτες πάνω στην Σύγχρονη Ελληνική Οικονομίας, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1978.  σελ.2-34

[100]Στο ίδιο, σελ.2-34

[101] Vasilis Kafiris, ο.π. σελ.  37-43

[102] Χρίστος Χατζηιωσήφ ο.π. σελ.312-313

[103] Στο ίδιο,  σελ.312-313

[104] Γιάννης Δόβας, Οικονομία της Ελλάδας, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1980, σελ 121

[105] Vasilis Kafiris, ο.π.  σελ.  37-43

[106] Στο ίδιο  σελ.  37-43

[107] Στο ίδιο  σελ.  37-43

[108] Ευάγγελος Χεκίμογλου, ο.π.  σελ 66

[109] Γιάννης Δόβας, ο.π. σελ. 111

[110] Το κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα – γενικά – ανέρχεται στα 1011 δολάρια ενώ στην Αττική και στα Νησιά του Αιγαίου αυτό αγγίζει τα 1.372 δολάρια.

[111] Στο ίδιο, σελ. 111

[112] Jahreswirtschaftsbericht 1983/84 der Kommision der Euopaishen Gemeinshaften, veroffentlicht in Europasche Wirtshaft Nr. 18/1983, S. 228

[113] Στο ίδιο, σελ. 115

[114] Στο ίδιο σελ. 115

[115] Σάκης Καράγιωργας ο.π. σελ.2-34

[116] Πάνος Καζάκος ο.π. ,σελ. 277

[117]Στο ίδιο ,σελ. 277

[118] Πηγή Δεδομένων: Jahreswirtschaftsbericht 1983/84 der Kommision der Euopaishen Gemeinshaften, veroffentlicht in Europasche Wirtshaft Nr. 18/1983, S. 228

[119] Λευτέρης Τσουλφίδης ο.π.  σελ. 341

[120] Πάνος Καζάκος , ο.π. ,σελ. 271

[121]  Ευάγγελος Χεκίμογλου, ο.π.  σελ. 565

[122] Στο ίδιο σελ. 565

[123] Κων/νου Καμουζή, Ανατομία της Ελληνικής Οικονομίας, Από το 1953 μέχρι Σήμερα, Εκδόσεις University Studio, Θεσσαλονίκη 1981 σελ. 96

[124]  Ευάγγελος Χεκίμογλου ο.π., σελ. 565

[125] Η τουριστική προσέλευση αυξήθηκε λόγω της Δυτικής «ευμάρειας».

[126] Πάνος Καζάκος , ο.π. σελ.270

[127] Στο ίδιο σελ. 270

[128]Στο ίδιο ,σελ. 288

[129] Ηλίας Νικολόπουλος, ο.π. σελ. 258

[130] Vasilis Kafiris, ο.π. σελ.  37-43

[131] Ευάγγελος Χεκίμογλου, ο.π. σελ. 565

[132] Στο ίδιο σελ. 565

[133] Χρίστος Χατζηιωσήφ, ο.π. σελ.313

[134] Vasilis Kafiris, ο.π. σελ.  37-43

[135] Ηλίας Νικολόπουλος ο.π.  σελ. 258

[136] Γιάννης Δόβας, ο.π.  σελ. 100

[137] Vasilis Kafiris, ο.π.  σελ.  37-43

[138] Στο ίδιο σελ.  37-43

[139] Πάνος Καζάκος , ο.π. ,σελ. 285

[140] Vasilis Kafiris, ο.π. σελ.  37-43

[141] Μικρότερης σημασίας ήταν η αγορά των «Ναυπηγείων Νεωρίου» στην Σύρο από την εφοπλιστική ομάδα των υιών Ν.Ι. Γουλανδρή και οι ίδρυση των «Ναυπηγείων Χαλκίδας» από τον Ι.Κ. Καρρά.

[142] Ηλίας Νικολόπουλος, ο.π. σελ. 258

[143] Στο ίδιο σελ. 281

[144] Ηλίας Νικολόπουλος, ο.π. σελ. 258

[145] Λευτέρης Τσουλφίδης, ο.π.  σελ. 341

[146] Γιάννης Δόβας, ο.π. σελ. 88

[147] Vasilis Kafiris, ο.π. σελ.  37-43

[148]  Guillermo O’Donnell, Modernization and Bureaucratic-Authoritarianism: Studies in South American Politics (Institute of International Studies/University of California), 1973

[149] Vasilis Kafiris, ο.π. σελ. 37-43

[150] Στο ίδιο σελ.  37-43

[151] Πολιτική που «εγκαινίασε» η Κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου.

[152] Στο ίδιο σελ.  37-43

[153] Στο ίδιο σελ.  37-43

[154] Στο ίδιο  σελ.  37-43

[155] Στο ίδιο σελ.  37-43

[156] Στο ίδιο σελ.  37-43

[157] Στο ίδιο σελ.  37-43

[158] Τζελίνα Χαρλαύτη, Κράτος και Εφοπληστές στην Ελλάδα (1945-1975), Μια άρρηκτη σχέση, στο  Οικονομία και Πολιτική στην Σύγχρονη Ελλάδα  (επ. Θ. Σακελλαρόπουλος)  τ. Α, Εκδόσεις Διόνικος, Αθήνα 2004  . σελ. 278

[159] Στο ίδιο σελ. 278

[160] Στο ίδιο σελ. 283

[161] Στο ίδιο σελ. 284

[162] Στο ίδιο σελ. 278

[163] Στο ίδιο σελ. 256

[164] Στο ίδιο σελ. 278

[165] Στο ίδιο σελ. 278

[166] Στο ίδιο σελ. 281

[167] Στο ίδιο σελ. 279

[168] Στο ίδιο σελ. 279

[169] Στο ίδιο σελ. 279

[170] Στο ίδιο σελ. 381

[171] Στο ίδιο σελ. 381

[172] Στο ίδιο σελ. 256

[173] Στο ίδιο σελ. 257

[174] Πηγή Δεδομένων: Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, Αρχεία της Γραμματείας 1/4/1980

[175] Ηλίας Νικολόπουλος ο.π. σελ. 257

[176] Γιάννης Δόβας, ο.π.  σελ. 99

[177] Ηλίας Νικολόπουλος ο.π.  σελ. 258

[178] Στο ίδιο σελ. 97

[179] Δεν παραγνωρίζουμε την επίδραση εξωτερικών ως προς την οικονομία παραγόντων όπως η κρίση του Κυπριακού. Ακόμα όμως και για  την έκβαση του «Αττίλα» κάθε άλλο παρά άμοιρη ευθηνών είναι η Δικτατορία, αρχής γενομένης από την απόσυρση της Ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο το 1967 λίγους μήνες μετά το πραξικόπημα.

Το συγκεκριμένο κείμενο δημοσιεύτηκε στον «Ημεροδρόμο», στις 21/04/2018

πηγη: imerodromos.gr

_ΣΤΗΝ_ΘΑΛΑΣΣΑ.JPG

Η ανικανότητα των ηγετίσκων του κομματικού συνδικαλισμού στον Ναυτεργατικό χώρο δεν έχει αρχή και τέλος.

Χαρακτηριστικό και επαναλαμβανόμενο παράδειγμα οι εκλογές στην ΠΕΝΕΝ, στις οποίες για πρώτη φορά την μεταπολεμική περίοδο (1974-2018) δεν κατάφεραν να κατέλθουν σε αυτές του ιστορικού μας Σωματείου συγκροτώντας συνδυασμό ή τουλάχιστον και μεμονωμένους υποψήφιους....

Οι ευθύνες αυτής της ομάδας που τόσο κομματικά όσο και παραταξιακά φέρονταν να ηγούνται στο Ναυτεργατικό συνδικαλιστικό κίνημα είναι βαρύτατες διότι για πολλοστή φορά αποδείχνουν ότι έχουν οδηγήσει ένα ισχυρό παραδοσιακό κόμμα και παράταξη - Συνδυασμό με την εσφαλμένη πολιτική και ανικανότητά τους στην πλήρη διάρρηξη των σχέσεων και των δεσμών με κάθε πρωτοπόρο αγωνιστή Ναυτεργάτη και μάλιστα σε Σωματεία τα οποία ο χώρος αυτός αποτελούσε το προνομιακό πεδίο και από αυτούς κυρίως αντλούσε δυνάμεις για την κομματική οικοδόμηση και ενίσχυση της παράταξής τους.

Δεν έχουμε σκοπό σε αυτό το σημείωμα να καταγράψουμε την εξέλιξη και τις αιτίες αυτής της απομόνωσης που έχουν περιέλθει οι δυνάμεις του κομματικού συνδικαλισμού.

Θέλουμε να υπογραμμίσουμε ένα αναμφισβήτητο γεγονός το οποίο δυστυχώς οι ίδιοι ούτε μπορούν να κρίνουν ούτε να αξιολογήσουν ούτε πολύ περισσότερο να βγάλουν τα σωστά συμπεράσματα - διδάγματα με τα οποία θα τους δοθεί η δυνατότητα να ξαναδούν την στρατηγική και την τακτική τους καθώς επίσης να αποκαταστήσουν το τραυματισμένο κύρος του χώρου τους που έχει πληγεί θανάσιμα....

Η αντίληψη, η προσέγγιση, η ανάλυση και η εκτίμησή τους αρχίζει και τελειώνει ότι φταίνε μόνο οι άλλοι... ποτέ όμως οι ίδιοι.....

Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης - εκτίμησης εθελοτυφλούν τόσο πολύ που δεν αναρωτιούνται γιατί αυτά τα ελάχιστα μεμονωμένα πρόσωπα που πέρασαν από τις γραμμές τους (κομματικά ή παραταξιακά) όλα τα τελευταία χρόνια, τους έχουν γυρίσει την πλάτη γιατί με την πολιτική τους, τον τυχοδιωκτισμό και την άθλια συμπεριφορά τους έχουν απομακρύνει.

Επαναπαύονται στις δάφνες τους(για την "αλάνθαστη" γραμμή τους) στοχοποιώντας , κατηγορώντας και λασπολογώντας ενάντια στην "ομάδα Νταλακογεώργου" την οποία θεωρούν υπεύθυνη και υπόλογη για πάσα νόσο και πρόβλημα που οι ίδιοι και μόνο αυτοί ευθύνονται.΄

Οι διάφοροι Ευαγγελάκηδες και άλλοι που δεν έχουν σήμερα καμιά ιδιότητα (παρά μόνο κομματική και φέρονται ως συνταξιούχοι) τόσο στις εκλογές του 2014-2015 όσο και στις τρέχουσες 2018-2019 έκαναν σε όλη την περίοδο τόσο "σπουδαία και αξιόλογη δουλειά" στον κλάδο των Ναυτών (που αντικειμενικά θεωρείται το πιο αγωνιστικό τμήμα των Ναυτεργατών) που η κατάληξη ήταν να μην κατορθώσουν να κάνουν συγκροτημένο Συνδυασμό, δηλαδή να συγκεντρώσουν 21 άτομα ανάμεσα στους χιλιάδες που αριθμεί ο κλάδος σε όλες τις κατηγορίες πλοίων.

Όμως και από αυτούς τους 16 που κατάφεραν παραπλανώντας και εξαπατώντας να υφαρπάξουν εξουσιοδότηση, γίνεται φανερό ότι η συντριπτική τους πλειοψηφία ουδεμία σχέση έχει με τα όσα διακηρύσσουν και πράττουν οι δυνάμεις του κομματικού συνδικαλισμού στον Ναυτεργατικό χώρο.

Αυτό αποδείχνει ότι η λεγόμενη συνδικαλιστική δουλειά αυτών των ηγετίσκων ήταν πρόχειρη και στο ποδάρι και σε ελάχιστο αυτά τα άτομα δεν τα ενσωμάτωσαν στην τυχοδιωκτική τακτική τους ενάντια στην Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ, γεγονός που αποδείχνεται ότι με την πρώτη συζήτηση μαζί τους τα πρόσωπα αυτά ούτε δέχθηκαν, ούτε συμφώνησαν και πολύ περισσότερο δεν υιοθέτησαν την εξόφθαλμη λαθεμένη γραμμή που έχει αυτή η κομματική ομάδα ενάντια στην Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ!!!

Εάν αποδέχονται ότι κριτήριο για την ορθότητα μιας πολιτικής είναι η ίδια η πράξη, δηλαδή η εμπειρία, η γνώση που αποκτάται στους αγώνες, στην δράση, στους δρόμους της ταξικής πάλης, το λιγότερο που πρέπει να κάνουν είναι να επανεξετάσουν αυτόν τον βρώμικο δρόμο που έχουν επιλέξει για να αμαυρώσουν και να συκοφαντήσουν την Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ.

Αυτή η γραμμή που έχουν επιλέξει το μόνο που καταφέρνει είναι να τους απομονώσει, να τους περιθωριοποιεί και να τους ξεκόβει οριστικά από τις πιο πρωτοπόρες αγωνιστικές δυνάμεις του Ναυτεργατικού χώρου.

Σημειώνουμε ότι ήδη με επιστολή τους τόσο προς την Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ όσο και προς την Εφορευτική Επιτροπή αρχαιρεσιών 6 από τους φερόμενους ως υποψήφιους έχουν δηλώσει την αποχώρησή τους ενώ ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί τις επόμενες μέρες και για τον σκοπό αυτό θα δημοσιεύσουμε τις σχετικές επιστολές και τα ονόματα αυτών των Συναδέλφων μας.

_ΜΙΚΡΗ.jpg

Όπως είναι γνωστό ξεκίνησαν από τις 26 Οκτώβρη 2018 οι εκλογές στο ιστορικό μας Σωματείο και συνεχίζονται καθημερινά όλες τις εργάσιμες μέρες μέχρι την ολοκλήρωσή τους στις 12/2/2019.

Οι αρχαιρεσίες στην ΠΕΝΕΝ έχουν κρίσιμη και καθοριστική σημασία αφού η νέα Διοίκηση θα αναλάβει την εκπροσώπηση του κλάδου μας για τα επόμενα 4 χρόνια, ενώ σημαντική θα είναι ανάλογα με την συμμετοχή στις εκλογές η εκπροσώπηση της ΠΕΝΕΝ στα δευτεροβάθμια συνδικαλιστικά όργανα όπως είναι η ΠΝΟ και το Εργατικό Κέντρο Πειραιά.

Όσο μεγαλύτερη και ισχυρότερη είναι η συμμετοχή των μελών μας στις εκλογές τόσο πιο ουσιαστικός θα είναι ο ρόλος της Ένωσής μας τόσο στις παραπάνω οργανώσεις όσο και η συμβολή στα προβλήματα του κλάδου μας, συνολικά των Ναυτεργατών και των εργαζομένων.

Η ψηφοφορία για τα μέλη μας που κατοικούν, διαμένουν ή είναι ναυτολογημένοι στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής επιβάλλεται να γίνεται αυτοπρόσωπα και για όσα μέλη μας αδυνατούν να προσέλθουν και να ψηφίσουν στα γραφεία της Εφορευτικής Επιτροπής να αποστείλουν το ψηφοδέλτιό τους με αλληλογραφία διαβάζοντας προσεκτικά τις οδηγίες που αναγράφονται σε κάθε ψηφοδέλτιο πριν αυτό ταχυδρομηθεί.

Επίσης είναι αναγκαίο τα μέλη που θα ψηφίσουν με αλληλογραφία για οποιαδήποτε διευκρίνιση που αφορά τον τρόπο και την διαδικασία, εάν επιθυμούν, να επικοινωνούν με την ΠΕΝΕΝ προκειμένου να τους παρασχεθούν οι απαραίτητες οδηγίες ώστε να αποσοβηθεί η πιθανότητα του όποιου λάθους που θα οδηγούσε στην ακυρότητα της ψήφου τους.

Σημειώνουμε ότι τις πρώτες 20 μέρες που διαρκεί η ψηφοφορία έχουν ψηφήσει είτε αυτοπρόσωπα είτε με αλληλογραφία (επιστολική ψήφος) το 25% των ταμειακά εντάξει μελών της ΠΕΝΕΝ, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων προσήλθε και ψήφισε αυτοπρόσωπα.

Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ εντείνει τις προσπάθειές της για την ενημέρωση όλων των μελών μας να ασκήσουν το κορυφαίο δημοκρατικό τους δικαίωμα, αυτό της εκλογής του νέου Δ.Σ στο Σωματείο μας.

Δεν πρέπει να επικρατήσει κανένας εφησυχασμός, καμία αργοπορία ή καθυστέρηση η οποία εντάσσεται στην λογική έχουμε χρόνο έως τον Φλεβάρη….

Αντίθετα θα πρέπει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια το συντομότερο δυνατόν το κάθε μέλος μας που δεν έχει ψηφίσει αυτό να το κάνει όσο το δυνατόν πιο άμεσα.

Κλείνοντας υπενθυμίζουμε ότι η ψηφοφορία αυτοπρόσωπα γίνεται κάθε μέρα από Δευτέρα έως και Παρασκευή από τις 9.00 π.μ έως τις 13.00 το μεσημέρι.

Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ

Σελίδα 3170 από 4477
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή