Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Έρευνα: Τραγική εικόνα για την εξάπλωση της φτώχειας στην Ελλάδα

Το ελληνικό κράτος και η ΕΕ, με τα τρία μνημόνια που επέβαλαν (2010, 2012 και 2015) παραβίασαν το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα και συγκεκριμένα το δικαίωμα στην τροφή, αναφέρει σε έκθεσή του το ίδρυμα ερευνών Transnational Institute (TNI) Transnational Institute (TNI), σε συνεργασία με την οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων FIAN International και την ελληνική οργάνωση Agroecopolis.
Σύμφωνα με την έκθεση, το ποσοστό των νοικοκυριών που δεν έχουν πρόσβαση σε διατροφή με κρέας, κοτόπουλο ή ψάρι (ή τα θερμιδικά ισοδύναμα σε λαχανικά) διπλασιάστηκε από το 7% στο 14% από το 2008 έως το 2014.
Το αντίστοιχο ποσοστό νοικοκυριών με παιδιά που δεν έχουν καθημερινή πρόσβαση σε γεύματα με επαρκείς πρωτεΐνες, διπλασιάστηκε από το 4.7% το 2009 στο 8.9% το 2014. Σύμφωνα μάλιστα με στοιχεία της ΕΕ, το 2016 το 40.5% των παιδιών στην Ελλάδα αντιμετώπιζε υλικές και κοινωνικές στερήσεις.
Η διατροφική ανασφάλεια αυξήθηκε ιδιαίτερα, καθώς τα εισοδήματα μειώνονταν ενώ οι τιμές βασικών προϊόντων συνέχισαν να αυξάνονται με ρυθμούς μεγαλύτερους από αυτούς στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Το αποτέλεσμα ήταν τα νοικοκυριά να πρέπει να δαπανούν όλο και μεγαλύτερο ποσοστό τους εισοδήματός τους σε τρόφιμα (από 16.4% το 2008 σε 20.7% το 2016).
Το 38.9% του αγροτικού πληθυσμού αντιμετωπίζει το φάσμα της φτώχειας το 2017, ενώ η ανεργία στις αγροτικές περιοχές σχεδόν τριπλασιάστηκε, από το 7% (2008) στο 25% (2013) ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα την ίδια περίοδο μειώθηκε κατά 25%.
Τα γραφήματα παρουσιάζουν σε σειρά: 1.5) την αδυναμία πρόσβασης σε γεύματα με κρέας κοτόπουλο ή ψάρι 1.7) την αδυναμία αντιμετώπισης απρόβλεπτων οικονομικών εξόδων 1.6) την αδυναμία διατήρησης της θερμοκρασίας του σπιτιού σε επαρκή επίπεδα 1.8) τις καθυστερήσεις στις πληρωμές ενυπόθηκων δανείων.
Η έκθεση παρουσιάζει τις επιπτώσεις της λιτότητας σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας με έμφαση στην αγροτική παραγωγή και το εισόδημα. Επίσης επισημαίνει ότι οι πρόνοιες του ελληνικού κράτους για την προστασία του πληθυσμού από τη φτώχεια και την διατροφική ανασφάλεια ήταν ανεπαρκείς.
Τέλος η έκθεση καταλογίζει ευθύνες στις ελληνικές κυβερνήσεις και τις χώρες μέλη της ΕΕ ότι παραβίασαν το διεθνώς κατοχυρωμένο δικαίωμα στην τροφή και σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα του πληθυσμού της Ελλάδας.
Οι τιμές των προϊόντων σε σχέση με το μέσο εισόδημα στην Ελλάδα και τις χώρες της Ευρωζώνης
Στην παρουσίαση της έκθεσης στις Βρυξέλλες συμμετείχε η ευρωβουλευτής Σοφία Σακοράφα και ο ειδικός εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ για το δικαίωμα στην τροφή Ολιβιέρ Ντε Σούτερ.

Στην αρχική έκδοση του κειμένου παραλείψαμε εκ παραδρομής ότι η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων FIAN International και την ελληνική οργάνωση Agroecopolis
Ελλάδα: το φάντασμα του χρέους

του Μάικλ Ρόμπερτς[i]
μετάφραση: Άρης Ντα Κούνια Ντα Κώστα Ντίας
επιμέλεια: Διονύσης Περδίκης
Αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο thenextrecession.wordpress.com ενώ η αρχική δημοσίευση ήταν στις 22/5/2018.
[…] Πίσω στο 2010, η Ελλάδα άρχισε να βυθίζεται ταχέως κάτω από το Αιγαίο, χτυπώντας τον πυθμένα το 2015. Αλλά από τότε η οικονομία έχει μείνει κολλημένη στο βούρκο και μόλις που έχει κινηθεί.
Στο βιβλίο μου, Η Μακρά Ύφεση (TheLongDepression) χαρακτηρίζω τη διαφορά μεταξύ μιας ‘συνηθισμένης’ κατάπτωσης στην καπιταλιστική παραγωγή και μιας ύφεσης. Η κατάπτωση λαμβάνει τη μορφή του γράμματος V στις επενδύσεις και την παραγωγή, προς τα κάτω και μετά προς τα επάνω. Αλλά η ύφεση μοιάζει περισσότερο με την τετραγωνική ρίζα: κάτω, κατόπιν μια μικρή ανάκαμψη, αλλά όχι στο προηγούμενο επίπεδο, και συνεχίζει να κινείται σε αυτό το ύψος. Η ελληνική οικονομία από την αρχή της κρίσης το 2010 ταιριάζει σε αυτό το σχήμα τέλεια.
Η οικονομία της Ελλάδας αναπτύχθηκε κατά 1,4% πέρυσι [το 2017, σ.τ.μ.] σημειώνοντας την πρώτη φορά που η πραγματική αύξηση [δλδ. μετά την αφαίρεση του πληθωρισμού, σ.τ.μ.] του ΑΕΠ ξεπέρασε το 1% μετά το 2007. Αλλά η εθνική παραγωγή είναι ακόμα κάτω του 22% από την προ-κρίσης κορυφή, «μια κατάρρευση της παραγωγής χωρίς προηγούμενο στα χρονικά της σύγχρονης Ευρώπης και που ανταγωνίζεται σε δριμύτητα την Μεγάλη Ύφεση [του 1930, σ.τ.μ.] στις ΗΠΑ»[ii], ενώ οι μέσοι πραγματικοί δείκτες βιοτικού επιπέδου (πραγματικοί μισθοί, συντάξεις, κοινωνική πρόνοια) είναι κατά 40% χαμηλότερα από την κορυφή. Η ανεργία παραμένει άνω του 20% και ανεργία των νέων είναι πιο κοντά στο 40%.
Πάνω από 600.000 έλληνες και μετανάστες εργάσιμης ηλικίας έχουν φύγει από την χώρα προς αναζήτηση εργασίας.
Και το ελληνικό κεφάλαιο παραμένει κατάκοιτο. Οι ακαθάριστες επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι περίπου στο ήμισυ της προ-κρίσης τιμής τους.

Επιπλέον, μέρος των ακαθάριστων επενδύσεων είναι η αντικατάσταση του υποτιμούμενου κεφαλαίου – όπως η αντικατάσταση φθαρμένων μηχανών ή η ανακαίνιση φθινόντων ξενοδοχείων. Οι καθαρές επενδύσεις (δλδ. ακαθάριστες επενδύσεις μείον αποσβέσεις) ήταν περίπου στο 10% του ΑΕΠ πριν την κρίση, υποδεικνύοντας ότι το απόθεμα κεφαλαίο αυξανόταν τότε. Όμως, οι καθαρές επενδύσεις πέφτουν απολύτως από το 2010, οπότε το εν ενεργεία κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας φθίνει.
Οι επενδύσεις από τον ελληνικό ιδιωτικό τομέα είναι δέσμιες των χαμηλών εταιρικών κερδών (κάτι που περιορίζει τα διαθέσιμα κονδύλια για επένδυση) και των αδύναμων ισολογισμών των ελληνικών τραπεζών, όπως αυτό αντανακλάται στο κατά προσέγγιση 40% επί των συνολικών δανείων των ελληνικών τραπεζών τα οποία είναι μη εξυπηρετούμενα (και τα οποία περιορίζουν το διαθέσιμο τραπεζικό δανεισμό). Όντως, παρόλο που η κερδοφορία του ελληνικού κεφαλαίου εν τέλει έχει ανακάμψει λίγο – στηριζόμενη την ρευστοποίηση των αδύναμων και μικρότερων επιχειρήσεων, στην τεράστια ανεργία και στην μείωση στους πραγματικούς μισθούς – το ποσοστό κέρδους είναι ακόμα κάτω από το επίπεδο του 2010.
Και οι μικρές επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν επίσης το τεράστιο βάρος των απότομα αυξημένων φόρων. Οι τελευταίοι αποσκοπούν στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων που θέτει η Τρόικα (η ΕΚΤ, το ΔΝΤ, και το Γιούρογκρουπ) και επιβλήθηκαν με μια σειρά προγραμμάτων ‘διάσωσης’ από το 2010. Το ελληνικό δημόσιο χρέος ήταν γύρω στο 110% του ΑΕΠ το 2010 καθώς το τσουνάμι που δημιούργησε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κατάρρευση και η Μεγάλη Ύφεση έφτασαν τον αδύναμο ελληνικό καπιταλισμό. Αυτό το δημόσιο χρέος τώρα είναι γύρω στο 180% του ΑΕΠ. Γιατί;
Γιατί οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες απαιτούσαν την αποπληρωμή της πλήρους ονομαστικής αξίας των ελληνικών κρατικών και [ιδιωτικών, σ.τ.μ.] τραπεζικών ομολόγων που είχαν αγοράσει πριν το 2010 όταν οι τρέχουσες αποδόσεις τους ήταν τόσο υψηλές. Όμως οι ελληνικές τράπεζες δεν μπορούσαν πλέον να εξυπηρετήσουν αυτά τα ομόλογα καθώς οι έλληνες καπιταλιστές χρεοκοπούσαν ή αθετούσαν πληρωμές των τραπεζικών δανείων τους.
Το ελληνικό κράτος επίσης δεν ήταν σε θέση να διασώσει τις τράπεζες και να εκπληρώσει τις ομολογιακές υποχρεώσεις του καθώς η οικονομία κατέρρευσε. […]
Η λιτότητα ήταν πλέον στην ημερησία διάταξη. Οι εργαζόμενοι, ως φορολογούμενοι, αναγκάστηκαν να αναλάβουν το βάρος της εξυπηρέτησης και αποπληρωμής του χρέους του καπιταλιστικού τομέα. Πρώτα, ελληνικές συντηρητικές κυβερνήσεις συμφώνησαν με την Τρόικα σε μια σειρά περικοπών θέσεων εργασίας στο δημόσιο τομέα, σε περικοπές δημοσίων υπηρεσιών, σε ιδιωτικοποιήσεις και σε περικοπές συντάξεων για να ‘σταθεροποιηθεί’ το χρέος. Αλλά παρά τις θυσίες, διαδοχικά προγράμματα διάσωσης απέτυχαν να αποκαταστήσουν την οικονομία. Έτσι, συνομολογήθηκαν περισσότερα δάνεια από τις επίσημες υπηρεσίες, παρέα με ακόμη περισσότερη λιτότητα.
Μετά το αριστερό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές το 2015, υποσχέθηκε να αντιταχθεί σε κάθε επιπλέον λιτότητα, και κάλεσε σε άρνηση του χρέους. Και, όπως γνωρίζουμε, τον Ιούλιο του 2015 ο ελληνικός λαός ψήφισε 60-40 για να απορρίψει τα μέτρα της Τρόικας. Αλλά μέσα σε μερικές μέρες από εκείνο το δημοψήφισμα, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υπέκυψε στην πίεση του κεφαλαίου καθώς η ΕΚΤ απέσυρε την πίστωση και την υποστήριξη στις ελληνικές τράπεζες και αυτές έκλεισαν. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπέγραψε για ένα καινούργιο πρόγραμμα που εν τέλει έφτασε το χρέος στο τωρινό επίπεδο του 180% του ΑΕΠ.
[…] όπως το θέτει μια πρόσφατη έκθεση μερικών κορυφαίων ορθόδοξων [αστών, σ.τ.μ.] οικονομολόγων: «Ένα φάντασμα στοιχειώνει την Ελλάδα και στο ίδιο βαθμό τους πιστωτές της. Υπό εύλογες εκτιμήσεις ανάπτυξης, επιτοκίων και δημοσιονομικών επιδόσεων, το δημόσιο χρέος είναι μη βιώσιμο, όπως οι επίσημοι πιστωτές της έχουν πρακτικά αναγνωρίσει»[iii]. Παρά την αέναη λιτότητα στη μορφή ετήσιων πλεονασμάτων του προϋπολογισμού, το επίπεδο χρέους έχει παραμείνει αδιατάρακτο – καθώς όσο γρήγορα κι αν η κυβέρνηση κόβει δαπάνες, τόσο γρήγορα τα δάνεια συνεχίζουν να αυξάνουν – όχι για να χρηματοδοτηθούν δημόσιες υπηρεσίες αλλά για να αποπληρώνονται προηγούμενα δάνεια στο ΔΝΤ και την ΕΚΤ!
[…] [Το Γιούρογκρουπ, σ.τ.μ.] δεν θέλει καμία πραγματική περικοπή της ονομαστικής αξίας του χρέους που εκκρεμεί (μια διαγραφή χρέους), το οποίο βλέπει να θέτει ένα προηγούμενο ότι μελλοντικοί οφειλέτες μπορεί να την γλιτώσουν χωρίς να πληρώσουν εν τέλει.
Το Γιούρογκρουπ ισχυρίζεται ότι οι έλληνες πρέπει να είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν το χρέος και να αναπτυχθούν τώρα που εκπλήρωσαν τους όρους του τελευταίου προγράμματος, και έτσι λοιπόν μπορούν να επιστρέψουν σε κανονικές συνθήκες δανειζόμενοι από τις παγκόσμιες αγορές. Το ΔΝΤ και οι περισσότεροι οικονομολόγοι διαφωνούν. Το ΔΝΤ θεωρεί ότι το βάρος του χρέους είναι πολύ μεγάλο για να εξυπηρετηθεί από γενεές ελλήνων μέσω φορολογίας και περικοπών επ’ αορίστων. Έτσι, το ΔΝΤ είναι υπέρ μιας μορφής ελάφρυνσης χρέους (παράταση του χρόνου αποπληρωμής και χαμηλότερα επιτόκια). Αλλά επίσης, θέλει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να ακολουθήσει ένα νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα με: αποδεκατισμό συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, απορύθμιση αγορών και συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων. Όπως το έθεσε το ανακοινωθέν του ΔΝΤ: «Παρά την πρόοδο στο δομικό μέτωπο, η γενική πρόκληση για την Ελλάδα παραμένει η φιλελευθεροποίηση των περιορισμών που χειροτερεύουν το επενδυτικό της κλίμα. Επομένως, οι αρχές πρέπει να ξανασκεφτούν τα σχέδιά τους να αντιστρέψουν τις μεταρρυθμίσεις-ακρογωνιαίο λίθο για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις μετά το πέρας του προγράμματος, και αντιθέτως να επικεντρώσουν στο διπλασιασμό των προσπαθειών να ανοιχτούν ακόμα προστατευμένες αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, έτσι ώστε να διευκολυνθούν οι επενδύσεις και να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας»[iv].
Η πραγματικότητα είναι ότι με την ελληνική οικονομία απίθανο να μεγεθύνεται με περισσότερο από 2% ανά έτος μετά πληθωρισμού για το προβλέψιμο μέλλον και με το βάρος χρηματοδότησης του χρέους να βρίσκεται στο 15% του ΑΕΠ για κάθε χρόνο και να αυξάνει, δεν υπάρχει περίπτωση ο ελληνικός καπιταλισμός να δραπετεύσει από το φάντασμα της φυλακής των οφειλετών.
Στο τέλος του 2015, το 75% του ελληνικού δημόσιου χρέους ήταν στη μορφή θεσμικών [κρατικών, σ.τ.μ.] δανείων. Οι θέσεις σε ομόλογα των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών ανέρχονταν σε ένα πρόσθετο 6%, ενώ ένα επιπλέον ποσοστό βρίσκονταν σε χέρια (σε μεγάλο βαθμό κρατικής ιδιοκτησίας) ελληνικών τραπεζών. Ακόμα κι αν η Ελλάδα επιτύχει έναν γενικά ισοσκελισμένο προϋπολογισμό φέτος, νέος δανεισμός θα χρειαστεί στο μέλλον. Το τρέχον δάνειο των 16 δισ. € από το ΔΝΤ πρέπει να αποπληρωθεί μέχρι το 2021, και το ομόλογο των 20 δισ. € της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών μέχρι το 2016. Το τρέχον κεφάλαιο των ομολόγων των 3 δισ. € προ-2012, τα οποία δεν αναδιαρθρώθηκαν το 2012, επίσης χρειάζεται να αποπληρωθεί. Η αποπληρωμή των εναπομεινάντων ομολόγων 31 δισ. €, τα οποία ήταν το αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης του 2012 θα επανεκκινήσει το 2023. Τα 53 δισ. των διμερών δανείων από τους εταίρους της Ευρωζώνης τα οποία δόθηκαν κατά το πρώτο πρόγραμμα οικονομικής βοήθειας θα πρέπει να αποπληρωθούν μεταξύ 2020 και 2041, σύμφωνα με το τρέχον πρόγραμμα.
Όπως το έθεσε γλαφυρά η ομάδα οικονομολόγων: «Η επίτευξη βιωσιμότητας χρέους χωρίς ελάφρυνση στην ονομαστική αξία του χρέους, … συνεπάγεται μια μεγάλη αύξηση της συνολικής έκθεσης στην Ελλάδα του ευρωπαϊκού επίσημου τομέα από τα τωρινά αναμενόμενα επίπεδα του τέλους του 2018, δηλαδή κατά 50% ή παραπάνω. Επίσης, σημαίνει ότι η Ελλάδα θα αποπληρώνει χρέη προς τους ευρωπαίους επίσημους πιστωτές βαθιά μέσα στον 22ο αιώνα.[v]»!
Καθώς η οικονομία σέρνεται στον πυθμένα, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να προσφέρει ανακούφιση στους ψηφοφόρους της από την συντριπτική φτώχια και τα φορολογικά βάρη που υποφέρουν. Όντως, την 1 Ιανουαρίου 2019, οι συντάξεις, ήδη βαριά περικομμένες, αντιμετωπίζουν άλλο ένα κόψιμο μέχρι 18%. Η κυβέρνηση ζητάει διευκόλυνση του χρέους από την Τρόικα αλλά αυτό που χρειάζεται στα αλήθεια είναι ακύρωση του χρέους· κατάλληλη φορολόγηση των πολύ πλούσιων που συνεχίζουν να αποφεύγουν οποιοδήποτε αυστηρό μέτρο· η δημόσια ιδιοκτησία των τραπεζών και των μεγάλων εταιριών που άρχουν επί των ελληνικών επενδύσεων και ένα κρατικό πρόγραμμα επενδύσεων. Αυτό χρειαζόταν όταν έγινε το δημοψήφισμα του 2015 και ο ελληνικός λαός καταψήφισε τα μέτρα της Τρόικας. Τρία χρόνια μετά, τίποτα δεν έχει αλλάξει στ’ αλήθεια και σαν αποτέλεσμα, στις επόμενες εκλογές η συμμετοχή θα βουλιάξει και ο ΣΥΡΙΖΑ μάλλον θα χάσει και θα αντικατασταθεί από ένα δεξιό συνασπισμό.
Ο Τσίπρας επισημοποιεί το γάμο με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία

Ο πρωθυπουργός και το κόμμα του, που εδώ και περίπου μια τετραετία συγκυβερνούν με το ακροδεξιό κόμμα του Καμμένου, δε θα είχαν κανένα πρόβλημα να πάνε με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, εφόσον κρίνουν ότι αυτό τους βολεύει. Ουδέποτε είχαν αρχές για να προβληματιστούν για την παραβίασή τους. Από την αρχή της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, ο Τσίπρας άρχισε να συμμετέχει στις συνόδους κορυφής των ευρωσοσιαλδημοκρατών, ως παρατηρητής. Κάποια στιγμή, μάλιστα, συνέπεσε και με τη Φώφη. Βαθμιαία, η σχέση άλλαξε. Η Φώφη αραίωσε (μέχρι που σταμάτησε να πηγαίνει) και ο Τσίπρας μονιμοποιήθηκε.
Η εικόνα από τη διήμερη εκδήλωση (τύπου συνέδριου) που οργάνωσε η παραπαίουσα γερμανική σοσιαλδημοκρατία στο Βερολίνο (φωτογραφία πάνω) δεν αφήνει αμφιβολίες ως προς το μήνυμα που θέλησε να στείλει. Δίπλα στην πρόεδρο του SPD Αντρέα Νάλες καμαρώνουν χαμογελαστοί ο Τσίπρας και ο πρωθυπουργός της Πορτογαλίας Αντόνιο Κόστα. Το μήνυμα είναι σαφές: ένας νέος προοδευτικός συνασπισμός δημιουργείται στην Ευρώπη, που ξεκινά από τη σοσιαλδημοκρατία και τελειώνει στη… ριζοσπαστική Αριστερά.
Σε τοπικό επίπεδο, βέβαια, τα πράγματα είναι κομματάκι διαφορετικά. Στη Γερμανία οι σοσιαλδημοκράτες συγκυβερνούν, για δεύτερη κυβερνητική θητεία, με τη δεξιά/ακροδεξιά των Μέρκελ/Ζεεχόφερ. Στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ συγκυβερνά με τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛ. Μόνο στην Πορτογαλία είναι κάπως πιο καθαρά τα πράγματα, αφού ο «αριστερός» σοσιαλδημοκράτης Κόστα κυβερνά με τη στήριξη του «Μπλοκ της Αριστεράς» (κάτι σαν τον ΣΥΡΙΖΑ), του «Κ»Κ Πορτογαλίας (ομογάλακτο του Περισσού) και των Πρασίνων.
Αυτά, όμως, αφορούν τη βιτρίνα. Οι συμμαχίες χτίζονται για να επιτρέψουν σε ένα κόμμα να κυβερνήσει ή να συμμετάσχει στην κυβέρνηση. Κι επειδή οι συνθήκες δεν είναι σε όλες τις χώρες ίδιες, δημιουργείται αυτή η πανσπερμία συμμαχιών, που σε όσους πιστεύουν στις κομματικές διακηρύξεις φαίνεται λίγο… τρελή. Αν, όμως, κοιτάξουμε την πολιτική που ακολουθούν όλα αυτά τα «παρδαλά» πολιτικά σχήματα, θα διαπιστώσουμε ότι έχει την ίδια ταξική ουσία και διαφοροποιείται μόνο ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης σε κάθε χώρα. Αλλο είναι η ιμπεριαλιστική Γερμανία και άλλο οι εξαρτημένες Ελλάδα και Πορτογαλία. Η Γερμανία ακολουθεί ιμπεριαλιστική πολιτική έναντι της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, με τη συμμετοχή και των γερμανών σοσιαλδημοκρατών. Αυτό, όμως, δεν εμποδίζει τους Νάλες, Τσίπρα και Κόστα να εμφανίζονται ως ομοϊδεάτες.
Είναι ομοϊδεάτες. Και ο καθένας ξέρει τη θέση του. Ξέρει ποια χώρα διοικεί και τι καθήκοντα του επιβάλλει αυτός ο ρόλος. Στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Στο εσωτερικό εφαρμόζουν μια πολιτική που υπηρετεί τη συντηρητική ανασυγκρότηση του καπιταλισμού, τη διαχείριση της κρίσης του με το φόρτωμα των βαρών στις πλάτες εργατών και εργαζόμενων. Και στο εξωτερικό, οι μεν εφαρμόζουν πολιτική ιμπεριαλιστικής χώρας, οι δε πολιτική εξαρτημένων χωρών. Συχνά έρχονται σε σύγκρουση, όμως πάντοτε επιβάλλεται η θέληση του ιμπεριαλιστή.
Η εμφάνιση των Νάλες-Τσίπρα-Κόστα ως ομοϊδεατών, που θέλουν τάχαμου να συγκροτήσουν έναν προοδευτικό πόλο στην Ευρώπη, εντάσσεται στο «φαίνεσθαι» των αστικών κομμάτων, στη δημαγωγική εικόνα που δημιουργούν για να εξαπατήσουν εργατικές μάζες (με τις οποίες και η σοσιαλδημοκρατία και η ψευτοαριστερά έχουν ιστορικούς δεσμούς, οι οποίοι διαρρηγνύονται με μεγάλη ταχύτητα). Είναι μια κλασική κίνηση πολιτικής δημαγωγίας, η οποία κάθε άλλο παρά είναι απαλλαγμένη από στοιχεία «δούναι και λαβείν».
Η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη κλυδωνίζεται επικίνδυνα, για να μην πούμε καταρρέει. Στη Γαλλία έχει γίνει ένα κόμμα με ποσοστά μικρότερα απ’ αυτά του ΠΑΣΟΚ, ενώ ο Μακρόν επέλεξε σε επίπεδο ευρωεκλογών να πάει με τους Φιλελεύθερους, για να προσπαθήσει να στήσει δικό του μαγαζί, μακριά από την «τοξική» σοσιαλδημοκρατία. Στην Ιταλία σχεδόν τα ίδια. Τρίτο και καταϊδρωμένο ήρθε στις τελευταίες εκλογές το Δημοκρατικό Κόμμα και στις επόμενες μπορεί να πάει χειρότερα. Η Βρετανία, όπου οι Εργατικοί εκμεταλλεύονται την εσωτερική κρίση των Τόρηδων και μπορεί να είναι αυτοί που θα σχηματίσουν την επόμενη κυβέρνηση, δε μετράει: η επόμενη ευρωβουλή δε θα έχει βρετανούς βουλευτές. Στην Ολλανδία, το κόμμα του Ντεϊσελμπλούμ καταποντίστηκε στις τελευταίες εκλογές. Εμεινε μόνο η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, με ένα ποσοστό 20% στις τελευταίες εκλογές, το οποίο ήδη έχει γίνει μικρότερο, καθώς σε όλες τις κρατιδιακές εκλογές το SPD χάνει περίπου τη μισή εκλογική του δύναμη που μετακινείται προς τους Πράσινους, οι οποίοι είναι τώρα της μόδας στη Γερμανία.
Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία προσπαθεί, μέσω του πανευρωπαϊκού «προοδευτικού πόλου», να σώσει τον εαυτό της και ό,τι μπορεί από τα σοσιαλδημοκρατικά υπολείμματα στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Εχει, λοιπόν, ανάγκη από μερικές «αριστερές» βιταμίνες. Ο Τσίπρας είναι η μία, ο Κόστα (που συνεργάζεται κυβερνητικά με τους «αριστερούς» της Πορτογαλίας) η άλλη. Αν τραβηχτούν και οι Podemos ακόμα καλύτερα.
Πριν φωτογραφιστεί περιχαρής δίπλα στη Νάλες και ανέβει στο βήμα για να μιλήσει υπέρ του «προοδευτικού πόλου», ο Τσίπρας συναντήθηκε και με τους «συντρόφους» της Linke. Για την ακρίβεια, με τη συμπρόεδρο του κόμματος Κάτια Κίπινγκ (φωτογραφία κάτω δεξιά). Τα υποχρεωτικά χαμόγελα δεν μπόρεσαν να κρύψουν το βαρύ κλίμα, καθώς στις off the record συνομιλίες τους με δημοσιογράφους τα στελέχη της Linke «έλουζαν» τον Τσίπρα με διάφορα κοσμητικά επίθετα. Οταν η Κίπινγκ ρωτήθηκε για τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ με το κόμμα της Αριστεράς στις ευρωεκλογές, απάντησε ότι… εκκρεμεί η παρουσίαση της προεκλογικής στρατηγικής. Αλλά, «βεβαίως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μέρος του Ευρωπαϊκού Αριστερού Κόμματος», συμπλήρωσε, χωρίς να το πιστεύει και η ίδια.
Ο Τσίπρας, όμως, είχε και άλλη μια συνάντηση. Με τον γερμανό υπουργό Οικονομικών Ολαφ Σολτς (φωτογραφία κάτω αριστερά), που είναι μεγαλοστέλεχος του SPD. Η συνάντηση κράτησε πάνω από ώρα, χρόνος εξαιρετικά μεγάλος για μια εθιμοτυπική συνάντηση. Είναι βέβαιο ότι εκεί έγινε παζάρι. Η κάθε πλευρά «πούλησε» αυτό που έχει και «αγόρασε» αυτό που ήθελε να αποκτήσει. Ο Τσίπρας «πούλησε» τον εαυτό του και τον ΣΥΡΙΖΑ ως γλάστρα του «προοδευτικού πόλου» που προσπαθούν να χτίσουν για τις ευρωεκλογές οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες. Κι ο Σολτς του «πούλησε» τη στήριξη της Γερμανίας στη μη εφαρμογή του πετσοκόμματος των συντάξεων. Δεν είναι τυχαίο πως όταν η φυλλάδα του Μαρινάκη πήγε να στήσει «κιτρινιά», με την «είδηση» ότι ο Σολτς είπε στον Τσίπρα πως δε θα περικοπούν μόνο οι χαμηλές συντάξεις, ο ίδιος ο γερμανός υπουργός Οικονομικών διέψευσε με βδελυγμία το σχετικό δημοσίευμα και δήλωσε ότι η συνομιλία του με τον Τσίπρα ήταν εμπιστευτική και δεν πρόκειται να κάνει καμιά δήλωση για το περιεχόμενό της! Τι πράγματα συζήτησαν εμπιστευτικά ένας υπουργός Οικονομικών με έναν πρωθυπουργό; Από άποψη πρωτοκόλλου στις σχέσεις μεταξύ κυβερνήσεων, το ντουέτο ήταν εντελώς αταίριαστο. Αν σκεφτούμε, όμως, ότι ο Τσίπρας είναι πρωθυπουργός και πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ και ο Σολτς ο ηγετικός παράγοντας της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας που έχει κυβερνητική δύναμη (η Νάλες δεν έχει κυβερνητικό πόστο), μπορούμε να φανταστούμε το αντικείμενο της εμπιστευτικής συνάντησης-παζαριού.
Δέκα μέρες μετά απ’ αυτή τη συνάντηση, το Euro-WorkingGroup πέρασε χωρίς συζήτηση (δηλαδή με ομοφωνία) τη μη περικοπή των συντάξεων. Μένει ν’ ακούσουμε τον Τσίπρα να ανακοινώνει τη στήριξη από τον ΣΥΡΙΖΑ του σοσιαλδημοκράτη Φρανς Τίμερμανς. Θα είναι… «κριτική στήριξη», φυσικά.
Συνεχίζεται το καθεστώς της αυθαιρεσίας με την ανοχή του ΥΕΝ στην γραμμή Κυλλήνης - Ζακύνθου

Στις 9/11/2018 πραγματοποιήθηκε έλεγχος στο Ε/Γ – Ο/Γ πλοίο «ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ Λ» από κλιμάκιο της ΠΝΟ, στο οποίο συμμετείχε ο Γενικός Γραμματέας της ΠΕΝΕΝ Κροκίδης Νίκος, και την Λιμενική αρχή Πάτρας – Κυλλήνης – Κατάκολου.
Το εν λόγω πλοίο έχει έναρξη δρομολογίων καθημερινά στις 7.00 και παύση 23.30 χωρίς να προστίθεται ο χρόνος μετά το πέρας δρομολογίων για την αποκατάσταση του πλοίου. Κατά τον έλεγχο των εγγράφων διαπιστώθηκε ότι χωρίζεται η οργανική σύνθεση σε δύο βάρδιες, για το πλήρωμα της κουβέρτας 1 Ναύκληρος, 4 Ναύτες, 1 Ναυτόπαις. Η οργανική σύνθεση του πλοίου είναι 1 Ναύκληρος, 8 Ναύτες, 3 Ναυτόπαιδες. Η κάθε βάρδια εργάζεται με μειωμένη οργανική σύνθεση όπως αποτυπώνεται στα έγγραφα του πλοίου και με τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι εργαζόταν όλο το πλήρωμα της κουβέρτας καθ’ όλη την διάρκεια των δρομολογίων και τα έγγραφα των ωρών εργασίας και ανάπαυσης ήταν φτιαγμένα κατά όπως βολεύει την εν λόγω εταιρεία. Επίσης διαπιστώθηκε και μη καταβολή δεδουλευμένων για τον μήνα Οκτώβριο.
Σημειωτέον ότι το κλιμάκιο της Λιμενικής αρχής απεχώρησε από το πλοίο 6 ώρες πριν το πέρας των δρομολογίων προφανώς κατ’ εντολή ανωτέρων τους!!!
Οι πιο πάνω παραβάσεις προβλέπουν απαγόρευση απόπλου για την ανάπαυση του πληρώματος για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας όπως και ζητήθηκε από τον Γενικό γραμματέα της ΠΕΝΕΝ προς την Λιμενική αρχή και το ΔΝΕΡ να γίνει.
Είναι προφανές ότι το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας λειτούργησε ως φερέφωνο της Ναυτιλιακής εταιρίας αφού στις 31 Οκτώβρη σε μια απαράδεκτη προσπάθεια να τα συγκαλύψουν είχαν στείλει κλιμάκιο της Λιμενικής αρχής χωρίς να διαπιστώσει τα προαναφερόμενα, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή στην θάλασσα.
Απ’ όλα τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι τόσο η πολιτική ηγεσία του ΥΕΝ και οι υπηρεσίες του σε αυτό όσο και οι αντίστοιχες λιμενικές αρχές βάζουν πλάτη στους πλοιοκτήτες να αυθαιρετούν, να παρανομούν και να καταστρατηγούν τα εργασιακά δικαιώματα των Ναυτεργατών.
Παράλληλα σοβαρότατες ευθύνες έχει και η πλειοψηφία της ΠΝΟ η οποία το μόνο που κάνει είναι να αναλώνεται σε ελέγχους οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν αντικαθιστούν την εργασιακή κανονικότητα και με την άρνησή της να προχωρήσει – όπως επανειλημμένα προτείνει η ΠΕΝΕΝ – σε στοχευμένες αγωνιστικές δράσεις με την σειρά της υπονομεύει τα θεσμοθετημένα Ναυτεργατικά δικαιώματα όπως αυτά κατοχυρώνονται στις ΣΣΕ και την Ναυτική νομοθεσία.
Η ΠΕΝΕΝ απαιτεί από το Υπουργείο Ναυτιλίας και τις υπηρεσίες του να αναλάβουν τις ευθύνες τους, να εφαρμόσουν την ΣΣΕ και την ναυτική νομοθεσία σταματώντας τον εμπαιγμό κατά των Ναυτεργατών για την ασφαλή λειτουργία της εν λόγω Πορθμειακής γραμμής.
Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ
- Τελευταια
- Δημοφιλή