Σήμερα: 19/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

airbnb-1125x750-696x464.jpg

91 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΣΕΙΣ

Τα οικονομικά-της στοιχεία για το πρώτο τρίμηνο του 2019 έδωσε στην δημοσιότητα η Airbnb, με τα ποσά να προκαλούν ίλιγγο. 

Συγκεκριμένα, η Airbnb Inc σημείωσε συνολική αξία συναλλαγής 9,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων κατά το α’ τρίμηνο του 2019, σημειώνοντας αύξηση 31% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, όπως ανέφερε μια πηγή στο πρακτορείο Reuters, έναν αριθμό που θα μπορούσε να βοηθήσει στην προσέλκυση επενδυτών, την ώρα που η εταιρεία σχεδιάζει να βγει στην δημόσια αγορά.

91 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις κλείστηκαν μέσα σε ένα τρίμηνο μέσω Airbnb
Η εταιρεία ενοικίασης κατοικιών με έδρα το Σαν Φρανσίσκο κατέγραψε κρατήσεις 91 εκατομμυρίων βραδιών στην πλατφόρμα της το πρώτο τρίμηνο του 2019, πρόσθεσε η πηγή. Η Airbnb έχει περίπου 3,5 δισεκατομμύρια δολάρια σε μετρητά στον ισολογισμό της στις 31 Μαρτίου, ανέφερε η πηγή προσθέτοντας πως η εταιρεία ανακοίνωσε ένα ποσοστό αύξησης εσόδων 40% το 2018 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η Airbnb είναι έτοιμη για την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο στο α’ εξάμηνο του 2020. Το χρονοδιάγραμμα δεν είναι σαφές ακόμη, αλλά αναμένεται πριν τη λήξη της χρονιάς να οριστικοποιηθεί.

Να σημειωθεί, πάντως, πως στην Ελλάδα, τα Airbnb κάνουν χρυσές δουλειές, με το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοικιών που νοικιάζονται να τα διαχειρίζονται εταιρείες VRM, διεκδικώντας ένα σημαντικό μερίδιο της πίτας.

πηγη: iskra.gr

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2019 18:42

Εισαγωγή στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο

EMF2.jpg

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ*

Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος συγκαταλέγεται στους πλέον μακρόχρονους πολέμους που γνώρισε το ελληνικό κράτος στην σύντομη ιστορία του. Κράτησε περίπου τρία ολόκληρα χρόνια. Λέμε περίπου καθώς, όπως συμβαίνει συνήθως με τους εμφυλίους πολέμους, δεν θα μπορούσαμε εύκολα να προσδιορίσουμε μια ημερομηνία έναρξης και λήξης του αντίστοιχα. Οι κλασσικοί πόλεμοι αρχίζουν με μια νομική πράξη, την «κήρυξη του πολέμου» και τελειώνουν με μια αντίστοιχη, την ανακωχή ή τη Συνθήκη ειρήνης. Τίποτε τέτοιο δεν συμβαίνει με τους εμφυλίους πολέμους. Σε αυτούς οι κοινωνίες χωρίζονται σε στρατόπεδα που διολισθαίνουν στην πολεμική αναμέτρηση χωρίς να έχουν ανάγκη ούτε από «κήρυξη» ούτε από οποιαδήποτε άλλη πράξη νομικού χαρακτήρα. Το δε τέλος τους υπαγορεύεται από τον χαρακτήρα τους. Είναι πόλεμοι ολοκληρωτικοί όπου ο ηττημένος απλά πρέπει να εξαλειφθεί από τον εθνικό και κοινωνικό χάρτη.

Το σύνηθες -και από μερικές απόψεις «επίσημο»- ορόσημο για την έναρξη του πολέμου αναφέρεται στην επίθεση της ομάδας Υψηλάντη στον Σταθμό Χωροφυλακής και το Εκλογικό Τμήμα του Λιτοχώρου το βράδυ της παραμονής των εκλογών της 30ης Μαρτίου 1946. Πρόκειται όμως για ένα μεμονωμένο περιστατικό , προειδοποίηση ίσως ή ακόμα απάντηση στα γεγονότα της Καλαμάτας, λίγες εβδομάδες νωρίτερα, όπου το κράτος καταλύθηκε από το παρακράτος του Μαγγανά και της Χ. Στη διάρκεια του Απριλίου, του Μαίου ή και του Ιουνίου του 1946, δεν υπήρξε στρατιωτική εμπλοκή που θα μπορούσε να πιστοποιήσει την έναρξη ενός πολέμου. Ο τελευταίος, για να ξεκινήσει, χρειαζόταν ένα πολιτικό γεγονός.

Το τελευταίο ήταν η έγκριση από την «αναθεωρητική Βουλή» του Γ’ Ψηφίσματος, στις 18 Ιουνίου 1946. Το ψήφισμα όριζε ότι η κάθε δραστηριότητα που στρεφόταν εναντίον της «έννομης τάξης» -όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στους καιρούς της «λευκής τρομοκρατίας»-  αποτελούσε ένα είδος εξωτερικής εισβολής καθώς αποσκοπούσε στην «απόσπαση μέρους εκ του όλου της ελληνικής επικράτειας».  Με το Ψήφισμα καθοριζόταν ο εχθρός και ξεκαθάριζαν τα μέσα για την αντιμετώπισή του: η προδοσία τιμωρείτο με θάνατο. Το κράτος μπορούσε πλέον να αναλάβει το ίδιο τα καθήκοντα των τρομοκρατικών παρακρατικών συμμοριών. Ο πόλεμος μπορούσε να ξεκινήσει και φυσικά, ξεκίνησε. Τον Ιούλιο του 1946 -ειδικά μετά τις πρώτες θανατικές καταδίκες και εκτελέσεις στη βάση του Γ’ Ψηφίσματος-  έχουμε τις πρώτες συγκρούσεις που παραπέμπουν σε στρατιωτική αναμέτρηση. Σε εμφύλιο πόλεμο.

Αυτός λοιπόν ο πόλεμος που δεν είχε ακριβή ημερομηνία έναρξης δεν είχε, όπως αναμενόταν, και προσδιορισμένη ημερομηνία λήξης. Καμία ανακωχή και καμία συνθήκη δεν τον σταμάτησε. Τις τελευταίες ημέρες του Αυγούστου του 1949, έπεσε ο Γράμμος, ο Δημοκρατικός Στρατός εκκένωσε τις εκεί ζώνες που κατείχε. Συγκρούσεις όμως και μάχες συνεχίστηκαν σε διάφορα σημεία της χώρας, με φθίνουσα έστω ένταση πολύ καιρό αργότερα. Ακόμα και όταν πλέον δεν είχε καμία σημασία.

Παρόλα αυτά ο εμφύλιος δεν ήταν ένας άτυπος, ένας κατ’ ευφημισμό πόλεμος, μια υπόθεση «διασάλευση της τάξης», ένας «συμμοριτοπόλεμος». Ήταν κάτι περισσότερο από πραγματικός και ως εκ τούτου ήταν κάτι περισσότερο από σκληρός. Για την ακρίβεια πρόκειται για την μεγαλύτερη -σε αριθμό στρατιωτικών θυμάτων τουλάχιστον- στρατιωτική εμπλοκή στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Ο κυβερνητικός στρατός είχε, στη βάση των επίσημων στοιχείων του, 12.200 νεκρούς στα πεδία των μαχών[1] -σχεδόν όσους και στον επτάμηνο του ελληνο-ιταλικού και ελληνο-γερμανικού πολέμου. Σε αυτούς προστίθενται οι 2 ως 4.000 νεκροί των διαφόρων κατηγοριών της Χωροφυλακής[2]. Είναι άγνωστο το που και το εάν έχουν καταγραφεί οι απώλειες των παραστρατιωτικών σωμάτων των συμμοριών, της Χ, των ΜΑΥ, των ΜΑΔ, των ΜΕΑ, των ΤΕΑ, των «Δημοσυντήρητων»  και των συνακόλουθων.  Οι δε απώλειες στις τάξεις των τρομοκρατικών φασιστικών παρακρατικών συμμοριών που, στα 1946-1947, αποτέλεσαν τον πρώτο στόχο του Δημοκρατικού Στρατού, απλά δεν έχουν καταγραφεί πουθενά.        

Το άθροισμα των παραπάνω μεγεθών και η αναγωγή των αγνώστων αντίστοιχων με βάση τα όσα γνωρίζουμε για τη μορφή και τις συνθήκες του πολέμου -ιδιαίτερα στην πρώτη του φάση, εκείνη της αναμέτρησης του Δημοκρατικού Στρατού με τις παραστρατιωτικές συμμορίες- μπορεί ίσως να μας οδηγήσει σε ποσοτικά συμπεράσματα. Το σύνολο των στρατιωτικών ή παραστρατιωτικών απωλειών του κυβερνητικού στρατοπέδου σε όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου πρέπει να βρίσκεται κάπου ανάμεσα στις 20 και στις 25.000 νεκρούς.

Το ζήτημα των απωλειών του Δημοκρατικού Στρατού είναι επίσης ένα μέγεθος που μένει να προσδιοριστεί. Με βάση τη μορφή του πολέμου και τις εκτιμήσεις παρατηρητών (κυρίως Αμερικανών) οι απώλειες του μάλλον είναι αντίστοιχες εκείνων του απέναντι στρατοπέδου: κάπου ανάμεσα στους 20 και στους 25.000 νεκρούς. Ο ΔΣΕ είχε σοβαρές απώλειες σε ειδικές τακτικές ή στρατηγικές ήττες του: μάχη Φλώρινας 750 περ. νεκροί, καταστροφή ΙΙΙης Μεραρχίας Πελοποννήσου, 3 με 4 χιλιάδες ίσως νεκροί. Κατά μέσο όρο όμως η «φονικότητα» (από τον όρο lethality rate) που επιδείκνυε ήταν ανώτερη από εκείνη των αντιπάλων του. Από αυτή την άποψη ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν η πλέον αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Οι επιδόσεις αυτές ήταν ιδιαίτερα ευδιάκριτες στις αμυντικές μάχες στο Γράμμο και στο Βίτσι, σε αιφνιδιασμούς όπως στο Καρπενήσι ή στον καθημερινό πόλεμο φθοράς.

Σε κάθε περίπτωση τα θύματα και της μίας και της άλλης πλευράς προέρχονταν από την ίδια κοινωνία και εγγράφονταν στο ίδιο ανθρώπινο δυναμικό, της Ελλάδας.  Ως προς αυτό οι απώλειες των δύο στρατοπέδων μπορούν να αθροιστούν και να μας δώσουν το εντυπωσιακό μέγεθος των 40 με 50.000 νεκρών – μιλούμε πάντα για αποκλειστικά στρατιωτικές απώλειες. Σε αυτό το επίπεδο ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος υπήρξε η πλέον αιματηρή στρατιωτική αναμέτρηση στην ιστορία του ελληνικού κράτους.  

Πολλοί ήταν οι Έλληνες που στρατεύθηκαν στις γραμμές των αντίπαλων στρατών στην μακρά διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Η κινητοποίηση του παρακράτους, η διόγκωση των δυνάμεων ασφαλείας και οι διαδοχικές επιστρατεύσεις έκαναν ώστε να ενταχθούν στις τάξεις του κυβερνητικού στρατοπέδου -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο περισσότεροι από 400.000 άνδρες[3]. Από την άλλη πλευρά, στον Δημοκρατικό Στρατό στρατεύθηκαν σε όλη τη διάρκεια του πολέμου περισσότεροι από 150.000 άνδρες και γυναίκες. Το άθροισμα των δύο μεγεθών πλησιάζει ίσως τις 600.000 γεγονός που καθιστά την συμμετοχή στον εμφύλιο πόλεμο την πιο πολυάνθρωπη αναλογικά εμπλοκή και συμμετοχή της ελληνικής κοινωνίας σε πόλεμο.

Όσοι δεν πήραν μέρος στον πόλεμο με το όπλο στο χέρι κατέθεσαν στον βωμό του τα δικά τους βάσανα. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του πολέμου ήταν η μαζική υποχρεωτική -και ενίοτε βίαιη- μετακίνηση πληθυσμών. Σε 750.000 υπολογίστηκαν οι «εκκενωθέντες» από τον κυβερνητικό στρατό πληθυσμοί των ορεινών ή απλά των «ύποπτων» περιοχών. Άλλοι εγκατέλειψαν με δική τους πρωτοβουλία τις επικίνδυνες ζώνες ανεβάζοντας τους εσωτερικούς πρόσφυγες και εκτοπισμένους σε ένα εκατομμύριο. Έναν στους επτά κατοίκους της Ελλάδας. Αυτοί εγκαταστάθηκαν στις παρυφές των πόλεων ως «συμμοριόπληκτοι» αλλάζοντας την ανθρωπογεωγραφία της χώρας. Πολλά χωριά έμειναν για πολλά χρόνια έρημα, η παραγωγικές υποδομές τους καταστράφηκαν και η ζωή σε αυτά έπρεπε να ξαναρχίσει από την αρχή. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ξανάρχισε. Ο πόλεμος έφερε την μόνιμη παρακμή σε ευρύτατες  ζώνες της ελληνικής επικράτειας και αλλοίωσε το δημογραφικό και παραγωγικό προφίλ της χώρας.

Μερικές δεκάδες χιλιάδες πολεμιστές και άμαχοι –κοντά στις 60.000 είναι το πλέον αποδεκτό μέγεθος-  εκπατρίστηκαν ακολουθώντας τον Δημοκρατικό Στρατό στην υποχώρησή του, είτε πριν από αυτήν.

Σε αντίθεση με τις περιπτώσεις των προηγούμενων μεγάλων ευρωπαϊκών εμφυλίων πολέμων του εικοστού αιώνα, του ρωσικού (1918-1921) και του ισπανικού (1936-1939), ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος είχε κυρίως στρατιωτικές απώλειες. Τα θύματα στον ρωσικό εμφύλιο ήταν πολίτες κυρίως, σε σχέση δύο ή τρία προς ένα σε σχέση με τους στρατιωτικούς. Αυτό οφειλόταν στις τρομερές στερήσεις και τις επιδημίες που χαρακτήριζαν ετούτο τον πόλεμο καθώς και στις τοπικές «εθνοκαθάρσεις» που αποτελούσαν μέρος του σύνθετου σκηνικού. Στην Ισπανία η σχέση μεταξύ πολιτών και στρατιωτικών ως προ τα θύματα ήταν περίπου ένα προς ένα. Στην ελληνική περίπτωση οι μαζικές «τυφλές» εκτελέσεις αμάχων ήταν ελάχιστες (σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο της κατοχής – ίσως γι αυτό) ενώ ήταν επίσης περιορισμένοι οι μαζικοί αεροπορικοί βομβαρδισμοί με ζώνες «αμάχων». Έτσι λοιπόν η σχέση ήταν ένα ή δύο προς πέντε υπέρ των «στρατιωτικών».

Η παραπάνω διαπίστωση δεν τοποθετούσε τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο στους «καθαρούς» πολέμους, όπου οι «κανόνες» αμβλύνουν την βαρβαρότητα και την σκληρότητα του πολέμου. Στην εδώ εξάλλου περίπτωση έπρεπε να συντριβεί το φρόνημα ενός ολόκληρου λαού και τα κληροδοτήματα μιας ηρωϊκής εποχής: της Εθνικής Αντίστασης. Αυτό δεν μπορούσε να γίνει με «ήπιες» και «πολιτισμένες» μεθόδους. Δεν μπορούσε να γίνει ούτε με τις αθρόες εκτελέσεις αγωνιστών και στελεχών, κάπου ανάμεσα στις 7 και στις 10.000, στα χρόνια εκείνα. Χρειαζόταν μια συνεκτική πολιτική αγριότητας.

Το κύριο εξωτερικό χαρακτηριστικό της αγριότητας ήταν η συνειδητή και βάση σχεδίου διαπόμπευση των νεκρών αντιπάλων τους από την πλευρά των κυβερνητικών δυνάμεων. Το κόψιμο κεφαλιών και η επίδειξή τους πριμοδοτήθηκε επίσημα μέσα από την διάδοση της επικήρυξης[4]. Οι βαρβαρότητες αυτές κρίθηκαν μάλιστα εξαιρετικά επιτυχημένες και οι Βρετανοί τις μιμήθηκαν -σε πιο ήπια εκδοχή- στους πολέμους ενάντια στα αντι-αποικιακά κινήματα στη νοτιο-ανατολική Ασία. Το στίγμα των «κυνηγών κεφαλών» σφραγίζει ακόμα και σήμερα την παράταξη των νικητών του εμφυλίου, την ελληνική άρχουσα τάξη, παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες των διαφόρων αναθεωρητών της ιστορίας να το αποξύσουν.

Ο εγκλεισμός ήταν μια άλλη παράμετρος της βαρβαρότητας: τερατώδη, για τα μεγέθη της χώρας στρατόπεδα συγκέντρωσης δημιουργήθηκαν, η Μακρόνησος, ο Άη Στράτης, το Τρίκερι, η Γυάρος, η Λέρος κά, όπου κλείστηκαν δεκάδες χιλιάδες άτομα, όσα δεν χωρούσαν πλέον οι κατάμεστες φυλακές. Ένας μεθοδικός πολιτικός σχεδιασμός οργάνωσε την αρπαγή των παιδιών των ύποπτων περιοχών και τον εγκλεισμό τους σε ειδικούς χώρους εγκλεισμού, τις περίφημες «Παιδουπόλεις» της βασίλισσας Φρειδερίκης. Ο λεγόμενος «δυτικός κόσμος» έδωσε στην Ελλάδα όλο το μέτρο της αγριότητάς του, θα χρησιμοποιούσε την εδώ εμπειρία εξάλλου στους επερχόμενους αντιαποικιακούς αγώνες.  Σε τελευταία ανάλυση όλες ετούτες οι αγριότητες εκτυλίχθηκαν χάρη στην συστηματική, τερατώδη σε μέγεθος αμερικανική οικονομική «βοήθεια». Πάνω από δύο δισεκατομμύρια δολλάρια της εποχής (περισσότερα από όσα κόστισε η ανοικοδόμηση της Δυτικής Γερμανίας στο σχέδιο Μάρσαλλ)[5] κατέθεσαν οι ΗΠΑ στον βωμό της «συντριβής του κομμουνιστοσυμμοριτισμού» στην Ελλάδα.

***

Σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά, η σκιά του εμφυλίου βαραίνει την πολιτική, κοινωνική, πολιτιστική πραγματικότητα του τόπου. Η άρχουσα τάξη κράτησε το εμφυλιακό κλίμα (τη νομοθεσία έκτακτης ανάγκης για να αρχίσουμε) ως το 1974. Κατόπιν έκρινε ότι μπορούσε να «αποκαταστήσει τη δημοκρατία» κάτω από την αιγίδα, την επίβλεψη και την εγγύηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των άλλων δυνάμεων του «ελεύθερου κόσμου» (ΗΠΑ, ΝΑΤΟ κλπ.). Ο παρονομαστής σταθερός: η διατήρηση του καθεστώτος της αδικίας και της εκμετάλλευσης του μόχθου των εργαζόμενων.  

Από αυτή την άποψη τα στρατόπεδα που χώρισε ο εμφύλιος, πολύ απέχουν από του να συμφιλιωθούν σε μια κοινωνία αντάξια του πολιτισμού που έχτισαν όσοι μόχθησαν για ετούτο τον τόπο.

* Ο Γιώργος Μαργαρίτης είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του  Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Διαβάστε όλα τα κείμενα του φακέλου – αφιερώματος του «Ημεροδρόμου» «Από τα Δεκεμβριανά στον Εμφύλιο» ΕΔΩ

[1]           ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ιστορία του Ελληνικού Στρατού 1821-1997, Αθήνα, 1998, σ. 273.  Ο αριθμός των αξιωματικών και των στρατιωτών του στρατού ξηράς που σκοτώθηκαν στις επιχειρήσεις του εμφυλίου πολέμου υπολογίζεται σε  12.238, ενώ άλλοι 3.050 πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τον ΔΣΕ. Αν και είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς το σκεπτικό των συγγραφέων του τόμου αυτού (οι οποίοι καταγράφουν βαριές στρατιωτικές απώλειες σε ένα πόλεμο εναντίον «αόρατου» εχθρού – πουθενά δεν αναφέρεται  ο όρος Δημοκρατικός Στρατός της Ελλάδας), υποθέτουμε ότι στην καταγραφή 108.000 θανόντων πολιτών στην διάρκεια του εμφυλίου περιλαμβάνονται οι απώλειες του ΔΣΕ…

Για να έχουμε κάποιο μέτρο σύγκρισης, σύμφωνα με την ίδια πηγή οι απώλειες του Ελληνικού Στρατού στην διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (Ελληνο-ιταλικός πόλεμος, Ελληνο-γερμανικός, Μάχη της Κρήτης, Μέση Ανατολή κλπ.) ανήλθαν σε 13.749 αξιωματικούς και οπλίτες νεκρούς και σε 1.823 «αγνοούμενους» (στο ίδιο, σ. 254). 

Οπωσδήποτε υπάρχουν πλήθος άλλες εκτιμήσεις, άλλες λογικές, άλλες αυθαίρετες για το ύψος των απωλειών του κυβερνητικού στρατού και όλων των συνδεδεμένων με αυτόν κρατικών ή παρακρατικών σωμάτων. Οι όποιες διαφορές δεν αλλάζουν σε τίποτα την γενική εικόνα.

[2]           Το ίδιο συμβαίνει με τις απώλειες των σώματος της Χωροφυλακής και των διαφόρων σωμάτων που κατά καιρούς παρουσιάστηκαν ως τέτοια.

[3]           Η παρατακτή δύναμη του κυβερνητικού στρατού -αυτή δηλαδή που μπορούσε μιασυγκεκριμένη στιγμή να αναπτυχθεί στα θέατρα της σύγκρουσης- κυμαινόταν από 120.000 ως 160.000 σε κάθε στιγμή του πολέμου. Σε αυτούς θα μπορούσαν να προστεθούν η Χωροφυλακή και οι μονάδες ασφαλείας ή των παραστρατιωτικών ανεβάζοντας το σύνολο σε 200 με 300.000 προ το τέλος του πολέμου.

             Η παρατακτή δύναμη του Δημοκρατικού Στρατού δεν ξεπέρασε ποτέ τους 25.000 μαχητές -άνδρες και γυναίκες. Αναλογικά μπορεί να υποστηριχθεί ότι περισσότεροι από 150.000 στρατεύθηκαν συνολικά στις γραμμές του στη διάρκεια του πολέμου.  

[4]           Πρόβλεψη αμοιβής για όποιον έφερνε το «σωστό» κεφάλι στις «Αρχές».

[5]           Το σύνολο των ποσών του σχεδίου Μάρσαλλ στα χρόνια 1948-1952, ήταν 17 δισεκατομμύρια δολλάρια της εποχής (περίπου 200 δις σε αναγωγή στις σημερινές αξίες). Ο ελληνικός εμφύλιος κόστισε στις ΗΠΑ περισσότερα από δύο δις (24 δις σε σημερινές αξίες). Η ανοικοδόμηση της Δυτικής Γερμανίες κόστισε 1,5 δις.

πηγη: imerodromos.gr

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2019 18:38

Οι Παναγίες του Αυγούστου

e92dc519c3c1d0000e5795e41f4c6df5_S.jpg

του Θανάση Σκαμνάκη

Οι άδειες πόλεις και τα γεμάτα χωριά - μια φορά το χρόνο τέτοια δόξα, μετά ξανά στην ερήμωση - οι γεμάτες παραλίες (αν και λιγότερο γεμάτες από άλλες φορές) έχουν, σχεδόν κατά τα καθιερωμένα, ένα πύρινο φόντο που σιγά σιγά αφαιρεί όσα στρέμματα δάσους έμειναν έξω (;) από τα επενδυτικά σχέδια της “ανάπτυξης”, νυν και πρώην, υποκλέπτοντας σταδιακά στρέμματα ανάσας και κυβικά μέτρα ζωής. Αυτός είναι ο αίθριος Αύγουστος των ημερών μας, ο μήνας των καρπών, της θάλασσας, των πυρκαγιών, ο σύγχρονος άγιος προστάτης των διακοπών και ο πανηγυριώτης. Όλα μαζί. Κι επειδή δεν μπορούσε να υπολείπεται του Ιουλίου, και ως μήνας και ως αυτοκράτορας, τον έκαναν κι αυτόν με 31 μέρες!

Φέτος είναι κι η πανσέληνος που έπεσε ανήμερα με τη μεγάλη του γιορτή, με τις χίλιες Παναγίες, τις αιγαιοπελαγίτικες, τις βουνίσιες, τις στεριανές και με τα πανηγύρια τους.

Δεν είναι η πίστη, ούτε η παράδοση ή το φολκλόρ που κάνει τη γιορτή της Παναγίας ενδιαφέρουσα. Είναι κυρίως η ανθρώπινη διάσταση του θεϊκού. Για την ακρίβεια, η επιστροφή του θεϊκού στην βασική του πηγή, την ανθρώπινη ανάγκη. Όταν ο Θεός έγινε μακρινός πολύ και απρόσιτος - ο Γιαχβέ κάποτε ήταν κοντά στους ανθρώπους, ή, έστω, κοντά στον περιούσιο λαό -  χρειάστηκε να φέρουν οι άνθρωποι τον υιό του για να αποκαταστήσουν μια κάποια εγγύτητα, αλλά εν συνεχεία, οι εκκλησίες οργάνωσαν την πίστη ως σύστημα και πήγαν πατέρα και υιό στο μακρινό πέραν του νου και πέραν του χρόνου, οπότε έμεινε παρηγοριά μιά Παναγία.

Αν και οι αρχαίες θρησκείες περιείχαν όλες γυναικείες θεότητες σε περίοπτη θέση και ρόλο, η σκληρή πατριαρχική πίστη των Ιουδαίων τις απάλειψε, προβάλλοντας έναν άνδρα ως τον μοναδικό θεό. Οπότε, αργότερα, η χριστιανική καινοτομία χρειάστηκε την Παναγία για να καλύπτει καθημερινές ανάγκες, να μεσολαβεί στις θεϊκές αρχές, “ίνα μεσιτεύσεις εις τον εκ σου τεχθέντα, ω Δέσποινα του κόσμου γενού μεσίτρια”, όπως λέει το σχετικό απολυτίκιο. Καθότι ως γυναίκα και μάνα μπορούσε να βρίσκεται κοντύτερα στον ανθρώπινο πόνο. Η Παναγιά λοιπόν είναι “ο δικός μας άνθρωπος-θεός”.  

Κι έτσι στην “ορθόδοξη” εκδοχή του χριστιανισμού, στην Ανατολή (όπως και στην παρόμοιου χαρακτήρα άλλη άκρη της γης, την Αμερική κάτω από τον Ριο Γκράντε - ενώ ο προτεσταντικός καπιταλιστικός ορθολογισμός υποβάθμισε μέχρι εξαφάνισης το ρόλο και την παρουσία της), πιο γήινη, πιο ανθρώπινη, η Παναγία έγινε το οικείο πρόσωπο του θείου. Και ενώ οι άγιοι έχουν καθορισμένες ειδικότητες ανεξαρτήτως τόπου, οι Παναγίες είναι πολλαπλών χρήσεων, ειδικοτήτων και ιδιοτήτων, για κάθε ανάγκη, ανάλογα με την προτεραιότητα του τόπου. 

Εξ ου και τα πάνω από 500 ονόματα που έχει η Παναγία σε όλη την ελληνική επικράτεια, ανάλογα με την παραγωγή της περιοχής, τα ιδιαίτερα αιτήματά της, τα τοπικά έθιμα κλπ. Από την Παναγιά την Πορτοκαλούσα και την Παναγιά την Αμπελακιώτισσα, στην Παναγιά τη Γοργόνα, την Προυσιώτισσα, τη Γεροκομίτισσα, τη Χιλιαρμενίτισσα, τη Πονολύτρια, την Πελαγιανή, την Παρηγορήτρια, την Οικονόμο, μέχρι την Παιδεύουσα και την Μητέρα του Θριάμβου, τη Μητέρα των Χαρισμάτων κ.ο.κ.

Δεν είναι τόσο το υλικά μεταφυσικό που βρίσκει ο Νίκος Καρούζος στην ποίηση και στην σκέψη του, όσο το καθαυτά υλικό, που βρίσκει ο Κοσμάς Πολίτης και ορά στις αγιογραφίες του Νικόλαου Κουτούζη και των άλλων στα νησιά πριν γίνουν τουριστικοί προορισμοί και στα εκκλησάκια τους πριν γίνουν γραφικότητες.

Οι αγιογραφίες του Κουτούζη, εκείνος ο πνευματοποιημένος ουρανός, ώ, εκείνο το χέρι που ανασηκώνει το πέπλο, - το πόδι (εννοούσε τη γάμπα) της αγίας…

Μα ο Κουτούζης! Αχ, εκείνο το πέπλο, η γάμπα (δηλαδή το πόδι) της αγίας! Μα και τα θαμπά  πρωτόγονα εικονίσματα των άγνωστων ζωγράφων στην Πάρο, στη Μύκονο, στη Νιό, μέσα στο σιγανό ψάλσιμο του εσπερινού. Δέσποινα ημών Θεοτόκος… Να, έτσι, βαστάς την καρδιά σου στα δυό χέρια ολόγυμνη…” (Κοσμάς Πολίτης, Η κυρία Ελεονώρα).   

Τα πανηγύρια της Παναγίας στο απόγειο του καλοκαιριού, σηματοδοτούσαν από πολύ παλιά την ολοκλήρωση του αγροτικού παραγωγικού κύκλου, όταν οι άνθρωποι και χρόνο έχουν και κάποια λεφτά να ξοδέψουν για να γιορτάσουν, εκδηλώσεις όχι μόνο θρησκευτικής πίστης αλλά και συνεύρεσης, εκτόνωσης, πολυσχιδούς επικοινωνίας.

Φυσικά στα χρόνια μας έχουν συντελεστεί πολύ μεγάλες αλλαγές, όχι μόνο στα δεδομένα του εργασιακού κύκλου, ούτε μόνο στην έκφραση της πίστης, αλλά και στη γενική συνείδηση, αισθητική, κοινωνική, οικογενειακή κ.λ.π.

Κι ωστόσο η ανάγκη της επικοινωνίας παραμένει, η αναζήτηση μιας ζωής έστω και σε απόσπασμα μερικών ημερών, η αναζήτηση του άλλου εαυτού που ξαναχάνεται μόλις περάσεις τα διόδια της επιστροφής, η ιδέα της κοινότητας.

Έστω κι έτσι παραμένουν ζωντανές φωλιές νερού που αναζητούν έναν τρόπο διοχέτευσης.

Τίποτα δεν κλείνει, έστω κι αν το συνοδεύει ένας λυγμός.

πηγη: kommon.gr

metanastes-prosfyges-10-12.jpg

Την κόλαση που έζησε και τον αργό θάνατο που υπέμειναν οι άλλοι συνεπιβάτες του περιέγραψε ένας πρόσφυγας από την Αιθιοπία, ο οποίος είναι ο μόνος που κατάφερε να επιβιώσει από όσους επέβαιναν στο μικρό σκάφος. Ο πρόσφυγας είχε ξεκινήσει μαζί με άλλους 14 ανθρώπους από την Λιβύη και διασώθηκε από τις αρχές της Μάλτας.

Ο 38χρονος Μοχάμεντ, όπως αφηγείται σε Μαλτέζικη εφημερίδα, ήταν μέλος μιας ένοπλης οργάνωσης στην Αιθιοπία. Πριν από 15 χρόνια διέφυγε στην Ερυθραία και κατόπιν στο Σουδάν. Μετά από προτροπές φίλων του, που έχουν εγκατασταθεί στη Γερμανία, πήγε πρόσφατα στη Λιβύη για να επιχειρήσει να φθάσει στην Ευρώπη μέσω της θαλάσσιας οδού.

Για 630 ευρώ (700 δολάρια) επιβιβάστηκε την 1η Αυγούστου σε μια μικρή λέμβο στη Ζαούια, 45 χλμ δυτικά της Τρίπολης. Μαζί του βρίσκονταν 5 Γκανέζοι, μεταξύ αυτών μια έγκυος γυναίκα, δύο άνδρες από την Αιθιοπία και 10 Σομαλοί.

Ο διακινητής «μας έδωσε ένα GPS και μας είπε "πηγαίνετε στη Μάλτα"». Πρώτα, εξαντλήθηκαν τα καύσιμα, κατόπιν τα τρόφιμα και το νερό, περιγράφει. «Αρχίσαμε να πίνουμε το νερό της θάλασσας. Στις πέντε ημέρες, δύο άνθρωποι είχαν πεθάνει. Κατόπιν, είχαμε δύο νεκρούς κάθε ημέρα», αναφέρει και συνεχίζει την περιγραφή του: «Είδαμε να περνάνε πολλά πλοία. Φωνάζαμε "βοήθεια, βοήθεια!". Τους κάναμε σήματα, όμως εκείνοι μας προσπερνούσαν χωρίς να σταματάνε. Πέρασε κι ένα ελικόπτερο από πάνω μας και έφυγε».

Με τη ζέστη που επικρατούσε, η οσμή από τα πτώματα έγινε αφόρητη. Ο Μοχάμεντ, μαζί με τον Ισμαήλ, έναν Σομαλό που γνώρισε στη Λιβύη, πέταξαν έναν - έναν τους νεκρούς στη θάλασσα, μέχρι που έμειναν μόνοι τους στη βάρκα.

Από αυτό το σημείο και μετά, ο 38χρονος πρόσφυγας δεν θυμάται το θάνατο του Ισμαήλ ούτε τη διάσωση του από το λιμενικό της Μάλτας. Ξύπνησε σε ένα νοσοκομείο, όπου τον είχαν μεταφέρει με ελικόπτερο.

(Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, AFP) - 902.gr

Σελίδα 2805 από 4478
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή