Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
ΙΝΕ - ΓΣΕΕ: Πρωταθλητές οι Έλληνες στις ώρες εργασίας - Πλησιάζουμε την Τουρκία παρά την ΕΕ

Μαίρη Λαμπαδίτη
Η διάρκεια της τυπικής εβδομαδιαίας εργασίας στην Ελλάδα είναι η υψηλότερη στην ΕΕ και η τρίτη υψηλότερη αν συνυπολογίσουμε την Τουρκία, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία και τη Βόρεια Μακεδονία
Συγκεκριμένα η διάρκεια της τυπικής εβδομαδιαίας εργασίας στην Ελλάδα είναι η υψηλότερη στην ΕΕ και η τρίτη υψηλότερη αν συνυπολογίσουμε την Τουρκία, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία και τη Βόρεια Μακεδονία. Παράλληλα, η Ελλάδα έχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό απασχολουμένων που εργάζονται με παρατεταμένο ωράριο, δηλαδή από 49 ώρες και άνω, μετά την Τουρκία, και το υψηλότερο ποσοστό μισθωτών στην ΕΕ που εργάζονται Σάββατο και Κυριακή. Επίσης η Ελλάδα είναι το μόνο κράτος-μέλος της ΕΕ στο οποίο ο μέσος μισθός μειώθηκε σε σχέση με το 2010, ενώ κατά τη διάρκεια της πανδημίας υπήρξε περαιτέρω επιδείνωσή του.
Τα μόνα μεγέθη που ενισχύθηκαν στη διάρκεια της πανδημίας σύμφωνα με την έκθεση του ΙΝΕ ήταν οι καταθέσεις των νοικοκυριών, κάτι εύλογο αφού είχε σχεδόν σταματήσει η κατανάλωση και ο κύκλος εργασιών του κλάδου των κατασκευών που φαίνονται να επανέρχονται σε ανοδική πορεία μετά από 10 χρόνια.
Οι συντάκτες της έκθεσης επισημαίνουν την ανάγκη αύξησης του όγκου και του ποσοστού απασχόλησης μπορεί μέσω εκτεταμένων δημοσιονομικών παρεμβάσεων που θα δώσουν σημαντική ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα, αφού ο επιχειρηματικός τομέας δεν φαίνεται να μπορεί από μόνος του να δημιουργήσει τις απαιτούμενες θέσεις εργασίας. Στην κατεύθυνση αυτή το ΙΝΕ ΓΣΕΕ προτείνει τη θεσμοθέτηση του «εργοδότη ύστατης καταφυγής» με πολύ σημαντικές θετικές μακροοικονομικές, αναπτυξιακές και κοινωνικές συνέπειες.
Επιπλέον η έκθεση προτείνει τη θέσπιση κατώτατου μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης και χαρακτηρίζει σημαντική την προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων σχετικά με τα νόμιμα και τα ανώτατα όρια του χρόνου εργασίας, την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία, την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων εργασίας. «Η καθυστέρηση όσον αφορά την πλήρη ανάκαμψη της απασχόλησης και των εισοδημάτων -σημειώνει η έκθεση- θα επιβραδύνει τη δυναμική που θαεπιφέρει η απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Τα βασικά σημεία της Έκθεσης είναι τα εξής:
Οι επιπτώσεις του διττού σοκ προσφοράς-ζήτησης που προκάλεσε η πανδημία Covid-19 στο μακροοικονομικό και στο παραγωγικό σύστημα της οικονομίας είναι σημαντικές και αποτυπώνονται στη μεγάλη μείωση του ΑΕΠ και της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας σημαντικών κλάδων της οικονομίας. Η Ελλάδα το 2020 είχε την τρίτη χειρότερη επίδοση στην Ευρωζώνη, με το πραγματικό ΑΕΠ να μειώνεται κατά 8,2%. Το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται κυρίως στην κάμψη των εξαγωγών υπηρεσιών κατά 17 δισ. ευρώ (9,34% του ΑΕΠ του 2019) και της κατανάλωσης κατά 6 δισ. ευρώ.
Οι εγχώριες επενδύσεις δεν φαίνεται, για ακόμη μια φορά, να μπορούν να δημιουργήσουν ισχυρή επεκτατική δυναμική. Η μείωση των επενδύσεων των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων περιορίστηκε στα 721 εκατ. ευρώ, ενώ το φυσικό κεφάλαιό τους συνέχισε να μειώνεται αφού οι επενδύσεις εξακολουθούν να υπολείπονται των αποσβέσεων. Μεταξύ 2010 και 2020 ο μέσος ρυθμός μείωσης του κεφαλαίου ήταν 0,5% ανά τρίμηνο. Σωρευτικά, τη δεκαετία που πέρασε χάθηκε το 25% του φυσικού κεφαλαίου των επιχειρήσεων.
Το α’ τρίμηνο του 2021 οι ελληνικές επιχειρήσεις είχαν το δεύτερο υψηλότερο περιθώριο κέρδους και ταυτόχρονα το χαμηλότερο ποσοστό επενδύσεων στην Ευρωζώνη. Η συμπεριφορά αυτή του επιχειρηματικού τομέα αποτελεί μια πραγματική διαρθρωτική ιδιαιτερότητα του ελληνικού αναπτυξιακού υποδείγματος. Βάσει αυτού του δεδομένου, οι σχεδιασμένες οικονομικές πολιτικές που προσανατολίζονται στην περαιτέρω αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων είναι πιθανό να αποδειχθούν αναποτελεσματικές για να ενθαρρύνουν έναν σημαντικό όγκο νέων επενδύσεων.
Η μεγάλη πτώση του ΑΕΠ, και των ροών εισοδήματος και ρευστότητας που αυτή συνεπάγεται, αναζωπυρώνει τη σημασία της ευθραυστότητας και της χρηματοπιστωτικής φερεγγυότητας των θεσμικών τομέων της οικονομίας, η κατάσταση των οποίων θα προσδιοριστεί από τη διάρκεια και την ένταση της ανάκαμψης της οικονομίας και την αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής.
Για πρώτη φορά από το 2012, οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών ήταν θετικές εξαιτίας της αποχής τους από την κατανάλωση λόγω των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης. Παρά ταύτα, το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο είναι βραχυπρόθεσμο, βελτίωσε τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση. Βέβαια, η ανισότητα πλούτου και εισοδήματος αποκρύπτει τον μεγάλο αρνητικό αντίκτυπο που είχε η πανδημία στα φτωχότερα νοικοκυριά, των οποίων η χρηματοοικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε λόγω της μείωσης του εισοδήματός τους. Την ίδια στιγμή η πτώση της κατανάλωσης και η μειωμένη ζήτηση επιδείνωσαν τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων.
Μεταξύ του δ’ τριμήνου του 2019 και του δ’ τριμήνου του 2020 ο δείκτης χρέος προς ακαθάριστα κέρδη των επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 35%. Μια από τις πιο σημαντικές συνέπειες της πανδημικής κρίσης είναι η αποσταθεροποίηση βασικών δημοσιονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας και η ανατροπή της δημοσιονομικής προσαρμογής των προηγούμενων ετών. Η Ελλάδα κατέγραψε το 2020 τη μεγαλύτερη προσαρμογή του πρωτογενούς ισοζυγίου (από πλεόνασμα 4,1% του ΑΕΠ σε έλλειμμα 6,7% του ΑΕΠ) και τη μεγαλύτερη αύξηση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωζώνης.
Ο δείκτης φερεγγυότητας του ελληνικού Δημοσίου υποβαθμίστηκε ραγδαία το 2020 από το αξιόπιστο καθεστώς κερδοσκόπου όπου βρισκόταν το 2019 στο μη βιώσιμο καθεστώς ultra Ponzi. Το 2021 ο δείκτης θα υποχωρήσει περαιτέρω εντός του χρηματοπιστωτικά μη αξιόπιστου καθεστώτος ultra Ponzi, δεδομένης της πρόβλεψης για υψηλότερο πρωτογενές έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Ο δημόσιος τομέας πρέπει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στον βιώσιμο αναπτυξιακό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας. Η ταχεία και αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για τη στήριξη της ποιοτικής απασχόλησης, της εκπαίδευσης και της υγείας, και την προώθηση της περιβαλλοντικής αειφορίας και της καινοτομίας θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να συμβάλει καθοριστικά στον μετασχηματισμό του αναπτυξιακού υποδείγματος.
Οι επιπτώσεις της πανδημίας στην αγορά εργασίας και στους εργαζομένους είναι επίσης σημαντικές. Οι άνευ προηγουμένου μειώσεις του χρόνου εργασίας που έγιναν στο πλαίσιο των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης έχουν αυξήσει δραματικά την επισφάλεια πολλών θέσεων εργασίας. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι όλα τα ευρήματά μας για ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα δείχνουν ότι αυτή απέχει σημαντικά από το να εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης και απασχόλησης στους εργαζομένους.
Το δ’ τρίμηνο του 2020 υπήρξε μια παράλληλη μείωση της απασχόλησης και της ανεργίας, λόγω της αύξησης του αριθμού των ατόμων σε αναστολή εργασίας. Με την επαναφορά των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης ο αριθμός των οικονομικά μη ενεργών εκτινάχθηκε, με τη διαφορά σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2019 να υπερβαίνει τα 160 χιλ. άτομα. Τα ποσοστά ανεργίας και υποαπασχόλησης του εργατικού δυναμικού είναι από τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη (ελαφρώς χαμηλότερα από τα αντίστοιχα της Ισπανίας), η βελτίωση των οποίων αρχίζει να περιορίζεται ήδη από το β’ τρίμηνο του 2019.
Το ίδιο ισχύει για το ποσοστό απασχόλησης, το οποίο είναι πολύ χαμηλό ως προς τον μέσο όρο της Ευρωζώνης αλλά και ως προς τους στόχους της Ατζέντας Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ. Οι εξελίξεις ήταν χειρότερες στην περίπτωση των γυναικών και των νέων. Δεδομένων των διαρθρωτικών περιορισμών του ελληνικού αναπτυξιακού υποδείγματος, η ουσιαστική αύξηση του όγκου της απασχόλησης και του ποσοστού απασχόλησης μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω εκτεταμένων δημοσιονομικών παρεμβάσεων που θα δώσουν σημαντική ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα, αφού ο επιχειρηματικός τομέας δεν φαίνεται να μπορεί από μόνος του να δημιουργήσει τις απαιτούμενες θέσεις εργασίας. Στην κατεύθυνση αυτή το
ΙΝΕ ΓΣΕΕ έχει προτείνει τη θεσμοθέτηση του «εργοδότη ύστατης καταφυγής» με πολύ σημαντικές θετικές μακροοικονομικές, αναπτυξιακές και κοινωνικές συνέπειες. Η Ελλάδα έχει τη χειρότερη επίδοση ως προς την ποιότητα της απασχόλησης στην ΕΕ και ταυτόχρονα το υψηλότερο ποσοστό υποβάθμισης της εργασίας σε σχέση με το 2010. Ο δείκτης ποιότητας της απασχόλησης της Συνομοσπονδίας των Ευρωπαϊκών Εργατικών Συνδικάτων, που ενσωματώνει βασικούς δείκτες/στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ, εμφανίζει την Ελλάδα το 2019 στην τελευταία θέση ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ΕΕ. Επιπλέον, ήταν το μόνο κράτος-μέλος που παρουσίασε τόσο μεγάλη πτώση στον δείκτη ποιότητας της απασχόλησης. Συγκεκριμένα, μεταξύ 2010 και 2019 ο δείκτης μειώθηκε κατά 11,45%, ενώ στην Πορτογαλία κατά 3,21% και στην Κύπρο κατά 1,96%. Σε όλα τα υπόλοιπα κράτη-μέλη υπήρξε βελτίωση. Ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η ποιότητα της απασχόλησης είναι τόσο χαμηλή στην Ελλάδα έχει να κάνει με τον εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας. Η διάρκεια της τυπικής εβδομαδιαίας εργασίας είναι η υψηλότερη στην ΕΕ και η τρίτη υψηλότερη αν συνυπολογίσουμε την Τουρκία, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία και τη Βόρεια Μακεδονία. Παράλληλα, η Ελλάδα έχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό απασχολουμένων που εργάζονται με παρατεταμένο ωράριο, δηλαδή από 49 ώρες και άνω, μετά την Τουρκία, και το υψηλότερο ποσοστό μισθωτών στην ΕΕ που εργάζονται Σάββατο και Κυριακή. Η διευρυμένη χρήση υπερεργασίας φέρνει την αγορά εργασίας της Ελλάδας πιο κοντά στο πρότυπο των βαλκανικών χωρών, αναδεικνύοντας το αναπτυξιακό χάσμα της με τις χώρες της Ευρωζώνης.
Η Ελλάδα είναι το μόνο κράτος-μέλος της ΕΕ στο οποίο ο μέσος μισθός μειώθηκε σε σχέση με το 2010, ενώ κατά τη διάρκεια της πανδημίας υπήρξε περαιτέρω επιδείνωσή του. Η απόκλιση του μέσου μισθού από αυτόν του μέσου όρου της Ευρωζώνης είναι ακόμα πιο σημαντική αν συνυπολογιστεί ότι στα κράτη-μέλη της ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων υπάρχει ισχυρή σύγκλιση, γεγονός που καθιστά την Ελλάδα μια ειδική περίπτωση παλινδρόμησης της κοινωνικής ευημερίας. Η Ελλάδα είναι επίσης το μόνο κράτος-μέλος στο οποίο για το ίδιο διάστημα υπήρξε απώλεια της αγοραστικής δύναμης του μέσου μισθού και ταυτόχρονα του κατώτατου μισθού. Οι εξελίξεις αυτές φέρνουν την αγοραστική δύναμη των μισθωτών πιο κοντά στην αντίστοιχη των μισθωτών στα κράτη-μέλη της ανατολικής Ευρώπης. Το ίδιο ισχύει και για το ποσοστό κάλυψης των συλλογικών διαπραγματεύσεων, το οποίο αποκλίνει σημαντικά από τα ισχύοντα στη βόρεια, την κεντρική και τη δυτική Ευρώπη. Ο κατώτατος μισθός βρίσκεται κάτω από το όριο της απόλυτης φτώχειας.
Ρόλο-κλειδί στην ανάκαμψη της οικονομίας το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα έχει η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Για να συμβεί αυτό, είναι αναγκαία η δέσμευση της οικονομικής πολιτικής στην αύξηση της παραγωγικής και της ποιοτικής απασχόλησης και στη θεσμοθέτηση κατώτατου μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης. Είναι επίσης πολύ σημαντικό να προστατευτούν θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα σχετικά με τα νόμιμα και τα ανώτατα όρια του χρόνου εργασίας, την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία, την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων εργασίας. Η καθυστέρηση όσον αφορά την πλήρη ανάκαμψη της απασχόλησης και των εισοδημάτων θα επιβραδύνει τη δυναμική που θα επιφέρει η απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Το πιο σημαντικό δίδαγμα της πανδημικής κρίσης είναι ότι η οικονομία μας βρίσκεται για μια ακόμη φορά αντιμέτωπη με τις χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της. Η μεγάλη εξάρτησή της από τις υπηρεσίες, και ειδικότερα από τον τουρισμό και την εστίαση, αναδεικνύεται η αχίλλειος πτέρνα της διατηρησιμότητας της ευημερίας της ελληνικής κοινωνίας. Η ισχυρή μείωση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (-8,1%) κατά την περίοδο της πανδημίας προέρχεται από τον τομέα των υπηρεσιών (-9,4%) και ειδικότερα από τους κλάδους «τέχνες, διασκέδαση και ψυχαγωγία∙ άλλες δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών, δραστηριότητες νοικοκυριών ως εργοδοτών» (-25,4%) και «χονδρικό και λιανικό εμπόριο, μεταφορές, παροχή υπηρεσιών καταλύματος και εστίασης» (-22,8%). Αντίστοιχα είναι και τα ευρήματα ως προς τη μείωση του όγκου της απασχόλησης.
Ο αγροτοκτηνοτροφικός τομέας και η βιομηχανία εμφανίζουν σαφώς μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας περιορίζοντας τις απώλειες της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας κατά 0,3% και 3,9% αντίστοιχα. Αντίστοιχα είναι και τα ευρήματα ως προς τον όγκο απασχόλησης. Από τους κλάδους της βιομηχανίας τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα ως προς τον όγκο παραγωγής παρουσιάζει ο κλάδος «παραγωγή βασικών φαρμακευτικών προϊόντων και φαρμακευτικών σκευασμάτων» λόγω της ισχυρής ζήτησης που προκάλεσε η πανδημία για τα συναφή προϊόντα. Αντιθέτως, τη χαμηλότερη ανθεκτικότητα παρουσίασε ο κλάδος της ένδυσης και υπόδησης.
Ο τομέας των κατασκευών εμφανίζει ισχυρή τάση ανάκαμψης μετά τη μακροχρόνια κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, γεγονός που αποτυπώνεται στη συνδυαστική αύξηση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (10,4%) και των πραγματικών επενδύσεων σε πάγια στοιχεία «κατοικιών και λοιπών κτιρίων και υποδομών» (10,7%).
Αύξηση κατά 4,9% εμφανίζουν οι πραγματικές επενδύσεις σε εξοπλισμό τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνίας ως αποτέλεσμα των ψηφιακών αναγκών που προκάλεσε η τηλεργασία και το ηλεκτρονικό εμπόριο.
Αξιοσημείωτο είναι το εύρημα ότι, εξαιτίας της επενδυτικής ανεπάρκειας, η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει ιδιαίτερα χαμηλή και αντιστοιχεί στο 51,4% της παραγωγικότητας της ΕΕ και στο 44,2% της Ευρωζώνης.
Τέλος, η στατιστική εκτίμηση βασικών κοινωνικών δεικτών της Ατζέντας 2030 του ΟΗΕ αναφορικά με τον κίνδυνο φτώχειας στην εργασία και την εξέλιξη της φτώχειας και της άνισης διανομής του εισοδήματος στην Ελλάδα δεν αποτυπώνει κάποιον μετασχηματισμό μετάβασης της χώρας σε ένα υπόδειγμα βιώσιμης ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς, με άξονα την απασχόληση, την αξιοπρεπή εργασία και την κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη. Η υστέρηση που εμφανίζει η Ελλάδα στους υπό εξέταση δείκτες είναι αξιοσημείωτα υψηλή.
Το μέγεθος της αναπτυξιακής πρόκλησης για τη χώρα μας είναι μεγάλο και πρέπει να αναληφθούν σημαντικές θεσμικές πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις που θα υπερβαίνουν το σημερινό στενό πλαίσιο μέσων και στόχων και την ιδεοληπτική προκατάληψη στον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μέσω της κερδοφορίας του επιχειρηματικού τομέα. Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας θα γίνει εφικτή μόνο εφόσον επαναπροσδιοριστεί η ασκούμενη πολιτική βάσει των προτεραιοτήτων και των στόχων της οικονομικής, της κοινωνικής και της περιβαλλοντικής συνοχής και βιωσιμότητας.
Τι έδειξε η απεργία για το 8ωρο

Η κυβέρνηση νομοθετεί με την κοινωνία «απέναντι» κι αυτό ήταν ένα ξεκάθαρο μήνυμα
Γεράσιμος Λιβιτσάνος
Η χθεσινή 24ωρη απεργία και η συγκέντρωση που διοργανώθηκε στην Αθήνα, ήταν επιτυχημένες. Το πιστοποιούν τα μεγέθη της συμμετοχής που προκύπτουν από όλες τις πηγές. Το δείχνει η εμφανής αμηχανία του Μ.Μαξίμου όπως και οι (τραγελαφικές) αντιδράσεις όσων αναπαράγουν «παπαγαλίζοντας» το κυβερνητικό αφήγημα στα Μέσα Ενημέρωσης.
Υψηλά επίπεδα μαζικότητας, κινητοποίηση πολλών συνδικαλιστικών και πολιτικών μηχανισμών, σαφέστατη αίσθηση κοινωνικής γείωσης. Αυτά ήταν τα στοιχεία που χαρακτήρισαν τις αντιδράσεις στο νομοσχέδιο Χατζηδάκη, που έρχεται για ψήφιση στην Βουλή την ερχόμενη Τετάρτη. Εκτός από συνδικαλιστική απάντηση σε ένα επιθετικό προς τον κόσμο της εργασίας νομοσχέδιο, η απεργία, αποτέλεσε ταυτόχρονα ένα πολιτικό γεγονός.
Ιδίως αν αναλογιστεί κανείς την συγκυρία στην οποία πραγματοποιήθηκε: Μετά από έναν χρόνο συνθηκών κοινωνικής απομόνωσης λόγω του Covid 19. Πριν από μία περίοδο που η οικονομική κρίση, που έπεται της υγειονομικής, θα «δείξει τα δόντια της».
Επίσης σε ένα χρονικό σημείο που το πρόγραμμα των νομοθετικών αλλαγών που σχεδιάζει η κυβέρνηση βρίσκεται στην κορύφωσή του. Ήδη έχουν ψηφιστεί νομοσχέδια – όπως αυτά της Παιδείας- που προκάλεσαν έντονες κοινωνικές αντιδράσεις.
Με βάση τον κυβερνητικό σχεδιασμό, μετά την ψήφιση του εργασιακού νομοσχεδίου έπεται το ασφαλιστικό. Το νομοθέτημα που προβλέπει την εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού συστήματος στην επικουρική ασφάλιση. Ακολουθεί το νομοθέτημα για την αξιολόγηση στο δημόσιο τομέα, που οι πληροφορίες θέλουν να σχετίζεται με την προοπτική περικοπών στην μισθολογική δαπάνη.
Όλα αυτά στο «φόντο» των δεσμεύσεων που θα αναλάβει η κυβέρνηση ενόψει των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης με βάση τις προτάσεις της Επιτροπής Πισσαρίδη. Ένα σχέδιο για το οποίο ο τρόπος που θα εφαρμοστεί, με συγκεκριμένα μέτρα, δεν είναι ακόμη γνωστός.
Ότι κι αν συμβεί -από υγειονομικής και οικονομικής άποψης -το φετινό καλοκαίρι, είναι εμφανές ότι έρχεται ένα «ζόρικο» Φθινόπωρο. Η χθεσινή κινητοποίηση έδειξε ότι ο κοινωνικός παράγοντας, μπορεί και ως εκ τούτου θα έχει, σημαντική επίδραση στις πολιτικές εξελίξεις. Μια προοπτική που μόνον ευνοϊκή δεν είναι για τα κυβερνητικά σχέδια.
Παρά την έπαρση του Κωστή Χατζηδάκη, στην κυβέρνηση γνωρίζουν πως η επιχειρηματολογία για το εργασιακό νομοσχέδιο δεν έχει πείσει. Ακόμη και από τους ψηφοφόρους της Ν.Δ εκλαμβάνεται ως μία – ανεκτή ίσως- αλλά αρνητική εξέλιξη.
Η απεργία ήταν ένα σαφές δείγμα ότι εφεξής η κυβέρνηση θα νομοθετεί και θα λειτουργεί με την κοινωνία «απέναντι».
πηγη: news247.gr
ΣΥΡΙΖΑ με ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ καταψηφίζουν την νέα απεργία! Ανάγκη απεργιακής κλιμάκωσης

Συνεδρίασε, το μεσημέρι της Παρασκευής 11/6 η Εκτελεστική Επιτροπή του Εργατικού Κέντρου Αθήνας, προκειμένου να αποφασίσει τα επόμενα βήματά του, σε σχέση με το αντεργατικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης της ΝΔ, το οποίο τελικά θα τεθεί προς ψήφιση, την Τετάρτη 16 Ιούνη.
Μετά την επιτυχία της απεργίας στις 10/6, με τα ανεβασμένα απεργιακά ποσοστά, τις ογκώδεις συγκεντρώσεις, τις μαχητικές απεργιακές φρουρές, η αγωνιστική και απεργιακή κλιμάκωση στις 15 και 16 Ιούνη είναι κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη και αυτονόητη.
Ωστόσο στην συνεδρίαση του ΕΚΑ οι δυνάμεις της ΕΑΚ (ΣΥΡΙΖΑ, ομάδα Βασιλόπουλου) και της ΠΑΣΚΕ παρά τα προηγούμενα παχιά λόγια περί κλιμάκωσης με νέα απεργία (επιχειρήματα που χρησιμοποίησαν για την ακύρωση της απεργία στις 3/6) καταψήφισαν την πρόταση για την απεργία στις 16/6. Έτσι το Εργατικό Κέντρο Αθήνας αποφάσισε κατά πλειοψηφία στάση εργασίας 1-5 και απογευματινό συλλαλητήριο για εκείνη την ημέρα.
Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν από τον υποταγμένο συνδικαλισμό ήταν φαιδρά. Χαρακτηριστικά ειπώθηκε ότι «δεν σηκώνουμε δεύτερη απεργία χωρίς την ΓΣΕΕ», «μια απεργία που δεν θα πετύχει θα είναι οπισθοδρόμηση» κ.ά.
Την απεργία στις 16/6 υπερασπίστηκαν μόνο η Αγωνιστική Ταξική Ενότητα (ΑΤΕ-ΕΚΑ) και η ΔΑΣ-ΠΑΜΕ. Εξάλλου συνδικάτα του ΠΑΜΕ έχουν ήδη εξαγγείλει απεργία για τις 16/6, (για να δούμε).
Επιπλέον νωρίτερα, είχε συνεδριάσει η Εκτελεστική επιτροπή της ΑΔΕΔΥ, χωρίς να πάρει καμία απόφαση, «αναμένοντας» τάχα τις αποφάσεις από το ΕΚΑ και την ΓΣΕΕ. Ήταν προφανώς ένα blame game ανάλογο με αυτό της αναστολής της απεργίας στις 3/6. Για αυτό εξάλλου ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν «και με τον αστυφύλακα και με τον χωροφύλακα», όπου άλλα έλεγε στο ΕΚΑ και άλλα στην ΑΔΕΔΥ.
Η πρόταση των παρεμβάσεων στην ΑΔΕΔΥ ήταν για 48ωρη αγωνιστική και απεργιακή κλιμάκωση.
Οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ στο ΕΚΑ ευθυγραμμίζονται απόλυτα και χωρίς προσχήματα με την απεργοσπαστική τακτική της ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ και της ΓΣΕΕ και προσπαθούν να αποκλιμακώσουν τον αγώνα κατά του αντεργατικού νομοσχεδίου.
Εξάλλου ο Γιώργος Κυρίτσης, στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην βουλευτής εξήγησε κυνικά την γραμμή:
«Το εργασιακό νομοσχέδιο Χατζηδάκη μαθηματικά θα ψηφιστεί όσο μαζική και αν είναι η απεργία. Οι εργαζόμενοι πρέπει να στηρίξουν τις πολιτικές δυνάμεις που όχι μόνο θα αντιπαλέψουν αλλά και που μπορούν να αλλάξουν αυτούς τους αντεργατικούς νόμους ως κυβερνητική πλειοψηφία».
Λίγες μέρες μετά η ΑΥΓΗ έρχεται να συμπληρώσει πιο τολμηρά: «Και να μας ψηφίσετε, μην περιμένετε και πολλά. Θα θέλουμε (λέμε τώρα) αλλά δεν θα μπορούμε». (δείτε και εδώ) Είναι απορίας άξιο πάντως γιατί οι Συριζαίοι εξακολουθούν να τουιτάρουν #τι_ψηφίσατε_ρε_μαλάκες.
Η απεργοσπαστική τακτική των δυνάμεων του υποταγμένου συνδικαλισμού ενθαρρύνεται και από την γραμμή του ΠΑΜΕ -ΚΚΕ που ακολουθεί σε κρίσιμες καμπές το σχεδιασμό της ΓΣΕΕ, με αποκορύφωμα την ακύρωση της απεργίας στις 3/6. Η επένδυση σε κοινοβουλευτικές λογικές (πχ κομματικές συγκεντρώσεις του ΚΚΕ, υποστήριξη από τα συνδικάτα σχεδίων νόμου) ρίχνει νερό σε μύλους που αλέθουν το κίνημα. Η στάση του απέναντι στην ΠΕΝΕΝ και σε όσους επέμεναν στην απεργία στις 3 Ιούνη με επιχειρήματα ανάλογα με αυτά του εργοδοτικού συνδικαλισμού και των ΜΜΕ, δυσκολεύει την αναγκαία πανεργατική απεργιακή κλιμάκωση. Ας ελπίσουμε ότι από αυτή την εξέλιξη θα βγάλουν όλοι τα αναγκαία συμπεράσματα.
Παρά τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης του υποταγμένου συνδικαλισμού, το ανεξάρτητο ταξικό ρεύμα στο εργατικό κίνημα προτείνει και επιμένει στην γραμμή αγωνιστικής έντασης και απεργιακής κλιμάκωσης με ορίζοντα τις 16/6.
πηγη: pandiera.gr
Δρόμοι ανατροπής ή εναλλαγής;

Γιάννης Ελαφρός
▸ Οι μαζικές απεργιακές συγκεντρώσεις θα είναι εφαλτήριο κλιμάκωσης ή ντεκόρ των «αρχηγών»;
Ηταν καυτή η Πέμπτη στην Αθήνα. Όχι μόνο από το λιοπύρι, αλλά από την ζεστή παρουσία χιλιάδων απεργών στους δρόμους στη μεγαλύτερη κινητοποίηση από την εκλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη και στη μεγαλύτερη απεργία των τελευταίων 3-4 ετών. Απεργιακά αγωνιστικά ποτάμια γέμισαν τους δρόμους, δείχνοντας πως το νομοσχέδιο Χατζηδάκη-Μητσοτάκη έχει απορριφθεί από την πλειονότητα των άμεσα ενδιαφερομένων, των εργαζομένων. Την Πέμπτη δεν ήταν ο σεισμός που θα έριχνε με μιας το νομοσχέδιο (και πώς να ήταν άλλωστε;), αλλά ήταν μια ισχυρότατη σεισμική δόνηση (προσεισμική;), ικανή να απελευθερώσει δυνάμεις για μια ισχυρή κλιμάκωση που θα απειλήσει τον κυβερνητικό σχεδιασμό. Δεν θυμίζει κυρίως «κάτι από τα παλιά», αλλά εκφράζει βαθύτερες εκρηκτικές διεργασίες μέσα στην εργατική τάξη, τη νεολαία που δεν θέλει να γίνει η ματαιωμένη γενιά και τα πληβειακά στρώματα, σε ένα περιβάλλον βαθύτατης και πολυσύνθετης καπιταλιστικής κρίσης.
Όποιος δεν το αφουγκράζεται αυτό και κοιτάει μόνο την επιφάνεια, είναι βαθιά νυχτωμένος. Εξάλλου αυτό αποτυπώθηκε και στα ανεβασμένα ποσοστά της απεργίας, τις μαχητικές απεργιακές φρουρές, στις ηρωικές συλλογικές ή και ατομικές μάχες πρωτοπόρων εργατών στη συνδικαλιστική έρημο του ιδιωτικού τομέα κόντρα στην εργοδοτική ασυδοσία.
Για να φτάσουμε στις 10 Ιούνη προηγήθηκε η απεργία και η απεργιακή συγκέντρωση στις 26 Νοέμβρη, όταν όλα τα έσκιαζε η φοβέρα της ωμής καταστολής –με άλλοθι την πανδημία, οι πολύμηνες αγωνιστικές παρεμβάσεις, η πρωτομαγιάτικη απεργία στις 6 Μάη, παρά κι ενάντια στη ΓΣΕΕ, η πολιτική γραμμή για κλιμάκωση για να μην κατατεθεί το νομοσχέδιο, η 3 Ιούνη και η απεργιακή απειθαρχία της ΠΕΝΕΝ και όχι μόνο. Τις μάχες αυτές τις έδωσαν οι ταξικές δυνάμεις και όχι οι κάθε είδους Παναγόπουλοι και οι αρχηγοί της αστικής αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ κ.λπ.) που εμφανίστηκαν την Πέμπτη για λογύδρια και φωτογράφιση.
Την Πέμπτη εκφράστηκαν στον δρόμο δύο βασικές διαφορετικές πολιτικές επιλογές-κατευθύνσεις. Από την αρχή αυτής της μάχης είπαμε πως θα είναι πολιτική όχι απλά συνδικαλιστική. Την πρώτη πολιτική γραμμή εξέφρασε περίτρανα ο Αλέξης Τσίπρας από την Κλαυθμώνος: «Μια προοδευτική κυβέρνηση θα έρθει να ανατρέψει αυτές τις ρυθμίσεις του εργασιακού Μεσαίωνα και να επαναφέρει τη χώρα σε τροχιά κοινωνικής συνοχής και τους εργαζόμενους σε συνθήκες αξιοπρέπειας». Προοδευτική κυβέρνηση για επαναφορά στην κοινωνική συνοχή! Ποια; Των μνημονίων; Του 2019; Της τεράστιας ανεργίας, κακοπληρωμένης εργασίας και φτώχειας; Πιο μαζεμένα (λόγω ποσοστών) η Φώφη Γεννηματά, που ξέθαψε και το… ΠΑΣΟΚ στο πανό: «Εμείς ανοίγουμε νέο δρόμο, το δρόμο της Νέας Αλλαγής με το Πράσινο Κοινωνικό Συμβόλαιο». Με πιο κυνικό τρόπο εξέφρασε αυτή τη γραμμή ο Γιώργος Κυρίτσης, στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην βουλευτής και μάλιστα πριν την απεργία: «Το εργασιακό νομοσχέδιο Χατζηδάκη μαθηματικά θα ψηφιστεί όσο μαζική και αν είναι η απεργία. Οι εργαζόμενοι πρέπει να στηρίξουν τις πολιτικές δυνάμεις που όχι μόνο θα αντιπαλέψουν αλλά και που μπορούν να αλλάξουν αυτούς τους αντεργατικούς νόμους ως κυβερνητική πλειοψηφία». Κοινώς, καθίστε και σκάστε, κι όταν έρθει η ώρα, ψηφίστε μας!
Η λογική αυτή δεν επιδιώκει την ανατροπή της επίθεσης κυβέρνησης-κεφαλαίου, δεν «ποντάρει» στη δράση των εργαζομένων, αλλά σκοπεύει μόνο στην κυβερνητική εναλλαγή για τη συνέχιση της ίδιας στην ουσία πολιτικής (σύμφωνα με τις οδηγίες ΣΕΒ και ΕΕ), με ορισμένες διαφοροποιήσεις. Η αντίληψη αυτή θέλει το μαζικό κίνημα ως ντεκόρ των «αρχηγών» και τους εργαζόμενους «κομπάρσους», προωθεί κομματικές παρελάσεις (ο ΣΥΡΙΖΑ κατέβασε αποκλειστικά κομματικά μπλοκ, αντί να ενισχύσει τα σωματεία, έστω με τη δική του γραμμή) και βεβαίως θέλει κινητοποιήσεις «τόσο-όσο». Τόσο όσο να φθαρεί η ΝΔ, αλλά σε καμία περίπτωση να μην δημιουργηθούν όροι ευρύτερης κοινωνικής αναταραχής. Αυτή την αστική πολιτική γραμμή εξυπηρετεί ο σχεδια-σμός του υποταγμένου συνδικαλισμού. Αλλά και η γραμμή του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ που ακολουθεί σε κρίσιμες καμπές το σχεδιασμό της ΓΣΕΕ (π.χ. 3/6) και επενδύει σε κοινοβουλευτικές λογικές, όπως η υποστήριξη από τα συνδικάτα σχεδίων νόμου, ρίχνει νερό σε μύλους που αλέθουν το κίνημα.
Αγώνες αποφασιστικοί για να ηττηθεί η κυβερνητική επίθεση, για ανασυγκρότηση του κινήματος
Στον αντίποδα αυτής της λογικής είναι η εργατική πολιτική, που εκφράζει το ταξικό ρεύμα και η αντικαπιταλιστική Αριστερά και σε σημαντικό βαθμό ανέδειξε η μαζική συγκέντρωση των Χαυτείων. Η εργατική πολιτική παλεύει για αποφασιστικούς αγώνες για να ηττηθεί η κυβερνητική επίθεση, για να πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων το εργατικό κίνημα, έτσι ώστε να αποκρούσει το νομοσχέδιο ή, εάν ψηφιστεί, να διαμορφώνονται όροι μέσα στην κοινωνία για την ανατροπή του στη συνέχεια. Με αυτό το σκεπτικό προτείνει μια γραμμή αγωνιστικής έντασης και απεργιακής κλιμάκωσης. Προωθεί την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, όχι με λογικές «τουφεκιάς στον αέρα» ή «μιας ζαριάς», για μια πάλη διαρκείας για την ανατροπή της επίθεσης κεφαλαίου-κυβερνήσεων-ΕΕ και το άνοιγμα του δρόμου για ρωγμές, κατακτήσεις και συνολική ανατροπή. Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο το επόμενο διάστημα να συγκροτηθεί συντονισμός σωματείων και επιτροπών αγώνα που θα συμβάλλει σε ένα κέντρο νικηφόρου αγώνα, καθώς και μια εργατική κίνηση για τη χειραφέτηση και την εργατική αντεπίθεση.
Η εργατική πολιτική δεν στρατεύεται σε λογική αντιδεξιού μετώπου, στο «να φύγει ο Χατζηδάκης» κ.λπ., αλλά αναβαθμίζει τον αναγκαίο σκληρό αγώνα για να ανατραπεί η κυβέρνηση της ΝΔ και η πολιτική της σε αντικαπιταλιστική πάλη για να έρθουν μπροστά τα εργατικά συμφέροντα, για την ανατροπή συνολικά του πλαισίου της αδίστακτης κερδοφορίας του κεφαλαίου, των ευρωμνημονίων και της ΕΕ, και της συναίνεσης των αστικών πολιτικών δυνάμεων σε αυτή.
πηγη: prin.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή