Σήμερα: 01/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

classics.jpg

Γράφει ο Γιώργος Πετρόπουλος (*)

Όταν τελείωσε η μίνι σύνοδος κορυφής- η λεγόμενη επταμερής- ο πρωθυπουργός δήλωνε πως «είναι σαφές ότι η Ελλάδα δεν έχει υποχρέωση να υλοποιήσει υφεσιακά μέτρα, δηλαδή την 5η αξιολόγηση και το mail Χαρδούβελη» κι ότι «θα καταθέσει τις δικές της μεταρρυθμίσεις που θα υλοποιήσει». Στις δικές της δηλώσεις η Αν. Μέρκελ μας τα είπε κάπως διαφορετικά. Οι δανειστές περιμένουν άμεσο οικονομικό όφελος από τις μεταρρυθμίσεις, τις οποίες η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να καταθέσει λεπτομερειακά και κοστολογημένα. Γι’ αυτό και η Γερμανίδα Καγκελάριος έσπευσε να διευκρινίσει πως το ζήτημα δεν είναι ποιες μεταρρυθμίσεις θα γίνουν καθώς η κυβέρνηση μπορεί να αντικαταστήσει αυτές που δεν της αρέσουν με άλλες που θα φέρνουν ισοδύναμο αποτέλεσμα.

«Κοντός ψαλμός αλληλούια», λέει ο λαός. Σε λίγες ημέρες θα ξέρουμε και τις μεταρρυθμίσεις και την αντίδραση, σ’ αυτές, των δανειστών. Οφείλουμε όμως να πάρουμε σοβαρά υπόψη μας το δημοσίευμα των Financial Times που σήμερα κυριαρχεί στην ειδησιογραφία αλλά και τις διευκρινήσεις που έδωσε μιλώντας στο MEGA CHANNEL, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Συγκεκριμένα ο κ. Σακελλαρίδης επιβεβαίωσε ότι η επιστολή Τσίπρα εστάλη όχι μόνο στην κ. Μέρκελ αλλά και σε άλλους ευρωπαίους ηγέτες και αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων ο κ. Ολάντ και ο κ. Γιούνκερ. Η επιστολή κατέγραφε την στενότητα ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας και την ανάγκη να ληφθούν πολιτικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Έτσι φτάσαμε στην περιβόητη επταμερή. Τώρα έχει άδικο ο Σαμαράς που αρπάζει την ευκαιρία και δηλώνει πως «υπερηφάνεια είναι να μην κλαίγεσαι στους ξένους ηγέτες»;

Τα πράγματα είναι σοβαρά. Κι ίσως γίνουν ακόμη σοβαρότερα για ό,τι ονομάζουμε «αριστερά» σ’ αυτή τη χώρα. Και τούτο γιατί η σημερινή κυβέρνηση διεκδικεί να κυβερνήσει και να δώσει λύσεις στο όνομα της Αριστεράς. Όσο κι αν σπανίζει στο λεξιλόγιό της ο όρος, στη συνείδηση του λαού έχει καταγραφεί ως αριστερή κυβέρνηση.

Πριν από δύο μήνες είχαμε εκλογές τις οποίες κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ με μια μεγάλη διαφορά 8,5 ποσοστιαίων μονάδων από τη ΝΔ. Ο κόσμος που τον ψήφισε σε πολύ μεγάλο ποσοστό δεν ήταν και- φυσικά- δεν έγινε αριστερός μέσα σε μερικές ημέρες ή σε μερικούς μήνες. Η ψήφος του, όμως, αντανακλούσε την ρευστότητα που υπάρχει στο πολιτικό σκηνικό και στην κίνηση των μαζών στο πλαίσιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, με την χρεοκοπία της ελληνικής οικονομίας και την είσοδο της χώρας στην πολιτική των μνημονίων.

Ένα κοινωνικό σύστημα συνταράσσεται συθέμελα κι ένα πολιτικό σύστημα- όπως αυτό οικοδομήθηκε στα χρόνια της μεταπολίτευσης- διαλύεται και ανασυντίθεται κάθε τρεις και λίγο. Έχουμε μπει σε μια εποχή από εκείνες που τις χαρακτηρίζουν οι μεγάλες και οι βαθιές αλλαγές- ανεξαρτήτως προς ποια κατεύθυνση θα γίνουν. Σε μια εποχή που τις εξελίξεις, τις σφραγίζει αποκλειστικά η ταξική πάλη κι εκείνος που κερδίζει αυτή την πάλη. Αλλά όπως σοφά λέει ο λαός σε ανάλογες περιπτώσεις «τώρα που έγινε η θάλασσα γιαούρτι χάσαμε το κουτάλι».

Το μετεκλογικό πολιτικό σκηνικό αποτυπώνει μια διαφορετική κατάσταση από την προηγούμενη αναφορικά με τον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων, αλλά αυτή η νέα κατάσταση συνεχίζει να παραμένει υπό τον έλεγχο της άρχουσας τάξης. Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δεν σηματοδοτεί μια αλλαγή στην καθεστηκυία τάξη όσο η κυβέρνηση και η ηγετική του ομάδα δεν δείχνουν καμία πρόθεση να προκαλέσουν βαθιές τομές και ρήξεις σε βάρος της οικονομικής ολιγαρχίας και της εξάρτησης από το ξένο κεφάλαιο. Η διαχείριση της κρίσης γίνεται από την κυβέρνηση στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ευρωζώνης και των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις προς τους δανειστές.

Ας κάνουμε έναν σύντομο απολογισμό της κυβερνητικής πολιτικής: Αντικατέστησε την τρόικα με τους λεγόμενους θεσμούς, ζητώντας ουσιαστικά να αλλάξει, όχι η σχέση με τους δανειστές αλλά ο τύπος αυτής της σχέσης. Αυτό ήταν το πρόβλημα; Αποδέχτηκε την δανειακή σύμβαση ζητώντας την παράτασή της. Δηλαδή αποδέχτηκε το δίκιο των δανειστών, την άρση ασυλίας των ελληνικών περιουσιακών στοιχείων προς όφελος των δανειστών, την εφαρμογή πολιτικής μνημονίων που προβλέπονται στη δανειακή σύμβαση και εγγυούνται τα συμφέροντα των δανειστών. Εγκατέλειψε την θέση της για κούρεμα του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού χρέους εναποθέτοντας στην καλή διάθεση των δανειστών την οποιαδήποτε διευθέτησή του στο μέλλον. Δέχτηκε στη χώρα τα τεχνικά κλιμάκια των δανειστών και τώρα ετοιμάζει το πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων που της ζητούν, δηλαδή το νέο μνημόνιο πάνω στο οποίο θα την ελέγχουν, για να της ανοίξουν τις κάνουλες της ρευστότητας. Το ερώτημα είναι απλό. Σ’ αυτό το πρόγραμμα ζήτησε και πήρε την ψήφο του ελληνικού λαού;

Είναι αλήθεια πως η κυβέρνηση προωθεί κάποια μέτρα για την ανακούφιση εκείνων των λαϊκών στρωμάτων που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση, που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες και τις υποχρεώσεις τους που είναι εξαθλιωμένα. Αυτά τα μέτρα τα ονομάζει αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Είναι βέβαιο πως τέτοια κρίση υπάρχει. Είναι βαθιά, είναι σε εξέλιξη και είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ αυτή που φαίνεται. Όμως, στο πλαίσιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, στο πλαίσιο της χρεοκοπίας της χώρας και της καταστροφής της ελληνικής οικονομίας που έχουν προκαλέσει οι δανειστές καμία ανθρωπιστική κρίση δεν αντιμετωπίζεται ουσιαστικά χωρίς ριζικές αλλαγές και χωρίς ρήξη με αυτή την κατάσταση. Όσο η χώρα θα ταλανίζεται από τις άμπωτες και τις παλίρροιες της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού δεν θα μπορέσει ποτέ να αντιμετωπίσει τη δική της κρίση. Ό,τι κερδίζει σε περιόδους νηνεμίας θα το πληρώνει διπλό στις θύελλες. Όσο η χώρα θα δίνει ό,τι βγάζει για τα χρέη στους δανειστές κι όσο θα δανείζεται για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις τους, τα όποια μέτρα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης θα μοιάζουν- αν δεν είναι- με παροχή ελεημοσύνης για να μην μαζεύουμε πτώματα από τους δρόμους.

Αυτή την πολιτική δεν μπορούμε να την ονομάσουμε αριστερή. Κι αυτή την κυβέρνηση που υιοθετεί μια τέτοια πολιτική δεν μπορούμε να την ονομάσουμε αριστερή κυβέρνηση. Χωρίς αμφιβολία στηρίζεται σε πολυπληθείς αριστερές λαϊκές μάζες. Χωρίς αμφιβολία στις τάξεις της και στις τάξεις του κόμματός της έχει πολλούς αριστερούς. Η πολιτικής της, όμως, δεν είναι τέτοια. Ο διαχωρισμός μιας αριστερής πολιτικής από αυτήν που ακολουθεί η κυβέρνηση είναι σήμερα κάτι περισσότερο από αναγκαίος. Αν δεν γίνει, η πορεία ενσωμάτωσης της κυβέρνησης στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων θα συμπαρασύρει ολόκληρη της Αριστερά σε όλες της τις αποχρώσεις και δεν θα της επιτρέψει να σηκώσει κεφάλι για δεκαετίες.

Είναι αλήθεια πως πολιτικά ο ΣΥΡΙΖΑ παίζει μόνος του. Εναλλακτική πολιτική πρόταση δεν υπάρχει ούτε από τα δεξιά του ούτε από τα αριστερά του ενώ το μαζικό, λαϊκό, το εργατικό κίνημα είναι σε κατάσταση αποδιοργάνωσης.

Είναι επίσης αλήθεια, πως η άρχουσα τάξη, μετά την συντριβή του παλιού ΠΑΣΟΚ, επιθυμεί και επιδιώκει να εδραιωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως η νέα κεντροαριστερά στην Ελλάδα καθώς ο άλλος πόλος του παλιού δικομματισμού- η ΝΔ δηλαδή- διατηρείται ακόμη ισχυρός. Συνεπώς, η άρχουσα τάξη επιδιώκει να συνεχιστεί απρόσκοπτα ο έλεγχος της πολιτικής εξουσίας από την ίδια, αντικαθιστώντας όπου αυτό είναι αναγκαίο τα παλιά πολιτικά της εργαλεία με άλλα, νέας κοπής.

Είναι επίσης αλήθεια ότι αυτό που ονομάζαμε παλιότερα «Αριστερά» συρρικνώνεται μέχρι εξαλείψεως. Ο όρος αποκτάει μια πλαδαρότητα και μια ασάφεια. Αποϊδεολογικοποιείται και βγαίνει από τα κοινωνικά του πλαίσια. Για όσους γνωρίζουν έστω και στοιχειωδώς την πολιτική ιστορία αυτού του τόπου είναι γνωστό πως η Αριστερά στην Ελλάδα και στον κόσμο ολόκληρο προσδιοριζόταν με βάση στη στάση που κρατούσαν οι πολιτικές δυνάμεις στο ζήτημα της ταξικής πάλης και ειδικότερα απέναντι στην εργατική τάξη και την ιστορική της αποστολή. Είναι επίσης γνωστό ότι για ιστορικούς λόγους στην Ελλάδα δεν ζήσαμε το περίφημο ιστορικό σχίσμα του εργατικού κινήματος, τον διαχωρισμό του δηλαδή στην επαναστατική και στη ρεφορμιστική του πτέρυγα, όπως έγινε στην υπόλοιπη Ευρώπη με την χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς, την διάσπασή της και την εμφάνιση των κομμουνιστικών κομμάτων. Καλώς ή κακώς- προσωπικά πιστεύω καλώς- η ευρύτερη αριστερά στην Ελλάδα προσδιοριζόταν από την στάση που κρατούσε κάθε πολιτικός φορέας απέναντι στην εργατική τάξη και απέναντι στο ΚΚΕ. Σήμερα αυτό δεν υπάρχει. Η υπόθεση της εργατικής τάξης έχει πάψει να είναι σημείο αναφοράς και το ΚΚΕ έχει αποποιηθεί την Αριστερά, ανοικτά από το 2012, όταν η ηγεσία του δήλωνε σε όλους τους τόνους ότι «εμείς δεν είμαστε αριστεροί- εμείς είμαστε κομμουνιστές».

Φτάσαμε επομένως στο «κουτάλι» που αναφέραμε πιο πριν.

Αν η σημερινή κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί ουσιαστικά με ανοικτή ταξική πάλη κι όχι με λανθάνουσες ή αυθόρμητες μορφές εκδήλωσής της, αν πρέπει να οργανωθεί ολοκληρωμένα αυτή η πάλη, τότε αβίαστα χρειάζονται να επικεντρωθούμε στη λύση δύο βασικών προβλημάτων που βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους. Το πρώτο είναι η οργάνωση της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού για την επιβίωσή τους και την προώθηση των συμφερόντων τους. Χωρίς αυτό, χωρίς το ξαναζωντάνεμα του εργατικού- λαϊκού κινήματος τίποτα δεν μπορεί να γίνει. Από θεωρίες η Αριστερά πάντα πήγαινε καλά. Κι από θεωρητικές κατασκευές πήγαινε ακόμα καλύτερα. Όμως ο μαρξισμός διδάσκει πως όλα αυτά δοκιμάζουν την αξία τους στην πράξη. Πως αν δεν γίνουν κτήμα των μαζών- ακόμη κι αν έχουν την μέγιστη επιστημονική τεκμηρίωση- δεν αξίζουν πεντάρα. Σ’ αυτό το ζήτημα, στο ζήτημα της κινητοποίησης του λαού για τα προβλήματά του πιστεύω πως όλοι οι τίμιοι αριστεροί, κομμουνιστές και μη κομμουνιστές, όλων των αποχρώσεων, μπορούν να δημιουργήσουν τη βάση μιας πλατιάς ενότητας δράσης με απτά αποτελέσματα. Αν ασχοληθούμε με τα προβλήματα του κόσμου κι αν επιχειρήσουμε να τον ενεργοποιήσουμε και να τον κινητοποιήσουμε για την λύση τους θα έχουμε κάνει το πρώτο μεγάλο βήμα.

Το δεύτερο πρόβλημα που ζητάει λύση είναι το πρόβλημα του κόμματος της εργατικής τάξης, του μαρξιστικού- λενινιστικού κόμματος νέου τύπου που θα πετάξει από πάνω του όλα τα βαρίδια του παρελθόντος. Δύσκολο- πολύ δύσκολο πρόβλημα. Κι αυτό, όχι μόνο για το λόγο ότι πάνω σε αυτό το ζήτημα υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις αλλά κυρίως γιατί έχει μαζευτεί πολύ σκόνη και σαβούρα. Όσοι ενδιαφέρονται πραγματικά για το κόμμα νέου τύπου οφείλουν να ξεκαθαρίσουν το τοπίο. Κάτι τέτοιο δεν γίνεται με εγκεφαλικά κατασκευάσματα, δεν γίνεται με σχήματα και ταμπού, δεν γίνεται με τις παλιές εμμονές και τους αφορισμούς, δεν γίνεται με την σκουριά του ιδεαλισμού που αναπτύχθηκε μεν υπό το βάρος συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών αλλά- στον έναν ή στον άλλο βαθμό- μας έχει όλους διαπεράσει. Γίνεται με την βαθιά ιστορικοδιαλεκτική μελέτη της ιστορίας του επαναστατικού κινήματος, με την εξαγωγή θεωρητικών συμπερασμάτων από το παρελθόν, με την μελέτη της σύγχρονης πραγματικότητας και την προσαρμογή στις ανάγκες που πηγάζουν απ’ αυτήν. Γίνεται με κοινωνό και αρωγό την ίδια την εργατική τάξη.

Δεν θα επεκταθώ περισσότερο σ’ αυτό το ζήτημα. Θα θέσω όμως ένα ερώτημα. Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν μαρξιστές. Γεγονός αναμφισβήτητο. Μαρξισμός υπάρχει; Παράγεται δηλαδή θεωρία; Θα ήμουν αφοριστικός αν έλεγα πως δεν υπάρχει; Θα το θέσω κάπως αλλιώς για να δούμε το μέγεθος της τραγωδίας που στην πραγματικότητα είναι ιλαροτραγωδία. Έχουμε κάμποσα κέντρα μαρξιστικών ερευνών, μελετών- ή όπως θέλετε πέστε τα. Καθένας που κάνει κέφι φτιάχνει κι από ένα. Αν συμφωνούμε πως ο μαρξισμός είναι επιστήμη, πως έχει δηλαδή επιστημονική μέθοδο και μέθοδο τεκμηρίωσης, τότε γιατί όλοι αυτοί οι μαρξιστές δεν μαζεύονται σε έναν φορέα να κάνουν πέντε σοβαρές μελέτες πάνω στον ελληνικό και στον διεθνή καπιταλισμό που θα είναι χρήσιμες για την παραγωγή πολιτικής και για την αντιμετώπιση της αστικής επιστήμης;

Η ταξική πάλη έλεγαν οι κλασικοί διεξάγεται σε τρία επίπεδα: Στο οικονομικό- συνδικαλιστικό, στο επιστημονικό- θεωρητικό και στο πολιτικό. Ίσως είναι καιρός να ξανασκεφτούμε πάνω σ’ αυτά τα ζητήματα.

(*) Το κείμενο ήταν η παρέμβαση του Γ. Πετρόπουλου στην εκδήλωση που διοργάνωσε η ιστοσελίδα Kommon στις 23 Μάρτη 2015 με θέμα «Η πραγματικότητα κάνει επίμονες ερωτήσεις. Τι απαντάμε; (Η Αριστερά και οι πολιτικές εξελίξεις)».

πηγη: ergatikosagwnas.gr

kkanorim.jpg

Γράφει ο Στωικός

«Σημειώθηκε σταδιακή υποχώρηση από τη θέση ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δεν μεσολαβεί κάποιο ενδιάμεσο κοινωνικό σύστημα, επομένως και ενδιάμεση πολιτική εξουσία ανάμεσα στην αστική και την επαναστατική εργατική εξουσία».

Από την απόφαση του 18ου συνέδριου του ΚΚΕ για τις αιτίες που οδήγησαν στην ήττα του σοσιαλισμού. Το συγκεκριμένο απόσπασμα χρησιμοποιήθηκε από τον Α. Γκίκα στο άρθρο του για το Δεκέμβρη του 1944 που δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος της ΚΟΜΕΠ.

Αν θέλαμε να συμπυκνώσουμε σε μια φράση τα σημερνά αδιέξοδα του κομμουνιστικού κινήματος, το συγκεκριμένο απόσπασμα των θέσεων του 18ου συνέδριου, που αναπαράγαγε ο αρθρογράφος της ΚΟΜΕΠ, είναι το πιο ενδεικτικό και χαρακτηριστικό.

Υποτίθεται ότι προσπαθεί να περιγράψει την κίνηση ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, αλλά αυτό που κάνει είναι να καταργεί την ίδια την κίνηση, την ίδια την εξελικτική διαδικασία. Στη θέση της επιστημονικής ανάλυσης της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας, η οποία είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό των κοινωνικών και ταξικών αντιθέσεων, της χάραξης πολιτικής συμμαχιών στο εργατικό και λαϊκό κίνημα και τον καθορισμό της τακτικής και της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος, έχουμε ένα στεγνό, αντιδιαλεκτικό σχήμα, το οποίο προσπαθεί να ερμηνεύσει την κοινωνική εξέλιξη, στηριζόμενο στις αντιλήψεις του μηχανιστικού υλισμού του 18ου αιώνα. Όλα είναι ή μαύρο ή άσπρο. Ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δεν μεσολαβεί άλλο κοινωνικό σύστημα, επομένως η εξουσία θα είναι είτε κεφαλαιοκρατική είτε εργατική. Ενδιάμεσες αποχρώσεις και καταστάσεις - οι οποίες «νοθεύουν» το απόλυτο αυτό σχήμα- που όμως είναι ευδιάκριτες σε όλους τους κοινωνικούς σχηματισμούς στην αέναη πάλη του νέου κατά του παλιού, για τους θεωρητικούς της αντίληψης αυτής, απλώς δεν υπάρχουν. Ο καπιταλισμός είναι ίδιος και στη φάση της ακμής του και στη φάση της κρίσης, επομένως δεν χρειάζονται προσαρμογές των στόχων πάλης του εργατικού κινήματος. Και στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και στην περίοδο της οικονομικής άνθισης, ο στόχος παραμένει ίδιος. Η συσπείρωση δυνάμεων για την ανατροπή…

Οι δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, μέσα στα πλαίσια του συστήματος, είναι αυταπάτη. Το εργατικό κίνημα, δεν μπορεί να βελτιώσει τη θέση του μέσα στα καπιταλιστικά πλαίσια. Θα πρέπει να παλεύει μόνο για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.

Η σιδερόφρακτη αυτή λογική, καταδικάζει τις κοινωνικές τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα σε διαρκή ακινησία. Όλα τελούν υπό την καταλυτική κυριαρχία του κεφαλαίου, άρα είναι μάταιη η πάλη για οικονομικές και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που θα ευρύνουν τους ορίζοντες του κινήματος. Η εργατική τάξη θα πρέπει – κατά ένα μεταφυσικό τρόπο, αφού τακτικοί στόχοι πάλης δεν υπάρχουν – να συσπειρώνει δυνάμεις, ώστε κάποια στιγμή να κάνει το ντου…

Δεν ξέρουμε αν όσοι εμφορούνται από τέτοιες απόψεις, έχουν καταλάβει, ότι βρίσκονται ένα βήμα πριν αμφισβητήσουν την ίδια την πάλη των τάξεων. Η πάλη των τάξεων προϋποθέτει την κίνηση, η οποία δεν είναι πάντα ομαλή, αλλά πολλές φορές εκδηλώνεται με αντιφάσκουσες μορφές. Προϋποθέτει συνεχή μεταβολή, και την υποβόσκουσα ή φανερή σύγκρουση των αντιθέτων. Η μεταφυσική και μηχανιστική αντίληψη που έχει εισάγει η ηγεσία του κόμματος για τα κοινωνικά συστήματα και τον χαρακτήρα της πολιτικής εξουσίας, στηρίζεται στην ακινησία, στην αδράνεια των αντιμαχόμενων τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων και δεν είναι σε θέση, με διαλεκτικούς όρους να παρακολουθήσει τον πλούτο των μορφών έκφρασης της ταξικής πάλης στην πορεία της μετάβασης από το ένα κοινωνικό σύστημα στο άλλο.

Η χρεοκοπία του σχήματος του «καθαρού» σοσιαλισμού

Η εφαρμογή του σχήματος αυτού την περίοδο της οικονομικής κρίσης, είχε ολέθριες συνέπειες για το ίδιο το κόμμα, αλλά και το εργατικό – λαϊκό κίνημα.

Όταν το 2010, μετά το πρώτο ξάφνιασμα που υπήρξε από την είσοδο της Ελλάδας στη μνημονιακή εποχή, ο λαός βγήκε αυθόρμητα στους δρόμους, η ηγεσία του κόμματος, αντί να ακολουθήσει ενωτική πολιτική, προκειμένου να υπάρξει η μέγιστη δυνατή συσπείρωση των λαϊκών δυνάμεων κατά των πολιτικών της λιτότητας, επέλεξε τις μεμονωμένες κινητοποιήσεις του ΠΑΜΕ, όπου κυριαρχούσαν τα συνθήματα της ανατροπής του καπιταλισμού(;). Όλη αυτή την περίοδο ως σήμερα, το κόμμα δεν έχει επεξεργασμένο πολιτικό πλαίσιο πάλης εξόδου από την κρίση, γιατί κάτι τέτοιο αντίκειται στο σχήμα του «καθαρού» σοσιαλισμού.

Πιστή στο ανεδαφικό αυτό σχήμα η ηγεσία, αρνήθηκε να καταθέσει μεταβατικό πρόγραμμα και να ρίξει το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης, σε μια περίοδο κατά την οποία η εξουσία της αστικής τάξης και του πολιτικού της συστήματος, άρχισε να παρουσιάζει σοβαρές ρωγμές και στοιχεία αποσύνθεσης, ενώ η συνείδηση του λαϊκού παράγοντα ριζοσπαστικοποιούνταν και ωρίμαζε με γρήγορους ρυθμούς.

Τα αδιέξοδα της πολιτικής αυτής, αναδείχθηκαν σε όλο τους το μεγαλείο, την περίοδο των διπλών εκλογών του 2012, όπου ο λαός ζητούσε την κατάργηση των πολιτικών λιτότητας και των μνημονίων, ενώ η ηγεσία του κόμματος του έλεγε ότι δεν είναι ακόμα ώριμες οι συνθήκες για λαϊκή εξουσία και του ζητούσε να ψηφίσει ΚΚΕ για να υπάρχει ισχυρή αντιπολίτευση(!)

Έτσι χάθηκε η μεγάλη ευκαιρία της δημιουργίας ενός μεγάλου πλειοψηφικού λαϊκού ρεύματος που θα σάρωνε τις πολιτικές λιτότητας μαζί με τους πολιτικούς τους εκφραστές, μέσα από την προώθηση ενός ριζοσπαστικού προγράμματος αντιμονοπωλιακών, αντιιμπεριαλιστικών αλλαγών, οι οποίες, την περίοδο της οικονομικής κρίσης και των πολιτικών λιτότητας, είχαν ωριμάσει στη λαϊκή συνείδηση.

Στο βωμό του «καθαρού» σοσιαλισμού, θυσιάστηκε και το αίτημα της αποδέσμευσης της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά το γεγονός ότι η οικονομική κρίση και οι άγριες πολιτικές λιτότητας που εφαρμόστηκαν με πρωτοβουλία του κοινοτικού διευθυντηρίου και του ΔΝΤ, αποκάλυψαν στον ελληνικό λαό, τον βάρβαρο και αντιδραστικό της χαρακτήρα του ευρωπαϊκού αυτού ιμπεριαλιστικού οργανισμού.

Και ενώ η συγκυρία ήταν ευνοϊκή, η ηγεσία του κόμματος, στο όνομα πάντα του «καθαρού σοσιαλισμού», δεν πήρε την παραμικρή πρωτοβουλία για τη δημιουργία μετώπου υπέρ της αποδέσμευσης, ενώ αδράνησε και δεν αντιπάλεψε τα επιχειρήματα των οπαδών της αστικής τάξης, οι οποίοι όλα αυτά τα χρόνια τρομοκρατούν το λαό, με το κατασκευασμένο επιχείρημα ότι αν η Ελλάδα αποχωρήσει από την ΕΕ θα βρεθεί αντιμέτωπη με την καταστροφή και την ερείπωση.

Μπροστά στον ορυμαγδό της κινδυνολογίας και καταστροφολογίας από το «κόμμα» της υποτέλειας και της εξάρτησης της χώρας από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα της ΕΕ και των ΗΠΑ, όχι μόνο δεν υπήρξε αντίδραση, αλλά αντίθετα, στελέχη του κόμματος διακήρυτταν -   σιγοντάροντας τις αστικές απόψεις - ότι δεν έχει νόημα η αποδέσμευση από την ΕΕ, χωρίς λαϊκή εξουσία.

Με αυτά και αυτά, έχουμε διανύσει πέντε χρόνια άγριων πολιτικών λιτότητας που βύθισαν το λαό στην απόγνωση και την απελπισία, και οδεύουμε ολοταχώς προς τον έκτο. Και ενώ ο «ελληνικός» καπιταλισμός διέρχεται την μεγαλύτερη ίσως κρίση της ιστορίας του, δεν υπάρχει σήμερα πολιτική δύναμη, ικανή να συσπειρώσει ένα λαό, που στα χρόνια της κρίσης, έδειξε με χίλιους τρόπους ότι είναι διατεθειμένος να βάλει πλάτη και να βαδίσει μπροστά. Να συγκρουστεί με όλες εκείνες τις αιτίες που τον οδήγησαν στη σημερινή δυσχερή θέση και να υπερασπιστεί ένα ευρύτερο πρόγραμμα δημοκρατικών, κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών που θα επιφέρει αποφασιστικό χτύπημα στο σύστημα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και στο μονοπωλιακό κεφάλαιο. Ετσι μόνο θα ανοίξει ο δρόμος για το σοσιαλισμό στη χώρα μας.

Και αυτή είναι η σύγχρονη τραγωδία. Σε μια περίοδο που το σύστημα καπιταλιστικής εκμετάλλευσης συγκλονίζεται συθέμελα από την κρίση. Σε μια περίοδο που ωριμάζει η συνείδηση του λαϊκού παράγοντα για την αναγκαιότητα προώθησης ριζοσπαστικών αλλαγών στο επίπεδο της οικονομίας και της κοινωνίας, ικανών να επιφέρουν αποφασιστικό χτύπημα στα βάθρα του εκμεταλλευτικού συστήματος, δεν υπάρχει ο πολιτικός εκείνος φορέας που θα τεθεί επικεφαλής του λαϊκού κινήματος για την υλοποίηση των φιλόδοξων αυτών στόχων.  

Όχι, η ηγεσία, δεν είναι διατεθειμένη να νοθεύσει το στόχο του «καθαρού» σοσιαλισμού για να διαδραματίσει το ρόλο αυτό. Ακόμα και όταν οι εργαζόμενοι της δείχνουν ότι είναι εκτός γραμμής, της γυρίζουν την πλάτη και περιορίζουν την εκλογική επιρροή του κόμματος στο 4,5 – 5,5%. Ακόμα και όταν το κόμμα παλεύει χωρίς πολιτικό πλαίσιο και περιορίζεται να προβάλλει μόνο οικονομίστικα και συντεχνιακά αιτήματα, λες και πρόκειται για συνδικαλιστικό φορέα. Ακόμα και όταν, στο όνομα του «καθαρού σοσιαλισμού», δίνει παράταση ζωής σε ένα σάπιο και ιστορικά ξεπερασμένο εκμεταλλευτικό κοινωνικό σύστημα, το οποίο, όσο δεν βρίσκεται πολιτική δύναμη να το αμφισβητήσει, θα συνεχίζει να επιβιώνει τρώγοντας ανθρώπινες σάρκες και πίνοντας ανθρώπινο αίμα.

Ο δημιουργικός μαρξισμός

Για να γίνει κατανοητό πόσο ξένο με την μαρξιστική ανάλυση είναι το δογματικό σχήμα για τις σχέσεις καπιταλισμού – σοσιαλισμού και την πορεία κατάκτησης της εργατικής εξουσίας, που προβάλει σήμερα η ηγεσία του κόμματος, θα καταφύγουμε στον μεγάλο θεωρητικό, ο οποίος όχι μόνο ανέλυσε με μαρξιστικούς όρους τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις της εποχής του, αλλά με βάση τις θεωρητικές αυτές αναλύσεις βοήθησε το προλεταριάτο να κατακτήσει την εξουσία.

Ο λόγος στον Β.Ι. Λένιν. Θα μπορούσαμε να πάρουμε οποιοδήποτε κείμενο του μεγάλου επαναστάτη που, στηριζόμενος στη δημιουργική εφαρμογή του μαρξισμού, ανέλυσε την πραγματικότητα της Ρωσίας των αρχών του 20ου αιώνα.

Επιλέξαμε τελικά το «Σχέδιο θέσεων της 4 του Μάρτη 1917» (τόμος 31 άπαντα, σελ. 1 -6 εκδόσεις Σ.Ε) που γράφηκε στη Ζυρίχη της Ελβετίας την ίδια περίοδο και αποτέλεσε τη βάση των περίφημων ¨Θέσεων του Απρίλη¨ για την τακτική του μπολσεβίκικου κόμματος τη συγκεκριμένη περίοδο.

Ο Λένιν, όντας εξόριστος στη Ζυρίχη, πληροφορείται από τα μέσα της εποχής την παραίτηση του τσάρου και το σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης από τα κόμματα των Οκτωβριστών και των Καντέτων.

Τι έπρεπε να κάνει το κόμμα των μπολσεβίκων μπροστά στη νέα κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στη Ρωσία;

Αν οι Ρώσοι μπολσεβίκοι λειτουργούσαν με κριτήριο το δόγμα – θέσφατο που έχει υιοθετήσει η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, δεν θα έπρεπε να κάνουν απολύτως τίποτα, παρά να εμείνουν στο στόχο της συσπείρωσης δυνάμεων για την τελική λύση.

Ο Λένιν όμως και οι μπολσεβίκοι, ήταν πραγματικοί επαναστάτες και όχι απλώς επαναστάτες της φράσης, που πίσω από τις ηχηρές διακηρύξεις για το σοσιαλισμό, δεν κάνουν απολύτως τίποτα για να φέρουν τον στόχο αυτό πιο κοντά, καταδικάζοντας έτσι το κίνημα σε ακινησία και αδράνεια.

Ας δούμε λοιπόν πως είδε το κόμμα των μπολσεβίκων τη νέα κατάσταση, μετά την ανατροπή του τσάρου και τι καθήκοντα έθεσε στην ημερήσια διάταξη, μέσα από το κείμενο του Λένιν (παραθέτουμε στη συνέχεια εκτενή αποσπάσματα του άρθρου).

Κατ’ αρχάς ο Λένιν αποσαφηνίζει τον ταξικό χαρακτήρα της νέας κυβέρνησης: «Από την άλλη πλευρά, η νέα κυβέρνηση που κετέλαβε την εξουσία στην Πετρούπολη, ή πιο σωστά την απέσπασε από τα χέρια του προλεταριάτου, το οποίο είχε νικήσει σε έναν αιματηρό και ηρωικό αγώνα, αποτελείται από φιλελευθέρους αστούς και τσιφλικάδες, που σέρνουν από τη μύτη τον Κερένσκι, εκπρόσωπο της δημοκρατικής αγροτιάς και, ίσως, μια μερίδα εργατών που παρασύρθηκαν στον αστικό δρόμο και ξέχασαν το διεθνισμό. Η νέα κυβέρνηση αποτελείται από πασίγνωστους οπαδούς και υπερασπιστές του ιμπεριαλιστικού πολέμου ενάντια στη Γερμανία, δηλαδή του πολέμου που γίνεται σε συμμαχία με τις ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας, του πολέμου για την καταλήστευση και την κατάκτηση ξένων εδαφών, της Αρμενίας, της Γαλικίας, της Κωνσταντινούπολης κλπ».

Στη συνέχεια διατυπώνει την κατηγορηματική θέση, ότι «Η νέα κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει ούτε στους λαούς της Ρωσίας(ούτε στα έθνη με τα οποία μας συνέδεσε ο πόλεμος), ούτε ειρήνη, ούτε ψωμί, ούτε πλήρη ελευθερία και γι΄ αυτό η εργατική τάξη πρέπει να συνεχίσει την πάλη της για το σοσιαλισμό και την ειρήνη….».

Οι μπολσεβίκοι, στις συνθήκες του πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου, δεν έβγαζαν άναρθρες κραυγές για το εδώ και τώρα σοσιαλισμός, αλλά επεδίωκαν να συσπειρώσουν τις λαϊκές μάζες πάνω στα τρία «ταπεινά» αιτήματα: Ειρήνη, ψωμί, πλήρη ελευθερία.

Εργατική κυβέρνηση

Ο Λένιν, αφού ξεκαθαρίζει ότι «Η νέα κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει ειρήνη και γιατί είναι εκπρόσωπος των καπιταλιστών και των τσιφλικάδων και γιατί συνδέεται με συμφωνίες και χρηματικές υποχρεώσεις με τους καπιταλιστές της Αγγλίας και της Γαλλίας» προσθέτει στη συνέχεια: «Για να γίνει αυτό, χρειάζεται εργατική κυβέρνηση σε συμμαχία πρώτο, με τη φτωχή μάζα του πληθυσμού του χωριού, δεύτερο, με τους επαναστάτες εργάτες όλων των εμπόλεμων χωρών».

Το θέμα της εργατικής κυβέρνησης το επισημαίνει και στη συνέχεια του άρθρου, όπου και αναφέρει: «Για να δοθεί στους λαούς ψωμί, χρειάζονται επαναστατικά μέτρα ενάντια στους τσιφλικάδες και τους καπιταλιστές και τα μέτρα αυτά είναι σε θέση να τα πραγματοποιήσει μόνο μια εργατική κυβέρνηση».

Η προβληματική για το εάν το επαναστατικό προλεταριάτο θα πρέπει σε περιόδους όξυνσης της ταξικής πάλης, όταν οι μάζες βρίσκονται σε κίνηση και η συνοχή του συστήματος εξουσίας του κεφαλαίου παρουσιάζει σοβαρές ρωγμές, να στηρίξει εργατική κυβέρνηση, βρίσκεται σήμερα στην επικαιρότητα και στη χώρα μας. Η ηγεσία του κόμματος, καταγγέλλει μια τέτοια κυβέρνηση σαν οπορτουνιστική, αν όχι σαν πράξη προδοσίας κατά της επανάστασης. Ο Λένιν βέβαια είχε διαφορετική άποψη.

Βαθιές δημοκρατικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις

Ο Λένιν έκρινε ότι στις συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί στη Ρωσία μετά την παραίτηση του τσάρου, ήταν ώριμες, ώστε το επαναστατικό προλεταριάτο να προωθήσει αιτήματα δημοκρατικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Μεταρρυθμίσεις, τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν υποτιμούσε, αλλά αντίθετα τις θεωρούσε «βοηθητικό μέσο για την ταξική πάλη».

Αναφέρει συγκεκριμένα: «Η νέα κυβέρνηση υπόσχεται στο διάγγελμα της κάθε λογής ελευθερίες, όμως δεν εκπληρώνει το άμεσο και απόλυτο χρέος της να παραχωρήσει αμέσως τις ελευθερίες, να καθιερώσει την εκλογή των αξιωματικών από τους στρατιώτες, να προκηρύξει εκλογές για τη Δούμα της Πετρούπολης, της Μόσχας κλπ, με βάση μια καθολική και όχι μόνο για τους άνδρες, ψηφοφορία, να ανοίξει όλα τα κρατικά και δημόσια κτήρια για τις λαϊκές συνελεύσεις, να προκηρύξει εκλογές για όλα τα τοπικά ιδρύματα και τα ζέμστβο με βάση πάλι μια καθολική ψηφοφορία, να καταργήσει όλους τους περιορισμούς των δικαιωμάτων της τοπικής αυτοδιοίκησης, να πάψει όλους τους δημόσιους υπαλλήλους, τους διορισμένους από τα πάνω για την επιτήρηση της τοπικής αυτοδιοίκησης, να παραχωρήσει όχι μόνο ελευθερία θρησκεύματος, αλλά και ελευθερία από τη θρησκεία, να πραγματοποιήσει αμέσως το χωρισμό του σχολείου από την εκκλησία και να το απαλλάξει από την κηδεμονία των δημόσιων λειτουργών κλπ».

Και συνεχίζει ο Λένιν: « Ολόκληρο το διάγγελμα της νέας κυβέρνησης της 17.ΙΙΙ, εμπνέει πλήρη δυσπιστία, γιατί αποτελείται μόνο από υποχρεώσεις και δεν βάζει αμέσως σε εφαρμογή ούτε ένα από τα πιο επείγοντα μέτρα, τα οποία μπορούν και πρέπει να εφαρμοστούν πέρα για πέρα αμέσως.

Η νέα κυβέρνηση δεν λέει ούτε λέξη στο πρόγραμμα της ούτε για το οκτάωρο και τις άλλες οικονομικές βελτιώσεις της κατάστασης των εργατών, ούτε για γη στους αγρότες, για μεταβίβαση στους αγρότες χωρίς εξαγορά όλης της γης των τσιφλικάδων, ξεσκεπάζοντας με τη σιωπή της πάνω στα φλέγοντα αυτά ζητήματα την καπιταλιστική και τσιφλικάδικη φύση της».

Αντίθετα με τον Λένιν, η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ μόνο σπυριά δεν βγάζει όταν ακούει για μεταρρυθμίσεις. Κατά την άποψη της η διεκδίκηση δημοκρατικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων στα πλαίσια του συστήματος, οδηγεί στην ενσωμάτωση του κινήματος και στον οπορτουνισμό. Και εδώ παρατηρούμε μια ακραία αμφισβήτηση της λενινιστικής θεωρίας για το ρόλο των μεταρρυθμίσεων στην ταξική πάλη.

Για τα στάδια

Και ερχόμαστε τώρα στην καρδιά του προβλήματος των μορφών εξουσίας. Η ηγεσία του κόμματος με μια σιδερόφρακτη, άκαμπτη λογική υποστηρίζει ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δεν μεσολαβεί κάποιο ενδιάμεσο κοινωνικό σύστημα, επομένως και ενδιάμεση πολιτική εξουσία ανάμεσα στην αστική και την επαναστατική εργατική εξουσία.

Σύμφωνα όμως με τον Λένιν «…το επαναστατικό προλεταριάτο δεν μπορεί να βλέπει την επανάσταση της 1 (14) ΙΙΙ, παρά σαν μια πρώτη του, κάθε άλλο ακόμη παρά πλήρη, νίκη στο μεγάλο του δρόμο, δεν μπορεί παρά να βάζει σαν καθήκον του τη συνέχιση της πάλης για την κατάκτηση της λαοκρατικής δημοκρατίας και του σοσιαλισμού».

Και πάρα κάτω: «Μόνο με την κατατόπιση των πιο πλατιών μαζών του πληθυσμού και την οργάνωση τους εξασφαλίζεται η πλήρης νίκη στο επόμενο στάδιο της επανάστασης και η κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική κυβέρνηση».

Και εντάξει, η επανάσταση του Φλεβάρη – Μάρτη του 1917 ήταν αστικοδημοκρατική. Αλλά εδώ ο Λένιν μιλάει «για την κατάκτηση της λαοκρατικής δημοκρατίας και του σοσιαλισμού», καθώς και για «επόμενο στάδιο της επανάστασης». Και μπορεί ο καθένας να καταλάβει ότι η λαοκρατική δημοκρατία δεν είναι σοσιαλισμός, όπως και το ότι ο Λένιν μιλούσε για δύο στάδια στην επανάσταση. Το πρώτο στάδιο το αστικοδημοκρατικό και το δεύτερο στάδιο το οποίο και ολοκληρώθηκε με τον Οκτώβρη του 2017.

Με την εκτενή αυτή παράθεση του άρθρου του Λένιν, προσπαθήσαμε να τεκμηριώσουμε την άποψη, ότι η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ έχει πάρει διαζύγιο από τη λενινιστική θεωρία για την προλεταριακή επανάσταση, και ότι, όλο αυτό τον επαναστατικό πλούτο τον έχει πετάξει στο κάλαθο των αχρήστων και τον έχει αντικαταστήσει με μικροαστικά απλουστευτικά δογματικά σχήματα, που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να ερμηνεύσουν την πολυπλοκότητα της κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών.

Γιατί, αν ο βαθμός δυσκολίας του επαναστατικού εγχειρήματος ανάγονταν σε επίπεδο αναγνώσματος πρώτης δημοτικού – «Λο και Λα, όλο μαζί Λόλα» – τότε όλοι θα είχαν γίνει θεωρητικοί της επανάστασης.

Ξέρουμε όμως ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Εν τέλει, όλα δείχνουν πως

Οι αντικειμενικές συνθήκες είναι ώριμες από καιρό

Ο υποκειμενικός παράγοντας ωριμάζει

Το πρόβλημα είναι η ανωριμότητα του κόμματος της εργατικής τάξης

πηγη: ergatikosagwnas.gr

...Είμαστε αποφασισμένοι να μην αφήσουμε να ξαναγίνει η ευρύτερη περιοχή του Πειραιά αυτό που ήταν τον προηγούμενο αιώνα, η χαβούζα όλης της Αττικής!!!!!!

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΔΗΜΟΣ ΚΕΡΑΤΣΙΝΙΟΥ – ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ

ΑΥΤΟΤΕΛΕΣ ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ & ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.& Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
213 2074 676,678, 615
Δελτίο Τύπου
Τετάρτη, 8Απριλίου 2015
 
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΚΕΡΑΤΣΙΝΙΟΥ – ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ, ΧΡΗΣΤΟΥ ΒΡΕΤΤΑΚΟΥ, ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ OIL ONE
Ο Δήμαρχος Κερατσινίου – Δραπετσώνας, Χρήστος Βρεττάκος, δήλωσε αναφορικά με την ανακοίνωση της OIL ONE ΑΒΕΕ:
 
Η εταιρεία OIL ONE στην σχετική ανακοίνωση της επιλέγει να διαστρεβλώσει τα επιχειρήματα μου και τα επιχειρήματα των κατοίκων της πόλης, ακριβώς γιατί γνωρίζει ότι τα πραγματικά μας επιχειρήματα είναι πέρα για πέρα αληθινά.

Εμείς γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η εταιρεία δεν αποθηκεύει «τοξικά απόβλητα» και γι’ αυτό δεν το ισχυριστήκαμε ποτέ, όπως γνωρίζουμε πολύ καλά ότι όχι μόνο δεν προστατεύει την «δημόσια υγεία και το θαλάσσιο και χερσαίο περιβάλλον», αλλά αντίθετα τα απειλεί.

 Είναι αναληθές ότι η OIL ONE έχει λάβει άδεια για αποθήκευση 20.695 κ.μ υγρών καυσίμων; Είναι αναληθές ότι έχει λάβει άδεια για επεξεργασία πετρελαιοειδών αποβλήτων; Είναι αναληθές ότι αυτές οι άδειες αναφέρονται σε εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε απόσταση 75μέτρων από τα σπίτια των κατοίκων; Είναι αναληθές ότι το ατύχημα που συνέβη το 2000 στις αντίστοιχες εγκαταστάσεις επεξεργασίας πετρελαιοειδών αποβλήτων του Ομίλου στην Κυνοσούρα είχε σαν αποτέλεσμα το θάνατο ενός ναυτεργάτη, την διαρροή 600 κ.μ πετρελαιοειδών και μία τεράστια περιβαλλοντική καταστροφή που χρειάστηκε ένας μήνας για ν’ αντιμετωπιστεί; Είναι αναληθές ότι η εταιρεία έλαβε άδεια λειτουργίας 4 ημέρες πριν από της εκλογές και μετά από απανωτές υπουργικές και νομοθετικές παρεμβάσεις;
 
Ο Δήμος Κερατσινίου – Δραπετσώνας, οι έξι Δήμαρχοι της Περιφερειακής Ενότητας Πειραιά και η Αντιπεριφέρεια Πειραιά, οι οποίοι στηρίζουν την προσπάθεια μας, αλλά και οι κάτοικοι αυτής της πόλης, είμαστε αποφασισμένοι να μην αφήσουμε καμία εταιρεία, όχι μόνο την συγκεκριμένη, να κάνει «δουλειές» παίζοντας με την ασφάλεια και την ζωή των κατοίκων μας. Είμαστε αποφασισμένοι να μην αφήσουμε να ξαναγίνει η ευρύτερη περιοχή του Πειραιά αυτό που ήταν τον προηγούμενο αιώνα, η χαβούζα όλης της Αττικής.
 

00000000------00000000000aaaaellasgerman_280_151.jpg

ΛΥΣΣΩΔΕΙΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗ ΜΟΣΧΑ

Tα νεοαποικιακά αντανακλαστικά των κυρίαρχων κύκλων του ευρωπαϊκού κατεστημένου και κυρίως του Βερολίνου, έχει προκαλέσει η αναθέρμανση των ελληνορωσικών σχέσεων, καθώς δεν ανέχονται καμιά χώρα της ΕΕ να ακολουθεί μια εθνικά συμφέρουσα ανεξάρτητη πολιτική, παρά μόνο να σέρνεται πίσω από τις συντηρητικές νεοφιλελεύθερες ψυχροπολεμικές επιλογές τους, ακόμη κι αν αυτές είναι καταστροφικές για τους λαούς και υπονομεύουν την ειρήνη.  

Χαρακτηριστικές από αυτήν την άποψη είναι οι σημερινές λυσσώδεις επιθέσεις και ωμοί εκβιασμοί Ευρωπαίων αξιωματούχων, που αποτυπώνονται στον ευρωπαϊκό Τύπο, με αφορμή το ταξίδι κυβερνητικού κλιμακίου στη Μόσχα με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Α. Τσίπρα, την επόμενη βδομάδα.

«Ταξίδι στη Ρωσία: Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Σούλτς προειδοποιεί τον Τσίπρα» είναι ο τίτλος του δημοσιεύματος του Spiegel, σύμφωνα με το οποίο ο Μάρτιν Σούλτς απεύθυνε αυστηρή προειδοποίηση στον Έλληνα πρωθυπουργό ενόψει του ταξιδιού του στη Ρωσία και τη συνάντησή του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν στην Τετάρτη.  

Ο Μάρτιν Σούλτς, σπεύδει να... νουθετήσει την ελληνική κυβέρνηση και να ζητήσει, να μην στραφεί για βοήθεια στη Ρωσία και να μην βάλει σε κίνδυνο την κοινή ευρωπαϊκή στάση, ανεξάρτητα αν αυτή ζημιώνει το συμφέρον της χώρας μας!

Είναι προφανές ότι στο στόχαστρο του ευρωπαϊκού κατεστημένου βρίσκεται η ελληνική κυβέρνηση επειδή προσπαθεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στην ενεργειακή συνεργασία μεταξύ της Ελλάδας και της Ρωσίας, καθώς και στη γενικότερη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών.  

Παρόμοια αντίδραση υπήρξε και από τον αντικαγκελάριο της Γερμανίας, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ. «Δεν μπορώ να πιστέψω, με όλη την καλή διάθεση, ότι οποιοσδήποτε στην Αθήνα παίζει πραγματικά με την σκέψη να στρέψει την πλάτη στην Ευρώπη και να πέσει στην αγκαλιά της Μόσχας», είπε σε συνέντευξή του στη Rheinische Post.  

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι δηλώσεις στην Hannoversche Allgemeine Zeitung του προέδρου της επιτροπής ευρωπαϊκών υποθέσεων της γερμανικής Βουλής, Κούντερ Κρισμπάουμ: "Αν η ελληνική κυβέρνηση πιστεύει ότι μπορεί να βρει την ψυχή της στη Μόσχα, τότε είναι σε λάθος πλευρά. Όποιος θέλει να συνεχίσει να έχει ευρωπαϊκή βοήθεια, η πυξίδα του πρέπει να δείχνει προς τις Βρυξέλλες και όχι τη Μόσχα", είπε παρουσιάζοντας ως μονόδρομο την κηδεμονία της χώρας από τη Γερμανική ΕΕ.  

Διαφορετική βέβαια είναι η άποψη που εξέφρασε η επικεφαλής της Αριστεράς στο Ευρωκοινοβούλιο, Γκάμπι Τσίμερ. «Το θέμα δεν είναι να στραφούν η ΕΕ και η Ρωσία η μία εναντίον της άλλης», δηλώνει και προσθέτει ότι η Αθήνα επιδιώκει κυρίως να χαλαρώσει η Ρωσία τον αποκλεισμό των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων από την Δύση. «Η Ελλάδα έχει τεράστιο συμφέρον από τη δυνατότητα εξαγωγής αγροτικών προϊόντων. Αυτές είναι φυσιολογικές διαπραγματεύσεις», τονίζει.  

Είναι προφανές ότι στο στόχαστρο του ευρωπαϊκού κατεστημένου βρίσκεται η ελληνική κυβέρνηση επειδή προσπαθεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στην ενεργειακή συνεργασία μεταξύ της Ελλάδας και της Ρωσίας, καθώς και στη γενικότερη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών, που σε τελευταία ανάλυση είναι σε όφελος όλων των λαών της Ευρώπης. Αυτό ακριβώς δεν αντέχουν, επειδή η πολιτική αυτή ενισχύει τη θέση της Ελλάδας στις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ και έρχεται σε αντίθεση με τα επικίνδυνα ψυχροπολεμικά παιχνίδια που παίζουν, σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, και που υπονομεύουν το κλίμα της ειρήνης στην ευρύτερη περιοχή.  

ΣΠΥΡΟΣ ΒΡΑΝΑΣ

πηγη: iskra.gr

 

Σελίδα 4355 από 4477
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή