Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Πρώτη φορά ΝΑΤΟ-αριστερά!
Νίκος Μπογιόπουλος
Όσα παρακολουθήσετε στο βίντεο που ακολουθεί είναι τα όσα έλαβαν χώρα πριν τρεις μέρες στην Αττάλεια της Τουρκίας, μετά το τέλος της συνόδου των υπουργών Εξωτερικών των χωρών μελών του ΝΑΤΟ (είχε προηγηθεί η δήλωση του κ.Καμμένου ότι θα προτείνει στους Αμερικάνους την ίδρυση ΝΑΤΟικής στρατιωτικής βάσης σε νησί του Αιγαίου)… Απολαύστε:
Έτσι γιόρτασαν οι υπουργοί Εξωτερικών των χωρών του ΝΑΤΟ την συνάντησή τους. Τραγουδώντας και χορεύοντας το «We are the world, we are the children».
Το εξόχως σημαντικό για εμάς, για τους Έλληνες, για την πατρίδα μας, είναι ότι «πρωτοπανηγυριώτης» αυτής της γιορτής ήταν ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, ο κ.Νίκος Κοτζιάς.
«Ψυχή» και «μαέστρος» αυτής της χορωδίας ήταν ο κ.Νίκος Κοτζιάς. Ο άνθρωπος που έλαμψε πάνω στην πίστα του ΝΑΤΟ, αυτός που ξεσήκωσε τους συναδέλφους του και τους θαμώνες της ΝΑΤΟσύναξης δεν ήταν άλλος από τον κ.Νίκο Κοτζιά...
«Είμαστε ο κόσμος, είμαστε τα παιδιά/ Είμαστε αυτοί που θα δημιουργήσουμε μια φωτεινότερη μέρα» λένε μερικοί από τους στίχους του «Wearetheworld, wearethechildren». «Υπάρχουν άνθρωποι που πεθαίνουν/ Και είναι ώρα να προσφέρουμε μια χείρα βοηθείας για τη ζωή», λέει πιο κάτω το τραγούδι.
Αυτό ήταν το τραγούδι με το οποίο ξεφάντωσαν οι υπουργοί του ΝΑΤΟ και μερικοί στρατηγοί του, από εκείνους που διατάζουν τους βομβαρδισμούς των αμάχων.
Πρώτος και καλύτερος στο γλέντι ο κ.Κοτζιάς. Ο υπουργός της «πρώτη φορά Αριστερά» κυβέρνησης.
Ο κ.Κοτζιάς και οι συνάδελφοί του στο ΝΑΤΟ έστειλαν το μήνυμά τους: «Είμαστε όλοι μέρος της τεράστιας οικογένειας του Θεού», λέει στη συνέχεια το τραγούδι… Επομένως:
- Ξεχάστε την θηριωδία των 5.000 νεκρών, των «παράπλευρων απωλειών», των ΝΑΤΟικών «λαθών», των εκτελέσεων αμάχων, του βομβαρδισμού νοσοκομείων, σχολείων, ΜΜΕ και νεκροταφείων (!), από το ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία.
- Ξεχάστε τα 12 εκατομμύρια παιδιά της Συρίας που ζουν σε απελπιστική κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας ή έχουν διασκορπιστεί ως προσφυγόπουλα στο Λίβανο, την Τουρκία, την Ιορδανία και σε άλλες χώρες, επειδή οι Αμερικάνοι, οι Γάλλοι και οι υπόλοιποι του ΝΑΤΟ έχουν βαλθεί να αποκαταστήσουν τη… δημοκρατία στη χώρα τους.
- Ξεχάστε το 1,3 εκατομμύρια νεκρούς που το ΝΑΤΟ έχει αφήσει με το πέρασμά του από το Ιράκ, το Αφγανιστάν, τη Λιβύη στο πόλεμο των συμμάχων κατά της… τρομοκρατίας.
- Ξεχάστε τα παιδιά της Παλαιστίνης, ξεχάστε και την Ιστορία. Οι υπουργοί του ΝΑΤΟ τραγουδούν: «Θα δημιουργήσουμε μια φωτεινότερη μέρα»…
- Ξεχάστε τις επεμβάσεις του ΝΑΤΟ: Από την Κορέα μέχρι την Αίγυπτο, από την Τυνησία και το Μαρόκο μέχρι τη Νικαράγουα, από τη Γουατεμάλα μέχρι το Κογκό κι από το Βιετνάμ μέχρι τον Παναμά.
- Ξεχάστε τα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού με στρατιωτικό βραχίονα το ΝΑΤΟ, από τη Χιλή μέχρι τη Γρανάδα κι από την Αϊτή μέχρι την Σομαλία.
- Ξεχάστε ακόμα και το ρόλο του ΝΑΤΟ εδώ στην Ελλάδα. Το ρόλο του στην «Κόκκινη Προβιά». Το ρόλο του στην Κύπρο. Το ρόλο του στη χούντα των συνταγματαρχών. Τη στάση του στα Ίμια και στο «γκριζάρισμα» του Αιγαίου…

Τι νόημα έχουν όλα αυτά; Τι νόημα έχουν μπροστά στην εικόνα ενός υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας, ενός υπουργού που δεν εκπροσωπεί τον πολιτικό εξευτελισμό αλλά την «πρώτη φορά Αριστερά» κυβέρνηση και που με αυτή του την ιδιότητα τραγουδά, χορεύει και πιθηκίζει – για λογαριασμό του ΝΑΤΟ - ότι το ΝΑΤΟ δεν είναι το «συνδικάτο του εγκλήματος» αλλά το αποκούμπι της Ελλάδας και του κόσμου που «θα δημιουργήσει μια φωτεινότερη μέρα»…
πηγη: enikos.gr
ΕΦΤΑΣΕ Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ

Του ΑΝΤΩΝΗ ΝΤΑΒΑΝΕΛΟΥ*
Υπήρξαμε πολλοί που δεν συμμεριζόμασταν την «ευκολία» της προεκλογικής αφήγησης, που διευκόλυνε μεν τον δρόμο προς την κάλπη, αλλά μας έθετε μπροστά σε ένα κρίσιμο ερώτημα: είναι δυνατόν να αναπτυχθεί ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα αντιλιτότητας μέσα στο πλαίσιο ανοχής της ευρωζώνης και διά της διαπραγματευτικής μεθόδου με τους «θεσμούς» της;
Σήμερα γνωρίζουμε την απάντηση: Όχι. Η ΕΕ και το ΔΝΤ επιχειρούν να συντρίψουν τον ΣΥΡΙΖΑ χτίζοντας το δίλημμα: απόλυτη ενσωμάτωση ή άμεση ανατροπή; Το κάνουν για λόγους οικονομικούς, επειδή η αντιλιτότητα είναι ασύμβατη με τη σημερινή κυρίαρχη πολιτική. Το κάνουν επίσης για λόγους πολιτικούς, γιατί η Ευρώπη όφειλε να θωρακιστεί απέναντι στον κίνδυνο της «μετάδοσης» του μικροβίου ΣΥΡΙΖΑ-Podemos.
Η συμφωνία της 20ής Φλεβάρη ήταν ένα σημαντικό λάθος, που προέκυψε από τον εγκλωβισμό στην προεκλογική «αφήγηση». Δώσαμε τη δέσμευση της αποπληρωμής του χρέους «στο ακέραιο και εγκαίρως», παραιτηθήκαμε από «μονομερείς ενέργειες» με βάση το πρόγραμμά μας, που θα οικοδομούσαν μια στέρεα εργατική-λαϊκή συμμαχία γύρω από την κυβέρνηση της Αριστεράς. Δεν πήραμε τίποτα. Η «δημιουργική ασάφεια» λειτούργησε και λειτουργεί υπέρ των ισχυρών.
Μετά τις 20 Φλεβάρη, επιχειρήσαμε να αμυνθούμε με τις «κόκκινες γραμμές». Ήταν κατώτερες των δεσμεύσεών μας στη ΔΕΘ, που ήταν κατώτερες του συνεδριακού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ.
Σήμερα οι «κόκκινες γραμμές» ξεθωριάζουν: Στις ιδιωτικοποιήσεις –απέναντι στην εμβληματική σημαία του νεοφιλελευθερισμού– μιλάμε πλέον για τα έσοδα, για το πώς και πόσες δημόσιες επιχειρήσεις θα εκποιηθούν και όχι για το αν θα εκποιηθούν. Στο ζήτημα των φόρων θεωρούμε πλέον τον ΕΝΦΙΑ και τον ΦΠΑ ως «πεδία παραχωρήσεων» προς τους δανειστές και όχι ως ζητήματα βελτίωσης της ζωής των λαϊκών τάξεων, όπως προεκλογικά δεσμευτήκαμε. Στο Ασφαλιστικό εγγυόμαστε τις κατακτήσεις των «σήμερα συνταξιούχων» αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αντιμεταρρύθμισης στις ασφαλιστικές προσδοκίες των μελλοντικών γενιών εργαζομένων. Στα εργασιακά, μετακινούμαστε από τη δέσμευση για αποκατάσταση της ισχύος των ΣΣΕ προς ένα νεφέλωμα των «βέλτιστων ευρωπαϊκών πρακτικών», όπως τις κατανοεί το ILO, με τον κίνδυνο να ανακαλύψουμε ότι συζητάμε για θεσμοθέτηση ενός νεοφιλελεύθερου κορπορατισμού (που ενσωματώνει ως κριτήρια στις ΣΣΕ τη δημοσιονομική σταθερότητα και την ανταγωνιστικότητα στην οικονομία...).
Είναι φανερό, για όποιον εξακολουθεί να θέλει να βλέπει, ότι έχουμε εγκλωβιστεί σε ένα καθοδικό σπιράλ: σε μια διαπραγμάτευση όπου σε κάθε φάση της υποχρεωνόμαστε να υπερασπίζουμε τον κόσμο μας, σε όλο και κατώτερο επίπεδο.
Είναι επίσης σαφές πού οδηγεί αυτή η κατηφόρα. Στο να μας υποχρεώσουν να υπογράψουμε εμείς το Μνημόνιο 3, τη συμφωνία που οι δανειστές ετοίμαζαν για συνυπογραφή με τους Σαμαρά και Βενιζέλο. Άλλωστε έχει ήδη διαφανεί και η χρονική στιγμή που θα επιχειρηθεί αυτή η ποιοτική κλιμάκωση της αντεπίθεσης των δανειστών: όταν η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να ζητήσει δανεισμό για να πληρώσει όχι πλέον τις δόσεις του χρέους, αλλά τους μισθούς και τις συντάξεις, τότε –εκτιμούν ότι– δεν θα έχει την πολιτική δύναμη για να διατυπώσει την παραμικρή αντίρρηση.
Η απόφαση να πληρώνονται μέχρι σήμερα τακτικά οι δόσεις –απόφαση που απορρέει από τη συμφωνία της 20ής Φλεβάρη– παρόλο που οι δανειστές δεν έδωσαν ούτε ένα ευρώ από τα υπεσχημένα και οφειλόμενα από τις παλαιότερες συμφωνίες, έχει εξαντλήσει επικίνδυνα τα αποθέματα του Δημοσίου, φέροντας πλέον την κρίσιμη στιγμή πολύ κοντά μας.
Οι πολιτικές συνέπειες μιας τέτοιας στρατηγικής υποχώρησης –γιατί δεν θα είναι πλέον εφικτό να μιλά κανείς για «συμβιβασμό»– θα είναι άμεσες. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι δυνατόν να μετατραπεί σε κόμμα λιτότητας. Οι δανειστές δεν θα δεχθούν, μεσοπρόθεσμα, να παραμείνει ως εγγυητής της συμφωνίας η σημερινή κυβέρνηση. Θα απαιτήσουν να καταβληθεί και το πολιτικό κόστος της περιπέτειας μετά τις 25 Γενάρη, εκβιάζοντας για «διεύρυνση» της κυβέρνησης Τσίπρα και, σταδιακά, για μετεξέλιξή της σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας ή αλλιώς για ανατροπή της. Η πολιτική ενεργοποίηση του Γ. Στουρνάρα –με το όνειρο μιας αλά Παπαδήμος κυβέρνησης «ευρωπαϊκού τόξου»– πρέπει να αντιμετωπιστεί ως προειδοποίηση.
Από αυτόν τον φαύλο κύκλο υπάρχει διέξοδος, που όμως γίνεται όλο και πιο δύσκολη με κάθε εβδομάδα που περνάει σε απραξία, με κάθε δόση που πληρώνεται στους δανειστές: Στάση πληρωμών προς τους τοκογλύφους - μέτρα περιορισμού της «ελευθερίας» δραπέτευσης των κεφαλαίων - υλοποίηση των συνεδριακών αποφάσεων του ΣΥΡΙΖΑ για τις τράπεζες - φορολόγηση του κεφαλαίου και των πλουσίων για χρηματοδότηση μέτρων αντιλιτότητας - υποστήριξη αυτής της πολιτικής με κάθε αναγκαίο μέσον, συμπεριλαμβανομένης της σύγκρουσης με την ΕΕ και το ευρώ.
Μια τέτοια «τομή», που θα ήταν φυσιολογική μετά τις 25 Γενάρη, σήμερα θα πρέπει να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της αναβάπτισης στη λαϊκή εντολή. Σε εκλογές, υπό την προϋπόθεση της καθαρής παρουσίασης αυτών των επιλογών από την κυβέρνηση και της υποστήριξής τους από το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ.
Σε κάθε περίπτωση, οι κρίσιμες αποφάσεις που έρχονται δεν είναι δυνατόν να ληφθούν από ένα κλειστό επιτελείο ανθρώπων, ακόμα και των καλύτερων προθέσεων. Το κόμμα, από την ΚΕ ως τις ΟΜ, πρέπει να κληθεί να αποφασίσει. Το κόμμα πρέπει να αντισταθεί στον κόντρα άνεμο που σηκώνεται όλο και πιο απειλητικά.
* Πηγή: www.rproject.gr
ΜΕΤΑΞΥ «ΜΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ» ΚΑΙ «ΜΗ ΡΗΞΗΣ»

ΟΙ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ ΕΞΩΘΟΥΝ ΣΕ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΡΡΗΤΗΣ ΛΙΤΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΤΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ
Του ΓΙΑΝΝΗ ΚΙΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟΥ*
Ο απολογισμός Ιανουαρίου- Απριλίου στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, που περιλαμβάνει και τρεις γεμάτους μήνες διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, περιείχε μερικά αποκαλυπτικά ευρήματα: το καθαρό έλλειμμα περιορίστηκε σε μόλις 508 εκατ., έναντι στόχου 2,9 δισ. Το πρωτογενές πλεόνασμα εκτινάχτηκε στα 2,16 δισ., όταν ο στόχος ήταν μόλις 287 εκατ. Πώς συντελέστηκε το θαύμα αυτό, παρότι όλες οι οφειλές προς το ΔΝΤ καταβλήθηκαν στο ακέραιο; Με την πεπατημένη της συγκράτησης των δαπανών κατά 2 δισ. Η βρετανική Telegraph σχολίασε σχετικά: Οι χρηματοδότες της Ελλάδας απαιτούν από τον ΣΥΡΙΖΑ να συγκρατήσει τις δαπάνες και να αυξήσει την είσπραξη φόρων. Από τα αποτελέσματα φαίνεται ότι κατάφεραν να πετύχουν ακριβώς αυτό.
Και το πέτυχαν, θα συμπληρώναμε εμείς, χωρίς καν να υπάρξει συμφωνία. Δια της χρηματοδοτικής ασφυξίας που έχουν επιβάλει, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αναγκάζεται να εφαρμόζει μια εκδοχή άρρητης λιτότητας, την οποία με κάθε τρόπο προσπαθεί να αποφύγει. Διότι, προφανώς, τα πρόσθετα έσοδα που εισπράχθηκαν και λόγω των ρυθμίσεων όπως και τις κρατικές δαπάνες που δεν καταβλήθηκαν κάποια εισοδήματα τα στερήθηκαν. Και όχι απαραίτητα τα πιο υψηλά.
ΝΙΚΗ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ ΣΤΑ ΣΗΜΕΙΑ
Η αντίφαση ανάμεσα στη «συμφωνημένη λιτότητα» που αρνείται να αποδεχθεί η κυβέρνηση και την άτυπη λιτότητα που στο μεταξύ υποχρεώνεται να εφαρμόζει είναι μια νίκη της τακτικής των δανειστών στα σημεία. Η κυβέρνηση υποβάλλει εαυτήν σε μια άσκηση αντοχής, με την οποία αγοράζει μεν λιγοστό χρόνο στο άμεσο μέλλον, αλλά αυξάνει την πίεση που θα της ασκηθεί στο ελάχιστα απώτερο: στις 5, 16 και 18 Ιουνίου θα πρέπει να καταβάλει τμηματικά στο ΔΝΤ 1,23 δισ. ευρώ. Καθώς οι δυνατότητες άντλησης ρευστότητας από τα διαθέσιμα των φορέων του Δημοσίου εξαντλούνται, ο τρέχων γύρος διαπραγμάτευσης με τους εκπροσώπους των δανειστών μπορεί να χαρακτηριστεί και τελικός. Η προσδοκία αύξησης της ροής εσόδων από την υποβολή των δηλώσεων που μόλις άρχισε δεν αναμένεται να επιβεβαιωθεί πριν από τον Αύγουστο.
Αυτοί, πιθανότατα, είναι και οι λόγοι που η κυβέρνηση επιδιώκει διακαώς «τεχνική συμφωνία» μέχρι την ερχόμενη Τρίτη και μια πολιτική επικύρωση μέσω έκτακτου Eurogroup, που αναγκαστικά περνά μέσα από τη ευρωπαϊκή Σύνοδο Κορυφής στη Ρίγα της Λεττονίας (20-21/5). Την Τετάρτη, πρώτη μέρα της συνόδου, θα επαναληφθεί η βάσανος του ΔΣ της ΕΚΤ για νέα επέκταση του ELA, αλλά και η διελκυστίνδα ανάμεσα στους «σκληρούς» και τους «πολύ σκληρούς» κεντρικούς τραπεζίτες για το αν θα αυξηθεί το κούρεμα των ομολόγων που δέχεται η ΕΚΤ ως ενέχυρο, σε ποσοστό μέχρι και 80%. Ο επικεφαλής της Bundesbank φρόντισε προ ημερών να καταστήσει σαφές ότι η είναι η γερμανική κεντρική τράπεζα που πρωτοστατεί στο κλείσιμο και της τελευταίας στρόφιγγας ρευστότητας από την ΕΚΤ. «Δεν πρέπει να γίνεται κατάχρηση της ΕΚΤ ως διασώστη της Ελλάδας, η απόφαση για το μέλλον της στην ΟΝΕ βρίσκεται στην πολιτική», είπε ο Γενς Βάιντμαν, προϊδεάζοντας για κλιμάκωση της πίεσης, ώστε να σταματήσουν και οι φειδωλές «διευκολύνσεις».
Επιβεβαιώνοντας πλήρως το παιχνίδι της συμφωνημένης τακτικής, ο Πολ Τόμσεν του ΔΝΤ, στην ενημέρωση του ΔΣ του Ταμείου, εξέφρασε πλήρη αδυναμία να εκφράσει εκτίμηση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, επικαλούμενος τον αποκλεισμό των εμπειρογνωμόνων του από στοιχεία για τη ρευστότητα και τη δημοσιονομική κατάσταση. Λες και τα στοιχεία θα δείξουν κάτι άλλο εκτός από ένα χρέος που είναι αδύνατο να πληρωθεί. Είναι το πιο αστείο πρόσχημα που έχει ακουστεί για τη συμφωνημένη αποχή του ΔΝΤ από την άσκηση των «δικαιωμάτων» του: Έχουν περάσει 2,5 χρόνια από τότε που το Eurogroup είχε υποσχεθεί πρόσθετα μέτρα διασφάλισης της βιωσιμότητας του χρέους για να μείνει το ΔΝΤ στην ελληνική «διάσωση». Κανονικά, θα έπρεπε να έχει ήδη αποχωρήσει. Αλλά διασώζεται τυπικά, αφού εδώ και ενάμιση χρόνο δεν έχει δώσει ευρώ, ενώ εισπράττει κανονικά και με τους τόκους ότι του οφείλεται.
Η ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΘΕΝΩΣΗΣ
Παρ’ ότι έχουν προηγηθεί τρεις μήνες παλινδρομήσεων και εναλλαγών κλίματος- από το ζεστό στο κρύο, από την «πρόοδο» στο χάσμα, και τούμπαλιν-, η τακτική των δανειστών φαίνεται να αποκρυσταλλώνεται χωρίς αποκλίσεις στον αρχικό της στόχο: στην εξουθένωση και την υποχώρηση της κυβέρνησης. Η Μέρκελ μπορεί να επιφυλάσσει πάντα για τον εαυτό της τον ρόλο του από μηχανής θεού, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι στη Ρίγα θα επαναληφθεί το σκηνικό των δύο προηγούμενων συνόδων. Υποτίθεται ότι η τελευταία απόφαση του Eurogroup, η αναγνώριση της «προόδου» και των «διαφωνιών», ικανοποίησε μια απαίτηση της ελληνικής κυβέρνησης. Αλλά, ταυτόχρονα, μετέφερε το παιχνίδι στο δικό της τέρμα: είναι δική της δουλειά να διανύσει την απόσταση που τη χωρίζει από τους δανειστές. Δηλαδή, να υποχωρήσει από τις περίφημες «κόκκινες γραμμές», που τείνουν να γίνουν ένας γραφικός ευφημισμός.
Σε τελική ανάλυση, οι δανειστές έχουν επιτύχει και μια δεύτερη νίκη στα σημεία, εκτός από την ανομολόγητη λιτότητα: να μεταφέρουν τη διαπραγμάτευση στο εσωτερικό της κυβέρνησης, του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ, της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και τελικά της ελληνικής κοινωνίας. Αν μάλιστα πάρουμε τοις μετρητοίς και την τελευταία απόφαση της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη στο εσωτερικό όλων των ευρωπαϊκών λαών, που καλούνται «να μπουν στη μάχη ως συμπρωταγωνιστές».
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ «ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΑΣΑΦΕΙΑΣ»
Αλλά, ποια ακριβώς είναι η μάχη; Η κυβέρνηση επιδίδεται σε μια λεπτή ακροβασία. Προβάλλει ως ζήτημα δημοκρατίας τον σεβασμό των προεκλογικών της δεσμεύσεων για το τέλος της λιτότητας από τους δανειστές. Ταυτόχρονα, πάλι με γνώμονα τη δημοκρατία, τα κορυφαία στελέχη της που εμπλέκονται στη διαπραγμάτευση τονίζουν με κάθε ευκαιρία ότι δεν έχουν λαϊκή εντολή για ρήξη με τους δανειστές. Κι αν αυτοί δεν υποχωρήσουν τελικά; Αν δεν υπάρξει συμφωνία ούτε στις 19 του μηνός, ούτε μέχρι το τέλος του, ούτε τον Ιούνιο; Τι θα σήμαινε το να φτάσουμε στην 1η Ιουλίου χωρίς συμφωνία; Πώς ορίζεται μια κατάσταση «μη συμφωνίας», αλλά και «μη ρήξης», πάντα συνοδευόμενη με «μη χρηματοδότηση»; Μήπως σ’ αυτή την κατάσταση αποσκοπεί η τακτική των δανειστών που εξακολουθούν να διαρρέουν νέες παραλλαγές των σεναρίων χρεοκοπίας εντός ευρώ και διπλού νομίσματος;
Τα ερωτήματα δεν είναι πια ρητορικά. Η κλεψύδρα του χρόνου και του χρήματος αδειάζει και η κυβέρνηση δεν έχει την πολυτέλεια της δημιουργικής ασάφειας της 20ης Φεβρουαρίου. Αν μέχρι το τέλος του μήνα δεν καταγραφεί αλλαγή στη στάση των δανειστών, οφείλει να περιγράψει με σαφήνεια στον λαό την εναλλακτική λύση απέναντι στο ναυάγιο της διαπραγμάτευσης.
*Πηγή: "Δρόμος της Αριστεράς"
ΕΝΤΟΣ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΕΕ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ, ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΥ, ΛΕΚΤΟΡΑ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΡΙΝ(17/5) ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΕΛΑΦΡΟ
ΕΡ: Η κυβέρνηση λέει ότι διαπραγματεύεται σκληρά. Ποια είναι η πραγματικότητα;
ΑΠ: Από τις 20 Φλεβάρη επισήμως, αλλά και πριν από αυτή την ημερομηνία ανεπισήμως, η κυβέρνηση αποδέχτηκε τη λογική των προγραμμάτων λιτότητας, με άλλα λόγια τη λογική του Μνημονίου. Στο συγκεκριμένο Γιούρογκρουπ η κυβέρνηση ενέδωσε σε επίπεδο γραπτής συμφωνίας στη γνώριμη οικονομική πολιτική που συσχετίζει τον περιορισμό του δημόσιου χρέους με το σχηματισμό πρωτογενών πλεονασμάτων. Σύμφωνα με τους οπαδούς αυτής της άποψης, ο υψηλός λόγος χρέους/ΑΕΠ προκαλεί αδικαιολόγητα υψηλές τιμές που υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Με αυτή τη λογική η πολιτική της «εσωτερικής υποτίμησης» επιδιώκει, μέσα από το κουτσούρεμα των μισθών, τη μείωση των τιμών και την αποκατάσταση της «ανταγωνιστικότητας». Ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση είχε καταγγείλει αυτή την πολιτική για να την αποδεχτεί ως κυβέρνηση στην αποστροφή περί «κατάλληλων πλεονασμάτων» του κοινού ανακοινωθέντος της 20ης Φεβρουαρίου 2015. Άρα οι όποιες διαπραγματεύσεις ακολούθησαν την 20η Φεβρουαρίου αφορούν περισσότερο την επικοινωνιακή διαχείριση του επικείμενου Μνημονίου. Στόχος της κυβέρνησης είναι να παρουσιάσει την όποια συμφωνία επιτύχει ως επωφελέστερη του email Χαρδούβελη και τίποτε περισσότερο.
EΡ: Τι έχει «δώσει» ήδη η κυβέρνηση;
ΑΠ: Πριν ακόμη καθίσει στο τραπέζι του Γιούρογκρουπ η κυβέρνηση αποδέχτηκε το σύνολο του δημόσιου χρέους βγάζοντας τη λέξη «κούρεμα» από το λεξιλόγιό της. Στη συνέχεια εγκατέλειψε την προεκλογική θέση για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς μιλώντας για πλεονάσματα από 1,4% έως 3,9% του ΑΕΠ. Ακολούθησε η αποδοχή των ήδη δρομολογημένων ιδιωτικοποιήσεων και η εξέταση των υπόλοιπων «κατά περίπτωση». Η δέσμευση για κατάργηση των δυνατοτήτων πρόωρης συνταξιοδότησης ήταν η επόμενη διακήρυξη (επιστολή Βαρουφάκη, 23 Φλεβάρη 2015). Ακολούθησε η παραδοχή ότι η ρήτρα «μηδενικού ελλείμματος» για τις επικουρικές συντάξεις συνεπάγεται μείωση από 25% έως 85% και το αίτημα για αναβολή εφαρμογής για το 2016 (κείμενο Ομάδας Βρυξελλών, 27/03/2015). Στο ίδιο κείμενο η κυβέρνηση αποδέχεται και την αναγκαιότητα ενοποίησης των ταμείων. Τέλος, στην ομιλία Βαρουφάκη (Βρυξέλλες, 7/5/2015) αναφέρεται πρώτη φορά η «συμπίεση από πάνω προς τα κάτω των πιο ψηλών συντάξεων κατά 100 ή 150 ευρώ (συμβολική κίνηση που δείχνει ότι συζητάμε ακόμα και τις κόκκινες γραμμές μας)». Στο παζάρι βρίσκονται ο ΦΠΑ και τα εργασιακά. Για τα εργασιακά φέρεται να έχουν συμφωνήσει στην αναστολή επαναφοράς των συλλογικών διαπραγματεύσεων με αντίστοιχη απόσυρση του αιτήματος ομαδικών απολύσεων από την πλευρά των δανειστών.
ΕΡ: Οδηγούν όλα αυτά σε έναν έντιμο συμβιβασμό ή σε νέο Μνημόνιο;
AΠ: Όταν αποδέχεσαι τη λογική των Μνημονίων, είναι προφανές ότι θα πάρεις νέο Μνημόνιο. Η κυβέρνηση επέλεξε να υπονομεύσει την όποια διαπραγματευτική της θέση πληρώνοντας πάνω από 5,5 δισ. ευρώ στο ΔΝΤ και αρνούμενη ακόμα και στα λόγια να θέσει θέμα εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ. Είναι λοιπόν δεδομένο ότι η όποια συμφωνία προκύψει από τις συζητήσεις κυβέρνησης δανειστών θα οδηγεί σε παράταση της ύφεσης και των τραγικών συνεπειών της για τα λαϊκά στρώματα. Η ένταση της λιτότητας θα εξαρτηθεί από το στόχο του «πρωτογενούς πλεονάσματος». Αυτό φέρεται να έχει συμφωνηθεί στο 2% του ΑΕΠ, κάτι που συνεπάγεται περιστολή δαπανών της τάξης των 2 δισ. ευρώ και εισπρακτικά μέτρα της τάξης των 5 δισ. ευρώ. Επειδή η επικοινωνιακή «μάχη» της κυβέρνησης θα δοθεί στο επίπεδο της έντασης της λιτότητας, ενδέχεται να πάνε τις περικοπές στο ασφαλιστικό για μετά το καλοκαίρι, να αναβάλλουν τη λήψη κάποιων μέτρων κ.λπ. Η ουσία όμως της πολιτικής θα είναι ένα νέο Μνημόνιο.
ΕΡ: Τελικά υπάρχει δυνατότητα φιλολαϊκής πολιτικής εντός του ευρώ και της ΕΕ;
ΑΠ: Το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κρίσης από τη σκοπιά του κεφαλαίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη διατήρηση δεξαμενών φθηνής εργασίας σε διάφορες περιοχές του πλανήτη. Ο ευρωπαϊκό Νότος είναι σίγουρα μια τέτοια περιοχή. Από τη σκοπιά αυτή η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μηχανισμός επιβολής λιτότητας για τους πολλούς, όπως έγινε προφανές με την πολιτική των Μνημονίων. Το ερώτημα είναι εάν αυτό είναι το αποτέλεσμα αρνητικών πολιτικών συσχετισμών εντός της ΕΕ ή είναι σύμφυτο με τον ίδιο τον θεσμό. Είναι το δεύτερο. Η ΕΕ, το ευρώ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχουν συγκροτηθεί στη βάση του λεγόμενου «νέου κλασικού οικονομικού υποδείγματος» του Σικάγου. Αυτό σημαίνει ότι σε μια ελεύθερη καπιταλιστική αγορά το μόνο που χρειάζεται να κάνουν οι αρχές οικονομικής πολιτικής είναι να ορίζουν το κατάλληλο επιτόκιο που θα εξασφαλίσει τη σταθερότητα των τιμών. Η αγορά θα φροντίσει στη συνέχεια. Στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης τούτο σημαίνει μακροχρόνια λιτότητα για τους πολλούς, ιδιαίτερα σε χώρες με ανταγωνιστικό μειονέκτημα όπως η Ελλάδα.
EΡ: Οι συστημικές δυνάμεις αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζουν πως η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ θα είναι καταστροφή…
AΠ: Προς το παρόν η παραμονή στο ευρώ έχει αποδειχθεί καταστροφή. Μια καταστροφή που απ’ ό,τι φαίνεται θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια. Ακόμα και το λάιτ σοσιαλδημοκρατικό Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης μοιάζει πλέον μακρινό όνειρο στο πλαίσιο της ΕΕ και του ευρώ.
EΡ: Υπάρχει άλλος δρόμος υπέρ των εργαζομένων και κατά του κεφαλαίου; Ποιες είναι οι συντεταγμένες του;
ΑΠ: Μια μεταβατική πολιτική σε όφελος των εργαζομένων πρέπει να στοχεύει σε κρατικές επενδύσεις που θα ενισχύουν απευθείας τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Είναι προφανές ότι μια τέτοια πολιτική δεν είναι υλοποιήσιμη στο πλαίσιο του ευρώ και της ΕΕ. Η άμεση στάση πληρωμών, η αποχώρηση από το ευρώ και την ΕΕ, η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και βασικών τομέων της οικονομίας είναι απαραίτητες πολιτικές σταθεροποίησης της παραγωγής. Η όποια οικονομική μεγέθυνση όμως θα προέλθει από κρατικές επενδύσεις που θα στοχεύουν πρωτίστως στην υποκατάσταση εισαγωγών. Θα χρηματοδοτηθούν δε από τη νομισματική κυκλοφορία που με τη σειρά της βασίζεται στα αποθεματικά της Κεντρικής Τράπεζας. Με άλλα λόγια η σημερινή νομισματική κυκλοφορία σε ευρώ που ανέρχεται σε 35 δισ. περίπου θα είναι ο χρηματοδότης της μεγέθυνσης. Σε αυτό το πλαίσιο είναι απαραίτητη η συγκέντρωση και αξιοποίηση όλων των παραγωγικών δυνάμεων της οικονομίας, άρα η μονομερής άρνηση του δημόσιου χρέους αποτελεί επίσης προϋπόθεση αυτής της πολιτικής.
ΕΡ: Πώς συνδέεται η αντιΕΕ στάση με τον αντικαπιταλιστικό αγώνα;
ΑΠ: Η ΕΕ είναι ο βασικός φορέας επιβολής των αναγκαίων αναδιαρθρώσεων για την έξοδο του συστήματος από την κρίση. Δεδομένου ότι η κρίση καθαυτή πηγάζει από τη βασική αντίθεση του συστήματος, την αντίθεση «κεφάλαιο-εργασία», μπορούμε να πούμε ότι η αντιΕΕ στάση είναι τμήμα της γενικότερης αντικαπιταλιστικής πάλης. Πρέπει όμως να έχουμε ξεκάθαρο ότι ο αντικαπιταλιστικός χαρακτήρας της πάλης για αποδέσμευση πηγάζει από το χαρακτήρα της κρίσης. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν είναι σε κρίση γιατί είναι στην ΕΕ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρέπει να βγει από την ΕΕ, για να αντιμετωπίσει την κρίση από τη σκοπιά της εργατικής τάξης.
EΡ: Γιατί η Αριστερά δεν μπόρεσε να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά σε αυτό το κύμα μετά την έκρηξη της κρίσης το 2008;
AΠ: Η Αριστερά δεν ανάδειξε το χαρακτήρα της κρίσης ούτε πρότεινε πολιτικές που να αμφισβητούν την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού. Παρουσίασε την κρίση ως κρίση του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού, με αποτέλεσμα οι πολιτικές που πρότεινε να περιορίζονται στη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα ή των ροών ανάμεσα σε πλεονασματικές και ελλειμματικές οικονομίες. Αυτές οι πολιτικές πολύ λίγο είχαν να κάνουν με τα συμφέροντα και τις ανάγκες του λαού. Όταν το θέμα έφτανε στη χάραξη οικονομικής πολιτικής, οι αριστερές προτάσεις περιορίζονταν σε λάιτ σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές κεϊνσιανής έμπνευσης. Το στοίχημα της επόμενης περιόδου είναι η ικανότητα της Αριστεράς να αμφισβητήσει το κίνητρο του κέρδους σαν μοχλό οικονομικής μεγέθυνσης και αυτό να το κάνει στο πλαίσιο ενός άμεσου πολιτικού προγράμματος.
EΡ: Σήμερα βλέπουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μιλά στο όνομα της Αριστεράς και δεν σκίζει τα Μνημόνια αλλά το πρόγραμμά του. Μπροστά στον υπαρκτό κίνδυνο να ταυτιστεί η Αριστερά με αντιλαϊκή διαχείριση πώς τίθεται το ζήτημα της ανασυγκρότησής της;
AΠ: Η ανασυγκρότηση της Αριστεράς περνά μέσα από την ανάδειξη ενός πολιτικού προγράμματος, ενός πολιτικού στίγματος εάν προτιμάτε. Νομίζω ότι η ιστορία του κομμουνιστικού ρεύματος έχει αρκετά τέτοια παραδείγματα. Πριν από 150 χρόνια δύο νέοι τότε άνθρωποι, ο Μαρξ και Ένγκελς, στο πλαίσιο της μεγάλης κρίσης του 1850 ανέδειξαν το χαρακτήρα της κρίσης και τις αντιφάσεις που την πυροδοτούν. Κατόρθωσαν έτσι να δημιουργήσουν ένα πολιτικό ρεύμα που σημάδεψε την ιστορία. Το πολιτικό τους μανιφέστο, το κομμουνιστικό μανιφέστο, ακόμα και σήμερα είναι επίκαιρο. Τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα μια επαναστατική μειοψηφία και ας την έλεγαν πλειοψηφία, οι μπολσεβίκοι, κατόρθωσε να συγκλονίσει τον κόσμο δρώντας πάνω στα ερείπια της 2ης Διεθνούς. Το πέτυχε διότι κατόρθωσε να αναδείξει το χαρακτήρα του πολέμου και να τον εκφράσει σε άμεσο πολιτικό πρόγραμμα. Θεωρώ ότι είμαστε εξοπλισμένοι πολιτικά και ικανοί να αναδείξουμε ένα πολιτικό πρόγραμμα ρήξης με την ΕΕ και εξόδου από την κρίση σε όφελος του λαού. Φρονώ ότι ένα τέτοιο πολιτικό πρόγραμμα θα αποτελέσει τη βάση της ανασυγκρότησης της Αριστεράς στις πολιτικές εξελίξεις που αναπόδραστα θα ξετυλιχτούν το επόμενο διάστημα.
πηγη: iskra.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή