Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Νεοφιλελεύθερο μοντέλο στον ΟΛΠ – Αντώνη Νταλακογεωργος, πρόεδρος ΠΕΝΕΝ

Η Συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην ανεξάρτητη εφημερίδα της Αριστερά; "ΠΡΙΝ" στις 24/5/2015
«Πρόκειται για μια μεθοδευμένη προσπάθεια πολιτικής προσέγγισης του ίδιου νεοφιλελεύθερου μοντέλου που βιώσαμε και αντιπαλέψαμε όλα τα τελευταία χρόνια, η οποία θεωρεί ότι ο ΟΛΠ μπορεί να πουληθεί στη λογική απόκτησης κάποιων εσόδων προκειμένου να αποπληρώσουμε μέρος των χρεών μας προς τους τοκογλύφους δανειστές» δηλώνει στο Πριν ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Ναυτών Εμπορικού Ναυτικού.
Συνέντευξη στον Κυριάκο Νασόπουλο
- Τέσσερεις μήνες σχεδόν μετά την ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ποια είναι τα πρώτα δείγματα της ναυτιλιακής της πολιτικής;
– Η κυβερνητική ναυτιλιακή πολιτική των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν θίγει, δεν αμφισβητεί και δεν ακυρώνει κατά οποιοδήποτε τρόπο το σαθρό οικοδόμημα που χτίστηκε μεταπολεμικά και ενισχύθηκε από όλες τις κυβερνήσεις από τη μεταπολιτευτική περίοδο και δώθε και το οποίο συνίσταται στην εξασφάλιση επιχειρηματικής ασυδοσίας και φοροασυλίας για το εφοπλιστικό κεφάλαιο, δίχως προηγούμενο σε άλλη χώρα του κόσμου. Αν κρίνουμε τώρα και από τον τρόπο που οι αρμόδιοι υπουργοί Γ. Σταθάκης και Θ. Δρίτσας, έχουν ως τώρα διαχειριστεί την απλήρωτη ναυτική εργασία στην ακτοπλοΐα μπορούμε βάσιμα να συμπεράνουμε ότι, στην πραγματικότητα, η στάση, οι επιλογές και οι παρεμβάσεις τους νομιμοποιούν την αυθαιρεσία των ακτοπλοϊκών εφοπλιστικών εταιρειών διαιωνίζοντας το πρόβλημα.
- Πού εντοπίζετε τις βασικές διαφοροποιήσεις του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τις προεκλογικές του εξαγγελίες;
– Το πρώτο κορυφαίο ζήτημα είναι η μετάλλαξη των θέσεών του γενικά στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων και ειδικότερα του ΟΛΠ. Η δεύτερη διαφοροποίηση συνίσταται στο γεγονός ότι όλα τα στελέχη ακόμα και ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά έλεγαν επίμονα ότι θα μπει τέρμα στη φοροασυλία, τις φοροαπαλλαγές και τα προνόμια του εφοπλιστικού κεφαλαίου. Κατά την ανάγνωση των προγραμματικών θέσεων στη Βουλή δεν υπήρξε ούτε μία λέξη επί τούτου, κάτι που συνιστά οβιδιακή μεταμόρφωση των θέσεών του. Το τρίτο έχει να κάνει με το θεσμικό πλαίσιο που έχει θεσπιστεί όλα τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στην ποντοπόρο ναυτιλία, μέσα από το οποίο ενισχύθηκαν τα προνόμια των εφοπλιστών και για το οποίο στις προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης δεν υπήρχε πάλι ούτε λέξη. Και βέβαια υπάρχει και το μεγάλο πρόβλημα της ανεργίας των ναυτικών, το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ είχε αναδείξει την προεκλογική περίοδο αλλά και πιο πριν με συγκεκριμένες παρεμβάσεις και προτάσεις. Ως διά μαγείας αυτές εξαφανίστηκαν και δεν έχει πλέον να παρουσιάσει ούτε πρόγραμμα ούτε θέσεις. Το χειρότερο είναι ότι, όπως δείχνουν ως τώρα τα πράγματα, δεν υπάρχει και η πολιτική βούληση να παρθούν τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να ενισχυθούν οι θέσεις εργασίας. Τέλος και το θέμα της κατάργησης του καμποτάζ στα κρουαζιερόπλοια φαίνεται ότι το έχει εντελώς εγκαταλείψει.
- Πώς ακριβώς έχει η κατάσταση με την απλήρωτη εργασία στη ναυτιλία;
– Τα τελευταία τρία χρόνια το 65% των ακτοπλοϊκών εταιρειών καθυστερεί την εξόφληση των μισθών από 3 έως και 11 μήνες. Από τη δική μας την πλευρά προσπαθήσαμε εξαρχής να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα, παλεύοντας να μην περάσει αυτή η αυθαιρεσία των εφοπλιστών την οποία δυστυχώς ανέχθηκαν όλες οι κυβερνήσεις τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Έχουμε κάνει μια σειρά παρεμβάσεις, κινητοποιήσεις, σοβαρούς και συντονισμένους αγώνες. Δυστυχώς η λογική των προηγούμενων κυβερνήσεων ήταν ότι πρόκειται για ένα θέμα που πρέπει να το κυνηγήσουν οι ναυτικοί δικαστικά. Η νέα κυβέρνηση και ο αναπληρωτής υπουργός Θ. Δρίτσας, ενώ δηλώνει ότι αναγνωρίζει το πρόβλημα και θέλει να δώσει λύση, με τη μέχρι σήμερα πρακτική που έχει ακολουθήσει και την άρνησή του να υλοποιήσει μέτρα και προτάσεις που του έχουν συστηθεί, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση επιθυμεί μόνο να διαιωνίζεται αυτή η κατάσταση χωρίς να θιχτούν τα συμφέροντα του εφοπλιστικού κεφαλαίου.
- Σε ό,τι αφορά τώρα τον ΟΛΠ και την επιχειρούμενη ιδιωτικοποίησή του, τι θα σημάνει μια τέτοια εξέλιξη;
– Πρώτον, μιλώντας για τον ΟΛΠ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι μιλάμε για το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας. Επίσης, ο ΟΛΠ κατέχει δεσπόζουσα θέση σε Nοτιοανατολική Ευρώπη και Μεσόγειο και είναι πύλη εισόδου στρατηγικής σημασίας για τις μεταφορές από την Ασία και την Αφρική με κατεύθυνση την Ευρώπη. Επίσης, οι δραστηριότητες του ΟΛΠ είναι πολύπλευρές. Εκεί ανήκει το κομμάτι της υποδοχής της κρουαζιέρας, της ακτοπλοΐας, το εμπορικό τμήμα του λιμανιού και βεβαίως το μεγάλο κομμάτι της ναυπηγοεπισκευής από τη Δραπετσώνα έως και το Πέραμα. Σήμερα εμπλέκονται χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που έχουν επιχειρηματική δραστηριότητα με άξονα τμήματα του λιμανιού. Ήδη ο ΟΛΠ έχει υποστεί δυο μορφές ιδιωτικοποίησης τα τελευταία χρόνια. Η μια ήταν με την είσοδό του στο ελληνικό χρηματιστήριο και η άλλη με τη σύμβαση παραχώρησης σαράντα ετών που έχει γίνει με την προβλήτα II στην κινέζικη πολυεθνική εταιρεία COSCO. Τώρα η κυβέρνηση, από τον πρώτο μήνα έχει μπει στο παζάρι των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές για την ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ. Πρόκειται για μια μεθοδευμένη προσπάθεια πολιτικής προσέγγισης του ίδιου νεοφιλελεύθερου μοντέλου που βιώσαμε και αντιπαλέψαμε όλα τα τελευταία χρόνια που θεωρεί ότι ο ΟΛΠ μπορεί να πουληθεί στην λογική να έχουμε κάποια έσοδα προκειμένου να αποπληρώσουμε μέρος των χρεών μας προ τους τοκογλύφους δανειστές. Η κυβέρνηση δεν έχει καμία πολιτική και κοινωνική νομιμοποίηση να προχωρήσει στο ξεπούλημα του ΟΛΠ και των υπολοίπων λιμανιών, των αεροδρομίων, της ΤΡΑΙΝΟΣΕ…
- Μήπως η συνέχιση των διαδικασιών της ιδιωτικοποίησης του ΟΛΠ είναι χαρακτηριστικό δείγμα της λογικής που επικρατεί στον ΣΥΡΙΖΑ για διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης και όχι ανατροπή της;
– Αν κρίνουμε με βάση το προεκλογικό του πρόγραμμα, όπως αυτό επίσημα ανακοινώθηκε στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης το 2014, αλλά και από τις προγραμματικές του θέσεις, οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να έχουν αυταπάτες ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει με οποιοδήποτε τρόπο σε αμφισβήτηση το αστικό καθεστώς, το καπιταλιστικό σύστημα, την ασυδοσία και τα προνόμια του μεγάλου κεφαλαίου. Θα μπορούσα να πω ότι δεν ακουμπάει καθόλου το μεγάλο κεφάλαιο, τον μεγάλο πλούτο. Από αυτή τη σκοπιά, αν το συνδυάσουμε με το γεγονός ότι αδιαμφισβήτητα δεν θίγει και τους μέχρι τώρα διεθνείς προσανατολισμούς της χώρας μας, είτε αφορούν το ΝΑΤΟ είτε τη ΕΕ, γίνεται αντιληπτό πως πρόκειται για κλασική περίπτωση διαχείρισης του συστήματος, το οποίο προφανώς -για να μην είμαστε και ισοπεδωτικοί= θα ήθελε σε ορισμένους τομείς να έχει και μια πολιτική αντιμετώπισης μέρους των προβλημάτων των εργαζομένων, των συνταξιούχων και των λαϊκών στρωμάτων. Φαίνεται όμως ότι και στα μέτρα ανακούφισης των εργαζομένων που υποσχέθηκε προεκλογικά, τα οποία κατά τη γνώμη μου, επαναλαμβάνω, δεν συνιστούσαν αριστερή, ριζοσπαστική και κυρίως ανατρεπτική πολιτική, έχει διολισθήσει. Από κει και πέρα, πρέπει ο καθένας να βγάλει τα δικά του πολιτικά συμπεράσματα για το εάν εγχειρήματα τέτοιου είδους μπορούν να έχουν παρόν και μέλλον όσον αφορά τα συμφέροντα των εργαζομένων.
Απαιτείται αγώνας για δημόσιο ΟΛΠ
Τα συνδικάτα πρέπει να παίξουν ουσιαστικό συντονιστικό ρόλο για την ενημέρωση και την κινητοποίηση των εργαζομένων
- Σε τι διαφοροποιείται η εργατική πρόταση για τον ΟΛΠ με αυτήν που εκφράζει μερίδα του εφοπλιστικού κεφαλαίου η οποία εμφανίζεται δήθεν υπέρ του δημόσιου χαρακτήρα του Οργανισμού και προωθεί τη λύση των συμβάσεων παραχώρησης;
– Καταρχάς επίσημα η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών έχει ταχθεί υπέρ της πώλησης, ενώ και το Ναυτικό Επιμελητήριο Ελλάδας, που είναι κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο της Ένωσης και των άλλων εφοπλιστικών οργανώσεων, έχει με τη σειρά του συμφωνήσει, με κάποιες βέβαια προϋποθέσεις. Συνολικά η πολιτική στρατηγική και κατεύθυνσή των ελλήνων εφοπλιστών είναι η πώληση του λιμανιού. Σε ό,τι αφορά αυτό που επισημαίνετε, εδώ μπαίνουμε σε μια δεύτερη αντίληψη της οποίας πρωτεργάτες ήταν πριν από τρία χρόνια το ΠΑΣΟΚ και ο σημερινός διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος του ΟΛΠ Γιώργος Ανωμερίτης. Ισχυρίζονται ότι το Δημόσιο μπορεί να διατηρήσει τον έλεγχο στο λιμάνι του Πειραιά και σε επιμέρους τομείς και δραστηριότητές του, μέσω μιας μακροχρόνιας σύμβασης παραχώρησής του σε επιχειρηματικούς ομίλους. Με αυτή τη λογική εμείς είμαστε αντίθετοι. Είμαστε απέναντι και την έχουμε αντιπαλέψει με επιχειρήματα και αγώνες. Πιστεύουμε ότι η εναλλακτική πρόταση που εκφράζουν κυρίαρχα Μαρινάκης, Μώραλης, Ανωμερίτης, ΠΑΣΟΚ και υπόλοιποι, συνιστά απώλεια του δημόσιου ελέγχου του λιμανιού, συνιστά ξεπούλημα. Ουσιαστικά αποκόπτει την κοινωνία από το λιμάνι και τις δραστηριότητές του, το απομονώνει προς όφελος συγκεκριμένων επιχειρηματικών ομίλων, ο καθένας με τα δικά του επιχειρηματικά συμφέροντα: είτε να πάρει το τμήμα της κρουαζιέρας είτε της ναυπηγοεπισκευής είτε το εμπορικό κομμάτι. Από αυτήν τη σκοπιά, εμείς είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι τόσο στην πώληση των μετοχών του ΟΛΠ, που προωθούσαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις και προωθεί και η σημερινή, αλλά και στην εμπλοκή επιχειρηματικών ομίλων με τη μορφή των συμβάσεων παραχώρησης υπέρ της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
- Πώς πρέπει λοιπόν να οργανωθεί ο λαός και οι εργαζόμενοι απέναντι στην ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ; Ποια βήματα πρέπει να γίνουν;
– Αυτό είναι το ζητούμενο! Το εργατικό κίνημα, τα κοινωνικά κινήματα, οι συλλογικότητες ακόμα και τα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικές κινήσεις έχουν αντιδράσει σε αυτό το μεθοδευμένο σχέδιο της κυβέρνησης με πυρήνα αντίδρασης τους ίδιους τους εργαζόμενους στα λιμάνια της χώρας μας και ειδικότερα στον Πειραιά. Η κυβέρνηση έχει απέναντί της σύσσωμο το εργατικό κίνημα, όλους τους εργαζόμενους της Α΄ και Β΄ Πειραιά, όλους τους κοινωνικούς, επαγγελματικούς και επιστημονικούς φορείς της πόλης. Πρέπει να πούμε ότι τα τελευταία 2-3 χρόνια έχουν γίνει ήδη προσπάθειες, έχουν αναληφθεί πρωτοβουλίες, έχουν αναπτυχθεί αγώνες γύρω από τη διασφάλιση του δημοσίου χαρακτήρα του ΟΛΠ. Ωστόσο οι αγώνες αυτοί είναι ακόμα μακριά από το να πετύχουν την απαραίτητη και αναγκαία συμμετοχή των εργαζομένων, του λαού και των κοινωνικών κινημάτων. Χρειάζεται να κάνουμε πολλά ακόμα. Στην κατεύθυνση αυτή εμείς πιστεύουμε ότι πρέπει να μπει μπροστά το εργατικό κίνημα. Τα συνδικάτα πρέπει να παίξουν ουσιαστικό συντονιστικό ρόλο στην ενημέρωση, την πληροφόρηση και την κινητοποίηση των εργαζομένων. Να συγκροτήσουν μέτωπο με επικεφαλής τους εργαζόμενους, που θα στηριχθεί από την κοινωνία, τους εργαζόμενους και το λαό, που θα πλαισιωθεί από όλα τα κοινωνικά κινήματα σε μια από κοινού κατεύθυνση συμπόρευσης, ενότητας, συσπείρωσης και κοινής επιδίωξης. Να εμποδίσουμε με τους αγώνες μας την όποια απόπειρα της κυβέρνησης να προχωρήσει σε ντε φάκτο ξεπούλημα του ΟΛΠ.
Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ ΠΑΡΗΛΘΕ. ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ.

Του antapoΚΡΙΤΗ*
Οι εσωκομματικές δημόσιες κριτικές των στελεχών της αριστερής μειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ πληθαίνουν. Η iskra και το rproject ρίχνουν τροχιοδεικτικές βολές και στελέχη θυμίζουν σε όλους τους τόνους τις κόκκινες γραμμές του κόμματος. Άρθρα επί άρθρων προτρέπουν σε σύγκρουση με τους δανειστές. Ωστόσο υπάρχει ένα ερώτημα που σύσσωμη η εσωκομματική αντιπολίτευση αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι: Θα καταψηφίσουν το επερχόμενο μνημόνιο; Ναι ή όχι;
Οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις της αριστερής μειοψηφίας κάνουν λόγο για το τι «πρέπει να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ» σαν να αφορά κάποια μελλοντική ανοικτή επιλογή. Η πραγματικότητα όμως είναι σκληρή, ο κόμπος έχει ήδη φτάσει στο χτένι και ο καθένας πρέπει πλέον αναγκαστικά να κάνει τις επιλογές του. Η Αριστερή Πλατφόρμα κινήθηκε εδώ και χρόνια με την αφήγηση ότι ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ δε θα επιτρέψει να εφαρμοστούν πολιτικές λιτότητας από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Ότι την κρίσιμη στιγμή θα δοθεί η μεγάλη μάχη και είτε θα κερδηθεί όλος ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε θα οδηγήσει στην ηρωική, μαζική και ελπιδοφόρα έξοδο με παράλληλη εξέγερση της κομματικής βάσης. Σήμερα είναι προφανές ότι δε θα συμβεί ούτε το πρώτο, ούτε το δεύτερο.
Τα κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης και της κομματικής πλειοψηφίας δίνουν χαρακτήρα ψήφου εμπιστοσύνης στην ψηφοφορία για την επερχόμενη συμφωνία για τους δανειστές. Εκβιάζουν τη θετική ψήφο της Αριστερής Πλατφόρμας και φαίνεται ότι εκβιάζουν επιτυχώς. Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη συμφωνία θα είναι τελείως αντίθετη με το συνεδριακό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, άσχετη με το προεκλογικό πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, ανταγωνιστική με τις μετεκλογικές προγραμματικές δηλώσεις και ακόμη χειρότερη από τις έκτοτε διαρκείς παραχωρήσεις στους δανειστές, δεν φαίνεται να συνηγορεί υπέρ μιας επιλογής ρήξης.
Ακόμη και οι πιο προχωρημένες φωνές εσωκομματικής κριτικής (προερχόμενες από το Κόκκινο Δίκτυο) δεν κάνουν λόγο για καταψήφιση και ευθεία διαφοροποίηση από το τρίτο μνημόνιο, παρά μόνο για κάθοδο στο κόμμα και στις οργανώσεις του, άντε και ανοικτό «ενδεχόμενο αναβάπτισης στη λαϊκή εντολή». Το πάλαι ποτέ Αριστερό Ρεύμα δεν διανοείται καν το ενδεχόμενο καταψήφισης. Οι προειδοποιητικές βολές για τον Λαφαζάνη που «δεν πρόκειται να ψηφίσει τη συμφωνία αν
αυτή έρχεται σε αντίθεση με το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ» αποτελούν περισσότερο μπλόφα πίεσης παρά πραγματικές προθέσεις.
Σήμερα δε βρισκόμαστε απλά στην περίοδο που ο ΣΥΡΙΖΑ εξαντλεί το κεφάλαιό του, τερματίζοντας την ονείρωξη της κατάργησης του μνημονίου εντός του ευρώ. Βρισκόμαστε στη φάση όπου και η εσωκομματική αριστερή αντιπολίτευση είναι στο σημείο μηδέν, ή καλύτερα στο τελικό αδιέξοδο μιας συνολικά αδιέξοδης πορείας. Μιας τακτικής χωρίς αρχή, μέση και τέλος, μιας συνύπαρξης με στρατηγικά διαφορετικές πλειοψηφικές αντιλήψεις για την πορεία της χώρας. Από αυτή τη συνύπαρξη στο κόμμα – μέτωπο ΣΥΡΙΖΑ η αριστερή τάση βγαίνει χαμένη. Έχασε χρόνο, σπατάλησε δυνάμεις, σπατάλησε ευκαιρίες, τροφοδότησε και τροφοδοτήθηκε από την παραλυσία της εκτός ΣΥΡΙΖΑ Αριστεράς. Αποτέλεσε τελικά μια κομψή δικαιολογία ενός κύματος κριτικής στήριξης στον ΣΥΡΙΖΑ.
Αν επιλεγεί (όπως όλα δείχνουν) η παραμονή στο ΣΥΡΙΖΑ και η υπερψήφιση του αριστερού μνημονίου, πλήττεται βαθιά η αξιοπιστία και δέχεται μη αναστρέψιμο πλήγμα το προφίλ της αριστερής διαφοροποίησης που οικοδομήθηκε από τη μειοψηφία τα τελευταία χρόνια. Η επιλογή της ρήξης θα ήταν συζητήσιμη αν δεν ήταν σίγουρο ότι θα προκαλέσει τεράστιες απώλειες. Στελέχη και βουλευτές της εσωκομματικής αντιπολίτευσης δεν φαίνονται διατεθειμένοι να ταξιδέψουν στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα παίρνοντας μάλιστα πάνω τους και το άγος της διάσπασης της «πρώτης φορά αριστερά» κυβέρνησης. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, για μια στρατηγική και μια πορεία που από την αρχή φαινόταν ότι δεν έβγαινε.
Όσο αναποτελεσματική και παθητική μοιάζει η εκτός ΣΥΡΙΖΑ Αριστερά, τόσο στριμωγμένη και αδιέξοδη μοιάζει η εντός ΣΥΡΙΖΑ Αριστερά. Επιλογές που να σώζουν την αριστερή φυσιογνωμία της Αριστερής Πλατφόρμας, διατηρώντας παράλληλα την ενότητα του κόμματος, δεν φαίνεται να υπάρχουν. Σε αυτό το τοπίο, άλλες διαφοροποιήσεις, όσο κι αν παρουσιάζονται ως φοβερές μετατοπίσεις (των 53 ή της πρώην ΑΝΑΣΑ) δεν θα μπορούν να δώσουν λύση, καθώς δεν ανατρέπουν τη σημερινή πλειοψηφία. Παρά τις χρήσιμες διανοητικές ασκήσεις για τη ρήξη, το ερώτημα είναι συγκεκριμένο: Ναι ή όχι στη νέα συμφωνία; Ναι ή όχι στο αριστερό μνημόνιο; Το ρολόι μετράει ανάποδα, όχι πια για τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά για την αριστερή του τάση.
*Πηγή: antapocrisis.gr
ΕΝΤΟΣ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΕΕ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ, ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΥ, ΛΕΚΤΟΡΑ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΡΙΝ(17/5) ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΕΛΑΦΡΟ
ΕΡ: Η κυβέρνηση λέει ότι διαπραγματεύεται σκληρά. Ποια είναι η πραγματικότητα;
ΑΠ: Από τις 20 Φλεβάρη επισήμως, αλλά και πριν από αυτή την ημερομηνία ανεπισήμως, η κυβέρνηση αποδέχτηκε τη λογική των προγραμμάτων λιτότητας, με άλλα λόγια τη λογική του Μνημονίου. Στο συγκεκριμένο Γιούρογκρουπ η κυβέρνηση ενέδωσε σε επίπεδο γραπτής συμφωνίας στη γνώριμη οικονομική πολιτική που συσχετίζει τον περιορισμό του δημόσιου χρέους με το σχηματισμό πρωτογενών πλεονασμάτων. Σύμφωνα με τους οπαδούς αυτής της άποψης, ο υψηλός λόγος χρέους/ΑΕΠ προκαλεί αδικαιολόγητα υψηλές τιμές που υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Με αυτή τη λογική η πολιτική της «εσωτερικής υποτίμησης» επιδιώκει, μέσα από το κουτσούρεμα των μισθών, τη μείωση των τιμών και την αποκατάσταση της «ανταγωνιστικότητας». Ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση είχε καταγγείλει αυτή την πολιτική για να την αποδεχτεί ως κυβέρνηση στην αποστροφή περί «κατάλληλων πλεονασμάτων» του κοινού ανακοινωθέντος της 20ης Φεβρουαρίου 2015. Άρα οι όποιες διαπραγματεύσεις ακολούθησαν την 20η Φεβρουαρίου αφορούν περισσότερο την επικοινωνιακή διαχείριση του επικείμενου Μνημονίου. Στόχος της κυβέρνησης είναι να παρουσιάσει την όποια συμφωνία επιτύχει ως επωφελέστερη του email Χαρδούβελη και τίποτε περισσότερο.
EΡ: Τι έχει «δώσει» ήδη η κυβέρνηση;
ΑΠ: Πριν ακόμη καθίσει στο τραπέζι του Γιούρογκρουπ η κυβέρνηση αποδέχτηκε το σύνολο του δημόσιου χρέους βγάζοντας τη λέξη «κούρεμα» από το λεξιλόγιό της. Στη συνέχεια εγκατέλειψε την προεκλογική θέση για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς μιλώντας για πλεονάσματα από 1,4% έως 3,9% του ΑΕΠ. Ακολούθησε η αποδοχή των ήδη δρομολογημένων ιδιωτικοποιήσεων και η εξέταση των υπόλοιπων «κατά περίπτωση». Η δέσμευση για κατάργηση των δυνατοτήτων πρόωρης συνταξιοδότησης ήταν η επόμενη διακήρυξη (επιστολή Βαρουφάκη, 23 Φλεβάρη 2015). Ακολούθησε η παραδοχή ότι η ρήτρα «μηδενικού ελλείμματος» για τις επικουρικές συντάξεις συνεπάγεται μείωση από 25% έως 85% και το αίτημα για αναβολή εφαρμογής για το 2016 (κείμενο Ομάδας Βρυξελλών, 27/03/2015). Στο ίδιο κείμενο η κυβέρνηση αποδέχεται και την αναγκαιότητα ενοποίησης των ταμείων. Τέλος, στην ομιλία Βαρουφάκη (Βρυξέλλες, 7/5/2015) αναφέρεται πρώτη φορά η «συμπίεση από πάνω προς τα κάτω των πιο ψηλών συντάξεων κατά 100 ή 150 ευρώ (συμβολική κίνηση που δείχνει ότι συζητάμε ακόμα και τις κόκκινες γραμμές μας)». Στο παζάρι βρίσκονται ο ΦΠΑ και τα εργασιακά. Για τα εργασιακά φέρεται να έχουν συμφωνήσει στην αναστολή επαναφοράς των συλλογικών διαπραγματεύσεων με αντίστοιχη απόσυρση του αιτήματος ομαδικών απολύσεων από την πλευρά των δανειστών.
ΕΡ: Οδηγούν όλα αυτά σε έναν έντιμο συμβιβασμό ή σε νέο Μνημόνιο;
AΠ: Όταν αποδέχεσαι τη λογική των Μνημονίων, είναι προφανές ότι θα πάρεις νέο Μνημόνιο. Η κυβέρνηση επέλεξε να υπονομεύσει την όποια διαπραγματευτική της θέση πληρώνοντας πάνω από 5,5 δισ. ευρώ στο ΔΝΤ και αρνούμενη ακόμα και στα λόγια να θέσει θέμα εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ. Είναι λοιπόν δεδομένο ότι η όποια συμφωνία προκύψει από τις συζητήσεις κυβέρνησης δανειστών θα οδηγεί σε παράταση της ύφεσης και των τραγικών συνεπειών της για τα λαϊκά στρώματα. Η ένταση της λιτότητας θα εξαρτηθεί από το στόχο του «πρωτογενούς πλεονάσματος». Αυτό φέρεται να έχει συμφωνηθεί στο 2% του ΑΕΠ, κάτι που συνεπάγεται περιστολή δαπανών της τάξης των 2 δισ. ευρώ και εισπρακτικά μέτρα της τάξης των 5 δισ. ευρώ. Επειδή η επικοινωνιακή «μάχη» της κυβέρνησης θα δοθεί στο επίπεδο της έντασης της λιτότητας, ενδέχεται να πάνε τις περικοπές στο ασφαλιστικό για μετά το καλοκαίρι, να αναβάλλουν τη λήψη κάποιων μέτρων κ.λπ. Η ουσία όμως της πολιτικής θα είναι ένα νέο Μνημόνιο.
ΕΡ: Τελικά υπάρχει δυνατότητα φιλολαϊκής πολιτικής εντός του ευρώ και της ΕΕ;
ΑΠ: Το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κρίσης από τη σκοπιά του κεφαλαίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη διατήρηση δεξαμενών φθηνής εργασίας σε διάφορες περιοχές του πλανήτη. Ο ευρωπαϊκό Νότος είναι σίγουρα μια τέτοια περιοχή. Από τη σκοπιά αυτή η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μηχανισμός επιβολής λιτότητας για τους πολλούς, όπως έγινε προφανές με την πολιτική των Μνημονίων. Το ερώτημα είναι εάν αυτό είναι το αποτέλεσμα αρνητικών πολιτικών συσχετισμών εντός της ΕΕ ή είναι σύμφυτο με τον ίδιο τον θεσμό. Είναι το δεύτερο. Η ΕΕ, το ευρώ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχουν συγκροτηθεί στη βάση του λεγόμενου «νέου κλασικού οικονομικού υποδείγματος» του Σικάγου. Αυτό σημαίνει ότι σε μια ελεύθερη καπιταλιστική αγορά το μόνο που χρειάζεται να κάνουν οι αρχές οικονομικής πολιτικής είναι να ορίζουν το κατάλληλο επιτόκιο που θα εξασφαλίσει τη σταθερότητα των τιμών. Η αγορά θα φροντίσει στη συνέχεια. Στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης τούτο σημαίνει μακροχρόνια λιτότητα για τους πολλούς, ιδιαίτερα σε χώρες με ανταγωνιστικό μειονέκτημα όπως η Ελλάδα.
EΡ: Οι συστημικές δυνάμεις αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζουν πως η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ θα είναι καταστροφή…
AΠ: Προς το παρόν η παραμονή στο ευρώ έχει αποδειχθεί καταστροφή. Μια καταστροφή που απ’ ό,τι φαίνεται θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια. Ακόμα και το λάιτ σοσιαλδημοκρατικό Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης μοιάζει πλέον μακρινό όνειρο στο πλαίσιο της ΕΕ και του ευρώ.
EΡ: Υπάρχει άλλος δρόμος υπέρ των εργαζομένων και κατά του κεφαλαίου; Ποιες είναι οι συντεταγμένες του;
ΑΠ: Μια μεταβατική πολιτική σε όφελος των εργαζομένων πρέπει να στοχεύει σε κρατικές επενδύσεις που θα ενισχύουν απευθείας τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Είναι προφανές ότι μια τέτοια πολιτική δεν είναι υλοποιήσιμη στο πλαίσιο του ευρώ και της ΕΕ. Η άμεση στάση πληρωμών, η αποχώρηση από το ευρώ και την ΕΕ, η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και βασικών τομέων της οικονομίας είναι απαραίτητες πολιτικές σταθεροποίησης της παραγωγής. Η όποια οικονομική μεγέθυνση όμως θα προέλθει από κρατικές επενδύσεις που θα στοχεύουν πρωτίστως στην υποκατάσταση εισαγωγών. Θα χρηματοδοτηθούν δε από τη νομισματική κυκλοφορία που με τη σειρά της βασίζεται στα αποθεματικά της Κεντρικής Τράπεζας. Με άλλα λόγια η σημερινή νομισματική κυκλοφορία σε ευρώ που ανέρχεται σε 35 δισ. περίπου θα είναι ο χρηματοδότης της μεγέθυνσης. Σε αυτό το πλαίσιο είναι απαραίτητη η συγκέντρωση και αξιοποίηση όλων των παραγωγικών δυνάμεων της οικονομίας, άρα η μονομερής άρνηση του δημόσιου χρέους αποτελεί επίσης προϋπόθεση αυτής της πολιτικής.
ΕΡ: Πώς συνδέεται η αντιΕΕ στάση με τον αντικαπιταλιστικό αγώνα;
ΑΠ: Η ΕΕ είναι ο βασικός φορέας επιβολής των αναγκαίων αναδιαρθρώσεων για την έξοδο του συστήματος από την κρίση. Δεδομένου ότι η κρίση καθαυτή πηγάζει από τη βασική αντίθεση του συστήματος, την αντίθεση «κεφάλαιο-εργασία», μπορούμε να πούμε ότι η αντιΕΕ στάση είναι τμήμα της γενικότερης αντικαπιταλιστικής πάλης. Πρέπει όμως να έχουμε ξεκάθαρο ότι ο αντικαπιταλιστικός χαρακτήρας της πάλης για αποδέσμευση πηγάζει από το χαρακτήρα της κρίσης. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν είναι σε κρίση γιατί είναι στην ΕΕ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρέπει να βγει από την ΕΕ, για να αντιμετωπίσει την κρίση από τη σκοπιά της εργατικής τάξης.
EΡ: Γιατί η Αριστερά δεν μπόρεσε να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά σε αυτό το κύμα μετά την έκρηξη της κρίσης το 2008;
AΠ: Η Αριστερά δεν ανάδειξε το χαρακτήρα της κρίσης ούτε πρότεινε πολιτικές που να αμφισβητούν την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού. Παρουσίασε την κρίση ως κρίση του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού, με αποτέλεσμα οι πολιτικές που πρότεινε να περιορίζονται στη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα ή των ροών ανάμεσα σε πλεονασματικές και ελλειμματικές οικονομίες. Αυτές οι πολιτικές πολύ λίγο είχαν να κάνουν με τα συμφέροντα και τις ανάγκες του λαού. Όταν το θέμα έφτανε στη χάραξη οικονομικής πολιτικής, οι αριστερές προτάσεις περιορίζονταν σε λάιτ σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές κεϊνσιανής έμπνευσης. Το στοίχημα της επόμενης περιόδου είναι η ικανότητα της Αριστεράς να αμφισβητήσει το κίνητρο του κέρδους σαν μοχλό οικονομικής μεγέθυνσης και αυτό να το κάνει στο πλαίσιο ενός άμεσου πολιτικού προγράμματος.
EΡ: Σήμερα βλέπουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μιλά στο όνομα της Αριστεράς και δεν σκίζει τα Μνημόνια αλλά το πρόγραμμά του. Μπροστά στον υπαρκτό κίνδυνο να ταυτιστεί η Αριστερά με αντιλαϊκή διαχείριση πώς τίθεται το ζήτημα της ανασυγκρότησής της;
AΠ: Η ανασυγκρότηση της Αριστεράς περνά μέσα από την ανάδειξη ενός πολιτικού προγράμματος, ενός πολιτικού στίγματος εάν προτιμάτε. Νομίζω ότι η ιστορία του κομμουνιστικού ρεύματος έχει αρκετά τέτοια παραδείγματα. Πριν από 150 χρόνια δύο νέοι τότε άνθρωποι, ο Μαρξ και Ένγκελς, στο πλαίσιο της μεγάλης κρίσης του 1850 ανέδειξαν το χαρακτήρα της κρίσης και τις αντιφάσεις που την πυροδοτούν. Κατόρθωσαν έτσι να δημιουργήσουν ένα πολιτικό ρεύμα που σημάδεψε την ιστορία. Το πολιτικό τους μανιφέστο, το κομμουνιστικό μανιφέστο, ακόμα και σήμερα είναι επίκαιρο. Τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα μια επαναστατική μειοψηφία και ας την έλεγαν πλειοψηφία, οι μπολσεβίκοι, κατόρθωσε να συγκλονίσει τον κόσμο δρώντας πάνω στα ερείπια της 2ης Διεθνούς. Το πέτυχε διότι κατόρθωσε να αναδείξει το χαρακτήρα του πολέμου και να τον εκφράσει σε άμεσο πολιτικό πρόγραμμα. Θεωρώ ότι είμαστε εξοπλισμένοι πολιτικά και ικανοί να αναδείξουμε ένα πολιτικό πρόγραμμα ρήξης με την ΕΕ και εξόδου από την κρίση σε όφελος του λαού. Φρονώ ότι ένα τέτοιο πολιτικό πρόγραμμα θα αποτελέσει τη βάση της ανασυγκρότησης της Αριστεράς στις πολιτικές εξελίξεις που αναπόδραστα θα ξετυλιχτούν το επόμενο διάστημα.
πηγη: iskra.gr
ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ 2015 - Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Με πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος πραγματοποιείται 4ήμερο εκδηλώσεων από τις 20 έως τις 23/5/2015 στην ΑΣΟΕΕ με θέμα «Η Αριστερά στην Κυβέρνηση, οι εργάτες στους δρόμους».
Στα πλαίσια αυτών των εκδηλώσεων προσκλήθηκε και έλαβε μέρος την πρώτη μέρα και ο Πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ Αντώνης Νταλακογεώργος.
Μαζί με τον Πρόεδρο της ΠΕΝΕΝ στο πάνελ συμμετείχαν ο Πρόεδρος της ΠΡΟΣΠΕΡΤ, η Πρόεδρος των Καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών, ο επικεφαλής του Συντονισμού Εργατικών Σωματείων ενάντια στις διαθεσιμότητες και τα κλεισίματα και ο Πρόεδρος του Συλλόγου Εργαζομένων του νοσοκομείου «Άγιος Σάββας».

Στην ομιλία - παρέμβασή του ο Πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ αναφέρθηκε διεξοδικά στους αγώνες της εργατικής τάξης, των συνδικάτων και ευρύτερα των λαϊκών στρωμάτων την μνημονιακή περίοδο των τελευταίων 5 χρόνων και επεσήμανε ότι, παρά την υπονομευτική στάση των ηγεσιών ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, οι αγώνες αυτοί εξασφάλισαν μαζικότητα, μαχητικό και αγωνιστικό πνεύμα, διάρκεια, συνοχή, ενώ κατά περιόδους είχαν ευρύτατη συμμετοχή και άλλων κοινωνικών στρωμάτων.
Κυρίαρχα αιτήματα που έβγαλαν στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους ήταν οι περικοπές στις συντάξεις, η σφαγή των επικουρικών ταμείων και των εφάπαξ παροχών, η κατάργηση της ΕΣΣΕ, των κλαδικών συμβάσεων, της μετενέργειας, της απλήρωτης εργασίας, των απολύσεων, των ελαστικών μορφών απασχόλησης, της αντιμετώπισης της ανεργίας αλλά και στα μεγάλα προβλήματα της υγείας, της παιδείας, της κοινωνικής πρόνοιας.
Η καταστροφική πολιτική των μνημονιακών κυβερνήσεων και της τρόικα (Ε.Ε – Δ.Ν.Τ – Ε.Κ.Τ) συνέθλιψε κατακτήσεις και δικαιώματα τα οποία είχαν κερδηθεί με μακροχρόνιους αγώνες.
Η εργατική τάξη παρά τις δυσκολίες, έδωσε δείγματα υψηλής αγωνιστικότητας, ταξικής ενότητας, συσπείρωσης και αλληλεγγύης όλο αυτό το διάστημα που ήταν σχεδόν καθημερινά στους δρόμους και στον αγώνα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της.
Η ανάπτυξη των αγώνων των εργαζομένων και του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος συνέβαλαν αποφασιστικά στην ριζοσπαστικοποίηση της πολιτικής συνείδησης και συμπεριφοράς ευρύτατων τμημάτων της κοινωνίας και του λαού.
Οι αγώνες αυτοί έστω και αν σε πολλά στάδια και φάσεις ήταν αναντίστοιχοι της σφοδρής επίθεσης Τρόϊκας – Μεγάλου κεφαλαίου – Κυβερνητικών πολιτικών, είναι φανερό ότι έβαλαν την σφραγίδα τους για την καταδίκη, την αποδοκιμασία και τελικά την απόρριψη του νεοφιλελεύθερου μοντέλου των πολιτικών των κυβερνήσεων Ν.Δ – ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ.
Η αντίσταση της εργατικής τάξης και μεγάλου τμήματος των λαϊκών στρωμάτων όλη την προηγούμενη περίοδο εκφράστηκε και στις βουλευτικές εκλογές στις 25/1/2015 όπου ο λαός με την ψήφο του ανέτρεψε την κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου και έστειλε σαφές μήνυμα στους τοκογλύφους δανειστές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού (Δ.Ν.Τ – Ε.Κ.Τ - Ε.Ε) ότι πρέπει να τερματισθεί η πολιτική της εξαθλίωσης, της φτώχειας και της ισοπέδωσης της κοινωνίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η αριστερά αναδείχθηκαν κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας και με την λαϊκή εντολή σχηματίστηκε κυβέρνηση στην χώρα μας με κορμό και βασική δύναμη τον ΣΥΡΙΖΑ.
Οι προεκλογικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ όπως αυτές έγιναν γνωστές στην Διεθνή Έκθεση στην Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο του 2014 είναι σαφές ότι συνιστούν μέτρα που δεν θίγουν το βάθρο του καπιταλιστικού συστήματος, δεν αμφισβητούν τους στρατηγικούς προσανατολισμούς της χώρας μας (ΝΑΤΟ – Ε.Ε) και το κυριότερο, το πρόγραμμα αυτό δεν θίγει τα συμφέροντα και την ασυδοσία του μεγάλου κεφαλαίου και του μεγάλου πλούτου. Πρόκειται για μέτρα και ρυθμίσεις τα οποία (χωρίς να υποτιμούμε την σημασία τους) από την μια αποκαθιστούν μερικώς ορισμένες από τις πιο ακραίες πολιτικές επιλογές των μνημονιακών κυβερνήσεων όπως η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, η επαναφορά των κατώτερων μισθών, η 13η σύνταξη, το αφορολόγητο κάτω από τα 12.000 ευρώ, η ρύθμιση των κόκκινων δανείων, η αντιμετώπιση της φτώχειας, της ανθρωπιστικής κρίσης κ.λπ. από την άλλη είναι φανερό ότι η πολιτική αυτή δεν ξηλώνει και δεν καταργεί το σύνολο των μνημονιακών μέτρων και πολιτικών που βιώνουν οι εργαζόμενοι και ο λαός την τελευταία 5ετία.
Στην συνέχεια ο Πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ έκανε μια αποτίμηση της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής των 3,5 μηνών και σημείωσε ότι η στρατηγική στην διαπραγμάτευση με τους «εταίρους» έως και σήμερα έχει αποτύχει οικτρά και σημειώνονται βήματα τα οποία οδηγούν σε ξεκάθαρο πισωγύρισμα της κυβέρνησης.
Η ίδια η συγκρότηση της κυβέρνησης με σύμμαχο δύναμη τους ΑΝΕΛ είναι ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση, όπως επίσης η επιλογή του Προκόπη Παυλόπουλου στην θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, ενώ η συμφωνία κυβέρνησης με το EUROGROUP στις 20/2/2015 αποτέλεσε μια ποιοτική και καθοριστική στροφή της κυβέρνησης με την εναρμόνισή της με τις επιλογές και τους στόχους των τοκογλύφων δανειστών.
Συνέχεια στην κυβερνητική αφήγηση της νέας κυβέρνησης ήταν η άτακτη υποχώρηση στις ιδιωτικοποιήσεις, τον ΦΠΑ που δέχθηκε απόλυτα και υποχώρησε από τις λεγόμενες κόκκινες γραμμές προς τους δανειστές.
Η κυβέρνηση εγκλωβισμένη στο αδιέξοδο μιας διαπραγματευτικής στρατηγικής, η οποία συνίσταται στο πάση θυσία μέσα στο ευρώ, οδηγείται συστηματικά σε βήματα πίσω.
Και είναι πλέον φανερό ότι οδεύει σε μια συμφωνία με τους «συμμάχους και εταίρους» που αλλοιώνει και υπονομεύει και αυτό το ελάχιστο προεκλογικό της πρόγραμμα, οδηγεί το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ σε αποτυχία και ήττα.
Στις συνθήκες αυτές είναι προφανές ότι χρειάζεται η παρέμβαση, η δράση και ο ενωτικός συντονισμένος αγώνας της εργατικής τάξης, των συνδικάτων και ευρύτερα των κοινωνικών κινημάτων και συλλογικοτήτων.
Η παρέμβαση του εργατικού κινήματος, η ανάπτυξη των αγώνων μπορεί να βάλει φρένο στις κυβερνητικές υπαναχωρήσεις, να αποκρούσει τους εκβιασμούς των μερκελιστών της Ε.Ε και της ευρωζώνης αλλά και του Δ.Ν.Τ.
Η παρέμβαση αυτή του κινήματος πρέπει να γίνει, να σχεδιασθεί, να οργανωθεί από τα κάτω με σκοπό να ενώσει και να συσπειρώσει τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα. Πρέπει άμεσα να σημάνει πανεργατικός παλλαϊκός συναγερμός.
Το εργατικό κίνημα πρέπει να δράσει και να παρέμβει με δικούς του στόχους και διεκδικήσεις που δεν θα συμπορεύονται με τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς, πρέπει να αναδείξει στόχους και αιτήματα τα οποία θα οδηγούν στην έξοδο της χώρας από την κρίση, που θα απευθύνονται σε πλατιές λαϊκές μάζες όπως είναι:
- Η διαγραφή του χρέους
- Η κατάργηση και το ξήλωμα των αντιλαϊκών μνημονιακών μέτρων
- Η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος
- Η παύση πληρωμών προς τους δανειστές
- Η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη και την Ε.Ε
Οι στόχοι, τα αιτήματα και οι διεκδικήσεις αυτές μπορούν να συσπειρώσουν σε όλο το εύρος τις πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς οι οποίες οφείλουν και πρέπει να βγουν στο προσκήνιο και να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις.
Τέλος ο Πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ έκανε εκτενή αναφορά για την ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ, των υπόλοιπων λιμανιών, των αεροδρομίων και της ΤΡΑΙΝΟΣΕ που βρίσκονται στον σχεδιασμό των θεσμών και της κυβερνητικής πολιτικής το επόμενο χρονικό διάστημα.
- Τελευταια
- Δημοφιλή