Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Οι εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ και η Λαϊκή Ενότητα

Γράφει ο Π. Μωραΐτης
Ο Εργατικός Αγώνας από την πρώτη στιγμή που δρομολογήθηκαν οι πρόσφατες εξελίξεις στο ΣΥΡΙΖΑ θεώρησε τη διάσπαση του θετικό γεγονός. Ήταν ένα κόμμα «παρά φύση», το οποίο προσπαθούσε με ασάφειες και γενικολογίες (και αποφεύγοντας να πάρει συγκεκριμένη θέση σε κρίσιμα ζητήματα) να τροφοδοτήσει την εκλογική επιρροή του από ένα ευρύτατο φάσμα κοινωνικών δυνάμεων. Να εκφράσει ολόκληρο το φάσμα των δυνάμεων και των ιδεών από το νεοφιλελευθερισμό ως την κομμουνιστική αριστερά.
Όταν ήρθε η ώρα να μπει το δάκτυλο επί των τύπων των ήλων, να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της διακυβέρνησης έκανε εκείνο που περίμενε η μεγάλη πλειοψηφία του λαού. Συμφώνησε με την τρόικα και υπέγραψε νέο μνημόνιο, το πιο επαχθές από όσα μέχρι σήμερα ο λαός έζησε. Είχε τη φυσιολογική πορεία όλων των μικροαστικών κομμάτων αυτού του τύπου σε φάση που ο ταξικός συσχετισμός είναι υπέρ της αστικής τάξης.
Συνολικά πλέον το πολιτικό σκηνικό, οι πολιτικές δυνάμεις και τα συμφέροντα που αυτές εκφράζουν φάνηκαν σε μεγάλο βαθμό πιο καθαρά στα μάτια του λαού. Ο εναπομείνας ΣΥΡΙΖΑ έχει επί της ουσίας μεταβληθεί σε αστικό κυβερνητικό κόμμα που ανέλαβε πλέον την προώθηση του μνημονίου και τη διαχείριση των υποθέσεων της αστικής τάξης και του κράτους της. Είναι η πολιτική δύναμη που τέθηκε επικεφαλής του αστικού κόσμου σε μια συγκυρία δύσκολη για αυτόν, η διαχείριση της οποίας θα ματώσει επώδυνα τον ελληνικό λαό και αυτό θα έχει μεγάλες πολιτικές συνέπειες.
Φυσικά ένα τμήμα του λαού δεν θα αντιληφθεί και δεν θα αφομοιώσει αμέσως την εξέλιξη αυτή, αυτό θα πάρει χρόνο να το συνειδητοποιήσει και να το αποδεχθεί. Θα λειτουργεί ένα χρονικό διάστημα με τη δύναμη της αδράνειας. Υπάρχουν πολλά αντίστοιχα ιστορικά παραδείγματα. Όμως η συνειδητοποίηση του θα έρθει σαν φυσικός νόμος. Για το λόγο αυτό η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έριξε στην κυκλοφορία και τα ανάλογα προπαγανδιστικά επιχειρήματα προκειμένου να θολώσει τα νερά.
«Δεν μας εκφράζει το μνημόνιο, δεν το θέλαμε αλλά μας επιβλήθηκε. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αριστερό κόμμα, δεν είναι μνημονιακό». Παρόμοιες δικαιολογίες με αυτές που έλεγαν και τα κόμματα που κυβέρνησαν πριν από αυτόν και υπέγραψαν τα πρώτα μνημόνια. Μόνο που εκείνα δεν δήλωναν αριστερά. Το αριστερό κόμμα, η αριστερή κυβέρνηση εκεί ακριβώς κρίνεται. Να κινητοποιήσουν το λαό και να εφαρμόσουν φιλολαϊκή πολιτική, να αποκρούσουν τις πιέσεις του κεφαλαίου και να προωθήσουν ρήξεις, έχοντας πάρει όλα τα αναγκαία μέτρα και έχοντας κάνει την κατάλληλη προετοιμασία. Αντ’ αυτού και παρά τις επισημάνσεις ολόκληρης της αριστεράς προεκλογικά, ο ΣΥΡΙΖΑ επαναλάμβανε ασταμάτητα ότι θα καταργήσει τη λιτότητα, θα σκίσει τα μνημόνια και θα απαλλάξει το λαό και τη χώρα από όλες τις συνέπειες τους και αυτό θα γίνει εντός της ευρωζώνης και σε συμφωνία με την τρόικα.
«Θα δρομολογήσουμε μέτρα και πολιτική», λένε σήμερα, «πέραν του μνημονίου που θα πείσουν το λαό και θα υπογραμμίζουν τον αριστερό χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ», σαν να μην έζησε ο ελληνικός λαός έξι χρόνια μνημόνια και να μην αντιλαμβάνεται ότι τα περιθώρια για κάτι διαφορετικό πρακτικά είναι ανύπαρκτα. Και να θέλει πλέον η κυβέρνηση δεν μπορεί, έχει υποταχθεί, έχει σκύψει το κεφάλι. Το κυβερνητικό πρόγραμμα είναι πλέον το πρόσφατα υπογραφέν μνημόνιο.
Οι ευρωπαίοι παράγοντες που δεν μασάνε τα λόγια τους δείχνουν όχι μόνο ποιος είναι ο εναπομείνας ΣΥΡΙΖΑ αλλά δείχνουν και την προτίμησή τους σε αυτόν και στον πρόεδρο του. «Μόνο ο Τσίπρας έχει λαϊκό έρεισμα και μπορεί να σώσει την κατάσταση στην Ελλάδα στις συνθήκες αυτές» έγραφε προ ημερών μεγάλης κυκλοφορίας γερμανική εφημερίδα που εκφράζει την οικονομική ολιγαρχία και η Α. Μέρκελ που επισκέφθηκε πρόσφατα τη Βραζιλία έλεγε στην πρόεδρο της χώρας αυτής ότι «οι εκλογές στην Ελλάδα είναι μέρος της λύσης και όχι της κρίσης» ενώ και ο Γιούνκερ δια του εκπροσώπου του δήλωνε ότι «οι εκλογές μπορούν να διευρύνουν την υποστήριξη των πολιτών στο πρόγραμμα στήριξης, το οποίο υπέγραψε ο Αλέξης υπέγραψε». Αυτά για τον εναπομείναντα ΣΥΡΙΖΑ.
Οι αποχωρήσαντες από το ΣΥΡΙΖΑ, η Λαϊκή Ενότητα, τι τέλος πάντων είναι με βάση όσα έχουν δημοσιοποιήσει μέχρι τώρα, ποιες δυνάμεις αντικειμενικά εκφράζουν; Είναι κόμμα επαναστατικό που θέλει να καταργήσει τον καπιταλισμό με επανάσταση, είναι κόμμα της δραχμής, ή, όπως υποστηρίζει το ΚΚΕ, τίποτα περισσότερο από ένα ανάχωμα στο ριζοσπαστισμό; Μόνο πάνω στη βάση της ορθής απάντησης στο ερώτημα αυτό μπορεί να διατυπωθεί μια ορθή πολιτική συμμαχιών από την εργατική τάξη και το κόμμα της.
Να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής ότι με αφορισμούς και θετικές είτε αρνητικές κρίσεις για μια πολιτική δύναμη, οι οποίες ξεφεύγουν από το επίπεδο της πολιτικής και της ιδεολογίας, από την αντικειμενική πραγματικότητα και περνούν στη μεταφυσική, σ' ένα άλλο κόσμο, είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι. Η αντίληψη που διατυπώνεται ότι η Λ.Ε. πρόκειται για κατασκευασμένο ανάχωμα, έχει τη βάση της στην αντίληψη ότι στην πολιτική σκηνή αφενός μεν υπάρχει ένας αριθμός κομμάτων που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «το απόλυτο κακό» και αφετέρου στην εντελώς αντίθετη πλευρά ένα κόμμα που ενσαρκώνει το «απόλυτο καλό». Ενδιάμεσα υπάρχει ένα ολοκληρωτικό κενό και κάποιοι που βυσσοδομούν, κατασκευάζουν κόμματα- αναχώματα με στόχο να εμποδίσουν την ριζοσπαστικοποίηση των εργαζομένων, ώστε να μην προσεγγίσουν τη μοναδική σήμερα λαϊκή, επαναστατική δύναμη, το ΚΚΕ. Τόσο απλά.
Και οι πλέον αδαείς, όμως, γνωρίζουν ότι τα κόμματα δημιουργούνται και κυρίως ευδοκιμούν όχι επειδή κάποιος ή κάποιοι τα θέλουν ή όχι, τα υποστηρίζουν ή τα καταγγέλλουν, έστω και αν υπήρξαν στο παρελθόν και θα υπάρξουν στο μέλλον ανάλογες προσπάθειες δημιουργίας πολιτικών φορέων. Τα κόμματα μόνο αν εκφράζουν κοινωνικές δυνάμεις, αν εκφράζουν κοινωνικά- ταξικά συμφέροντα στη γενική μορφή τους και όχι σε απόλυτη αντιστοίχιση κοινωνικού και πολιτικού, π.χ. το τάδε κοινωνικό στρώμα το εκφράζει το τάδε πολιτικό κόμμα κ.λπ., αν καλύπτουν κάποιο υπαρκτό κενό στην πολιτική ζωή και οι θέσεις που διατυπώνουν εκφράζουν τις διεκδικήσεις τμημάτων του λαού, μόνο τότε υπάρχει πιθανότητα να ευδοκιμήσουν. Οι καταγγελίες σε βάρος τους δεν πρόκειται να καθορίσουν το μέλλον τους, όπως αντιστοίχως και η υποστήριξή τους από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και μόνο παρά τη δύναμη που αυτά διαθέτουν.
Τα πολιτικά κόμματα χαρακτηρίζονται από το πρόγραμμά τους, τις πολιτικές και ιδεολογικές θέσεις τους και ακόμη περισσότερο από την πρακτική τους, από τα μέσα και από τις μορφές που χρησιμοποιούν για την υλοποίηση των σκοπών τους. Πρόσφατα σε ομιλία του ο Δημήτρης Κουτσούμπας υποστήριξε ότι «οι εξελίξεις στο αστικό πολιτικό σύστημα αντανακλούν και αποτυπώνουν όλο αυτό το σύνθετο κουβάρι των αντιθέσεων.
Σημαντικό στοιχείο αυτών των διεργασιών είναι και η διαίρεση του ΣΥΡΙΖΑ ανάμεσα στους σημαιοφόρους του ευρώ και τους σημαιοφόρους της δραχμής. Παρά τις προνομιακές σχέσεις τους με διαφορετικά τμήματα του κεφαλαίου και οι δύο πλευρές υποκλίνονται στην εξουσία των μονοπωλίων», ενώ συνεχώς στην αρθρογραφία του ο Ριζοσπάστης προβάλλει αντίστοιχες θέσεις. Με βάση αυτή την τοποθέτηση η ΛΕ που πρόσφατα δημιουργήθηκε είναι αστικό κόμμα και εκφράζει μια μερίδα του κεφαλαίου διαφορετική από εκείνη που εκφράζει ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση του και με σαφήνεια αναφέρει ότι υπηρετεί την εξουσία των μονοπωλίων.
Αναρωτιέται κανείς ποια σχέση έχει με την πραγματικότητα ο ισχυρισμός αυτός; Της αστικής τάξης της χώρας δεν της έφθαναν η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ., το Ποτάμι, ο ΣΥΡΙΖΑ κι έρχεται να δημιουργήσει έναν νέο κόμμα για να την υπηρετεί; Κατακερματίζει με τέτοιο τρόπο τις δυνάμεις της, ώστε να μεγιστοποιεί το πρόβλημα που έχει, παρά να το αντιμετωπίζει; Στη βάση της αντίληψης αυτής μπορεί κανείς να διακρίνει πέρα από την αγωνία της επιβίωσης μια τεράστια σύγχυση σχετικά με το χαρακτήρα των κομμάτων. Όλα τα κόμματα, με βάση την αντίληψη αυτή είναι κόμματα του κεφαλαίου και μόνο το ΚΚΕ έχει αναφορά στην εργατική τάξη. Δεν υπάρχουν άλλες τάξεις και κοινωνικά στρώματα πέραν της αστικής και της εργατικής τάξης. Αφού η Λ.Ε. δεν εκφράζει αμιγώς τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, τότε προφανώς είναι αστικό κόμμα. Τρίζουν τα κόκκαλα του Μαρξ και του Λένιν. Επιπλέον η θέση αυτή είναι εκ του πονηρού. Έρχεται εκ των υστέρων να δικαιολογήσει μια ολόκληρη τακτική του ΚΚΕ που αποκλείει οποιαδήποτε συνεργασία ακόμα και κοινή δράση για κάποιο πρόβλημα με οποιοδήποτε πολιτικό φορέα και αυτό στο όνομα της αμφισβήτησης του αυτοτελούς χαρακτήρα του. Φυσικά από τη στιγμή που Λ.Ε. χαρακτηρίζεται κόμμα του κεφαλαίου δεν μπορεί να υπάρξει καμία συνεργασία μαζί της. Έτσι όμως δεν ξεπερνιούνται τα πολιτικά προβλήματα και η πιεστική επιμονή της πραγματικότητας.
Η κοινωνία μας εκτός των δύο βασικών τάξεων -της αστικής και της εργατικής- έχει και μια μεγάλη γκάμα ενδιάμεσων στρωμάτων με συμφέροντα που δεν ταυτίζονται ούτε με αυτά της αστικής τάξης, ούτε φυσικά με τα συμφέροντα μου της εργατικής τάξης. Κι ούτε ταυτίζονται μεταξύ τους τα συμφέροντα διαφορών τμημάτων των ενδιάμεσων μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων. Όλα αυτά τα συμφέροντα εκφράζονται στην πολιτική σκηνή από κάποιο κόμμα ή κόμματα. Τα μικροαστικά κόμματα εμφανίζουν όλα τα χαρακτηριστικά της μικροαστικής τάξης αφενός μεν τη ταλάντευση μεταξύ της εργατικής και της αστικής τάξης και αφετέρου την αδυναμία να διατυπώσουν ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση για την εξέλιξη της καπιταλιστικής κοινωνίας, δυνατότητα που διαθέτουν μόνο οι βασικές τάξεις και οι πολιτικοί εκφραστές τους.
Η Λ.Ε. θεωρούμε ότι, με βάση όσα μέχρι τώρα έχει πει, παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά μιας πολιτικής δύναμης που εκφράζει κατά βάση μικροαστικά συμφέροντα. Πολιτικά εμφανίζεται ως ένα κόμμα αριστερό ριζοσπαστικό, το οποίο φιλοδοξεί να εκφράσει μισθωτά μικροαστικά τμήματα κυρίως, τα οποία προσεγγίζουν την εργατική τάξη, μικροϊδιοκτήτες και εργαζόμενους του δημόσιου. Είναι ένα κόμμα με πολύ αδύνατους δεσμούς με την εργατική τάξη και λόγω των θέσεων του και λόγω του παρελθόντος του, ως τμήμα του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί κανείς να προσκομίσει πλήθος στοιχείων για να υπερασπίσει το χαρακτηρισμό αυτό. Για την ταλάντευση της επί παραδείγματι αν κάποιος να ρίξει μια ματιά στη διαδρομή της εντός του ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια. Για χρόνια ολόκληρα διαφωνούσαν τα στελέχη της με κεντρικές επιλογές της ηγεσίας του κόμματος στο οποίο ανήκε, καταψήφιζαν στα όργανα του και στο όνομα της κομματικής ενότητας πειθαρχούσαν πάντα. Ο ΣΥΡΙΖΑ σταθερά ακολουθούσε πορεία ολοκληρωτικής προσαρμογής στο σύστημα ακόμη και πριν από το 2012, χωρίς ουσιαστική αντίδραση εκ μέρους της και μόνο μπροστά στην ψήφιση από τη βουλή του 3ου μνημονίου υπήρξε ανοιχτή διαφοροποίηση. Χάθηκε πολύτιμος χρόνος και φορτώθηκε ο λαός ένα επώδυνο μνημόνιο. Μπορεί κανείς επίσης να σημειώσει την ανάληψη υπουργείων από στελέχη της Λ.Ε. παρά το σαφέστατο προσανατολισμό και την πορεία που η κυβέρνηση είχε και μάλιστα τη διατήρηση των υπουργείων μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όσον αφορά τις θέσεις που εκφράζει μόνο δύο τρεις παρατηρήσεις. Ενώ διαφοροποιείται από τις επιδιώξεις του μονοπωλιακού κεφαλαίου και των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, δεν κάνει ολοκληρωμένα βήματα προς θέσεις που απηχούν εργατικά συμφέροντα. «Αν χρειαστεί», αναφέρουν τα στελέχη της, «θα αποχωρήσουμε ακόμη και από την ευρωζώνη». Αν χρειαστεί. Και πώς θα κριθεί αυτό; Χωρίς να κάνουμε συσχετίσεις της αξιοπιστίας της Λ.Ε. με αυτή του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ υπό τον Τσίπρα, δεν φαίνεται να διαφέρει ουσιαστικά η θέση αυτή από παλαιότερη θέση που ο ενιαίος ΣΥΡΙΖΑ διατύπωνε: «καμιά θυσία για το ευρώ». Αποχώρηση από την ευρωζώνη μόνο ή και από την ΕΕ; Όταν πολύ καλά ξέρουμε ότι εντός της ΕΕ καμιά προοπτική δεν υπάρχει; Η συνεπής ως προς τα εργατικά συμφέροντα θέση είναι ο αγώνας για την έξοδο από την ΕΕ.
Άλλο ζήτημα είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση. Μια θέση θολή, η οποία μπορεί κάλλιστα να ταιριάζει σε μια πολιτική και σε ένα αστικό πρόγραμμα ανάπτυξης της χώρας. Η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν είναι κατ' ανάγκην φιλολαϊκή και φιλεργατική. Παραγωγική ανασυγκρότηση με σαφή φιλολαϊκά χαρακτηριστικά μέσα στην ΕΕ δεν μπορεί να υπάρξει.
Τις πρώτες ημέρες της ύπαρξης της η Λ.Ε. φαίνεται να προτιμά μόνο την κοινοβουλευτική δράση και τους θεσμούς. Φιλολαϊκό πρόγραμμα και φιλολαϊκή πολιτική όμως μέσω των θεσμών δεν πρόκειται να υπάρξει. Αν η εργατική τάξη και ο λαός δεν συσπειρωθούν, να οργανωθούν και δεν συγκρουστούν με την αστική εξουσία και τις επιλογές της δεν πρόκειται να υπάρξει καμία εξέλιξη υπέρ τους.
Μια παρατήρηση ακόμη. Φαίνεται ότι η αντίληψη της Λ.Ε. ως προς την υλοποίηση του προγράμματος που θα διατυπώσει είναι ότι θα γίνει μέσω της διεκδίκησης μιας κυβέρνησης της αριστεράς ή μιας κυβέρνησης προοδευτικών δυνάμεων. Το ζήτημα που εγείρεται είναι αν είναι επαρκής η θέση αυτή, όταν δεν είναι με σαφήνεια διατυπωμένες οι δυνάμεις τις οποίες θέλει η Λ.Ε. να εκφράσει, καθώς επίσης και με ποιες δυνάμεις θα συγκρουστεί για να το επιβάλει. Ποιος είναι δηλαδή ο βασικός αντίπαλος, ο οποίος θα πρέπει να νικηθεί για να ανοίξει ο δρόμος για την εφαρμογή του προγράμματος της και αν η αντίπαλη τάξη αντιδράσει πως θα αντεπεξέλθει η κυβέρνηση στις συνθήκες αυτές. Εδώ υπάρχουν μόνο πολύ γενικές και ασαφείς αναφορές.
Πρόσφατα ο Εργατικός Αγώνας έγραψε ότι η εργατική τάξη και η ιστορία δεν θα συγχωρήσουν στην κομμουνιστική, κυρίως, αριστερά μια επανάληψη των εξελίξεων του τέλους της δεκαετίας του ’70 και της δεκαετίας του ‘80 όταν το ΠΑΣΟΚ ήρθε στην εξουσία στη χώρα εκμεταλλευόμενο τη μεγάλη ριζοσπαστικοποίηση του λαού, ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης της δικτατορίας και ο Σύριζα πρόσφατα στην εποχή της κρίσης και των μνημονίων. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει κούμπωμα, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνει κανένα άνοιγμα και καμιά συνεργασία. Αντίθετα σημαίνει αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων που δίνονται και παράλληλα πρέπει να αποφεύγονται χοντροκομμένα λάθη.
Η αλλαγή προσανατολισμού της Αριστερής Πλατφόρμας από τις εξελίξεις εντός του ΣΥΡΙΖΑ και η δημιουργία της Λ.Ε., έστω και την τελευταία στιγμή, είναι θετική εξέλιξη, δίνει δυνατότητες. Σε ποια κατεύθυνση η Λ.Ε. θα εξελιχθεί θα επιδράσουν πολλοί παράγοντες, ένας εκ των οποίων είναι η σταθερή προσπάθεια των δυνάμεων κομμουνιστικής αναφοράς για τη διαμόρφωση ενός κινήματος αντίστασης και ανατροπής με ραχοκοκαλιά του στο πολιτικό επίπεδο ένα αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μέτωπο που θα συγκρούεται με την εξουσία του κεφαλαίου και θα διεκδικεί όχι μόνο τη βελτίωση της ζωής του λαού, αλλά βαθύτερες αλλαγές στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο στην προοπτική του σοσιαλισμού. Στην προσπάθεια αυτή οι δυνάμεις που συσπειρώνονται στην Λ.Ε. μπορεί να έχουν σημαντικό ρόλο Αυτή πρέπει να είναι η σταθερή πυξίδα των δυνάμεων κομμουνιστικής αναφοράς. Σταθερός προσανατολισμός και επιμονή στο μαρξισμό λενινισμό και παράλληλα η επίδειξη της αναγκαίας και δυνατής ευελιξίας.
πηγη: ergatikosagwnas.gr
"Είμαστε η μόνη εναλλακτική απάντηση στη νέα μνημονιακή συναίνεση"

Παρουσιάστηκε σήμερα (2/9) στην ΕΣΗΕΑ η Προγραμματική Διακήρυξη της Λαϊκής Ενότητας-Ολόκληρο το κείμενο.
Αντιπροσωπεία της ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ με επικεφαλής τον Παναγιώτη Λαφαζάνη παρουσίασε σήμερα σε συνέντευξη Τύπου στην Αθήνα την Προγραμματική της Διακήρυξη.
Στην αντιπροσωπεία μετείχαν ακόμη ο εκπρόσωπος Τύπου της ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ Κώστας Ήσυχος, ο δημοσιογράφος – συγγραφέας Πέτρος Παπακωνσταντίνου και η νομικός Μαριάννα Τσίχλη.
Στην κατάμεστη από κόσμο αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, κυρίως νεολαίους, παραβρέθηκαν οι βουλευτές της Λαϊκής Ενότητας Δημήτρης Στρατούλης, Θανάσης Πετράκος, Στάθης Λεουτσάκος, Νάντια Βαλαβάνη, Θανάσης Σκούμας και Ραχήλ Μακρή και πολλά στελέχη από όλες τις συλλογικότητες του μετώπου.
Ο Παναγιώτης Λαφαζάνης κατά την εισαγωγική του ομιλία, τόνισε τα εξής:
“Επιχειρήσαμε να κάνουμε μια συνέντευξη Τύπου, αλλά βλέπω ότι έχουμε μια πολύ πυκνή συγκέντρωση. Κι αυτό είναι πάρα πολύ θετικό μήνυμα. Δείχνει σε όλους την απήχηση που έχει η “Λαϊκή Ενότητα”. Είμαστε το μέτωπο που πρωτοϊδρύθηκε, αλλά απ' ό,τι φαίνεται μέρα με τη μέρα αποκτάμε μια πολύ μεγάλη λαϊκή δυναμική. Ιδιαίτερη δυναμική στα πιο φτωχά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας και πρώτα από όλα στη νεολαία. Τα νιάτα της Ελλάδας στα οποία ανήκει και το μέλλον. Και αυτά τα νιάτα θα πάρουν τη σκυτάλη του μέλλοντος στα χέρια τους. Και η “Λαϊκή Ενότητα” έχει αυτόν τον κύριο στόχο. Να πάρει η νεολαία τη σκυτάλη, τις αποφάσεις και να πάρει στα χέρια της την πορεία της χώρας. Και τότε θα γίνουν παρελθόν μνημόνια, εξαρτήσεις, λιτότητες και υποτέλειες. Θα δούμε μια νέα Ελλάδα.
Επιτρέψτε μου να πω εισαγωγικά ορισμένες θεμελιώδεις σκέψεις για το εγχείρημα της «Λαϊκής Ενότητας».
Η «Λαϊκή Ενότητα» γεννήθηκε με ταχύτητα αστραπής προκειμένου να υπάρξει ένα δυνατό και αποφασιστικό εγχείρημα ως ριζοσπαστική απάντηση στη νέα μνημονιακή συναίνεση, στο νέο μνημονιακό συνεταιρισμό της απερχόμενης κυβέρνησης του Αλ. Τσίπρα με τη ΝΔ, το ΠΟΤΑΜΙ και το ΠΑΣΟΚ, έτσι όπως εκφράστηκε με την από κοινού ψήφιση στη βουλή του τρίτου μνημονίου καταλήστευσης της χώρας και του λαού.
Η «Λαϊκή Ενότητα» δεν είναι ένα κόμμα και πολύ περισσότερο ένα κόμμα με την παραδοσιακή έννοια.
Η «Λαϊκή Ενότητα» ιδρύθηκε ως ένα μέτωπο.
Ένα ανοικτό και πλατύ μέτωπο που φιλοδοξεί να εκφράσει και να αντιπροσωπεύσει όλο και ευρύτερες αριστερές, ριζοσπαστικές, καινοτόμες και προοδευτικές δυνάμεις, που έχουν αντιμνημονιακό δημοκρατικό προσανατολισμό και επιδιώκουν να βάλουν τη χώρα σε μια νέα ανορθωτική αναπτυξιακή τροχιά παραγωγικής ανασυγκρότησης με κοινωνικό πρόσωπο και σοσιαλιστικό ορίζοντα.
Στη «Λαϊκή Ενότητα» ήδη έχουν δηλώσει ενεργή συμμετοχή ή συνεργασία πολλές οργανώσεις, κινήσεις και προσωπικότητες της Αριστεράς και του προοδευτικού τόξου.
Η «Λαϊκή Ενότητα» προφανώς δεν είναι και δεν πρόκειται να γίνει ένα προεδροκεντρικό ή αρχηγικό συγκεντρωτικό μόρφωμα, όπως τα παραδοσιακά κόμματα του συστήματος. Δεν είναι ούτε πρόκειται να γίνει ένα μονολιθικό κόμμα, όπως ορισμένες δυνάμεις της Αριστεράς.
Η «Λαϊκή Ενότητα» βασίζεται και θέλει να λειτουργεί με αδιαπραγμάτευτες συλλογικές δημοκρατικές διαδικασίες, με την πλήρη, αδιαπραγμάτευτη και άμεση συμμετοχή των μελών της στη λήψη όλων των αποφάσεων και ιδιαίτερα των αποφάσεων που καθορίζουν τις βασικές επιλογές και την πορεία της «Λαϊκής Ενότητας».
Απ' αυτήν την άποψη φιλοδοξούμε να αναδειχθούμε σε ένα απολύτως πρωτότυπο και καινοτόμο εγχείρημα και πείραμα δημοκρατίας, που παραπέμπει στις αρχές και τις πρωτότυπες δημοκρατικές διαδικασίες, οι οποίες εγκαινιάστηκαν από το ΕΑΜ και την αντιστασιακή Ελλάδα των βουνών.
Από αυτή τη θέση καλούμε εργαζόμενους, πολίτες, προοδευτικούς ανθρώπους, πατριώτες, αγωνιστές, μαχητές και στελέχη των κοινωνικών αγώνων και της Αριστεράς να αυτενεργήσουν και να αναλάβουν πρωτοβουλίες αυτοοργάνωσης και να κτίσουν παντού, σε πόλεις, Δήμους, Κοινότητες και γειτονιές, ανοικτές Επιτροπές και οργανώσεις της «Λαϊκής Ενότητας» που θα λειτουργούν με πλατιές συμμετοχικές διαδικασίες ως κύτταρα προοδευτικής αντιμνημονιακής ανατροπής και κοινωνικού μετασχηματισμού. Και κυρίως να κτίσουν παντού Επιτροπές και οργανώσεις ανοικτής λαϊκής συμμετοχής που θα δώσουν αποφασιστικά και με επιτυχία τον εκλογικό αγώνα για μια μεγάλη νίκη της «Λαϊκής Ενότητας».
Η «Λαϊκή Ενότητα», όμως, δεν περιορίζεται μόνο ως μέτωπο οργανώσεων, κινήσεων και προσώπων που συμμετέχουν στο εγχείρημα στη βάση κοινής προγραμματικής διακήρυξης, διατηρώντας πλήρως την οργανωτική τους αυτονομία και την ιδεολογικοπολιτική τους ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητα.
Η «Λαϊκή Ενότητα» πρώτα από όλα και κυρίως φιλοδοξεί να είναι ένα κίνημα λαϊκής βάσης. Ένα κίνημα λαϊκής συμμετοχής, λαϊκής αυτοργάνωσης και λαϊκής αυτενέργειας. Ένα μέτωπο που θα δίνει το παρόν στην κοινωνία και θα στηρίζεται στους εργατικούς, λαϊκούς, κοινωνικούς, ταξικούς αγώνες και στα κοινωνικά κινήματα, ως τις κατεξοχήν δυνάμεις αντίστασης και προοδευτικής ανατροπής”.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡYΞΗ ΤΗΣ «ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ»
Η δημιουργία της Λαϊκής Ενότητας έχει ως αφετηρία το συντριπτικό ΟΧΙ του Ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου. Απέναντι στην τρομοκρατία των κυρίαρχων δυνάμεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελλάδα, η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, με δυναμική παρουσία των νέων, αντέταξε μια αυθεντική λαϊκή εξέγερση. Η αντίσταση του ελληνικού λαού, πρωτοφανής σε διάρκεια και μαζικότητα κυρίως στα δύο πρώτα χρόνια της επιβολής των μνημονίων, αποτελεί, επίσης, μια μεγάλη παρακαταθήκη για τη Λαϊκή Ενότητα. Εξέφρασε τη γενικευμένη αντίσταση στο στρατηγικό σχέδιο επιβολής διαρκούς λιτότητας, απογύμνωσης της εργασίας από κάθε δικαίωμα, υφαρπαγής της δημόσιας περιουσίας, κατάλυσης της δημοκρατίας και επιβολής καθεστώτος περιορισμένης κυριαρχίας.
Μόλις ένα μήνα μετά το «ΟΧΙ» του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα, η ψήφιση του τρίτου Μνημονίου άλλαξε δραματικά το πολιτικό τοπίο. Η ηγετική ομάδα της κυβέρνησης που αναδείχθηκε από τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου διέλυσε βίαια το κοινωνικό συμβόλαιο που τη συνέδεε με τη λαϊκή πλειοψηφία, σπέρνοντας την απογοήτευση και αναζωπυρώνοντας τον φόβο. Πέρασε στην απέναντι όχθη των Μνημονιακών δυνάμεων, βομβαρδίζοντας τα εργαζόμενα και μεσαία στρώματα με νέα αντιλαϊκά μέτρα. Η εξέλιξη αυτή επέτρεψε στους δανειστές να προχωρήσουν σε πολιτικό πραξικόπημα και βιασμό κάθε έννοιας λαϊκής κυριαρχίας. Με το τρίτο Μνημόνιο η διεθνής επιτροπεία γίνεται ακόμη πιο ασφυκτική, με κορυφαίο δείγμα ταπείνωσης τη δημιουργία του διαβόητου fund, του Ταμείου που υποθηκεύει τη δημόσια περιουσία και τον κοινωνικό πλούτο για γενιές ολόκληρες.
Το τρίτο Μνημόνιο είναι μόνο η αρχή. Ήδη βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη η περαιτέρω διάλυση των εργασιακών σχέσεων, η νέα συρρίκνωση σε εξευτελιστικά επίπεδα των επικουρικών και των κύριων συντάξεων, η φοροεπιδρομή στα αγροτικά εισοδήματα και στα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα, όπως και σειρά άλλων μέτρων που θα προωθηθούν τους επόμενους μήνες. Ακριβώς αυτός ο λόγος, σε συνδυασμό με την προσπάθεια να αποφευχθεί η συγκρότηση αντιμνημονιακού μετώπου εναλλακτικής πολιτικής, ώθησαν την κυβέρνηση να παραιτηθεί και να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές- εξπρές. Πρόκειται για προσπάθεια υφαρπαγής της λαϊκής ψήφου, προτού ο λαός ενημερωθεί και αισθανθεί στην καθημερινότητά του και σε όλη τους την έκταση τις συνέπειες του τρίτου Μνημονίου. Προσπάθεια, που συνάντησε την πλήρη υποστήριξη των Ευρωπαίων επικυρίαρχων- Μέρκελ, Γιούνκερ, Μοσκοβισί, Ντάιζελμπλουμ-, οι οποίοι πριν δύο μήνες προσπαθούσαν να ακυρώσουν με κάθε τρόπο το δικαίωμα δημοκρατικής έκφρασης του ελληνικού λαού με δημοψήφισμα.
Ουδείς σοβαρός άνθρωπος πιστεύει πραγματικά ότι αυτά τα καταστροφικά, από κοινωνική άποψη, μέτρα μπορεί να είναι αποτελεσματικά ακόμη και από τη στενά δημοσιονομική σκοπιά. Η αποτυχία τους είναι προεξοφλημένη και θα οδηγήσει σε νέα πακέτα αντιλαϊκών μέτρων, για να συνεχιστεί ο φαύλος κύκλος που γνωρίσαμε με τις προηγούμενες Μνημονιακές κυβερνήσεις. Εργαζόμενοι, αγρότες, νέοι, επαγγελματίες και μικροί επιχειρηματίες καταστρέφονται μόνο και μόνο για να εξασφαλισθούν οι δόσεις της δανειακής «βοήθειας», οι οποίες την ίδια στιγμή της εκταμίευσής τους πηγαίνουν, κατά το 99%, είτε στους δανειστές, είτε στους τραπεζίτες. Σταγόνα δεν πέφτει στην πραγματική οικονομία και στους πολίτες που βρίσκονται στο χείλος του οικονομικού αφανισμού.
Είναι αστείο να περιμένει κανείς ότι αυτή η ηγετική ομάδα, που υπέγραψε το τρίτο Μνημόνιο και έκτοτε εγκωμιάζεται από τους εκπροσώπους των δανειστών και της εγχώριας ολιγαρχίας, θα καταφέρει- κάπως, κάποτε- να απεγκλωβιστεί από αυτό. Αν πάρεις το λάθος τρένο, όλοι οι σταθμοί που θα συναντήσεις στη διαδρομή σου θα είναι λάθος. Και είναι αιθεροβάμων όποιος πιστεύει ότι μπορεί να τα βάλει με τα μεγάλα συμφέροντα μια κυβέρνηση που δέχθηκε να κόψει άμεσα 93 ευρώ τον μήνα από τους φτωχότερους των φτωχών, συρρικνώνοντας την κατώτατη σύνταξη στο εξευτελιστικό όριο των 393 ευρώ!
Για ένα μεγάλο μέτωπο του “ΟΧΙ μέχρι το τέλος”
Για όλους αυτούς τους λόγους κατέστη επείγουσα ανάγκη η συγκρότηση της Λαϊκής Ενότητας, ενός πολιτικού και κοινωνικού μετώπου ανατροπής των Μνημονίων και της εξοντωτικής λιτότητας, της αντιδημοκρατικής εκτροπής και της μετατροπής της Ελλάδας σε ευρωαποικία με μοχλό το χρέος.
Χρειαζόμαστε ένα μεγάλο λαϊκό, πατριωτικό μέτωπο αξιοπιστίας, συνέπειας και ανιδιοτέλειας που θα αναστυλώσει τις προδομένες ελπίδες, θα νικήσει τον φόβο και θα δώσει αέρα νίκης στο μεγάλο, λαϊκό και νεανικό ρεύμα του «ΟΧΙ» της 5ης Ιουλίου. Ματαιοπονούν όσοι προσπαθούν να διαβάλουν εκ των προτέρων αυτή την προσπάθεια μιλώντας για «αποστασία» που έριξε τάχα την «πρώτη αριστερή κυβέρνηση». Αποστάτησαν από την Αριστερά μόνον εκείνοι που επέλεξαν να γίνουν η τρίτη Μνημονιακή κυβέρνηση αυτού του τόπου.
Η Λαϊκή Ενότητα δεν είναι εκλογική σημαία ευκαιρίας, ούτε φιλοδοξεί να προστεθεί στα κόμματα του χρεοκοπημένου, πολιτικού κατεστημένου. Αποτελεί συσπείρωση πολιτικών οργανώσεων, κινήσεων και ανένταχτων πολιτών, που φιλοδοξεί να εκφράσει, να εμπνεύσει και να ενισχύσει ένα πραγματικό λαϊκό κίνημα, με πρωτοβουλίες αυτοοργάνωσης. Θέλουμε να γίνει η φωνή εκείνων που σήμερα δεν έχουν φωνή, η δύναμη των αδυνάμων. Θέλουμε να είναι η αφετηρία για το μέτωπο που θα εκπροσωπήσει τη συμμαχία των εργαζομένων, των ανέργων, της αγροτιάς, των αυτοαπασχολούμενων, των μικρομεσαίων στρωμάτων της πόλης, της διανόησης και των ανθρώπων του πολιτισμού, στην κοινή προσπάθεια για ν’ αλλάξει δρόμο η ελληνική κοινωνία.
Σ’ αυτή την προσπάθεια δεν χωρούν λογικές ηγεμονισμού και αποκλειστικής αλήθειας. Έχουν θέση διάφορες κοινωνικές ευαισθησίες, προοδευτικές πολιτικές παραδόσεις και ιδεολογικές προτιμήσεις. Είναι όρος ύπαρξης αυτού του μετώπου η δημοκρατική λειτουργία του, με κέντρο τους ίδιους τους αγωνιστές, τις διεκδικήσεις και τις αναζητήσεις τους. Οι δυνάμεις, οι αγωνιστές και αγωνίστριες που συμμετέχουν στη Λαϊκή Ενότητα συνδέονται με ισχυρή πολιτική συμφωνία για μια άμεση, ζωτικά αναγκαία, ριζοσπαστική εναλλακτική λύση στη Μνημονιακή τραγωδία. Μια λύση που θα λειτουργήσει προς όφελος των λαϊκών τάξεων, σε βάρος του μεγάλου κεφαλαίου, που θα απαλλάξει την Ελλάδα από τη θανάσιμη επικυριαρχία των ιμπεριαλιστικών κέντρων. Μας ενώνει η κοινή αναζήτηση, μέσα από διαφορετικούς δρόμους, μιας νέας κοινωνίας, απελευθερωμένης από τα δεσμά της εκμετάλλευσης και κάθε είδους καταπίεσης, μιας κοινωνίας με αλληλεγγύη, δικαιοσύνη και ελευθερία, στο δρόμο για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα.
Τα άμεσα μέτρα για την έξοδο από την κοινωνική καταστροφή
Άμεση, βασική επιδίωξη της Λαϊκής Ενότητας είναι να δημιουργηθούν, μέσα από τα κοινωνικά κινήματα και την πολιτική δράση, μέσα κι έξω από τη Βουλή, οι προϋποθέσεις για τη ριζοσπαστική εναλλακτική λύση στη σημερινή, Μνημονιακή πραγματικότητα.
Οι βασικές συντεταγμένες του άλλου δρόμου έχουν ήδη προσδιοριστεί από πολλές αριστερές δυνάμεις, ριζοσπαστικά κινήματα και προοδευτικούς επιστήμονες. Η εναλλακτική λύση που υπερασπιζόμαστε επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε όλα τα καίρια προβλήματα της οικονομίας, της κοινωνίας, του κράτους και της εξωτερικής πολιτικής. Ασφαλώς και δεν περιορίζεται στο θέμα της νομισματικής πολιτικής, όπως υποστηρίζουν οι πλαστογράφοι και συκοφάντες που μιλάνε για «λόμπι της δραχμής».
Το πρόβλημα με αυτή την εναλλακτική πρόταση δεν είναι η τάχα ανεπαρκής «τεχνική» επεξεργασία της, αλλά η ελλιπής πολιτική προετοιμασία της: το γεγονός ότι δεν έχει συζητηθεί στον απαιτούμενο βαθμό μέσα στο λαό και στις κοινωνικές συλλογικότητες. Δηλαδή, ανάμεσα σε εκείνους που θα κληθούν να παλέψουν σκληρά, απέναντι σε τεράστια συμφέροντα, για την υλοποίησή της. Αυτό το κενό φιλοδοξούμε να καλύψουμε άμεσα, με μια μεγάλη καμπάνια δημόσιου διαλόγου, απέναντι σ’ όσους πασχίζουν να επιβάλουν ένα νέο «ιδιώνυμο». Να δαιμονοποιήσουν, ακόμη και να ποινικοποιήσουν την «απαγορευμένη» συζήτηση.
Τα άμεσα, κατεπείγοντα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για ν’ ανοίξει ένας νέος δρόμος είναι:
-Η κατάργηση των κοινωνικά και οικονομικά καταστροφικών Μνημονίων και των αποικιακών, δανειακών συμβάσεων υποθήκευσης του μέλλοντός μας, που τα συνοδεύουν.
-Η διακοπή πληρωμών του χρέους- τη μη βιωσιμότητα του οποίου αναγνωρίζει, από τη δική του σκοπιά, ακόμη και το ΔΝΤ- με στόχο τη συνολική διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του. Η διακοπή πληρωμών θα συνοδευτεί από πολιτικές και νομικές ενέργειες, σε διεθνές επίπεδο, οι οποίες θα αξιοποιήσουν και το σχετικό πόρισμα της Επιτροπής Αλήθειας της Βουλής.
-Ανεξάρτητα, αλλά παράλληλα με τη διεθνή δράση για το θέμα του χρέους, θα διεκδικηθούν άμεσα- πολιτικά, νομικά, κινηματικά- και με επιμονή οι γερμανικές οφειλές, δηλαδή το κατοχικό δάνειο και οι αποζημιώσεις για τα θύματα και τις καταστροφές της ναζιστικής θηριωδίας.
-Ο άμεσος τερματισμός της λιτότητας και η εφαρμογή μιας πολιτικής αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου προς όφελος των εργαζόμενων στρωμάτων και σε βάρος των ολιγαρχών. Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να υπάρξει για τα πιο χτυπημένα από την κρίση κοινωνικά στρώματα, με στήριξη των εισοδημάτων τους και σταδιακή αύξηση των κατώτατων μισθών, συντάξεων και επιδομάτων ανεργίας, εξασφάλιση ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και βασικών αγαθών (ρεύμα, νερό, θέρμανση) για όλους.
Γενικότερα, θα στηριχθούν οι μισθοί, οι συντάξεις και οι κοινωνικές δαπάνες για τη δημόσια δωρέαν παιδεία, τη λαϊκή υγεία, τον πολιτισμό. Θα ενθαρρυνθεί η σταδιακή αύξησή τους, σε συνάρτηση με τους αναπτυξιακούς ρυθμούς. Θα αναιρεθούν τα εξοντωτικά, για τους αγρότες και τους ελεύθερους επαγγελματίες, φορολογικά και άλλα μνημονιακά μέτρα. Θα καταργηθεί ο ΕΝΦΙΑ και θα θεσπισθεί φόρος μόνο για την πολύ μεγάλη, ακίνητη περιουσία.
-Η εθνικοποίηση των τραπεζών και η λειτουργία τους υπό καθεστώς κοινωνικού ελέγχου, με απόλυτη εξασφάλιση της λαϊκής αποταμίευσης. Το νέο, εθνικοποιημένο και απαλλαγμένο από την πατρωνία της ΕΚΤ τραπεζικό σύστημα θα εξασφαλίσει τη ζωτικά αναγκαία «σεισάχθεια» στα εξουθενωμένα από την κρίση νοικοκυριά. Θα παρέχει την εξίσου αναγκαία ρευστότητα στους επαγγελματίες και τις μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις που κινδυνεύουν με αφανισμό. Στην κατεύθυνση αυτή θα επαναλειτουργήσουν η Αγροτική Τράπεζα και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και θα διερευνηθούν τα σκάνδαλα του ξεπουλήματός τους. Η εθνικοποίηση των τραπεζών θα επιτρέψει την άμεση και σε βάθος διερεύνηση των θαλασσοδανείων που έχουν χορηγηθεί σε μονοπωλιακούς ομίλους και της φοροδιαφυγής μέσω διάφορων λιστών τύπου Λαγκάρντ.
Οικονομική ανασυγκρότηση και πολιτιστική αναγέννηση
Παράλληλα με αυτά τα κατεπείγοντα μέτρα, που θα δώσουν μια πρώτη ανάσα στην οικονομία και τα λαϊκά στρώματα, θα προωθηθούν ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις για την αλλαγή του χρεοκοπημένου μοντέλου ανάπτυξης και την ανατροπή των κοινωνικών συσχετισμών υπέρ του λαού και σε βάρος των διαπλεκόμενων ολιγαρχών. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν:
-Τη ριζοσπαστική αναθεώρηση της εργασιακής νομοθεσίας, με επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων. Απόκρουση της εργοδοτικής αυθαιρεσίας, αυστηρότατα όρια και αντικίνητρα στις απολύσεις, ενεργοποίηση και ενίσχυση των επιθεωρήσεων εργασίας. Δημόσιος, κοινωνικός, αναβαθμισμένος ΟΑΕΔ και κατάργηση των ιδιωτικών εταιρειών επινοικίασης εργαζομένων.
-Τη δημιουργία ενός σταθερού, κοινωνικά δίκαιου και αναδιανεμητικού φορολογικού συστήματος, ώστε να πληρώσουν επιτέλους τα βάρη της κρίσης όχι τα συνήθη υποζύγια, αλλά οι έχοντες και κατέχοντες.
-Τον τερματισμό των αρπακτικών ιδιωτικοποιήσεων, συρρικνώσεων και διαλύσεων επιχειρήσεων, δικτύων και υποδομών (ΔΕΗ, φυσικό αέριο, λιμάνια, αεροδρόμια, ακίνητα δημοσίου κ.α.). Την άμεση κατάργηση του ΤΑΙΠΕΔ. Την επανάκτηση της δημόσιας περιουσίας που εκποιήθηκε στο ιδιωτικό κεφάλαιο με ακύρωση των παράνομων και αντισυνταγματικών αποφάσεων για την εκχώρησή τους, χωρίς αποζημίωση, με εξαίρεση τους μικρομετόχους. Την εθνικοποίηση, ανασυγκρότηση και λειτουργία υπό καθεστώς εργατικού- κοινωνικού ελέγχου όλων των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, δικτύων και υποδομών, που θα αναλάβουν και τον ρόλο της ατμομηχανής της οικονομίας. Στόχος είναι μια ταχεία οικονομική αναζωογόνηση που θα δημιουργεί θέσεις εργασίας, θα ενισχύει τη θέση των εργαζομένων και θα σέβεται το περιβάλλον.
-Ανασυγκρότηση του διαλυμένου εθνικού συστήματος υγείας, των δημοσίων νοσοκομείων και ενός πρωτοβάθμιου συστήματος υγείας υψηλής ποιότητας, προσιτού σε όλους, στο κέντρο και την περιφέρεια.
-Αντιμετώπιση της πολιτιστικής ερήμωσης, διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα των πολιτιστικών θεσμών και της πρόσβασης όλου του λαού στην πολιτιστική δημιουργία. Στήριξη από το δημόσιο κάθε δημιουργικής πρωτοβουλίας των ανθρώπων του πολιτισμού και των ίδιων των πολιτών.
-Οικονομική ανασυγκρότηση με μετατόπιση του κέντρου βάρους α) από την κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων στην παραγωγή (κυρίως στη βιομηχανική και αγροτική παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας) και β) από τη συμπίεση του εργατικού κόστους στη μεγέθυνση της προστιθέμενης αξίας. Επιδιώκουμε, εν τέλει, τη μετάβαση από μια ανάπτυξη που εξυπηρετεί τους σφετεριστές της εργασίας και της φύσης σε μια ανάπτυξη που θα έχει στο κέντρο της την τεχνολογική ανανέωση, την καινοτομία, τη σύγχρονη οργάνωση και, κυρίως, τους παραγωγούς του κοινωνικού πλούτου. Μια ανάπτυξη που θα στηρίζεται στη δική τους γνώση, εμπειρία, μεράκι και δημιουργικότητα. Προς αυτή την κατεύθυνση θα χρειαστεί μια πολιτική δημοκρατικού κεντρικού και περιφερειακού σχεδιασμού, με τη συμμετοχή και συναπόφαση των τοπικών κοινωνιών, και με έντονη περιβαλλοντική διάσταση.
- Τη γενναία ενίσχυση της δημόσιας, δωρεάν παιδείας και της έρευνας, που αποτελεί, πέραν των άλλων, και βασική προϋπόθεση για μια παραγωγική στροφή προς ένα νέο, αποδοτικό κοινωνικό πρότυπο.
- Ουσιώδης συνιστώσα της οικονομικής ανασυγκρότησης θα είναι ο «τρίτος» (πλάι στον κρατικό και τον ιδιωτικό) τομέας, της κοινωνικής οικονομίας (συνεταιρισμοί, αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις που έχουν εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες τους, δομές αλληλεγγύης κλπ). Θα απαιτηθεί η γενναιόδωρη ενίσχυσή του από το δημόσιο τραπεζικό σύστημα και τον κρατικό μηχανισμό.
-Την πολιτική αλληλεγγύης και ανθρωπιάς απέναντι στους πρόσφυγες και τους οικονομικούς μετανάστες. Θα πολεμήσουμε ενεργά κάθε ξενοφοβική και ρατσιστική αντιμετώπιση- με ακραία την περίπτωση της φασιστικής Χρυσής Αυγής- που τείνει να μετατρέψει τον κοινωνικό πόλεμο του κεφαλαίου σε εθνοτικό «εμφύλιο» πόλεμο, στο εσωτερικό του κόσμου της εργασίας. Θα αγωνιστούμε εναντίον των ιμπεριαλιστικών πολέμων που παροξύνουν το προσφυγικό και μεταναστευτικό πρόβλημα. Θα διεκδικήσουμε τη στήριξη που οφείλουν στη χώρα μας και στις άλλες χώρες «πρώτης γραμμής» οι άλλες, βορειότερες χώρες της Ευρώπης, απαιτώντας παράλληλα την κατάργηση του Δουβλίνου ΙΙ που μετατρέπει την Ελλάδα σε φυλακή μεταναστών.
Έξοδος από τη νομισματική φυλακή της ευρωζώνης
Έχουμε πλήρη επίγνωση ότι και μόνη η ακύρωση των Μνημονίων- και πολύ περισσότερο οι δομικές ριζοσπαστικές αλλαγές που περιγράψαμε- θα προκαλέσουν τη σφοδρή αντίδραση των κυρίαρχων δυνάμεων της ΕΕ. Θα προσπαθήσουν να στραγγαλίσουν το εγχείρημά μας από την πρώτη στιγμή, με βασικό μοχλό τη διακοπή της ρευστότητας στις τράπεζες από την ΕΚΤ. Αυτό άλλωστε, το ζήσαμε ήδη το προηγούμενο εξάμηνο, ακόμη και με την πολύ μετριοπαθέστερη πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ.
Επομένως, τα ζητήματα της εξόδου από την ευρωζώνη και της ρήξης με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και επιλογές της Ε.Ε., η οποία ακολουθεί όλο και πιο αντιδραστικούς και αντιδημοκρατικούς δρόμους, τίθενται στην ημερήσια διάταξη, όχι ως προϊόν κάποιας ιδεολογικής εμμονής, αλλά με όρους στοιχειώδους πολιτικού ρεαλισμού. Η οδυνηρά αποκτημένη πείρα των τελευταίων μηνών έδειξε και στους πιο δύσπιστους ότι οι κυρίαρχες δυνάμεις στη σημερινή, γερμανική ΕΕ δεν είναι ούτε «σύμμαχοι», ούτε «εταίροι». Είναι οικονομικοί εκβιαστές και πολιτικοί βιαστές. Και δεν διστάζουν να εκδικούνται έναν ολόκληρο λαό με την πιο ανελέητη εκδοχή «συλλογικής τιμωρίας», όταν δεν τους αρέσουν οι αποφάσεις του.
Η ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας και η καθιέρωση, με νέους, δημοκρατικούς, κοινωνικούς και αναπτυξιακούς όρους, εθνικού νομίσματος, δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Είναι ένα από τα αναγκαία εργαλεία για την πραγματοποίηση των ριζοσπαστικών αλλαγών που περιγράψαμε- και για τις οποίες, βέβαια, τελικός εγγυητής δεν θα είναι το νόμισμα, αλλά ο αγώνας των λαϊκών τάξεων. Παρά τις αναπόφευκτες δυσκολίες των πρώτων μηνών, τίποτα δεν δικαιολογεί τις Κασσάνδρες που ταυτίζουν ένα τέτοιο βήμα με οικονομικό ολοκαύτωμα και εθνική καταστροφή. Μέσα στον εικοστό αιώνα, 69 νομισματικές ενώσεις κατέρρευσαν στον πλανήτη, χωρίς να έρθει το τέλος του κόσμου. Η καθιέρωση εθνικού νομίσματος ως προϋπόθεση για την εφαρμογή ενός προοδευτικού προγράμματος ανασυγκρότησης και διεξόδου, δεν είναι μόνο μια βιώσιμη επιλογή, αλλά και μια επιλογή ελπίδας, που μπορεί να βάλει τη χώρα σε μια νέα, αναπτυξιακή τροχιά.
Δεν είμαστε νοσταλγοί της καπιταλιστικής Ελλάδας της δραχμής. Ξέρουμε ότι κάθε άλλο παρά παράδεισος για τις εκμεταλλευόμενες τάξεις ήταν η προ- ευρώ κατάσταση της χώρας μας. Αλλά τα 13 χρόνια που ζούμε με το ευρώ, ιδιαίτερα τα τελευταία, δεν ήταν καθόλου καλύτερα: τα πρώτα επτά από αυτά ήταν, για ορισμένα τμήματα του πληθυσμού, η εποχή της πιστωτικής και καταναλωτικής μέθης, πάνω στα σωρευμένα ερείπια της παραγωγικής βάσης της χώρας. Αλλά, τα επόμενα έξι χρόνια ήταν το απότομο ξύπνημα από το μεθύσι και η κάθοδος στη Μνημονιακή κόλαση, χωρίς κανένα φως στην άκρη του τούνελ. Είναι πια καιρός να επιχειρήσουμε μια λυτρωτική έξοδο.
Η ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας, με την απεξάρτηση της Τράπεζας της Ελλάδο από την ΕΚΤ, τη λειτουργία της με κυβερνητική, δημόσια, κοινωνική ευθύνη και με την έκδοση εθνικού νομίσματος, θα προσφέρει την αναγκαία ρευστότητα στην οικονομία, χωρίς τους επαχθείς όρους των δανειακών συμβάσεων. Θα βοηθήσει αποφασιστικά στην ενίσχυση των εξαγωγών, στον περιορισμό και στη σταδιακή υποκατάσταση των εισαγωγών από εγχώρια προϊόντα, στην ενδυνάμωση της παραγωγικής βάσης της χώρας και του τουριστικού ρεύματος. Θα ευνοήσει τη δημιουργία θέσεων εργασίας μέσω ενός προγράμματος αναγκαίων δημοσίων παραγωγικών επενδύσεων, αναπτυξιακών πρωτοβουλιών των μεγάλων, δημοσίων επιχειρήσεων, στήριξης του κοινωνικού τομέα της οικονομίας και αποκατάστασης της πίστωσης στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Η κατάργηση των άδικων φορολογικών και άλλων βαρών στα μικρομεσαία εισοδήματα και επιχειρήσεις που επιβάλλουν τα Μνημόνια μόνο και μόνο για να εξυπηρετείται το αβίωτο χρέος, θα αναζωογονήσει τη ζήτηση και θα ωθήσει την ανάπτυξη. Συνολικά, θα παρουσιάσουμε και θα θέσουμε υπό συζήτηση ένα ειδικό σχέδιο για την Ελλάδα, που θα εφαρμόζει ένα ριζοσπαστικό, προοδευτικό πρόγραμμα με εθνικό νόμισμα.
Για μια ισότιμη θέση της Ελλάδας στο σύγχρονο κόσμο
Η έξοδος από την οικονομική «φυλακή» της Ευρωζώνης δεν σημαίνει εθνική «αυτάρκεια» και διεθνή πολιτική απομόνωση, όπως ψευδώς υποστηρίζουν οι αντίπαλοί μας. Αντίθετα, εγκαινιάζοντας έναν άλλο δρόμο ριζοσπαστικών αλλαγών, ο ελληνικός λαός μπορεί να γίνει φάρος ελπίδας για τους άλλους λαούς της Ευρώπης και του κόσμου, να εξασφαλίσει πολύτιμες συμπάθειες, στηρίγματα και συμμαχίες. Ο εναλλακτικός δρόμος που προτείνουμε θα στερήσει την Ελλάδα μόνο από τις αλυσίδες της, που την περιορίζουν στον ρόλο του ευρωατλαντικού «οικόπεδου». Θα απελευθερώσει, όμως, τις δυνατότητές της να αναπτύξει αμοιβαία επωφελείς σχέσεις με όλες τις χώρες που θα σέβονται την κυριαρχία της και την απόφασή της να είναι φιλική προς όλους τους λαούς του κόσμου, χωρίς να είναι δεδομένη για καμία δύναμη.
Κεντρική μας κατεύθυνση θα είναι μια νέα, ανεξάρτητη, πολυδιάστατη πολιτική διεθνών σχέσεων, στον ενεργειακό, οικονομικό και πολιτικό τομέα. Διεθνών σχέσεων, που δεν θα περιορίζονται αποκλειστικά στα στενά όρια της Ε.Ε. Επιδιώκουμε μια ενεργητική πολιτική συνεργασίας στη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή. Μια πολιτική που θα αξιοποιεί τις νέες δυνατότητες αμοιβαία επωφελών συνεργασιών με τις αναδυόμενες δυνάμεις των BRICS, τη Λατινική Αμερική και άλλες περιοχές του πλανήτη.
Τασσόμαστε κατά του νέου «Ψυχρού Πολέμου» και μιας καινούργιας διαίρεσης της Ευρώπης με την ύψωση νέου τείχους προς τη Ρωσία. Αγωνιζόμαστε εναντίον των ιμπεριαλιστικών επιλογών και των στρατιωτικών τυχοδιωκτισμών του ΝΑΤΟ. Δεσμευόμαστε υπέρ της εξόδου της Ελλάδας από αυτόν τον συνασπισμό, μια πολεμική μηχανή που διαλύει κράτη, καταδυναστεύει λαούς και αποσταθεροποιεί το ευρύτερο γεωπολιτικό τόξο της περιοχής μας, από την ανατολική Ουκρανία μέχρι τη Μέση Ανατολή. Αγωνιζόμαστε για την απομάκρυνση των αμερικανικών-νατοϊκών βάσεων, για τη μη συμμετοχή της Ελλάδας σε οποιονδήποτε ιμπεριαλιστικό οργανισμό. Επιδιώκουμε την αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργούν στις ελληνοτουρκικές σχέσεις οι απαιτήσεις της Άγκυρας με ειρηνικό διάλογο, στη βάση της πιστής τήρησης των διεθνών συμφωνιών, του διεθνούς δικαίου και ειδικότερα του Δικαίου της Θάλασσας.
Είμαστε σθεναρά αντίθετοι σε κάθε προσπάθεια αλλαγής των συνόρων στην περιοχή μας. Αποκρούουμε κάθε υποδαύλιση εθνικιστικών, σοβινιστικών τάσεων. Αγωνιζόμαστε για δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού, στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ, για μια Κύπρο ανεξάρτητη, χωρίς στρατεύματα κατοχής και ξένες βάσεις. Θεωρούμε αναγκαίο τον τερματισμό της στρατιωτικής συνεργασίας με το Ισραήλ- δύναμη κατοχής ξένων εδαφών στην περιοχή- και την άμεση αναγνώριση του κράτους της Παλαιστίνης. Στεκόμαστε αλληλέγγυοι με όλους τους λαούς του κόσμου που αγωνίζονται για ελευθερία, δικαιοσύνη και αυτοδιάθεση.
Η έξοδος από την ευρωζώνη και η εφαρμογή ενός ριζοσπαστικού προγράμματος με πρωταγωνιστή τον οργανωμένο λαό, συνεπάγεται ένα δρόμο σύγκρουσης με τις επιλογές της ΕΕ και τα αντιδημοκρατικά, υπερεθνικά όργανά της. Γιατί ήδη από τη συνθήκη του Μάαστριχτ, η διαδικασία συγκρότησης της ΕΕ εξυπηρετεί το νεοφιλελεύθερο σχέδιο, ενισχύει ιμπεριαλιστικές βλέψεις των ηγετικών δυνάμεων και υπονομεύει τη λαϊκή κυριαρχία.
Απέναντι στην αναπόφευκτη επίθεση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των πολιτικών του εκπροσώπων, ο λαός πρέπει να είναι έτοιμος για όλα. Το ζήτημα της αποχώρησης της Ελλάδας από την Ε.Ε. μπορεί να τεθεί εκ των πραγμάτων και ανά πάσα στιγμή στην ημερήσια διάταξη. Σ’ αυτή την περίπτωση, θα καλέσουμε το λαό να επιμείνει στην εφαρμογή του προοδευτικού προγράμματος που έχει επιλέξει, παίρνοντας την απόφασή του για παραμονή ή όχι στην Ε.Ε. με δημοψήφισμα, όπως άλλωστε έγινε και γίνεται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Σε κάθε περίπτωση, η έξοδος από την ευρωζώνη και η σύγκρουση με το ασφυκτικό πλαίσιο της Ε.Ε. δεν σημαίνει απομόνωση της Ελλάδας από το ευρωπαϊκό της περιβάλλον. Θα απευθυνθούμε ιδιαίτερα στους άλλους λαούς, τα κοινωνικά κινήματα και τις προοδευτικές δυνάμεις των χωρών- μελών της Ε.Ε. με τις οποίες μας συνδέουν μακρόχρονοι οικονομικοί, πολιτικοί και πολιτιστικοί δεσμοί. Επιδιώκουμε να συμβάλουμε στη δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού κινήματος γύρω από στόχους που εκφράζουν τα κοινά συμφέροντα του κόσμου της εργασίας, ανεξαρτήτως εθνικότητας.
Σταθμό στην αντιδραστική μετάλλαξη της Ε.Ε. αποτελεί η επωαζόμενη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων (ΤΤΙΡ). Μια συμφωνία που παραδίδει τα δημόσια αγαθά (νερό, παιδεία, υγεία κλπ) στις πολυεθνικές επιχειρήσεις, ανοίγει διάπλατα το δρόμο στα γενετικά μεταλλαγμένα τρόφιμα, ενώ καταργεί κάθε έννοια εργατικού δικαίου και εθνικής κυριαρχίας που μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην ασυδοσία των «επενδυτών». Θα αγωνιστούμε με όλες μας τις δυνάμεις, μαζί με όλα τα προοδευτικά κινήματα της Ευρώπης, για να μην επικυρωθεί αυτή η συμφωνία- έκτρωμα.
Δημοκρατία παντού, λαϊκή εξουσία
Ουσιώδες συστατικό της εναλλακτικής μας πρότασης είναι ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του κράτους, της δικαιοσύνης και της δημόσιας διοίκησης. Η αποκατάσταση και διεύρυνση των δημοκρατικών ελευθεριών, από τον χώρο εργασίας μέχρι το δικαίωμα στη διαδήλωση, η διάλυση των ΜΑΤ και γενικότερα η αντιμετώπιση των μηχανισμών καταστολής του «εχθρού- λαού», ο εκδημοκρατισμός και η διαφάνεια στο χώρο των ΜΜΕ, η αποφασιστική αντιμετώπιση της διαφθοράς και της διαπλοκής, αποτελούν τα πιο επείγοντα μέτρα σ’ αυτό το πεδίο.
Παράλληλα, θα επανεξετάσουμε τον ρόλο και την κατεύθυνση των λεγόμενων «ανεξάρτητων αρχών» σε καίριους τομείς που ρυθμίζουν το τραπεζικό σύστημα, τις τηλεπικοινωνίες, την ενέργεια, την ενημέρωση κλπ. Βεβαίως, άλλες ανεξάρτητες αρχές που μπορούν να παίξουν χρήσιμο κοινωνικό ρόλο, όπως το ΑΣΕΠ, θα διατηρηθούν και θα υποβοηθηθούν, με ενίσχυση της διαφάνειας και του κοινωνικού ελέγχου. Επιπλέον, θα ξεκινήσουμε μία ευρύτατη κοινωνική διαβούλευση για την εκ βάθρων αναθεώρηση του Συντάγματος και του όλου πολιτικού συστήματος από μια νέα, Συντακτική Εθνοσυνέλευση, που θα προκύψει από επόμενες εκλογές. Κεντρικός στόχος αυτής της αναθεώρησης θα είναι η καθιέρωση μιας νέας, προωθημένης Δημοκρατίας, που θα συνδυάζει την αντιπροσωπευτική με την άμεση, την αποτελεσματική διακυβέρνηση με τη στήριξη στη λαϊκή πρωτοβουλία και αυτενέργεια, τη λαϊκή συμμετοχή και τις άμεσες λαϊκές αποφάσεις, με βάση και τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές και εμπειρίες.
Για εμάς η διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας δεν είναι αυτοσκοπός. Εντάσσεται στο συνολικό στόχο της διεκδίκησης της πολιτικής εξουσίας από μια ευρύτερη λαϊκή συμμαχία. Υπηρετεί ένα πρόγραμμα άμεσης διεξόδου σήμερα, που μπορεί να επιβληθεί από μια κυβέρνηση η οποία θα στηρίζεται στη δύναμη του οργανωμένου λαού και στους δικούς του διακριτούς θεσμούς, στο εργατικό κίνημα, στο κίνημα της νεολαίας, στα τοπικά και περιβαλλοντικά κινήματα, στα κινήματα αλληλεγγύης, στις μορφές λαϊκής αυτοοργάνωσης. Η εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος μπορεί να αλλάξει τους κοινωνικούς συσχετισμούς και να διαμορφώσει τους όρους για τη χάραξη ενός άλλου δρόμου για την ελληνική κοινωνία, με σοσιαλιστική προοπτική.
πηγη: rproject.gr
Για την Αριστερά που θα επιλέξει τη ρήξη και θα την προετοιμάσει

του Παναγιώτη Μαυροειδή*
Η επτάμηνη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με την τραγική κατάληξη στο τρίτο πεντακομματικό μνημόνιο και την απόλυτη υποταγή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. στα αφεντικά της ευρωζώνης και της Ε.Ε., πήρε τέλος.
Ηταν η πέμπτη κυβέρνηση θλιβερής διαχείρισης του σχεδίου εργατικής γενοκτονίας στην Ελλάδα, την οποία κατάπιαν τα μνημόνια.
Αλλά ήταν και η πρώτη δήθεν «αριστερή κυβέρνηση», της οποίας ο βασικός κομματικός στυλοβάτης (ΣΥΡΙΖΑ), έσπασε σε χίλια κομμάτια, καιγόμενη όπως της άξιζε, μια και είχε το θράσος να μετατρέψει το περήφανο λαϊκό «OXI» σε ένα ραγιάδικο «NAI».
Αποδείχτηκε ότι κατάργηση των μνημονίων μέσα στην Ε.Ε. που τα σχεδιάζει και τα επιβάλλει με το φονικό όπλο του ευρώ δεν μπορεί να υπάρξει.
Η αστραπιαία συστράτευση όλου του αστικού κόσμου στην Ελλάδα με τις διαταγές του Γιούνκερ, του Ντράγκι και της Μέρκελ, φανέρωσε ότι το θέμα δεν περιορίζεται σε κάποια μνημόνια που φέρνουν οι ξένοι. Το ζητούμενό τους είναι η καθίζηση της εργατικής τάξης και η διάλυση όλων των λαϊκών στρωμάτων, φτιάχνοντας κινεζικές ζώνες εργασιακής δουλείας.
Η «διαπραγμάτευση» με τους λύκους μέσα στη φωλιά τους, αποδείχτηκε θανατηφόρα αυταπάτη. Να που δεν αρκούσε μια κυβερνητική πλειοψηφία για να λύσει τα προβλήματα, την ώρα που ο λαός ήταν στη γωνία και το εργατικό λαϊκό κίνημα παροπλισμένο με τη λογική της ανάθεσης.
Η αναγκαία ανατροπή του κοινωνικού κανιβαλισμού της Ε.Ε. και του κεφαλαίου περνάει μέσα από τη ρήξη μαζί τους. Από ένα μέτωπο ανατροπής με πρωταγωνιστικό ρόλο σε ένα νέο μαχόμενο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα. Με μια μαχόμενη Αριστερά που θα τολμά να κοιτάξει τον αντίπαλο στα μάτια και να δώσει προοπτική στις πιο μαχητικές διαθέσεις του λαϊκού κόσμου, στις πιο αγωνιστικές ρηξιακές τάσεις του λαϊκού «όχι».
Ο μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ, ρητά πλέον, απορρίπτει οριστικά κάθε ρήξη, διότι όπως λέει αυτή συναντά εμπρός της την ευρωζώνη και εκεί προσκυνάει δουλικά.
Το ΚΚΕ, παρά τις ορθές προγραμματικές τοποθετήσεις του, «κλαδεύει» και τελικά αντιμάχεται την ανάγκη ρήξης και εξόδου από ευρωζώνη και Ε.Ε. σήμερα, στο όνομα μιας φαντασιακής λύσης αύριο, που θα έρθει με κομματική προπαγάνδα και αριστερό εμφύλιο.
Η ΛΑ.Ε., επιλέγοντας να κληροδοτήσει την ηττημένη πολιτική στρατηγική ΣΥΡΙΖΑ, αναπαράγει την αυταπάτη ότι μπορούν να καταργηθούν τα μνημόνια με ένα «πατριωτικό μέτωπο» και «εάν χρειαστεί, θα φύγουμε από την ευρωζώνη», ενώ παραμένει μέσα στην Ε.Ε. του διαρκούς μνημονίου, μιλώντας μόνο για «ρήξη με τις νεοφιλελεύθερες επιλογές της».
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σε συνεργασία με δυνάμεις και αγωνιστές της ευρύτερης αντικαπιταλιστικής κομμουνιστικής Αριστεράς, παρεμβαίνει με διακριτό στίγμα στην προσεχή εκλογική μάχη.
Να επιλέξουμε τον δρόμο της εξόδου από την ευρωζώνη και της Ε.Ε. για να ζήσει ο λαός. Θέτουμε επιτακτικά την ανάγκη για προετοιμασία της εξόδου. Οχι «βλέποντας και κάνοντας», αλλά με επιλογή, σχέδιο και αποφασιστικό αγώνα.
Οπως η παραμονή στην ευρωζώνη και την Ε.Ε. συνιστά ένα ταξικό πολιτικό σχέδιο από μεριάς του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, έτσι και η έξοδος για μας αποτελεί ένα αντίστροφο ταξικό σχέδιο. Για να κερδίσουν οι μισθοί, η ανάγκη δουλειάς για όλους και με όλα τα δικαιώματα, τα δημόσια κοινωνικά αγαθά, η δημοκρατία και ελευθερία. Για να νικήσουν οι ανάγκες του εργαζόμενου κόσμου και να ζήσουν οι άνεργοι, οι φτωχοί, οι ξεκληρισμένοι αγρότες και μικρομεσαίοι. Εναν δρόμο κλονισμού της οικονομικής δύναμης και της εξουσίας της αστικής τάξης στην Ελλάδα, στο πλαίσιο μιας αντικαπιταλιστικής ανατροπής.
Το ερώτημα σε αυτές τις εκλογές δεν αφορά το ποια κυβέρνηση θα εφαρμόσει την αθλιότητα του μνημονίου. Υπάρχουν πολλοί «πρόθυμοι» γι’ αυτό.
Αποτελεί πρόκληση το κάλεσμα του μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ για «δίκαιη εφαρμογή» των σφαγιαστικών μέτρων.
Δεν ενδιαφέρει ποιος υπουργός θα δρομολογεί τα νομοσχέδια για τις μαζικές απολύσεις και τη διάλυση του ασφαλιστικού συστήματος.
Ούτε ποιος θα μαζέψει με απειλές τον ΕΝΦΙΑ που δεν καταργείται.
Δεν θα διαλέξουμε εμείς το ποιος θα βάλει την υπογραφή για την ιδιωτικοποίηση των αεροδρομίων ή των λιμανιών.
Το ερώτημα δεν είναι ποιος θα είναι ο νέος Πανούσης στη διαρκή επιχείρηση καταστολής της νεολαίας και των μεταναστών.
Αλίμονο αν θα σκοτιστούμε εμείς ποιος θα καταβάλει την πληρωμή των δόσεων του ληστρικού χρέους στην Ε.Ε. και το ΔΝΤ.
Το ερώτημα των εκλογών αφορά τη μαχητική εργατική λαϊκή αντιπολίτευση. Την ισχυρή παρουσία μιας ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Που θα στηρίζεται και θα στηρίζει έναν νέο γύρο δράσης ενός αναγεννημένου εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος, των ανέργων, των συνταξιούχων, των αγροτών.
Οταν η κάλπικη ελπίδα αποδεικνύεται λεπίδα, η Αριστερά της ρήξης για την ανατροπή, με το ψηφοδέλτιο συνεργασίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, είναι η απάντηση στην υποταγή και τον νέο γύρο αυταπατών.
Για τη λαϊκή νίκη και το «όχι» μέχρι το τέλος των συστημικών πολιτικών και όσων τις στηρίζουν.
*μέλος της Π.Ε.του ΝΑΡ και του ΠΣΟ της
ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Πηγή: efsyn
- Τελευταια
- Δημοφιλή
