Σήμερα: 03/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

xreos_280_86.jpg

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Η Λαϊκή Ενότητα καταγγέλλει με ανακοίνωση της  την επονείδιστη  στάση της Ελλάδας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αναφορικά με την αναδιάρθρωση του χρέους  των υπερχρεωμένων χωρών και καλεί τον ελληνικό λαό να βγάλει τα συμπεράσματα του και να ανοίξει με την ψήφο και τους αγώνες του νεόυς δρόμους εθνικής αξιοπρέπειας, δημοκρατίας και προκοπής.

Ολόκληρη η ανακοίνωση της Λαϊκής Ενότητας έχει ως εξής :

«Η Λαϊκή Ενότητα καταγγέλλει στον ελληνικό λαό την επονείδιστη στάση που υιοθέτησε κατ’ εντολή του Α. Τσίπρα και του Β. Μεϊμαράκη η ελληνική κυβέρνηση στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, αναφορικά με την αναδιάρθρωση του χρέους των υπερχρεωμένων χωρών.

Με τη συντριπτική πλειοψηφία 136 υπέρ έναντι 6 κατά και 41 αποχές, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε απόφαση που αναγνωρίζει «το δικαίωμα κάθε κυρίαρχου κράτους να σχεδιάζει την μακροοικονομική πολιτική του, συμπεριλαμβανομένης της αναδιάρθρωσης του χρέους, χωρίς να αποθαρρύνεται ή να παρεμποδίζεται από καταχρηστικές παρεμβάσεις». Μια απόφαση που προσφέρει ένα ισχυρό, διεθνώς αναγνωρισμένο όπλο στη χώρα μας να αμφισβητήσει, ακόμη και με μονομερείς ενέργειες, το παράνομο, επονείδιστο και απεχθές χρέος. Ακριβώς γιαυτό, η απόφαση καταψηφίστηκε από τις χώρες που κατ’ εξοχήν εκφράζουν το παγκόσμιο τοκογλυφικό κεφάλαιο, όπως η Γερμανία, η ΗΠΑ και η Βρετανία.

Ακολουθώντας πειθήνια, ως πρόβατο επί σφαγήν, τις εντολές των Βρυξελλών, η ελληνική αντιπροσωπεία απείχε από αυτή την ιστορική ψηφοφορία. Η ευθύνη γι αυτή την επαίσχυντη στάση βαρύνει το σύνολο των μνημονιακών κομμάτων, παλιών και νέων, που δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από την «υπηρεσιακή» κυβέρνηση, την οποία από κοινού ανέδειξαν και στηρίζουν. Αποδεικνύει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι, όποια μνημονιακή κυβέρνηση κι αν προκύψει από τις εκλογές, θα συμπεριφέρεται σαν αγκιστρωμένο ψάρι των δανειστών- εκβιαστών, παραιτούμενη εκ των προτέρων από όλα τα όπλα που της δίνει το διεθνές δίκαιο και η διεθνής κοινότητα για να βγάλει από το λαιμό της το θανάσιμο βρόχο του χρέους.

Ο ελληνικός λαός καλείται να βγάλει τα συμπεράσματά του και να ανοίξει, με τους αγώνες και την ψήφο του, έναν άλλο δρόμο εθνικής αξιοπρέπειας, δημοκρατίας και προκοπής».

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρρίου 2015

πηγη: iskra.gr

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015 00:00

Αναγκαίος και δυνατός ο άλλος δρόμος

allos-dromos.jpg

Γράφουν: Δημήτρης Γρηγορόπουλος – Βασίλης Μηνακάκης

Πρώτη από τις προϋποθέσεις για τον άλλο δρόμο είναι η ρήξη με ό,τι και όσους αντιπροσωπεύουν την καθήλωση στα όρια του σάπιου καπιταλιστικού καθεστώτος: κυβερνήσεις, μνημόνια, αντεργατικές «μεταρρυθμίσεις», κεφαλαιοκράτες, τράπεζες, ΕΕ. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος χωρίς αναμέτρηση και σύγκρουση με όλους αυτούς.
Η κατάληξη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και άλλων ανάλογων παραδειγμάτων πείθουν και τους πιο δύσπιστους.

Το δόγμα της ΤΙΝΑ και η ανατροπή του

ΑΝΤΙΠΑΛΟ ΔΕΟΣ

Η μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, πέραν όλων των άλλων, ενίσχυσε ένα πολύ γνωστό αστικό στερεότυπο: δεν μπορεί να υπάρξει εναλλακτικό σχέδιο στον καπιταλιστικό μονόδρομο. Ή αλλιώς: ο καπιταλισμός και η ΕΕ μπορεί να μην είναι ό,τι καλύτερο, είναι όμως το μοναδικό σύστημα που υπάρχει˙ άρα, είναι ουτοπία να αναζητά κανείς λύσεις έξω απ’ αυτό το πλαίσιο.

Το εν λόγω επιχείρημα απέκτησε ισχύ αυτονόητης αλήθειας μετά την εκφυλιστική πορεία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και ενισχύθηκε από την εξέλιξη σχηματισμών όπως το ΠΑΣΟΚ ή η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, η Κομμουνιστική Επανίδρυση ή οι Εργατικοί του Μπλερ. Πρόκειται για ένα στερεότυπο που έγινε προμετωπίδα των πνευματικών αρχιερέων του νεοφιλελευθερισμού και πολιτικών σαν τη Θάτσερ˙, υποστηρίχτηκε από «έγκυρους» οικονομολόγους, που παρουσιάζουν την αγορά και το κέρδος ως τον «φυσικό» τρόπο λειτουργίας της οικονομίας˙, προβλήθηκε από «διακεκριμένους» κοινωνιολόγους, που αντιμετωπίζουν τη μισθωτή εκμετάλλευση και τις σχέσεις ταξικής κυριαρχίας ως τη μόνη μορφή κοινωνικής συγκρότησης και ενισχύθηκε από προβεβλημένους επιστήμονες, που έφτασαν να υποστηρίξουν ότι ο ανταγωνισμός ή η φτώχεια είναι δήθεν εγχαραγμένα στο γονιδίωμα του ανθρώπου!

Στην περίπτωση της Ελλάδας, το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος πέρα απ’ αυτόν που ορίζουν οι καπιταλιστικές σχέσεις, η χρεομηχανή, τα μνημόνια, η ΕΕ, η λεηλασία των μισθωτών, στηρίζεται επιπλέον σε μια σειρά «επιχειρήματα» του τύπου: ο «φυσικός χώρος της Ελλάδας είναι η Δύση», «τι να περιμένεις από μια χώρα που δεν παράγει τίποτα», «ένας μικρός λαός δεν μπορεί να τα βάλει με μεγαθήρια». Η ισχύς του επιχειρήματος είναι συνάρτηση δύο παραμέτρων: της συντριπτικής δύναμης πυρός με την οποία προβάλλεται από τους μηχανισμούς του συστήματος (κεφαλαιοκράτες, μίντια, ιδεολογική μηχανισμοί, διεθνείς ενώσεις, εκπαίδευση, εκκλησία κ.λπ.)˙ αλλά και της υποχώρησης που παρουσιάζει το κίνημα, της φθοράς που έχουν υποστεί η Αριστερά και οι κομμουνιστικές ιδέες, της αδυναμίας -τουλάχιστον ως τώρα- να εμφανιστεί ένα υπολογίσιμο «αντίπαλο δέος» προς την αστική τάξη πραγμάτων και την ΕΕ σε αξιακό, κινηματικό, πολιτικό και στρατηγικό επίπεδο.

Ένα «αντίπαλο δέος» που δεν θα λειτουργεί με όρους χιλιαστικής ομάδας ή ιδανικού οράματος για το απροσδιόριστο μέλλον, αλλά ως υπαρκτό κοινωνικό-πολιτικό ρεύμα, που θα δίνει μάχες τώρα με τα μνημόνια, τα αντεργατικά μέτρα, την αστική στρατηγική και, μέσα από αυτές, θα ανοίγει δρόμους συμβατούς με τα εργατικά-λαϊκά συμφέροντα και με τις μεγάλες πολιτικές που βρίσκονται στην ψυχή μιας πορείας κοινωνικής χειραφέτησης και κομμουνιστικής απελευθέρωσης.

Η σημασία ενός άλλου σχεδίου

Υπάρχει, όμως, ανάγκη για ένα άλλο σχέδιο πέρα κι έξω από το μονόδρομο της ΕΕ και του καπιταλισμού; Ή μήπως κάτι τέτοιο είναι περιττό γιατί οι εσωτερικές δυνάμεις του καπιταλισμού (το «αόρατο χέρι» του Α. Σμιθ ή η «δημιουργική καταστροφή» του Γ. Σουμπέτερ) μπορούν να τον διορθώσουν ή γιατί τα πράγματα μπορεί να καλυτερέψουν αν ελέγξουμε τις αχαλίνωτες αγορές και την εικονική οικονομία, υπερβούμε τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, αντιμετωπίσουμε το δημοκρατικό έλλειμμα στην ΕΕ και άλλα παρόμοια;

Η απάντηση στο ερώτημα είναι σαφής: Υπάρχει ανάγκη και μάλιστα πιεστική. Ο σύγχρονος καπιταλισμός, η κρίση του και η στρατηγική για την υπέρβασή της (έκφραση της οποίας είναι τα μνημόνια) το μόνο που έχουν να «δώσουν» στους εργαζόμενους και τους νέους -ιδίως σε αυτούς- είναι δεκαετίες ανεργίας, λιτότητας, ελαστικής εργασίας, ιδιωτικοποιήσεων, καταπίεσης, λεηλασίας της φύσης, υποκουλτούρας˙ καμιά ελπίδα, καμιά προοπτική ότι ακόμη κι αν επιτευχθούν η ανάπτυξη και τα «πρωτογενή πλεονάσματα» η θέση τους θα αλλάξει προς το καλύτερο. Ελπίδα δεν αποτελούν ούτε οι σύγχρονες μεταρρυθμιστικές ουτοπίες, η ανύπαρκτη δυνατότητα να αποκτήσουν ανθρώπινο πρόσωπο ο καπιταλισμός και η ΕΕ ή να καταργηθούν τα μνημόνια χωρίς να θιγούν το κεφάλαιο και η παραμονή στο ευρώ και την ΕΕ, που προσγειώνονται ανώμαλα στη σύγχρονη καπιταλιστική πραγματικότητα.

Έτσι, όσο πιο ξεκάθαρα προβάλλουν το κοινωνικά βάρβαρο και βαθιά αντιδραστικό πλαίσιο της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων και της ΕΕ και ο ουτοπικός χαρακτήρας των ενδιάμεσων λύσεων, τόσο πιο πιεστικά και απαιτητικά οι κοινωνικές δυνάμεις που πνίγονται μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχουν ανάγκη και συμφέρον να αναζητήσουν μια ριζικά διαφορετική πορεία.

Ωραία, υπάρχει ανάγκη για μια τέτοια πορεία – σε αυτό θα συμφωνήσουν πολλοί. Υπάρχει, όμως, δυνατότητα, «μπορούμε» ή μήπως είναι μάταιος κόπος; Η δυνατότητα αυτή υπάρχει, αλλά για να μετατραπεί σε πραγματικότητα πρέπει να δράσουν οι άνθρωποι.

Η δυνατότητα αυτή προκύπτει πρώτα απ’ όλα από την κύρια παραγωγική δύναμη, το εργατικό κι επιστημονικό δυναμικό – ιδιαίτερα το νεανικό. Αυτό που, αν και διαθέτει εμπειρία και ανώτερη μόρφωση, καταδικάζεται στην ανεργία, την ξενιτιά, την ελαστική εργασία, τους ευτελιστικούς μισθούς, την αλλοτριωτική διάθεση ακόμη και της φαντασίας του στην υπηρεσία του κέρδους. Αν αυτό το δυναμικό έθετε τις ικανότητές του -υπάρχουσες αλλά και μελλοντικές, που θα πρόσφερε μια απελευθερωτική παιδεία- στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου και όχι της μειοψηφίας των κεφαλαιοκρατών, αν τις αξιοποιούσε με χειραφετητικό τρόπο, θα απελευθερώνονταν τεράστιες δυνατότητες για την επίλυση των λαϊκών προβλημάτων και την υπέρβαση του καπιταλιστικού μονόδρομου.

Προκύπτει, επίσης, από τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους και τις παραγωγικές υποδομές που υπάρχουν. Πρόκειται για υποδομές που δεν αξιοποιούνται γιατί δεν είναι «αποδοτικές» με όρους καπιταλιστικού κέρδους (είναι πιο αποδοτική η μετεγκατάσταση σε χώρες φτηνού εργατικού κόστους ή η μεταπήδηση στον χρηματοπιστωτικό τομέα), δεν είναι βιώσιμες εντός του αδυσώπητου ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού (που οδηγεί σε κλείσιμο μια σειρά μονάδες), δεν χωρούν στο πλαίσιο ή τα κριτήρια του ευρώ και της ΕΕ (π.χ. βιομηχανίες ζάχαρης που έκλεισαν και τώρα εισάγεται ζάχαρη, αγροτικές καλλιέργειες που έσβησαν λόγω των περιορισμών της ΕΕ) ή εγκαταλείπονται καθώς το εμπορικό κεφάλαιο προτιμά φτηνά προϊόντα από χώρες ελάχιστου εργατικού κόστους. Οι δυνατότητες αυτές θα απελευθερώνονταν, αποδίδοντας τα μέγιστα υπέρ των λαϊκών συμφερόντων, αν η κοινωνία και η παραγωγική διαδικασία απαλλάσσονταν από το βραχνά του κέρδους και των αγορών, από τους περιορισμούς της ΕΕ και της «ιερής» ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής ή τις επιστημονικές ανακαλύψεις.

Προκύπτει, τέλος, από τον κοινωνικό πλούτο που ήδη έχουν συσσωρεύσει ή παράγουν με το μόχθο τους οι εργαζόμενοι του χεριού και του πνεύματος: τα 180 δις ευρώ του (μειωμένου) ΑΕΠ, τα 600 δις που έχουν αποθησαυρίσει οι Έλληνες μεγαλοκεφαλαιούχοι στην Ελβετία, τα τεράστια κέρδη που φέρνουν το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο στην πρώτη θέση παγκόσμια, τα 570 δις που έχουν δοθεί για το χρέος τα τελευταία χρόνια. Αν όλα αυτά τα ιλιγγιώδη ποσά μοιράζονταν στους παραγωγούς του κοινωνικού πλούτου και δεν υφαρπάζονταν από τους κηφήνες της χρεομηχανής, τις πολυεθνικές και τους κάθε λογής κεφαλαιοκράτες, θα υπήρχε η δυνατότητα για αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις, καταπολέμηση της ανεργίας, καλύτερη υγεία και παιδεία, δωρεάν μετακινήσεις κ.λπ.

Είπαμε όμως, οι δυνατότητες υπάρχουν πάντα υπό όρους, πάντα σε συνάρτηση με τις προϋποθέσεις και τους δρόμους που τις μετουσιώνουν σε πραγματικότητα, πάντα σε συνδυασμό με το ερώτημα «ποιος θα τα κάνει όλα αυτά;».

Η πρώτη απ’ αυτές τις προϋποθέσεις είναι η ρήξη με ό,τι κι όσους αντιπροσωπεύουν την καθήλωση στα όρια του σάπιου καπιταλιστικού καθεστώτος: κυβερνήσεις, μνημόνια, αντεργατικές «μεταρρυθμίσεις», κεφαλαιοκράτες, τράπεζες, ΕΕ. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος χωρίς αναμέτρηση και σύγκρουση με όλους αυτούς, που προφανώς δεν θα συναινέσουν στην αφαίρεση των «κεκτημένων» τους, δεν θα την αποδεχτούν αμαχητί ούτε θα πορευτούν στο δρόμο της διαπραγμάτευσης και του «έντιμου συμβιβασμού». Η τραγική κατάληξη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και πλείστων άλλων ανάλογων παραδειγμάτων πείθουν και τους πιο δύσπιστους γι’ αυτό.

Η δεύτερη είναι η συσπείρωση δυνάμεων σε μια μάχιμη πολιτική γραμμή, μια γραμμή αναμέτρησης με τους κόμβους που συμπυκνώνουν τη γραμμή πλεύσης του κεφαλαίου για το ξεπέρασμα της κρίσης, την αύξηση της κερδοφορίας και την εδραίωση της κυριαρχίας του (στην Ελλάδα, τα μνημόνια, τις αντεργατικές αναδιαρθρώσεις, την άγρια λιτότητα, το χρέος, την παραμονή σε ευρώ-ΕΕ κ.λπ.). Μια γραμμή πραγματικά ανατρεπτική, δυναμικά παρούσα στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, σε επικοινωνία με τους αγώνες του σήμερα για τα προβλήματα των εργαζομένων και ιδιαίτερα με τις ριζοσπαστικές τους τάσεις, ικανή να επιβάλει επιμέρους νίκες αλλά και γενικότερα πλήγματα κι ανατροπές στην αστική στρατηγική. Μια γραμμή η οποία θα οριοθετείται τόσο από λογικές διόρθωσης του μνημονιακού εφιάλτη, της ΕΕ και του αστικού κόσμου, όσο και από λογικές που επαγγέλλεται ένα σοσιαλιστικό μέλλον αλλά στην πράξη περιορίζεται σε συνδικαλιστικές μάχες και την αυτοαναφορική εκλογική ενίσχυση του κόμματος.

Η τρίτη προϋπόθεση είναι ο ανοιχτός χειραφετητικός ορίζοντας, η λογική του «μέχρι τέλους». Η μάχη του δημοψηφίσματος, μεταξύ άλλων, έδειξε περίτρανα πως σήμερα ακόμη και η πιο «μικρή» αναμέτρηση αποκτά από τα πράγματα γενικότερο και βαθύτερο χαρακτήρα, θυμίζει «μικρογραφία της επανάστασης». «Φροντίζουν» γι’ αυτό το κεφάλαιο, τα μίντια, η ΕΕ, σύσσωμο το εγχώριο και διεθνές οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο. Αλίμονο αν πιστέψει κανείς πως μπορεί να τα βγάλει πέρα σε αυτές τις θεωρητικά «μικρές» μάχες χωρίς «βαρύ οπλισμό», χωρίς στρατηγικές απαντήσεις και χειραφετητικά οράματα, με μισές αλήθειες ή «βλέποντας και κάνοντας», με στρουθοκαμηλικές λογικές «θα δούμε την έξοδο από ευρώ-ΕΕ αν τεθεί» (ενώ τίθεται ΤΩΡΑ) χωρίς επαναθεμελίωση-ανασυγκρότηση-αντεπίθεση της κομμουνιστικής απελευθέρωσης σε επίπεδο θεωρίας, πολιτικής, κινήματος και φορέων.

Η τέταρτη προϋπόθεση είναι ο εργατικός διεθνισμός. Γιατί είναι πασιφανές ότι σε έναν άνευ προηγουμένου διεθνοποιημένο κόσμο, είναι δύσκολο να σταθεί μόνη μια χώρα – μικρή ή μεγάλη, προικισμένη ή όχι πλουτοπαραγωγικά. Απαιτούνται αλληλεγγύη, ισότιμη διεθνής συνεργασία και πολύμορφες διεθνείς σχέσεις. Σχέσεις που δεν θα υπόκεινται στις δεσμεύσεις και τα κριτήρια των αγορών, της ΕΕ, του κέρδους, ούτε οριοθετούνται από τα διάκενα των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, αλλά θα υπερβαίνουν τα όριά τους.

Η πέμπτη προϋπόθεση είναι η σαφής -και κυρίως έμπρακτη, μέσω υπαρκτών συλλογικών «παραδειγμάτων»- απάντηση στο πρόβλημα του υποκειμένου, δηλαδή του «ποιος θα κάνει πράξη τον άλλο δρόμο». Αν αυτό λείπει, σε μια εποχή όπου το υπάρχον συνδικαλιστικό κίνημα είναι χρεοκοπημένο και παρωχημένο –ή και ταξικά προδοτικό, όπως η ΓΣΕΕ, που συντάχθηκε με το στρατόπεδο του «ναι»-, όπου η ανάθεση, οι λύσεις δι’ αντιπροσώπων ή μέσω μιας κυβέρνησης έχουν εξευτελιστεί κι η Αριστερά έχει φθαρεί ποικιλοτρόπως -έως έχει ταυτιστεί με βάρβαρα μνημόνια ή καταπιεστικά καθεστώτα-, αν λοιπόν σε αυτές τις συνθήκες απουσιάζει αυτή η πλευρά, τότε ο άλλος δρόμος θα παραμένει απλώς μια διακήρυξη. Ευγενική, θεωρητικά σωστή – ωστόσο μια διακήρυξη, μια επαγγελία ανίκανη να δώσει μάχες τώρα, να παρέμβει στις καθημερινές αναμετρήσεις, να απαντήσει πρακτικά στη μνημονιακή επέλαση και τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις.

33Με αυτήν την έννοια, η οικοδόμηση πραγματικών βημάτων σε μια λογική ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, η διαμόρφωση αυθεντικών όρων για έναν υπολογίσιμο πόλο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και μια μάχιμη πολιτική συνεργασία των ριζοσπαστικών, αντικαπιταλιστικών, αντιΕΕ και αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων, καθώς και το χτίσιμο πραγματικών προϋποθέσεων ενός σύγχρονου φορέα-κόμματος της κομμουνιστικής απελευθέρωσης αποτελούν ζωτικό συστατικό ενός άλλου δρόμου συμβατού με τις εργατικές και νεολαιίστικες ανάγκες.

Ευρύτατη συναίνεση των μνημονιακών κομμάτων

ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΟΙ ΚΑΥΓΑΔΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΛΥΦΘΕΙ Η ΣΥΓΚΛΙΣΗ

Η αναγκαιότητα του προγράμματος που προτείνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως άμεση λύση αλλά και στρατηγική προοπτική επιβεβαιώνεται απ’ την παραβολή με την πραγματικότητα, αλλά και απ’ την αντιπαραβολή με την πραγματικότητα των άλλων κομμάτων. Δεν πάσχουμε από δοκησισοφία ή ναρκισσισμό.

Γιατί η αλήθεια ενός ισχυρισμού δεν έχει ως κριτήριο επαλήθευσης τον αριθμό των υποστηρικτών ή αρνητών του. Εξάλλου, τη «λογική» του προγράμματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, έστω χωρίς το συνολικό «σύστημά» του, τη συγκρουσιακή αντισυστημική, δηλαδή, πρόταση (που εμπεριέχει αλλά και υπερβαίνει την αντιμνημονιακή πρόταση) την ενστερνίζονται σε εκρηκτικές κινηματικές «στιγμές» (βλ. Δημοψήφισμα) ευρύτερες μάζες, έστω κι αν πολιτικά ακολουθούν άλλα κόμματα ή είναι πολιτικά ανέστιες (τμήματα ιδίως της ριζοσπαστικοποιούμενης, σε σημαντικό αυθόρμητα, νεολαίας).

Στο χώρο του κομματικού συστήματος παρατηρείται ευρεία σύγκλιση σε πλάτος αλλά και σε βάθος. Η προώθηση της στυγνής νεοφιλελεύθερης πολιτικής επιβάλλει τον κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό, που δομικό του γνώρισμα είναι η προγραμματική σύγκλιση των κομμάτων του συστημικού τόξου, η συγκυβέρνηση από κόμματα του χώρου, η περιθωριοποίηση των μη συστημικών πολιτικών δυνάμεων.

Στη χώρα μας το συστημικό τόξο ολοκληρώνεται με την ένταξη του μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ. Σε βάθος, η σύγκλιση εκφράζεται με τη μνημονιακή μορφή της νεοφιλελεύθερης ανασυγκρότησης. Η προγραμματική σύγκλιση παλαιών και νέων μνημονιακών κομμάτων εξυπηρετεί μεν ορθολογικότερα το σύστημα, δυσχεραίνει όμως την ανάγκη ιδιαίτερης ταυτότητας αυτών των κομμάτων. Η ραγδαία σε περιεχόμενο και ρυθμό μεταστροφή μπορεί να οδηγήσει στην κατάρρευση κομμάτων, όπως συνέβη ήδη με το ΠΑΣΟΚ και εν μέρει ήδη με τον ΣΥΡΙΖΑ. Εντονότερο πρόβλημα αντιμετωπίζει ο ΣΥΡΙΖΑ, διότι το αριστερό τμήμα της βάσης του δύσκολα θα συμβιβαστεί με την απροσχημάτιστη, σοσιαλφιλελεύθερη μεταμόρφωσή του.

Γι’ αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ μέμφεται τη ΝΔ για νεοφιλελευθερισμό, αρνείται τη συγκυβέρνηση μ’ αυτήν, όχι όμως και τα άλλα συστημικά κόμματα. Από θετική άποψη, υπόσχεται αντιρρόπηση του μνημονίου (που δεσμεύεται να το εφαρμόσει) με «παράλληλο πρόγραμμα»! Παρόμοια, η ΝΔ κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για κρατισμό, εθνική ανευθυνότητα λόγω άρνησης συγκυβέρνησης.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Αριστερή αναζήτηση χωρίς όρια και δόγματα

ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΚΚΕ ΚΑΙ ΛΑΕ

Αν και ένα τμήμα του αριστερού κόσμου θα μείνει, στην αρχή τουλάχιστον, ενσωματωμένο στον ΣΥΡΙΖΑ, λόγω όξυνσης των λαϊκών προβλημάτων και της νέας αποτυχίας των παλιών και νέων μνημονιακών κομμάτων, η εμβέλεια του ΣΥΡΙΖΑ σε υπαρκτές και δυνάμει αριστερές μάζες, γρήγορα θα εξαντλείται, καθώς θα τείνει, ωθούμενος και απ’ το σύστημα, στον κεντροαριστερό χώρο, σε μια ανανεωμένη σοσιαλδημοκρατία. Επομένως, στο κοινό αυτό θα απευθυνθούν τα κύρια αριστερά κόμματα (ΚΚΕ, ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ), με το πρόγραμμα και την πολιτική πρότασή τους, για να εξασφαλίσουν την εύνοιά του.

Η αχίλλειος πτέρνα του ΚΚΕ είναι η έλλειψη ουσιαστικά προγραμματικής πρότασης για έξοδο απ’ την κρίση και αντίκρουση της καπιταλιστικής επίθεσης, με αναγωγή της επίλυσης όλων των βασικών προβλημάτων στον σοσιαλισμό. Αντιλαμβάνεται αυτή την αδυναμία, αλλά η δογματική στρατηγική του δεν του επιτρέπει να τη θεραπεύσει.

Γι’ αυτό καταφεύγει σε μια λαθροχειρία. Επιχειρεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η πρότασή του αφορά το παρόν, μιλώντας για αποδέσμευση απ’ την ΕΕ με κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και λαϊκή εξουσία. Αν και έχει εξαλείψει τον όρο σοσιαλισμός και τον όρο επανάσταση, χωρίς την οποία ο σοσιαλισμός είναι αδιανόητος, και χρησιμοποιεί πιο αόριστους όρους (κοινωνικοποίηση – λαϊκή εξουσία), το πρόγραμμά του δεν εκφράζει τακτική άμεση πρόταση, αποτελεί πρόταση εγκαθίδρυσης του σοσιαλισμού. Αποφεύγει τους επιστημονικούς ταξικούς όρους σοσιαλισμός, επανάσταση, δικτατορία του προλεταριάτου, για να μη φοβίσει ένα ευρύτερο συντηρητικό κοινό (μικροαστούς κυρίως) στο οποίο προνομιακά απευθύνεται. Η απουσία άμεσης προγραμματικής πρότασης, ο σεχταρισμός, η στοχοποίηση μάλλον αριστερών κομμάτων και λιγότερο του αστικού πολιτικού συστήματος, απωθεί την αριστερή αναζήτηση, που θα αυξάνεται, απ’ τον οριοθετημένο και οριακό χώρο του ΚΚΕ.

Η ΛΑΕ κινείται σε μια εγγενή αντίφαση. Απ’ τη μια η διάσπασή της απ’ τα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και το ηθικό πλεόνασμα της αποποίησης υπουργικών ή και βουλευτικών θώκων φάνηκε ν’ ανοίγει ελπίδες, ωστόσο η άτολμη διεκδίκηση και αναπαραγωγή του ΣΥΡΙΖΑ του 12-13, με πρόσημο συνέπειας, που δεν υπερβαίνει τη φιλολαϊκή διαχείριση (κεϊνσιανή) εντός του συστήματος, υπολείπεται κατά πολύ της αντικειμενικής ανάγκης για συγκρουσιακή κατίσχυση της καπιταλιστικής επίθεσης.

Το πρόγραμμα της ΛΑΕ, όπως και το πρόγραμμα ΣΥΡΙΖΑ του 12-13, είναι αδύνατο να υλοποιηθεί εντός ΕΕ, η οποία απέρριψε και το πρόγραμμα της ΔΕΘ, που απλώς στόχευε στην ανάσχεση της ακραίας φτώχειας. Καταλύτης για το χαρακτήρα του προγράμματος της ΛΑΕ είναι η μη συμπερίληψη σ’ αυτό της ρήξης και εξόδου απ’ την ΕΕ. Δεν είναι απλώς ένας στόχος στον οποίο υπάρχει διαφωνία. Είναι, απ’ τη φύση των πραγμάτων, ο ακρογωνιαίος λίθος ενός αριστερού προγράμματος, ο προϋποθετικός όρος για την υλοποίησή του. Στη διακήρυξη της ΛΑΕ γίνεται αναφορά για πιθανό δημοψήφισμα για την αποδέσμευση, όταν τεθεί το θέμα στην ημερησία διάταξη. Λειτουργεί, όμως, ουσιαστικά, σαν άλλοθι για το αριστερό ακροατήριο. Απουσιάζει παντελώς απ’ τις καθημερινές τοποθετήσεις και παρεμβάσεις της ΛΑΕ ο στόχος της εξόδου απ’ την ΕΕ ως άμεσος, κορυφαίος και προϋποθετικός στόχος του κινήματος.

Πηγή: ΠΡΙΝ

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015 00:00

Όχι άλλα παραμύθια

rousis725.jpg

Γ. Ρούσης:

«Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί

Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ

Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,

Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω

Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.»

Αν όπως μας λέει ο Μανόλης  Αναγνωστάκης πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά, είναι ακόμη πιο βέβαιο ότι πρέπει να λέμε την αλήθεια στον λαό. Και το λέω αυτό, διότι και στις προηγούμενες εκλογές και σε τούτες, οι ποικίλης έντασης ρεφορμιστικές δυνάμεις, στο όνομα του να μην φοβίσουν τους ψηφοφόρους, τους λένε συνειδητά ψέματα, ακόμη και στις περιπτώσεις  εκείνες που οι παραμορφωτικοί τους φακοί τούς επιτρέπουν να συλλάβουν την αλήθεια.

Μια τέτοια στάση ακολούθησε συστηματικά ο ΣΥΡΙΖΑ πριν από τις προηγούμενες εκλογές, με τα γνωστά αποτελέσματα, και την ίδια στάση φαίνεται να ακολουθεί και η ΛΑΕ σε τούτες. Κάτι τέτοιο όμως είναι ανεπίτρεπτο για την Αριστερά, και αυτό από πολλές απόψεις.

1. Καταρχάς και καταρχήν δεν αρμόζει στην ηθική της Αριστεράς να κρύβει όπως τα αστικά κόμματα την αλήθεια και να παραμυθιάζει το λαό, κάτι που αυτά είναι υποχρεωμένα να  πράττουν ακριβώς επειδή η ίδια τους η ιδεολογία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ψευδής απεικόνιση της πραγματικότητας.

2. Η λογική ‘’ας πάρουμε την κυβερνητική εξουσία και στη συνέχεια θα προχωρήσουμε στις πολιτικές που επιβάλλεται’’,  είναι δείγμα μιας βαθύτατα αντιδημοκρατικής φιλελεύθερης αντίληψης, η οποία αντιμετωπίζει την εξουσία ως κάτι ξέχωρο από την κοινωνία και το λαό και την κυβέρνηση, όχι σαν τον  υπηρέτη του λαού αλλά σαν αφεντικό του.

3. Μια τέτοια λογική παραβλέπει ότι είναι αδύνατον να εφαρμοστεί μια φιλολαϊκή πολιτική δίχως να έχει σαν θεμελιακό, αν όχι μοναδικό της στήριγμα, τον ίδιο τον οργανωμένο λαό και το κίνημά του.

4. Και ίσως το πλέον εγκληματικό πολιτικά, είναι ότι μια τέτοια στάση αντί να προωθεί την λαϊκή συνειδητότητα προς την εν δυνάμει επαναστατικοποίησή της, αξιοποιώντας τα ρήγματα που η ίδια η αστική πραγματικότητα δημιουργεί  στην λαϊκή  συνείδηση, την καθηλώνει  στα αστικά πλαίσια.

Στις επερχόμενες εκλογές το μέγα παραμύθι το οποίο δυστυχώς εκτός από τις μνημονιακές δυνάμεις συνεχίζει να αφηγείται  και η ΛΑΕ, είναι ότι μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή πολιτική  εντός ΕΕ.

Εκτός από περιπτώσεις όπως εκείνες των συνεργαζόμενων με την ΛΑΕ Γλέζου, Κωνσταντοπούλου και Βαλαβάνη, όπου ο πρώτος είναι κατά της εξόδου από την ευρωζώνη, η δεύτερη στα πλαίσια της θεσμολαγνείας της φαντασιώνεται επαναφορά στις δημοκρατικές αρχές της ΕΕ και της ευρωζώνης και η τρίτη δηλώνει ότι θα αποδέχονταν την επαίσχυντη πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης προς τους δυνάστες μας του Φλεβάρη, η ίδια η ΛΑΕ δεν προσδιορίζει την έξοδο από την ΕΕ ως απαραίτητη προϋπόθεση  για την εφαρμογή του προγράμματός της. Ακόμη χειρότερα, η ΛΑΕ δηλώνει ότι εναντιώνεται μόνον στην νεοφιλελεύθερη πολιτική της ΕΕ, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο που άφηνε και ο ενιαίος   ΣΥΡΙΖΑ να ακολουθήσει  αυτή κάποια  φιλολαϊκή πολιτική.

Από την άλλη δεν είναι δυνατόν να παραβλέψουμε ότι η εκ μέρους του ΚΚΕ  μετατροπή της εξόδου από το Ευρώ -καταστροφική κατά τον Δημήτρη Κουτσούμπα πριν την έλευση του σοσιαλισμού- αλλά και από την ΕΕ, από προϋποθέσεις  για να ανοίξουμε το δρόμο προς το σοσιαλισμό σε συνέπειες του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, αποτελεί ένα άλλο παραμύθι το οποίο με τη σειρά του συμβάλλει και αυτό στην διατήρηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων.

Ας πούμε λοιπόν το λύκο, λύκο και εν προκειμένω την ΕΕ φωλιά  των λύκων, λάκκο των λεόντων, θηλιά στο λαιμό μας.

Ας πούμε ευθαρσώς ότι αυτή είναι αδύνατον να μετατραπεί σε Ευρώπη των λαών και ότι θα πρέπει να διαλυθεί.

Ας πούμε ξεκάθαρα ότι η ΕΕ αποτελεί θεμελιακή συνιστώσα της Τρόικας που μας καταδυναστεύει, ότι η συμμετοχή σε αυτήν είναι η αιτία της διάλυσης του παραγωγικού ιστού της χώρας και της συρρίκνωσης της δημοκρατίας.

Ας πούμε ακόμη ότι η  υλοποίηση επί μέρους προοδευτικών μεταρρυθμίσεων είναι αδύνατη όσο παραμένουμε στην ΕΕ .

Όχι λοιπόν για άλλη μια φορά χαμένη ψήφο στους διάφορους αριστερούς πολιτικούς παραμυθάδες, αλλά ψήφο στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τους  συνεργαζόμενους με αυτήν που είναι οι μόνοι που στο πρόγραμμα τους  περιλαμβάνουν την εδώ και τώρα αποδέσμευση από την ΕΕ.
Γιώργος Ρούσης

Δημοσιεύθηκε στο ΠΡΙΝ, 13.9.2015

-αντοφασιστες-1024x1024.jpg

Ναυάγησαν και απέτυχαν οικτρά τα σχέδια των νεοφασιστών της Χρυσής Αυγής να μετατρέψουν το κέντρο του Πειραιά σε χώρο διαφήμισης και προβολής των νεοναζιστικών, ρατσιστικών και ξενοφοβικών απόψεών τους.

Να νομιμοποιήσουν τα κηρύγματα μίσους σε βάρος των μεταναστών και των προσφύγων και να παρουσιασθούν στην Πειραϊκή κοινωνία ως δήθεν αντιμνημονιακή δύναμη στον εργατικό και λαϊκό Πειραιά.

Για τον σκοπό αυτό είχαν αποσπάσει την άδεια από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές για να πραγματοποιήσουν την φασιστική προεκλογική παρασυναγωγή τους στην κεντρική πλατεία της πόλης του Πειραιά.

Η δημοσιοποίηση της φασιστικής πρόκλησης σήμανε συναγερμό στις δυνάμεις του εργατικού και αντιφασιστικού κινήματος οι οποίες συγκρότησαν αντιφασιστική επιτροπή με σκοπό την ματαίωση των σχεδίων της εγκληματικής οργάνωσης.

Για τον σκοπό αυτό μια σειρά εργατικά σωματεία όπως είναι η ΠΕΝΕΝ, η Ένωση Λιμενεργατών ΟΛΠ, το Σωματείο Εργατοϋπαλλήλων Παπαστράτου, η Επιτροπή Αλληλεγγύης Πειραιά, δημοτικές κινήσεις, η ΚΕΕΡΦΑ, η Αντιναζιστική Πρωτοβουλία Πειραιά και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με κοινή ανακοίνωσή τους καλούσαν για την πραγματοποίηση αντιφασιστικού συλλαλητηρίου την ίδια μέρα, την ίδια ώρα και στο ίδιο σημείο που είχαν εξαγγείλει την σύναξή τους οι νεοφασίστες της Χρυσής Αυγής.

Για την οργάνωση και την περιφρούρηση του χώρου της πλατείας Κοραή η ΠΕΝΕΝ και αντιφασιστικές οργανώσεις του Πειραιά είχαν από νωρίς το πρωί εγκαταστήσει εξέδρα και μικροφωνική εγκατάσταση στον χώρο της πλατείας και υπήρξε περιφρούρηση από αυτές τις δυνάμεις με σκοπό να μην προσεγγίσουν τον χώρο οι νεοφασίστες Χρυσαυγίτες.

Ταυτόχρονα στα πλαίσια της παρέμβασης της οργανωτικής επιτροπής ο Πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ μίλησε επανειλημμένα με τον αστυνομικό διευθυντή Πειραιά του οποίου επεσήμανε ότι το αντιφασιστικό και εργατικό κίνημα δεν θα νομιμοποιήσει την επέλαση και την κατάληψη του χώρου της πλατείας από τους νεοναζί.

Στην απάντησή του ο αστυνομικός διευθυντής ανέφερε ότι έχει δώσει άδεια στην Χρυσή Αυγή να κάνει την συγκέντρωσή της στην κεντρική πλατεία Κοραή και ότι οι δυνάμεις των σωματείων και των αντιφασιστικών κινήσεων πρέπει να αποχωρήσουν από την πλατεία…. Και μάλιστα έκανε λόγο για νόμιμο συνταγματικό κόμμα…..

Ταυτόχρονα έγινε πολύωρη παράσταση και διαμαρτυρία μελών της οργανωτικής επιτροπής και προς την δημοτική αρχή η οποία κρατούσε όλο το διάστημα θέση ίσων αποστάσεων τόσο από τους Χρυσαυγίτες όσο και από τις δυνάμεις του εργατικού και αντιφασιστικού μετώπου Πειραιά… Ανάλογη παρέμβαση έγινε προς τα πολιτικά κόμματα και σε φορείς της πόλης.

Στις 2.30 μ.μ. ομάδα αστυνομικών εισήλθε στον χώρο της πλατείας Κοραή ζητώντας από την ομάδα περιφρούρησης να αποχωρήσει από την πλατεία και ταυτόχρονα να αποσύρουν και την υλικοτεχνική υποδομή που ήδη είχε εγκατασταθεί…

Η οργανωτική επιτροπή έδωσε από την πρώτη στιγμή αποφασιστική και κατηγορηματική απάντηση στην αστυνομική ανάμειξη και παρέμβαση δηλώνοντας ότι με κανέναν τρόπο δεν θα αναχωρήσουν από την πλατεία Κοραή παρά και ενάντια στις αστυνομικές υποδείξεις και απειλές.

Στην συνέχεια, με εντολή της αστυνομικής διεύθυνσης Πειραιά, το κέντρο του Πειραιά και οι παρακείμενοι δρόμοι είχαν καταλειφθεί από τα ΜΑΤ και ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις.

Αμέσως μετά στο κέντρο της πλατείας στην οποία ήταν περίπου 35-40 μέλη της περιφρούρησης εισήλθαν μια διμοιρία των ΜΑΤ και αστυνομικές δυνάμεις που με διπλή ζώνη κύκλωσαν τους αντιφασίστες αξιώνοντας την άμεση απομάκρυνσή τους διότι σε διαφορετική περίπτωση θα τους απωθούσαν με την βία και ταυτόχρονα θα έκαναν συλλήψεις σε όποιον έφερε την παραμικρή αντίσταση….

Αυτή η απαράδεκτη, αντιδημοκρατική ομηρία κράτησε περίπου 3 ολόκληρες ώρες όπου οι δυνάμεις καταστολής (ΜΑΤ) δεν επέτρεπαν την είσοδο και την έξοδο στο κέντρο της πλατείας.  

(Σημειώνουμε ότι η συγκέντρωση είχε εξαγγελθεί από την αντιφασιστική επιτροπή να γίνει στις 6 μμ). Τα γεγονότα αυτά αποτελούν ντροπή και αίσχος για την ελληνική αστυνομία και για την υπηρεσιακή κυβέρνηση η οποία στο διάστημα αυτό συνομιλούσε ισότιμα με τον εκπρόσωπο των νεοναζιστών Ηλία Κασιδιάρη ο οποίος απειλούσε, εξύβριζε και απαιτούσε την άμεση απομάκρυνση και σύλληψη των αντιφασιστών….

Παράλληλα στον χώρο της συγκέντρωσης άρχισαν να καταφθάνουν εκατοντάδες αντιφασίστες ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα της οργανωτικής επιτροπής για την συγκέντρωση και το συλλαλητήριο που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί, καθιστώντας όπως είναι φανερό στην συνέχεια αδύνατη την αστυνομική επέμβαση που απαιτούσε λυσσαλέα η φασιστική συμμορία….

Η πολιορκία των εγκλωβισμένων – ομήρων συναγωνιστών έληξε στις 6.15 όπου αποχώρησαν οι δυνάμεις των ΜΑΤ και της αστυνομίας.

Στην συνέχεια έγινε κανονικά η συγκέντρωση ενώ η Χρυσαυγήτικη συμμορία περιορίστηκε στα στενά πλαίσια των γραφείων της και του χώρου μπροστά από αυτά, απομονωμένοι όπως ακριβώς τους αξίζει από την εργατική τάξη και τον λαό του Πειραιά.

Στην ομιλία του ο Πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ και μέλος της οργανωτικής επιτροπής της αντιφασιστικής συγκέντρωσης τόνισε στην ομιλία του ότι ο εργατικός, αντιφασιστικός και μαχόμενος Πειραιάς συνεχίζοντας τις καλύτερες παραδόσεις της αγωνιστικής του πορείας με το δυναμικό του παρόν απέδειξε και στις σημερινές συνθήκες ότι η εργατούπολη του Πειραιά είναι πιστή στις αρχές και τις αξίες της δημοκρατίας, του αντιφασισμού, της αντίστασης και της ανθρωπιάς.

Η θαρραλέα και αγωνιστική στάση των αντιφασιστών που απέκρουσαν τις απειλές της αστυνομίας και τους άθλιους σχεδιασμούς των δολοφόνων Χρυσαυγιτών να μετατρέψουν το κέντρο του Πειραιά σε προεκλογική φιέστα προκειμένου να αναπαράγουν τις ναζιστικές απόψεις κατά του εργατικού κινήματος, των κομμάτων της αριστεράς και να ρίξουν το δηλητήριο του ρατσισμού και της ξενοφοβίας εναντίον των προσφύγων και των μεταναστών για τους οποίους τόνισε ότι οι τοπικές συρράξεις και οι πόλεμοι τους ξεριζώνουν από τις πατρίδες τους και τους οδηγούν στον δρόμο της προσφυγιάς. Πόλεμοι που τους προκαλούν και τους υποδαυλίζουν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις των ΗΠΑ και της Ευρώπης με σκοπό να δημιουργήσουν νέες ζώνες επιρροής, να προωθήσουν τα γεωστρατηγικά συμφέροντά τους αλλά και να λεηλατήσουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές στην Βόρεια Αφρική και την Μεσόγειο.

Ο ελληνικός λαός και η εργατική τάξη πρέπει να επιδείξουν αισθήματα ανθρωπιάς και αλληλεγγύης και να αγωνισθούν με όλες τις φιλειρηνικές δυνάμεις για το σταμάτημα των πολέμων, την ειρηνική διευθέτηση των διαφορών μακριά από κάθε ιμπεριαλιστική ανάμειξη και επέμβαση.

Ταυτόχρονα κάλεσε τους εργαζόμενους να καταδικάσουν με την ψήφο τους στις επικείμενες εκλογές το νεοφασιστικό μόρφωμα, να δημιουργήσουν και να αναπτύξουν στις εργατικές και λαϊκές συνοικίες, στα συνδικάτα και στους χώρους δουλειάς αντιφασιστικές επιτροπές και δράσεις με σκοπό να απομονώσουν ιδεολογικά και πολιτικά τους νεοφασίστες.

Στην συγκέντρωση απηύθυναν επίσης χαιρετισμό η Ευρωβουλευτής του κόμματος των πρασίνων της Γερμανίας Ska Keller, ο Πέτρος Κωνσταντίνου, ο Θανάσης Διαβολάκης, ο Δημήτρης Βογιατζίδης και ο Αντώνης Αλφιέρης.

-300x300.jpg

Στο τέλος οι συγκεντρωμένοι ακολούθησαν πορεία στους δρόμους του Πειραιά φωνάζοντας συνθήματα υπέρ της αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες και τους μετανάστες αλλά και αντιφασιστικά συνθήματα και το συλλαλητήριο ολοκληρώθηκε στον σταθμό του ΗΣΑΠ.

Σημειώνουμε ότι καταγγελία για την φασιστική παρασυναγωγή έβγαλαν επίσης το Εργατικό Κέντρο Πειραιά και το κόμμα της Λαϊκής Ενότητας.         

Για την Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ

Ο Πρόεδρος                                                            Ο Γεν. Γραμματέας

Νταλακογεώργος Αντώνης                                         Κροκίδης Νικόλαος

Σελίδα 4165 από 4477
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή