Σήμερα: 03/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015 00:00

Η ΓΣΕΕ τελείωσε, ώρα να οργανωθούμε

gsee-199x118.jpg

του Δημοσθένη Χριστόπουλου

Πριν καμιά δεκαριά χρόνια, σε μια περίοδο που η έννοια της οικονομικής κρίσης δεν υπήρχε ούτε καν σαν υποψία και που η ταξική πάλη δεν είχε τα επιτακτικά και τόσο συγκρουσιακά χαρακτηριστικά που η ίδια η πραγματικότητα της δίνει τώρα, είχε ξεκινήσει για μερικές μέρες ένας άτυπος καυγάς ανάμεσα στις συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ με αυτές του ΚΚΕ. Συγκεκριμένα, το συνδικαλιστικό τμήμα του νυν κυβερνώντος κόμματος είχε κατηγορήσει το ΠΑΜΕ πως με τις τακτικές του, φιρί φιρί το πάει να διασπάσει την ΓΣΕΕ. Το ΠΑΜΕ, προσβεβλημένο από αυτή την κατηγορία, απάντησε αμυντικά λέγοντας ότι ποτέ δεν ήταν και δεν πρόκειται να είναι στην λογική του, μια διασπαστική αντίληψη. Εκείνο το περιστατικό ανάμεσα στις δυο μεγάλες δυνάμεις της Αριστεράς είναι μάλλον ενδεικτικό του γιατί σήμερα η εργατική τάξη έχει ξεμείνει με την ΓΣΕΕ. Η ιερότητα της μιας και μοναδικής συνδικαλιστικής οργάνωσης που κατά έναν παράδοξο τρόπο ταυτίστηκε με την ενότητα της τάξης και όχι με τον εγκλωβισμό της, ήταν τόσο ισχυρή που η Αριστερά όχι απλά δεν σκεφτόταν πως πρέπει να επιχειρήσει την απεμπλοκή της από τους γραφειοκράτες και τους κρατικοδίαιτους συνδικαλιστές αλλά απολογούταν και κάθε φορά που κάποιος την κατηγορούσε για κάτι τέτοιο.

Η χρυσή κινηματική περίοδος ανάμεσα στο 2008 και το 2012, περίοδος που η Ελλάδα ήταν η χώρα με τις περισσότερες απεργίες στην Ευρώπη με διαφορά, περίοδος κατά την οποία το ρεκόρ της μεγαλύτερης μεταπολιτευτικής απεργιακής διαδήλωσης έσπαγε από απεργία σε απεργία, δεν στάθηκε ικανή να αφήσει πίσω της το «τέρας» της ΓΣΕΕ. Με εξαίρεση κάποιες μειονοτικές φωνές (και η Αναρχοσυνδικαλιστική Πρωτοβουλία Ροσινάντε μπορεί να περηφανεύεται πως ήταν μια από αυτές), το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι του οργανωμένου εργατικού κινήματος απέφυγε να ανοίξει μια συζήτηση για τον διαχωρισμό από την ΓΣΕΕ. Και αυτό καταρχήν, γιατί οι προτεραιότητες φαίνονταν να επικεντρώνονται στην πολιτική κεφαλαιοποίηση της ταξικότητας που επικρατούσε εκείνη την στιγμή (και όχι στην οργάνωση της ίδιας της ταξικότητας) και κατά δεύτερον γιατί η ψευδαίσθηση ενός είδους «μεταρρύθμισης» της ΓΣΕΕ ως αποτέλεσμα του γενικότερου κοινωνικού κλίματος φάνταζε μια πιο εύκολη υπόθεση. Όμως, η αντίφαση της συνύπαρξης μιας δυναμικής κίνησης από την πλευρά της εργατικής τάξης με μια κρατικοδίαιτη και γραφειοκρατική συνομοσπονδία ήταν δεδομένο πως δεν θα μπορούσε να κρατήσει για πολύ.

Ο απεργιακός οργασμός έδωσε την θέση του στην απόλυτη νηνεμία, η εργατική τάξη στράφηκε σε πολιτικές λύσεις για τα ζητήματά της. Η ΓΣΕΕ άλλαξε όντως χαρακτήρα όπως διατείνονταν τόσοι και τόσοι που έβλεπαν ως βλαβερή μια διασπαστική κίνηση απέναντί της. Μόνο που άλλαξε χαρακτήρα προς το ακόμα χειρότερο. Για την ακρίβεια, νεκρώθηκε. Έτσι κι αλλιώς, ήταν άχρηστη για όλους. Άχρηστη για την εργατική τάξη που μέσω αυτής δεν μπορούσε ούτε να διεκδικήσει ούτε να υπερασπιστεί τίποτα. Άχρηστη για τους εργοδότες που σε αυτές τις νέες εποχές δεν χρειαζόντουσαν καμία ενδιάμεση εκτονωτική βαλβίδα ανάμεσα σε αυτούς και τον κόσμο της Εργασίας. Και ξαφνικά, από εκεί που είχαμε ξεχάσει ότι υπάρχει, η ΓΣΕΕ επανεμφανίστηκε στην πιο ταξικά πολωμένη περίοδο των τελευταίων πολλών χρόνων. Την εβδομάδα που προηγήθηκε του δημοψηφίσματος.

Εν μέσω μιας κολασμένα ταξικής κατάστασης, με το «Ναι» και το «Όχι» να έχουν σχηματοποιήσει δυο ταξικότατα στρατόπεδα, η ΓΣΕΕ εξέδωσε μια ανακοίνωση που όταν την πρωτοείδαμε αναρωτιόμασταν για το αν πρόκειται για κάποια τρολιά του διαδικτύου ή αν όντως η ξεφτίλα της έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα που της είναι αδύνατον ακόμα και να τηρήσει τους τύπους. Την στιγμή που μέσα στους χώρους εργασίας τα αφεντικά χρησιμοποιούσαν το δημοψήφισμα για να εξαπολύσουν απειλές περί απολύσεων, η ΓΣΕΕ μιλούσε ενάντια στον «εθνικό διχασμό». Ενώ τα εργοδοτικά λοκ άουτ πραγματοποιούνταν το ένα μετά το άλλο, η ΓΣΕΕ τοποθετούνταν με αγωνία για την «ευρωπαϊκή προοπτική» της Ελλάδας. Η ανακοίνωση αυτή δεν ήταν τίποτα άλλο πέρα από τον οριστικό ενταφιασμό της και μέσα στο κλίμα που επικρατούσε κοινωνικά εκείνη την στιγμή, η οριστική απονομιμοποίησή της στα μάτια του κόσμου της Εργασίας.

Η απροκάλυπτα φιλοεργοδοτική στάση της ΓΣΕΕ, η οποία πλέον δεν έχει την ανάγκη να τηρεί ούτε καν τα προσχήματα, είναι αποτέλεσμα της οριστικής αποσυρσής της από κάθε ζήτημα της εργατικής τάξης τα τελευταία χρόνια. Δεν έχει καν μια κατ” επίφαση παρουσία. Κάποτε η ΓΣΕΕ ήταν η προβληματική συνδικαλιστική μας συνομοσπονδία που χρησίμευε μόνο για να καλεί βαριεστημένα καμιά απεργία μετά από πιέσεις. Πλέον δεν είναι καν αυτό. Η εργατική τάξη δεν έχει συνομοσπονδία. Έχει απλά ένα κλουβί που δεν της επιτρέπει να διευρύνει την οργάνωσή της.

Μια συζήτηση στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος αναφορικά με το πως ο κόσμος της Εργασίας μπορεί να απεξαρτήσει τις δυνατότητές του από το τερατούργημα της ΓΣΕΕ είναι πιο αναγκαία από ποτέ. Πλέον δεν τίθεται ως κομμάτι κάποιας υποκειμενικής στρατηγικής αλλά ως αναγκαία προϋπόθεση για την όποια δράση του εργατικού κινήματος. Και φυσικά, αυτή η συζήτηση δεν μπορεί να ανοίξει μέσα σε ένα θεωρητικό πλαίσιο αλλά ταυτόχρονα με μια προσπάθεια οργανωτικής αναβάθμισης των δομών αγώνα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή.

Ο συνδικαλιστικός ύπνος που τα τελευταία χρόνια χαρακτήρισε την αδυναμία της εργατικής τάξης να απαντήσει ως τέτοια στην επίθεση που βιώνει γέννησε σχεδόν αυθόρμητα μια σειρά από νέες οργανωτικές προσπάθειες, οι οποίες μπορεί να λειτούργησαν αποσπασματικά (δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και αλλιώς άλλωστε) αλλά κουβαλάνε στο εσωτερικό τους την σπίθα του αγώνα και την προοπτική μιας άλλης συνδικαλιστικής οργάνωσης. Εργατικές λέσχες, λαϊκές συνελεύσεις και άλλες τοπικές πρωτοβουλίες με ταξική κατεύθυνση, συνελεύσεις εργαζομένων, διακλαδικές εργατικές συλλογικότητες, μονοθεματικές συντονιστικές πρωτοβουλίες, όλοι όσοι κράτησαν μικρά ανοιχτά μέτωπα το προηγούμενο διάστημα, σήμερα πρέπει να κάτσουν στο ίδιο τράπεζι μαζί με τα σωματεία, να συζητήσουν, να συμπορευτούν, να δράσουν από κοινού. Και μέσα από αυτή την μόνιμη συνύπαρξη να οικοδομήσουν σταδιακά την εργατική δομή που θα αποτελέσει τον οργανωμένο συνδικαλιστικό πόλο της τάξης: μια νέα (πραγματικά) συνδικαλιστική συνομοσπονδία.

Η ΓΣΕΕ τελείωσε, η οργάνωση της τάξης τώρα ξεκινάει…

*Μέλος της κλαδικής Μ.Μ.Ε. της Α.Π. ΡΟΣΙΝΝΤΕ)

ΠΗΓΗ: εφημερίδα Ροσινάντε, τεύχος Αυγούστου 2015

zafeiris-andreas.jpg

2.000.000 ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΣΤΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ

 

Του ΑΝΔΡΕΑ ΖΑΦΕΙΡΗ 

Καταρχήν  έχει σημασία  να δούμε τον αριθμό , το «προφίλ» και τη «ροή» των προσφύγων.  

Συνολικά έχουν διαφύγει προς τη Τουρκία 3.000.000 Σύριοι. Τον Αύγουστο του 2014 είχαν καταγραφεί επίσημα  832.000. Τον Αύγουστο του 2015 είχαν φτάσει στο 1.939.000.  

Το 20% είναι παιδιά έως 5 και άλλο ένα 20% 5-10 χρονών. Συνολικά το 40%. Και άλλο ένα 10% έως 17 χρονών. Το 50% επομένως είναι παιδιά και έφηβοι (τυπικά σε μη παραγωγική ηλικία).  Σε στρατεύσιμη ηλικία (άντρες 18-60) είναι το 25% των προσφύγων. Η εικόνα όμως είναι ψευδής. Το μεγάλο ποσοστό «μη καταγεγραμμένων» είναι άντρες 18-60.  

Παρά την λανθασμένη εντύπωση (σα αποτέλεσμα της δράσης των ΜΜΕ) ότι η πλειοψηφία τους ζει σε στρατόπεδα, στη πραγματικότητα εκεί ζουν 217.000 άτομα, περιορισμένα σε 8 camps (Kilis Oncupinar ,Islahiye ,K. Maras ,Osmaniye ,Nizip ,Karkamis ,Akcakale ,Ceylanpinar-Telhamut), κατά μέσο όρο 27.000 σε κάθε στρατόπεδο. Στη πραγματικότητα υπάρχει μεγάλη ανισοκατανομή-υπάρχουν «μικρά» στρατόπεδα, όπως το Nizip με 10.500 (!) άτομα, και άλλα πολύ μεγαλύτερα.  

Όσοι μένουν σε αυτά είναι κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας ,συχνά μαζί με ορφανά , που περιμένουν να γυρίσουν πίσω στη Συρία, όταν τελειώσει ο πόλεμος. «Επιχορηγούνται» με 85 τουρκικές λίρες (25 ευρώ ) το μήναΛιγότερο από 1 ευρώ την ημέρα. Και δικαιούνται και έξοδο. 15.00 -19.00 κάθε μέρα.  

58 εκ. ευρώ το χρόνο είναι το κόστος των «παροχών» για το Τουρκικό κράτος. Και άλλα 40 (υπερτιμολογημένα) εκ. ευρώ το κόστος υποδομών. Συνολικά 98 εκ. ε.

800.000 επιπλέον Σύριοι πρόσφυγες  ζουν στη περιοχή κοντά στα στρατόπεδα.  Τα υπόλοιπα 2.000.000 έχουν εγκατασταθεί σε πόλεις στα δυτικά της χώρας. Εκεί «αξιοποιούνται» σαν φθηνό εργατικό δυναμικό- κυρίως στο κλάδο των κατασκευών, προσπαθώντας να συγκεντρώσουν χρήματα γα να περάσουν στην Ευρώπη. Το μεροκάματο για τους  οικοδόμους  ήταν πριν 80 λίρες (23 ευρώ) και τώρα για τους πρόσφυγες  20 (5,9 ευρώ). Σε άλλους τομείς υπάρχουν ακόμη  πιο χαμηλά μεροκάματα. Το σύγχρονο τουρκικό οικονομικό θαύμα.  

Στη πραγματικότητα οι περισσότεροι που μπορούν τελικά να πληρώσουν άμεσα το ταξίδι της ελπίδας, είχαν φέρει ήδη μαζί τους χρήματα ή πολύτιμα αντικείμενα. Ακόμη και  στην έσχατη εξαθλίωση, τα ταξικά φίλτρα δεν δείχνουν έλεος.  

Στη γειτονιά του Basmane, της Σμύρνης εκατοντάδες άνθρωποι ζουν σε σκηνές στις πλατείες , μέσα σε συνθήκες ακραίας εξαθλίωσης, περιμένοντας κι αυτοί να περάσουν στην Ευρώπη. Στις φωτογραφίες δε ξεχωρίζεις εάν είναι  η Σμύρνη ή η πλατεία Βικτωρίας.  

Οι ΗΠΑ «χορηγούν», μέσω της Ύπατης αρμοστείας  στην Ιορδανία  50, 1 εκ. ευρώ (διαθέτει 3 στρατόπεδα -Azraq refugee  ,Mrajeeb Al Fhood ,Zaatari )  στο Λίβανο (με 2 στρατόπεδα –Shatila (η χιλιοματωμένη) ,Ain al-Hilweh ) 77,3 εκ. ευρώ (!) και στη Τουρκία(με τα  8 μεγαλύτερα στρατόπεδα) 39 εκ. ευρώ.  

Στη πραγματικότητα αυτά τα χρήματα έχουν ελάχιστη σχέση με το δράμα των προσφύγων.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ «Από τις αρχές του 2015, το πραγματικό οικονομικό κόστος της συντήρησης των προσφύγων είχε  φθάσει στα  5  δις δολ.»  Αν συγκρίνουμε αυτό το ποσό με το πραγματικό ποσό που διαθέτει η τουρκική κυβέρνηση ( 58 εκ ευρώ)μπορεί να βγάλει κανείς αρκετά συμπεράσματα.  

θα περίμενε κανείς  ο υπερ-διπλασιασμός των προσφύγων ( από τον Αύγουστο του ΄14 στον  Αύγουστο του ΄15 - 832.000 - 1.939.000.)  να ήταν ο βασικός λόγος του μεγάλου κύματος που παρατηρείται το τελευταίο  διάστημα.  

Δεν είναι όμως έτσι. Δεν υπάρχει απόλυτη ούτε σχετική αναλογία μεταξύ του αριθμού των προσφύγων και της «ροής» τους.  

Απόδειξη γι αυτό  είναι ότι ήδη από τον Ιανουάριο ο αριθμός ήταν 1.553.000, ενώ το Μάιο του 2015 (μήνας που πλέον η θαλάσσια διέλευση είναι εφικτή) 1.760.000. Παρ όλα αυτά δεν υπήρχε μια αντίστοιχη ροή. Αν δεν είναι ο αριθμός των προσφύγων ο μοναδικός παράγοντας που τροφοδοτεί ,τότε τι είναι;  

Στη πραγματικότητα αυτός που ελέγχει , σε μεγάλο βαθμό, τη «ροή» είναι το ΝΑΤΟ. Σε πρωτογενές επίπεδο (μέσω του χρηματοδοτούμενο από αυτό ISIS που έχει σα βασική του αποστολή τη τρομοκρατία-ο Γκυ Ντεμπόρ  στην υπηρεσία του Προφήτη- και το «άδειασμα» ολόκληρων περιοχών από το πληθυσμό τους).  

Ασκεί όμως έλεγχο και στη συνέχεια. Μέσω της «χρηματοδότησης» (κα άρα τον ουσιαστικό έλεγχο) των στρατοπέδων αλλά και μέσω των παραδοσιακών του δεσμών με τμήματα του κράτους (Στρατός-Αστυνομία) αλλά και του ισχυρού παρακράτους.

Ουσιαστικά ελέγχει τις πύλες του Αιγαίου, μέσω του κυκλώματος δουλέμποροι, ΜΚΟ, διεφθαρμένο κράτος, στρατός, αστυνομία, αξιοποιώντας τη μαζική ανθρώπινη τραγωδία, που το ίδιο έχει προκαλέσει , σα μοχλό πίεσης σε διάφορες κατευθύνσεις. Η ζώνη της ευρύτερης Βαλκανικής (από τη Τουρκία έως τη Σερβία) καλείται να μετατραπεί σε ένα τεράστιο στρατόπεδο προσφύγων.  

Το δράμα των προσφύγων , προσωρινά , μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσω του  ανθρωπισμού και της –πραγματικά συγκινητικής- αλληλεγγύης. Με την αλληλεγγύη στο πρόσωπο, στο περιστατικό, στο  συγκεκριμένο. Σύντομα όμως θα αποκτήσει και άλλες διαστάσεις.  

Και τότε ή ένα αντιφασιστικό, αντιμπεριαλστικό, αντιπολεμικό κίνημα θα δώσει τις απαντήσεις, βρίσκοντας το κόκκινο νήμα που συνδέει Συρία (Μέση Ανατολή), Βαλκάνια, Ουκρανία (και επομένωςένα κίνημα ουσιαστικά διεθνιστικό ), που θα χτίζει πραγματικές συμμαχίες ισχύος ή τις απαντήσεις θα τις δώσει η εφεδρεία του ευρωατλαντικού σχεδίου : ο φασισμός.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΗΓΗ: ISKRA.GR

vatikiotis_lewnidas.jpg

Tου ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ*

Η στάση της Ελλάδας στη ψηφοφορία που διεξήχθη στις 10 Σεπτεμβρίου 2015 στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ θύμιζε έναν όμηρο μελλοθάνατο που εμφανίζεται μπροστά του ως από μηχανής θεός η δυνατότητα να δραπετεύσει κι αυτός αδιαφορεί! Γυρίζει την πλάτη του, συνεχίζοντας να δηλώνει υποταγή στους δεσμώτες του με την ελπίδα να ανταμειφθεί για τη δουλικότητά του...

Η πρόταση που κατατέθηκε προς ψήφιση από την Αργεντινή με τον τίτλο «βασικές αρχές για τις διαδικασίες αναδιάρθρωσης δημόσιου χρέους» (εδώ το προσχέδιο) αποτελεί ένα σοβαρό πλήγμα στην κερδοσκοπία που δραστηριοποιείται στην αγορά ομολόγων, τα περίφημα αρπακτικά κεφάλαια, καθώς θωρακίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών μελών, έστω κι αν όπως κάθε απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (αντίθετα με ό,τι συμβαίνει με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας) δεν έχει δεσμευτικό περιεχόμενο. Επί της ουσίας νομιμοποιεί τις μονομερείς ενέργειες των κρατών! Τι άλλο μπορεί να σημαίνει η διατύπωση: «ένα κυρίαρχο κράτος έχει το δικαίωμα να σχεδιάζει τις μακροοικονομικές του πολιτικές, περιλαμβανομένης της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους του, που δεν θα πρέπει να ματαιώνεται ή να παρεμποδίζεται από καταχρηστικά μέσα;»

Ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας της πρότασης, που ψηφίστηκε τελικά με 136 θετικές ψήφους, 6 αρνητικές (ΗΠΑ, Γερμανία, Καναδάς, Αγγλία, Ιαπωνία και Ισραήλ) και 41 αποχές (μεταξύ των οποίων και τα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ), φάνηκε από την λυσσαλέα αντίδραση της ΕΕ. Σε έγγραφο του Συμβουλίου Υπουργών (Ecofin) που κυκλοφόρησε (εδώ μπορείτε να το διαβάσετε) παρουσιάζονται οι λόγοι για τους οποίους τα κράτη μέλη της ΕΕ δεν πρέπει να ψηφίσουν την πρόταση. Επί της ουσίας είναι οι λόγοι για τους οποίους διαφωνεί η Γερμανία κι η Αγγλία. Για παράδειγμα προβάλλεται ως αιτία διαφωνίας η αμφισβήτηση του προνομιακού καθεστώτος που χαίρουν ορισμένοι πιστωτές, δηλαδή το ΔΝΤ κι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας. Η ακύρωση ωστόσο αυτού του νεοαποικιακού καθεστώτος μόνο οφέλη θα κόμιζε για την Ελλάδα, καθώς θα επέτρεπε το κούρεμα του χρέους στο ΔΝΤ σήμερα και στον ΕΜΣ αύριο. Επιπλέον δεν αναγνωρίζεται ως πεδίο λύσης τέτοιων θεμάτων ο ΟΗΕ για να προκριθεί το ΔΝΤ κι η ΕΕ, όπου η Ελλάδα έχει υποστεί τις πιο εξοντωτικές τιμωρίες με τον μανδύα της λύσης της κρίσης χρέους.

Ενδεικτικό στοιχείο της απήχησης που συνάντησε η πρόταση της Αργεντινής είναι η επιστολή οικονομολόγων (μεταξύ των οποίων οι Γ. Βαρουφάκης, Τζ. Γκαλμπρέιθ, Τ. Πικετί, Μ. Ουσόν, κ.α.) που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Γκάρντιαν (εδώ η επιστολή) με την οποία ζητούν από τα ευρωπαϊκά κράτη να υποστηρίξουν τη σχετική πρόταση.

Ωστόσο, υπουργείο Εξωτερικών και Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους για να δικαιολογήσουν την υποταγή της Ελλάδας στα συμφέροντα της Γερμανίας, μέσω της αποχής, πρόβαλλαν ότι το ελληνικό χρέος δεν έχει σχέση με τα χρέη άλλων χωρών κι ότι αυτά τα θέματα αφορούν αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Αργεντινή. Πρόκειται για κατάφωρα ψέματα! Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το ίδιο πρόβλημα με την Αργεντινή. Η διαφορά είναι ότι η Αργεντινή επέλεξε να μην πληρώσει το 8% των ομολογιούχων που δε δέχτηκαν την αναδιάρθρωση του 2002, ενώ η Ελλάδα πληρώνει στο ακέραιο τα σχετικά ομόλογα (hold outs) συνολικής αξίας 7,67 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση Τσίπρα μάλιστα πλήρωσε δύο τέτοιες λήξεις (στις 3 Μαρτίου 2015, 83 εκ. και στις 14 Ιουλίου 2015, 115 εκ. ευρώ) παρότι περυσινή απόφαση του ΟΗΕ, πάλι με πρωτοβουλία της Αργεντινής αναγνώριζε το δικαίωμα των κυρίαρχων κρατών να προβαίνουν σε αναδιαρθρώσεις και να τις υλοποιούν μέχρι τέλους, δηλαδή να μη πληρώνουν «ακούρευτα ομόλογα». Η μεταμοντέρνα ελληνική αποικία έχει εκχωρήσει το σχετικό δικαίωμα στους πιστωτές της, πιστεύοντας ακράδαντα πως ότι είναι καλό γι' αυτούς είναι και για την ίδια...

*Πηγή : εφημερίδα «Πριν» (13/9/2015)

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

tolios_3.jpg

Του ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΛΙΟΥ, ΥΠΟΨΗΦΙΟΥ ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ Β' ΑΘΗΝΑΣ

Αν κάτι βρίσκεται στο επίκεντρο των εκλογών της 20ης Σεπτέμβρη ‘15, εκτός από το νέο Μνημόνιο, είναι το ζήτημα του εθνικού νομίσματος που για πρώτη φορά τέθηκε από κοινοβουλευτικό κόμμα στη δημόσια συζήτηση, με την πρόταση της «Λαϊκής Ενότητας», ως προϋπόθεση για την προοδευτική έξοδο της χώρας από την κρίση. Ασφαλώς η συζήτηση δεν είναι καινούργια αφού το θέμα της εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη (Grexit) τα τελευταία χρόνια ήταν και παραμένει πάντα στο προσκήνιο.

ΤΟ «ΧΡΩΜΑ» ΚΑΙ Η «ΜΥΡΟΥΔΙΑ» ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

Γύρω από το ρόλο του νομίσματος υπάρχει μια μεγάλη σύγχυση που από τα κυρίαρχα media καλλιεργείται σκόπιμα. Ένας είδος «φετιχοποίησης» του νομίσματος «αυτού καθ’ αυτού» με «θετικές» (ευρώ) και «αρνητικές» (δραχμή) ιδιότητες. Ωστόσο το ουσιαστικό δεν είναι το «χρώμα» (οι απεικονίσεις στο νόμισμα), αλλά η «μυρουδιά» του, δηλαδή η νομισματική πολιτική που εκφράζει. Πριν το 2000, όταν η Ελλάδα είχε τη δραχμή ως εθνικό νόμισμα, οι επιλογές της νομισματικής πολιτικής από τις κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, αποτελούσαν συστατικό στοιχείο της γενικότερης οικονομικής πολιτικής, η οποία εξυπηρετούσε κατ’ εξοχήν τα συμφέροντα της κυρίαρχης ελίτ. Παρ’ όλα αυτά έδινε στη χώρα μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση εθνικής πολιτικής και αντιμετώπισης έκτακτων οικονομικών προβλημάτων, σε σχέση με το ευρώ, όπου οι επιλογές νομισματικής πολιτικής ανήκουν πλέον στην ΕΚΤ και στον κ.Ντράγκι.!

Ασφαλώς η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα, δεν σημαίνει αυτόματα και φιλολαϊκή νομισματική και οικονομική πολιτική, αλλά μόνο «εν δυνάμει», εφ’ όσον ο έλεγχος τους βρεθεί στα χέρια μιας αριστερής κυβέρνησης. Αντίθετα όσο έχουμε ευρώ με δεδομένες τις νεοφιλελεύθερες επιλογές της ευρωζώνης, η κατάσταση είναι δύο φορές χειρότερη, δεδομένου ότι νόμισμα «ευρώ» εξυπηρετεί κυρίως τις επιλογές του ευρωπαϊκού χρηματιστικού κεφαλαίου και ιδιαίτερα των κυρίαρχων ελίτ Βρυξελών και Βερολίνου. Κατά συνέπεια η ανάκτηση του ελέγχου της νομισματικής πολιτικής μαζί και συναλλαγματικής, δίνει πλεονεκτήματα σε κάθε ελληνική κυβέρνηση (βαθμούς ελευθερίας), πολύ περισσότερο σε μια αριστερή κυβέρνηση στην άσκηση οικονομικής πολιτικής.

Δυστυχώς αυτή τη δυνατότητα η άρχουσα τάξη της χώρας μας, για συγκεκριμένους πολιτικούς και οικονομικούς λόγους την έχει απεμπολήσει, παρ’ ότι στην πράξη αποδείχτηκε ότι η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ και στο ευρώ, ήταν και παραμένει καταστροφική για την οικονομία επιλογή. Αντίθετα η κυρίαρχη ελίτ επιμένει στην πολιτική της «πάση θυσία» παραμονής στην ευρωζώνη, αποφεύγοντας σκόπιμα να δώσει σαφή απάντηση για τους βαθύτερους λόγους (οικονομικούς και πολιτικούς) της συγκεκριμένης επιλογής. Ειδικότερα από οικονομική άποψη, η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα θα επιφέρει υποτίμηση (σε ξένο νόμισμα) υλικών και άυλων αξιών που κατέχει η κυρίαρχη ελίτ, ενώ από πολιτική άποψη, θα αποδυναμώσει τα πρόσθετα στηρίγματα που έχει η παραμονή της στην ευρωζώνη, στη διασφάλιση της πολιτικής της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης του ελληνικού λαού.

ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΜΕ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ

Παρ’ ότι η ένταξη στην ευρωζώνη-ευρώ ήταν τραγικό λάθος, η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα με τις σημερινές συνθήκες κρίσης και αυστηρής οικονομικής επιτήρησης από την «τερα-τρόϊκα» (ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ-ΕΜΣ), δημιουργεί εξ’ αρχής ορισμένες δυσκολίες (οικονομικές-θεσμικές). Εάν η μετάβαση γινόταν «συναινετικά» τα πράγματα θα ήταν σχετικά ευκολότερα απ’ ότι με όρους «ρήξης» (μονομερής αποδέσμευση), ιδιαίτερα στην αρχική περίοδο, λόγω των ενδογενών κερδοσκοπικών τάσεων που θα προκύψουν στην πορεία μετάβασης και της ανακατανομής εισοδημάτων που θα επέλθει από τη διακύμανση τιμών, με επιπτώσεις ακόμα και σε τμήματα της αστικής τάξης.

Ωστόσο σε κάθε περίπτωση η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα ανοίγει ελπιδοφόρους προοπτικές στην οικονομία, ενώ τα όποια προβλήματα θα είναι προσωρινά και διαχειρίσιμα με κατάλληλη φυσικά προετοιμασία. Ειδικότερα με τη μετάβαση στο εθνικό νόμισμα και την υπαγωγή της Τράπεζας Ελλάδος στο δημόσιο έλεγχο, εξασφαλίζεται η παροχή ρευστότητας στην οικονομία. Δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα έχοντας το εκδοτικό προνόμιο θα λειτουργεί ως «φορέας δανεισμού τελευταίας καταφυγής» του ελληνικού δημοσίου, για την κάλυψη των αναπτυξιακών δαπανών (εφ’ όσον δεν μπορεί να δανειστεί από τις αγορές), όπως κάνουν κατά κανόνα όλες οι χώρες που έχουν δικά τους νομίσματα (ΗΠΑ, Αγγλία, Ρωσία, Ιαπωνία, Ελβετία, κοκ). Ταυτόχρονα η Τράπεζα Ελλάδος θα λειτουργεί ως φορέας εξασφάλισης ρευστότητας στις εμπορικές τράπεζες, θέτοντας κανόνες χρηματοδότησης της οικονομίας και διευκολύνοντας την ανάληψη ιδιωτικών επενδύσεων και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα και η αναπροσαρμογή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, διευκολύνει την ανάκτηση μεγάλου μέρους της εγχώριας αγοράς με την υποκατάσταση εισαγόμενων (γίνονται ακριβότερα) από εγχώρια προϊόντα, την αναζωογόνηση των ΜμΕ, αύξηση του ΑΕΠ και της απασχόλησης. Διευκολύνει επίσης τις εξαγωγές (γίνονται φθηνότερες) καθώς επίσης και τον τουρισμό, με αποτέλεσμα την αύξηση εισροής συναλλάγματος και τόνωση της εγχώριας αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής.

Επίσης η αποδέσμευση από την ευρωζώνη και η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα, διευκολύνει την ανάκτηση του ελέγχου της δημοσιονομικής, της εισοδηματικής και αναπτυξιακής πολιτικής (ΠΔΕ-ΕΣΠΑ), καθώς και την κατάργηση της λιτότητας, τη δικαιότερη αναδιανομή εισοδήματος (φορολογία, κοινωνικές δαπάνες κά), την τόνωση της ζήτησης, παραγωγής και απασχόλησης. Βέβαια η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα δημιουργεί στην αρχική περίοδο,κίνδυνο εκροής κεφαλαίων και απώλεια καταθέσεων από τις τράπεζες. Ωστόσο ο κίνδυνος μαζικής εκροής έχει σχεδόν εκλείψει μετά την υιοθέτηση ελέγχων στις ροές κεφαλαίων. Με την εθνικοποίηση των τραπεζών και τη σταθεροποίηση του εθνικού νομίσματος, οι έλεγχοι θα αρθούν σταδιακά, αλλά οι έλεγχοι στις εξαγωγές κεφαλαίων θα διατηρηθούν από ένα ύψος και πάνω θα διατηρηθεί. Από την άλλη με το δημόσιο έλεγχο στις τράπεζες οι λαϊκές καταθέσεις θα διασφαλιστούν πλήρως.

Η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα αρχικά θα γίνει σε ισοτιμία 1:1 (1 ευρώ = 1 νέα δραχμή). Στην πορεία αναπόφευκτα θα γίνει αναπροσαρμογή της ισοτιμίας (υποτίμηση γύρω στο 20%), η οποία θα οδηγήσει σε μικρή αύξηση τιμών λόγω ακριβότερων εισαγωγών που χρειάζεται να γίνουν οπωσδήποτε (καύσιμα, φάρμακα, τρόφιμα, κά). Ωστόσο επειδή το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι σχεδόν ισοσκελισμένο (μετά από επταετή ύφεση), δεν θα προκύψουν μεγάλες ανάγκες για συναλλαγματικά αποθέματα για την κάλυψη τους. Από την άλλη θα έχουμε αύξηση συναλλάγματος από εξαγωγές και τουρισμό, πράγμα που θα λειτουργήσει σταθεροποιητικά τόσο για το νόμισμα όσο για την οικονομία.

Όσον αφορά την ομαλή τροφοδοσία της αγοράς με βασικά είδη (τρόφιμα, καύσιμα, φάρμακα), μπορούν με συντονισμένες κρατικές ενέργειες να αντιμετωπιστούν οι όποιες έκτακτες ανάγκες για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η Ελλάδα καλύπτει ήδη βασικές ανάγκες τροφίμων και φαρμάκωναπό εγχώριες πηγές, ενώ έχει ικανοποιητική εγχώρια κάλυψη στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Από την άλλη η προώθηση διακρατικών συμφωνιών με άλλες χώρες, μπορούμε να καλύψουμε οποιεσδήποτε ανάγκες σε βασικά είδη (καύσιμα, φάρμακα, κλπ) με αντίστοιχη προώθηση δικών μας προϊόντων.

Γενικότερα με την εφαρμογή πολυδιάστατης και ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής ισότιμων σχέσεων με όλες τις χώρες, θα αναβαθμιστεί η θέση της Ελλάδας, οικονομικά, πολιτικά και γεωστρατηγικά. Από την άλλη με την αποδέσμευση από την ευρωζώνη, η χώρα δεν θα γίνει λιγότερο ευρωπαϊκή, αλλά θα ακολουθήσει διαφορετική πορεία από τις χώρες της ζώνης του ευρώ, όπως κάνουν για παράδειγμα άλλες χώρες που είναι μεν στην ΕΕ, αλλά δεν είναι στην ευρωζώνη, πχ. Σουηδία και Δανία.

Ασφαλώς η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα, εκτός από πολιτική βούληση, χρειάζεται σχέδιο και συγκεκριμένη οργανωτική προετοιμασία. Πρώτα απ’ όλα ενημέρωση του λαού και ενεργή υποστήριξη, ώστε να αντιμετωπιστούν οι αρχικές δυσκολίες, οι οποίες σε κάθε περίπτωση είναι διαχειρίσιμες, μέχρι να γίνει επανεκκίνηση της οικονομίας και να τεθεί σε αναπτυξιακή τροχιά.

ΒΑΣΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

Βασικός στόχος της «Λαϊκής Ενότητας» είναι η προώθηση της παραγωγικής ανασυγκρότησης και η δραστική μείωση της ανεργίας με την εφαρμογή μεταβατικού οικονομικού προγράμματος προοδευτικής εξόδου από την κρίση, με ορίζοντα τη σοσιαλιστική προοπτική. Δεν θα αναφερθούμε αναλυτικά στους στόχους του προγράμματος, αλλά θα περιοριστούμε επιγραμματικά στους βασικούς άξονες ώστε να αναδειχτεί η «λογική» του.

Κατ’ αρχή μιλάμε για ένα «σχέδιο» κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης στη βάση των αρχών του δημοκρατικού προγραμματισμού, με τομεακή, κλαδική, περιφερειακή και χωροταξική διάσταση, στην οποία θα εξασφαλιστεί πλατιά λαϊκή συμμετοχή στην επεξεργασία και υλοποίηση των στόχων του. Κεντρικός στόχος του σχεδίου είναι η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και η δραστική μείωση της ανεργίας.

Κρίσιμοι κλάδοι ενίσχυσης της παραγωγής και αύξηση της απασχόλησης είναι ο αγροτικός τομέας, βιομηχανία, ενέργεια, κατασκευές, έργα υποδομής, μεταφορές, ναυτιλία, τουρισμός, περιβάλλον, χρηματοπιστωτικός τομέας, σφαίρα κοινωνικών υπηρεσιών, εμπόριο και άλλοι τομείς υπηρεσιών. Δυνητικά οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη εξαγωγική προοπτική είναι ο αγροτοδιατροφικός, φαρμακοβιομηχανία, χημική βιομηχανία, βιοτεχνολογικές εφαρμογές, ναυπηγική βιομηχανία, νέα υλικά, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, εξειδικευμένες εφαρμογές πληροφορικής, αεροναυπηγικής, τηλεπικοινωνιών, παραδοσιακοί κλάδοι με βιώσιμες και ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, κά.

Οι φορείς παραγωγικής ανασυγκρότησης, είναι πρώτα απ’ όλα ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, κεντρικές υπηρεσίες και αυτοδιοίκηση, καθώς και οι δημόσιες επιχειρήσεις με επέκταση τους σε στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας. Σημαντικό ρόλο θα έχει ο κοινωνικός τομέας, με την ανάπτυξη συλλογικών και συνεργατικών σχημάτων (συνεταιρισμοί, αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις, εταιρίες λαϊκής βάσης, ομάδες παραγωγών, κοινοπραξίες, κά). Τέλος κρίσιμο ρόλο έχει να παίξει ο ιδιωτικός τομέας, πρώτα απ’ όλα με στήριξη και ανάπτυξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς και δημιουργία νέων πλαισίων επιχειρηματικής δράσης των μεγάλων επιχειρήσεων με κατάργηση των προκλητικών προνομίων και του ελέγχου της ασυδοσίας τους (πρακτικές καρτέλ, φοροδιαφυγή, λαθρεμπόριο, κά).

Για την προώθηση του «σχεδίου» παραγωγικής ανασυγκρότησης κρίσιμο ζήτημα είναι η εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων. Ένα ζήτημα που έρχεται και ξανάρχεται, παρ’ ότι έχει απαντηθεί αρκετές φορές. Χωρίς να υποτιμάμαι τις δυσκολίες του, θεωρούμε ότι οι αναγκαίοι πόροι μπορούν να εξευρεθούν: πρώτον, από ουσιαστική πάταξη της φοροδιαφυγής και φοροκλοπής των «εχόντων» και «κατεχόντων», δεύτερον, από την ορθολογική διαχείριση των δημόσιων πόρων με την καταπολέμηση της διαφθοράς, της σπατάλης και της «διαπλοκής», τρίτον, από την άμεση αναστολή πληρωμής των τόκων και χρεολυσίων του δημόσιου χρέους μέχρι την οριστική διευθέτηση του, τέταρτον, με την παροχή ρευστότητας από τις δημοσιοποιημένες τράπεζες και την άμεση εποπτεία της Τράπεζας Ελλάδος, πέμπτον, από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων και την ορθολογική αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων (ΕΣΠΑ), καθώς από την ίδια την ανάπτυξη με την αύξηση της απασχόλησης και του εισοδήματος.

Σημαντικός προωθητικός παράγοντας επανεκκίνησης της οικονομίας και προώθησης της παραγωγικής ανασυγκρότησης είναι η κατάργηση της λιτότητας, η τόνωση της ζήτησης, της παραγωγής και απασχόλησης. Κατά συνέπεια η επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 750 €, της 13ης σύνταξης, η ίση αμοιβή για ίδια δουλειά στους νέους, αφορολόγητο 12.000 € για κάθε φορολογούμενο, προστασία της α’ κατοικίας από πλειστηριασμούς, παροχή στήριξης σε οικογένειες και άτομα που ζουν στα όρια της φτώχειας, κά, είναι ποιοτικά στοιχεία εξόδου από την κρίση. Ταυτόχρονα χρειάζεται η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και προσφοράς δημοσίων αγαθών (υγείας, παιδείας, πρόνοιας, κοινωνικής ασφάλισης κά), με όρους αναβάθμισης και κοινωνικής δικαιοσύνης. Όλα αυτά είναι μέτρα κοινωνικού χαρακτήρα, αλλά ταυτόχρονα μέτρα και μηχανισμοί τόνωσης της ανάπτυξης, της παραγωγικής ανασυγκρότησης και της κοινωνικής αναγέννησης της χώρας.

Ο ΛΑΟΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ Η «ΛΑΪΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ» ΔΥΝΑΜ Η ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ

Ωστόσο η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν μπορεί να προχωρήσει αν δεν συνοδευτεί από μέτρα εκδημοκρατισμού του κράτους, αρχίζοντας από την αναβάθμιση του ρόλου της Βουλής, την αποτελεσματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, της δημοτικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης, της δικαιοσύνης και της προστασίας του πολίτη και όλων των κρατικών θεσμών, με θεσμοθέτηση παράλληλα μορφών άμεσης δημοκρατίας (δημοψηφίσματα) και ουσιαστικής συμμετοχής των εργαζόμενων στα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Η «Λαϊκή Ενότητα» κρατώντας τις καλύτερες παραδόσεις, αγώνων και ριζοσπαστικών ιδεών της Αριστεράς, προβάλλει ως σύγχρονος πολιτικός εκφραστής των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας, μικρομεσαίων αγροτών, επαγγελματιών, αυτοαπασχολούμενων, μικροεπιχειρηματιών, άνεργων και της νεολαίας, που τα ζωτικά τους συμφέροντα βρίσκονται σε αντίθεση με τις πολιτικές των μνημονίων και των κομμάτων που τις στηρίζουν. Η αποδοκιμασία τους στις επερχόμενες εκλογές και στήριξη της «Λαϊκής Ενότητας», είναι το πρώτο βήμα για να ανοίξει ο δρόμος σε μια ελπιδοφόρα προοπτική στον ελληνικό λαό, στη νεολαία και γενικότερα στη χώρα.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΗΓΗ: ISKRA.GR

Σελίδα 4163 από 4477
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή