Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Νίκησαν οι εργαζόμενοι της ΕΥΔΑΠ. Ανακλήθηκαν οι απολύσεις των 23 υδρονομέων

Μετά από τρεις μέρες κινητοποιήσεων, η ενωτική αγωνιστική και θετικά ενεργητική στάση των εργαζομένων στην ΕΥΔΑΠ έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Την, για δεύτερη φορά, ακύρωση των απολύσεων των 23 συναδέλφων υδρονομέων. Απομένει η συνέχιση του αγώνα για την οριστική μονιμοποίησή τους.
Έπειτα από πολύωρες διαπραγματεύσεις μεταξύ των εργαζομένων και του διευθύνοντος συμβούλου της ΕΥΔΑΠ Γιάννη Μπενίση, ο τελευταίος εισηγήθηκε στο Δ.Σ. της εταιρίας τη θετική επίλυση του προβλήματος. Το Δ.Σ. αποφάσισε ομόφωνα ότι μετά την επιστολή του προέδρου του ΑΣΕΠ Γιάννη Καραβοκύρη, οι απολύσεις της 7ης Ιουνίου θεωρούνται ότι ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν, οι 23 υδρονομείς επανήλθαν από χθες, Πέμπτη 14 Ιουνίου, στις εργασίες τους, οι συμβάσεις εργασίας παραμένουν ως είχαν, εν αναμονή νέας θετικής απάντησης του ΑΣΕΠ, πριν από την μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου.
πηγή: iskra.gr
Η παγωμένη ήπειρος χάνει 219 δισεκατομμύρια τόνους πάγο τον χρόνο

Το λιώσιμο των πάγων στην Ανταρκτική έχει πιάσει πολύ ανησυχητικούς ρυθμούς την τελευταία πενταετία. Συγκεκριμένα, μεταξύ 2012 και 2017 η παγωμένη ήπειρος έχασε περίπου 219 δισεκατομμύρια τόνους πάγου τον χρόνο, συμβάλλοντας κατά 0,6 χιλιοστά ανά έτος στην άνοδο της στάθμης των θαλασσών.
Οι 84 επιστήμονες από 44 φορείς (NASA, ESA, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα), που έκαναν σχετικές δημοσιεύσεις στο περιοδικό «Nature», την οποία αναμεταδίδει το Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ανέφεραν ότι πριν το 2012 η Ανταρκτική έχανε πάγους με σταθερό ετήσιο ρυθμό 76 δισεκατομμυρίων τόνων, συνεισφέροντας 0,2 χιλιοστά ετησίως στην άνοδο της στάθμης των υδάτων. Ωστόσο, μετά το 2012 έχει υπάρξει τριπλασιασμός στις ετήσιες απώλειες.
Η επιδείνωση είναι πιο αισθητή στη Δυτική Ανταρκτική, όπου οι ετήσιες απώλειες των 53 δισ. τόνων στη δεκαετία του 1990 έχουν αυξηθεί σε 159 δισ. τόνους το χρόνο μετά το 2012. Στο βόρειο άκρο της ηπείρου, στην Ανταρκτική Χερσόνησο, υπάρχει αύξηση 25 δισ. τόνων ετησίως μετά το 2000, ενώ αντίθετα, στην Ανατολική Ανταρκτική, οι πάγοι εμφανίζουν μια μικρή αύξηση της τάξης των 5 δισ. τόνων ετησίως.
Σε περίπου τρία τρισεκατομμύρια τόνους υπολογίζονται συνολικά οι πάγοι που έχουν λιώσει κατά την τελευταία 25ετία. Αυτές οι απώλειες των ανταρκτικών πάγων έχουν οδηγήσει σε συνολική άνοδο της στάθμης των παγκόσμιων θαλασσών κατά 7,6 χιλιοστά μετά το 1992, με το 40% της ανόδου να έχει συμβεί μετά το 2012.
Τα νέα ευρήματα, με επικεφαλής τον καθηγητή Άντριου Σέφερντ της Σχολής Γεωεπιστημών και Περιβάλλοντος του βρετανικού Πανεπιστημίου του Λιντς, παρέχουν την πιο ολοκληρωμένη εικόνα μέχρι σήμερα για τις διαχρονικές μεταβολές στην παγοκάλυψη της Ανταρκτικής.
Η ήπειρος είναι καλυμένη από περίπου 15,5 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα πάγου, που έχουν συσσωρευθεί μέσω χιονόπτωσης στη διάρκεια χιλιάδων ετών. Στον Νότιο Ωκεανό γύρω από την Ανταρκτική οι θαλάσσιοι πάγοι καλύπτουν μια πρόσθετη έκταση 18,5 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων τον χειμώνα, με πάχος περίπου ένα μέτρο.
Εάν όλα τα παραπάνω δεν θορυβούν κάποιους, σημειώνεται ότι η ήπειρος διαθέτει αρκετό νερό σε μορφή πάγου για να αυξήσει την παγκόσμια στάθμη των θαλασσών κατά 58 μέτρα, αν ποτέ οι πάγοι της λιώσουν.
πηγή: newsbeast.gr
Η γενοκτονία του κόσμου της εργασίας

Το κυρίαρχο αφήγημα ότι «η χώρα βγαίνει από την κρίση» και πως το 2018 είναι η χρονιά του «τέλους των μνημονίων» δέχεται ισχυρό πλήγμα από τα ίδια τα στοιχεία. Διότι, παρά τους αναιμικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και τη μείωση της ανεργίας, εντούτοις με πραγματικούς όρους εξακολουθεί η ανεργία να κυμαίνεται σε υψηλότερα επίπεδα από αυτά που δίνουν οι επίσημοι φορείς.
Η προοπτική αυτή επιβεβαιώνεται και από προηγούμενες εκτιμήσεις του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, ότι ακόμη και εάν υπάρχει μια θετική μεταβολή του ΑΕΠ, θα πρόκειται για μια μακρά περίοδο «άνεργης ανάπτυξης» και με την προϋπόθεση ότι δεν θα αναιρεθούν από έναν ενδεχόμενο νέο κύκλο υποχώρησης της οικονομικής δραστηριότητας.
Ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που ξεκινάει από το 2008 και των περιοριστικών μνημονιακών πολιτικών από το 2010, φαίνεται ότι έχουμε μια διαρκή άνοδο της ανεργίας, η οποία κορυφώνεται το 2013, και μια αντίστοιχη διαρκή μείωση των απασχολουμένων. Το ποσοστό των ανέργων από 7,3% του εργατικού δυναμικού το 2008 εκτοξεύτηκε στο 27,3% το 2013.
Από εκεί και μετά φαίνεται να υπάρχει μια τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας και αύξησης της απασχόλησης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το πρόβλημα έχει λυθεί. Σύμφωνα με τις προσεγγίσεις του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, αν αξιοποιηθούν και άλλοι εναλλακτικοί δείκτες μέτρησης της ανεργίας (π.χ. η μερική απασχόληση, η προσωρινή εργασία, οι αποθαρρημένοι άνεργοι κ.λπ.), τότε το ποσοστό ανεργίας το 2017 εμφανίζεται υψηλότερο κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες (27,5% και 1.500.000 άνεργοι έναντι του επίσημου ποσοστού που είναι 20% και 970.000 άνεργοι). Θυμίζουμε ότι η μερική απασχόληση από 232.000 άτομα περίπου το 2008 έχει ανέλθει στις 350.000, εκ των οποίων η πλειονότητα θέλει να εργάζεται με πλήρη και σταθερή εργασία.
Στους παραπάνω δείκτες μέτρησης της ανεργίας δεν προσμετρώνται και όσοι/-ες Ελληνες/-ίδες έχουν μεταναστεύσει τα χρόνια των μνημονίων, οι οποίοι υπολογίζονται σε 500.000 άτομα περίπου. Πράγματι θα είχε ενδιαφέρον η ενσωμάτωση των ατόμων που μεταναστεύουν στον δείκτη ανεργίας, διότι έτσι θα μπορούσε να διαμορφωθεί ένας δείκτης για την ικανότητα της οικονομίας να προσφέρει εργασία στον πληθυσμό.
Βέβαια η άνοδος του ποσοστού της ανεργίας έχει συμβάλει τα μέγιστα στη μείωση των μισθών. Αρα πώς γίνεται να πέφτει το ποσοστό ανεργίας, όπως ισχυρίζονται οι κρατούντες, και να μην αυξάνονται οι μισθοί, όπως θα ήταν φυσιολογικό; Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι θέσεις εργασίας που δημιουργούνται είναι επισφαλούς απασχόλησης. Συγκεκριμένα ο αριθμός των εργαζομένων που λαμβάνει καθαρές μηνιαίες αποδοχές κάτω από 700 ευρώ, ανέρχεται σε 37,5% το 2017 (από 13% το 2009).
Αθροιστικά οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα με μισθό κάτω από 900 ευρώ αποτελούν το 61%. Αυτό δείχνει μια τεράστια μεταφορά πλούτου από την εργασία προς το κεφάλαιο, η οποία υπολογίζεται σε 11 δισ. ευρώ κάθε έτος από το 2010 και μετά.
Ετσι, παρά τη ζημιά που έχει υποστεί το παραγωγικό σύστημα της χώρας, το οποίο μάλιστα είναι συγκρίσιμο με αυτό της Γαλλίας και της Ιταλίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εντούτοις η αύξηση της κερδοφορίας είναι εντυπωσιακή.
Συγκεκριμένα μεταξύ 2010-16, ενώ οι μισθοί μειώθηκαν κατά 22% και κατά 32% για τους νέους κάτω των 25 ετών, αντίθετα τα κέρδη του κεφαλαίου στη μεταποιητική βιομηχανία παρουσίασαν αλματώδη αύξηση της τάξης του 56%. Και παρότι η κερδοφορία παρουσίασε αύξηση, εντούτοις οι καθαρές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ήταν αρνητικές από το 2012 μέχρι το 2015, που σημαίνει ότι συρρικνώθηκε το παραγωγικό δυναμικό της χώρας.
Φαίνεται λοιπόν ότι, παρά τις δραματικές μειώσεις των μισθών στη βιομηχανία, εντούτοις τα προβλεπόμενα μνημονιακά μέτρα όσον αφορά τις αντίστοιχες μειώσεις των τιμών, την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και τη βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν απέδωσαν, αλλά μετατράπηκαν σε αυξήσεις κερδών και όχι σε επενδύσεις.
Συνεπικουρούμενα όλα αυτά από τους ιδεολογικούς και οργανωτικούς παράγοντες, όπως είναι ο αρνητικός συσχετισμός δύναμης για τα συνδικάτα στο εσωτερικό των επιχειρήσεων και στην κοινωνία, συνθέτουν την τραγική εικόνα που έχει περιέλθει ο κόσμος της εργασίας. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Μεταξύ 2011-17 έχουν υπογραφεί αθροιστικά 2.680 επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας έναντι μόνο 126 κλαδικών/ομοιοεπαγγελματικών.
Ουσιαστικά είναι η περίοδος κατά την οποία θεσμοθετείται η υπερίσχυση των επιχειρησιακών έναντι των κλαδικών συμβάσεων εργασίας, επιβεβαιώνοντας μια σταθερή επιδίωξη της εργοδοτικής πλευράς να μεταφέρει τη διαδικασία διαπραγμάτευσης στο επίπεδο της επιχείρησης όπου η εργατική πλευρά είναι πιο αδύναμη συνδικαλιστικά και επομένως διαπραγματευτικά. Κατά συνέπεια, όσο κι αν η κυβέρνηση πιστεύει ότι «έχει ανατείλει η ελπίδα της επαναφοράς της κανονικότητας στην αγορά εργασίας» και πως ζούμε «την “επανάσταση” των συλλογικών συμβάσεων», η πραγματικότητα τη διαψεύδει.
Ολα τα παραπάνω δείχνουν ότι είναι πλέον αναγκαίες άλλου τύπου δράσεις, που θα ενοποιούν τους εργαζόμενους στη μαύρη αγορά εργασίας και στην επισφάλεια, τους άνεργους και τους μετανάστες, με τους εργαζόμενους που ακόμη έχουν εργασία και που θα βασίζεται στην εργατική αλληλεγγύη, την εργατική δημοκρατία και την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων στις αποφάσεις. Διότι τελικά το ζητούμενο είναι να βρεθούν τρόποι για την ανασυγκρότηση των δυνάμεων της εργασίας και, το κυριότερο, να μείνουν ενεργοί οι άνθρωποι.
* επιστημονικός συνεργάτης ΙΝΕ-ΓΣΕΕ
πηγή: efsyn.gr
Μακεδονικό: Εκβιαστική και έωλη συμφωνία νατοϊκής αποσταθεροποίησης στα Βαλκάνια

του Κώστα Μάρκου
Η αρχική συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ για τη μετονομασία της γειτονικής χώρας σε Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας, «έναντι όλων», σε καμία περίπτωση δεν είναι μια «αμοιβαία επωφελής» συμφωνία που «σταθεροποιεί τα Βαλκάνια», όπως ισχυρίζονται οι δυο κυβερνήσεις. Και μόνον το κρύψιμο της συμφωνίας για χάριν του «μασάζ» πειθούς των πολιτών στις δυο χώρες με τα «non paper», δείχνει το αίσθημα κρυφής ενοχής και ανασφάλειας των κυβερνήσεων και των υπουργείων τους.
Με βάση όσα έχουν ειπωθεί και γραφτεί μέχρι τώρα από επίσημες κυβερνητικές και δημοσιογραφικές πηγές, ελληνικές και ξένες, μπορούν να γίνουν ορισμένες βασικές, πρώτες εκτιμήσεις.
Πρόκειται για μια εκβιαστική συμφωνία, καρφωμένη από την αμερικανική σημαία και επιβεβλημένη από τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και τη λυσσώδη προσπάθεια του ΝΑΤΟ και της «Δύσης» να περικυκλώσει τη Ρωσία. Η συγκεκριμένη συμφωνία στάζει αίμα και χρήμα, διασχίζεται από αγωγούς αερίου και όχι από «λεωφόρους ειρήνης». Συμφωνίες με ιμπεριαλιστικούς διαβολικούς σκοπούς δεν οδηγούν ποτέ στον παράδεισο της ειρήνης, όπως δείχνουν οι αντίστοιχες «συμφωνίες επίλυσης» για το παλαιστινιακό, το συριακό, το κουρδικό, το ουκρανικό ή το κυπριακό ζήτημα.
Πρόκειται για μια εκβιαστική συμφωνία πειθαναγκασμού από τα πάνω, για την επέκταση και αναστήλωση της χαμένης, λόγω Brexit, αίγλης της γερμανογαλλικής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δημοψηφίσματα εκβιασμών για χάρη των ευρωαγορών δεν έχουν συνήθως αίσιο τέλος για τους εμπνευστές τους.
Πρόκειται για μια εκβιαστική συμφωνία με τη σφραγίδα της αστικής τάξης της Ελλάδας, που νομίζει ότι αναδεικνύεται έτσι σε «ηγέτιδα δύναμη των Βαλκανίων», όπως είπε με ύφος μικροϊμπεριαλιστή μεγαλέξανδρου, ο Αλέξης Τσίπρας στο διάγγελμά του. Η κυβέρνησή του, αντί να πείσει για μια ελεύθερη συμφωνία γύρω από το όνομα, εξαναγκάζει έναν μικρό λαό να πουλήσει «έναντι όλων» το όνομά του, να πουλήσει τη δική του «ψυχή» στο διάβολο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Να παραιτηθεί ακόμη και από τα αυτονόητα δικαιώματα προάσπισης της ακόμη πιο μικρής, αλλά υπαρκτής μειονότητάς του στην Ελλάδα –κάτι που κρατάει μόνο για τον εαυτό της, όπως για την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία και που αναγνωρίζει στον «εξ Ανατολάς εχθρό», την Τουρκία.
Εάν ήθελε έναν ελεύθερο συμβιβασμό, η κυβέρνηση όφειλε να απεμπλέξει τις διαπραγματεύσεις από την είσοδο στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ και να ζητήσει μια σύνθετη ονομασία, μόνο για τις διμερείς και διεθνείς σχέσεις και όχι για το εσωτερικό της γειτονικής χώρας, που ως αποτέλεσμα έχει το βίαιο στραμπούληγμα του γειτονικού λαού.
Πρόκειται, τέλος, για μια συμφωνία - εκβιασμό προς τους σλαβομακεδόνες και αλβανούς κατοίκους της γειτονικής χώρας από την ίδια την κυβέρνησή τους, μια κυβέρνηση αντι-ρωσική μαριονέτα των αμερικανών και των ευρωπαίων πατρώνων της, που την έφεραν στην εξουσία για αυτόν ακριβώς το λόγο.
Οι υποχωρήσεις της προς την Ελλάδα, δεν πείθουν ούτε το λαό της χώρας τους, ούτε τον ελληνικό λαό για την ειλικρίνεια των προθέσεών της. Αντίθετα, αποτελούν υποχωρήσεις που δείχνουν διάθεση «δορυφοροποίησης» της χώρας τους γύρω από το ελληνικό κεφάλαιο και μετατροπής της σε εξάρτημα του αντιρωσικού αγώνα και των δυτικών πολυεθνικών για τα στενά, ιδιοτελή συμφέροντα της αστικής τάξης των σλαβομακεδόνων και των αλβανών.
Το «Βόρεια Μακεδονία» δεν αποκλείει κανέναν αλυτρωτισμό. Αντίθετα, αφήνει ανοιχτούς και τους δυο. Ενδυναμώνει ιδιαίτερα εκείνο τον αλυτρωτισμό τμημάτων της ελληνικής, εθνικιστικής αστικής τάξης και όχι μόνον.
Γενικότερα, ο αντιδραστικός χαρακτήρας αυτής της συμφωνίας, παρά τις υπαρκτές, τυπικές, «αμοιβαίες υποχωρήσεις», όχι μόνον δεν θα κλείσει, αλλά αντίθετα θα ενδυναμώσει τους αντιδραστικούς εθνικισμούς και στις δυο πλευρές, που θα υποδαυλίζονται συνεχώς από τη Ρωσία, την Τουρκία και άλλους ανταγωνιστές.
Τέτοιες συμφωνίες δεν οικοδομούν σχέσεις φιλίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των λαών. Οικοδομούν σχέσεις αλληλοϋπόβλεψης, καχυποψίας και αμοιβαίας εχθρότητας. Χτίζουν το έδαφος, όχι για τη σταθεροποίηση, αλλά για την αποσταθεροποίηση των Βαλκανίων.
Η συμφωνία αυτή θα αποτύχει, αργά ή γρήγορα. Θα αποτύχει, ακόμη και αν περάσει από τη Βουλή των δυο χωρών, ακόμη κι αν περάσει στο δημοψήφισμα της υπό εκκόλαψη «Βόρειας Μακεδονίας».
Για όλους αυτούς τους λόγους, η μαχόμενη Αριστερά, οι κομμουνιστές, οι πρωτοπόροι αγωνιστές του εργατικού, λαϊκού κινήματος και της νεολαίας, λένε και πάλι, ένα τριπλό «όχι»:
- όχι στη συμφωνία των κυβερνήσεων Τσίπρα και Ζάεφ
- όχι στη συμφωνία του ΝΑΤΟ και της ΕΕ
- όχι στον εθνικισμό των Μητσοτάκη, Ιβανόφ και ακροδεξιών.
πηγή: kommon.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή