
Κώστας Δαμανάκης
Μπροστά στην περιβαλλοντική κρίση το αστικό σύστημα μιλά για κανόνες «βιώσιμης ανάπτυξης» ή για τεχνολογική αντιμετώπιση των συνεπειών. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός, ο οποίος σε περιόδους κρίσης παροξύνεται, η αναρχία της παραγωγής, το διαρκές κυνήγι για όλο και μεγαλύτερο κέρδος καθιστούν αδύνατη την επικράτηση ενός καπιταλισμού «φιλικού» προς το περιβάλλον.
Για μια άλλη σχέση με τη φύση, με κέντρο τον σεβασμό της, θα πρέπει να αναμετρηθούμε με τις βασικές αντιθέσεις που συγκροτούν τον καπιταλισμό ως εκμεταλλευτικό σύστημα
Η οικολογική κρίση ως πεδίο ταξικής διαπάλης
Η οικολογική καταστροφή αποτελεί ένα μείζον ζήτημα για την ανθρωπότητα στις μέρες μας καθώς έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις ώστε να απειλεί τους όρους ύπαρξής μας στον πλανήτη Γη. Η σχέση που συνδέει τον άνθρωπο και τη φύση έχει διαρραγεί σε μεγάλο βαθμό και έχει αποκτήσει ξεκάθαρα ανταγωνιστικά-εχθρικά χαρακτηριστικά. Είναι όμως αυτό κάτι αναπόφευκτο; Αν όχι, υπό ποιές προϋποθέσεις μπορεί να αντιστραφεί;
Η ανταγωνιστική σχέση φύσης-ανθρώπου είναι ένα φαινόμενο που αναπτύσσεται σε μια συγκεκριμένη βαθμίδα εξέλιξης της κοινωνίας, καθορίζεται ιστορικά, από τις ταξικές-κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής που επικρατούν. Η γέννηση της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας στα πλαίσια του καπιταλισμού είναι αυτή που διαμορφώνει μεταξύ άλλων και την αντίθεση ανθρώπου-φύσης. Το κεφάλαιο, όπως έγραφε ο Μαρξ, καταστρέφει-καταληστεύει τις δυο πηγές του κοινωνικού πλούτου: την φύση και την ανθρώπινη εργασία. Το οικολογικό ζήτημα έχει συνιστώσα όχι μόνο τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, αλλά και τη σχέση του ανθρώπου με την ίδια του την εργασία και τα προϊόντα της (αποξένωση-αλλοτρίωση).
Στα ίδια τα θεμελιακά χαρακτηριστικά του συστήματος επομένως, στις αντιθέσεις οι οποίες διέπουν την κοινωνία μας, οφείλεται το γεγονός πως παρά την αλματώδη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την δυνατότητα για μια νέα, αρμονική συνύπαρξη με τη φύση, τελικά αυτή η ανάπτυξη καταλήγει να είναι αντιδραστική και εχθρική προς το φυσικό περιβάλλον. Αυτή η σύγχρονη αντίφαση αποτελεί και τον πυρήνα γύρω από τον οποίο διαμορφώνονται διαφορετικές προσεγγίσεις και αναλύσεις για το ζήτημα της οικολογικής κρίσης, τόσο από την αστική σκοπιά, όσο και από την ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική.
Οι απάτες της πράσινης ανάπτυξης
Χαρακτηριστικό γνώρισμα της απάντησης που δίνει το αστικό ρεύμα γύρω από το ζήτημα της οικολογικής κρίσης (όπως και τα αστικά ηγεμονευόμενα κομμάτια του ρεφορμισμού) είναι η προσέγγιση της λύσης με βάση τις επιμέρους τροποποιήσεις ή βελτιώσεις που μπορούν να γίνουν προς όφελος του περιβάλλοντος (όπως η αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου ή οι περιορισμοί στην ανεξέλεγκτη καπιταλιστική δραστηριότητα, η επιβολή προστίμων, διακρατικών συμφωνιών κλπ) ή με βάση τις αλλαγές στην καταναλωτική νοοτροπία. Αυτές οι απαντήσεις (αν και πλευρές τους μπορούν να βρίσκονται στο οπλοστάσιο του κινήματος στην καθημερινή του πάλη για την προστασία του περιβάλλοντος), εντούτοις είναι ανεπαρκείς. Και αυτό γιατί είναι ουτοπικό σε μεγάλη κλίμακα να εφαρμοστεί ένα πλαίσιο που θα περιορίζει την χωρίς όρια δραστηριότητα των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων, ειδικά σε περίοδο κρίσης και όξυνσης των ενδοκαπιταλιστικών και επιχειρηματικών ανταγωνισμών.
Μια άλλη πλευρά της αστικής απάντησης, η οποία είναι κυρίαρχη σήμερα, είναι η θετικιστική αντίληψη ότι η πρόοδος της επιστήμης και η στοχευμένη έρευνα θα φέρουν ως ακόλουθο την εισαγωγή τεχνικών παραγωγής που θα σέβονται το περιβάλλον («αειφόρος ανάπτυξη», «πράσινος καπιταλισμός») και θα δώσουν την επιζητούμενη λύση. Η αντίληψη αυτή είναι λανθασμένη. Η επιστημονική-τεχνολογική εξέλιξη ανοίγει μεν ένα πεδίο δυνατοτήτων, αλλά είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής που καθιστά σε τελική ανάλυση αδύνατη την ανάπτυξη και την παραγωγή με γνώμονα το σεβασμό προς το περιβάλλον. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός, ο οποίος σε περιόδους κρίσης λαμβάνει οξυμένα χαρακτηριστικά, η αναρχία της παραγωγής, το διαρκές κυνήγι για όλο και μεγαλύτερο κέρδος είναι οι αιτίες που στα πλαίσια του καπιταλισμού καθιστούν αδύνατη σε γενική κλίμακα την χρησιμοποίηση τεχνικών και τεχνολογιών «φιλικών» προς το περιβάλλον. Ταυτόχρονα, μια τέτοια διαδικασία απαιτεί χρόνο και επενδύσεις από την πλευρά των καπιταλιστών, το οποίο όμως έχει επιπτώσεις στον κύκλο του κεφαλαίου. Έτσι οποιαδήποτε αστική προσπάθεια για την εξεύρεση φιλικών προς το περιβάλλον μεθόδων παραγωγής, περισσότερο έχει το χαρακτήρα της εξεύρεσης νέου πεδίου κερδοφορίας, παρά της αποκατάστασης της ισορροπίας στο οικοσύστημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η απόσυρση των ΗΠΑ από την συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα το 2017, καθώς η συμμόρφωση της με τους όρους της συμφωνίας θα αποτελούσε πλήγμα για τις εγχώριες βιομηχανίες του τσιμέντου, του άνθρακα και του χάλυβα.
Η οικολογική κρίση μπορεί να έχει ταξικά αίτια, αλλά έχει διαταξικά αποτελέσματα, καθώς αφορά το σύνολο της ανθρωπότητας. Η επίλυση αυτού του ζητήματος δεν μπορεί να έρθει με ηγεμονία της αστικής αντίληψης, καθώς η τελευταία είναι σύμφυτη με την αποσπασματική, μερική και αταξική αντιμετώπιση του προβλήματος. Και αυτό είναι λογικό, καθώς για να συγκρουστούμε με την ρίζα του, για να μπορέσουμε να πετύχουμε μια άλλη σχέση, με κέντρο την συνεργασία και τον σεβασμό στην φύση, θα πρέπει να αναμετρηθούμε με τις βασικές αντιθέσεις που συγκροτούν τον καπιταλισμό ως εκμεταλλευτικό σύστημα με στόχο να τις αναιρέσουμε. Προφανώς, η αστική τάξη δεν θέλει και δεν μπορεί να ηγεμονεύσει ενός τέτοιου συνολικού σκοπού, καθώς είναι σα να σκάβει το λάκκο που θα θαφτεί η ίδια.
Η θετικιστική αντιμετώπιση του οικολογικού ζητήματος, παρά την αστική του προέλευση, εντούτοις διαπερνά συχνά και τον χώρο της κομμουνιστικής αριστεράς. Πολλά κόμματα κομμουνιστικής αναφοράς, βασιζόμενα σε μια ουδέτερη θεώρηση των παραγωγικών δυνάμεων, καταλήγουν να αποθεώνουν την δυναμική που κρύβει η εξέλιξή τους, ενώ εστιάζουν την κριτική τους μόνο στο «ποιός κατέχει» τις παραγωγικές δυνάμεις και όχι στον ίδιο τον χαρακτήρα τους. Μια τέτοια αντίληψη έχει ιστορικότητα, αφού στους κόλπους του επίσημου κομμουνιστικού κινήματος, είχε επικρατήσει ένα φαινόμενο -θα λέγαμε- «αριστερού παραγωγισμού», δηλαδή μια δογματική αντίληψη που αντιμετωπίζει με ουδέτερο τρόπο τις παραγωγικές δυνάμεις και ταυτίζει την σοσιαλιστική μετάβαση/οικοδόμηση με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στα πλαίσια της εργατικής εξουσίας και της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας. Αυτή η αντίληψη εκφράστηκε κυρίαρχα στην Σοβιετική Ένωση. Η κατάληξη αυτής της άποψης όσον αφορά το περιβαλλοντικό ζήτημα γίνεται εμφανής από δεκάδες παραδείγματα που δείχνουν ότι οι χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», παρά την αρχική υψηλή ιεράρχηση του ζητήματος της προστασίας του περιβάλλοντος, εν τέλει επιβάρυναν σε αρκετές περιπτώσεις το οικοσύστημα με τη βιομηχανική δραστηριότητα τους.
Το βασικό ζήτημα με την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας δεν είναι μόνο το ποιος κατέχει την οικονομική-πολιτική εξουσία, άρα το ποιος ιδιοποιείται τα αποτελέσματά της. Η ουσία είναι ο γνώμονας με τον οποίο εξελίσσονται, οι σχέσεις και οι ανάγκες που έρχονται να εξυπηρετήσουν. Η γνώση και η επιστήμη έχουν αντικειμενικό πυρήνα, ο οποίος τους προσδίδει και εν δυνάμει απελευθερωτικά χαρακτηριστικά, ωστόσο είναι ταξικά φορτισμένες από τις επιδιώξεις και την κοσμοθεωρία της κυρίαρχης τάξης που έχει την εξουσία. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μπορεί να δημιουργεί νέες δυνατότητες για την ανθρωπότητα, να φέρνει πιο κοντά την τάση για κομμουνιστική απελευθέρωση, αλλά ταυτόχρονα έχει και εν μέρει αντιδραστικό χαρακτήρα αφού με νέους όρους επιτυγχάνεται η υποταγή και η υποδούλωση του ανθρώπου και της φύσης από το κεφάλαιο (στο βαθμό που το κεφάλαιο καταφέρνει να το κάνει εφικτό).
Τα αποτελέσματα της επιστήμης έρχονται να εξυπηρετήσουν τις κοινωνικές ανάγκες, όταν και μόνο όταν υφίστανται εφαρμογή σε κοινωνικοποιημένα μέσα παραγωγής. Όμως, κοινωνικοποιημένα μέσα παραγωγής δεν σημαίνει αναπαραγωγή του αστικού καταμερισμού της εργασίας, αντιγραφή των αστικών μεθόδων παραγωγής, δεσποτισμός, ανελευθερία και αποξένωση των εργαζόμενων από τα μέσα και τα προϊόντα που παράγουν (όπως επικράτησε τελικά στην ΕΣΣΔ). Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η επικράτηση και το βάθεμα της αποξένωσης του εργαζόμενου από το παραγόμενο προϊόν, η αλλοτρίωση του είναι συνυφασμένη με την ασέβεια προς το περιβάλλον και το οικοσύστημα. Αντίθετα, κοινωνικοποιημένα είναι τα μέσα παραγωγής που διαχειρίζονται από τους ίδιους τους εργαζομένους και την κοινωνία, εξελίσσονται με στόχο την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών, στα πλαίσια μιας κοινωνίας των «ελεύθερων και ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών», όπου ταυτόχρονα υπάρχει η αρμονική συνεργασία του ανθρώπου με την Φύση.
Η αντιφατική προσέγγιση της «αποανάπτυξης»
Η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη, αποτελεί όμως πεδίο ταξικής πάλης

Εντός του ριζοσπαστικού-αντικαπιταλιστικού οικολογικού κινήματος υπάρχει το λεγόμενο ρεύμα της «αποανάπτυξης», το οποίο υποστηρίζει ότι η μείωση της παραγωγής και της κατανάλωσης, η εγκατάλειψη της μαζικής χρήσης της τεχνολογίας και των μηχανών, θα οδηγήσουν σε μια βιώσιμη διαβίωση του ανθρώπου στον πλανήτη και θα επαναφέρουν την ισορροπία στο περιβάλλον. Η θεωρία αυτή έχει στον πυρήνα της ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά, αφού γεννιέται αυθόρμητα και εναντιώνεται στον αστικό «παραγωγισμό» και στην γραμμική θεώρηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Ωστόσο, η άρνηση της κριτικής στην εξέλιξη της τεχνολογίας και της επιστήμης, στις εφαρμογές και στις χρήσεις τους, σε συνδυασμό με την υποτίμηση της πάλης στο πεδίο των ιδεών γύρω από αυτά τα ζητήματα, οδηγεί τελικά στον κοινωνικό και πολιτικό αναχωρητισμό και στον κατακερματισμό του αγώνα. Οδηγούν στην εγκατάλειψη της ταξικής πάλης στο πεδίο των παραγωγικών δυνάμεων.
Ο χαρακτήρας της οικολογικής κρίσης, προσδιορίζει και τον χαρακτήρα της λύσης, δηλαδή την κατάργηση των εκμεταλλευτικών σχέσεων, μέσω της ανατροπής του καπιταλισμού και της οικοδόμησης μιας αταξικής κοινωνίας. Η λογική του ρεύματος της «αποανάπτυξης», παρόλο που στις πιο πολιτικές εκδοχές του αντιλαμβάνεται αυτή την αναγκαιότητα, εντούτοις συνήθως μένει σε μια ηθικολογική στάση γύρω από αυτό το ζήτημα, προτάσσοντας τα συνθήματα του «σαμποτάζ» και της «άρνησης της τεχνολογικής προόδου». Η επιστημονική-τεχνολογική εξέλιξη, προφανώς δεν είναι ταξικά ουδέτερη, όμως, οι δυνατότητες βαθύτερης κατανόησης της φύσης και του κόσμου συνολικά, οι δυνατότητες βελτίωσης της ανθρώπινης καθημερινότητας σε αρμονική ισορροπία με το περιβάλλον, γεννιούνται από την εξέλιξη της επιστήμης και γι αυτό χρειάζεται η τελευταία να αποτελεί πεδίο της ταξικής πάλης.
Αντικαπιταλιστική οικολογία με κομμουνιστική ηγεμονία
Όντας σε μια εποχή όπου η υπερ-αντιδραστικοποίηση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού τον ωθεί σε καταστάσεις βαρβαρότητας που δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο, όπου το ξεπέρασμα της κρίσης του συνδέεται με μια νέα καταλήστευση του κοινωνικού πλούτου (φύση-ανθρώπινη εργασία), ωθώντας την ανθρώπινη εργασία να ζει κάτω από το όριό αναπαραγωγής της και καταστρέφοντας τα τελευταία φυσικά αποθέματα που έχουν μείνει αναξιοποίητα (πχ δάσος Αμαζονίου), το δίλημμα καπιταλιστική βαρβαρότητα-καταστροφή της φύσης και του ανθρώπου ή κομμουνιστική απελευθέρωση επανέρχεται με αναβαθμισμένο τρόπο. Η δυνατότητα της ειρηνικής και αρμονικής συνύπαρξης του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον υπάρχει στο σήμερα, αφού υπάρχει το γνωστικό υπόβαθρο για να σχεδιαστεί η παραγωγή όλων των αναγκαίων αγαθών με γνώμονα τον πλήρη σεβασμό προς το οικοσύστημα. Αυτό που απαιτείται είναι μια νέα βάση στη σχέση ανθρώπου-φύσης, το ξεπέρασμα του ανταγωνιστικού χαρακτήρα της μέσω του ξεπεράσματος του ανταγωνιστικού-εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος.
Ταυτόχρονα, είναι άμεσο καθήκον η συνένωση όλων των δυνάμεων με αναφορά στην ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική οικολογία κάτω από την ηγεμονία ενός σύγχρονου κομμουνιστικού προγράμματος και κόμματος, που θα είναι σε θέση να ενσωματώνει όλες αυτές τις ριζοσπαστικές αναζητήσεις και να προσφέρει μια σύγχρονη, επιστημονικά τεκμηριωμένη πρόταση για την επίλυση της οικολογικής κρίσης, στα πλαίσια της ανάπτυξης ενός νέου τρόπου παραγωγής και του στόχου της κομμουνιστικής απελευθέρωσης ανθρώπου-φύσης.
πηγη: prin.gr
Δημοσκόπηση – έκπληξη στα Σκόπια για τη συμφωνία των Πρεσπών
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
H Iskra παραθέτει με κάθε επιφύλαξη για την αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία της πρόσφατης δημοσκόπησης από τη γειτονική χώρα, επισημαίνοντας πάντα τα διάφορα χονδρά παιχνίδια και τις σκοπιμότητες που κυριαρχούν στις δημοσκοπήσεις.
Στην κόψη του ξυραφιού βρίσκεται το δημοψήφισμα για το όνομα της Βόρειας Μακεδονίας. Μπορεί ο Ζόραν Ζάεφ να φαίνεται ότι θα κερδίσει άνετα και να κάνει εκστρατεία με το αέρα του νικητή, όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα
Σύμφωνα με δημοσκόπηση που διενήργησε η εταιρία MRCETE Vision για λογαριασμό της ιστοσελίδας mkd.mk. ποσοστό άνω του 50% των ερωτηθέντων τάσσεται κατά της συμφωνίας των Πρεσπών.
Από την έρευνα που έγινε από τις 9 έως τις 15 Ιουλίου, τηλεφωνικά, σε 1.200 άτομα προέκυψε ότι το 54,1% των πολιτών δεν υποστηρίζουν τη συμφωνία για την αλλαγή του ονόματος της ΠΓΔΜ. Αντίθετα, υπέρ τάσσεται το 45,9%.
Το συμπέρασμα είναι εντελώς διαφορετικό όταν «κοιτάξει» κανείς την εθνικότητα του ανθρώπου που απαντά. Στο ερώτημα αν συμφωνούν ή όχι με τη συμφωνία των Πρεσπών που προβλέπει την αλλαγή του συνταγματικού ονόματος της ΠΓΔΜ, το 74,5% των κατοίκων της ΠΓΔΜ απαντά αρνητικά και μόλις το 25,5% θετικά.
Οι Αλβανοί που συμμετείχαν στην έρευνα (το 25% από τους 1.200 ερωτηθέντες) θεωρούν ότι η συμφωνία των Πρεσπών είναι καλή. Το ποσοστό είναι… εντυπωσιακό: 94,7%!
Στο ερώτημα για το αν θέλουν να γίνει η χώρα τους μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. με νέο όνομα, το 52,1% δηλώνει «όχι» και το 47,9% «ναι». Και ενώ το ποσοστό αλλάζει ανάλογα με την εθνικότητα. Οι σλαβικής καταγωγής απαντούν αρνητικά σε ποσοστό 71,7% και 28,3% θετικά, ενώ οι Αλβανοί είναι κατά 94,7% υπέρ της ένταξης σε ΝΑΤΟ και Ε.Ε. με άλλο όνομα. Στο ίδιο ερώτημα, άλλες εθνικότητες απαντούν αρνητικά σε ποσοστό 55,5% και θετικά σε ποσοστό 44,5%.
Το 49,6% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι η ένταξη της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και Ε.Ε. θα φέρει ένα καλύτερο μέλλον για τη χώρα τους, ενώ το 41,5% πιστεύει το αντίθετο. Το 8,9% επέλεξε το «δεν ξέρω / δεν απαντώ». Από τους σλαβικής καταγωγής που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση, το 56,4% δεν πιστεύει ότι η ένταξη σε ΝΑΤΟ και Ε.Ε. θα φέρει αλλαγή προς το καλύτερο. Το αντίθετο θεωρεί το 34%.
Μεταξύ των Αλβανών ερωτηθέντων, το ποσοστό είναι και πάλι εντυπωσιακά διαφορετικό. Για το 85,8%, ΝΑΤΟ και Ε.Ε. θα φέρουν ένα καλύτερο «αύριο» στην ΠΓΔΜ. Αντίθετη άποψη έχει το 6,6% των Αλβανών ερωτηθέντων. Μεταξύ των άλλων εθνικοτήτων της ΠΓΔΜ, το 57,8% θεωρεί ότι η ένταξη θα φέρει καλύτερες μέρες, σε αντίθεση με το 34,4%.
Όσον φορά στο αν θα συμμετάσχουν στο δημοψήφισμα, το 27,5% φαίνεται πως επιλέγει την αποχή. Το 47,8% θα συμμετάσχει και ένα ποσοστό άνω του 24% δεν έχουν αποφασίσει ακόμα. Μοιρασμένοι για το αν θα συμμετάσχουν στο δημοψήφισμα είναι οι σλαβικής καταγωγής. Το 41,9% δηλώνει ότι θα ψηφίσει, το 35,8% ότι θα απέχει και το 22,2% είναι αναποφάσιστο. Οι Αλβανοί της ΠΓΔΜ αντίθετα απαντούν πως θα συμμετάσχουν σε ποσοστό 61% και πως θα μποϊκοτάρουν σε ποσοστό 31,8%.
Στο σύνολο των ερωτηθέντων, το 44,6% πιστεύει ότι αν η ΠΓΔΜ αλλάξει το συνταγματικό της όνομα, θα γίνει δεκτή στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. Το αντίθετο πιστεύει το 43,1%, ενώ «δεν ξέρω» απάντησε το 12,3%.
Οι σλαβικής καταγωγής που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση, απάντησαν σε ποσοστό 53,9% ότι δεν πιστεύουν πως η συνταγματική αλλαγή θα ανοίξει την πόρτα της ένταξης σε Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ. Αντίθετη άποψη διατύπωσε το 32,9%.
Οι Αλβανοί έχουν αντίθετη άποψη. Το 72,8% πιστεύει ότι η αλλαγή του ονόματος θα φέρει ένταξη σε ΝΑΤΟ και Ε.Ε., ενώ το 17,5% δεν πιστεύει κάτι τέτοιο.
Εκλογές:
Ακόμη και το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών σκέφτονται πλέον στα Σκόπια. Το ερώτημα που έβαλε ο πρωθυπουργός της χώρας ως αυτό που θα κληθούν να στηρίξουν ή όχι οι πολίτες, είναι πονηρό, όπως πονηρό ήταν άλλωστε και αυτό το 2015 στην Ελλάδα με σκοπό να παγιδευτούν οι πολίτες.
Οι σλαβικής καταγωγής θα κληθούν να πουν «ναι ή όχι» στο εξής: «Είστε υπέρ της ένταξης στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ με την υποστήριξη της συμφωνίας μεταξύ της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας;»
Όμως, σε περίπτωση που οι εξελίξεις δεν είναι καλές για τον Ζάεφ, ενδεχομένως να επιλέξει εκλογές – αναβάπτισης της λαϊκής εντολής ώστε να προχωρήσει στις συνταγματικές αλλαγές που θέλει να κάνει με βάση τη συμφωνία των Πρεσπών.
πηγη: iskra.gr

Σε ρηχά νερά κινείται το πρώτο δεκαήμερο των εκπτώσεων, με τον εμπορικό κόσμο και κυρίως τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες να εκφράζουν την απογοήτευσή τους για την ανταπόκριση που έχουν μέχρι τώρα οι εκπτώσεις στο καταναλωτικό κοινό.
Φυσικά, η επιφύλαξη με την οποία αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές την περίοδο των εκπτώσεων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό από τη μειωμένη αγοραστική ικανότητα, συνοδεία των πρώτων εκκαθαριστικών σημειωμάτων των φορολογούμενων πολιτών.
Ως αποτέλεσμα αυτού, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εναποθέτουν ελπίδες για αύξηση του τζίρου τους και στη λεγόμενη «εισαγόμενη κατανάλωση» από τους τουρίστες που κατακλύζουν τη χώρα, ωστόσο αντιμετωπίζουν και το ενδεχόμενο αυτό με μετριοπάθεια, καθώς τα λεγόμενα «βραχιολάκια» έχουν επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό, πέραν της αμιγούς τουριστικής «βιομηχανίας», κλάδους όπως και το λιανεμπόριο και τις εμπορικές επιχειρήσεις.
Στην περιοχή της Αττικής, η κίνηση, μέχρι τώρα είναι, σαφώς περιορισμένη και αρκετά υποτονική, με εξαίρεση ελάχιστες περιοχές, όπως για παράδειγμα αυτή της Κηφισιάς. Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στην αγορά της Θεσσαλονίκης.
Οι εκτιμήσεις δείχνουν πως οι φετινές θερινές εκπτώσεις θα κυμανθούν σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα από πέρισυ, ενδεικτικό της οικονομικής ένδειας και του κλίματος που επικρατούν και έχουν πλήξει νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
πηγη: iskra.gr
Ερευνα: Δεν αρκεί από μόνη της η «πράσινη» ενέργεια για την προστασία του περιβάλλοντος
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Το «πρασίνισμα» της ηλεκτρικής ενέργειας, με την παραγωγή ρεύματος όχι από άνθρακα και πετρέλαιο, αλλά από ηλιακή και αιολική ενέργεια, δεν είναι αρκετό για να επιτευχθούν οι κλιματικοί στόχοι της Συμφωνίας του Παρισιού για άνοδο της παγκόσμιας θερμοκρασίας το πολύ κατά 1,5 έως δύο βαθμούς Κελσίου.
Αυτό σύμφωνα με μια νέα διεθνή μελέτη με ελληνική συμμετοχή.
Οι ερευνητές, μεταξύ των οποίων δύο Έλληνες, προειδοποιούν ότι ο «καθαρός» ηλεκτρισμός δεν είναι αρκετός, αν δεν συνοδεύεται από ουσιαστικές μειώσεις των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα σε άλλους τομείς, κυρίως τον βιομηχανικό, τον μεταφορικό και τον κατασκευαστικό.
Αν αυτό δεν συμβεί, ακόμα και αν η ηλεκτροπαραγωγή βασίζεται κυρίως στις εναλλακτικές μορφές ενέργειας, η χρήση των ορυκτών καυσίμων από τις βιομηχανίες (τσιμέντου, χάλυβα κ.α.), τα μέσα μεταφοράς (οχήματα, πλοία, αεροπλάνα κ.α.) και τα κτίρια (κυρίως για θέρμανση) θα συνεχίσει να παράγει αρκετές εκπομπές διοξειδίου για να θέσουν σε κίνδυνο τους στόχους της κλιματικής αλλαγής που έχει ορίσει η διεθνής κοινότητα.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Γκούναρ Λούντερερ του γερμανικού Ινστιτούτου Κλιματικών Ερευνών του Πότσνταμ, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό για θέματα κλιματικής αλλαγής Nature Climate Change.
Στην έρευνα συμμετείχαν η Ζωή Βροντίση του Εργαστηρίου E3MLab (Ενέργειας-Οικονομίας-Περιβάλλοντος) της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ και ο Κίμων Κεραμιδάς, αναλυτής ενεργειακής οικονομίας στο Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η μελέτη είναι η πρώτη που κάνει προβλέψεις εστιάζοντας στις εκπομπές διοξειδίου από τομείς που είναι δυσκολότερο να απαλλαγούν από τον άνθρακα σε σχέση με την ηλεκτροπαραγωγή, καθώς στην περίπτωσή τους δεν υπάρχουν εξίσου πρόσφορες επιλογές όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια. Το βασικό συμπέρασμα των επιστημόνων είναι ότι τελικά από αυτούς τους τομείς και όχι από την παραγωγή ηλεκτρισμού θα κριθεί πόσο διοξείδιο στον τρέχοντα αιώνα θα παραχθεί και θα καταλήξει στην ατμόσφαιρα.
Δεν αρκεί η «πράσινη» ενέργεια για την προστασία του πλανήτη
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι για να μην ξεπεράσει η άνοδος της θερμοκρασίας τον ενάμιση βαθμό Κελσίου (το αισιόδοξο «πλαφόν» της Συμφωνίας του Παρισιού), θα πρέπει να υπάρξουν αρνητικές εκπομπές διοξειδίου έως το 2100. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, αν συνεχισθούν οι τωρινές τάσεις, έως το τέλος του 21ου αιώνα οι συνολικές εκπομπές διοξειδίου από βιομηχανίες-μεταφορές-κατασκευές θα φθάσουν τους 4.000 γιγατόνους, ενώ δεν πρέπει να ξεπεράσουν τους 200 γιγατόνους για να πιαστεί το όριο του ενάμιση βαθμού Κελσίου.
Συνεπώς, τονίζουν οι ερευνητές, οι σημερινές δεσμεύσεις των χωρών είναι τελείως ανεπαρκείς.
Μάλιστα προειδοποιούν ότι, ακόμη και με το αισιόδοξο σενάριο πως οι χώρες θα λάβουν επιπλέον αυστηρά μέτρα, οι εκπομπές διοξειδίου από τη βιομηχανία, τις μεταφορές και τις κατασκευές δεν θα πέσουν κάτω από τους 1.000 γιγατόνους διοξειδίου από το 2016 έως το 2100, δηλαδή θα είναι ακόμη πολύ υψηλές σε σχέση με τους στόχους που έχουν τεθεί.
Η Ζωή Βροντίση δήλωσε: «Η ανάλυσή μας δείχνει ότι, πέρα από μια ταχεία πλήρους κλίμακας απαλλαγή από τον άνθρακα στον τομέα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, η σταθεροποίηση της ανόδου της θερμοκρασίας στους 1,5 έως δύο βαθμούς Κελσίου απαιτεί επίσης ουσιαστικές μειώσεις στους τομείς με μεγάλη ενεργειακή ζήτηση όπως η βιομηχανία, οι μεταφορές και τα κτίρια. Προκειμένου να επιτύχουμε τις πρόσθετες μειώσεις των ορυκτών καυσίμων, οι οποίες απαιτούνται για τη σταθεροποίηση στον ενάμιση βαθμό Κελσίου, χρειάζεται να επιταχύνουμε τόσο τις βελτιώσεις στην ενεργειακή αποσδοτικότητα, όσο και τον ευρύ εξηλεκτρισμό όλης της ενεργειακής ζήτησης».
πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Αισιόδοξα νέα για τις επιθέσεις πειρατείας στα πλοία
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Ο αριθμός των περιστατικών θαλάσσιας πειρατείας που αναφέρθηκαν στο Κέντρο Πληροφοριών ReCAAP κατά το πρώτο εξάμηνο του 2018 έπεσε στο χαμηλότερο αριθμό τα τελευταία 10 χρόνια, ανέφερε ο οργανισμός την Τρίτη.
Από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του 2018, η ReCAAP είχε αναφέρει συνολικά 40 περιστατικά, εκ των οποίων 29 ήταν πραγματικά περιστατικά ενώ υπήρξαν και 11 απόπειρες. Μεταξύ αυτών, 37 (92%) ήταν ένοπλες επιθέσεις ληστείας και τρεις (8%) κατηγοριοποιήθηκαν ως πειρατεία.
Αυτό σηματοδοτεί μείωση κατά 15% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο το 2017 στον αριθμό των περιστατικών που αναφέρθηκαν και ο μικρότερος αριθμός μεταξύ της δεκαετίας (2009-2018), δήλωσε η ReCAAP.
Επιπλέον, δεν υπήρξε πραγματικό περιστατικό απαγωγής του πληρώματος ή κλοπής φορτίου πετρελαίου.
Η εξαμηνιαία έκθεση της ReCAAP επισημαίνει ότι, παρόλο που σημειώθηκε μείωση του αριθμού των περιστατικών κοντά στα λιμάνια και τις αγκυροβόλια στις Φιλιππίνες μέχρι στιγμής φέτος, παρατηρήθηκε μικρή αύξηση στα στενά της Σιγκαπούρης και στο Βιετνάμ στις θάλασσα Sulu-Celebes, κάτι το οποίο είναι ανησυχητικό.
«Αναφορικά με τον αριθμό των συμβάντων το 2017 που αυξήθηκε κατά 16% σε σύγκριση με το 2016, η μείωση κατά 15% το πρώτο εξάμηνο του 2018 σε σύγκριση με την ίδια περίοδο το 2017 είναι πολύ καλά νέα. Παρόλα αυτά, η συνεχής επαγρύπνηση όλων των ενδιαφερομένων θα είναι μια αποτελεσματική αποτροπή για το ναυτικό έγκλημα και προτρέπουμε να ληφθούν αυξημένα μέτρα στους τομείς που μας απασχολούν «, σχολίασε ο Masafumi Kuroki, εκτελεστικός διευθυντής της ReCAAP ISC.
Η συμφωνία περιφερειακής συνεργασίας για την καταπολέμηση της πειρατείας και της ένοπλης ληστείας κατά των πλοίων στην Ασία (ReCAAP), που ιδρύθηκε το 2006, είναι η πρώτη περιφερειακή συμφωνία μεταξύ κυβερνήσεων για την προώθηση και ενίσχυση της συνεργασίας κατά της πειρατείας και της ένοπλης ληστείας κατά των πλοίων στην Ασία. Μέχρι σήμερα, 20 έθνη, μεταξύ των οποίων 14 ασιατικές χώρες, 4 ευρωπαϊκές χώρες, η Αυστραλία και οι ΗΠΑ, έχουν καταστεί συμβαλλόμενα μέρη.
πηγη: e-nautilia.gr
«Μπαλάκι» μεταξύ εργοδοσίας και κυβέρνησης οι εργαζόμενοι των Ναυπηγείων Ελευσίνας
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Ερώτηση για την κατάσταση στα Ναυπηγεία Ελευσίνας και τις οφειλές στους εργαζόμενους κατέθεσαν στη Βουλή, προς τους αρμόδιους υπουργούς, οι βουλευτές του ΚΚΕ Γιάννης Γκιόκας, Χρήστος Κατσώτης, Διαμάντω Μανωλάκου καιΘανάσης Παφίλης. Αναλυτικά το κείμενο της Ερώτησης:
«Συνθήκες απληρωσιάς και αβεβαιότητας, με τις φήμες και τα σενάρια για το μέλλον της επιχείρησης να δίνουν και να παίρνουν, αντιμετωπίζουν για ακόμα μια φορά οι πάνω από 600 εργαζόμενοι στα Ναυπηγεία Ελευσίνας, που αυτό το διάστημα δίνουν ξανά τη μάχη για την καταβολή των δεδουλευμένων, τα εργασιακά τους δικαιώματα και τις θέσεις εργασίας.
Ο όμιλος Ταβουλάρη, στον οποίο ''πέρασε'' το ναυπηγείο πριν από 20 χρόνια, χρωστάει στους εργαζόμενους δεδουλευμένα ακόμα δύο μηνών (Μάη, Ιούνη), χώρια τα 12 εκατομμύρια ευρώ που τους οφείλει από τη μη πληρωμή μισθών προηγούμενων ετών.
Οι εργαζόμενοι για μια ακόμη φορά γίνονται ''μπαλάκι'' μεταξύ εργοδοσίας και κυβέρνησης και χρησιμοποιούνται ως μέσο πίεσης από τον εργοδότη για τα δικά του συμφέροντα, αλλά και από την κυβέρνηση για τις δικές της πολιτικές επιδιώξεις, δημιουργώντας έτσι και με διάφορους τρόπους κλίμα πίεσης και τρομοκρατίας προς τους εργαζόμενους.
Το πρόγραμμα του Πολεμικού Ναυτικού, που αφορά στην κατασκευή δύο πυραυλάκατων (Vosper) ΤΠΚ 6 και ΤΠΚ 7, έχει μεγάλη καθυστέρηση από το 2009 που ξεκίνησε. Στην καθυστέρηση αυτή ουδεμία ευθύνη έχουν οι εργαζόμενοι, ενώ η παράταση που έχει αποφασιστεί για την ολοκλήρωση των πλοίων καθυστερεί, με αποτέλεσμα και το Πολεμικό Ναυτικό να μην παίρνει τα πλοία που έχει ανάγκη, αλλά και οι εργαζόμενοι να βρίσκονται σε αβεβαιότητα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τα τελευταία 40 εκατ. ευρώ δόθηκαν από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ το Γενάρη του 2016, με μοναδικό όρο ''να μην προβεί ο όμιλος σε απολύσεις μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος'', χωρίς από εκεί και πέρα να υπάρχει η παραμικρή εξασφάλιση για τους εργαζόμενους.
Με την ίδια ρύθμιση, το 70% του μισθού των εργαζομένων καταβάλλεται από το Πολεμικό Ναυτικό, αλλά ο εργοδότης καθυστερεί χαρακτηριστικά να πληρώσει ακόμα και το υπόλοιπο 30%.
Όπως ήδη γράφεται στον Τύπο, αλλά και από δηλώσεις υπουργών προς τους εργαζόμενους, η κυβέρνηση πρωτοστατεί για τη μεταβίβαση του ναυπηγείου σε άλλους επιχειρηματικούς ομίλους, ενώ βρίσκεται σε διαδικασία ολοκλήρωσης η μεταβίβαση του Ναυπηγείου Νεωρίου της Σύρου, το οποίο ανήκε στον ίδιο όμιλο, στην εταιρεία ελληνοαμερικανικών συμφερόντων ΟΝΕΧ.
Όσο για τους εργαζόμενους, όρος για να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση ήταν να αποδεχτούν την αναδρομική τους απόλυση από τις 30/4/2017, προκειμένου να μην τους καταβληθούν οι μισθοί που τους όφειλε ο όμιλος Ταβουλάρη από το νέο ιδιοκτήτη. Είναι φανερό ότι η συμφωνία, όπου μοναδικοί χαμένοι ήταν οι εργαζόμενοι, θα αποτελέσει "πρότυπο" και στην περίπτωση πώλησης των Ναυπηγείων Ελευσίνας.
Είναι τεράστιες οι ευθύνες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, όπως και όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων που με την πολιτική που υπηρετεί την κερδοφορία των μονοπωλίων, έχει ''βουλιάξει'' στη δίνη ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων τους εργαζόμενους, αλλά και τις υποδομές του δεύτερου σε μέγεθος ναυπηγείου της χώρας, το οποίο, κάτω από άλλες συνθήκες, ενταγμένο στον κεντρικό σχεδιασμό και σε συνάρτηση με την τεχνογνωσία και το έμπειρο εργατικό δυναμικό, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολύμορφα στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών.
ΕΡΩΤΩΝΤΑΙ οι κ. Υπουργοί, ποια μέτρα θα πάρει η κυβέρνηση ώστε:
-
Η εταιρεία να καταβάλει τις τρέχουσες οφειλές της προς τους εργαζόμενους (30% μηνών Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου) όπως και το επίδομα αδείας.
-
Να γίνει η εξόφληση των δεδουλευμένων από προηγούμενα έτη.
-
Να διασφαλιστεί η ύπαρξη μέτρων προστασίας της υγείας των εργαζομένων και ασφάλειας στους χώρους δουλειάς, όπου είναι ελλιπή.
-
Σε σχέση με την επιμήκυνση του προγράμματος των πυραυλάκατων ΤΠΚ: Να μπουν στη μισθοδοσία και όσοι εργαζόμενοι είναι σήμερα εκτός, αφού η συμφωνία αφορά όλο το ναυπηγείο.
-
Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος να υπάρχει εξασφάλιση συνέχισης της ομαλής λειτουργίας του ναυπηγείου και όλων των θέσεων εργασίας, μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων και ΣΣΕ που θα εξασφαλίζουν τις κατακτήσεις των εργαζομένων και θα ανταποκρίνονται στις σημερινές ανάγκες για όλους τους εργαζόμενους του ναυπηγείου».
πηγη: 902.gr
Απαράδεκτο μπλόκο από ΔΝΤ για επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Το μήνυμα να διατηρήσει όλες τις «μεταρρυθμίσεις» (στην πραγματικότητα: απορρυθμίσεις) που εφάρμοσε τα τελευταία χρόνια, να μην προχωρήσει την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και να ενισχύσει τον λεγόμενο «ανταγωνισμό» στις αγορές προϊόντων στέλνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Ελλάδα με έκθεσή του για την πορεία της οικονομίας στην Ευρωζώνη.
Λίγες πριν δοθεί στη δημοσιότητα η ειδική έκθεση και η ανάλυση της βιωσιμότητος του ελληνικού χρέους το Ταμείο υποδεικνύει, ουσιαστικά, στην Αθήνα να μην επανέλθουν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, γιατί κάτι τέτοιο θα έχει, δήθεν, αντίκτυπο στη λεγόμενη «ανταγωνιστικότητα», ενώ θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να υπάρξει καμία ανατροπή στις πρόσφατες «μεταρρυθμίσεις» (δηλαδή απορρυθμίσεις) στην αγορά εργασίας.
Το ΔΝΤ καλεί την Ελλάδα όχι μόνο να διατηρήσει όλες τις δήθεν «μεταρρυθμίσεις» που εφάρμοσε τα τελευταία χρόνια, αλλά και να προχωρήσει σε περαιτέρω παρεμβάσεις στα εργασιακά και στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών (με απλά λόγια, σε περαιτέρω «ξήλωμα» εργασιακών δικαιωμάτων).
Επίσης, ζητά πλήρη «απελευθέρωση» των κλειστών επαγγελμάτων με έμφαση σε μηχανικούς, δικηγόρους και συμβολαιογράφους, αλλά και ευθυγράμμιση του πλαισίου των ομαδικών απολύσεων με τις «ευρωπαϊκές πρακτικές» (ουσιαστικά, δηλαδή, την πλήρη απελευθέρωσή τους).
Ειδικότερα, το Ταμείο συνιστά:
– Διατήρηση των πρόσφατων «μεταρρυθμίσεων» στα εργασιακά, μεταξύ των οποίων και οι αλλαγές στο πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Θα πρέπει να υιοθετηθούν αλλαγές ώστε να ευθυγραμμιστεί το πλαίσιο για τις ομαδικές απολύσεις με βάση τις καλύτερες ευρωπαϊκές πρακτικές.
– Επιτάχυνση στο άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, με προτεραιότητα σε επαγγέλματα όπως οι μηχανικοί, οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι.
– Αξιοποίηση της διαβόητης «εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ» για μείωση των φραγμών στον ανταγωνισμό, όπως η λειτουργία των καταστημάτων τις Κυριακές (κοινώς η περαιτέρω επέκταση του «εργασιακού μεσαίωνα», με απάνθρωπα ωράρια και λιγοστές αμοιβές).
– Πλήρης υλοποίηση των πρόσφατα εγκριθεισών αλλαγών και η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης στην αδειοδότηση, καλύπτοντας και τους 24 κλάδους που εκκρεμούν. Επίσης, χρειάζεται να ολοκληρωθεί η δευτερογενής νομοθέτηση για τις περιβαλλοντικές δραστηριότητες.
πηγη: iskra.gr
Μια χώρα για πούλημα ως «τουριστικό προϊόν»
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Ελένη Τριανταφυλλοπούλου
Λεηλασία
Η περίοδος της κρίσης στην Ελλάδα έχει σημαδευτεί από την προώθηση νομοθετημάτων και πολιτικών που τείνουν να αλλάξουν ριζικά το αναπτυξιακό τοπίο της χώρας. Η λεηλασία των δημόσιων αγαθών, των κοινωνικών υποδομών, της γης, αλλά και των φυσικών στοιχείων που συνδέονται μαζί της, όπως το νερό, τα δάση, το υπέδαφος, η βιοποικιλότητα, εμπεδώνουν σήμερα μία ιστορικής σημασίας μεταλλαγή στο αναπτυξιακό μοντέλο με κύριο στόχο την ενίσχυση του μεγάλου κεφαλαίου και της επιχειρηματικής κερδοφορίας μέσα από τη διασφάλιση νέων επενδύσεων, αλλά και την αναδιάρθρωση του τουριστικού κλάδου.
Η μεταλλαγή αυτή υλοποιείται βέβαια σε πρόσφορο έδαφος αποτελώντας συνέχεια των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων των προηγούμενων δεκαετιών, συμπυκνώνοντας και μία σειρά από πολιτικές και πρακτικές που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας των Ολυμπιακών αγώνων. Από το 2010 και μετά βλέπουμε να πραγματοποιείται μια συντεταγμένη επιχείρηση για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από τη δημόσια και λαϊκή σφαίρα στην ιδιωτική, σε ελληνικά και ξένα κερδοσκοπικά κεφάλαια. Το δημόσιο χρέος αξιοποιείται ως καταλύτης σε αυτήν την υπόθεση, ενώ οι μνημονιακοί νόμοι αλλάζουν -ή και καταργούν- την πολεοδομική νομοθεσία, με στόχο τη δημιουργία ειδικών προνομιακών καθεστώτων για την χωροθέτηση μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων. Κομβικό ρόλο στο αναμορφωμένο θεσμικό πλαίσιο έπαιξε η συγκρότηση του ΤΑΙΠΕΔ το 2011 και εν συνεχεία η σύσταση του Υπερταμείου Αποκρατικοποιήσεων, το οποίο με το πρόσφατο πολυνομοσχέδιο για την 4η αξιολόγηση πέρασε ως ενέχυρο στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) για περισσότερα από 30 χρόνια.
Η ιδιωτικοποίηση της περιοχής Ερημίτης της Κασσιόπης στην Κέρκυρα αποτελεί ένα παράδειγμα εφαρμογής των Ειδικών Σχεδίων (ΕΣΧΑΔΑ), όπου ισχύει διαφορετικό, προνομιακό πολεοδομικό καθεστώς. Τα 490 στρέμματα της έκτασης, με ακτογραμμή 725 μέτρων και 50% δασική κάλυψη, έχουν περάσει στην αμερικανική NCH Capital.
Στη σημερινή εποχή της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης η γη φαίνεται να αποκτά δεσπόζουσα θέση στις διαδικασίες συσσώρευσης του κεφαλαίου. Σε πολύ μεγάλο βαθμό, η υφαρπαγή της γης και η γαιοπρόσοδος επανεμφανίζονται δυναμικά στη διεθνή οικονομία σαν αποτέλεσμα της υπερδιόγκωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα και της συνεχούς προώθησης των ιδιωτικοποιήσεων, με βασικό σκοπό να δημιουργηθούν νέα πεδία για την κεφαλαιακή συσσώρευση. Διεθνώς παρατηρείται μία έντονη αναζήτηση μεγάλων εκτάσεων για ειδικού τύπου mega-projects, για τη διάνοιξη νέων αναπτυξιακών δρόμων και διαμετακομιστικών κόμβων, καθώς και για ειδικές οικονομικές ζώνες και μεγάλης κλίμακας επενδύσεις real estate. Παράλληλα, οι πολιτικές υφαρπαγής στρέφονται και στα λεγόμενα τουριστικά ολοκληρωμένα ή σύνθετα project, αναζητώντας ηλιόλουστες παραλίες, νησιά, περιοχές φυσικού κάλους και ιδιαίτερου τοπίου για τη δημιουργία τουριστικών θερέτρων, ξενοδοχείων, αλλά και «περίκλειστων πολυτελών κοινοτήτων».
Στην περίπτωση της Ελλάδας, το επενδυτικό ενδιαφέρον τροφοδοτείται τόσο από το ευνοϊκό περιβάλλον για κερδοσκόπους-επενδυτές που δημιούργησαν οι μνημονιακοί νόμοι όσο και από τα ειδικά ποιοτικά χαρακτηριστικά της γης και των ακινήτων.
Το σύνολο της ελληνικής επικράτειας αποτελεί μια οιονεί μονοπωλιακή θέση ως προς τα γεωπολιτικά δεδομένα και τη φυσική εγγύτητα στις ευρωπαϊκές αγορές· ενώ μια ειδική ομάδα των χαρακτηριστικών γης στην Ελλάδα αφορά τα ιστορικά μνημεία, την πολιτιστική κληρονομιά, το τοπίο, το μεγάλο μήκος ακτών και νησιών, τον σχετικά υψηλό δείκτη φυσικής αξίας και τέλος τη φήμη της ως ένας ποιοτικός μεσογειακός τουριστικός προορισμός. Δεν είναι τυχαίο, ότι ήδη από την αρχή της ίδρυσης του ΤΑΙΠΕΔ συμπεριλήφθηκαν στις προς εκποίηση εκτάσεις μία σειρά από τοποθεσίες με ιδιαίτερη οικολογική αξία, όπως περιοχές NATURA 2000, Καταφύγια Άγριας Ζωής καθώς και περιοχές που υπάγονται σε Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών, όπως οι Εθνικοί Δρυμοί και τα Εθνικά Πάρκα της Ελλάδας.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ιδιωτικοποίησης περιοχής με ιδιαίτερη οικολογική υπόσταση είναι αυτή της έκτασης στην περιοχή Ερημίτης της Κασσιόπης στην Κέρκυρα. Από τα 490 στρέμματα της έκτασης με ακτογραμμή 725 μέτρων, το 50% καλύπτεται από δασική έκταση ενώ στην εκποιούμενη περιοχή συμπεριλαμβάνεται και ο υγρότοπος της Βρωμολίμνης. Το Δεκέμβριο του 2016, ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας «Επενδύσεις Ακινήτων Νέας Κέρκυρας ΑΕ» (η οποία είχε συσταθεί από το ΤΑΙΠΕΔ για τον σκοπό της αξιοποίησης του συγκεκριμένου ακινήτου) στην αμερικανικών συμφερόντων NCH Capital, ενώ ορίστηκε ότι ο επενδυτής θα έχει το δικαίωμα να αξιοποιήσει περίπου 35.000 τ.µ. για την κατασκευή πολυτελών τουριστικών εγκαταστάσεων.
Επιπρόσθετα, η συγκεκριμένη επένδυση παρουσιάζει ενδιαφέρον καθότι αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής των ΕΣΧΑΔΑ, των Ειδικών Σχεδίων Χωρικής Ανάπτυξης Δημόσιων Ακινήτων. Τα ΕΣΧΑΔΑ, αποτελούν θύλακες εντός των οποίων ισχύει διαφορετικό, προνομιακό καθεστώς σε ότι αφορά τις χρήσεις γης, τους όρους δόμησης, τις διαδικασίες κ.λπ., οι οποίοι αντανακλούν το νέο υπόδειγμα σχεδιασμού και υπερισχύουν του υφιστάμενου πολεοδομικού καθεστώτος (βλέπε και Κ. Βουρεκάς, ΤΑΙΠΕΔ, Χωροταξική και Πολεοδομική Μεταρρύθμιση και νέα αναπτυξιακά μοντέλα, Οικοτριβές, τεύχος 17, Ιούνιος 2015).
Αντίστοιχη περίπτωση συναντάμε και στην άλλη άκρη της Ελλάδας, στο Κάβο Σίδερο στην ανατολική Κρήτη. Πρόκειται για μία επένδυση που είχε αναγγελθεί ήδη από τη δεκαετία του 1990 από τη βρετανική εταιρεία Loyalward Ltd. Η αρχική πρόταση περιλάμβανε τουριστικές εγκαταστάσεις με 7.000 κλίνες και τρία γήπεδα γκολφ σε έκταση 25.000 στρεμμάτων και είχε ακυρωθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) το 2010 έπειτα από προσφυγές, αλλά και κινητοποιήσεις. Εν συνεχεία, η επένδυση επανήλθε ενταγμένη στη νομοθεσία μεγάλων επενδύσεων από την αγγλική εταιρεία Itanos Gaia, ενώ το Μάρτιο του 2016 εγκρίθηκε με Προεδρικό Διάταγμα το σχετικό ΕΣΧΑΣΕ (Ειδικό Σχέδιο Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικής Επένδυσης), καθώς η επένδυση θεωρήθηκε στρατηγικής σημασίας. Παρά το γεγονός ότι το νέο σχέδιο είναι μικρότερης δυναμικότητας (1.936 κλίνες και ένα γήπεδο γκολφ), εντούτοις αφορά στην ίδια έκταση γης, που αγκαλιάζει το φοινικόδασος Βάι και εκτείνεται σε περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί ως Ειδικές Ζώνες Διατήρησης και Ζώνες Ειδικής Προστασίας του Δικτύου Natura 2000, αλλά και στο Φυσικό Πάρκο Σητείας, ενταγμένο στο Δίκτυο Ευρωπαϊκών Γεωπάρκων.
Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι και τα δύο αυτά παραδείγματα αναδεικνύουν το πώς η υλική και συμβολική υπόσταση του περιβάλλοντος και των τοπίων μετατρέπεται σε εμπόρευμα, εξασφαλίζοντας το «συνεχώς ανοδικό τουριστικό προϊόν» μέσα από την ιδιοκτησία ή τον συμβολικό έλεγχο του εδάφους των τοπίων. Ταυτόχρονα, εγκαινιάζουν ένα νέο πρότυπο χωρικής ανάπτυξης, το οποίο μονιμοποιεί την κατάσταση εξαίρεσης με κάθε κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος. Τόσο τα ΕΣΧΑΣΕ (ν. 3894/2010) όσο και τα ΕΣΧΑΔΑ (ν.3986/2011), αποτελούν επι της ουσίας νησίδες διευκόλυνσης της εγκατάστασης επενδύσεων με fast track διαδικασίες. Αντί δηλαδή να προσαρμόζεται το επενδυτικό σχέδιο στη νομοθεσία, προσαρμόζεται η νομοθεσία στο επενδυτικό σχέδιο. Αν και οι συνεχείς προσφυγές και οι αντιδράσεις από τις τοπικές κοινωνίες έχουν οδηγήσει σε μεγάλες καθυστερήσεις και στις δύο περιπτώσεις, είναι χαρακτηριστικό ότι το ΣτΕ αξιοποιώντας τη μνημονιακή νομοθεσία έδωσε το «πράσινο φως» και στις δύο αυτές επενδύσεις, ταυτίζοντας το δημόσιο συμφέρον με το συμφέρον των επενδυτών (αντίστοιχη απόφαση βγήκε εξάλλου και για την περίπτωση του Ελληνικού).
Παράλληλα, τέτοιου είδους επενδύσεις σηματοδοτούν παραδείγματα αναδιάρθρωσης του μοντέλου τουριστικής ανάπτυξης. Η Ελλάδα καλείται να ακολουθήσει το αναπτυξιακό υπόδειγμα των χωρών της Βόρειας Μεσογείου (κυρίως Ισπανία, Γαλλία, Δυτική Ιταλία) αξιοποιώντας το γεγονός ότι η περιοχή της Μεσογείου αποτελεί πόλο έλξης για το το 30% του παγκόσμιου τουρισμού. Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος υπολογίζεται ότι το μεγαλύτερο μέρος των ακτών της Μεσογείου θα έχει χτιστεί έως το 2025 δημιουργώντας το λεγόμενο «μεσογειακό τείχος», ένα τσιμεντένιο τείχος από παραθεριστικές κατοικίες, ξενοδοχειακές μονάδες, περίκλειστες κοινότητες, γήπεδα γκολφ και κάθε είδους τουριστικές υποδομές, όπως αυτοκινητόδρομοι, μαρίνες και αεροδρόμια (βλέπε και Κ. Χατζημιχάλης, Κρίση χρέους και υφαρπαγή γης, εκδόσεις ΚΨΜ).
Στο βαθμό μάλιστα που το κοινωνικό πρόβλημα στην Ελλάδα συνεχώς οξύνεται, ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού θα αποκλείεται. Η προωθούμενη στροφή από τον μαζικό τουρισμό στην προσέλκυση ανώτερων εισοδηματικών στρωμάτων θα οδηγήσει στην όξυνση της χωρικής πόλωσης, δημιουργώντας κλειστούς θύλακες πολυτελούς κατανάλωσης για την τουριστική ελίτ, αλλά και επιφέροντας μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στο περιβάλλον και στον φυσικό πλούτο.
Ελληνικό: Αθηναϊκή Ριβιέρα μόνο για λίγους και εκλεκτούς

H ιδιωτικοποίηση του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού δεν είναι μια σημαντική επένδυση για το ελληνικό κεφάλαιο απλά και μόνο λόγω του μεγέθους της. Διαδραματίζει κομβικό, συμβολικό ρόλο στην προώθηση των μνημονιακών επιταγών και στην υλοποίηση του προγράμματος των ιδιωτικοποιήσεων, καθώς αποτελεί βασική πλευρά του συνολικότερου πρότζεκτ που αφορά στην παράκτια ζώνη της Αττικής και έρχεται να συμπληρώσει τις ιδιωτικοποιήσεις στη Μαρίνα Αλίμου, στα Αστέρια Γλυφάδας και τον Αστέρα Βουλιαγμένης, σε μία σειρά από περιφερειακές μαρίνες και εκτάσεις ειδικού ενδιαφέροντος, αλλά και τα σχέδια της Cosco για το λιμάνι του Πειραιά. Στόχος είναι η ανάδειξη της μητροπολιτικής περιοχής της Αττικής σε διεθνές κόμβο μεταφορών-εμπορίου-ενέργειας και σχετικών υπηρεσιών, αλλά και η προώθηση μίας νέου τύπου τουριστικής ανάπτυξης για τις ελίτ και τα υψηλά εισοδήματα μέσα από την «αναγέννηση» της λεγόμενης Αθηναϊκής Ριβιέρας.
Τα σχέδια για το χώρο του πρώην αεροδρομίου είναι ενδεικτικά. Η ίδια η πολεοδόμηση των επιμέρους περιοχών (με συνολική οικοδομήσιμη έκταση 2.700.000 τ.μ.) είναι κομμένη και ραμμένη στα επενδυτικά συμφέροντα του Λάτση, δημιουργώντας μία πόλη μέσα στην πόλη, με «τοπόσημα» τα ιδιαίτερα ψηλά κτίρια και τους ουρανοξύστες. Ταυτόχρονα, οι σημαντικότεροι χώροι πρασίνου θα διαμορφωθούν «εγκλωβισμένοι» στο εσωτερικό ενός δικτύου, οικιστικών, επιχειρηματικών, εμπορικών και τουριστικών δραστηριοτήτων, ενώ ο περιορισμός της προσπελασιμότητας και της ελεύθερης πρόσβασης θα σημαίνει οριακά τον αποκλεισμό του χώρου για τους κατοίκους των γειτονικών περιοχών. Για λίγους και εκλεκτούς θα είναι απ’ ότι φαίνεται και η παραλία, καθώς η υλοποίηση των σχεδίων της Lamda Development θα καταργήσει την πρόσβαση στο μεγαλύτερο κομμάτι της παράκτιας έκτασης του χώρου.
Οι μπουλντόζες φαίνεται να πλησιάζουν… Ήδη τις τελευταίες εβδομάδες η Ελληνικό ΑΕ αποστέλλει τελεσίγραφα προς τους δημόσιους φορείς, αλλά και προς το Κοινωνικό Ιατρείο για άμεση μετεγκατάστασή τους, έχοντας προκαλέσει κύμα αντιδράσεων. Παράλληλα, με την ψήφιση του πρόσφατου μνημονιακού πολυνομοσχεδίου προβλέπεται και η σύσταση Ιδιωτικού Δικαίου Φορέα Διαχείρισης Κοινοχρήστων Χώρων εντός του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού-Αγίου Κοσμά, που όπως ρητά ομολογείται, θα «εξυπηρετεί την ομαλή λειτουργία της επένδυσης, η οποία έχει χαρακτήρα έντονου δημοσίου συμφέροντος», ενώ σε αυτόν παραχωρούνται πλέον όλες οι βασικές αρμοδιότητες των δήμων καθώς και «η αποκλειστική είσπραξη και διαχείριση οποιωνδήποτε ανταποδοτικών τελών και ανάλογων χρεώσεων».
Γίνεται σαφές, ότι η πραγμάτωση του επιχειρηματικού σχεδίου στο πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού θα ολοκληρώσει την καταστροφή του παραλιακού μετώπου της Αττικής, μετατρέποντάς το σε μία ατελείωτη επιχειρηματική ζώνη, με κέντρα διασκέδασης, μαρίνες και ξενοδοχιακά και τουριστικά συγκροτήματα. Ωστόσο, η μάχη ενάντια στην ιδιωτικοποίηση και την επένδυση φαίνεται πως θα έχει διάρκεια και παραμένει ακόμα ανοιχτή. Το ίδιο και το στοίχημα για τη δημιουργία ενός πραγματικού Πάρκου Φυσικού Πρασίνου που θα δίνει ανάσα σε όλη τη μητροπολιτική περιοχή της Αθήνας.
πηγη: prin.gr

Είναι οι πολιτικοί απόγονοι των δοσίλογων, των ταγματασφαλιτών, των γερμανοτσολιάδων.
Θέλουν να γίνουν οι συνεχιστές του Χίτλερ και του Γκέμπελς και να φτιάξουν τα δικά τους Άουσβιτς και Νταχάου.
Δολοφονούν ναζιστικά, χαιρετούν ναζιστικά, μιλούν ναζιστικά, δρουν ναζιστικά, υμνούν το ναζισμό.
Ο «Ημεροδρόμος» επεξεργάστηκε και παρουσιάζει ένα βίντεο – ντοκουμέντο.
Τα αποκαλυπτικά οπτικοακουστικά στοιχεία δεν αφήνουν καμία αμφιβολία. Οι χρυσαυγίτες είναι χιτλεροειδή. Η Χρυσή Αυγή είναι ναζιστική, εγκληματική συμμορία.
Στόχος μας είναι το βίντεο – ντοκουμέντο να φτάσει παντού.
Το έγκλημα πρέπει να γίνει όσο περισσότερο γίνεται ατιμωτικό και ο μόνος τρόπος είναι η δημοσιοποίηση του.
Κανείς – πλέον – δεν μπορεί να παριστάνει ότι «δεν ξέρει».
πηγη: imerodromos.gr
Λαγκάρντ: Κίνδυνος για την παγκόσμια οικονομία ο πόλεμος των δασμών
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Επικίνδυνο για την παγκόσμια οικονομία και ιδιαίτερα την οικονομία των ΗΠΑ, χαρακτηρίζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η επικεφαλής του, Κριστίν Λαγκαρντ, τον εμπορικό πόλεμο που έχει ξεσπάσει, μετά την απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ να αυξήσει τους δασμούς για τα εισαγόμενα προϊόντα και την ανάλογη απάντηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Κίνα και τον Καναδά.
Η Κριστίν Λαγκάρντ επισημαίνει ότι το ΔΝΤ είχε προειδοποιήσει για τα προβλήματα που θα προκύψουν από τη λήψη προστατευτικών μέτρων. Όπως τονίζει, πρόσφατα στοιχεία από την Ευρώπη και την Ασία καταδεικνύουν μείωση των νέων παραγγελιών για εξαγωγές και παραγκωνισμό της εμπιστοσύνης μεταξύ ορισμένων χωρών που εξάγουν αυτοκίνητα, συμπεριλαμβανόμενης της Γερμανίας.
Η Λαγκάρντ αναφέρθηκε σε σχετική πρόσφατη έκθεση του Ταμείου, που κάνει λόγο για τέσσερα σενάρια, με βάση τις επιπτώσεις που θα έχει η επιβολή δασμών στην παγκόσμια οικονομία. Στο χειρότερο σενάριο που αναφέρεται (που εμπεριέχει κλονισμό εμπιστοσύνης επενδυτών λόγω της επιβολής των δασμών) το παγκόσμιο ΑΕΠ θα μπορούσε να μειωθεί κατά 0,5% – ή περίπου 430 δισ. δολάρια κάτω από την τρέχουσα πρόβλεψη για το 2020.
Η Λαγκάρντ τονίζει ότι οι επιπτώσεις από τους δασμούς δεν θα είναι ανάλογες σε όλες τις χώρες, υπογραμμίζοντας ότι η οικονομία των ΗΠΑ είναι “ιδιαίτερα ευάλωτη”, επειδή μεγάλο μέρος του εμπορίου της θα υποστεί τα αντίποινα. Και όπως τόνισε η Λαγκάρντ, “η απώλεια του ΑΕΠ δεν είναι το μόνο κόστος” για τις ΗΠΑ.
Η επικεφαλής του ΔΝΤ σημειώνει επίσης ότι οι εμπορικές διαμάχες επιδεινώνουν την ήδη περίπλοκη κατάσταση στις αναδυόμενες αγορές, υπενθυμίζοντας ότι οι επενδυτές απέσυραν πάνω από 14 δισ. δολάρια από αυτές τις αγορές, τους δύο προηγούμενους μήνες (Μάιο και Ιούνιο).
ΠΗΓΗ: iskra.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή