Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Κυβερνητική λεηλασία: 1.721.911 κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών το 2017

Η δολοφονία της πραγματικής οικονομίας για ένα φουσκωμένο πλεόνασμα σε αριθμούς – 2.300.000 φορολογούμενοι οφείλουν από 50 ως 2.000 ευρώ στην εφορία
Τη συνειδητή απόφαση του υπουργού οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου να στραγγίξει πλήρως την πραγματική οικονομία στην υπηρεσία του πρωτογενούς πλεονάσματος και του αφηγήματος της κυβέρνησης αποτυπώνουν τα επίσημα νούμερα της ΑΑΔΕ. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι κατασχέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς («εις χείρας τρίτων») αυξήθηκε κατά 12,6% σε έναν χρόνο, από 1.529.627 κατασχέσεις το 2016 σε 1.721.911 το 2017.
Τα email του τρόμου
Ο προάγγελος της κατάσχεσης για ένα μέρος των οφειλετών είναι το e-mail της εφορίας. Στην υπηρεσία του κυβερνητικού αφηγήματος το 2017 πραγματοποιήθηκαν 720.830 επικοινωνίες μέσω e-mail ή/και τηλεφώνου με φορολογούμενους για συμμόρφωση ως προς την υποχρέωση πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών. Οι κινήσεις αυτές εν μέρει μόνο οδήγησαν στη συμμόρφωση 421.090 φορολογουμένων (ποσοστό συμμόρφωσης 58,42%). Οι εισπράξεις από τους φορολογουμένους που συμμορφώθηκαν διαμορφώθηκαν σε 265.894.362 € (ποσοστό είσπραξης 43,79%). Το μεγαλύτερο μέρος από τους υπόλοιπους είτε γιατί αδυνατούσε είτε γιατί δεν είχε το χρόνο να βρει τα λεφτά βίωσε την κατάσχεση που μπλοκάρε τους λογαριασμούς του.
Τα μικρά ψάρια
Συνολικά 2.300.000 φορολογούμενοι χρωστάνε το πολύ 2.000 ευρώ στην εφορία κι αυτό καταδεικνύει την φοροδοτική εξάντληση της μεσαίας τάξης επί ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ. Το σύνολο των χρεών αυτών των φορολογούμενων δεν ξεπερνά το 1,5% των περίπου 100 δισ. ευρώ οφειλών, που άφησε πίσω του το 2017.
Την ίδια στιγμή στο απυρόβλητο έμειναν τα μεγάλα «ψάρια» δηλαδή όσοι χρωστάνε πάνω από 1 εκατ. ευρώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ποσοστό 87,7% των οφειλετών (3.569.975 οφειλέτες), με βασική οφειλή μικρότερη των 5 χιλ. €, διακρατούν το 2,5% (2.519,8 εκ. €) του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου της 01/01/18, ποσοστό 1% των οφειλετών (40.514 οφειλέτες), με βασική οφειλή μεγαλύτερη των 100 χιλ. €, διακρατούν το 89,2% (89.216,1 εκ. €) του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου της 01/01/18 και στις ενδιάμεσες κατηγορίες βασικής οφειλής από 5 χιλ. € έως 100 χιλ. €, ποσοστό 11,3% των οφειλετών (458.368 οφειλέτες) διακρατούν το 8,2% (8.234,1 εκ. €) του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου της 01/01/18.
Από τους πραγματικά μεγάλους οφειλέτες την ώρα που στραγγίζεται και εξοντώνεται φορολογικά η μεσαία τάξη εισπράττονται ψίχουλα σε αντίθεση με το αφήγημα της κυβέρνησης περί αναδιανομής. Στο χαρτοφυλάκιο της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, περιλαμβάνονταν 3.926 υποθέσεις μεγάλων οφειλετών (με συνολικές οφειλές άνω του 1,5 εκ. €). Από ταυτές επιλέχθηκαν βάσει κριτηρίων και ανατέθηκαν στους ελεγκτές 811 υποθέσεις. Από τη λήψη αναγκαστικών μέτρων, οι εισπράξεις ανήλθαν σε 689,8 εκ. ευρώ ενώ μέσα από τις στοχευμένες δράσεις είσπραξης (ανεξαρτήτως οφειλής) της Ε.Μ.ΕΙΣ. εισπράχθηκαν 8,3 εκατ. €.
Στην αναζήτησή τους θα συμβάλουν ενδεχομένως και τα στοιχεία για τις καταναλώσεις και τις κινήσεις των λογαριασμών που έκαναν όλοι οι φορολογούμενοι το 2017, τα οποία θα αποστείλουν σήμερα στην ΑΑΔΕ οι εμπορικές τράπεζες, προκειμένου να προσμετρηθούν για την κατοχύρωση του αφορολογήτου ορίου στις δηλώσεις Ε1 που θα υποβληθούν εφέτος.
Για την αντίθεση Ελλάδας – Τουρκίας: Όπως πάντα και όπως συνήθως;

του Αλέκου Αναγνωστάκη
Η περίοδος 1980 – 2000
Επικρατεί η εντύπωση πως οι αντιθέσεις Ελλάδας – Τουρκίας στο Αιγαίο και στην Κύπρο είναι περίπου όπως πάντα και όπως συνήθως.
Οι δύο χώρες έχουν μακρόχρονη ιστορική πορεία «συγκρούσεων και συγκλίσεων» στο πλαίσιο του ανταγωνισμού τους στην περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου και των κάθε φορά συμμαχιών τους στα πλαίσια του ιμπεριαλιστικού πλέγματος.
Η Μέση Ανατολή, ο Καύκασος, η Κασπία, τα Βαλκάνια και η Ανατολική Μεσόγειος αποτελούν κορυφαίες «περιοχές αστάθειας» (μεσοπρόθεσμα ίσως και απρόβλεπτα η Άπω Ανατολή), όπου παίχτηκαν και παίζονται τα σενάρια των ανελέητων ανταγωνισμών και των πολεμικών συγκρούσεων, χωρίς «αρχές» και κανόνες, με θύματα τους λαούς και έπαθλο τα κέρδη και τον έλεγχο των ενεργειακών πηγών και δρόμων, των αγορών και των ζωνών επιρροής.
Η Ελλάδα και η Τουρκία βρίσκονται στο σταυροδρόμι αυτών των αντιθέσεων.
Αυτή η κατάσταση εγκυμονεί γενικά επικίνδυνα ενδεχόμενα γενικότερης πολιτικοστρατιωτικής όξυνσης και πολεμικής ανάφλεξης.
Σήμερα, ο ελληνικός και τουρκικός καπιταλισμός τηρούν τις συμμαχικές τους υποχρεώσεις, συμμετέχουν από κοινού στους πολέμους (Κόλπος, Γιουγκοσλαβία, «αντιτρομοκρατικές» εκστρατείες, Συρία). Παράλληλα αντιπαρατίθενται. Κύρια πεδία αντιπαράθεσης είναι το καθεστώς του Αιγαίου, η Κύπρος, οι αγορές και οι πρώτες ύλες των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου.
Την περίοδο 1980 - 2000 η ελληνική αστική τάξη υπερείχε στο οικονομικοκοινωνικό πεδίο, στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής σταθερότητας, καθώς και στη συμμετοχή της στον ευρωπαϊκό καπιταλιστικό καταμερισμό μέσω της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.
Ο ελληνικός καπιταλισμός την περίοδο αυτή αναδεικνυόταν σε ηγεμονική οικονομική βαλκανική δύναμη διεκδικώντας παράλληλα ορισμένες θέσεις στην Ουκρανία και τη Γεωργία.
Προϋπόθεση για την υλοποίηση αυτών των σχεδίων αποτελούσε η συνεχιζόμενη ένταση της εκμετάλλευσης απέναντι στους εργαζόμενους και τη νεολαία στο εσωτερικό και η προσαρμογή – από υποδεέστερη, «μεσαία» θέση - στα τότε «ανθρωπιστικά» δόγματα των επεμβάσεων.
Πριν ξεσπάσει η οικονομική κρίση η δραστηριοποίηση των ελληνικών τραπεζών στις χώρες των Βαλκανίων ήταν εντονότατη. Διέθεταν το 15 % του βασικού κεφαλαίου όλων των τραπεζών στα Βαλκάνια, μετρούσαν 1.900 τραπεζικά υποκαταστήματα στα οποία απασχολούσαν συνολικά περί τους 23.000 εργαζόμενους.
Η στρατιωτική παρουσία και συμμετοχή της μέσω ΝΑΤΟ και ΕΕ σε όλα τα κρίσιμα μέτωπα στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο ήταν αναβαθμισμένη (ιδιαίτερα μετά την 11η Σεπτέμβρη) με ενισχυμένη, σχετικά, την ελληνική πολεμική βιομηχανία.
Η Τουρκία, στην περίοδο που αναφερόμαστε, με καλπάζοντα πληθωρισμό και ολοένα διογκούμενες εξοπλιστικές δαπάνες, ήταν από τις πιο «άρρωστες» οικονομικά και τις πιο ασταθείς πολιτικά χώρες της ευρύτερης περιοχής. Η τουρκική ολιγαρχία αντιμετώπιζε σοβαρά κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που την οδηγούσαν σε συνεχείς αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό και παρεμβάσεις του στρατού κάτω από μια ιδιότυπη συνύπαρξη και ανταγωνισμό ανάμεσα στον Κεμαλικό «εκσυγχρονισμό» και τον ανερχόμενο ισλαμικό εθνικισμό.
Διατηρούσε, φυσικά, το σημαντικό γεωπολιτικό στρατηγικό προβάδισμα στο χώρο των πετρελαίων και των αγορών του ευρύτερου μουσουλμανικού τόξου, τις ιστορικές διασυνδέσεις της με τις επιθετικές, στρατιωτικές πλευρές των ιμπεριαλιστικών και ειδικά των αμερικάνικων σχεδιασμών στην περιοχή, τα πλεονεκτήματα που συνδέονται με το μέγεθος της.
Στην περίοδο αυτή ήταν επομένως αντικειμενικά σωστή και πολιτικά αποδείξιμη η εκτίμηση πως η αναμέτρηση στις δύο χώρες είχε χαρακτήρα σύγκρουσης ανάμεσα σε μεσαίας βαθμίδας χώρες του ιμπεριαλιστικού πλέγματος. Μπορούσε επομένως να γίνει αποδεκτή από τους λαούς η καταγγελία περί των ισότιμων επεκτατικών βλέψεων και των δύο. Με σταθερό το μέτωπο απέναντι στην τούρκικη κατοχή στην Κύπρο αλλά και των ευθυνών της ελληνικής χούντας, μπορούσε να αποκαλυφθεί το επίπλαστο του ιδεολογήματος περί «επιθετικότητας» που χρησιμοποιούσαν και οι δύο ολιγαρχίες για να επηρεάσουν την στάση των λαών τους σε ενδεχόμενο πολεμικής αναμέτρησης.
Τα «πράγματα» αλλάζουν μετά το 2000
Η αλλαγή είναι διπλή.
Ο ελληνικός καπιταλισμός, χτυπημένος από την κρίση, υποβαθμίζεται.
Ο τούρκικος καπιταλιστικός σχηματισμός αναβαθμίζεται σημαντικά.
Η απόσταση αναμεταξύ τους μεγεθύνεται επομένως διπλά.
Η κρίση οδήγησε τον ελληνικό καπιταλιστικό σχηματισμό σε σοβαρή υποβάθμιση της θέσης του, πρωτόγνωρη για καιρό ειρήνης.
Ενδεικτικά αναφέρεται το χτύπημα της βιομηχανίας - πλην ορισμένων κλάδων στην εξόρυξη, τα τρόφιμα και τα φάρμακα - η πρωτοφανής μείωση του ΑΕΠ, η ποιοτική μείωση της παρουσίας των τραπεζικού συστήματος στα Βαλκάνια, στην Τουρκία και στην ευρύτερη περιοχή. (Η Πειραιώς και η Εθνική αποεπενδύουν πλήρως εντός του 2018, η Eurobank και η Alpha Bank διατηρούν μια παρουσία αλλά σοβαρά μειωμένη).
Ακόμη και ο ελληνικός πληθυσμός μειώνεται.
Η Ελλάδαγια το 2016, από πλευράς στρατιωτικής ισχύος καταλαμβάνει την28η θέσησε σύνολο 126 χωρών, ανάμεσα στην Ισπανία και τη Σουηδία.
Εξακολουθεί επομένως και στρατιωτικά, συγκριτικά, να είναι χώρα μεσαίου επιπέδου ανάμεσα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, παρά την εθελούσια απώλεια της νομισματικής και γενικότερης κυριαρχίας της λόγω του ισχυρού πλήγματος από την κρίση και την πολιτική που εξέλεξε για την έξοδο από αυτή.
Η Ελλάδα είναι χώρα που αγωνίζεται να βγει- και θα βγει- από την κρίση.
Η διαφαινόμενη όμως έξοδος από την κρίση, λόγο διαρθρωτικών προβλημάτων, αδυναμίας ομαλής ένταξης στο εσωτερικό της καπιταλιστικής παραγωγής των σύγχρονων υπεραυτόματων μηχανών και χαμηλού ποσοστού κερδοφορίας, θα είναι σαθρή, αναιμική. και πάνω απ όλα αντιλαϊκή και αντιδραστική.
Την ίδια περίοδο η αναπτυσσόμενη τουρκική οικονομία αναδεικνύεται σε μια από τις 20 μεγαλύτερες οικονομίες στον κόσμο. Το ΑΕΠ της το 2017 ήταν σε τρέχουσες τιμές 850,7 δισ. αυξημένο κατά 19% σε σχέση με το 2016, το 16ο στο κόσμο. τέσσερεις και κάτι φορές πάνω από το ελληνικό.
Έχει ανεπτυγμένη αυτοκινητοβιομηχανία, πολεμική βιομηχανία και βιομηχανία γενικότερα, υπηρεσίες, ισχυρό τουρισμό, υπολογίσιμο ορυκτό πλούτο κ.α.
Ο όγκος εξωτερικού εμπορίου κατά την τελευταία δεκαπενταετία αυξάνεται από τα 82 στα 400 δισεκατομμύρια δολάρια, με στόχο τα 500 δισεκατομμύρια ως το 2023, την 100ηεπέτειο ίδρυσης της.
Ο πληθυσμός της ανέρχεται στ 80 εκατομμύρια με πρόβλεψη τα 110 εκατομμύρια ως το 2030.
Είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, του ΝΑΤΟ, του ΟΟΣΑ, του ΟΑΣΕ και του G-20 . Είναι επίσης μέλος του Συμβουλίου Συνεργασίας τουρκόφωνων Κρατών, της Διεθνούς Οργάνωσης Τουρκικού Πολιτισμού.
Η Τουρκία αναρριχάται στην όγδοη θέση από πλευράς στρατιωτικής ισχύος, μετά τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, την Κίνα, την Ινδία, τη Γαλλία, τη Μ. Βρετανία και την Ιαπωνία και πάνω από τη Γερμανία.
Ο δείκτης ισχύος (Power Index), σύμφωνα με τα διεθνή στάνταρ, ορίζεται με το συνυπολογισμό των πλουτοπαραγωγικών πηγών, της βιομηχανίας, του μεγέθους του στρατού, του γεωγραφικού παράγοντα, καθώς και του μεγέθους του πληθυσμού.
Η ανάπτυξη που συντελέσθηκε στην Ανατολία, τα τελευταία 15 χρόνια, προστιθέμενη στην ήδη ανεπτυγμένη «μεσογειακή Τουρκία» μετέτρεψε την Τουρκία σε ανεπτυγμένη καπιταλιστική χώρα ανώτερου πλέον επιπέδου η οποία προωθεί τη δικιά της μεγάλη οικονομική και γεωπολιτική ιδέα.
Η θέση και η ισχύς της την καθιστούν σε σταθμό στο νέο κινέζικο δρόμο του μεταξιού από το Πεκίνο στη καρδιά της Ευρώπης, γεγονός που την ωθεί αντικειμενικά σε συμμαχίες προς τη Κίνα.
Αυτή η δυναμική της καπιταλιστικής Τουρκίας “δεν μπορεί να περιοριστεί στα υπάρχοντα”.
Γι αυτό και αναπτύσσει ειδικές σχέσεις με όλες τις τουρκόφωνες χώρες γύρω από την πετρελαιοφόρα περιοχή της Βαλκανικής αλλά και της Κασπίας (Αζερμπαϊτζάν, Καζαχστάν. Τουρκμενιστάν, Ουζμπεκιστάν, Τατζικιστάν).
Αυτοί οι στόχοι επιτάσσουν την αναβάθμιση του πολιτικού και στρατιωτικού ρόλου της Τουρκίας στις παραπάνω περιοχές, την ανάδειξη της σαν μεγάλη περιφερειακή δύναμη, ισότιμη σχεδόν συνομιλήτρια των ηγεμονικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Μια τέτοια επέκταση όμως οδηγεί μαθηματικά σε μετατροπή της Τουρκίας σε υπερδύναμη.
Και ακριβώς γι' αυτό πρέπει να περιοριστεί από τους ιμπεριαλιστές συμμάχους και ανταγωνιστές της.
Αυτή την περιοριστική πολιτική ασκούν και μέσω του Κουρδικού ζητήματος κυρίως οι ΗΠΑ αλλά και την αφήνουν να εξελίσσεται δίχως να την ευνοούν ανοιχτά, η Ρωσία και η Κίνα.
Η Τουρκία λοιπόν ή θα αναπτυχθεί ή θα περιοριστεί με την απόσπαση του κουρδικού εδάφους καταδικάζοντας την σε περιφερειακή δύναμη..
Το ΑΚΡ και ο Ερντογάν εκφράζουν την τάση επέκτασης και ανάπτυξης του Τούρκικου καπιταλισμού. Εξ ου και το άνοιγμα προς την Αφρική την περίοδο 2003 – 2017. Την περίοδο αυτή ο Ερντογάν επισκέφθηκε 28 αφρικάνικες χώρες, οι τούρκικες επενδύσεις εξαπλασιάστηκαν (από 100 εκ δολ σε 6,5δις το 2017), άνοιξαν επιπλέον 29 πρεσβείες για να φτάσουν τις 41 το 2017.
Στη βάση αυτή γίνεται η προσέγγιση Πούτιν - Ερντογάν, και δι’ αυτής η προσέγγιση Ρωσίας – Κίνας – Τουρκίας. Προσέγγιση που ως ανοιχτό ενδεχόμενο μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα.
Αυτή η σκληρή τούρκικη καπιταλιστική ανάπτυξη, στην εποχή του «παγκοσμιοποιημένου φιλελευθερισμού», (με τις αποχρώσεις του), απαιτεί την ακόμη πιο βαθιά εκμετάλλευση και ενσωμάτωση του τουρκικού λαού. Ταυτόχρονα όμως η ίδια η δυναμική άνοδος της ισλαμικής αστικής τάξης και η ισχυρή παρουσία της δυτικόφερνης κεμαλικής σε συνδυασμό με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, τους αφαιρεί το φωτοστέφανο του εθνικισμού. Οδηγεί σε ρωγμές στη συμμαχία της με τα λαϊκά στρώματα.
Έτσι, μεσοπρόθεσμα, οι αντιθέσεις στη αναπτυσσόμενη Τουρκία δεν θα είναι μόνο ανάμεσα στην κεμαλική και την ανελθούσα ισλαμική ελίτ, ανάμεσα στα ισλαμικά θρησκευτικά ρεύματα στη βάση των συμφερόντων που εκπροσωπούν, ανάμεσα στο νεοτουρκικό εθνικισμό και στις μειονότητες - κυρίως τους Κούρδους- αλλά ανάμεσα στην τούρκικη εργατική τάξη και τα πληττόμενα μεσαία στρώματα και την τούρκικη αστική τάξη στο σύνολο τους.
Το τι κοινωνική και πολιτική έκφραση θα πάρει αυτή θα εξαρτηθεί από τον υποκειμενικό παράγοντα και τις πρωτοπορίες του.
Η επεκτατική αναζήτηση ζωτικού χώρου από την Τουρκία, με ισχυρό το οικονομικοκοινωνικό υπόβαθρο και ισχυρά τα γεωστρατηγικά ερείσματα, βρίσκεται γενικά σε ανταγωνισμό με τις τάσεις και τα συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού στην περιοχή των Βαλκανίων και ευρύτερα και στο Αιγαίο ειδικά σε ευθεία αντίθεση.
Σε αντίθεση όμως με τον τούρκικο καπιταλισμό, ο ελληνικός δεν μπορεί να προτάξει μια αυτοτελή, σχετικά πάντα, επιθετική πολιτική.
Η ελληνική επιθετικότητα και (συν) εκμετάλλευση των ορυκτών κοιτασμάτων μπορεί να εκδηλώνεται μόνο μέσω συμμαχικών σχηματισμών και υπό την ηγεμονία του ισχυρού. Εξ ου και η διαρκής επίκληση της ΕΕ και της ΟΝΕ, του ΝΑΤΟ και των Αμερικάνων, η συμμαχίες με Ισραήλ και Αίγυπτο με τις ευλογίες των ΗΠΑ.
Σε αυτό το φόντο διαμορφώνεται ένα νέο πλαίσιο σύγκρουσης ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού που έχει στρατηγικό χαρακτήρα ανεξάρτητα από τις εκάστοτε διακυμάνσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Άλλο όμως αυτό και άλλο η φαντασίωση πολέμου ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία στη βάση της ισότιμης επιθετικότητας με προκαθορισμένο μάλιστα τον χαρακτήρα του. Μια τέτοια πολιτική λογική που διατρέχει δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς «επιστρέφει» ως μειούμενο κύρος στη λαϊκή συνείδηση, οδηγεί στην απομόνωση από το λαό.
Απλοϊκά σχήματα δεν βολεύουν
Ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός στρέφεται σε βάρος, πρώτα από όλα, των εργαζομένων των χωρών τους και της περιοχής.
Η πρώτη, η βασική και καθοριστική αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης μπορεί να γίνει στα πλαίσια, πρωτίστως, της εσωτερικής πάλης των εργαζομένων και της νεολαίας σε κάθε χώρα και στις δύο πλευρές του Αιγαίου για μόνιμη δουλειά, μείωση των ωρών εργασίας, αξιοπρεπείς μισθούς και συντάξεις.
Για την απόκρουση της κανιβαλικής εκμεταλλευτικής πολιτικής που αποτελεί, μαζί με τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, τη μήτρα και του πολέμου.
Μαζί.
Γιατί η ταξική πάλη διαμεσολαβείτε, επιδρά αλλά και επηρεάζεται από τα εθνικά και οικονομικά συμφέροντα αστικών τάξεων αλλά και κρατών ή και «συμμαχικών μπλοκ» που σε δεδομένες στιγμές μπορεί για ένα διάστημα, να είναι και ανταγωνιστικά μεταξύ τους ή και να διχάζονται. Γιατί η πραγματικότητα των πολέμων δεν μπορεί να εξηγηθεί με τα απλοϊκά «καθαρά» σχήματα που ανάγουν την πολυπλοκότητα των σύγχρονων αντιθέσεων αποκλειστικά στην πάλη τάξης εναντίον τάξης ή στην απολυτοποίηση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.
Στην παραπάνω βάση το αναγκαίο είναι το ξεδίπλωμα συλλογικού και διεθνικού αγώνα για ειρήνη, δημοκρατία, αυτοδιάθεση, εθνική κυριαρχία, κοινωνική χειραφέτηση για τους λαούς με βάση την ελεύθερη και κυρίαρχη θέληση τους.
Είναι η επιδίωξη να αναπτυχθεί ο αγώνας κάθε λαού και να αναχθεί σε κοινό αγώνα για τους λαούς της περιοχής ενάντια στα προνόμια και τη βία του επιτιθέμενου έθνους, την προάσπιση των συνόρων γιατί εντός τους ζουν εργάτες και λαοί, αλλά και τη μη επίδειξη της παραμικρής ανοχής στις πολιτικές προνομίων από μέρους του αμυνόμενου έθνους. Να αναπτυχθεί ο αγώνας σε κάθε κράτος και αναχθεί σε κοινό αγώνα για να μπει τέρμα στην επέμβαση και κατοχή της Συρίας, να νικήσει η Ιντιφάντα, για την έξοδο των δυο χωρών από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ και τη διάλυση αυτών των ιμπεριαλιστικών οργανισμών, τη διάλυση όλων των στρατιωτικών βάσεων (αμερικάνικων και ρώσικων) την επιστροφή των φαντάρων εντός των συνόρων.
Είναι η ανάπτυξη της διεθνικής αλληλεγγύης απέναντι στο Συριακό, τον Κουρδικό και Παλαιστινιακό λαό. Είναι η ανάπτυξη κοινού αγώνα των λαών της περιοχής για Κύπρο ενιαία, ανεξάρτητη και ελεύθερη, χωρίς την τούρκικη κατοχή αλλά και δίχως «εγγυητές», για ίσα δικαιώματα ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων. Είναι η ανάπτυξη μαζικού κινήματος (μέσα κι έξω απ’ το στρατό) για την αποτροπή του πολέμου, ο κοινός αγώνας ενάντια στην κλιμάκωση των πολεμικών εξοπλισμών και δαπανών.
Αυτά μπορεί και πρέπει να αποτελέσουν τη βάση για την επεξεργασία σωστών αιτημάτων και συνθημάτων μαζικής απεύθυνσης.
ΠΗΓΗ: kommon.gr
Συνέντευξη τύπου για την 4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Συνέντευξη τύπου για την 4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Πραγματοποιήθηκε σήμερα συνέντευξη τύπου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εν όψει της 4ης Συνδιάσκεψης, που θα πραγματοποιηθεί στις 21 και 22 Απρίλη στο κλειστό κέντρο πυγμαχίας στο Περιστέρι.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ οδεύει προς την 4η Συνδιάσκεψή της, στις 21 και 22 Απρίλη. Η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ακριβώς 9 χρόνια πριν, ως μετώπου οργανώσεων και αγωνιστών/τριών της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς, ήταν και συνεχίζει να είναι μια πολύτιμη προωθητική κατάκτηση για την αριστερά, την εργατική τάξη και το κίνημα.
Φιλοδοξούμε η 4η Συνδιάσκεψη, και η πορεία προς αυτήν, να γίνει ο άξονας πρωτοβουλιών και παρεμβάσεων για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ μαζική, ενωμένη και δυνατή, να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα ανάπτυξης του μετώπου ώστε να συμβάλλει στους αγώνες για την υπεράσπιση των εργατικών λαϊκών συμφερόντων ενάντια στην καπιταλιστική μνημονιακή επίθεση, ενάντια στο μαύρο μέτωπο κυβέρνησης-ΕΕ-ΔΝΤ, την αντιπολεμική αντιιμπεριαλιστική πάλη, ενάντια στους αστικούς ανταγωνισμούς, τον εθνικισμό και τον πόλεμο, ενάντια στο ρατσισμό και τη φασιστική απειλή. Να γίνει ένας μεγάλος σταθμός διαλόγου για όλο τον μαχόμενο κόσμο της αριστεράς που αναζητά την συγκρότηση μιας άλλης ανατρεπτικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς με σύγχρονη σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική.
Για όλα αυτά μίλησαν στη συνέντευξη τύπου που παραχώρησαν σήμερα μέλη τη Κεντρικής Συντονιστικής Επιτροπής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ:
Η Αντωνία Βαφειάδου τόνισε ότι «η ΑΝΤΑΡΣΥΑ οδεύει προς την 4η Συνδιάσκεψή της, σε μια περίοδο παρατεταμένης οικονομικής και πολιτικής κρίσης με παράλληλη επικίνδυνη όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην Ελλάδα και παγκόσμια, με τον κίνδυνο πολέμου να γίνεται πιο κοντινός. Η ευθυγράμμιση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με τον άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ τοποθετεί τον λαό και τη χώρα στο επίκεντρο της αστάθειας κα όχι της «σταθερότητας» όπως ισχυρίζεται ο Τσίπρας».
Για την κυβέρνηση είπε ότι έχει «ρεκόρ στις μνημονιακές πολιτικές και παίρνει τα εύσημα όλων των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών. Η έξοδος από τα μνημόνια που υπόσχεται η κυβέρνηση για το καλοκαίρι του 2018 στην πραγματικότητα σημαίνει παρατεταμένη φτώχεια για το λαό και τη νεολαία, μόνιμη επιτροπεία από ΕΕ και ΔΝΤ ενόψει των πλεονασμάτων που έχουν συμφωνήσει, πρόσδεση στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς».
Μίλησε για τη στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο εργατικό κίνημα λέγοντας ότι «Το εργατικό κίνημα, όμως χρειάζεται έναν άλλου τύπου συνδικαλισμό, ενάντια στην ανάθεση, το συμβιβασμό και τη συνδιαλλαγή, με τα πρωτοβάθμια σωματεία μπροστά κι όχι με τις ηγεσίες της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ που ξεπουλάνε τους αγώνες».
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θεωρεί ότι «απαιτείται επίσης άμεσα ένα αντιπολεμικό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα που θα αποτρέψει τον πόλεμο και θα βάλει φραγμό στα σχέδια του ΝΑΤΟ» και προανήγγειλε ότι «η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πάρει πρωτοβουλία για μια καμπάνια ενάντια στη σύνοδο του ΝΑΤΟ, που διεξάγεται τον Ιούλιο2018, και για μια πλατιά πρωτοβουλία ενάντια στον πόλεμο, που θα την απευθύνει σε όλες τις δυνάμεις του κινήματος και της μαχόμενης αριστεράς»
Ο Παύλος Αντωνόπουλος, μίλησε επίσης για την πολεμική απειλή λέγοντας «Τι προκαλεί την απειλή πολέμου; Δεν έχει ξεπεραστεί η βαθιά δομική κρίση του καπιταλισμού, που έχει οδηγήσει σε βάθεμα της πολιτικής κρίσης και αποτέλεσμα είναι να οξύνονται οι ανταγωνισμοί, μέχρι και πολεμικές συρράξεις».
«Το μέτωπο του πολέμου είναι πολύ σημαντικό στη συγκυρία. Για μας το σημαντικό είναι να αποτρέψουμε τον πόλεμο. Πιστεύουμε ότι μπορούμε με αγώνα να το καταφέρουμε αυτό. Ένας πόλεμος δεν έχει να προσφέρει τίποτα στα συμφέροντα των λαών όλης της περιοχής. Καλούμε όλες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που θεωρούν ότι είναι πρωταρχικό ζήτημα να αποτραπεί ο πόλεμος, σε κοινή δράση».
Για τον ίδιο λόγο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καλεί «την Τρίτη στις 6.30 το απόγευμα καλούμε μαζί με άλλες οργανώσεις συλλογικότητες και Παλαιστινιακές οργανώσεις σε συγκέντρωση μπροστά στην Ισραηλινή πρεσβεία για να καταγγείλουμε το σιωνιστικό κράτος που δολοφονεί Παλαιστίνιους ενισχυμένο από τους Αμερικάνους και την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και την Ελληνική Κυβέρνηση».
Τέλος, για τη συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανέφερε: «Στο πλαίσιο της 4ης Συνδιάσκεψης θα συζητηθούν πολλές προτάσεις και διαφορετικά πλαίσια που έχουν κατατεθεί και δημοκρατικά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα αποφασίσει ποιες πρωτοβουλίες θα πάρει.».
Ο Γιάννης Σηφακάκης, ανέφερε ότι «Η Συνδιάσκεψη είναι μια μεγάλη πρόκληση αλλά και ευκαιρία για να συσπειρωθούν τα χιλιάδες μέλη και οι φίλοι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Γίνονται συνελεύσεις των επιτροπών πανελλαδικά και εκδηλώσεις παρουσίασης των Θέσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ»
Σύμφωνα με τον Γ. Σηφακάκη, «το βασικό ζητούμενο σήμερα είναι πώς θα ενισχυθεί η αριστερή αντιπολίτευση στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Μια κυβέρνηση που εκλέχτηκε στο όνομα της «Αριστεράς», εφαρμόζει την χειρότερη αντεργατική πολιτική, ακολουθεί πολεμοκάπηλη τακτική από τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο ως τα Δυτικά Βαλκάνια οξύνοντας τον αντιδραστικό ανταγωνισμό των αστικών τάξεων Ελλάδας-Τουρκίας, δένοντας την Ελλάδα στο άρμα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και βρόμικων συμμαχιών με τη χούντα της Αιγύπτου και το κράτος τρομοκράτη του Ισραήλ. Που κλείνει τα σύνορα και ετοιμάζεται να φέρει νομοσχέδιο που κλιμακώνει τις απελάσεις προσφύγων, φουσκώνοντας ουσιαστικά τα πανιά στην υπόδικη συμμορία της Χρυσής Αυγής».
Στη συνέχεια διατυπωσε το ερώτημα «Υπάρχει σήμερα αντιπολίτευση στα αριστερά της κυβέρνησης;» και απάντησε «Ναι. Είναι η εργατική τάξη και η νεολαία που βγαίνουν μπροστά και δίνουν μάχες για μόνιμη και σταθερή δουλειά στα νοσοκομεία, στα σχολεία, στους Δήμους, στις σχολές. Είναι το αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό κίνημα που έχει επιβάλει να κάθεται στο σκαμνί η ηγεσία της ΧΑ. Αυτός ο κόσμος παλεύει κι αναζητά εναλλακτική αριστερότερα, δεν βολεύεται στο δόγμα της ΤΙΝΑ-«δεν υπάρχει εναλλακτική». Το ερώτημα είναι τι κάνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΚΚΕ και η ΛΑΕ, η αριστερά που πάει κόντρα στην κατάντια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ».
Ως προς το τι κάνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ειπε ότι «Πρωτοστατεί για να στηρίξει όλους τους αγώνες κινηματικά και πολιτικά. Να προβάλλει την εναλλακτική με το μεταβατικό της πρόγραμμα που συνδέει τις άμεσες διεκδικήσεις του κινήματος με την αντικαπιταλιστική προοπτική. Να παίρνει ενωτικές πρωτοβουλίες κοινής δράσης και συντροφικού διαλόγου με όλον τον κόσμο της μαχόμενης Αριστεράς. Η 4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ευκαιρία και πρόκληση για όλη τη μαχόμενη αριστερά. Οι αποφάσεις της Συνδιάσκεψης είναι κρίσιμο να αποτελέσουν εφαλτήριο για την αντεπίθεση απέναντι στην αντεργατική πολιτική της κυβέρνησης, ενάντια στην ΕΕ, τον φασισμό, τον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό»
ΠΗΓΗ: antarsya.gr
Από χρυσή δεκαετία σε «υπερθέρμανση» πέρασε η οικονομία του Ερντογάν

Η Τουρκία του Ερντογάν, παρά τις σχετικές οικονομικές ανισορροπίες που αντιμετώπισε αυτήν την περίοδο σε ορισμένα μεγέθη της, έχει επιτύχει από το 2003, όταν ο νέος «σουλτάνος» ανήλθε στην εξουσία, ένα πραγματικό «οικονομικό καπιταλιστικό θαύμα». Στην ουσία ο Ερντογάν, υπό το πέπλο του light ισλάμ, άλλαξε ριζικά την οικονομικο-κοινωνική όψη της Τουρκίας, μετατρέποντάς την σε μια χώρα με διαφορετικό status.
Αυτήν την ώρα ο Τ. Ερντογάν επιχειρεί να συνδέσει το «οικονομικό θαύμα» με το γεωπολιτικό και την ανάδειξη της Τουρκίας σε μείζονα περιφερειακό ηγεμόνα με επεκτατικές περιφερειακές βλέψεις και με χώρες δορυφορικούς ακόλουθους στον περίγυρο των συνόρων της.
Θα επιτρέψει στον Ερντογάν η τουρκική οικονομία να στηρίξει αυτές τις ευρύτερες γεωπολιτικές φιλοδοξίες του; Θα του το επιτρέψουν οι πολιτικο-οικονομικοί και στρατιωτικοί συσχετισμοί στην περιοχή και κυρίως οι συσχετισμοί και οι σχέσεις ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και βεβαίως οι σχετικές επιλογές της Τουρκίας;
Από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό και το μέλλον της Ελλάδας, το οποίο πάντως δεν θα υπάρξει όσο διατηρεί στην εξουσία το εθελόδουλο «δωσιλογικό» μνημονιακό μπλοκ.
Ν.Ζ
Από χρυσή δεκαετία σε «υπερθέρμανση» πέρασε η οικονομία του Ερντογάν
Βαθιές αναπτυξιακές ανισορροπίες κρύβονται πίσω από τις επεκτατικές επιδιώξεις στο γεωπολιτικό σκηνικό
Εξαπολύει βέλη κατά πάντων, δηλώνει έτοιμος να συγκρουστεί με κάθε «εχθρό», να εξοντώσει όποιον σταθεί εμπόδιο στο όραμα της «μεγάλης Τουρκίας». Ο Ταγίπ Ερντογάν βάζει φωτιές στο γεωπολιτικό σκηνικό και φαίνεται να ελπίζει ότι ο καπνός δεν αφήνει να δει η κοινή γνώμη ότι ο μεγαλύτερος αντίπαλός του είναι σε άλλο μέτωπο: στο οικονομικό. Όσο οι σχέσεις της χώρας με τη Δύση κινούνται σε βαρομετρικό χαμηλό, τόσο περισσότερο προσπαθεί ο σουλτάνος να απαντήσει με «ζεστό χρήμα», απαιτώντας και από την κεντρική τράπεζα να πράξει το ίδιο. Φουσκωμένο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, υψηλός πληθωρισμός και μία λίρα σε ελεύθερη πτώση συνθέτουν το σκηνικό μιας οικονομίας, η οποία για τον Ερντογάν πρέπει να τρέχει με ρυθμούς τουλάχιστον 5,5% έως τις επόμενες εκλογές. Διεθνείς οργανισμοί και οίκοι αξιολόγησης προειδοποιούν για «υπερθέρμανση», αλλά ποιος ακούει; «Είμαστε η ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία του G20 και δεύτεροι στη λίστα με τους 250 κορυφαίους εργολάβους του κόσμου, με 43 μεγάλες επιχειρήσεις», απαντά και δεν λέει ψέματα, απλώς κρύβει την υπόλοιπη αλήθεια.
Μία οικονομία στο κόκκινο απειλεί το αφήγημα του Τούρκου προέδρου. Δεν ήταν, όμως, πάντα έτσι τα πράγματα. Η ολίσθηση στην οικονομικό λαϊκισμό ήρθε παράλληλα με εκείνη στον αυταρχισμό και την απομάκρυνση από τον ευρωπαϊκό δρόμο.
Εντάθηκε από το 2013 και πολύ περισσότερο μετά το αποπειραθέν πραξικόπημα το 2016. Η πρώτη δεκαετία του Ερντογάν στην εξουσία ήταν αντιθέτως μία «χρυσή εποχή» για την τουρκική οικονομία. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι την περίοδο που η Δύση έβλεπε την Τουρκία ως πρότυπο δημοκρατίας στον μουσουλμανικό κόσμο, για τις αγορές ήταν πρότυπο αναδυόμενης οικονομίας.
Η χρυσή δεκαετία
Από το 2003, όταν ανήλθε ο Ταγίπ Ερντογάν στην εξουσία, έως και το 2013 το ΑΕΠ της τουρκικής οικονομία μεγεθύνθηκε κατά 383 δισ. δολάρια, οι εξαγωγές απογειώθηκαν από τα 63 δισ. στα 135 δισ. δολάρια και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σχεδόν τριπλασιάστηκε. Όσο για το δημόσιο χρέος, περιορίστηκε κοντά στο 40% του ΑΕΠ.
Είχε προηγηθεί η μεγάλη οικονομική κρίση της περιόδου 1999-2001, η οποία είχε φέρει το ΔΝΤ στη χώρα. Το πρόγραμμα θεωρήθηκε πλήρης αποτυχία. Αλλά στη συνέχεια η Τουρκία ακολούθησε τον δρόμο της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των μεταρρυθμίσεων. Επιμένοντας σε αυτόν τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής του, ο Ερντογάν πέτυχε να μεταμορφώσει πλήρως την οικονομία.
Ύστερα από τη χαμένη δεκαετία του ‘90, κατά την οποία το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν κατά μέσο όρο 3.400 δολάρια, η παραγωγικότητα δραματικά χαμηλή σε όλους τους κλάδους της οικονομίας και ο πληθωρισμός είχε εκτιναχθεί έως και το 70%, η χρυσή δεκαετία του Ερντογάν χαρακτηρίστηκε από ταχεία και ουσιαστική ανάπτυξη.
Από το 2003 έως και το 2007 η τουρκική οικονομία αναπτυσσόταν με ρυθμούς 6,7%. Δεν έμεινε αλώβητη από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, αλλά βγήκε γρήγορα από αυτήν, Μετά τη συρρίκνωση κατά 4,8% το 2009, το ΑΕΠ της ανέκαμψε 9% την αμέσως επόμενη χρονιά.

Παρά την ταχεία αύξηση του πληθυσμού, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σκαρφάλωσε από τα 3.400 δολάρια στα 10.500 δολάρια το 2010 και ξεπέρασε τα 12.000 δολάρια το 2013, με τη γειτονική χώρα να πετυχαίνει έτσι την είσοδο στο κλαμπ των πλούσιων οικονομιών.
Ο πληθωρισμός ακολουθούσε αντίθετη πορεία, υποχωρώντας έως και το 3,9% τον Απρίλιο του 2011. Ήταν ναδίρ 42 ετών.
Εντυπωσιακή και η δημοσιονομική προσαρμογή, με το έλλειμμα του προϋπολογισμού να μειώνεται κάτω του 2% και το χρέος κάτω του 40% του ΑΕΠ πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Διατηρήθηκαν υπό έλεγχο και μετά την κρίση. Το 2010 το έλλειμμα ήταν 3,5% και το χρέος 43,5% του ΑΕΠ.
Ήδη από εκείνη τη χρονιά, ωστόσο, το καμπανάκι του υψηλού ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών ηχούσε, όπως και εκείνα των εξαιρετικά χαμηλών θέσεων στους δείκτες του επιχειρείν και της ανταγωνιστικότητας, που καλούσαν σε «μεταρρυθμίσεις δεύτερης γενιάς». Σε βήματα, που όπως είχε σχολιάσει Τούρκος οικονομολόγος στον «Economist» θα οδηγούσαν την Τουρκία από οικονομία του «know who» σε οικονομία του «know how».
Το ισχυρό χαρτί
Οι επιτυχίες της τουρκικής οικονομίας δεν έμειναν στους αριθμούς της υψηλής ανάπτυξης και του χαμηλού χρέους. Το ισχυρότερο χαρτί του Ερντογάν, την πρώτη επταετία της διακυβέρνησής του τουλάχιστον, ήταν το γεγονός ότι πέτυχε να βγάλει εκατομμύρια ανθρώπους από τη φτώχεια και να αμβλύνει τις ανισότητες.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ το ποσοστό των πολιτών κάτω του ορίου της φτώχειας υποχώρησε από το 21% το 2005 στο 18% το 2010. Ο δείκτης ανισοτήτων Gini μειώθηκε από το 0,403 το 2005 σε 0,38 το 2010. Το εισόδημα του πλουσιότερου 10% του πληθυσμού ήταν 18 φορές υψηλότερο από εκείνο του φτωχότερου 10% το 2005, αλλά η ψαλίδα περιορίστηκε. Το 2009 ήταν 14 φορές υψηλότερο. Εκείνη την περίοδο είχαμε σημαντική αύξηση της απασχόλησης εκτός του αγροτικού τομέα, πολιτικές αναδιανομής του εισοδήματος, αύξηση του κατώτατου μισθού. Όλα αυτά χάρη και στη σταθερή μείωση του κόστους δανεισμού της χώρας στις αγορές.
Ήταν επίσης η περίοδος που έδειξαν τα δόντια τους οι «τίγρεις της Ανατολίας», όπως χαρακτήριζαν οι ξένοι αναλυτές τις άλλοτε εσωστρεφείς επιχειρηματικές ελίτ της χώρας, που αν και συντηρητικές, ανοίχτηκαν στον έξω κόσμο. Πολλές μικρές, οικογενειακές επιχειρήσεις της Ανατολίας εξελίχθηκαν σε μεσαίου μεγέθους ομίλους με έντονη εξαγωγική δραστηριότητα. Η περιοχή εκείνη, στην καρδιά της Ασίας, άνθησε ξαφνικά οικονομικά. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς με τον εκλογικό θρίαμβο του 2011.
Η σημερινή εικόνα
Οι προειδοποιήσεις για τα τρωτά σημεία της τουρκικής οικονομίας και τον κίνδυνο υπερθέρμανσης ήταν έντονες και το 2017, μία χρονιά κατά την οποία η τουρκική οικονομία υπολογίζεται ότι αναπτύχθηκε 7,2%. Το τρίτο τρίμηνο το ΑΕΠ έκανε «άλμα» 11,1% – με την επίδοση να εξηγείται εν μέρει από τη σύγκριση με το ζοφερό αντίστοιχο διάστημα του 2016. Δεν ήταν, ωστόσο, μόνο αυτό.
Ο Ερντογάν πλημμύρισε την οικονομία με φθηνές πιστώσεις. Το Δημόσιο παρείχε εγγυήσεις για δάνεια χαμηλού επιτοκίου συνολικού ύψους 50 δισ. δολαρίων σε σχεδόν 300.000 επιχειρήσεις.
Παράλληλα, η βουτιά της λίρας, που είχε αρχίσει την προηγούμενη χρονιά, έδωσε ώθηση στις εξαγωγές, που ανήλθαν στα επίπεδα ρεκόρ των 148 δισ. δολαρίων. Τα τουρκικά εργοστάσια αυτοκινήτου κατασκεύασαν περισσότερα από 1,54 εκατομμύριο οχήματα για εταιρείες, όπως οι Peugeot, Renault, Toyota, εκ των οποίων τα 2/3 ήταν προς εξαγωγή στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, οι εισαγωγές αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο. Οι εισαγωγές πολύτιμων μετάλλων έκαναν άλμα 364%, ενώ σημαντική αύξηση παρουσίασαν και εκείνες του πετρελαίου. Έτσι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε στο 5,6% του ΑΕΠ την περασμένη χρονιά. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, τον Ιανουάριο του 2018 υπερδιπλασιάστηκε σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα, καθώς οι εξαγωγές αυξήθηκαν 10,7% στα 12,5 δισ. δολάρια, αλλά οι εισαγωγές έκαναν «άλμα» 38% στα 21,5 δισ. δολάρια.
Όσο ο Τούρκος ηγέτης δεν αντιμετωπίζει τις μεγάλες ανισορροπίες αυτές, όσο επιμένει με επιθέσεις στην κεντρική τράπεζα, η οποία προσπαθεί να τιθασεύσει τον πληθωρισμό (που στο 10,26% είναι υπερδιπλάσιος του επίσημου στόχου), τόσο θα βλέπει το ισχυρό χαρτί να μετατρέπεται σε «αχίλλειο πτέρνα».
Η «βουτιά» της λίρας
Η ραγδαία υποτίμηση του τουρκικού νομίσματος -σύμφωνα με τον πρωθυπουργό Γιλτιντιρίμ- δεν ανησυχεί την Άγκυρα, αλλά μάλλον θα έπρεπε, καθώς είναι ένας παράγοντας που έχει αυξήσει τις εταιρικές χρεοκοπίες. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι το 2017, παρά τους εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης, το ποσοστό της ανεργίας αυξήθηκε στο 11,2% από 10,6% το 2016 και 10,3% το 2015. Το τουρκικό νόμισμα έχει υποχωρήσει 4% από τις αρχές του έτους και πολλοί δεν αποκλείουν μία επανάληψη του 2016, όταν έκανε «βουτιά» 18%. Ούτε το 2017 ήταν καλή χρονιά για τη λίρα. Αν και από τον Φεβρουάριο έως και το Σεπτέμβριο ανατιμήθηκε. Το τελευταίο τρίμηνο του έτους, καθώς επιδεινώθηκαν αισθητά οι σχέσεις με τις ΗΠΑ, βρέθηκε και πάλι σε ελεύθερη πτώση. Έτσι ολοκλήρωσε την προηγούμενη χρονιά με απώλειες σχεδόν 8%.
*Πηγή: naftemporiki.gr, Νατάσα Στασινού
- Τελευταια
- Δημοφιλή