Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Αντιλαϊκό κοντράστ

Η άλλη πλευρά της εγκληματικής πολιτικής της κυβέρνησης στο έδαφος της πανδημίας, όπου αφήνει εκτεθειμένη τη ζωή και την υγεία του λαού, είναι η προσπάθεια να φορτώσει και τη νέα οικονομική κρίση στις πλάτες του.
Οι εξαγγελίες για την ανακύκλωση μέτρων που μεταθέτουν απλά μερικούς μήνες παρακάτω τη βαριά λυπητερή για το λαό και τα πανηγύρια για «λεφτά με ουρά» από την ΕΕ δεν κρύβουν, αντίθετα τονίζουν αυτήν την πραγματικότητα. Φέρνουν παράλληλα στην επιφάνεια την ταξική πολιτική υπέρ του κεφαλαίου, που ξεδιπλώνεται όλους αυτούς τους μήνες, με τη συναίνεση και των άλλων αστικών κομμάτων.
Το «κοντράστ» δεν μπορεί να κρυφτεί:
Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι «η οικονομία άντεξε» το 2020 και ότι «τα καλύτερα είναι μπροστά». Δεν μπορούν όμως να πουν το ίδιο οι εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι που απολύθηκαν πέρυσι τέτοια εποχή, όσοι φυτοζωούν επί έναν και πλέον χρόνο με τα ψίχουλα που περισσεύουν από την επιδότηση της εργοδοσίας, όσοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με νέες ανατροπές στις συμβάσεις, στον εργάσιμο χρόνο, με την ένταση της εκμετάλλευσης που σαρώνει τους χώρους δουλειάς στο όνομα «της προστασίας των θέσεων εργασίας».
Ολα αυτά ήρθαν για να μείνουν. Γι' αυτό η κυβέρνηση φρόντισε να τα «κατοχυρώσει» με δεκάδες νόμους, ενώ στα σκαριά έχει και νέες «ανατροπές του αιώνα» στα Εργασιακά. Γι' αυτό παρουσιάζει ως «κανονικότητα» για την επόμενη μέρα τα όσα ζουν οι εργαζόμενοι ένα χρόνο τώρα, δίνοντας το «πράσινο φως» για ένα νέο αντεργατικό ξεσάλωμα.
Αλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα: Η κυβέρνηση και τα άλλα αστικά κόμματα χαιρετίζουν τη «συνέχιση της χαλαρής δημοσιονομικής πολιτικής» από την ΕΕ, που διευρύνει σ' αυτή τη φάση τα περιθώρια να τροφοδοτήσουν τους ομίλους με ζεστό χρήμα και προνόμια. Την ίδια ώρα όμως, φορτώνουν τον λογαριασμό στο λαό και του υπενθυμίζουν με νόημα πως για εκείνον «οι δυνατότητες δεν είναι απεριόριστες».
Αυτό το ζουν από πρώτο χέρι οι εργαζόμενοι, αλλά και οι βιοπαλαιστές ΕΒΕ, οι οποίοι άκουσαν ξανά χτες από τον πρωθυπουργό να ανακοινώνει τα ίδια ανεπαρκή μέτρα «στήριξης» από τις επιπτώσεις των περιορισμών εξαιτίας της πανδημίας, που αποδεδειγμένα πλέον δεν μπορούν να τους προσφέρουν καμιά ουσιαστική ανακούφιση.
Οσες «ευκολίες πληρωμής» κι αν τους κάνει το κράτος, όσο μπροστά κι αν κλωτσήσει το τενεκεδάκι των υποχρεώσεών τους σε εφορία, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες, ιδιώτες και οργανισμούς, η πολιτική της σφίγγει κι άλλο τη θηλιά στο λαιμό τους, απειλώντας την επιβίωση χιλιάδων από αυτούς πριν ακόμα προλάβει να «ανοίξει» η αγορά.
Η πίεση συνολικά στους αυτοαπασχολούμενους μεγαλώνει, όσο η κυβέρνηση απορρίπτει τα δίκαια αιτήματα για διαγραφή χρεών, στήριξη του εισοδήματος, επαναφορά του αφορολόγητου κ.ά. Οσο προσπαθεί με τα μέτρα που ανακοινώνει να χρυσώσει το χάπι της διαχρονικής εγκληματικής πολιτικής σε βάρος τους και να «καταλαγιάσει» τη δίκαιη δυσαρέσκεια που μεγαλώνει.
Αλλά και όταν η κυβέρνηση λέει ότι «θωρακίζει» το χρηματοπιστωτικό σύστημα για την επόμενη μέρα, βαδίζοντας πάνω στα βήματα των προηγούμενων, «στην άλλη άκρη της γραμμής» χιλιάδες λαϊκά σπίτια και επαγγελματίες βρίσκονται αντιμέτωποι με τους μαζικούς πλειστηριασμούς και τις πτωχεύσεις.
Την ώρα που η ΝΔ και τα υπόλοιπα αστικά κόμματα - με πρώτο τον ΣΥΡΙΖΑ, που παρουσιάζει ως «δικαίωση» των θέσεών του το σχέδιο για κοινό δανεισμό της ΕΕ - πανηγυρίζουν για τα δισ. που θα εισρεύσουν στην ελληνική οικονομία από το Ταμείο Ανάκαμψης και σχεδιάζουν το πώς οι επιχειρηματικοί όμιλοι θα «αρμέξουν» το φτηνό χρήμα για επενδύσεις στα «πράσινα» και ψηφιακά πεδία, επιβάλλουν νέους «πράσινους» και «ψηφιακούς» φόρους στο λαό με ορίζοντα... το 2060, πρόσθετα στην υπόλοιπη φοροληστεία.
Και βέβαια, σφυρηλατούν νέα βαριά δεσμά και μηχανισμούς «εποπτείας» για τις αντεργατικές ανατροπές, την επίθεση στα δικαιώματά του, για ένα κράτος ακόμα πιο «θωρακισμένο» και εχθρικό στις ανάγκες του. Αυτές τις ανάγκες μπορεί να τις φέρει στο προσκήνιο, να ανοίξει το δρόμο για να ικανοποιηθούν μόνο η οργανωμένη λαϊκή πάλη απέναντι στο κεφάλαιο, στις κυβερνήσεις και τα κόμματά του.
Αναδημοσίευση από τη στήλη «Η Άποψή μας» του «Ριζοσπάστη», Παρασκευή 12 Μάρτη 2020
πηγη: 902.gr
Η «αγέλη των λύκων» και το... «κοτέτσι»

Μπάμπης Μιχάλης
Χώρες που ο ΟΟΣΑ κατατάσσει ως «μη επιβλαβείς» ευθύνονται για το 98% των κινδύνων της παγκόσμιας εταιρικής φορολογικής κατάχρησης, ενώ οι «σεσημασμένες» ως φορολογικοί παράδεισοι χώρες εκπροσωπούν μόλις το 1% της παγκόσμιας φοροδιαφυγής.
Ηχηρό χαστούκι στον ΟΟΣΑ και τις πλούσιες χώρες-μέλη του αποτελεί η νέα κατάταξη του Tax Justice Network με τις χώρες που διευκολύνουν περισσότερο στον πλανήτη τη φοροδιαφυγή των πολυεθνικών.
Ο Δείκτης Επιχειρηματικών Φορολογικών Παραδείσων και η σχετική μελέτη που δημοσιοποίησε χθες το γνωστό δίκτυο αποκαλύπτει ότι η παραπάνω λέσχη των πλουσιότερων χωρών του κόσμου, η οποία διαμορφώνει σήμερα τους διεθνείς κανόνες εταιρικής φορολόγησης φιλοδοξώντας να αναδειχθεί σε θεματοφύλακα φορολογικής δικαιοσύνης, είναι υπεύθυνη για τα 2/3 της παγκόσμιας φορολογικής κατάχρησης των επιχειρήσεων που κοστίζει συνολικά στην ανθρωπότητα χαμένους φόρους 245 δισ. δολαρίων ετησίως.
Ο δείκτης του ΤJN κατατάσσει τις χώρες αναλόγως του βαθμού με τον οποίο τα φορολογικά και χρηματοπιστωτικά τους συστήματα επιτρέπουν στις πολυεθνικές εταιρείες να μεταφέρουν τα κέρδη τους στο εξωτερικό και να μειώνουν τη φορολογία τους. Παράλληλα λαμβάνει υπόψη του και τον όγκο της χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας που πραγματοποιείται τις πολυεθνικές στην κάθε χώρα. Μια υψηλότερη κατάταξη στην κλίμακα του δείκτη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η φορολογική νομοθεσία μιας χώρας είναι πιο επιθετική, αλλά περισσότερο ότι αυτή διαδραματίζει μεγαλύτερο ρόλο στη μεταφορά εταιρικών κερδών και στην απώλεια φόρων.
Υπό αυτές τις παραμέτρους ο δείκτης καθιστά εντελώς διάτρητο το αντίστοιχο σύστημα αξιολόγησης του ΟΟΣΑ. Διαπιστώνει μεταξύ άλλων ότι χώρες που έχουν χαρακτηριστεί από τον οργανισμό ως «μη επιβλαβείς» για το παγκόσμιο φορολογικό σύστημα ευθύνονται σήμερα για το 98% των κινδύνων της παγκόσμιας εταιρικής φορολογικής κατάχρησης. Αντίθετα οι χώρες που ο ΟΟΣΑ κατατάσσει ως «επιβλαβείς» και πιθανούς φορολογικούς παραδείσους αντιπροσωπεύουν μόλις το 1%. Οι χώρες που ταξινομούνται από τον ΟΟΣΑ ως «μη επιβλαβείς» κοστίζουν 239 δισ. δολάρια ετησίως σε χαμένο εταιρικό φόρο, επιτρέποντας στις πολυεθνικές εταιρείες να μεταφέρουν τα κέρδη τους. Αντίθετα οι χώρες που ταξινομούνται ως «επιβλαβείς» κοστίζουν μόνο 5 δισ. δολάρια.
Η τεράστια αστοχία καθιστά, όπως υπογραμμίζουν αρκετοί οικονομολόγοι, κάτι περισσότερο από αναγκαία την ανάθεση του ρόλου της ενίσχυσης των διεθνών φορολογικών κανονισμών στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών αντί του ΟΟΣΑ.
Ας σημειωθεί ότι ο ΟΟΣΑ έχει ξοδέψει σχεδόν όλη την προηγούμενη δεκαετία προκειμένου να διαμορφώσει κάποιους κανόνες για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής των πλουσίων και των μεγάλων επιχειρήσεων και να υπάρξει διεθνής συμφωνία.
Η μελέτη που συνοδεύει τον δείκτη των εταιρικών φορολογικών παραδείσων αποκαλύπτει ακόμη ότι οι ίδιες οι χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ είναι υπεύθυνες για το 39% των κινδύνων εταιρικής φορολογικής κατάχρησης παγκοσμίως, ενώ οι υπόλοιπες κτήσεις και πρώην αποικίες τους για το 29%. Ολες μαζί κοστίζουν στην ανθρωπότητα πάνω από 166 δισεκατομμύρια δολάρια σε χαμένο εταιρικό φόρο κάθε χρόνο. Ποσό που ισοδυναμεί με την απώλεια περισσοτέρων των 26 εκατομμυρίων νοσοκόμων ετησίως ή αλλιώς 50 μισθών νοσοκόμων κάθε λεπτό στις χώρες του ΟΟΣΑ.
Υπό το πρίσμα αυτών των αποκαλύψεων η εναπόθεση της δημιουργίας των διεθνών κανόνων κατά της φοροδιαφυγής στον διεθνή οργανισμό μοιάζει με... αυτοκτονία. «Η εμπιστοσύνη στον ΟΟΣΑ είναι σαν να εμπιστεύεσαι σε μια αγέλη λύκων το χτίσιμο ενός φράχτη γύρω από το κοτέτσι σου» τονίζει πολύ εύστοχα ο δρ Dereje Alemayehu, εκτελεστικός συντονιστής της «Παγκόσμιας Συμμαχίας για τη Φορολογική Δικαιοσύνη», οργάνωση που έχει προταθεί για Νόμπελ Ειρήνης.
Της πρώτης δεκάδας των κατά ΤJN φορολογικών παραδείσων του πλανήτη ηγούνται οι Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι, τα Νησιά Κέιμαν και οι Βερμούδες – τρία βρετανικά υπερπόντια εδάφη στα οποία η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έχει πλήρεις εξουσίες επιβολής ή άσκησης βέτο στη νομοθεσία και όπου ο διορισμός των βασικών κυβερνητικών αξιωματούχων εναπόκειται στο Βρετανικό Στέμμα. Ακολουθούν οι «γνωστοί-άγνωστοι» παράδεισοι της ηπειρωτικής Ευρώπης Ολλανδία, Ελβετία και Λουξεμβούργο.
Στη δεκάδα υπάρχουν ακόμη το νησί της Μάγχης και κτήση του Βρετανικού Στέμματος, Τζέρσεϊ, αλλά και το Χονγκ Κονγκ, που ανήκει μεν στην Κίνα αλλά ο χρηματοπιστωτικός του τομέας δομήθηκε όταν αποτελούσε αποικία των Βρετανών. Οι περιοχές αυτές αλλά και αρκετά ακόμη υπερπόντια εδάφη και κτήσεις, κατάλοιπα της αποικιοκρατίας, συνιστούν έναν παγκόσμιο ιστό φορολογικών παραδείσων που ξεπλένει και μεταφέρει χρήματα προς και από το City του Λονδίνου διαιωνίζοντας την ισχύ και τον παρασιτικό ρόλο του αγγλοσαξονικού τοκογλυφικού κεφαλαίου στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αξιοσημείωτο, τέλος, είναι και το πλασάρισμα στη 10η θέση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, που απήλαυσαν το 2019 άμεσες επενδύσεις 218 δισ. δολαρίων από την Ολλανδία, ενδιάμεσο κόμβο κερδών πολυεθνικών. Τα Εμιράτα εξελίσσονται σε εναλλακτικό υπεράκτιο κέντρο χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών πολυεθνικών που δραστηριοποιούνται στην Αφρική και την Ασία.
Οι 10 μεγαλύτεροι φορολογικοί παράδεισοι του κόσμου
- Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι*
- Νησιά Κέιμαν*
- Βερμούδες*
- Ολλανδία
- Ελβετία
- Λουξεμβούργο
- Χονγκ Κονγκ
- Νήσος του Τσέρσεϊ**
- Σιγκαπούρη
- Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
*Υπερπόντια Βρετανικά Εδάφη
** Κτήση του Βρετανικού Στέμματος
ΠΗΓΗ: efsyn.gr
Σουηδία: Τοίχος σιωπής και εκφοβισμού για τις εργοδοτικές παραβιάσεις των μέτρων προστασίας από την πανδημία

Γράφει ο Πάνος Αλεπλιώτης
Οχτώ συνδικαλιστικές Ομοσπονδίες της Σουηδίας δηλώνουν σε έρευνα της Σουηδικής Τηλεόρασης, πως οι εργαζόμενοι και οι υπεύθυνοι επιθεωρητές εργασίας και εργασιακού περιβάλλοντος φοβούνται να καταγγείλουν παραβάσεις στους εργασιακούς χώρους.
Φοβούνται για τις συνέπειες από τις αντιδράσεις της εργοδοσίας. Ιδιαίτερα τον τελευταίο χρόνο σε συνθήκες πανδημίας ο φόβος για τις συνέπειες είναι μεγαλύτερος στις Ομοσπονδίας Υγειονομικών υπαλλήλων, Δημοτικών υπαλλήλων, Μεταφορών και συγκοινωνιών, Εκπαιδευτικών κα.
Παραδείγματα όπως της νοσηλεύτριας και υπεύθυνης εργασιακού περιβάλλοντος Ingrid Leirnes, που κατήγγειλε συνθήκες έλλειψης μέτρων για την διάδοση του ιού και μετατέθηκε.
Της Ann-Sofi Axelsson που ζήτησε μέσα προστασίας για την ηλικιωμένη που ήταν συνοδός απολύθηκε από την Υπηρεσία μετά από 5ετία υπηρεσίας, με την αιτιολογία πως είναι ακατάλληλη.
Η περίπτωση της υπαλλήλου της Επιθεώρησης Εργασίας είναι πιο χαρακτηριστική.
Η Jenny Bengtsson αποφάσισε την χρήση μάσκας στο προσωπικό του γηροκομείου Serafen στην Στοκχόλμη τον περασμένο Απρίλιο, όπου τα κρούσματα είχαν αυξηθεί επικίνδυνα και το ένα τρίτο των γερόντων δυστυχώς είχαν αποβιώσει.
Η διοίκηση της Επιθεώρησης Εργασίας δέχτηκε πιέσεις από την Ένωση Δήμων και Νομαρχιών για λόγους οικονομικούς, για να αποφύγουν το κόστος της μάσκας μια που οι Δήμοι είναι υπεύθυνοι για τα Γηροκομεία αλλά και από την Διεύθυνση Κοινωνικών Ασφαλίσεων που φοβήθηκε για έξοδα ασφάλισης ασθενών αν αλλάξουν οι διαδικασίες.
Η απόφαση άλλαξε. Αντί για την υποχρεωτικότητα της μάσκας αποφάσισαν ότι ο εργοδότης είναι υπεύθυνος για την ασφάλεια του εργαζόμενου και να πάρει «τα κατάλληλα μέτρα» δηλαδή απολύτως τίποτα.
Η Jenny Bengtsson που είχε την ευθύνη της απόφασης για την υποχρεωτικότητα της μάσκας μπήκε στον πάγο αφού της ασκήθηκε κριτική και άλλαξαν την απόφασή της.
«Καταστράφηκε η ζωή μου» δηλώνει στην Σουηδική τηλεόραση.
«Κάνουμε έρευνα για την υπόθεση, κρίμα που αισθάνεται έτσι» απαντά η Αρχή.
Η Sineva Ribeiro πρόεδρος των Υγειονομικών δηλώνει πως «θέλουν να δημιουργήσουν ένα τοίχο σιωπής για να σταματήσουν οι καταγγελίες».
Οι χαρακτηριστικές περιπτώσεις δημιουργούν ανασφάλεια και φόβο στους εργαζόμενους και υπεύθυνους ακόμη και στην Σουηδία που προβάλλεται σαν πρότυπο εργασιακής και κοινωνικής ασφάλειας στον καπιταλισμό.
Η μάσκα δεν είναι ακόμη υποχρεωτική στην Σουηδία ούτε στους χώρους δουλειάς, ούτε στα ΜΜ Μεταφοράς. Είναι προαιρετική μόνον σε ειδικές κατηγορίες χώρων και εργαζομένων. Η εμπορική δραστηριότητα συνεχίζεται με ελάχιστους περιορισμούς και τα Σχολεία είναι στην δικαιοδοσία των Δήμων αν κλείσουν ή όχι. Τα περισσότερα είναι ανοιχτά.
Η Σουηδία με 10 εκατομμύρια κατοίκους, σημείο αναφοράς των αρνητών, βιώνει την μεγαλύτερη υγειονομική καταστροφή στην ιστορία της με 13.000 νεκρούς, 4 με 5000 κρούσματα την ημέρα που ξεπέρασαν ήδη τις 700.000 με μεγάλες ελλείψεις στα Νοσοκομεία σε προσωπικό, ΜΕΘ και εξοπλισμό. Αποδεικνύει και η Σουηδία πως ο στόχος είναι η απρόσκοπτη προστασία της κερδοφορίας των επιχειρήσεων και λιγότερο της υγείας του λαού της.
Πάνος Αλεπλιώτης
Εργάστηκε σαν γεωλόγος, περιβαλλοντολόγος και χωροτάκτης στην Ελλάδα και στην Σουηδία. Δημοτικός σύμβουλος Πυλαίας Θεσσαλονίκης 87/90 και 99/2002. Αντιδήμαρχος Πυλαίας από το 1987 έως και το 1990 και από το 1999 έως και το 2000.
ΠΗΓΗ: atexnos.gr
Η μειωμένη αμερικανική παραγωγή πετρελαίου και ο αντίκτυπος στα δεξαμενόπλοια

Η χιονοθύελλα που έπληξε το Τέξας στα μέσα Φεβρουαρίου είχε ως συνέπεια να μειωθεί η αμερικανική παραγωγή πετρελαίου κατά 1,1 εκατ. βαρέλια/ημέρα μεταξύ δεύτερης και τρίτης εβδομάδας του περασμένου μήνα.
Κατά την εβδομάδα η οποία ολοκληρώθηκε στις 19 Φεβρουαρίου, η αμερικανική παραγωγή πετρελαίου άγγιξε κατά μέσο όρο τα 9,7 εκατ. βαρέλια/ημέρα. Πρόκειται για τα μικρότερα επίπεδα παραγωγής από τα τέλη του περασμένου Αυγούστου, όταν ο τυφώνας Laura έπληξε την παραγωγή, σημειώνει η BIMCO σε πρόσφατη ανάλυσή της.
Το Τέξας αποτελεί την πολιτεία με τη μεγαλύτερη παραγωγή πετρελαίου στις ΗΠΑ, αντιπροσωπεύοντας το 43% της συνολικής αμερικανικής παραγωγής το 2020. Ακολουθεί η Βόρεια Ντακότα, με το ποσοστό συμμετοχής στη συνολική παραγωγή πετρελαίου να ανέρχεται στο 10,4%.
Όπως σημειώνει η BIMCO, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, η πανδημία και μερικές ακόμη παράμετροι στην αγορά πετρελαίου έχουν οδηγήσει
την αμερικανική παραγωγή στα χαμηλότερα επίπεδά της για αρχές του έτους από το 2018. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της BIMCO, κατά τις πρώτες επτά εβδομάδες του έτους κατά μέσο όρο η παραγωγή των ΗΠΑ ήταν στα 10,8 εκατ. βαρέλια/ημέρα, μειωμένη κατά 17,2% (ή 2,2 εκατ. βαρέλια/ημέρα) σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2020.
Η μειωμένη αμερικανική παραγωγή και συνεπώς οι εξαγωγές πετρελαίου αποτελούν αρνητική εξέλιξη για την αγορά των δεξαμενόπλοιων. Κατά την BIMCO, οι αμερικανικές εξαγωγές «παράγουν» μεγαλύτερη ζήτηση για δεξαμενόπλοια εκφρασμένη σε τονομίλια σε σύγκριση με τις εξαγωγές από τη Μέση Ανατολή ή τη Ρωσία προς την Άπω Ανατολή.
Η παραγωγή στις ΗΠΑ έχει ήδη συμπιεστεί από τη χαμηλή τιμή του πετρελαίου, καθώς το κόστος παραγωγής στη χώρα είναι υψηλότερο σε σχέση με τις άλλες χώρες παραγωγής του κόσμου.
Ο κ. Peter Sand, επικεφαλής ναυτιλιακός αναλυτής της BIMCO, σημειώνει, με αφορμή τη συνεδρίαση του OPEC+, ότι τα μέλη του Οργανισμού θα επιχειρήσουν να βρουν μια ισορροπία μεταξύ αυξημένης παραγωγής και εξαγωγών, προκειμένου να μην χάσουν το μερίδιο αγοράς από τις ΗΠΑ και την ίδια ώρα να μη μειωθεί η τιμή του μαύρου χρυσού.
Φωτό: Cibi Chakravarthi/Unsplash
πηγη: naftikachronika.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή