Σήμερα: 19/04/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Των ΔΕΣΠ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ & ΑΝ. ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ* 

Μετά την κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, την ακύρωση του οκτάωρου (προς την υπερεργασία και την μερική απασχόληση), την ριζική μείωση των αποζημιώσεων απόλυσης, την ταπείνωση του κατώτατου μισθού της ΕΓΣΣΕ, έρχεται να πάρει σειρά στη σημερινή συγκυρία μια θεμελιακού χαρακτήρα μετάλλαξη του Εργατικού Δικαίου, που αφορά πλέον την ίδια την καρδιά, τον πυρήνα των συλλογικών εργατικών ρυθμίσεων, δηλαδή την άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων του συνεταιρίζεσθαι και της απεργίας. Πρόκειται για την πιο ακραία εκδοχή της μνημονιακής πολιτικής που επιχειρείται στην τελευταία τετραετία, με την υπαγόρευση των ευρωπαϊκών διευθυντικών κέντρων, του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, της ελληνικής αστικής τάξης και του κυβερνητικού πολιτικού της προσωπικού.

Το εγχείρημα του να καταστεί η κήρυξη απεργίας δυσχερέστατη αν όχι αδύνατη, καθώς και η επαναφορά του εργοδοτικού δικαιώματος κήρυξης λοκ άουτ κατεδαφίζουν τα ίδια τα θεμέλια υπόστασης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, της πλέον άμεσης και ταξικής μορφής κοινωνικής έκφρασης των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας. Κι' ακόμη περισσότερο αρχίζει να γίνεται λόγος από τις δυνάμεις της αστικής κυριαρχίας για την κατάργηση των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων μορφών συνδικαλιστικής οργάνωσης, με την προαγωγή μιας μορφής εργατικής εκπροσώπησης μόνον στο επίπεδο της τριτοβάθμιας συνομοσπονδιακής συγκρότησης.

Όπως και όλες οι άλλες θεμελιώδεις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, οι μνημονιακές αυτές νομικές ρυθμίσεις, έρχονται να αποκρυσταλλώσουν θεσμικά μια ήδη υπαρκτή πραγματικότητα μέσα στα πλαίσια του ταξικού συσχετισμού των δυνάμεων. Η παρατεταμένη κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, σε συνδυασμό με τις αλλεπάλληλες πολιτικές των μνημονίων επέφεραν ήδη στην τελευταία εξαετία έναν απροσμέτρητο κοινωνικό όλεθρο : Αλματώδης αύξηση της ανεργίας από το 8% στο 27%, μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργατικών νοικοκυριών (μισθών και συντάξεων) κατά 40%, αύξησης των λαϊκών φορολογικών επιβαρύνσεων κλπ. Αυτή η κοινωνική κατάσταση του δυσμενέστατου ταξικού συσχετισμού των δυνάμεων, σε συνάρτηση με άλλους παράγοντες, έχουν οδηγήσει σε μια ντε φάκτο παραφθορά των μορφών συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων, που χωρίς να τις καταργούν, τις έχουν καταστήσει ανενεργές, τις έχουν φέρει σε κατάσταση παράλυσης.

Το ίδιο συνέβη με τις συλλογικές συμβάσεις ή με τον ημερήσιο χρόνο απασχόλησης, όπου εξ αιτίας αυτών των συνεπειών της καπιταλιστικής κρίσης και της μνημονιακής πολιτικής, οδηγούνταν στην κατάργηση της εφαρμογής τους μέσα στην ίδια την παραγωγική εργασιακή πραγματικότητα. Κατά συνέπεια η νομική αποκρυστάλλωση του διαμορφωμένου συσχετισμού των δυνάμεων ήταν το φυσικό επακόλουθο που αξιοποιούν οι αστικές δυνάμεις, καταργώντας θεσμικά την ισχύ των συλλογικών ρυθμίσεων και σήμερα της συνδικαλιστικής νομοθεσίας. Το ίδιο από την αντίστροφη πλευρά είχε συμβεί στην πρώτη μεταπολιτευτική οκταετία, όπου η ντε φάκτο ανάπτυξη και αγωνιστική κινητοποίηση των εργοστασιακών σωματείων, παρά τις περιοριστικές διατάξεις του νόμου 330/1976, διαμόρφωσε έναν καινούριο συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, γεγονός που «αιχμαλώτισε» την κυβέρνηση της «αλλαγής» του ΠΑΣΟΚ οδηγώντας την στην ψήφιση του δημοκρατικού συνδικαλιστικού νόμου 1264/1982.

Από πολιτική άποψη είναι εμφανές ότι επιδίωξη των κυβερνητικών δυνάμεων του ακραίου νεοφιλελευθερισμού είναι η δομική αποσύνθεση των μορφών πρωτογενούς συσπείρωσης και εκπροσώπησης της εργατικής τάξης. Άλλωστε, η σταδιακή μεταστροφή των εργαζομένων προς τα αριστερά που καταγράφεται από τον Ιούνιο 2012 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, έχει διαμορφώσει νέους συσχετισμούς στο θεσμικό πλαίσιο του εργατικού κινήματος, ιδιαίτερα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (όπου η άσκηση των συνδικαλιστικών ελευθεριών είναι ευχερέστερη), αλλά και σε έναν ορισμένο βαθμό στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας (όπου η άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων συνήθως οδηγεί στην στέρηση της εργασίας), οδηγούν πλέον στην διαμόρφωση αγωνιστικών πλειοψηφιών (ΜΕΤΑ, ΕΜΕΙΣ, ΠΑΜΕ), που παραγκωνίζουν πλέον τις γραφειοκρατικές κυβερνητικές συνδικαλιστικές εκπροσωπήσεις (ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ).

Οι «μέρες της αφθονίας» του εργοδοτικού συνδικαλισμού είναι σαφέστατα μετρημένες, πολύ περισσότερο που με την δυνητική ανάδειξη μιας κυβέρνησης της Αριστεράς στο προσκήνιο, και την εργατική ανάταξη που θα επιφέρει, το καρκίνωμα του εργοδοτικού συνδικαλισμού θα εξαφανιστεί ολοσχερώς.

Προκειμένου ακριβώς να αποτραπεί μια τέτοια εξέλιξη, δηλαδή η κατάκτηση της πλειοψηφίας στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, δρομολογείται το κυβερνητικό εγχείρημα αποδιάρθρωσης της συνδικαλιστικής νομοθεσίας, επιφέροντας την ολοσχερή παράλυση της λειτουργίας του εργατικού κινήματος. Πρόκειται μ' άλλες λέξεις για μια ωμή και απροσχημάτιστη νομική παρέμβαση των δυνάμεων του επιχειρηματικού κεφαλαίου και της τρόικα για την αποτροπή αυτής της επικείμενης και ήδη πραγματοποιούμενης αλλαγής των συσχετισμών στο θεσμικό συνδικαλιστικό κίνημα. Αλλά και από την άλλη πλευρά οι αστικές επιδιώξεις πηγαίνουν ακόμη πιο μακριά από τις ρυθμίσεις για την απεργία και το λοκ άουτ, δηλαδή στοχεύουν στρατηγικά στη θεσμική αποδόμηση του πυρήνα της εργατικής συνδικαλιστικής νομοθεσίας, δηλαδή της κατάργησης της λειτουργίας πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών ενώσεων των εργαζομένων.

Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα μετά τις διαδικασίες εκδημοκρατισμού του που κράτησαν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980, διακρίνονταν μεταξύ των άλλων από δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά :

Από τη μια πλευρά από την ενιαία δομή του, στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα (ένα σωματείο στην επιχείρηση και στον παραγωγικό κλάδο, μία Ομοσπονδία και Εργατικό Κέντρο τοπικά, μία τριτοβάθμια οργάνωση της ΓΣΕΕ), σε διαφοροποίηση από την ιστορική δομή του εργατικού κινήματος στις μεγάλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης (Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία κλπ.) : Και στις δύο περιπτώσεις ιστορικοί πολιτικοί λόγοι επέβαλαν αυτές τις διαφοροποιημένες δομές του εργατικού συνδικαλισμού στην ελληνική και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Από την άλλη πλευρά από την πρωτοπόρα μορφή οργάνωσης του επιχειρησιακού συνδικαλισμού, που είχε εκ των πραγμάτων πολύ πιο ισχυρό ρόλο να διαδραματίσει, σε σχέση με τα κλαδικά σωματεία, στο βαθμό που αντιπροσώπευε μια συγκεκριμένη μορφή εργατικής «αντί-εξουσίας» στον ίδιο το χώρο παραγωγής, απέναντι στο διευθυντικό δικαίωμα του κεφαλαίου.

Μ' αυτά τα οργανωτικά δεδομένα, και με την πλειονότητα της εργατικής τάξης να είναι προσανατολισμένη τις τρεις τελευταίες δεκαετίες προς την ελληνική σοσιαλδημοκρατία (ΠΑΣΟΚ), το σύνολο της οργανωτικής αυτής δομής σ' όλα σχεδόν τα επίπεδα, κυριαρχούνταν από τις συνδικαλιστικές δυνάμεις του «εργατικού μεταρρυθμισμού» (ΠΑΣΚΕ). Εντούτοις η σταδιακή μετάλλαξη της σιοσιαλδημοκρατίας στον μονεταρισμό, στον νεοφιλελευθερισμό με ανθρώπινο πρόσωπο και τελικά στον απροσχημάτιστο νεοφιλελευθερισμό στην τελευταία πενταετία, επέφερε τον εκφυλισμό των σοσιαλδημοκρατικών συνδικαλιστικών εκπροσωπήσεων και την μετατόπισή τους στο πεδίο του εργοδοτικού συνδικαλισμού της συναίνεσης και του «κοινωνικού εταιρισμού».

Η ιστορική πλέον καταβαράθρωση του ΠΑΣΟΚ (από το 44% του 2009 στο σημερινό δημοσκοπικό 4%), οδήγησε τον λαϊκό κόσμο της κοινωνικής του βάσης προς τις αριστερές ριζοσπαστικές πολιτικές επιλογές, ενώ η παρατεταμένη άσκηση της μνημονιακής πολιτικής επέφερε την αλλαγή του συσχετισμού των συνδικαλιστικών δυνάμεων.

Έτσι, όπως ήδη μνημονεύτηκε, η ορατή προοπτική κατάκτησης της πλειοψηφίας από τις αγωνιστικές εργατικές δυνάμεις στα θεσμικά όργανα του εργατικού κινήματος, σε συνδυασμό με τις κοινωνικές επιπτώσεις μιας κυβερνητικής διαχείρισης του ΣΥΡΙΖΑ, οδηγεί τις αστικές δυνάμεις ακριβώς σήμερα στο να προωθήσουν την πλήρη οργανωτική αποδόμηση του εργατικού συνδικαλισμού, που φτάνει μέχρι την κατάργηση των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών ενώσεων. Έτσι τείνει να επιχειρηθεί η μηχανιστική μεταφορά του ευρωπαϊκού μοντέλου συνδικαλιστικής δόμησης (διαφορετικές συνομοσπονδίες), το οποίο λειτουργεί γόνιμα στις δυτικό-ευρωπαϊκές κοινωνίες, αλλά θα λειτουργήσει διαλυτικά για τη συνδικαλιστική οργάνωση στην ελληνική πραγματικότητα, που είναι δομημένη διαφορετικά για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους.

Στην γαλλική π.χ. περίπτωση λειτουργούν κεντρικά πολλές εργατικές συνομοσπονδίες (CGT, CFDT, FO, SUD, SOLIDAIRES κλπ.), οι οποίες και διαθέτουν συνδικαλιστικά τμήματα (sections syndicales) σε όλες τις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις της οικονομίας. Η κινηματική και απεργιακή δράση των εργαζομένων αποφασίζεται κεντρικά, σε συνεννόηση με τα επιμέρους συνδικαλιστικά τμήματα, που είναι ουσιαστικά παραταξιακά παραρτήματα εντός των χώρων παραγωγής, όχι όμως αυτοτελή επιχειρησιακά σωματεία.

Η αποτελεσματικότητα αυτής της παρέμβασης διασφαλίζεται με την ενωτική δράση που συνήθως αποφασίζεται (Intersyndicale), έτσι ώστε οι συνδικαλιστικοί αγώνες που πραγματοποιούνται, τοπικοί, επιχειρησιακοί ή γενικοί, να έχουν ως επί το πλείστον την υπογραφή των περισσοτέρων συνομοσπονδιών. Μάλιστα η ελεύθερη συνδικαλιστική δράση εντός των επιχειρήσεων (με τη μορφή ωστόσο των συνδικαλιστικών επιτροπών των παραταξιακών συνομοσπονδιών και όχι ενιαίων σωματείων του συνόλου των εργαζομένων), κατακτήθηκε χάρις στη νεολαιίστικη και εργατική εξέγερση του Μάη – Ιούνη 1968 και αποτυπώθηκε στις περίφημες Συμφωνίες της Grenelle του Δεκεμβρίου 1968. Έτσι, αυτό το πρότυπο λειτουργεί αποτελεσματικά στις αντίστοιχες ευρωπαϊκές κοινωνίες, όντας προϊόν ιστορικών διεργασιών από τις αρχές του 20ου αιώνα, με συνδικαλιστική ελευθερία εντός των επιχειρήσεων (των συνδικαλιστικών τμημάτων και όχι ενιαίων συνδικάτων), και με την κουλτούρα της κοινής αγωνιστικής δράσης των γενικών συνομοσπονδιών.

Κατά συνέπεια η ενδεχόμενη απόπειρα κατάργησης των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων οργανώσεων στην ελληνική περίπτωση, και άρα η εκ του πονηρού μεταφορά του ευρωπαϊκού συνδικαλιστικού προτύπου (γόνιμου για τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες), με τη λειτουργία εργατικών συνομοσπονδιών, αναιρεί τους βασικούς πυλώνες του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος: Εξαφάνιση των επιχειρησιακών σωματείων από τους χώρους κοινωνικής παραγωγής και της ενιαίας δομής των θεσμών του εργατικού κινήματος. Μια τέτοια στρατηγική εξέλιξη αντιπροσωπεύει για την ελληνική εργατική πραγματικότητα μια ουσιαστική διάλυση των εργατικών εκπροσωπήσεων και συλλογικοτήτων, με ολέθριες συνέπειες στην ίδια την ταξική διαπάλη στην κρίσιμη περίοδο του ακραίου νεοφιλελευθερισμού και των παρατεταμένων μνημονιακών πολιτικών.

* Η Δέσποινα Χαραλαμπίδου είναι βουλευτής Α' Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ και ο Ανέστης Ταρπάγκος μέλος της Γραμματείας του ΜΕΤΑ Θεσσαλονίκης.

ΠΗΓΗ: iskra.gr

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014 10:29

Εδώ Πολυτεχνείο!

  Νίκος Μπογιόπουλος:

 

    Τι είναι το Πολυτεχνείο; Σίγουρα δεν είναι για όλους το ίδιο...

   

    Από τη μια μεριά υπάρχουν αυτοί που εμφανίζονται να το «τιμούν». Που το αξιοποίησαν σαν ένα πολύ καλό «διαβατήριο», το οποίο, αν και ληγμένο, το επιδεικνύουν χρόνια τώρα για να ανανεώνουν τη σκοροφαγωμένη καρτέλα με τα αγωνιστικά τους «ένσημα». Θεωρούν ότι έτσι αντιπαρέρχονται το παρόν τους, προτάσσοντας το παρελθόν τους αφού πρώτα το «έφτυσαν»...

    Είναι οι ίδιοι που κατά καιρούς πρωτοστάτησαν στη φιλολογία περί «απομυθοποίησης» του Πολυτεχνείου. Που επιχείρησαν να εξαγνίσουν το δικό τους «βόλεμα» με τις θεωρίες για «τη γενιά που κουράστηκε», με τα κηρύγματα για το «πάλιωμα» των συνθημάτων του Πολυτεχνείου.

    Είναι αυτοί που, αφού εξαργύρωσαν τη νιότη τους στα διάφορα πόστα του κράτους, τώρα ατενίζουν το τανκ που έριξε την πύλη, στρογγυλοκαθισμένοι στις καρέκλες των ...«θινκ τανκς» της εξουσίας. Μιας εξουσίας, που το πρώτο «φιλολαϊκό» της προσωπείο το έβαλε ο Γκιζίκης, και που εδώ και τέσσερεις δεκαετίες, το υπηρετούν οι ίδιοι, αλλάζοντας τις μάσκες...

 

Αφίσα από το δυσεύρετο λεύκωμα του εικαστικού Γιώργου Φαρσακίδη για τον Νοέμβρη του ‘73

    Σ' αυτή την ίδια πλευρά ανήκουν και εκείνοι που, αφού δεν καταφέρνουν να αποσιωπήσουν το Πολυτεχνείο, το συκοφαντούν και το διαστρεβλώνουν. Το θέλουν «αλλιώτικο» απ' ό,τι ήταν. «Συρρικνωμένο», «άχρωμο» και «άοσμο». Ένα Πολυτεχνείο άλλοτε «εκσυγχρονισμένο», άλλοτε «επανιδρυμένο» και εσχάτως «μνημονιοποιημένο» (!), απαλλαγμένο, φυσικά, από τα βασικά του συνθήματα, τους στόχους του, την αναφορά στα αίτια που το γέννησαν.

    Θέλουν ένα Πολυτεχνείο στην προκρούστεια κλίνη των δικών τους συμβιβασμών. Υποταγμένο στα δικά τους μέτρα. Μια «μουσειακή εκδήλωση». Μια τυπική γιορτή επειδή «μερικά καλά παιδιά - οι φοιτητές - αγωνίστηκαν για την ελευθερία, και οι κακοί - οι στρατιωτικοί - τα σκότωσαν στο Πολυτεχνείο». Πέραν τούτου ουδέν. Ούτε ΝΑΤΟ, ούτε ΗΠΑ, ούτε αμερικανοκίνητη δικτατορία, τίποτα...

    Εδώ, στην όχθη των καπήλων και των καταχραστών θα βρείτε και τους υβριστές. Εκείνους που το πέρασμά τους από το Πολυτεχνείο το έκαναν καριέρα! Που είδαν στις κρατικές και υπουργικές Μερσεντές - που απέκτησαν προϊόντος του χρόνου - «το Πολυτεχνείο τώρα (να) δικαιώνεται»!!! Και που για να περισώσουν τη δική τους ξεφτίλα, πάσχισαν για δεκαετίες να ξεφτίσουν το Πολυτεχνείο, επιστρατεύοντας «αναρχικούς», «κλέφτες και αστυνόμους», «αγανακτισμένους πολίτες», κουκουλοφόρους, χαφιέδες, προβοκάτορες και στήνοντας για φόντο του Πολυτεχνείου μια κατασκευασμένη εικόνα «επεισοδίων», αστυνομοκρατίας και δακρυγόνων.

    Μεταξύ των οδηγών των ερπυστριοφόρων που ποδοπατούν τη μνήμη του Πολυτεχνείου δεν θα μπορούσε, φυσικά, να λείπει η μαυρίλα του χρυσαυγιτισμού.  Αυτά τα θρασίμια του «δεν υπήρξε νεκρός στο Πολυτεχνείο»!

 

    Από την άλλη πλευρά είναι όσοι δεν εννοούν να «σοφαντίσουν» τη μνήμη τους και να σβήσουν εκείνο το «Έξω οι ΗΠΑ - Έξω το ΝΑΤΟ» της πύλης κάτω από τις ερπύστριες. Που δε συμμορφώθηκαν ούτε με τα «ανήκομεν εις την Δύσιν», ούτε με τα «ευχαριστούμε τις ΗΠΑ». Που το ιδεολογικό πρόσημο που απορρέει από το «Ψωμί - Παιδεία - Ελευθερία - Εθνική Ανεξαρτησία» δεν το απαρνήθηκαν για κανένα πόστο. Δεν το μαγάρισαν αναζητώντας θώκους. Δεν το στέγνωσαν στον ιδεολογικό «αποχυμωτή». Δεν το μετέτρεψαν σε ενέχυρο των παρακλήσεών τους για τη θεσούλα μιας προεδρίας κάποιου κρατικού οργανισμού ή μιας καρέκλας στα Επιτροπάτα του «ανήκομεν εις την τρόικαν»...

 

    Το Πολυτεχνείο και η 17η του Νοέμβρη, για τους περισσότερους, για τις γενιές τις παλιότερες αλλά και τις γενιές που δεν έζησαν το «γύψο», είναι το ορόσημο. Εκείνο το βράδυ, εκείνες τις τρεις μέρες, εκείνες τις στιγμές, ο πρωτοκαπετάνιος Άρης κι ο Κολοκοτρώνης μαζί, ο ΕΛΑΣίτης και ο μαχητής της ΕΠΟΝ, η Ηλέκτρα με τη Λέλα Καραγιάννη και το κορίτσι της πύλης χέρι - χέρι με τον κλέφτη, τον αρματολό και της γυναίκες της Πίνδου, παρέδωσαν τη σκυτάλη των ανεκπλήρωτων ονείρων, των αδικαίωτων οραμάτων, των αιματοβαμμένων αγώνων σε κείνους που θα συνεχίζουν να κρατάνε τις σημαίες ψηλά.

 

Το Πολυτεχνείο είναι η ελπίδα και ο όρκος, ο πόθος και η υπόσχεση: Σ' αυτόν τον τόπο, κόντρα στα εμπόδια, ενάντια στους «ΔουΝουΤοτσολιάδες» του ιμπεριαλισμού, κόντρα στους ντόπιους και ξένους «συνταγματάρχες» των «hedgefunds», παρά τα «τάγματα εφόδου» της «νέας τάξης», όσες υποκλίσεις κι αν κάνουν όλοι όσοι φέρονται ή δηλώνουν ότι «είναι Αμερικανοί» ή ότι «είναι Γερμανοί» και πάντα… «φιλέλληνες», ό,τι κι αν κάνουν οι υποτακτικοί του «ευλογημένου μνημονίου», τελικά, σ' αυτόν τον τόπο «θα κάνει ξαστεριά»!

 

 

Το Πολυτεχνείο, αδικαίωτο και ζωντανό, σε πείσμα όσων πέρασαν από το «εδώ Πολυτεχνείο» στο ...«εδώ Πεντάγωνο» - «εδώ τρόικα» - «εδώ Μνημόνιο», μια μόνιμη Ερινύα για όσους πέρασαν από την όχθη των «ελεύθερων πολιορκημένων Ελλήνων» στην αντίπερα όχθη, των πολιορκητών και των «ελεύθερων σκοπευτών», θα συνεχίζει να ενσαρκώνει τις μνήμες του μέλλοντός μας.

Για μια Ελλάδα με ψωμί για το λαό της, με μόρφωση για τα παιδιά της, με εθνική ανεξαρτησία και λευτεριά.

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:

https://www.youtube.com/watch?v=6CniLgh1lUs

ΠΗΓΗ: enikos.gr

              

ΕΡΩΤΗΣΗ

                               ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ

 

ΘΕΜΑ: ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΕΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ (ΕΕΠ) ΣΤΙΣ ΑΚΑΔΗΜΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ (ΑΕΝ).

 

 

Κύριε Υπουργέ,

Η Πανελλήνια Ένωση Εκπαιδευτικών Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης (ΠΕΕΔΝΕ) σε ανακοίνωσή της αναφέρει ότι δεν έχει ολοκληρωθεί μέχρι σήμερα η διαδικασία πρόσληψης Εκτάκτου Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΕΕΠ) στις ΑΕΝ, δηλαδή ωρομισθίων, με αποτέλεσμα οι σχολές να υπολειτουργούν.

Οι ωρομίσθιοι, όπως εξηγούν, αποτελούν την πλειονότητα του διδακτικού προσωπικού αυτών των σχολών. Υπολογίζονται σε ποσοστό πάνω από το 65% του μόνιμου προσωπικού πανελλαδικά, όταν οι μόνιμοι λόγω κατάργησης των οργανικών θέσεων που δεν καλύφθηκαν έπειτα από αποχωρήσεις και συνταξιοδοτήσεις φτάνουν μόλις τους 70.

Υπάρχουν ΑΕΝ στην επικράτεια που έχουν μόνο έναν μόνιμο καθηγητή. Η απουσία των ωρομισθίων σημαίνει ότι οι σχολές καλούνται να λειτουργήσουν μόνο με τον διευθυντή. Επιπλέον δεν έχουν χορηγηθεί στους σπουδαστές τα προβλεπόμενα εκπαιδευτικά κείμενα.

Επιπρόσθετα η διακοπή παροχής σίτισης στις περιφερειακές ΑΕΝ είχε ως αποτέλεσμα μέσω των μετεγγραφών τη συσσώρευση των μαθητών και μαθητριών στις ΑΕΝ του κέντρου χωρίς όμως να έχει γίνει ο κατάλληλος σχεδιασμός ενίσχυσης των Σχολών υποδοχής με το αναγκαίο εκπαιδευτικό προσωπικό.

Επειδή η αναβάθμιση της δημόσιας ναυτικής εκπαίδευσης στην οικονομική κατάσταση που βιώνει η χώρα μας κρίνεται επιτακτική ανάγκη,

Ερωτάται ο κ. Υπουργός:

Τι προτίθεται να κάνει,

1.Για την άμεση ολοκλήρωση των διαδικασιών πρόσληψης Εκτάκτου Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΕΕΠ),

2.Για την διάθεση των προβλεπόμενων εκπαιδευτικών κειμένων στους σπουδαστές,

3.Για την επαναφορά της παροχής σίτισης στους σπουδαστές των (ΑΕΝ).

Η ΕΡΩΤΩΣΑ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

     Μαρία Ρεπούση

Σελίδα 4458 από 4475
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή