Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
ΕΠΤΑ ΑΠΛΑ (;;;) ΒΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ (ΔΙ)ΕΞΟΔΟ Η' ΕΝΑΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΕΛΑΝΤΗ
Η διαμόρφωση της ΛΑΕ σε μετωπικό πολιτικό φορέα είναι ούτως ή άλλως μια πολύ δύσκολη, ατελής και αντιφατική διαδικασία. Προχωρά εξαιρετικά αργά και με μεθόδους φτωχές και ασαφείς, αλλά δεν είναι ακόμη σωστό να προδικάσει κανείς την τελική έκβαση. Πρόκειται για μια διαδικασία, η οποία μπορεί να αποδώσει καρπούς ή να οδηγηθεί αργά αλλά σταθερά προς την ματαίωση. Αυτό δεν έχει κριθεί ακόμη, αν και ο πολιτικός χρόνος δεν είναι ποτέ απεριόριστα διαθέσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ένα Μέτωπο, με βάση την ιστορική και πολιτική εμπειρία του μακρού 20ου αιώνα, προϋποθέτει υπαρκτά πολιτικά κόμματα ή έστω πολιτικές οργανώσεις, οι οποίες πραγματικά συμμαχούν και από τα πάνω και από τα κάτω και ενώνουν τις δυνάμεις τους προς έναν στόχο. Μιλώντας για το Ενιαίο Μέτωπο, στην πραγματικότητα δεν πολυπήρξαν πολλές περιπτώσεις Ενιαίων Μέτωπων (ΕΜ), όπως τα είχε συλλάβει η θεωρητικοποίηση της ηγεσίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1921-1922 : λίγες οι ιστορικές εξαιρέσεις, όπως κάποιες συμμαχίες στην Ευρώπη κατά την δεκαετία του 20 των ΚΚ με αριστερούς σοσιαλιστές, η συμμαχία κομμουνιστών και αριστερών σοσιαλιστών στην Ιταλία στον μεσοπόλεμο και μετά τον Β΄ΠΠ, μεταξύ Τολιάτι και Νέννι, ή η Λαϊκή Ενότητα στην Χιλή ή οι πιο ταξικές και αριστερές όψεις των εθνικοαπελευθερωτικών μετώπων του τύπου ΕΑΜ στην Κατοχή κ.α. ). Κυρίως υπήρξαν τα περίφημα Λαϊκά Μέτωπα (ΛΜ) με κάποιες θετικές και κυρίως κάποιες αρνητικές όψεις, σχηματισμοί πιο αστικοδημοκρατικοί/καθεστωτικοί από ό,τι τα προβλεπόμενα ΕΜ και σχηματισμοί πρακτικά εγκατάλειψης της επανάστασης. Σε κάθε περίπτωση, το ΕΜ ή ακόμη και το ΛΜ προϋποθέτει σχετικά σύμμετρες και ισόρροπες ποσοτικά και ποιοτικά δυνάμεις και με πραγματική πολιτική και κοινωνική υπόσταση και ζωή. Σήμερα, εντός της ΛΑΕ , μόνο το Αριστερό Ρεύμα έχει καθαρά αριθμητικά/ποσοτικά ένα δυναμικό, που θα μπορούσε κάποιος να ονομάσει σοβαρά δίκτυο ή βάση πολιτικής οργάνωσης. Ακολουθεί η ΔΕΑ, οι ΑΡΑΝ, Παρέμβαση, ΑΡΑΣ, ΚΤ κ.α. οι οποίες πιο πολύ είναι μικρά πολιτικοοργανωτικά δίκτυα ακτιβιστών και στελεχών με μια πιο συγκροτημένη και συνεκτική ιδεολογική αναφορά από ό,τι το ΑΡ, παρά πραγματικές και κοινωνικά γειωμένες πολιτικές οργανώσεις, αν θέλουμε να μην αναγάγουμε την πολιτική οργάνωση σε έναν σκέτο βολονταρισμό. Είναι δίκτυα που σε κάποιο βαθμό δεν μπορούν να υπάρξουν ή δεν θέλουν πια να υπάρξουν χωρίς να ακουμπούν «κάπου» στην πολιτική σκηνή ή να φαντασιώνονται ότι ακουμπούν . Επίσης, είναι φαντασματικές συνέχειες ρευμάτων του μαρξισμού, σημαντικών στην εποχή τους, τα οποία σήμερα έχουν μέσα από μια μεγάλη διαδρομή αποδυναμωθεί/εξαχνωθεί/ ή και εξαφανισθεί τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς και δεν δείχνουν να θέλουν κάτι πολύ παραπάνω από την ιστορική τους δικαίωση και «συμβολική παράταση ζωής». Άρα, αν λέγαμε ότι η ΛΑΕ είναι Μέτωπο , ουσιαστικά αυτό θα πήγαινε προς την λογική του «Μετώπου» γύρω από το Κόμμα-ΑΡ, του τρόπου που έστηνε παλιά τα «Μέτωπα» το ΚΚΕ., δηλαδή μια ψευδοσυσπείρωση της πιο μεγάλης δύναμης και κάποιων συμμάχων της, μια συμμαχία στην ουσία της πιο μεγάλης δύναμης με τον διευρυμένο εαυτό της(αυτό δεν ήταν το ΕΑΜ, καθώς το ΕΑΜ είχε πραγματική εσωτερική ζωή και πραγματικούς δεσμούς συνεργασίας μεταξύ των κομμάτων του, όπως φάνηκε με την διάσπασή του μετά το 1945). Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι η ΛΑΕ ιδρύθηκε-ίσως και αναγκαστικά-από μια εσωτερική διαδικασία αποκλειστικά του ΑΡ την 22/8/15 στον Κεραμεικό. Αυτό, λοιπόν, είναι ένα «ψευδομέτωπο», αν θέλουμε να είμαστε αυστηροί πολιτικά και θεωρητικά. Αυτό το «ψευδομέτωπο» διατηρεί σήμερα κάποια πολιτική αξία, περιορισμένη όμως μέχρι τώρα. Στον βαθμό που αυτό το «Μέτωπο» έχει κάποιες στοιχειώδεις προγραμματικές θέσεις (αν και πολύ ατελείς) , θα μπορούσε να προσπαθήσει να εκπονήσει και ιδίως να γειώσει κοινωνικά ένα σχέδιο πολιτικής ανατροπής σε συμμαχία και με άλλες δυνάμεις. Πράγμα απολύτως αναγκαίο στην παρούσα πολιτική συγκυρία. Όμως, αυτό δεν το βλέπουμε να γίνεται. Αυτό που γίνεται είναι βασικά μια σκιαμαχία «συμβόλων» και «συμβολογράφων» πιο πολύ παρά ιδεών και στρατηγικών (συμβόλων που βάζουν σε άγονα κουτάκια τις πλούσιες αντιφάσεις του καιρού μας και αποτρέπουν την γνήσια ανασύνθεση της μαρξιστικής Αριστεράς και του ΚΚ, -π.χ. εδώ οι «εθνικοανεξαρτησιακοί» ή οι «σοσιαλπατριώτες» και εκεί οι «αντικαπιταλιστές», σαν να έχουμε ομάδες ποδοσφαίρου ή τοπικούς συλλόγους) , μια σκιαμαχία γραφειοκρατικών ηγεσιών πιο πολύ για το μοίρασμα μιας ανίκανης, ασπόνδυλης και μη δημοκρατικής ηγεσίας/πίττας, η οποία διστάζει τόσο πολύ να πάει σε σώμα, αν δεν είναι 100 % σίγουρη ότι θα το ελέγξει από κοινού ή κατά μόνας. Η λύση απέναντι σε αυτόν τον δισταγμό είναι είτε η γελοιότητα της διαρκούς αναβολής είτε ψυχαναλυτικά η μετατροπή του συμπλέγματος ή της μανίας ασφυκτικού ελέγχου σε επιτελεστική παραλυτική νεύρωση (κάτι σαν την αγωνία του τερματοφύλακα μπροστά στο πέναλτυ) είτε, στην καλύτερη περίπτωση, η προετοιμασία ενός σώματος χωρίς σοβαρή προγραμματική εισήγηση και χωρίς οργανωμένη δομή δημοκρατικού διαλόγου, άρα, ενός σώματος ανάπηρου. Δηλαδή, κάτι κάπως λιγότερο δημοκρατικό από το ΚΚΕ.
Σε αυτήν την διαδικασία, το ΑΡ θα μπορούσε να παίξει έναν πραγματικά χρήσιμο ηγετικό ρόλο, αν το επεδίωκε. Θεωρητικά μιλώντας, παρά πρακτικά. Θα έπρεπε, όμως, να κάνει κάποια πράγματα, τα οποία εκ της φύσεώς του, όπως έχει στον χρόνο διαμορφωθεί, και εκ των πολιτικών του ορίων αδυνατεί σήμερα να τα κάνει. Τα μετράω σε επτά βήματα ή σημεία .
-Θα έπρεπε να πραγματοποιήσει έναν σοβαρό πολιτικό απολογισμό για την συμμετοχή του στον ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως ως προς την εμπειρία της Αριστερής Πλατφόρμας και την εμπειρία της συμμετοχής των στελεχών του στην κυβέρνηση. Έναν απολογισμό δεκαετίας και όχι δεκαμήνου. Θα έπρεπε να τοποθετηθεί και πάνω στις μεγάλες ιστορικές ευθύνες και της ίδιας της αριστερής αντιπολίτευσης στον ΣΥΡΙΖΑ, στις καμπές που αυτή έκανε λάθος. Αυτό το πρώτο σημείο το ΑΡ δεν θέλει σαφώς να το πραγματώσει. Στο εισηγητικό κείμενο για την επικείμενη Συνδιάσκεψη του ΑΡ δεν υπάρχει ίχνος συγκροτημένης αυτοκριτικής.
-Θα έπρεπε να προτείνει ένα σοβαρό μεταβατικό σοσιαλιστικό σχέδιο, όπου η ρηξη με το δυτικό ιμπεριαλιστικό σύστημα, η μονομερής διαγραφή του χρέους και η πρώτη ρήξη με όψεις των καπιταλιστικών σχέσεων (το ένα δεν αντιβαίνει στο άλλο, αντίθετα μάλιστα, μόνο κάποιοι πούροι οπαδοί της θεωρίας των σταδίων ή κάποιοι μπαρουτοκαπνισμένοι «διεθνιστές» το αμφισβητούν ), στηριγμένη σε πραγματικές κοινωνικές δυνατότητες και όχι σε κραυγές ή ρητορείες, θα εξηγούνταν πειστικά στην κοινωνία και θα επικοινωνούσε με τις δικές της κινήσεις, ανάγκες και πρωτοβουλίες, ιδίως με αυτές της τάξης της μισθωτής εργασίας. Επίσης, θα συνδεόταν με διεθνείς ανησυχίες, πρωτοβουλίες και κινήματα. Η θεμελίωση θα έπρεπε να είναι πολιτικά αποφασιστική αλλά και τεχνικά συγκροτημένη με σοβαρό τρόπο. Η έξοδος από το ιμπεριαλιστικό σύστημα δεν είναι η πόση «ενός ποτηριού νερού» ή απλώς το τύπωμα χαρτονομισμάτων, αν έχουμε μελάνι και χαρτί. Θα έπρεπε η εκπόνηση ενός τέτοιου προγράμματος να αναμετρηθεί με τις κοινωνικές, ταξικές και πολιτιστικές μορφές του ύστερου καπιταλισμού, στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, κάτι που στις αναλύσεις μας είναι απολύτως ανύπαρκτο αλλά υπαρκτό στην «πραγματικά υπαρκτή κοινωνία». Μιλάμε για τον καπιταλισμό, σαν να ζούσαμε το αργότερο το 1970, το κάναμε στον ΣΥΡΙΖΑ, το κάνουμε και τώρα, τίποτε δεν «άλλαξε» στις αναλύσεις μας. Το 1970 μου αρέσει πολύ ως αισθητική ή κινηματογραφική στάση, αλλά ζούμε (δυστυχώς) ήδη στο 2016. Αυτό το δεύτερο σημείο, το προγραμματικό και κοινωνικά ερευνητικό το ΑΡ δεν θέλει ούτε μπορεί να το πραγματώσει με σοβαρότητα, δεν μπορεί καν να το ψαύσει. Οι κειμενογράφοι του μιλάνε για «ευκολίες των άλλων» αλλά και οι ίδιοι, δυστυχώς, από «τις ευκολίες» ξεκινούν και σε αυτές καταλήγουν. Και δεν είναι θέμα προσωπικής ανικανότητας.
-Θα έπρεπε να τοποθετηθεί σοβαρά απέναντι στην ίδια την δική του Ιστορία, να ξεκόψει από τα αντιμονοπωλιακά-αντιιμπεριαλιστικά στάδια, το «ηρωϊκό ΚΚΕ» της μεταπολίτευσης (που όπως και το Εσωτερικό ήταν κόμματα ανάσχεσης του λαϊκού ριζοσπαστισμού, πολύ περισσότερο από το πρώτο ΠΑΣΟΚ) από τον φλωρακισμό και τον τζανετακισμό του «αρχικαπετάνιου», από το κλείσιμο του ματιού στην απολύτως ανύπαρκτη από το ‘28 ως το ‘89 «σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ» και στον σταλινισμό, να διαλεχθεί δημιουργικά με τα άλλα μαρξιστικά ρεύματα, ιδίως αυτά του δυτικού μαρξισμού, όσο και όπως αυτά υπάρχουν ακόμη στον πραγματικό κόσμο, να μιλήσει για την επικαιρότητα του σοσιαλισμού ακριβώς λόγω της δομικής κρίσης του κεφαλαίου. Αυτό το τρίτο σημείο, της ιστορικής αναζήτησης και ιστορικού απολογισμού των κομμουνιστών, είναι όχι μόνο πέρα από τα όρια του ΑΡ, είναι κάτι που στην παρούσα ηγεσία και ιδίως στον στενό πυρήνα της φαντάζει απλώς ως «εξωγήινο». Σημαίνει ότι το ΑΡ, ιδίως η ηγεσία του, θα καταλάβαινε σε βάθος ότι το Τείχος όντως έπεσε το ’89. Ή μήπως δεν έπεσε ;
-Θα έπρεπε να προτείνει την αποκατάσταση ή πάντως την εκ νέου διαμόρφωση μιας συλλογικής δημοκρατικής μορφής στην ΛΑΕ με εκλεγμένα όργανα και ανοιχτές στην διαφωνία και την σύνθεση πολιτικές διαδικασίες, με συλλογική ενιαία ηγεσία και με απομάκρυνση από αυτό που η κοινωνία δικαίως με απέχθεια χαρακτηρίζει «επαγγελματική πολιτική» τόσο εντός του όσο και εντός της ΛΑΕ-και που καμία σχέση δεν έχει με τον «μπολσεβικισμό», παλιό ή νέο ή δήθεν το «Τι να κάνουμε». Οι επαγγελματίες του Λένιν δεν κάθονταν σε γραφεία, δεν φλυαρούσαν σε διαδρόμους, αλλά στέκονταν οικειοθελώς μπροστά σε εκτελεστικά αποσπάσματα. Άρα, το ΑΡ θα έπρεπε να συνταξιοδοτήσει ραγδαία ένα μεγάλο ποσοστό των ηγετικών του στελεχών και μάλιστα ανεξαρτήτως ηλικίας, να στείλει πολλά από τα στελέχη του στο «τιμητικό προεδρείο», να καταργήσει τις επετηρίδες, να τολμήσει ένα πολιτικό και ανθρώπινο μπινγκ-μπανγκ, ένα μεγάλο άνοιγμα στο ίδιο και στην ΛΑΕ. Αυτό το τέταρτο σημείο, αν κάποτε θα ήταν πολύ δύσκολο για το ΑΡ και θα άξιζε να το προσπαθήσει ως διακύβευμα-όπως ιδίως στην περίοδο 2012-2015- , σήμερα είναι ένα καθήκον απολύτως ανέφικτο και μη κατορθωτό για το υπαρκτό ΑΡ και την υπαρκτή ηγεσια του. Όμως, αυτό που δεν μπορείς να κάνεις στον οίκο σου , γιατί να σε εμπιστευθούν οι άλλοι να το κάνεις σε όλη την κοινωνία; Εκεί θα τα κάνεις καλύτερα;
-Θα έπρεπε να δημοσιοποιήσει σε όλα τα επίπεδα τις εσωτερικές συζητήσεις στον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση κατά το πρώτο εξάμηνο του 15. Να κάνει αυτό που έκανε ο Λένιν το 17, να δημοσιοποιήσει τα «πρακτικά αυτών των διαλόγων» στο κοινό. Όσο και όπως τα στελέχη του, ιδίως οι υπουργοί και βουλευτές, τους βίωσαν. Και αυτό το πέμπτο βήμα φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο σε μια τάση με πολύ έντονη την γραφειοκρατική διαμόρφωση και αποστέωση, τόσο έντονη που ακόμη και η ακατανόητη «σιωπή» για το παρελθόν να μοιάζει ακόμη ως αναγκαία.
-Θα έπρεπε να φύγει από την ψευδαίσθηση της πολιτικής οργάνωσης, κάτι που έτσι κι αλλοιώς δεν μπορεί να το κάνει με σοβαρό τρόπο, αφού δεν διαθέτει καν ολοκληρωμένη πλατφόρμα ή ιδεολογική πυξίδα για κάτι τέτοιο (χωρίς να σημαίνει ότι αυτός ο αναγκαίος όρος είναι και επαρκής-είδαμε και αυτούς που την «διαθέτουν»). Συνεπώς, θα έπρεπε να λειτουργήσει ως συνθετική και ανασυνθετική πολιτική τάση εντός της ΛΑΕ.
- Θα έπρεπε να κόψει τώρα τον/τους ομφάλιο/ους λώρο/ους με τον ΣΥΡΙΖΑ, τον πραγματικό και τον φαντασιακό . Δηλαδή, με απλά ελληνικά, σπάσιμο με την παράταξη της κ. Δούρου στην Περιφέρεια Αττικής , ανάπτυξη του αντικυβερνητικού λόγου και πρακτικής όπου υπάρχουν κοινές παρατάξεις με τον ΣΥΡΙΖΑ και πλήρης διαχωρισμός από τους συνδικαλιστές του ΣΥΡΙΖΑ τελικά, σαφής πολιτικοοργανωτικός διαχωρισμός από στελέχη του που πατάνε σε δύο ή περισσότερες βάρκες χωρίς δισταγμούς, αλλαγή γραμμής σε σχέση με το δήθεν ορατό μιας νέας αριστερής διακυβέρνησης και οριστική στροφή στο δυνάμωμα της κοινωνικής αντιπολίτευσης και στο «σαμποτάζ» κατά των μνημονιακών κυβερνήσεων. Το ΕΜ, ακόμη και αν μπορεί να υπάρξει υποθετικά, δεν οδηγεί αναγκαστικά και μάλιστα ανεξάρτητα από τον πραγματικό ταξικό συσχετισμό στην ή σε κάποια κυβέρνηση της Αριστεράς. Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν ένα κόμμα-μέτωπο, το απέδειξε. Μπορεί να οδηγεί- και πράγματι δεν υπάρχει άλλος δρόμος τώρα - σε μακροχρόνια αντιπολιτευτικές συμμαχίες και πολιτικές ενότητες στην Αριστερά, ωσότου αλλάξει πραγματικά και όχι φαντασιωσικά ο ταξικός συσχετισμός δύναμης. Επίσης, η λογική μιας βραχυπρόθεσμης κυβερνητικής λύσης τύπου «ΣΥΡΙΖΑ 2» ερήμην των συσχετισμών κρατά το ΑΡ και την ΛΑΕ κοντύτερα στον ΣΥΡΙΖΑ από ό,τι θα έπρεπε. Όμως, πιθανότατα , η ρήξη με τον ΣΥΡΙΖΑ θα έβαζε και ένα ζήτημα υπαρξιακού επανακαθορισμού σε σχέση με αυτή καθ’ εαυτήν την φθαρμένη και υπό επανεξέταση έννοια της «Αριστεράς». Πράγματα δηλαδή πολύ δύσκολα ακόμη και για πολύ ικανότερους παίκτες από την υπαρκτή ηγεσία του ΑΡ.
Με δεδομένο ότι αυτά τα επτά βήματα, αναγκαία στο σύνολό τους, δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν από την ηγεσία του ΑΡ, όπως και αν συνεχίσει να προσδιορίζεται ως μορφή το ΑΡ, η συζήτηση για το πώς θα ονομάζεται στο εξής αυτή η δικτύωση δεν έχει κανένα πρακτικό ενδιαφέρον και καταντάει βυζαντινισμός ή σχολαστικισμός. Πρόκειται για κάτι παραπλήσιο προς το «φύλο των αγγέλων».
Τα επτά αυτά βήματα ή σημεία είναι απολύτως αναγκαία για όποιον/αν αναφέρεται στην ανάγκη μιας ριζοσπαστικής κομμουνιστικής Αριστεράς στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Για όποιον/α έχει απλώς μάτια και πολιτικό ένστικτο, αυτά τα καθήκοντα υπερβαίνουν αντικειμενικά κατά πολύ τις δυνατότητες του Αριστερού Ρεύματος και βασικά της υπαρκτής και ιστορικής ηγεσίας του. Δεν έχει ιστορικά καμία σημασία αν ο κόσμος του ΑΡ αυτό το έχει αντιληφθεί στην πλειοψηφία του ήδη ή θα το αντιληφθεί δυσάρεστα στην πορεία. Δεν πρέπει να διαθέσουμε, όσοι καταλαβαίνουμε τι συμβαίνει, άλλο χρόνο ή ψυχική διάθεση σε στείρες και όχι πραγματικά συλλογικές διαδικασίες. Η κατάσταση γύρω μας είναι πρωτότυπη και χρειάζεται πρωτότυπα υλικά, πολιτικά, θεωρητικά και ανθρώπινα. ΄Ο κύκλος του Αριστερού Ρεύματος έχει πια κλείσει οριστικά, ακόμη και αν μια ακόμη ομαδοποίηση της Αριστεράς θα συνεχίσει να λέγεται για απεριόριστο μελλοντικό χρόνο «Αριστερό Ρεύμα» , όπως κάποιοι άλλοι θα νομίζουν ότι συνεχίζουν αέναα το έργο του Τρότσκυ ή του Μάο ή του Λένιν ή του ίδιου του Ιησού Χριστού. Συνεπώς, η συνέχιση της στράτευσης στο ΑΡ δεν έχει πλέον απολύτως κανένα νόημα-τουλάχιστον για εμένα προσωπικά. Υπήρξε μια ενδιαφέρουσα εμπειρία, αλλά ως προς το πρόσωπό μου δεν έχει επαρκείς λόγους συνέχειας. Τελείως διαφορετικό είναι το ζήτημα της συμμετοχής και παρέμβασης στην ΛΑΕ, το οποίο είναι-ακόμη- πολιτικά ανοιχτό. Όπως έγραφε κάποτε ο Μίλαν Κούντερα, η ζωή είναι αλλού-και εννοώ την ζωή ως αμιγώς αφηρημένη οντότητα.
πηγη: iskra.gr
Το «θείο δώρο» του ISIS και η στρατηγική σύγχυση της ΕΕ

Σε άλλη περίπτωση θα μπορούσαμε να καταφύγουμε στην κοινοτοπία ότι οι βομβιστικές επιθέσεις στις Βρυξέλλες αποτελούν «θείο δώρο» για την ευρωπαϊκή ελίτ, που θα ήθελε με εργαλείο τον φόβο να επιταχύνει τις διεργασίες της στρατιωτικής και αστυνομικής ολοκλήρωσης της ΕΕ, δίπλα στις λοιπές εκκρεμείς «ολοκληρώσεις» της.
Όχι ότι δεν ισχύει και τώρα το γεγονός ότι η «προσφορά» των ισλαμοφασιστών είναι ευπρόσδεκτη. Πλην όμως αυτή η «προσφορά» βρίσκει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ηγεσίας σε στρατηγική σύγχυση και εξαιρετικά ανέτοιμο να αδράξει την ευκαιρία ώστε να καταστήσει την ΕΕ το ιδεωδέστερο καθεστώς ολοκληρωτικού καπιταλισμού στην υφήλιο. Κι αυτό για ποικίλους λόγους, μερικούς από τους οποίους απαριθμούμε:
- Ο ISIS, υπό προφανή στρατιωτική πίεση στις περιοχές Συρίας και Ιράκ που έχει καταστήσει επικράτειά του (και κυριολεκτικά κράτος του), μετά και τους ρωσικούς βομβαρδισμούς που έδωσαν χώρο και χρόνο στο καθεστώς Άσαντ, επιμένει στη μοναδική του διέξοδο: την εξαγωγή του «πολέμου» στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Αυτό επισπεύδει μεν την ανάγκη των ευρωπαϊκών ηγεσιών να εμπλακούν σε στρατιωτική «λύση» στη Συρία, αλλά η «λύση» αυτή περνά από μια αναγκαστική συνεργασία με τη Ρωσία, με το καθεστώς Άσαντ, ακόμη και με το Ιράν, πράγμα που λίγες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν την ρεαλιστική ετοιμότητα να κάνουν.
- Η «λύση» περνά, επίσης, από την Τουρκία και την ιδιότυπη θέση του καθεστώτος Ερντογάν, το οποίο μέσω της συμφωνίας για το προσφυγικό έχει «δεσμεύσει» την Ε.Ε. στην υποστήριξη της θέσης του για δημιουργία ζώνης ασφαλείας στα τουρκοσυριακά σύνορα, με αποκλειστικό στόχο στην ουσία την εξουδετέρωση του κουρδικού παράγοντα. Η θέση αυτή, όμως, προσκρούει τόσο στις διαθέσεις της Ρωσίας και του καθεστώτος Άσαντ, όσο και στον ίδιο τον κουρδικό παράγοντα που δρα κατά του ISIS με την κάθε άλλο παρά διακριτική στήριξη και κάλυψη, και των αμερικανικών δυνάμεων.
- Το ίδιο το προσφυγικό έχει κατακερματίσει την ΕΕ όχι μόνο στο πεδίο της αποδοχής προσφύγων, με την παγίωση των κλειστών συνόρων στη μισή ευρωπαϊκή επικράτεια, αλλά και στο θέμα της αναβάθμισης της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας εν ονόματι της συμφωνίας για τις μαζικές επαναπροωθήσεις. Τα συγκροτημένα ακροδεξιά και υπερεθνικιστικά πολιτικά μπλοκ σε πολλές χώρες της ΕΕ τροφοδοτούνται τριπλά: από τις βομβιστικές επιθέσεις, από την προσφυγοφοβία – ισλαμοφοβία και από την αλλεργία έναντι μιας ακόμη και μακρινής τουρκικής ένταξης. Και πολύ περισσότερο μέσω της προοπτικής άμεσης κατάργησης της βίζας, που είναι κομβική στην ευρωτουρκική συμφωνία. Το ενδεχόμενο ενίσχυσής των ακροδεξιών- εθνικιστικών δυνάμεων δρα παραλυτικά ακόμη και σε κυβερνήσεις που συναινούν σε μια «ευρωπαϊκή λύση». Το μεν (ευρωπαϊκό) πνεύμα πρόθυμον, η δε (εκλογική) σαρξ ασθενής.
- Οι φυγόκεντρες τάσεις που τροφοδοτεί το κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας λειτουργούν ως τροχοπέδη και σε άλλες μεγαλεπήβολες διαδικασίες ολοκλήρωσης που έχουν δρομολογηθεί: το Brexit που θα κριθεί τον Ιούνιο προφανώς κερδίζει έδαφος. Η απροθυμία εκχώρησης κυριαρχίας στα ζητήματα της στρατιωτικής- αστυνομικής επιτήρησης μπορεί να παρασύρει και άλλα πεδία, όπως αυτό της οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης στο οποίο πολλά επενδύει η ευρωκρατία. Η γερμανική ηγεμονία στην ΕΕ αμφισβητείται παντοιοτρόπως. Και είναι άγνωστη ακόμη η επίδραση της αιματηρής «εισβολής» του ISIS στην πλασματική υπεραξία της «μηχανής» του Ντράγκι.
Όλα αυτά εξελίσσονται με φόντο ένα κρεσέντο θεσμικής και πολιτικής δυσπιστίας της κοινής γνώμης στην ΕΕ και τις ηγεσίες της. Σε ορισμένες χώρες αυτή η δυσπιστία εμπεριέχει και την απειλή της πολιτικής αστάθειας. Προφανώς η Ελλάδα αποτελεί την κορυφαία περίπτωση, όχι μόνο λόγω της καρκινοβατούσας αξιολόγησης, αλλά κυρίως γιατί αποτελεί το πεδίο εφαρμογής της ευρωτουρκικής συμφωνίας. Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή και εμπεριέχει τις αρχές αυτής της παράνομης συμφωνίας (κατά τον χαρακτηρισμό δεκάδων διεθνών οργανώσεων, του ΟΗΕ και σύμπασας της ευρωπαϊκής Αριστεράς) θέτει ήδη σε δοκιμασία τη συνοχή του ΣΥΡΙΖΑ, και ας αποφεύγει την αναγνώριση της Τουρκίας ως «ασφαλούς τρίτης χώρας». Αυτό καταδεικνύει η δημόσια αρθρογραφία βουλευτών του και η διαφωνία 4 μελών της Πολιτικής Γραμματείας του σε μια «κατά πλειοψηφία» απόφαση που ακροβατεί (ατυχώς) λεκτικά πάνω από το αβυσσαλέο κενό της πραγματικότητας των επαναπροωθήσεων και της συσσωρευμένης απόγνωσης σε Ειδομένη και Πειραιά.
Σκίτσο του Πέτρου Ζερβού
πηγη: rproject.gr
ΕΕ και ΝΑΤΟ

του Δημήτρη Καλτσώνη
Οι εξελίξεις στη χώρα μας τα χρόνια της κρίσης, όσο και οι πιο πρόσφατες περιφερειακές και διεθνείς εξελίξεις καταδεικνύουν κάθε μέρα και πιο καθαρά το ρόλο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Ο ελληνικός λαός μέσα από την ίδια του την εμπειρία φαίνεται πως συσσωρεύει γνώση και αρχίζει να συνειδητοποιεί, σε ευρύτερη κλίμακα από ό,τι, γινόταν μέχρι πρόσφατα, τον αρνητικό ρόλο των δύο ιμπεριαλιστικών οργανισμών.
Είναι ενδεικτική από την άποψη αυτή η πρόσφατη δημοσκόπηση της Public Issue που δημοσιεύθηκε στην Αυγή την περασμένη Κυριακή. To 61% των πολιτών έχει αρνητική γνώμη για τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ και το 59% έχει αρνητική εικόνα για τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ. Σε σχέση μάλιστα με προγενέστερες μετρήσεις της κοινής γνώμης, φαίνεται πως η αρνητική στάση των Ελλήνων εργαζομένων και ανέργων για την ΕΕ και το ΝΑΤΟ ισχυροποιείται σταδιακά.
Αυτό με τη σειρά του δείχνει ότι ωριμάζει η δυνατότητα να γίνει κατανοητή η πραγματική εναλλακτική διέξοδος από την κρίση. Μια τέτοια διέξοδος περνά αναγκαστικά από τη ρήξη και την έξοδο της Ελλάδας από την ΕΕΕ και το ΝΑΤΟ, τη μονομερή διαγραφή του χρέους και την εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας.
Οι τραγικές εμπειρίες του λαού μας από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ θα παραμερίζουν σιγά σιγά το φόβο που καλλιεργούν οι προπαγανδιστές της εγχώριας ολιγαρχίας και του ιμπεριαλισμού για την περίπτωση ρήξης μαζί τους. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι μια τέτοια επιλογή θα είναι στρωμένη με ροδοπέταλα. Ασφαλώς θα έχει να αντιμετωπίσει τη λυσσαλέα αντίδραση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και της εγχώριας πλουτοκρατίας. Είναι όμως προτιμότερο αυτό, από τη συνεχή αφαίμαξη, την υποδούλωση, την ταπείνωση, τη φτώχεια και την ανεργία.
Κατά συνέπεια, επείγει η συνεννόηση και συσπείρωση εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που θέλουν να ανατρέψουν τη λαίλαπα των μνημονίων και να χαράξουν έναν άλλο δρόμο δημοκρατικό, φιλολαϊκό. Κοινή βάση δεν μπορεί να είναι άλλη από την σύγκρουση και έξοδο από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, σε συνδυασμό με τα παραπάνω ριζοσπαστικά μέτρα. Η ίδια η εμπειρία των εργαζομένων σπρώχνει στην κατεύθυνση αυτή. Ας κινηθούμε να σμίξει το αυθόρμητο με το συνειδητό, και μια νέα σελίδα θα ανοίξει.
πηγη: kordatos.org
Μια απάντηση στην Ίσκρα

Γράφει ο Γ. Μυλωνάς.
Σε πρόσφατο άρθρο του Εργατικού Αγώνα με τίτλο «Ορισμένες παρατηρήσεις και σκέψεις πάνω στη διακήρυξη της ΛΑΕ» απάντησε η Ίσκρα. Σε άρθρο-απάντηση του με τίτλο «Στείρα πολεμική αντί για πολιτικό διάλογο» ο Άρης Θαλασσινός μάς καταλογίζει κακόπιστη κριτική και ισχυρίζεται ότι κατατάσσουμε τη ΛΑΕ στην αντίπερα όχθη.
Δεν αντιλαμβανόμαστε πώς εννοεί η Ίσκρα την καλόπιστη κριτική και πώς την κακόπιστη. Αν καλόπιστη κριτική είναι η γενική συμφωνία με κάποιες δευτερεύουσας σημασίας διαφορές, τότε πράγματι η κριτική μας δεν είναι καλόπιστη. Έχουμε διαφωνίες σε βασικά ζητήματα και τις εκθέτουμε ευθαρσώς χωρίς πρόθεση αντιπαράθεσης, αλλά συμβολής στο εγχείρημα. Εκτός αν η Ίσκρα θεωρεί ότι η διακήρυξη τυγχάνει καθολικής αποδοχής και μόνο δευτερεύουσες παρατηρήσεις επιδέχεται.
Τη ΛΑΕ είναι προφανές ότι δεν την κατατάσσουμε στην αντίπερα όχθη. Τη θεωρούμε δύναμη της αριστεράς που μπορεί να έχει σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη του κινήματος και στην υπόθεση του εργαζόμενου λαού. Αν την τοποθετούσαμε στην αντίπερα όχθη δεν θα μας απασχολούσε καθόλου η διακήρυξη της ή θα το κάναμε με εντελώς διαφορετικό πνεύμα, κάνοντας πολεμική.
Στην κριτική μας, θέσαμε τρία ζητήματα και όσο το δυνατόν προσπαθήσαμε να τα τεκμηριώσουμε.
Το πρώτο ζήτημα είναι ο χαρακτήρας της ΛΑΕ με βάση το περιεχόμενο της διακήρυξης της. Υποστηρίξαμε ότι με βάση τη διακήρυξη δεν είναι ούτε ένα μέτωπο με άμεσο-τακτικό χαρακτήρα, ούτε μέτωπο με στρατηγική στόχευση, αφενός μεν διότι δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση των άμεσων προβλημάτων του λαού και της χώρας διεκδικώντας αμέσους ή μεσοπρόθεσμους στόχους, ενώ δεν αποσαφηνίζονται όσα και με τον τρόπο που πρέπει για ένα πρόγραμμα πολιτικού φορέα που αγωνίζεται για την αλλαγή της κοινωνίας. Η διακήρυξη επιμένει ότι η στρατηγική στόχευση της ΛΑΕ που είναι ο σοσιαλισμός, τίθεται με τις αναφορές στην άνοιξη των λαών της Ευρώπης του 1848, στην κομμούνα του Παρισιού και την Οκτωβριανή επανάσταση. Είναι ένα θέμα πως η αναφορά στις αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις του 1848 στην Ευρώπη υπογραμμίζει τη στόχευση για σοσιαλισμό, κυρίως όμως ότι μαζί με τα παραπάνω η διακήρυξη θέτει και το Μάη του 68, την αραβική άνοιξη και τους αγανακτισμένους. Αποδεικνύουν άραγε αυτά και μάλιστα χωρίς καμία ιεράρχηση τις στρατηγικές επιδιώξεις της ΛΑΕ για την κατάκτηση της εξουσίας και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση;
Έχουμε επιπλέον την εντύπωση, διαβάζοντας το κείμενο, ότι παρά το γεγονός ότι αναφέρεται η ΛΑΕ ως μέτωπο ουσιαστικά πρόκειται για πολιτικό κόμμα, χωρίς τα αναγκαία στοιχεία που πρέπει να το συνοδεύουν και αυτό το θεωρούμε λάθος. Η ιστορική πείρα τέτοιου είδους εγχειρήματα δεν τα επιβεβαίωσε.
Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν απόψεις που λένε ότι στον καπιταλισμό, στο σημερινό στάδιο ανάπτυξης του και στις συνθήκες αδυναμίας που έχουν περιέλθει οι πολιτικοί σχηματισμοί της μαχόμενης αριστεράς πρέπει να δούμε με διαφορετικό τρόπο το ζήτημα της πολιτικής πρωτοπορίας και όχι ως «ομόκεντρους κύκλους όπως θέλει η τριτοδιεθνιστική αντίληψη». Με δύο λόγια να δεχτούμε ότι η θεωρία του Λένιν για το κόμμα νέου τύπου, το κόμμα της εργατικής τάξης έπαψε να ισχύει και πρέπει να εγκαταλειφθεί και στη θέση του να μπει ένας συνασπισμός δυνάμεων, ένα νεφέλωμα οργανώσεων, κομμάτων και προσώπων. Αυτό να είναι η πολιτική πρωτοπορία που θα καθοδηγήσει τους αγώνες για την επανάσταση και το σοσιαλισμό. Δεν θεωρούμε ότι ένα τέτοιο πολιτικό μόρφωμα μπορεί να είναι ο καθοδηγητής του κινήματος της εργατικής τάξης και των εργαζομένων που θα νικήσει την αστική τάξη και θα οικοδομήσει το σοσιαλισμό. Ομολογούμε επιπλέον ότι μένουμε πιστοί στις τριτοδιεθνιστικές παραδόσεις και στις λενινιστικές επεξεργασίες και δεν θεωρούμε τις παραπάνω απόψεις ως αποδοτικές.
Το δεύτερο ζήτημα που θέσαμε είναι η στάση απέναντι στην ΕΕ. Θεωρούμε ότι είναι κρίσιμο ζήτημα. Πρέπει να είναι η κόκκινη γραμμή που διαχωρίζει την εργατική πολιτική και τα εργατικά συμφέροντα από την πολιτική της κυρίαρχης τάξης και των συμμάχων της εντός και εκτός της χώρας. Κατά συνέπεια ένα αριστερό πρόγραμμα και πολύ περισσότερο ένα πρόγραμμα για τη ριζική αλλαγή της κοινωνίας πρέπει να παίρνει σαφή θέση στο πρόβλημα αυτό.
Δεν μπορεί να νοηθούν βαθιές αλλαγές στην κοινωνία με στόχο το σοσιαλισμό εντός της ΕΕ. Κατά συνέπεια ένα αριστερό πρόγραμμα πρέπει να τοποθετείται με μεγάλη σαφήνεια για την ανάγκη εξόδου της χώρας από την ΕΕ. Σε καμιά περίπτωση δεν υποτιμούμε την έξοδο από την ευρωζώνη και γι' αυτό στο άρθρο του Εργατικού Αγώνα γινόταν αναφορά σε προώθηση του στόχου για έξοδο από την ευρωζώνη, ως τακτικού στόχου, ως άμεσου βήματος στην προσπάθεια αποδέσμευσης από την ΕΕ. Αυτό μπορεί να συζητηθεί, προϋποτίθεται όμως η σαφής τοποθέτηση ότι το πρόγραμμα δεν μπορεί να υλοποιηθεί εντός ΕΕ και η χώρα πρέπει να αποδεσμευτεί και η έξοδος από το ευρώ είναι το πρώτο βήμα. Νομίζουμε ότι η διακήρυξη δεν κάνει αυτό.
Τώρα αν η θέση του Εργατικού Αγώνα, όπως αναφέρει η Ίσκρα είναι η αποχώρηση μια και καλή από ευρώ και ΕΕ, όπως τη θέτει το ΚΚΕ και μάλιστα με λαϊκή εξουσία, καλούμε την Ίσκρα να διαβάσει την αρθρογραφία του Εργατικού Αγώνα της περιόδου του δημοψηφίσματος και τη σκληρή αντίκρουση του στις σεχταριστικές θέσεις του ΚΚΕ που μεταθέτει στη λαϊκή εξουσία την αποδέσμευση από την ΕΕ, το ΝΑΤΟ και κάθε άλλη διεκδίκηση φιλολαϊκού μέτρου.
Ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα οφείλει να πάρει διαζύγιο από τα εκφυλισμένα καθεστώτα και τις κυβερνήσεις που μιλούσαν στο όνομα του, οδηγώντας στο σφετερισμό των μέσων παραγωγής και των κοινωνικών λειτουργιών από την κρατική γραφειοκρατία, μας καλεί η Ίσκρα. Δεν θα είχαμε αντίρρηση να πάρει το εργατικό κίνημα και ο Εργατικός Αγώνας διαζύγιο από ό,τι εκφυλισμένο υπήρχε στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Αλλά πρέπει παράλληλα να προβληματιζόμαστε σχετικά με το ότι απορρίπτοντας συλλήβδην το τεράστιο εγχείρημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ο αιώνα, παρά την κατάληξη του, απορρίπτοντας σημαντικές πλευρές του μαρξισμού και του λενινισμού, όπως το κόμμα νέου τύπου και τη στρατηγική συμμαχιών, ενδεχομένως και τη στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης ή πολύ ουσιαστικές πλευρές της, που μπορεί να οδηγηθεί το επαναστατικό κίνημα της χώρας στο μέλλον.
Με βάση τα γραφόμενα της Ίσκρα, ο Εργατικός Αγώνας είναι που έπρεπε να παραπονεθεί για κακόπιστη πολεμική κάτι που δεν κάνουμε διότι θεωρούμε την αντιπαράθεση θέσεων και ιδεών, όταν είναι στην ουσία των πραγμάτων, παραγωγική και αναγκαία, ακόμη και αν τίθενται με υπερβολικό τρόπο σε κάποιες περιπτώσεις.
Το τρίτο ζήτημα που θέσαμε είναι αυτό της αριστερής κυβέρνησης που θα υλοποιήσει όσα η διακήρυξη της ΛΑΕ περιλαμβάνει και θεωρούμε ότι το θέσαμε με τρόπο επιχειρηματολογημένο και τεκμηριωμένο. Η απάντηση της Ίσκρα δεν περιλαμβάνει το θέμα αυτό και κατά συνέπεια δεν γνωρίζουμε τη θέση της. Θέλουμε να προσθέσουμε όμως ότι η ιστορία δεν δικαίωσε αυτές τις αντιλήψεις και αυτή την τακτική.
Θα μείνουμε σε αυτά. Θεωρούμε ότι με την ΛΑΕ βρισκόμαστε στην «ίδια πλευρά του λόφου» παρά τις σοβαρές διαφορές που μας χωρίζουν και ευχόμαστε καλή επιτυχία στην πανελλαδική συνδιάσκεψη της.
πηγη: ergatikosagwnas.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή