Σήμερα: 27/04/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

diagram1.jpg

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ και η αντιπαράθεση των αστικών κέντρων γύρω από αυτήν: ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

Σταύρος Μαυρουδέας*

Πρόσφατα το Ανεξάρτητο Γραφείο Αξιολόγησης (IEO) του ΔΝΤ κατόρθωσε, μετά πολλών βασάνων, να εκπονήσει την έκθεση αξιολόγησης των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής (ΠΟΠ) που εφάρμοσε ή εφαρμόζει ακόμη (στην περίπτωση της Ελλάδας) η τρόικα ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ σε χώρες της ευρωζώνης (ΕΖ).

Για την ακρίβεια, όσον αφορά την Ελλάδα, το ΙΕΟ εξετάζει μόνο το 1ο ΠΟΠ που επισήμως έχει θεωρηθεί ως αποτυχημένο, διακόπηκε πριν ολοκληρωθεί για να συνεχισθεί αμέσως με το 2ο ΠΟΠ και σήμερα με το 3ο που συνομολόγησε ο ΣΥΡΙΖΑ. Συνεπώς αξιολογεί το περιεχόμενο και τις διαδικασίες εκπόνησης και εφαρμογής ενός προγράμματος που ρητά έπεσε έξω.

Βέβαια, επί της ουσίας, το 2ο και το 3ο ΠΟΠ αποτελούν συνέχεια (με μη ουσιώδεις αναπροσαρμογές) της στρατηγικής και των μέτρων του 1ου. Και μόνον αυτό – δηλαδή να αξιολογείς ένα ρητά αποτυχημένο πρόγραμμα το οποίο συνεχίζεται μερικά τροποποιημένο και αφήνοντας στην άκρη την εξίσου αποτυχημένη εξέλιξη των διαδόχων του – αποτελεί καταφανή γελοιότητα.

mikresaggeliesΦυσικά αυτό προφανώς δεν διαφεύγει από τους έγκριτους αξιολογητές του ΙΕΟ ούτε από το ΔΝΤ που τους ανέθεσε το σχετικό πόνημα (επίσης προφανώς έναντι αδράς αμοιβής). Συνεπώς άλλος είναι ο στόχος του εν λόγω πονήματος και όχι η ουσιαστική συζήτηση για ένα πρόγραμμα που έχει καταστρέψει την χώρα μας και τον λαό της (και αντίστοιχα άλλες χώρες και λαούς).

H έκθεση του ΙΕΟ και η αντιπαράθεση των αστικών κέντρων στην χώρα μας και στο εξωτερικό γύρω από αυτήν αποτελούν ένα κραυγαλέο υπόδειγμα θεσμικής υποκρισίας. Στόχος της έκθεσης δεν είναι η εξέταση του προβλήματος αλλά η δικαίωση κάποιων επιλογών, η εκ των υστέρων κριτική σε κάποιες άλλες και κυρίως το κέρδισμα πόντων του μεγάλου αφεντικού του ΔΝΤ (των ΗΠΑ) στην αντιπαράθεση τους με την ΕΕ. Κατ’ αντιστοιχία τα κόμματα της ελληνικής ολιγαρχίας (τυπικοί εκπρόσωποι της λογικής της που τρέχει πίσω από ξένους πάτρωνες και ταυτόχρονα η μία συμμορία της σκυλοκαβγαδίζει με την άλλη) ακολουθούν ασθμαίνοντα την αντιπαράθεση αυτή ρίχνοντας το ένα στο άλλο τις κοινές ευθύνες τους και προσπαθώντας το καθένα να πλασαριστεί σαν πιστός υπηρέτης του ισχυρότερου αφεντικού.

Το ΔΝΤ, ο ρόλος του και οι ανταγωνισμοί στο εσωτερικό του

Για να κατανοηθεί καλύτερα η εν λόγω έκθεση και οι αντιπαραθέσεις γύρω από αυτήν χρειάζονται ορισμένες διευκρινήσεις όσον αφορά το ΔΝΤ.

Πρώτον, το ΔΝΤ είναι ένας παγκόσμιος οργανισμός που εκφράζει τα συμφέροντα των κορυφών του ιμπεριαλιστικού συστήματος (μέσα από το οποίο οργανώνεται το διεθνές σύστημα του καπιταλισμού). Εδώ χρειάζεται μία υπόμνηση προς πολλούς «αριστερούς» κεϋνσιανούληδες και ιδιαίτερα προς αυτούς που αφενός καταγγέλλουν το σύστημα αυτό αλλά αφετέρου επαγγέλλονται την ανέφικτη μεταρρύθμισή του (και όπου όχι σπάνια το κάνουν με το οικονομικό και πολιτικό προσωπικό τους αζημίωτο). Το ΔΝΤ – έστω και χωρίς το bancor – ήταν έμπνευση του Κέυνς. Το πώς λειτούργησε και λειτουργεί – και που γι’ αυτό δικαιολογημένα έχει καταγραφεί στην δημόσια συζήτηση ως φόβητρο και αρχάγγελος καταστροφών – δεν είναι άσχετο με τις ιδέες του εμπνευστή του. Το ΔΝΤ λειτουργεί περίπου σαν εταιρεία όπου την διεύθυνση έχουν οι μεγάλοι μέτοχοι. Εν προκειμένω δηλαδή οι ΗΠΑ, δευτερευόντως η ΕΕ και ακολουθούν οι Νεο-αναδυόμενες Οικονομίες (ΝΑΟ).

broken-euroΜάλιστα, στην περίοδο της παγκόσμιας κρίσης του 2007-8 και της συνακόλουθης κρίσης της ΕΖ, οι τελευταίες αύξησαν την συμμετοχή τους και η ΕΕ καθυστερούσε θρασύτατα να τους παραχωρήσει τις θέσεις που τους αναλογούσαν (και αντίστοιχα να μειώσει τις δικές της). Αυτός είναι ένας – μεταξύ άλλων – λόγος για τον οποίο εκπρόσωποι των ΝΑΟ έχουν κατά καιρούς αντιδράσει οξύτατα στα πρόσφατα ευρωπαϊκά προγράμματα του ΔΝΤ.

Μέσα σε αυτό τον «εταιρικό» ιμπεριαλιστικό οργανισμό – όπως και τον δίδυμο του, την Παγκόσμια Τράπεζα –διαγκωνίζονται για τα συμφέροντα, τους ανταγωνισμούς και τις μεταξύ τους ισορροπίες οι βασικοί παίκτες του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού. Και φυσικά όλο αυτό το παιχνίδι γίνεται στις πλάτες λαών και χωρών. Το παιχνίδι αυτό έχει βέβαια και κανόνες.

Έτσι την θέση του διευθύνοντος συμβούλου παίρνει συνήθως ένας ευρωπαίος αλλά της επιλογής των ΗΠΑ – όπως το αντίστροφο γίνεται στην Παγκόσμια Τράπεζα (ξανά όμως με την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ). Αξίζει να επισημανθεί άλλο ένα στοιχείο της λειτουργίας του ΔΝΤ. Όπως στις εταιρείες, στο διοικητικό του συμβούλιο οι συζητήσεις είναι πιο «πολιτικές», εκφράζοντας πιο «πλουραλιστικά» τις πλευρές και τις απόψεις του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος.

Με άλλα λόγια, οι «μικρομέτοχοι» έχουν κάποιο λόγο. Αντίθετα, στο επίπεδο του προσωπικού και της διεύθυνσης αποτυπώνονται πολύ πιο αυστηρά οι επιλογές των κυρίαρχων «μετόχων». Αυτό στην περίπτωση των πρόσφατων ευρωπαϊκών προγραμμάτων έχει μία ιδιαίτερη σημασία καθώς μία σειρά κρίσιμες επιλογές και τροποποιήσεις κανονισμών ουσιαστικά πέρασαν «κάτω από το τραπέζι» (μέσω επιλογών του προσωπικού και της διεύθυνσης και παρακάμπτοντας, είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία το διοικητικό συμβούλιο).

Δεύτερον, σε κάθε ιδιαίτερη ιστορική περίοδο το ΔΝΤ διαμορφώνει και εκφράζει την κυρίαρχη αστική προσέγγιση για την διεθνή οικονομία. Και φυσικά μέσα από αυτές αποτυπώνονται και οι ισορροπίες και οι συσχετισμού μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Έτσι στην τρέχουσα περίοδο ακολουθεί την λεγόμενη «Προσέγγιση της Ουάσιγκτον» και του διάδοχου της («μετα-Προσέγγιση της Ουάσιγκτον») [βλέπε «Μεταρρύθμιση, μεταρρύθμιση της μεταρρύθμισης ή αναπαλαίωση; Η Συναίνεση της Ουάσιγκτον και η κριτική της»].

Ουσιαστικά οι προσεγγίσεις αυτές – που επί της ουσίας δεν διαφέρουν – είναι ένα μίγμα ήπιου νεοφιλελευθερισμού (καθώς οι ιδεοληπτικές ακρότητες του τελευταίου είναι καλές για να στραβώνουν φοιτητές σε πανεπιστήμια και να τις παπαγαλίζουν πολιτικοί και αργυρώνητοι κονδυλοφόροι αλλά καταστροφικές σε επίπεδο πολιτικής) και του συντηρητικού Νέου Κεϋνσιανισμού (που καταλαβαίνει καλύτερα πότε το σύστημα πρέπει να βάλει και λίγο νερό στο κρασί του γιατί αλλιώς κινδυνεύει να ανατιναχθεί). Τόσο ο προηγούμενος (Ο.Μπλανσαρ) όσο και ο τωρινός (M.Ομπστφελντ) επιστημονικός διευθυντής του ΔΝΤ είναι τυπικοί εκπρόσωποι τους.

Χονδρικά η προσέγγιση αυτή διευκολύνει την διεθνή οικονομική ισχύ και παρέμβαση των δυτικών ιμπεριαλισμών (και προνομιακά των ΗΠΑ) και εξαναγκάζει τις ατυχείς χώρες που πέφτουν στα δίχτυα του ΔΝΤ να αναπροσαρμοσθούν βιαίως ανάλογα. Τα πρόσφατα ευρωπαϊκά προγράμματα του ΔΝΤ ακολουθούν πιστά την λογική αυτή. Από την άλλη όμως, το ΔΝΤ όπως και τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κέντρα δεν είναι ιδεολόγοι. Αυτά είναι για τους «παπάδες» του συστήματος και για την κοινή γνώμη. Είναι πρακτικά προσανατολισμένοι σε προβλήματα, πολιτικές και συσχετισμούς. Γι’ αυτό και ποτέ τα προγράμματα του ΔΝΤ δεν διατυπώνουν με σαφήνεια την θεωρία και την αναλυτική δομή που κρύβεται πίσω τους. Αυτό είναι πασίγνωστο (μάλιστα η ίδια η έκθεση του ΙΕΟ και τα συνοδευτικά της κείμενα το αναφέρουν) αλλά εξίσου παραγνωρισμένο.

Ο λόγος που αποκρύπτεται η θεωρητική βάση και η αναλυτική δομή – ενώ υπάρχουν – είναι διπλός. Κατ’ αρχήν δεν χρειάζεται να μπαίνουν ενδεχομένως απωθητικές ιδεολογικές ταμπέλες. Επιπλέον, επειδή συχνά-πυκνά χρειάζεται να γίνουν μικρο-ρυθμίσεις που δεν είναι συνεπείς με την θεωρία και την ανάλυση, η ρητή θεωρητική προσήλωση δεν είναι βολική.

Τρίτον, υπάρχει μία συστηματική προσπάθεια του ΔΝ – μετά ιδιαίτερα την αποτυχία της Αργεντινής – να κάνει λιγότερο απεχθή την εικόνα του. Ξεκινώντας με τον πολυπράγμονα Ντ.Στρως-Καν (και συνυπολογίζοντας τις πολιτικές φιλοδοξίες του) και συνεχίζοντας με την Κ.Λαγκάρντ το ΔΝΤ προσπαθεί να δείξει ότι έχει αλλάξει και δεν είναι στυγνά νεοσυντηρητικό και αντιλαϊκό.

Η κίνηση αυτή βέβαια αποτελεί μία κραυγαλέα υποκρισία. Το ΔΝΤ παραμένει ένας βαθύτατα αντιλαϊκός ιμπεριαλιστικός οργανισμός. Στην ουσία τίποτα δεν έχει αλλάξει στο πολιτικο-οικονομικό παράδειγμα που διαμορφώνει και επιβάλλει. Οι όποιες αλλαγές έχουν γίνει είναι είτε επειδή ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός είναι πρακτικά ατελέσφορος και συνεπώς πρέπει να μπολιασθεί με ελεγχόμενες δόσεις συντηρητικού Κεϋνσιανισμού (π.χ. η συζήτηση για αντι-κυκλικούς αυτόματους σταθεροποιητές της οικονομίας εφόσον η ύφεση που επιτείνουν τα προγράμματα του ΔΝΤ ξεφύγει από τον έλεγχο καθώς και η χρήση κεφαλαιακών περιορισμών [capital controls]) είτε είναι εντελώς διακοσμητικές και ανούσιες (π.χ. οι κλαυθμυρισμοί για τις εισοδηματικές ανισότητες και την ανάγκη πολιτικών κοινωνικής προστασίας).

Τέταρτον, στο ζήτημα της κρίσης της ΕΖ και της ΕΕ οι δύο βασικοί «μέτοχοι» του ΔΝΤ έχουν διαφορετικά και εν μέρει ανταγωνιστικά συμφέροντα. Το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 2007-8, καθώς στην αρχή εκδηλώθηκε στις ΗΠΑ, πυροδότησε τις φιλοδοξίες του ευρω-ιερατείου για παγκόσμια ηγεμονία. Αυτό βέβαια πολύ σύντομα αποδείχθηκε φρούδα ελπίδα καθώς η κρίση πτωτικής τάσης της κερδοφορίας εκδηλώθηκε και στην ΕΕ.

Ακολούθως, και μέσα στη εσπευσμένη εγκατάλειψη των νεοφιλελεύθερων συνταγών και την χρησιμοποίηση δεξιών Κεϋνσιανών πολιτικών (δηλαδή αντικυκλικής χαλαρής νομισματικής και επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής) από όλους τους μεγάλους πόλους του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος (προεξαρχόντων των ΗΠΑ), η ΕΕ προσπάθησε να κάνει την «πονηρή» (βλέπε «ΕΕ και Ελλάδα: καπιταλιστική κρίση και ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί»).

Χρησιμοποίησε τέτοιες πολιτικές πολύ λιγότερο και για μικρότερο χρονικό διάστημα από τους υπόλοιπους εκτιμώντας ότι οι αντικυκλικές πολιτικές δεν λύνουν την κρίση υπερσυσσώρευσης αλλά απλά την ετεροχρονίζουν και την κάνουν οξύτερη. Αυτό είναι ορθό αλλά υπολόγιζε χωρίς τους ανταγωνιστές της, που δεν είναι διατεθειμένοι να αφήσουν την ΕΕ να «πάρει κεφάλι» σε βάρος τους. Συγκεκριμένα, η ΕΕ στόχευε να εκμεταλλευθεί τις «φούσκες» των ανταγωνιστών της (πουλώντας κυρίως τα γερμανικά προϊόντα) και ταυτόχρονα να αποφύγει η ίδια το επώδυνο σπάσιμο τους. Έτσι όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου τότε η ΕΕ θα αναδεικνυόταν ως ο βασικός πυλώνας σταθερότητας του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος (και αντίστοιχα το ευρώ θα ενισχυόταν έναντι του δολαρίου στο ρόλο του ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα).

Συμπληρωματικό στοιχείο της στρατηγικής αυτής είναι το «νοικοκύρεμα του οίκου» της, δηλαδή η ένταξη των ευάλωτων οικονομιών του ευρω-Νότου σε οικονομικούς ζουρλομανδύες. Απώτερη στόχευση της κίνησης αυτής είναι η μετατροπή της ευρω-περιφέρειας σε «τριτοκοσμική» ζώνη (δηλαδή οικονομίες φθηνών μισθών, περιουσιακών στοιχείων και χαμηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης) που θα δίνει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στις πολυεθνικές εταιρείες της ΕΕ.

Φυσικά τα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά κέντρα δεν άφησαν την ΕΕ να παίξει το παιχνίδι αυτό και αντίθετα μάλιστα κατόρθωσαν η ΕΕ να είναι ο «μεγάλος ασθενής» της παγκόσμιας κρίσης (με σοβαρότατα δομικά προβλήματα, χαμηλότερο ρυθμό μεγέθυνσης, οξύτατα προβλήματα χρέους και μόχλευσης κλπ.).

Κεντρικό στοιχείο ιδιαίτερα της αμερικανικής αντίδρασης είναι η επιβολή ανάλογων με τις δικές τους χαλαρών πολιτικών στην ΕΕ (κυρίως με την μορφή της διαγραφής χρεών και της ποσοτικής χαλάρωσης μέσω της ΕΚΤ). Φυσικά κάτι τέτοιο θάβει τελεσίδικα τις ηγεμονικές φιλοδοξίες της ΕΕ (βλέπε «Ευρωπαϊκή Ένωση: Ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση και κρίση»).

Ιδιαίτερα στην περίπτωση των χωρών της ευρω-περιφέρειας και μάλιστα αυτών που μπήκαν σε ΠΟΠ οι ΗΠΑ πιέζουν συστηματικά για διαγραφή ή έστω αναδιάρθρωση του χρέους – φυσικά όχι από αλληλεγγύη στην ευρω-περιφέρεια αλλά για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων.

Βέβαια, οι ΗΠΑ δεν έριξαν την πρόταση της διαγραφής ή αναδιάρθρωσης του χρέους από την αρχή στο τραπέζι – όπως επανειλημμένα επισημαίνεται και στην έκθεση και τα κείμενα του ΙΕΟ – καθώς τότε φοβόντουσαν τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζαν και οι ίδιες. Από την στιγμή όμως που κυρίως το ελληνικό χρέος πέρασε σε κρατικά χέρια της ΕΕ και θεώρησαν ότι η δική τους οικονομία ανοσοποιήθηκε εντελώς σε ενδεχόμενες επιπτώσεις του, ξαφνικά ανακάλυψαν ότι χωρίς κάποιας μορφής αναδιάρθρωση του χρέους τα ΠΟΠ δεν είναι ρεαλιστικά.

Πέμπτον, αποτέλεσμα αυτών των ισορροπιών μεταξύ των «μεγαλομετόχων» του ΔΝΤ είναι η συμμετοχή του τελευταίου στα ΠΟΠ της ΕΖ. Συγκεκριμένα, η ΕΕ αποφάσισε ότι πρέπει να συμμετέχει τον ΔΝΤ για δύο λόγους.

Ο βασικός λόγος είναι πολιτικός: εφόσον ούτως ή άλλως οι ΗΠΑ παρεμβαίνουν στην Ευρώπη τότε είναι προτιμότερο να εμπλακούν και θεσμικά και να γίνουν συνυπεύθυνοι παρά να παίζουν ανεξέλεγκτα από έξω. Ιδιαίτερα η δέσμευση κεφαλαίων του ΔΝΤ – δηλαδή και δικών τους χρημάτων – θεωρήθηκε ότι θα τους δέσμευε περισσότερο.

Ο δεύτερος λόγος είναι τεχνικός: η ΕΕ χρειαζόταν κατεπειγόντως την τεχνική εμπειρία του ΔΝΤ καθώς η ίδια δεν διέθετε και καθώς αν το ΔΝΤ δεν συμμετείχε με δάνεια αλλά ήταν απλά τεχνικός σύμβουλος θα ήταν πιο ανεξέλεγκτο παίκτης. Από την άλλη και οι ΗΠΑ αποφάσισαν να συμμετέχει το ΔΝΤ γιατί σε εκείνη την φάση δεν διακινδύνευαν να κάνουν ανεξέλεγκτες κινήσεις και επίσης προτιμούσαν να έχουν μία θεσμοποιημένη εμπλοκή στα ευρωπαϊκά πράγματα. Σήμερα όμως φαίνεται ότι πολλά από αυτά έχουν αλλάξει. Οι ΗΠΑ νιώθουν πιο σίγουρες και ταυτόχρονα πιο πιεσμένες να εκβιάσουν την ΕΕ. Έτσι το χαρτί της αναδιάρθρωσης χρέους ξαφνικά ανασύρθηκε και πετιέται ολοένα και πιο πιεστικά στο τραπέζι.

Τελευταίο σημείο. Οι ΝΑΟ είναι οι γκρινιάρηδες κομπάρσοι αλλά και ενδεχομένως οι ριγμένοι «μικρομέτοχοι» του παιχνιδιού αυτού μέσα στο ΔΝΤ. Ενώ έχουν αυξήσει την συμμετοχή τους στα κεφάλαια του ΔΝΤ, υπέστησαν την προσβολή της μη απόδοσης των ανάλογων διοικητικών θέσεων και ταυτόχρονα βλέπουν τεράστια κεφάλαια του ΔΝΤ να διακινδυνεύονται στο μπορντέλο της ΕΕ. Γι’ αυτό σε διάφορες φάσεις εκπρόσωποι των χωρών αυτών άσκησαν οξύτατη κριτική στα ΠΟΠ αι στους χειρισμούς του ΔΝΤ. Γι’ αυτό και πολλές κρίσιμες διαδικαστικές τροποποιήσεις (όπως η απάλυνση του κριτηρίου της βιωσιμότητας του χρέους της δανειζόμενης χώρας και ο συνυπολογισμός των «ευρύτερων συστημικών κινδύνων») και επιλογές πέρασαν «κάτω από το τραπέζι». Δηλαδή δεν συζητήθηκαν σε επίπεδο διοικητικού συμβουλίου αλλά αποφασίσθηκαν σε επίπεδο διεύθυνσης (πράγμα για το οποίο η έκθεση του ΙΕΟ κλαυθμηρίζει λελογισμένα εκ των υστέρων).

Η έκθεση του ΙΕΟ και τα συμπαρομαρτούντα της

Κατ’ αρχήν πρέπει να ξεκαθαρισθεί ότι το IEO είναι τόσο ανεξάρτητο όσο και ο πάπας της Ρώμης κινέζος. Όπως όλοι σχεδόν αυτοί οι δήθεν ανεξάρτητοι οργανισμοί αποτελεί ένα φύλλο συκής για τον οργανισμό τον οποίο αξιολογεί. Συνεπώς τα πονήματά του προσπαθούν να αποκρυσταλλώνουν προσεκτικά τους συσχετισμούς δύναμης. Τους αποτυπώνουν προσεκτικά γιατί, όπως κάθε γραφειοκρατικός οργανισμός, πρέπει να προφυλάσσει την συνέχεια και την εσωτερική συνοχή του. Συνεπώς οι ανταγωνισμοί μπορεί να φθάνουν μέχρι ανακτορικά προνουντσιαμέντα αλλά δεν μπορεί να παίρνουν την μορφή εμφύλιων συρράξεων (εκτός οριακών καταστάσεων). Αντίστοιχα οι αξιολογητές τέτοιων οργανισμών σπάνια προβαίνουν σε αιχμηρές θέσεις καθώς κάτι τέτοιο θα τους στερούσε προνομιούχες θέσεις. Όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται και στην επιστημονική ποιότητα των σχετικών κειμένων που είναι επιεικώς αμφίβολη.

Η συγκεκριμένη έκθεση πλαισιώνεται από αρκετά κείμενα υποδομής (background papers) που εξετάζουν επιμέρους θέματα χωρίς απαραίτητα να εντάσσονται εξ ολοκλήρου στην έκθεση. Παρουσιάσθηκε επίσης σε μία υψηλού επιπέδου συμβουλευτική επιτροπή (High Level Advisory Panel) που την έκανε κατά βάση αποδεκτή. Τέλος δόθηκε στην εσωτερική ιεραρχία του ΔΝΤ αλλά επέσυρε και τις αντιδράσεις της ΕΕ.

Επί της ουσίας τόσο η έκθεση όσο και τα κείμενα αυτά είναι τυπικά δείγματα βαθύτατα πληκτικής γραφειοκρατικής γραφής. Με εξαίρεση ελάχιστα κείμενα υποδομής – που παρεμπιπτόντως είναι υπερ-συντηρητικά – όλα χαρακτηρίζονται από την απουσία ενός στιβαρού επιχειρήματος και της συνακόλουθης τεκμηρίωσής της. Αντιθέτως, πλατειάζουν προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στα διαφορετικά συμφέροντα που υπάρχουν μέσα στο ΔΝΤ και να εκφράσουν κυρίως την κυρίαρχη άποψη (αυτή των ΗΠΑ) χωρίς όμως να θίξουν υπερβολικά τις άλλες πλευρές.

Πριν συζητήσουμε για την έκθεση αυτή καθ’ αυτή χρειάζεται να επισημανθεί ότι σε όλη την έκθεση και τα συμπαρομαρτούντα της την τιμητική έχει το ελληνικό ΠΟΠ. Δικαιολογημένα άλλωστε καθώς αποτελεί την πιο κραυγαλέα αποτυχία της τρόικα.

Η έκθεση περισσότερο ασχολείται με μία σειρά διαδικαστικά ζητήματα (αν καλώς το ΔΝΤ ενεπλάκη στην κρίση της ΕΖ, αν τηρήθηκαν οι κανόνες του ΔΝΤ για τα προγράμματα, αν υπήρχε διαφάνεια στις διαδικασίες του ΔΝΤ, αν το ΔΝΤ ήταν ο «μικρός συνεταίρος» (junior partner) που σερνόταν πίσω από τις επιλογές της ΕΕ κλπ.) παρά με την ουσία του προγράμματος (αν είναι αποτελεσματικό). Πίσω από αυτή την ηθελημένα κοντόφθαλμη οπτική – που είχε προκαθορισθεί από την επιλογή να εξετασθεί μόνο το 1ο ΠΟΠ – κρύβεται η στόχευση της έκθεσης στο να παίξει ένα συγκρατημένο παιχνίδι θέσεων μέσα στους συσχετισμούς και τις ισορροπίες του ΔΝΤ αλλά και στους ανταγωνισμούς ΗΠΑ, ΕΕ και ΝΑΟ (λελογισμένα προς όφελος των πρώτων).

Έτσι, στα διαδικαστικά ζητήματα η έκθεση κατ’ αρχήν γκρινιάζει για το ότι το ΙΕΟ δεν είχε πλήρη και ελεύθερη πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία. Αυτό όμως είναι περισσότερο φύλλο συκής παρά κάτι ουσιαστικό. Ακολούθως, επισημαίνει ότι πολλές αποφάσεις ελήφθησαν σε επίπεδο διεύθυνσης και όχι διοικητικού συμβουλίου και καλεί σε μεγαλύτερη διαφάνεια και υποχρέωση λογοδοσίας για το μέλλον (ιδιαίτερα αναφέρεται στην απάλυνση του όρου για της βιωσιμότητα του χρέους και στην μετέπειτα σιωπηρή ελαστικοποίηση του). Αυτό είναι κυρίως για να διασκεδαστούν οι γκρίνιες των ΝΑΟ.

Επίσης, ζητά λιγότερες πολιτικές επιρροές επάνω σε τεχνικές αποφάσεις για το μέλλον. Αυτό είναι ένα πάρθιο βέλος προς την ΕΕ καθώς έμμεσα δείχνεται, σε πολλά σημεία της έκθεσης και των συνοδευτικών κειμένων, ότι μία σειρά προβληματικές τεχνικές επιλογές (π.χ. καθυστερημένη αναδιάρθρωση του χρέους, πάρα πολλές δομικές μεταρρυθμίσεις) οφείλονται σε αυτή. Μάλιστα η σύνοψη των συμπερασμάτων της συμβουλευτικής Επιτροπής (High Level Advisory Panel) στην οποία παρουσιάσθηκε η έκθεση είναι ακόμη πιο επιθετική απέναντι στους Ευρωπαίους υποστηρίζοντας ότι η ισχυρή θέση τους μέσα στο ΔΝΤ επηρέασε πολιτικά τις επιλογές του τελευταίου στα ΠΟΠ.

Ακόμη, γκρινιάζει για την αποτυχία του ΔΝΤ να προβλέψει την κρίση της ΕΖ. Φυσικά το κάνει μετριασμένα καθώς λέει ότι είχε μεν διαγνώσει τα αίτια αλλά δεν τα επεσήμανε δεόντως. Και βέβαια αποδίδει την «αβλεψία» αυτή σε κακό group thinking (που εμμέσως πλην σαφώς προέρχεται από την ΕΕ και την ιδέα ότι η ΕΖ δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών).

Όμως, παρά τις γκρίνιες αυτές, η έκθεση εν τέλει αποφαίνεται ότι το ΔΝΤ δεν ήταν «μικρός» αλλά ισότιμος συνεταίρος της ΕΕ και επίσης ότι το ΔΝΤ αρίστευσε στην δράση του μέσα στα ΠΟΠ της ΕΖ (παρά κάποια μικροζητήματα). Συγκεφαλαιώνοντας, στα διαδικαστικά ζητήματα η έκθεση του ΙΕΟ χαϊδεύει ανούσια τους ΝΑΟ, ρίχνει κάμποσα πάρθια βέλη στην ΕΕ και παίζει το παιχνίδι των ΗΠΑ (που θέλουν τώρα να αυξήσουν την πίεση στην ΕΕ όσον αφορά το ζήτημα του χρέους και τη γενικότερη οικονομική πολιτική της τελευταίας).

Όσον αφορά τα ουσιαστικά ζητήματα των ΠΟΠ (δηλαδή την θεωρητική προσέγγιση, τον τεχνικό σχεδιασμό και τα αποτελέσματα τους) η έκθεση αφενός είναι βαθύτατα νεοσυντηρητική και αφετέρου επιδίδεται σε προσεγμένα μισόλογα (πάντα παίζοντας με ισορροπίες και συσχετισμούς).

Κατ’ αρχήν επαναλαμβάνει τις γνωστές ανούσιες νεοσυντηρητικές διαγνώσεις της κρίσης (για την ελληνική περίπτωση βλέπε «Η ελληνική τραγωδία: ανταγωνιστικές ερμηνείες της ελληνικής κρίσης»). Η μόνη – ήδη γνωστή – πινελιά οικονομικής ετεροδοξίας που προσθέτει είναι ότι η εσφαλμένη αντίληψη ότι δεν μπορούσαν να υπάρξουν κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών στην ΕΖ (λόγω απότομων διακοπών (sudden stops) στην χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές) προέρχεται  από την προσκόλληση στη νεοκλασσική ποσοτική θεωρία του χρήματος (που κρυπτογραφικά παρουσιάζεται με το υπόδειγμα Meade για το πως αυτή υποτίθεται ότι λειτουργεί μέσα σε μία νομισματική ένωση).

Αυτή η πινελιά συμπληρώνεται με αναφορές στην παραγνώριση του δεσμού μεταξύ κινδύνου χρεωκοπίας τραπεζών και χωρών, του κατακερματισμού του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος ανά κράτη και στην ελλειπή γνώση του TARGET (δηλαδή του συστήματος πληρωμών της ΕΖ).

Κατά τα άλλα η ελληνική κρίση, τυπικά, αποδίδεται σε δημοσιονομικές υπερβάσεις και μάλιστα λόγω υπερβολικής αύξησης των μισθών. Φυσικά, αυτό που έπεται από αυτήν την νεοσυντηρητική ενσυνείδητη ανοησία είναι ότι η γενική κατεύθυνση των ΠΟΠ (δηλαδή η λιτότητα) είναι ορθή. Αυτό που κλαυθμηρίζεται είναι ότι αυτή έπρεπε να είχε γίνει πριν την κρίση (όταν τα οικονομικά δεδομένα ήταν καλύτερα και οι ρυθμοί μεγέθυνσης καλύτεροι). Βέβαια στην ελληνική περίπτωση – και όχι μόνον – αυτό είναι μία καταφανής ηλιθιότητα γιατί αν δεν υπήρχε η δημοσιονομική υπερεπέκταση της περιόδου εκείνης – που μπούκωσε με υπερκέρδη τον ιδιωτικό τομέα (βλέπε για παράδειγμα Ολυμπιάδα 2004) – τότε δεν θα υπήρχαν και αυτοί οι ρυθμοί μεγέθυνσης. Και φυσικά το ίδιο ισχύει και για την κυβέρνηση Καραμανλή και την πρώτη φάση της κρίσης.

Μία άλλη απαλή πινελιά που προστίθεται είναι ότι όταν η κρίση – στην ελληνική περίπτωση που έχει την τιμητική της – ξέφυγε δεν ενεργοποιήθηκαν αυτόματοι σταθεροποιητές (δηλαδή χαλαρότερη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική). Θα άξιζε να μας πουν οι εμβριθείς μελετητές του ΙΕΟ πως μπορεί αυτό να γίνει σε ένα προ-κυκλικό και εξαιρετικά εμπροσθοβαρές πρόγραμμα και με μία νομισματική πολιτική που καθορίζεται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο από την ΕΚΤ.

Από εκεί και πέρα η έκθεση επιδίδεται σε ατελείωτες κουτοπονηριές για το ζήτημα του κουρέματος του ελληνικού χρέους. Ενώ αναγνωρίζει ότι χωρίς αυτό το ΠΟΠ γινόταν εξαιρετικά μη-ρεαλιστικό από την άλλη – και ενώ ρίχνει έμμεσα ευθύνες στην ΕΕ που ρητά δεν το ήθελε – εν τέλει αναγνωρίζει ότι όλοι (και οι ΗΠΑ) συμφώνησαν στο να μην υπάρξει.

Επίσης δεν λέει λέξη για την γελοιότητα της αναδιάρθρωσης (PSI) που ενώ ξελάσπωσε ουσιαστικά τους ιδιώτες δανειστές (μεταφέροντας τα δάνεια στα κράτη της ΕΕ) ταυτόχρονα γονάτισε την ελληνική οικονομία (ξεπατώνοντας τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες αλλά και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα) με μηδαμινό καθαρό αποτέλεσμα από το κούρεμα αυτό καθ’ αυτό (όπως καταγράφηκε στον αμέσως επακολουθήσαντα προϋπολογισμό).

Το μόνο που μηρυκάζει η έκθεση είναι ότι το ΔΝΤ, εφόσον συμφώνησε αρχικά να μην γίνει αναδιάρθρωση χρέους, θα έπρεπε να πιέσει αργότερα για να γίνει ενωρίτερα από ότι τελικά έγινε. Και μόνη η διατύπωση δηλώνει την υποκρισία του επιχειρήματος. Πίσω από αυτές τις κουτοπονηριές η έκθεση παίζει το παιχνίδι των ΗΠΑ που τώρα – αλλά όχι τότε – θέλουν να εκβιάσουν την ΕΕ στο ζήτημα του χρέους.

Η έκθεση είναι πιο διεξοδική στο ότι ιδιαίτερα το ελληνικό ΠΟΠ είναι υπεραισιόδοξες προβλέψεις και ήταν αρκετά ανελαστικό. Χαρακτηριστικά αναφέρεται το ζήτημα της υποτίμησης των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών καθώς και της καθυστερημένης αναθεώρησης των στόχων (μόνο στην 5η αξιολόγηση το 2011). Το ερώτημα είναι οι ειδήμονες του ΔΝΤ (την τεχνική επάρκεια των οποίων η έκθεση επαινεί σε πάμπολλα σημεία) δεν έβλεπαν ενωρίτερα αυτό που ήταν καταφανές;

Προφανώς ναι, αλλά οι πολιτικές επιλογές (και του ΔΝΤ) ήταν διαφορετικές τότε. Γι’ αυτό και ακόμη και στην έκθεση λέγεται ότι η αρχική εκκίνηση του ΠΟΠ ήταν εντυπωσιακά επιτυχής αλλά στην συνέχεια – για όχι ιδιαίτερα ευκρινείς λόγους – κόλλησε στην λάσπη. Και εδώ αρχίζει το πέταγμα της ευθύνης στην ΕΕ και στο ελληνικό αστικό πολιτικό σύστημα που δεν ήταν επαρκώς αιμοβόρο στην εφαρμογή του προγράμματος (αυτό κατ΄ ευφημισμόν λέγεται «ιδιοκτησία του προγράμματος»).

Η έκθεση, μεταξύ άλλων, έχει μία ενδιαφέρουσα γκρίνια του ΔΝΤ ότι η ΕΕ είναι αυτή που επέβαλε μία πολύ μεγάλη, πολύ λεπτομερή και μη-ρεαλιστική λίστα προαπαιτούμενων στην Ελλάδα και ότι το ΔΝΤ θα προτιμούσε κάτι πιο λιτό και ταυτόχρονα πιο λειτουργικό (καθώς υποστηρίζεται ότι ο μεγάλος αριθμός μέτρων μπέρδευε). Μάλλον πρόκειται για άλλο ένα φύλλο συκή του ΔΝΤ. Από την μία γκρινιάζει για «ανεπαρκή ιδιοκτησία» του προγράμματος (που πως αλλιώς θα αντιμετωπισθεί αν όχι με λεπτομερή δέσμευση και εποπτεία) και ρίχνει ευθύνες στην ελληνική ολιγαρχία. Αφετέρου το ΔΝΤ – στα πλαίσια της πρόσφατης προσπάθειας ανακαίνισης της εικόνας του -δοκιμάζει να βγάλει από επάνω του το άγος των αντιλαϊκών πολιτικών και της προ-κυκλικότητας (που ως γνωστόν περνούν κατ’ εξοχήν μέσω των προαπαιτουμένων [conditionality] των προγραμμάτων του).

Εν παρόδω – για να ευλογήσει τα γένια του ΔΝΤ αλλά ταυτόχρονα επιτείνοντας το ερώτημα του γιατί δεν έκανε κάτι στα επόμενα ελληνικά ΠΟΠ – η έκθεση επικαλείται ότι ήδη από το 2013 σχετική εμπιστευτική εσωτερική αξιολόγηση του ΔΝΤ είχε αναγνωρίσει τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα προβλήματα (και ότι η ΕΕ είχε αντιδράσει άκομψα).

Τελικά, η έκθεση ενώ βγάζει ως επιτυχημένα τα ΠΟΠ της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας αποφαίνεται σεμνά και βιαστικά ότι «δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο» για το ελληνικό πρόγραμμα. Κοινώς η έκθεση ώδινεν όρος και έτεκεν μυν.

Ο σκυλοκαβγάς της ελληνικής ολιγαρχίας και των κομμάτων της

Αν η έκθεση του ΙΕΟ αποτελεί ένα υπόδειγμα υποκρισίας και ίντριγκας μέσα σε ένα από τα βασικά ανάκτορα του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, η διαχείριση της από την ελληνική αστική τάξη και τα κόμματα της δεν υπολείπεται σε υποκρισία. Μόνο που πρόκειται για την υποκρισία και τους σκυλοκαβγάδες των παρακατιανών των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κέντρων που τσακώνονται για κάποιο κόκκαλο που θα παραπέσει από το τραπέζι των αφεντικών.

Πρακτικά η ελληνική αστική τάξη είναι σε ένα από τα χειρότερα σημεία της ιστορίας της. Από την στιγμή που η ευρωπαϊκή «Μεγάλη Ιδέα» της που θα την αναβάθμιζε μέσα στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα μετατράπηκε σε καταστροφή για την χώρα (όπως και οι προηγούμενες «μεγάλες ιδέες» της), προσπαθεί να σώσει το τομάρι της θυσιάζοντας τον λαό αυτής της χώρας. Συναίνεσε στα ΠΟΠ θεωρώντας ότι μπορεί να έχασε την ευκαιρία της αναβάθμισης (και να μετατράπηκε σε καπιταλισμό υπό εποπτεία, δηλαδή να υποβαθμίζεται στον διεθνή καταμερισμό εργασίας) αλλά τουλάχιστον θα σώσει τον εαυτό της θυσιάζοντας τους εργαζόμενους της Ελλάδας.

Όμως, καθώς τα ΠΟΠ καρκινοβατούν, οι ξένοι πάτρωνες (που βλέπουν τα οικονομικά και πολιτικά τους συμφέροντα να κινδυνεύουν) απαιτούν να συμμετάσχει πλέον στα κόστη και η ελληνική ολιγαρχία. Έτσι, έχει χάσει πλέον την κορωνίδα της (τις τράπεζες).

Έχει επίσης η ίδια, ήδη από πριν την κρίση (λόγω λαιμαργίας, εθισμού στις σίγουρες «αρπαχτές» και απαρέσκειες σε επίφοβες δεσμεύσεις), αδυνατίσει την μεταποίηση και τον πρωτογενή τομέα. Αργά αλλά σταθερά χάνει έδαφος και στην υποτιθέμενη «νέα βαριά βιομηχανία», τον τουρισμό (και την ελπίδα της να γίνουμε μία χώρα γεμάτη ξενοδοχεία με έλληνες ξενοδόχους που τρέφονται από ενισχύσεις του δημοσίου και της ΕΕ, ξένους τουρίστες και του έλληνες εργαζόμενους σαν «ευλύγιστα», κακοπληρωμένα και ανασφάλιστα γκαρσόνια).

Ακόμη και το ιερό δισκοπότηρο της, η χρυσοπληρωμένη και μονίμως φοροδιαφεύγουσα ναυτιλία (με τα βασικά της πόδια και χρήματα στο εξωτερικό και χρησιμοποιούσα την Ελλάδα κυρίως σαν πολιτικό απάγκιο), καλείται να κάνει το αδιανόητο για τους «καπετάνιους» της: να περάσει από το ταμείο.

Μέσα σ’ αυτή την ζοφερή κατάσταση η ελληνική αστική τάξη προσπαθεί να διασώσει το τομάρι της γλύφοντας τους ξένους πάτρωνες και αλληλοσπαρασσόμενη στο εσωτερικό της. Και πάντα βέβαια επιδιώκοντας να φορτώσει την ζημιά στους εργαζόμενους. Γνωρίζει πολύ καλά ότι το πρόγραμμα προσαρμογής είναι εξαιρετικά μη-ρεαλιστικό. Ταυτόχρονα όμως δεν διανοείται να πάει κόντρα στις επιλογές των ξένων πατρώνων. Προτιμά να παίζει σε κάποιες από τις μεταξύ τους αντιθέσεις (πάντα σεμνά μήπως και της θυμώσουν). Έτσι στον εντεινόμενο ανταγωνισμό ΗΠΑ και ΕΕ κοιτάζει δίβουλη μία από την μία και μία από την άλλη προσπαθώντας να διασώσει τα συμφέροντα της. Θα ήθελε μία χαλάρωση των φιλόδοξων στόχων του προγράμματος και μία αναδιάρθρωση του χρέους καθώς αυτά θα απάλυναν την πίεση να πληρώσει και αυτή για την κρίση. Ταυτόχρονα όμως φοβάται να εκφρασθεί ανοικτά υπέρ της αμερικανικής πλευράς καθώς κάτι τέτοιο θα θύμωνε την Γερμανία.

grothΑπό την άλλη τρέμει αρκετές από τις δομικές μεταρρυθμίσεις που προωθεί το ΔΝΤ. Φυσικά όχι αυτές που φορτώνουν βάρη στις πλάτες της εργατικής τάξης και των μικρομεσαίων στρωμάτων, αλλά εκείνες που σπάνε θεσμικά προνόμια της και ιδιαίτερα το σύστημα της διαπλοκής (κράτος – τράπεζες – επιχειρήσεις) που οχύρωνε και ευνοούσε τους έλληνες καπιταλιστές έναντι των ξένων ανταγωνιστών τους.

Μέσα σ’ αυτό το ασαφές πλαίσιο κινούνται και οι πολιτικοί υπάλληλοι της ελληνικής ολιγαρχίας.

Ο νεο-μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ χοροπηδά ότι η νεοφιλελεύθερη και άκρως αντιλαϊκή έκθεση του Γραφείου τον δικαιώνει και ότι τώρα πρέπει να υπάρξει κάποια ελεημοσύνη στο ζήτημα του χρέους, υπονοώντας ότι για χάρη της μπορεί να περάσει το νέο κύμα αντιλαϊκών αλλαγών που απαιτεί η τρόικα.

Επίσης δοκιμάζει να ξαναφορέσει λίγο την αντι-μνημονιακή λεοντή καταγγέλλοντας ΝΔ και ΠΑΣΟΚ για τυφλή αποδοχή των ΠΟΠ. Φυσικά κρύβοντας ότι ο ίδιος έχει υπογράψει τα προγράμματα αυτά και αποδεικνύεται σε έναν από τους πιο πειθήνιους και βολικούς διαχειριστές τους. Επίσης ξεχνώντας ότι η έκθεση και το ΔΝΤ επιμένουν περισσότερο απ’ όλους σε βάρβαρες – ιδιαίτερα για τα λαϊκά στρώματα – δομικές μεταρρυθμίσεις.

Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάζει να χρησιμοποιήσει την έκθεση του ΙΕΟ σαν δική του αντι-μνημονιακή λεοντή στο εσωτερικό αν και η έκθεση είναι μνημονιακή με την βαθύτερη έννοια του όρου. Επίσης, γνέφει φιλικά προς τις ΗΠΑ – από τις οποίες εξαρτάται με πολυποίκιλους δεσμούς – ελπίζοντας σε κάποια βοήθεια στο ζήτημα του χρέους και στην αμφίβολη δική του πολιτική επιβίωση. Δεν κάνει όμως την έκθεση και σημαία στα όργανα της ΕΕ γιατί κάτι τέτοιο θα θύμωνε την τελευταία.

Από την άλλη η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ (και ανάλογα οι λοιποί συνοδοιπόροι του ευρω-νενεκισμού) ποιούν τη νήσσα καθώς η έκθεση δείχνει ότι οι κυβερνήσεις τους σύρθηκαν πειθήνια στα κελεύσματα των ξένων πατρώνων χωρίς να διαπραγματεύονται ούτε αμελητέα ζητήματα. Και αντίθετα φωνασκούν για τις υπαρκτές ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ (με τους τυχοδιωκτισμούς του) στην επιδείνωση της οικονομίας και για το 3ο ΠΟΠ. Ιδιαίτερα η ΝΔ προσπαθεί να αναδείξει τον εαυτό της σαν τον πιο συνεπή και αξιόπιστο διαχειριστή των όποιων επιλογών κάνουν οι ξένοι πάτρωνες.

Ο ελληνικός λαός δεν έχει να κερδίσει τίποτα από όλους αυτούς τους σκυλοκαβγάδες τόσο των ξένων πατρώνων όσο και της ελληνικής ολιγαρχίας. Ο μόνος δρόμος φιλολαϊκής διεξόδου περνά μέσα από την αποδέσμευση από την ΕΕ.

*Τμήμα Οικονομικών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

πηγη: pandiera.gr

sndknma.jpg

Με την επιστροφή από τις διακοπές η κυβέρνηση είναι αναγκασμένη να εκπληρώσει μια ακόμη μνημονιακή υποχρέωση, να φέρει στη βουλή και να ψηφίσει μέτρα που θα επιφέρουν μεγάλες ανατροπές στα εργασιακά. Μετά τα πρόσφατα μνημονιακά νομοθετήματα που έπληξαν κυρίως τις συντάξεις και απογείωσαν τους φόρους έρχονται και οι αντεργατικές ρυθμίσεις.

Θέλει να τελειώσει ότι έχει απομείνει από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και αν είναι δυνατόν ουσιαστικά οι επιχειρησιακές συμβάσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων να υποκαταστήσουν ολοκληρωτικά τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, να επιτραπεί το λοκ άουτ, να δυσχερανθεί η προκήρυξη απεργιών, να καταργηθούν διατάξεις που ισχύουν για τη διευκόλυνση της συνδικαλιστικής δράσης, αξιοποιώντας και την καταστρατήγηση σε πολλές περιπτώσεις των διατάξεων αυτών και την αξιοποίηση τους από τις εργοδοτικές ηγεσίες.

Είναι ενδεικτικές οι απαιτήσεις των δανειστών που έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Έγιναν επίσης γνωστές οι απαιτήσεις του ΣΕΒ για κατάργηση όλων των επιδομάτων, του 13ου και 14ου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, τον ουσιαστικό περιορισμό του δικαιώματος στην απεργία και στη συνδικαλιστική δράση κλπ.

Η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι θα υπάρξουν αντεργατικές παρεμβάσεις, παράλληλα όμως καλλιεργεί την εντύπωση ότι θα αντισταθεί, δεν θα δεχθεί τέτοια μέτρα, αντίθετα θα προσπαθήσει ώστε να υπάρξουν ορισμένες λειτουργικές παρεμβάσεις που δεν θα θίγουν ουσιαστικά εργασιακά δικαιώματα και το συνδικαλιστικό κίνημα. Η αξιοπιστία των λεγομένων της είναι όμως γνωστή, η κατάργηση των μνημονίων έγινε τρίτο μνημόνιο που ψήφισε μαζί με τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι και την Ένωση Κεντρώων για να μην ξεχνιόμαστε, η επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 € πήγε στο χρονοντούλαπο, όπως και οι δεσμεύσεις για επαναφορά των συντάξεων. Και μόνο τα πρόσφατα μέτρα που ψήφισε αν αναλογιστεί κανείς, όταν διατείνονταν ως την τελευταία στιγμή ότι δεν θα μειωθούν οι συντάξεις, δεν θα επιβληθούν φόροι, θα ελαφρυνθεί ο ΕΝΦΙΑ αντιλαμβάνεται πού πηγαίνει το πράγμα.

Αυτά θα έχουν μπροστά τους οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα τους επόμενους δύο- τρεις μήνες από την πλευρά της κυβέρνησης, της άρχουσας τάξης, των Βρυξελλών και του Βερολίνου, του ΔΝΤ.

Από την πλευρά τώρα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και γενικότερα του λαϊκού κινήματος σε ένα ζήτημα, όπως οι ανατροπές στα εργασιακά, που είναι γνωστό και αναμένεται πολύ καιρό τι υπάρχει;

Επιπρόσθετα είναι γνωστή σε όλους η δύσκολη κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος, της αναξιοπιστίας και του εκφυλισμού στον οποίον έχει οδηγηθεί. Οι κινητοποιήσεις για την αποτροπή της ψήφισης του νόμου για τα συνταξιοδοτικά και τα φορολογικά και οι εκδηλώσεις της Πρωτομαγιάς έφεραν στην επιφάνεια ολόκληρη τη νοσηρή κατάσταση που επικρατεί, το απόστημα που πρέπει επιτέλους να σπάσει και αυτό απαιτεί σύγκρουση με όλες τις αδυναμίες και με όλα τα προβλήματα, σύγκρουση με τις αστικοποιημένες συνδικαλιστικές δυνάμεις και την πολιτική εξουσία, απαιτεί αναγνώριση και παραδοχή όλων των λαθών και των αδυναμιών από την πλευρά των ταξικών, αγωνιστικών δυνάμεων και άμεση διόρθωση τους. Όλοι αντιλαμβάνονται ότι δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια για απώλεια χρόνου και ευκαιριών γιατί οι συνέπειες θα είναι πολύ μεγάλες. Ή θα υπάρξει ανοιχτή σύγκρουση με τις αστικοποιημένες συνδικαλιστικές ηγεσίες με σαφή στόχο την υπονόμευση και την απαξίωση τους, την ανάπτυξη των αγώνων εναντίον της κυβερνητικής πολιτικής που τη στηρίζει ουσιαστικά το σύνολο των αστικών πολιτικών δυνάμεων και οι « εταίροι» για την ουσιαστική υπεράσπιση των εργαζομένων ειδάλλως το τέλμα θα σπρώχνει το κίνημα όλο και πιο κάτω.

Πρέπει να μπει τέρμα στην τακτική των ισορροπιών και των συμβιβασμών, των δραστηριοτήτων χαμηλής έντασης, να αναληφθεί το απαιτούμενο ρίσκο χωρίς να πρυτανεύει η διαφύλαξη των κεκτημένων και να αναληφθούν πρωτοβουλίες για την ουσιαστική συσπείρωση και κινητοποίηση της εργατικής τάξης και των συνδικάτων για την υπεράσπιση των εργαζομένων και την προοπτική. Με μικρομπαλώματα και οριακές προσαρμογές, ανάλογα με την πίεση που οι εργαζόμενοι ασκούν, δεν υπάρχει θετική εξέλιξη. Απαιτείται συνολική αναπροσαρμογή της πολιτικής στο συνδικαλιστικό κίνημα και της τακτικής που εφαρμόζεται, των μορφών και των στόχων, ιδιαίτερα στο σημερινό δύσκολο κοινωνικό οικονομικό και πολιτικό σκηνικό και με δεδομένα τα προβλήματα του συνδικαλιστικού κινήματος.

Κινείται κάτι σε αυτή την κατεύθυνση;

Δεν βλέπουμε κάτι ουσιαστικό, κάτι που μπορεί να ξεκολλήσει τα πράγματα. Ίσως το χουνέρι του κύκλου κινητοποιήσεων προ τριμήνου τώρα να μην επαναληφθεί, αλλά κάτι ελπιδοφόρο μέχρι στιγμής δεν φαίνεται.

Επειδή η σημαντικότερη πολιτική δύναμη με βαρύνοντα λόγο στα συνδικάτα και στους εργαζόμενους από όλες τις δυνάμεις της αριστεράς είναι το ΚΚΕ και η στάση του θα κρίνει τις εξελίξεις, και με δεδομένη τη σχέση μας μαζί του και την αγωνία μας για την πορεία του θα ασχοληθούμε με τη δραστηριότητα του ενόψει των επόμενων κινητοποιήσεων. Στις 22 Ιουλίου ένας αριθμός Εργατικών κέντρων, Ομοσπονδιών και σωματείων, της επιρροής του ΠΑΜΕ κατά βάση, πήραν την πρωτοβουλία να απευθυνθούν σε συνδικάτα, σε συνδικαλιστές και εργαζόμενους με «κάλεσμα συμπόρευσης και αγώνα για να διαμορφώσουμε τους όρους αντεπίθεσης του εργατικού κινήματος ενιαία, κατά κλάδο και πανελλαδικά. Να αγωνιστούμε μαχητικά, ανυποχώρητα, κανένας να μην δουλεύει χωρίς συλλογική σύμβαση εργασίας, χωρίς συγκροτημένα δικαιώματα».

  • Το κάλεσμα προχωρά σε ορισμένες επισημάνσεις και στόχους για το επόμενο διάστημα, όπως: Να δυναμώσει η ενότητα των γραμμών της εργατικής τάξης, η οργάνωση στους χώρους δουλειάς, να συγκεντρώσουμε και να προετοιμάσουμε δυνάμεις για να μπουν μπροστά, με κοινή δράση να ξεπεραστούν απόψεις που δεν δίνουν διέξοδο κ.λπ. Όλα αυτά καλά είναι και πολύ περισσότερες διαπιστώσεις μπορούν και πρέπει να γίνουν. Το μεγάλο ερώτημα είναι πώς θα πραγματοποιηθούν, με ποιο τρόπο, τι πρέπει να αλλάξουν οι συνδικαλιστικές και πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς στην τακτική και τη γενικότερη πολιτική τους στο συνδικαλιστικό κίνημα. Χωρίς μια τέτοια ανοιχτή στους εργαζόμενους συζήτηση, χωρίς μια αποτίμηση της μέχρι σήμερα τακτικής και δράσης και τις απαιτούμενες αναπροσαρμογές δεν μπορεί να υπάρξει θετική εξέλιξη. Οι περιγραφές, η παράθεση καλών προθέσεων, τα πολλά πρέπει έστω και σε σωστή κατεύθυνση καταντούν ευχολόγια αν δεν συνδέονται έμπρακτα με την αναγκαία τακτική και τα αντίστοιχα μέτρα και πρωτοβουλίες.
  • Με τη δράση του το κίνημα, με πρωτοβουλίες και σχέδιο, με τις μεγάλες απεργίες, τα συλλαλητήρια, τα μπλόκα κ.λπ. έμεινε όρθιο, ζωντανό και μαχητικό και είχε επιτυχίες, όπως η αποκάλυψη της αντιλαϊκής πολιτικής στα μάτια του λαού, η αποτυχία της κυβέρνησης να νομιμοποιήσει τα μέτρα στη λαϊκή συνείδηση, το γεγονός ότι τα αστικά κόμματα και η εργοδοσία δεν έκαναν τους εργαζόμενους συνένοχους τους, ενίσχυσαν τα βήματα της ενότητας και της συμμαχία εργατών και λαϊκών στρωμάτων και δημιούργησαν προϋποθέσεις για τη συνέχεια, αναφέρει το κάλεσμα. Είναι όμως γνωστό ότι στα χρόνια των μνημονίων παρά τα σκαμπανεβάσματα του κινήματος και των αγώνων η εργατική τάξη έδωσε σε πολλές περιπτώσεις βροντερό παρών. Παρόλα αυτά η αστική τάξη καταφέρει να υλοποιήσει όλα τα σχέδια της, την αγανάκτηση και τις αγωνιστικές διαθέσεις των εργαζομένων καταφέρνει να τις καπηλευτεί και να τις υποτάξει ο ΣΥΡΙΖΑ, να τους δώσει ρεφορμιστική κατεύθυνση και να αναρριχηθεί στην κυβέρνηση. Ουσιαστικά οι δυνατότητες για ένα ισχυρό ταξικό κίνημα εξανεμίστηκαν και μια μεγάλη ευκαιρία για το εργατικό κίνημα χάθηκε τουλάχιστον μέχρι στιγμής και για όλα αυτά οι ευθύνες συνδικαλιστικών και πολιτικών ηγεσιών είναι μεγάλες. Παρόλα αυτά το κάλεσμα εμφανίζει τον απολογισμό θετικό.
  • Προτείνεται ένα πλαίσιο αιτημάτων, το οποίο ουσιαστικά περιέχει μόνο ζωτικά οικονομικά αιτήματα που πρέπει το συνδικαλιστικό κίνημα να διεκδικήσει. Υπάρχουν όμως ορισμένα ζητήματα σχετικά με το πλαίσιο των αιτημάτων.

Θα γίνει ανοιχτή συζήτηση για το πλαίσιο των αιτημάτων, υπάρχει δυνατότητα να προστεθούν και άλλα αιτήματα ή να τροποποιηθούν κάποια και με ποια διαδικασία θα γίνουν αυτό; Με απεύθυνση σε ορισμένα επιλεγμένα σωματεία και η συζήτηση να γίνει ξεχωριστά με το καθένα ή θα προτιμηθεί ανοιχτή συζήτηση εκατοντάδων σωματείων και πλήθος συνδικαλιστών και εργαζόμενων και αυτή να έχει ουσιαστικό χαρακτήρα;

Το πλαίσιο των αιτημάτων έχει ένα ουσιαστικό έλλειμμα. Λείπουν εντελώς πολιτικά αιτήματα τα οποία προβλήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, απέκτησαν σοβαρή επιρροή στη συνείδηση των εργαζομένων και δίνουν περιεχόμενο και προσανατολισμό στο κίνημα. Μπορεί κανείς, εντελώς πρόχειρα, να αναφέρει το ζήτημα της διαγραφής του δημόσιου χρέους, το τεράστιο ζήτημα με τις τράπεζες κ. ά, κυρίως όμως το θέμα του αγώνα εναντίον της ευρωενωσιακής πολιτικής και της ΕΕ. Ίσως δεν θα πρέπει να τεθεί ανοιχτά στα συνδικάτα ως αίτημα η αποδέσμευση της χώρας, αν θεωρηθεί ανώριμος στόχος, αλλά ο αγώνας εναντίον της ΕΕ για την ακύρωση της πολιτικής της είναι τεράστιο ζήτημα και δεν μπορεί να παρακαμφθεί, ούτε η ζύμωση σχετικά με τις ολέθριες επιπτώσεις που έχει την παρουσία της χώρας στην ΕΕ Ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα, όπως δείχνουν διάφορες δημοσκοπήσεις και το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος, φαίνεται ότι ισχυρότατο τμήμα του λαού συμφωνεί με την αποδέσμευση, μεγαλύτερο ακόμη και από αυτό που βλέπει θετικά την έξοδο από την ευρωζώνη. Δεν υπάρχει επομένως κίνδυνος η συμπερίληψη πολιτικών αιτημάτων και κυρίως του αγώνα εναντίον της ΕΕ και της πολιτικής της να δημιουργήσει τάσεις αποσυσπείρωσης, αντίθετα θα νοηματοδοτήσει τα οικονομικά αιτήματα που προβάλλονται και θα δώσει περιεχόμενο ριζοσπαστικό και ταξικό στο κίνημα.

  • Να σημειώσουμε επί πλέον ότι για να αναπτυχθεί και να προχωρήσει μια πλατιά συσπείρωση συνδικάτων και εργαζομένων δεν φτάνει η συμφωνία πάνω σε ορισμένα αιτήματα. Τα μέγιστα θα συμβάλει η προβολή ενός αγωνιστικού σχεδίου που θα θέτει εκτός από τα αιτήματα τα μέσα και την τακτική, τα επόμενα βήματα, τέτοιο που να δίνει ουσιαστικές απαντήσεις στα ερωτήματα των εργαζομένων που κάθε μέρα αντιμετωπίζουμε. Γιατί να γίνει αυτό και με αυτό τον τρόπο, πώς να συνδεθεί μια δράση με μια άλλη, μετά από αυτή την κινητοποίηση τι θα επακολουθήσει κ.λπ.

Ο εργαζόμενος κόσμος δεν αρκείται σε εκκλήσεις να αγωνιστούμε, να απαιτήσουμε 751 € κατώτατο μισθό, να επανέλθουν οι συντάξεις στα προηγούμενα επίπεδα κ.λπ., θέλει να ξέρει τη συνέχεια και την κλιμάκωση των αγώνων, που κατευθύνονται, αν σε τελική ανάλυση υπάρχει προοπτική. θέλει να συζητήσει το αγωνιστικό σχέδιο, να ξέρει η συνέχεια, να πει για όλα τα ζητήματα την άποψη του. Μόνο έτσι θα πειστεί πλατιά, θα κινητοποιηθεί, θα πάρει μέρος.

Εδώ που έχουν φθάσει τα πράγματα μια πλατιά συσπείρωση και κινητοποίηση των εργαζομένων δεν μπορούν να τη δώσουν τοπικές πρωτοβουλίες, κλαδικές εκκλήσεις και επιμέρους προσπάθειες και μάλιστα σε βάση ατομική ή με κάποια επιλεγμένα σωματεία. Απαιτείται πανελλαδική πρωτοβουλία με διακριτό χαρακτήρα, δημοκρατικά οργανωμένη, χωρίς ηγεμονισμούς, με πλατιά ανοιχτή συζήτηση για όλα, τα αιτήματα, την τακτική, τις επιδιώξεις και να δοθούν εχέγγυα ισότιμης συνεργασίας με σεβασμό στην αυτοτέλεια και την ιδιαιτερότητα καθενός. Μόνο τότε μπορούν να πεισθούν πλατιά εργαζόμενοι και σωματεία.

Πλατιά συσπείρωση εργαζομένων και σωματείων με παράκαμψη των συνδικαλιστικών και πολιτικών ηγεσιών που τοποθετούνται από ταξική και φιλολαϊκή σκοπιά στα προβλήματα και ακόμη περισσότερο ενάντια τους δεν πρόκειται να υπάρξει. Στις αναπτυγμένες κοινωνίες οι εργαζόμενοι, το μεγαλύτερο τμήμα του λαού και το πιο πολιτικοποιημένο είναι οργανωμένο σε συνδικάτα, σε πολιτικά κόμματα, ή ψηφίζει και ακολουθεί κάποιο κόμμα. Το γεγονός αυτό κάνει τη μαζική συσπείρωση γύρω από το ΚΚΕ και τα συνδικάτα της επιρροής του εξαιρετικά δύσκολη έως απίθανη. Μεγάλη λαϊκή συσπείρωση που να επηρεάσει ουσιαστικά τις εξελίξεις μπορεί να επιτευχθεί μόνο ως συσπείρωση σε ενιαίο μέτωπο σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο με όλα τα χαρακτηριστικά που πριν περιγράψαμε.

Το ΠΑΜΕ ή ορισμένα συνδικάτα να απευθυνθούν στα πρωτοβάθμια σωματεία πανελλαδικά και στους εργαζόμενους για κοινή δράση και στην πορεία για τη διαμόρφωση συσπείρωσης με πιο μόνιμα χαρακτηριστικά πάνω σε μια ορισμένη συμφωνημένη βάση. Πρωτίστως να απευθυνθεί σε συνδικαλιστικές δυνάμεις που είναι σε αγωνιστική γραμμή και τέτοιες πέραν του ΠΑΜΕ είναι η Συσπείρωση Σωματείων, δυνάμεις της επιρροής της ΛΑΕ, αλλά και πλήθος σωματείων που δείχνουν διάθεση για αγώνες έστω και ως ένα βαθμό. Η προσπάθεια αυτή πρέπει να κλιμακωθεί σε κάθε γωνιά της χώρας.

Μέσα από αυτές τις ζυμώσεις, χωρίς αποκλεισμούς εκ των προτέρων με πολιτικά και άλλα κριτήρια, μέσα από τους μαζικούς αγώνες θα σφυρηλατηθεί η ενότητα. Σε τελική ανάλυση επίμονα να προταθεί συσπείρωση και κοινή δράση σε ταξική βάση και καθένας ας πάρει τις ευθύνες του. Η συζήτηση, η συμφωνία και κοινή δράση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων της αριστεράς είναι ένας σοβαρός παράγοντας που μπορεί να συμβάλει καταλυτικά. Δεν μας διαφεύγουν οι αδυναμίες αυτών των σχηματισμών και οι παλινωδίες τους, ούτε τις υποτιμούμε καθόλου, γνωρίζουμε τα όρια τους, όπως και τις δυσκολίες που έχει το εγχείρημα αυτό και τους πιθανούς κινδύνους. Άλλος δρόμος όμως δεν υπάρχει.

Τ.   Κ.

πηγη: ergatikosagwnas.gr

agonistikes_kinitop.jpg

ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ ΟΙ ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΑΠΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ  

Ασφυκτικές πιέσεις ακόμα και για μείωση του κατώτατου μισθού δέχεται από τους δανειστές η κυβέρνηση εν όψει της αξιολόγησης του Σεπτεμβρίου. Εν μέσω θερινής ραστώνης, το ΔΝΤ -κατά πρώτο λόγο- δεν σταματά να εστιάζει την κριτική του στη μειωμένη ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και να επιμένει ότι ο σημερινός κατώτατος μισθός θεωρείται υψηλός. Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι ένα ''καυτό'' φθινόπωρο περιμένει την κυβέρνηση με τα εργασιακά να αποτελούν τη ''μητέρα'' των μαχών.  

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επανειλημμένως έχει στείλει το μήνυμα ότι ο εθνικός κατώτατος μισθός στην Ελλάδα είναι ''υψηλός'' ως ποσοστό του μέσου εισοδήματος της χώρας σε σχέση με το τι ισχύει σε άλλες χώρες- μέλη της Ε.Ε και γι' αυτό οι εμπειρογνώμονες του ίδιου οργανισμού έχουν προτείνει τη μείωση του δείκτη μισθών ακόμα και κατά 2% .

Δεν είναι, όμως, μόνο το ΔΝΤ. Σύμφωνα με πληροφορίες, και η πλειοψηφία της επιτροπής σοφών φέρεται να υπερασπίζεται τη θέση των δανειστών ότι ο κατώτατος μισθός πρέπει να καθορίζεται από την κυβέρνηση και όχι από τους κοινωνικούς εταίρους, όπως είναι η προσδοκία της ηγεσία του υπουργείου Εργασίας. Επίσης, η πλειοψηφία των μελών της επιτροπής εμφανίζεται να τάσσεται υπέρ της διατήρησης των χαμηλότερων αποδοχών κατά 12,8% από τον κατώτατο μισθό των 586,08 ευρώ για όσους δεν έχουν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους, δηλαδή 510,96.  

Και μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να θέτει θέμα επιστροφής των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αλλά το συμπληρωματικό μνημόνιο, το οποία έχει υπογράψει η ελληνική κυβέρνηση, προβλέπει την πλήρη εφαρμογή όλης της νομοθεσίας που θεσπίστηκε την περίοδο 2010-2013, σύμφωνα με την οποία οι επιχειρησιακές συμβάσεις υπερισχύουν των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων, ενώ ο εθνικός κατώτατος μισθός θα καθορίζεται από την κυβέρνηση και όχι από τους κοινωνικούς εταίρους μέσα από συλλογικές διαπραγματεύσεις.  

Με άλλα λόγια, το ''μέτωπο'' που επιχειρεί να συστήσει το υπουργείο Εργασίας με τη ΓΣΕΕ και τους εργοδοτικούς φορείς για την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε εθνικό αλλά και κλαδικό επίπεδο φαίνεται πως έρχεται σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η ίδια η κυβέρνηση. Να επισημανθεί ότι βασική φιλοσοφία του γαλλικού εργασιακού νόμου (βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές) είναι να φέρει τις διαπραγματεύσεις πιο κοντά στις επιχειρήσεις και όχι στο επίπεδο των επαγγελματικών κλάδων, όπως ισχύσει σήμερα.  

Επιπλέον, το μνημόνιο προβλέπει τη σύσταση ειδικού μηχανισμού αναπροσαρμογής (εννοείται προς τα πάνω) του κατώτατου μισθού ετησίως και με την έναρξη την 1/1/2017! Το ύψος του νομοθετημένου ημερομισθίου θα πρέπει να καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές της για ανάπτυξη από την όψη της παραγωγικότητας, των τιμών και της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης, του ποσοστού ανεργίας, των εισοδημάτων και των μισθών.  

Με αυτά τα δεδομένα, θεωρείται βέβαιο ότι οι κατώτατες αποδοχές θα δεχθούν ισχυρό πλήγμα, ενδεχομένως εμμέσως με την κατάργηση των τριετιών και των επιδομάτων που ακόμα μπορούν να προστεθούν σε αυτές ή ακόμα και με την κατάργηση του 13ου και του 14ου μισθού, ενδεχόμενο που δεν είναι πιθανόν αυτή τη στιγμή.  

Η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που ο ακαθάριστος ελάχιστος μισθός μειώθηκε το 2015 σε σχέση με το 2008 κατά 14%. Αντιθέτως, στην Πορτογαλία αυξήθηκε κατά 19% (από 497 σε 589 ευρώ), ενώ στην Ιρλανδία παρέμεινε αμετάβλητος, στα 1462 ευρώ.  

Αυτό σημαίνει ότι μια νέα μείωση στους μισθούς θα οδηγούσε σε ακόμα περισσότερη φτώχεια, ύφεση, μείωση της κατανάλωσης και έκρηξη των ''κόκκινων'' δανείων.  

Εκτός από τις επιχειρησιακές συμβάσεις και των κατώτατο μισθό, ''καίνε'' οι ομαδικές απολύσεις και το ζήτημα του συνδικαλιστικού νόμου.  

ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ  

Δεδομένες θεωρούνται οι αλλαγές στον συνδικαλιστικό νόμο, όπως, για παράδειγμα,στο κεφάλαιο των συνδικαλιστικών αδειών και ποιος τελικά θα τις πληρώνει, αλλά και στη δυνατότητα του εργοδότη να απολύει για σπουδαίο λόγο συνδικαλιστές.  

Οι πιστωτές επιμένουν στη δυνατότητα του εργοδότη για μη αποδοχή και μη πληρωμή όλων των εργαζομένων του σε περίπτωση απεργίας, όταν αυτή, για παράδειγμα, συνοδεύεται από κατάληψη εργοστασίου ή από παρεμπόδιση προσέλευσης στην εργασία (lock out).  

1) Αλλαγή του τρόπου λήψης αποφάσεων για την πραγματοποίηση απεργιών.  

2) Αύξηση του χρόνου προειδοποίησης για απεργία στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.  

3) Μείωση των ημερών συνδικαλιστικής άδειας, περιορισμό των αμειβόμενων αδειών στις απολύτως απαραίτητες, καθώς και περιορισμός των προσώπων που δικαιούνται άδειες.  

4) Δραστική μείωση των ημερών αδικαιολόγητης απουσίας συνδικαλιστική και ευθυγράμμιση με τα ισχύονται για κάθε εργαζόμενο.  

5) Περιορισμός των συνδικαλιστών που απολαμβάνουν προστασία, κατάργηση της δυνατότητας παροχής προστασίας μέσω του καταστατικού των συνδικαλιστικών οργανώσειων και μείωση του αριθμού των προστατευόμενων ιδρυτικών μελών μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης.  

ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ  

Ο γόρδιος δεσμός των ομαδικών απολύσεων θα λυθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, που αναμένεται να τοποθετηθεί τον Σεπτέμβριο για το ισχύον καθεστώς στην Ελλάδα.  

Στην εισήγηση του, ο γενικός εισαγγελέας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είχε κρίνει ασύμβατη με το κοινοτικό δίκαιο τη δυνατότητα που παρέχει η ελληνική νομοθεσία στον εκάστοτε υπουργό Εργασίας να αρνείται σε επιχειρήσεις τη διενέργεια ομαδικών απολύσεων.    

Η απόφαση που αναμένεται το επόμενο διάστημα εκτιμάται ότι θα βγάλει την κυβέρνηση από τη δύσκολη θέση, καθώς οι ομαδικές απολύσεις αποτελούν ένα από τα πλέον δύσκολα, ανοικτά θέματα μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και δανειστών.  

Και αυτό γιατί αρνητική θέση του γενικού εισαγγελέα του Ευρωδικαστηρίου (ΔΕΕ) θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από την ελληνική κυβέρνηση.  

Σήμερα η νομοθεσία προβλέπει τα εξής:  

1)Κανένας περιορισμός σε επιχειρήσεις με έως και 20 άτομα .

2) Έως 6 εργαζόμενοι τον μήνα για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν από 20 έως 150 άτομα.  

3)το 5% του προσωπικού (και έως 30 εργαζόμενοι μηνιαίως) για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν πάνω από 150 εργαζόμενους.  

Σε περίπτωση, λοιπόν, που περάσει η πρόταση του γενικού εισαγγελέα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, τότε οι επιχειρήσεις θα μπορούν να απολύουν πολύ περισσότερους εργαζόμενους (από του 30 ανα μήνα ή το 5% του συνόλου του προσωπικού μιας επιχείρησης) που προβλέπει σημερινή νομοθεσία.

πηγη: iskra.gr

Τρίτη, 09 Αυγούστου 2016 19:30

Κόκκινα δάνεια και δημόσιο χρέος

takokkinadaneia.jpg

Με στόχο την ολόπλευρη ενημέρωση των αναγνωστών του Εργατικού Αγώνα, που δε μπορεί πάντα να καλύπτεται αποκλειστικά από τη δική μας αρθρογραφία, δημοσιεύουμε σήμερα δυο ενδιαφέροντα οικονομικά άρθρα. Το πρώτο είναι του οικονομολόγου Γιάννη Τόλιου και αναφέρεται στον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος από τα FUND. Το δεύτερο είναι του οικονομολόγου Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου και αναφέρεται στις χώρες που πέτυχαν διαγραφή του δημοσίου χρέους τους. Τα παραθέτουμε χωρίς δικά μας σχόλια:

ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΥΠΟ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ FUND

Ο ΟΔΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ

του Γιάννη Τόλιου*

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε βαθιά κρίση η οποία αποτελεί βασική πτυχή της κρίσης του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού και «αδύναμο κρίκο» της γενικότερης κρίσης της ευρωζώνης και του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος. Η κρίση του τραπεζικού συστήματος εκδηλώνεται κυρίως με τα «κόκκινα δάνεια» και τα αλλεπάλληλα μέτρα «σωτηρίας» των τραπεζών με ενέσεις «ζεστού χρήματος» (ανακεφαλαιοποιήσεις) το ύψους των οποίων στο διάστημα 2009-15 υπερβαίνει τα 50 δις, πέρα από τις εγγυήσεις παροχής ρευστότητας. Πρόκειται για τεράστιο οικονομικό βάρος που φορτώθηκε στους ώμους του ελληνικού λαού μέσω των δανειακών συμβάσεων και των μνημονιακών μέτρων λιτότητας.

Ωστόσο με την τρίτη ανακεφαλαιοποίηση, υπήρξαν σειρά από δεσμεύσεις που επιφέρουν βαθιές αλλαγές τόσο στο ιδιοκτησιακό καθεστώτος των τραπεζών υπέρ των ξένων κεφαλαιούχων, όσο και στην ενίσχυση του ελέγχου των διοικήσεων τους από το ευρωσύστημα, με σοβαρές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες. Παρά τις τεράστιες θυσίες του ελληνικού λαού οι ανακεφαλαιοποιήσεις δεν εξασφάλισαν τη βιωσιμότητα του τραπεζικού συστήματος, αφού τα «κόκκινα δάνεια» συνεχίζουν να αυξάνουν, ενώ η «εκκαθάριση» τους (με πλειστηριασμούς και πώληση σε ξένα funds) δημιουργεί μεγάλα κοινωνικά προβλήματα. Τέλος τα ογκούμενα αδιέξοδα της ευρωζώνης και οι δυσκολίες προώθησης της «ευρωπαϊκής τραπεζικής ενοποίησης» με τα τεράστια «τοξικά» πιστωτικά «ανοίγματα» των μεγάλων τραπεζιών, ιδιαίτερα Ιταλίας, Ισπανίας, Γερμανίας, κά, εντείνουν τις δυσλειτουργίες του εγχώριου τραπεζικού συστήματος.

ΔΡΑΣΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Με την 3η ανακεφαλαιοποίηση, άλλαξε σχεδόν ριζικά το ιδιοκτησιακό καθεστώς των τεσσάρων μεγάλων ελληνικών τραπεζών (Εθνικής, Πειραιώς, Alpha, Eurobank). Ενώ στην πρώτη ανακεφαλαιοποίηση οι τέσσερις τράπεζες είχαν περάσει στον πλήρη έλεγχο του ΤΧΣ (Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας) με μέσο ποσοστό ελέγχου γύρω στο 85% (Εθνική 84,38%, Πειραιώς 80,95%, Alpha 81,71%, Eurobank 95,23%), σταδιακά με τη δεύτερη και τρίτη ανακεφαλαιοποίηση, το μέσο ποσοστό ελέγχου έπεσε κάτω από 20% (Εθνική 40.39%, Πειραιώς 26,42%, Alpha 11,01%, Eurobank, 2,38%).

Ειδικότερα με την 3η ανακεφαλαιοποίηση που έγινε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, υπήρξε σκανδαλώδης παραχώρηση τραπεζών σε ξένους και εγχώριους κεφαλαιούχους, με δόλια υποτίμηση των μετοχών τους που κατείχε το ΤΧΣ, ώστε να διευκολυνθούν τα ξένα funds, να αγοράσουν «κοψοχρονιά» τις νέες μετοχές (Εθνικής 0,02 €, Πειραιώς 0,003 €, Alpha 0,4 €, Eurobank 0,01 €) και να αποκτήσουν έτσι τον έλεγχο των τραπεζών. Εφαρμόζοντας πρακτικές «χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας», υποτίμησαν τεχνητά τη χρηματιστηριακή αξία των μετοχών και από 4,88 δις € που ήταν η αξία τους στις 30 Οκτώβρη ’15, μειώθηκε σε 2,22 δις στις 19 Νοέμβρη ’15 (υποτίμηση -54,5%), ενώ απαγόρευσαν τη συμμετοχή του ΤΧΣ στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου (ανακεφαλαιοποίηση), με αποτέλεσμα να χάσει την πλειοψηφία των μετοχών και τον ιδιοκτησιακό έλεγχο των τραπεζών. Στις μόνες τράπεζες που το ΤΧΣ διαθέτει ακόμα αξιόλογη συμμετοχή είναι, όπως ήδη αναφέραμε, η Εθνική και η Πειραιώς.

ΟΙ ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΙ Η ΤΡΙΤΗ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΣΗ

Η απώλεια ιδιοκτησιακού ελέγχου συνεπάγεται αναπόφευκτα και την απώλεια του δικαιώματος καθορισμού των διοικήσεων. Ενώ στις δύο τράπεζες, Alpha και Eurobank, η συμμετοχή εκπροσώπου του ΤΧΣ στη διοίκηση, δεν δίνει πολλά περιθώρια επηρεασμού των αποφάσεων, στις δύο άλλες, Εθνική και Πειραιώς, η συμμετοχή του θα μπορούσε να έχει αποφασιστικό ρόλο στην επιλογή των διοικήσεων. Ωστόσο με τη ψήφιση του νέου νόμου ορισμού των διοικήσεων των τραπεζών (Ν.4346/2015) που έγινε με τις οδηγίες των υπερεθνικών «θεσμών», η συγκεκριμένη δυνατότητα ανατρέπεται και ο έλεγχος των διοικήσεων περνάει στο ευρωσύστημα, ενώ οι μεγαλομέτοχοι ιδιώτες παίζουν αποφασιστικό ρόλο.

Συγκεκριμένα ο «οδικός χάρτης» ελέγχου των διοικήσεων των τραπεζών, ξεκινάει από τον αποφασιστικό ρόλο του «ενιαίου μηχανισμού εποπτείας-ΕΜΕ» της ΕΚΤ (Single Supervisory Mechanism-SSM), συνεχίζει με τον έλεγχο της διοίκησης του ΤΧΣ, ακολουθούν οι περιορισμοί του νόμου στη συμμετοχή ελληνικών στελεχών στις διοικήσεις των τραπεζών και σε κρίσιμες επιτροπές, ενισχύεται με τις απαιτήσεις των ξένων μετόχων στην επιλογή των διοικήσεων και ολοκληρώνεται με την έγκριση των νέων διοικήσεων από τον SSM. Αυτά πρέπει να γίνουν ως το Σεπτέμβρη. Το επόμενο βήμα είναι η έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης των «κόκκινων δανείων» και της άλωσης μεγάλου μέρους της ελληνικής οικονομίας από ξένα funds. Πρόκειται για «οδικό χάρτη» γεμάτο από ανταγωνισμούς και αντιθέσεις και με οξύτατες κοινωνικές συγκρούσεις αν υπολογίσουμε και τα μέτρα για τα «εργασιακά» εν όψει της νέας αξιολόγησης. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος της προβολής σεναρίων για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες το ερχόμενο φθινόπωρο.!

Ειδικότερα η επιλογή των μελών του διοικητικού συμβουλίου σε τράπεζες που συμμετέχουν στην «ευρωπαϊκή τραπεζική ενοποίηση», τελεί υπό την έγκριση και διαρκή έλεγχο του «ενιαίου μηχανισμού εποπτείας» (SSM) της ΕΚΤ. Σύμφωνα με κατευθύνσεις της «Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών» (EBA) η σύνθεση των Δ.Σ. πρέπει να είναι τέτοια που να εξασφαλίζει στελέχη υψηλής εξειδίκευσης, με πλούσια τραπεζική εμπειρία και γνωστικό υπόβαθρο, σύμφωνα με την οδηγία 2013/36 και τον κανονισμό 575/2013,1 για την «εταιρική διακυβέρνηση». Ο SSM στην Ελλάδα εποπτεύει εκτός τις ελληνικές τράπεζες και το ΤΧΣ. Η διαδικασία του λεγόμενου «αφελληνισμού» άρχισε με το ξήλωμα τον περασμένο μήνα της διοίκησης του ΤΧΣ, με στόχο να ορίσει ξένο επικεφαλής (σύμφωνα με δημοσιεύματα τον πολωνό Μάρεκ Μπέλκα).2 Ο SSM μέσω της «Επιτροπής Αξιολόγησης», ζήτησε την παραίτηση των μελών της «Εκτελεστικής Επιτροπής» του ΤΧΣ και ειδικότερα την παραίτηση των 3 εκτελεστικών μελών (Άρη Ξενόφου, Γιώργου Κουτσού και Αναστάσιου Γαλάνη), καθώς και του προέδρου του Γενικού Συμβουλίου, Γιώργου Μιχελή, αφήνοντας να εννοηθεί, ότι η παραίτηση τους θα προστατεύσει την επαγγελματική τους φήμη από το να τη ζητήσει εγγράφως ο υπουργός Οικονομικών.3 Έτσι ακυρώθηκε η έγκριση που είχε δώσει το ΤΧΣ για διορισμό του Χρίστου Παπαδόπουλου στη θέση του «διευθύνοντος συμβούλου» στην Πειραιώς (Chief Executive Officer - CEO), παρ’ ότι αρχικά είχε συμφωνήσει και ο SSM (προφανώς κατόπιν παρέμβασης του μεγαλομετόχου της Πειραιώς John Paulson, ο οποίος θέλει το δικό του άνθρωπο για την εφαρμογή επιθετικότερης πολιτικής διαχείρισης των «κόκκινων δανείων»).

Το ΤΧΣ, σε επιστολή του προς τις τράπεζες στα μέσα Ιουνίου ’15,4 έδωσε τις κατευθυντήριες γραμμές για την αναδιάρθρωση των Δ.Σ. των τραπεζών. Ο αριθμός των μελών δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 13 άτομα, από τα οποία 3 εκτελεστικά, 3 μη εκτελεστικά, 5 ανεξάρτητα (από τα οποία 3 εμπειρογνώμονες με σημαντικό ρόλο σε επιτροπές), 1 εκπρόσωπος του δημοσίου και 1 εκπρόσωπος του ΤΧΣ. Όλα τα μέλη του Δ.Σ. πρέπει να διαθέτουν τουλάχιστον 10ετή εμπειρία σε ανώτερες διευθυντικές θέσεις τραπεζών, ενώ μπαίνουν μια σειρά περιορισμοί (να μην έχουν προηγούμενη πολιτική παρουσία, να μην είναι επιχειρηματίες, να μην έχουν διατελέσει κυβερνητικά στελέχη ΔΕΚΟ, να μην είναι συνδικαλιστές και εκπρόσωποι των εργαζόμενων, κά), με αποτέλεσμα η τελική επιλογή να φωτογραφίζει σχεδόν αποκλειστικά στελέχη από εξωτερικό.

Ήδη η διαδικασία αξιολόγησης των σημερινών διοικήσεων από την ειδική εταιρία συμβούλων «Spenser Stuart», έχει προχωρήσει και από τα 58 μέλη των Δ.Σ. των συστημικών τραπεζών, προβλέπεται να αντικατασταθούν γύρω στα 18, περίπου 1/3.5 Μεταξύ αυτών είναι και η πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας, Λούκα Κατσέλη, η οποία στο παρελθόν είχε διατελέσει υπουργός Οικονομικών (2009) και μετέπειτα αρχηγός της «Κοινωνικής Συμφωνίας» ως τις αρχές 2015. Η Λούκα Κατσέλη εξέφρασε δημόσια τις αντιρρήσεις της για τις διαδικασίες επιλογής των μελών των Δ.Σ. των τραπεζών και ειδικότερα για τον αποκλεισμό ελληνικών επιχειρηματικών και τεχνοκρατικών στελεχών και τη χρησιμοποίηση στην πράξη μόνο στελεχών από το εξωτερικό. Θεωρεί ότι «η κατεύθυνση προς ένα τέτοιο μοντέλο εταιρικής διακυβέρνησης είναι μονοδιάστατο και συγκεντρωτικό και ενέχει σοβαρούς κινδύνους ως προς την απρόσκοπτη και αποτελεσματική υλοποίηση των προκλήσεων που έχουν μπροστά τους οι ελληνικές τράπεζες».6

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γ.Δραγασάκης, αρμόδιος σε θέματα τραπεζών, υποσχέθηκε τροποποίηση του νόμου και την αλλαγή των κριτηρίων επιλογής των διοικήσεων. Ωστόσο το αίτημα, σε σχετική επιστολή που έστειλε με τον υπουργό Οικονομικών Ε.Τσακαλώτο, απορρίφθηκε «μετ’ επαίνων» από το «κουαρτέτο» (ΕΕ, ΕΚΤ, ESM, και ΔΝΤ).7 Οι «θεσμοί» απάντησαν ότι δεν μπορεί να αλλάξει ο τρόπος επιλογής των διοικήσεων, γιατί έχουν προχωρήσει οι διαδικασίες αξιολόγησης, ενώ το θεσμικό πλαίσιο που ψηφίστηκε το Νοέμβρη ’15, είχε τη σύμφωνη γνώμη της κυβέρνησης, με το σκεπτικό ότι κόβεται τάχα ο ομφάλιος λώρος μεταξύ τραπεζών με την πολιτική και επιχειρηματική ελίτ. Η αντίδραση της κυβέρνησης εκδηλώθηκε εκ των υστέρων «για την τιμή των όπλων», αφού καρατομήθηκε η διοίκηση του ΤΧΣ και στο Γενικό Συμβούλιο που παίρνει τις αποφάσεις ο συσχετισμός πλέον θα είναι 5 ξένοι και 4 έλληνες.! Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Δ/της της Τράπεζας Ελλάδας, Γιάν. Στουρνάρας, μιλώντας στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, υπεραμύνθηκε της σχετικής ρύθμισης, λέγοντας ότι «δεν συμμερίζομαι τα περί αφελληνισμού. Με την αξιολόγηση θα μπούνε καλύτερα στελέχη. Έτσι θωρακίζεται ο τραπεζικός κλάδος και διευρύνονται τα όρια συνεισφοράς στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας».!8

Αξίζει να σημειωθεί ότι τις κρίσιμες αλλαγές στο ΤΧΣ, που είναι βασικός μέτοχος στην Εθνική και Πειραιώς, ψήφισαν υπέρ και οι δύο έλληνες εκπρόσωποι (Τράπεζας Ελλάδος και υπουργείου Οικονομικών). Ειδικότερα η «Επιτροπή Αξιολόγησης» του SSM, που έκρινε ακατάλληλη τη διοίκηση του ΤΧΣ, συστάθηκε με απόφαση του υπουργού Οικονομικών Ε.Τσακαλώτου στις 15.1.16, κατόπιν σχετικής δέσμευσης στα πλαίσια του Μνημονίου. Η απόφαση απομάκρυνσης πάρθηκε ομόφωνα. Η Επιτροπή αποτελείται από 6 μέλη. Την Φραντζέσκο Παπαδία, πρόεδρο, διορίστηκε από την ΕΚΤ, τη Τζούλια Κιράλι, πρ. υποδιοικητής κεντρικής τράπεζας Ουγγαρίας, διορίστηκε από την ΕΕ, τoν Έρικ Ραχέντρα, σουηδό, διορίστηκε από τον ESM, τον Αιμίλιο Αυγουλέα καθηγητή Παν/μίου Εδιμβούργου διορίστηκε από την Τράπεζα Ελλάδος και Πίτερ Ινγκβε, σουηδό, από τον υπουργό Οικονομικών Ευκ.Τσακαλώτο.9

Η αξιολόγηση των σημερινών διοικήσεων των τραπεζών που έγινε από την εταιρία συμβούλων «Spenser Stuart», κοινοποιήθηκε στις τράπεζες, οι οποίες θα πρέπει να κάνουν τις δικές τους προτάσεις και μέχρι τέλος Σεπτέμβρη ‘16, ώστε να προχωρήσουν οι σχετικές αλλαγές σύμφωνα με τις δεσμεύσεις του Μνημονίου. Το ΤΧΣ έχει δικαίωμα να διατυπώσει προτάσεις βελτίωσης τους. Οι τελικές αλλαγές θα ελεγχθούν από τον «ενιαίο εποπτικό μηχανισμό» (SSM) της ΕΚΤ. Η αξιολόγηση περιλαμβάνει το μέγεθος, τη δομή και κατανομή των αρμοδιοτήτων εντός του Δ.Σ. και στις βασικές Επιτροπές (ελέγχου/Audit, κινδύνου/Risk, προαγωγών/nomination, κά). Στην ουσία τα βασικά κέντρα επιλογής και υλοποίησης των αποφάσεων των τραπεζών, περνούν σε ξένους.

Με βάση τις αξιολογήσεις των διοικήσεων, οι τράπεζες Eurobank και Alpha Bank θεωρούνται ότι διαθέτουν καλύτερο επίπεδο «εταιρικής διακυβέρνησης», ενώ υπάρχουν προβλήματα στην Πειραιώς και Εθνική. Στην ουσία είναι οι δύο τράπεζες που ακόμα «παίζεται» ποιος θα έχει τον έλεγχο. Ήδη από την ηγεσία της Εθνικής αποκλείστηκε η Λούκα Κατσέλη και από την Πειραιώς ο Μιχάλης Σάλλας. Επίσης ο SSM «μπολικάρισε» όπως αναφέραμε το διορισμό του Χρ.Παπαδόπουλου στη θέση του δ/συμβούλου στην Πειραιώς, παρ’ ότι αρχικά είχε λάβει έγκριση από το ΤΧΣ, προφανώς κάτω από τις πιέσεις του John Paulson που εκτός από σημαντικό μερίδιο στην Alpha (γύρω στο 10%), κατέχει το 20-25% των μετοχών της Πειραιώς και θέλει να βάλει στο χέρι, μέσω distress funds, το πλούσιο πανέρι με τα «κόκκινα» επιχειρηματικά της Πειραιώς (ακτοπλοΐα, ξενοδοχεία, αγροτοδιατροφικά κά).10

Η «Επιτροπή Αξιολόγησης» του SSM, με σύμβουλο την ουγγρική εταιρία Korn Ferry, έχει καταρτίσει μια στενή λίστα ονομάτων με ξένα τραπεζικά στελέχη τα οποία σκοπεύει να τοποθετήσει στις διοικήσεις των τραπεζών. Στον κατάλογο διορισμού νέας διοίκησης μπήκε και η Αττικής, παρ’ ότι δεν είναι συστημική, λόγω συμμετοχής του ΤΧΣ στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Από την άλλη ο ρόλος του ΤΧΣ θα περιοριστεί, δεδομένου ότι οι μετοχές στις τέσσερις συστημικές τράπεζες (Εθνική 40%, Πειραιώς 26%, Alpha 11% και Eurobank 2,3%), μέχρι το φθινόπωρο θα πρέπει περάσουν στο νέο υπερ-Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων που είναι υπό συγκρότηση, ενώ η διοίκηση του υπερ-Ταμείου θα ελέγχεται από τους «θεσμούς».

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ «ΣΑΦΑΡΙ» ΤΩΝ «ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ» ΞΕΚΙΝΑ

Τα «κόκκινα δάνεια» είναι ο «γόρδιος δεσμός» που έχουν να λύσουν οι ελληνικές τράπεζες, καθώς και πολλές τράπεζες της ευρωζώνης. Το συνολικό ύψος, το πρώτο τρίμηνο του 2016, ανέρχονταν σε 108,6 δις € και το μεγαλύτερο μέρος ήταν επιχειρηματικά δάνεια (πάνω από 60%), από τα οποία ένα μέρος αφορούσε ατομικές επιχειρήσεις, ενώ τα περισσότερα ήταν μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων. Η περίπτωση Μαρινόπουλου δίνει μια εικόνα του τρόπου δημιουργίας των περισσότερων κόκκινων επιχειρηματικών δανείων. Συνολικά 168 όμιλοι με 820 επιχειρήσεις, έχουν προβληματικά δάνεια 15 δις από τα οποία τα 12 δις είναι «κόκκινα».11 Από τα υπόλοιπα γύρω στο 25% είναι στεγαστικά και το 15% καταναλωτικά.

Σύμφωνα με τους σχεδιασμούς των τραπεζών,12 στόχος είναι η μείωση των «κόκκινων ανοιγμάτων» των τραπεζών σε διάστημα 3,5 ετών και ειδικότερα η μείωση των «μη εξυπηρετούμενων δανείων» (NPLs) κατά 41 δις στη διετία 2018-19. Το μίγμα στρατηγικής για τα «επιχειρηματικά», περιλαμβάνει την επαναφορά σε εξυπηρέτηση μέρους των δανείων, τις αναδιαρθρώσεις και πιο ριζικές λύσεις (εκκαθάριση) γύρω στο 12%. Όσον αφορά τα στεγαστικά έχει αρχίσει η διαδικασία πλειστηριασμών, παρ’ ότι τα δάνεια πρώτης κατοικίας μέχρι 140.000 € έχει δοθεί παράταση ως τέλος 2017.

Σημαντική πλευρά της διαδικασίας «επίλυσης» των κόκκινων δανείων είναι η δημιουργία ανάλογου θεσμικού καθεστώτος. Ο έλεγχος των διοικήσεων των τραπεζών και των κρίσιμων επιτροπών από τους δανειστές, αποτελεί το ένα σκέλος της διαδικασίας. Το άλλο σκέλος, πριν ξεκινήσει το μεγάλο «σαφάρι» αρπαγής εγχώριων επιχειρήσεων από ξένα funds, αφορά θεσμικές ρυθμίσεις για τη συγκρότηση ειδικών δικαστηρίων και θεσμοθέτηση του επαγγέλματος του σύνδικου πτώχευσης. Η μελέτη του ΤΧΣ που θα αποτελέσει πιλότο για την αναδιάρθρωση των δανείων, όπως επίσης και οι ρυθμίσεις για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό μεταξύ πιστωτών και υπερχρεωμένων επιχειρήσεων.

Οι νέες θεσμικές ρυθμίσεις θα δίνουν τη δυνατότητα στις τράπεζες να «μετοχοποιούν» τα δάνεια σε επιχειρήσεις, να προβαίνουν σε αλλαγή διοικήσεων χωρίς συμφωνία του βασικού μετόχου, να διαγράφουν μέρος των δανείων, να εκποιούν περιουσιακά τους στοιχεία, κά. Δηλαδή στο άμεσο μέλλον θα βιώσουμε μια βίαιη αναδιάρθρωση της επιχειρηματικής δομής της ελληνικής οικονομίας, στην οποία τον πρώτο λόγο θα έχουν οι τράπεζες υπό τον έλεγχο των δανειστών. Το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει είναι τι θα γίνει με τις δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους στις επιχειρήσεις που θα βάλουν λουκέτο. Γιαυτό εκτός από τη διασφάλιση βασικών τους δικαιωμάτων (δεδουλευμένα, αποζημιώσεις), μεγάλη σημασία έχει η απαίτηση για διαχειριστικό έλεγχο βάθους και καταλογισμό ευθυνών, καθώς και την προώθηση συνεργατικών σχημάτων για εξασφάλιση της απασχόλησης σε όσες επιχειρήσεις είναι βιώσιμες.

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ «ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΟ»

Η επιδίωξη ελέγχου των διοικήσεων των τραπεζών και μεγάλου μέρους των εγχωρίων επιχειρήσεων με την εκκαθάριση των «κόκκινων δανείων» από τους δανειστές, χαρακτηρίζεται από δημοσιογραφικούς κύκλους ως «αφελληνισμός». Με την τυπική έννοια του όρου είναι όντως έτσι. Ωστόσο η διαχρονική παρουσία «εκλεκτών» της τραπεζικής ολιγαρχίας και της επιχειρηματικής ελίτ στη διοίκηση των τραπεζών, δεν σηματοδότησε την ορθολογική διαχείριση τους, με βάση τα συμφέροντα του ελληνικού λαού και της χώρας, αλλά ήταν με βάση τα στενά ταξικά τους συμφέροντα και με κύριο χαρακτηριστικό σκανδαλώδεις ρυθμίσεις, θαλασσοδάνεια κά.

Ταυτόχρονα το club των αστικών πολιτικών δυνάμεων που υπερασπίζονται τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι, Ένωση Κεντρώων) στις οποίες προσχώρησε και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ήταν και παραμένουν ένθερμοι υποστηρικτές των Μνημονίων και της «πάση θυσία» παραμονής στην ευρωζώνη. Παράλληλα στηρίζουν το ξεπούλημα των δημοσίων επιχειρήσεων σε ξένους (πραγματικός «αφελληνισμός»), ενώ δεν θέλουν να ακούσουν λέξη για «δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο των τραπεζών», πολύ περισσότερο που ο ελληνικός λαός έχει επωμισθεί τεράστια βάρη χάριν της σωτηρίας τους.

Άρα η ύψωση της σημαίας κατά του «αφελληνισμού», τραπεζών και εγχώριων παραγωγικών μονάδων, δεν έχει μονοσήμαντη ανάγνωση. Ασφαλώς και υπό τις παρούσες συνθήκες είμαστε αντίθετοι στην αρπαγή δημοσίων και ιδιωτικών επιχειρήσεων από ξένα funds. Ωστόσο ο αγώνας κατά του «αφελληνισμού» αποκτά πραγματικό νόημα, μόνο στα πλαίσια μιας εναλλακτικής πολιτικής που θέτει σε νέα βάση την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Ειδικότερα με την αποτροπή λεηλασίας της δημόσιας περιουσίας και του πλούτου της χώρας από το πολυεθνικό κεφάλαιο. Την προώθηση της εθνικοποίησης των τραπεζών. Την άμεση αποδέσμευση από ευρωζώνη και τη μετάβαση στο εθνικό νόμισμα. Την επαναφορά των ΔΕΚΟ στο δημόσιο έλεγχο και την επέκταση τους σε στρατηγικούς τομείς. Την αναστολή πληρωμής του χρέους με στόχο τη διαγραφή του. Την προώθηση της παραγωγικής ανασυγκρότησης και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Την κατάργηση της λιτότητας, τη δικαιότερη κατανομή και ανακατανομή πλούτου, την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης μισθών-συντάξεων, τη διασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων και γενικά μια πολιτική φιλολαϊκής εξόδου από την κρίση, ώστε να ανασάνει ο λαός από το βραχνά της λιτότητας και να ανοίξουν ελπιδοφόροι ορίζοντες για τη νέα γενιά.

*Ο Γιάννης Τόλιος είναι Διδάκτωρ οικονομικών, μέλος Π.Γ. της ΛΑΕ και υπεύθυνος Οικονομικής Πολιτικής

1.. http://www.kathimerini.gr 27.7.16

2. www.dealnews.gr,

3. Εφημερίδα των Συντακτών, 1.7.16

4. Ναυτεμπορική, 15.6.16

5. Ναυτεμπορική, 14.7.16

6. Ναυτεμπορική, 1.7.16

7. Real News, 10.7.16

8. www.dealnews.gr, 27.7.16

9. Real News, 10.7.16

10. Εφημερίδα των Συντακτών, 1.7.16

11. Real News, 3.7.16

12. Ναυτεμπορική, 13.7.16

Πηγή: iskra.gr

Ακολουθεί το δεύτερο άρθρο:

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις διαγραφής δημόσιου χρέους (Αργεντινή, Ισημερινός, Γερμανία)

(Αναδημοσίευση από το 10ο φύλλο 22/7/2016 της εφημερίδας ‘Έξοδος 133’)

του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*

Η άρνηση πληρωμής δημόσιου χρέους είναι έννομη πράξη, κατά το διεθνές δίκαιο, ενώ αρκετές χώρες, κατά τη διάρκεια των 200 τελευταίων περίπου ετών, έχουν προσφύγει σε αυτή, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης που έχει κηρύξει ήδη τέσσερις επίσημες πτωχεύσεις. Πρόσφατες χαρακτηριστικές περιπτώσεις χωρών, με αντιφατικές εμπειρίες, πού αρνήθηκαν στην πορεία την ‘βοήθεια’ του ΔΝΤ ή και διέγραψαν μεγάλο ποσοστό του δημόσιου χρέους τους για να αναδειχθούν τα προβλήματα εφαρμογής των ‘προγραμμάτων αρωγής’ καθώς και οι υπάρχουσες δυνατότητες στην αντιμετώπιση της κρίσης χρέους, είναι αυτές της Αργεντινής και του Ισημερινού-Εκουαδόρ. Χαρακτηριστική είναι επίσης η περίπτωση της Γερμανίας που, σύμφωνα με τη συνθήκη του Λονδίνου του 1953, διέγραψε το 63% του δημόσιου χρέους της επιτρέποντας τη γρήγορη ανάκαμψή της από τις στάχτες του παγκόσμιου πολέμου, που προκάλεσε-επέβαλε η ίδια , και την μεταπολεμική πανευρωπαϊκή κυριαρχία της.

-Τη χρονική περίοδο 1999-2002, η Αργεντινή κλονίσθηκε από μία φοβερή κοινωνικο-οικονομική κρίση, μετά από μια δεκαετία μεγάλης πτώσης του πληθωρισμού, σταθεροποίηση των τιμών και σταδιακή αύξηση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της, λόγω της πολιτικής σύνδεσης του αργεντίνικου πέσο με το αμερικανικό δολάριο. Η χώρα, είχε ιστορικό υπερ-πληθωρισμού επί δεκαετίες και η σύνδεση αυτή των δύο νομισμάτων είχε εκληφθεί ως λύση που επέλυε όλα τα προβλήματα. Παρά την τιθάσευση του πληθωρισμού, η παραγωγικότητα της οικονομίας της έμενε στάσιμη ενώ η παραγωγικότητα εμπορικών εταίρων της Αργεντινής (ΗΠΑ, Ευρώπη, Ν.Α. Ασία, Κίνα, άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής) βελτιωνόταν με γρήγορους ρυθμούς. Η σταθερή σύνδεση πέσο–δολαρίου, δεν επέτρεπε τις απαραίτητες υποτιμήσεις του νομίσματος, που ήταν αναγκαίες, για να εξακολουθήσουν να παραμένουν ανταγωνιστικά τα προϊόντα της Αργεντινής συγκριτικά με τα ξένα ανταγωνιστικά. Οι εισαγωγές προϊόντων ήταν φθηνές, μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα των εγχώριων προϊόντων και οδηγώντας σε σταδιακή μείωση της παραγωγικής δραστηριότητας της χώρας και διόγκωση της ανεργίας, χειροτερεύοντας το εμπορικό ισοζύγιο και μειώνοντας τα κρατικά έσοδα, προκαλώντας τη διαρκή αύξηση των εμπορικών ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους. Εξαιτίας της εισροής ξένων κεφαλαίων και των σχετικά χαμηλών τιμών γης και άλλων περιουσιακών στοιχείων, δεν ήταν εμφανές το μέγεθος του προβλήματος που θεωρήθηκε διαχειρίσιμο. Όταν όμως άρχισε η έξοδος των ξένων επενδυτών αλλά και των εγχώριων εισοδηματιών, με φυγή κεφαλαίων και ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων, συνειδητοποιήθηκε η τεράστια έκταση του προβλήματος. Η τότε κυβέρνηση της Αργεντινής, αντί της άμεσης αποσύνδεσης του πέσο από το δολάριο και της άμεσης υποτίμησής του, ωσότου επέλθει ισορροπία, προτίμησε τον δανεισμό τεράστιων ποσών από ιδιώτες και το ΔΝΤ, με στόχο τη διαφύλαξη της σύνδεσης της ισοτιμίας πέσο–δολαρίου με αναλογία ανταλλαγής 1 προς 1, υπό την ασφυκτική πίεση και καθοδήγηση του ΔΝΤ. Όταν ολοκληρώθηκε η έξοδος των χρημάτων ξένων και εγχώριων επενδυτών από τη χώρα (λόγω της διατήρησης σταθερής αυτής της νομισματικής ισοτιμίας), το σύστημα κατέρρευσε ολοσχερώς (1999) και το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε κατά 4%, που ήταν το πρώτο στάδιο μιας τριετούς περιόδου ύφεσης που κατέληξε σε πλήρη διάλυση του πολιτικού και οικονομικού σκηνικού. Όταν το 2001 οι κάτοικοι, ευρισκόμενοι σε κατάσταση πανικού, άρχισαν την μαζική απόσυρση των καταθέσεών τους από τις τοπικές τράπεζες και την μεταφορά τους σε τράπεζες του εξωτερικού, η κυβέρνηση του Φερνάντο ντε λα Ρούα αποφάσισε το ‘πάγωμα’ των καταθέσεων επί 12μηνο, προκαλώντας τεράστια κοινωνική αναταραχή και βίαιες διαδηλώσεις, με συνέπεια τη φυγάδευσή του από τη χώρα με ελικόπτερο τον Δεκέμβριο του 2001. Ο Αδόλφο Ροντρίγκες Σάα, που τον διαδέχθηκε στην προεδρία, προσπάθησε να εφαρμόσει ένα νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα, που δεν απέφερε τα αναμενόμενα και εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση. Την περίοδο 2001-2002 το ΑΕΠ μειώθηκε 21%, η επίσημη ανεργία ανήλθε στο 23%, το ποσοστό του ευρισκόμενου κάτω από το όριο της φτώχειας πληθυσμού ήταν 57% και το δημόσιο χρέος ανήλθε σε 140 δις δολάρια. Τον Ιανουάριο του 2002, τερματίσθηκε η πολιτική της σταθερής ισοτιμίας και το πέσο οδηγήθηκε σε ελεύθερη πτώση, εκτινάσσοντας τον πληθωρισμό και την ανεργία σε δυσθεώρητα ύψη. Η ποιότητα ζωής του μέσου πολίτη μειώθηκε κατακόρυφα, πληθώρα επιχειρήσεων οδηγήθηκε σε πτώχευση και τα εισαγόμενα προϊόντα έγιναν σε πραγματικές τιμές απλησίαστα, ενώ η ονομαστική αξία των μισθών είχε παραμείνει στα επίπεδα προ κρίσης. Εξαιτίας όμως της ‘γενναίας’ υποτίμησης του πέσο, οι εξαγωγές έγιναν φθηνές και ο τουρισμός αυξήθηκε, οδηγώντας την οικονομία στην επανάκτηση της ανταγωνιστικότητάς της. Επίσης λόγω της αύξησης της τιμής της σόγιας στην παγκόσμια αγορά, καθώς και άλλων προϊόντων (κρέατα-δημητριακά), που προκλήθηκε από την ανάπτυξη της Κίνας, υπήρξε μαζική εισροή κεφαλαίων στην οικονομία της χώρας, που λειτούργησε ως τονωτική ένεση, οδηγώντας την σε επανεκκίνηση.

Το 2003 ο νεοεκλεγείς πρόεδρος της Αργεντινής Νέστωρ Κίρχνερ, μετά από περίοδο φοβερής πολιτικής αστάθειας και κοινωνικής εξαθλίωσης, λόγω της εφαρμογής των προγραμμάτων του ΔΝΤ, κήρυξε μονομερή στάση πληρωμών, υποτίμησε περαιτέρω το πέσο κατά 28% και εθνικοποίησε σημαντικούς τομείς της οικονομίας, αρνούμενος την αναγνώριση του δημόσιου χρέους. Το επιχείρημά του ήταν ότι το χρήμα που δανείσθηκε η χώρα, δεν χρησιμοποιήθηκε προς όφελος του λαού, αλλά διοχετεύθηκε στην εξυπηρέτηση επιχειρηματικών συμφερόντων. Μία ομάδα εξουσιοδοτημένων από τον ΟΗΕ επιθεωρητών, αφού έλεγξαν το περιεχόμενο του χρέους, έκριναν ότι το μεγαλύτερο μέρος δεν μπορούσε να θεωρηθεί νόμιμο. Το 2005, μετά από σειρά σκληρών διαπραγματεύσεων, η χώρα κατόρθωσε να επιτύχει την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους προς τους ιδιώτες επενδυτές με μία έκπτωση 25%-35% της αρχικής ονομαστικής αξίας των ομολόγων και επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής (μέσω ανταλλαγής των παλαιών ομολόγων με νέα μικρότερης αξίας και μεγαλύτερης διάρκειας). Σε αντίθεση με τους ιδιώτες επενδυτές, το ΔΝΤ κράτησε αρχικά σκληρή στάση μη αποδεχόμενο επαναδιαπραγμάτευση των όρων του δανείου του, αλλά μετά από πολύμηνες σκληρές διαπραγματεύσεις, έγινε κατορθωτή η περικοπή του 70% του χρέους του και συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του υπολοίπου με δεσμευτικούς όρους. Τον Δεκέμβριο του 2005, ο Κίρχνερ ανακοίνωσε ότι τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας επαρκούσαν για την κάλυψη των υποχρεώσεών της και το 2006, εκμεταλλευόμενη η χώρα τα πλεονάσματα λόγω της οικονομικής ανάπτυξης, αποπλήρωσε με το ποσό των 9,5 δις δολαρίων το χρέος της προς το ΔΝΤ. Την περίοδο εκείνη το ΔΝΤ, λόγω της παταγώδους αποτυχίας του τόσο στην περίπτωση της Αργεντινής όσο και σε εκείνη της κρίσης της Ν.Α. Ασίας, υπέστη φοβερή απαξίωση και κόντεψε να παύσει να υφίσταται, ώσπου η κρίση της Ελλάδας και των λοιπών χωρών της ευρωζώνης το επανακατέστησε  ενεργό στη διεθνή οικονομική πραγματικότητα. Με αφορμή την κήρυξη επιλεκτικής χρεοκοπίας από τους περιώνυμους διεθνείς οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης τον Αύγουστο του 2014, λόγω άρνησης υποταγής της χώρας σε μία παράλογη απόφαση αμερικάνικου δικαστηρίου που δικαίωσε ένα αμοιβαίο κεφάλαιο-‘γύπα’, που αρνήθηκε να αποδεχθεί τη συμφωνία της συντριπτικής πλειοψηφίας των διεθνών επενδυτών με τη χώρα, να επισημάνουμε ότι αν και είναι αποκλεισμένη από τις διεθνείς ομολογιακές αγορές από τότε, αναπτύσσεται ταχύτατα με κατά κεφαλή ΑΕΠ 14.760 δολάρια το 2013 έναντι 3.285 δολαρίων το 2002, με τελευταίους ρυθμούς ανάπτυξης 8,9% το 2011, 1,9% το 2012 και 3,5% το 2013, έχοντας βρει αλλού χρηματοδότες των επενδυτικών της σχεδίων (BRICS και ειδικότερα Κίνα και Ρωσία), και συνολικό δημόσιο χρέος που ανέρχεται σε μόλις 44% του τρέχοντος ΑΕΠ της με περίπου 70% αυτού να είναι σε πέσος και ευρώ και όχι σε δολάρια.

-Ο Ισημερινός-Εκουαδόρ, με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού Ραφαέλ Κορέα, πρώην Υπουργού Οικονομικών και προέδρου της χώρας, που επέστρεψε στην εξουσία το 2007, κάλεσε το ΔΝΤ για επαναδιαπραγμάτευση του χρέους. Δεν προέβη σε άρνηση πληρωμής του χρέους αμέσως, αλλά ξεκίνησε τη διαδικασία του διεθνούς λογιστικού ελέγχου με τη συγκρότηση διακομματικής επιτροπής υπό τον γενικό εισαγγελέα της χώρας με τη συμμετοχή ενός ανώτερου κληρικού και τη συνεργασία Μη-κυβερνητικής Οργάνωσης, ξένων οικονομολόγων και νομικών αυξημένου κύρους. Έπειτα από σχεδόν ένα έτος εργασίας, η επιτροπή λογιστικού ελέγχου συνέστησε στην κυβέρνηση του Ισημερινού να κηρύξει στάση πληρωμών για τα 3,2 δισ. δολάρια εξωτερικού χρέους, που αφορούσαν στα λεγόμενα «διεθνή ομόλογα» (Global Bonds), που έληγαν το 2012, το 2015 και το 2030 και ήταν αποτέλεσμα προηγούμενης αναδιάρθρωσης χρέους το 2000, μετά τη στάση πληρωμών του 1999. Ο Κορέα, ακολουθώντας τη σύσταση της επιτροπής και επικαλούμενος συγκεκριμένες σκανδαλώδεις συμβάσεις, κήρυξε στάση πληρωμών τον Δεκέμβριο του 2008, απευθυνόμενος στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, που υποστήριξε την επιλογή του και αναγνώρισε το δικαίωμα της χώρας να μην αποπληρώσει χρέη που δημιουργήθηκαν από προηγούμενες διεφθαρμένες κυβερνήσεις. Οι ρίζες της κρίσης χρέους του Ισημερινού, ανάγονται στην περίοδο 1976-1979, όταν το τότε δικτατορικό καθεστώς της χώρας συνομολόγησε χρέος 3,4 δισ. δολαρίων, που τα 2/3 του κατευθύνθηκαν στη χρηματοδότηση στρατιωτικών εξοπλισμών. Μόνο το 2007 ο Ισημερινός, πλήρωνε περισσότερα από 1,75 δισ. δολάρια για την εξυπηρέτηση του χρέους, περισσότερα από όσα η κυβέρνηση δαπάνησε για την υγεία, την κοινωνική πρόνοια, την κατοικία, την αστική ανάπτυξη και το περιβάλλον μαζί. Ο λογιστικός έλεγχος του χρέους, κατέληξε σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα: όπως το ότι εκπρόσωποι των τραπεζών Smith Barney (ανήκει σήμερα στη Citigroup) και JP Morgan προχώρησαν σε αναδιάρθρωση χρέους το 2000, χωρίς την έγκριση της χώρας, χρεώνοντας επιτόκια 10% και 12% και ότι υπήρξαν παρατυπίες στην έκδοση ομολόγων, που έρχονταν σε αντίθεση ακόμη και με αυτούς τους κανονισμούς της πανίσχυρης Αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Ακόμη οι συμφωνίες έκδοσης ομολόγων, δεν ήταν σύννομες με το Σύνταγμα της χώρας και οι ανάδοχοι της έκδοσης είχαν ασυλία έναντι των οποιωνδήποτε ζημιών που είχαν σχέση με την έκδοση των «διεθνών ομολόγων», απαλλάσσοντάς τους από την οποιαδήποτε έκθεση σε κίνδυνο. Η απόφαση στην αρχή προκάλεσε κάποιες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, χωρίς όμως ιδιαίτερη συνέχεια, όπως σε άλλες κρίσεις ομολόγων, π.χ. αυτήν του Μεξικού το 1994. Η στάση πληρωμών του Κορέα, συνοδεύθηκε από αναδιάρθρωση χρέους (το Εκουαδόρ θα πληρώσει 35 σεντς για κάθε δολάριο) και βέβαια από μια ριζική αναθεώρηση του οικονομικού προσανατολισμού της χώρας, με έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της. Ο Ισημερινός αποκλείσθηκε από τις αγορές, σύναψε ωστόσο διμερείς συμφωνίες δανεισμού με την Κίνα ύψους 3 δισ. δολαρίων, με αντάλλαγμα τις εξαγωγές πετρελαίου και τη χρηματοδότηση ενός υδροηλεκτρικού έργου. Τα οξύτατα προβλήματα φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού δεν έχουν επιλυθεί, αλλά η οικονομία της χώρας αναπτύχθηκε κατά 4,5% τα δύο πρώτα έτη της διακυβέρνησης Κορέα με ανάλογη συνέχεια παρά τη διεθνή οικονομική ύφεση-κρίση.

-Με τη συμφωνία για το γερμανικό δημόσιο χρέος, που υπογράφηκε και από την Ελλάδα, στο Λονδίνο στις 27 Φεβρουαρίου του 1953, 32 χώρες και οι ΗΠΑ δέχθηκαν τη διαγραφή-απομείωση της ονομαστικής αξίας του διακρατικού δημόσιου χρέους κατά 63%. Το υπόλοιπο χρέος διευθετήθηκε με ευνοϊκούς όρους βάσει της ίδιας συμφωνίας (πληρωμή σε γερμανικό νόμισμα, επιμήκυνση χρόνου αποπληρωμής, καθορισμός "πλαφόν" στα ποσά που κατέληγαν για την εξυπηρέτησή του με ρήτρες ανάπτυξης, χαριστικά επιτόκια 0%-0,5%), που η Γερμανία αποπλήρωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Επιπλέον συμφωνήθηκε η αναστολή αποπληρωμής των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα (κατοχικό υποχρεωτικό δάνειο και πολεμικές επανορθώσεις), μέχρι την επανένωση της Γερμανίας, και είναι απαιτητές εντόκως, από την ημερομηνία δημιουργίας τους, εδώ και 26 περίπου έτη…….

* Ο Καλλίνικος Κ. Νικολακόπουλος είναι οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, 2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα οικονομικά και διοίκηση μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα), μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ερευνών Κοινωνικής και Οικονομικής Πολιτικής.

Πηγή::  kallinikosnikolakopoulos.blogspot.gr

πηγη: ergatikosagwnas.gr

Σελίδα 3937 από 4476
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή