Σήμερα: 28/04/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016 08:41

Γιατί πέφτει το ευρώ

euro.jpg

Πυκνώνουν τα σύννεφα πάνω από την ευρωζώνη.

Στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2003 έχει πέσει το ευρώ, με την ισοτιμία του έναντι του δολαρίου να κυμαίνεται στο 1,046 και την Deutsche Bank να προβλέπει ότι θα κατρακυλήσει στο 0,95 μέσα στο 2017.

Από μόνη της, η ισοτιμία του νομίσματος δεν λέει και πολλά πράγματα, μάλιστα η πτώση του ευρώ θα μπορούσε να έχει και θετικές συνέπειες, τουλάχιστον για ορισμένες χώρες και κοινωνικές τάξεις: ενίσχυση των εξαγωγών, ενθάρρυνση στην υποκατάσταση εισαγωγών από εγχώρια προϊόντα, τόνωση του πληθωρισμού σε μια ευρωζώνη που υποφέρει από αποπληθωρισμό και “απεργία” επενδύσεων, αύξηση του εξωτερικού τουρισμού. Αρκετούς από αυτούς τους στόχους, άλλωστε, επεδίωκε και το περίφημο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της ΕΚΤ υπό τον Μάριο Ντράγκι.

Ωστόσο η πτωτική πορεία του ευρώ δεν οφείλεται κυρίως στη βούληση και τις πρωτοβουλίες των κυρίαρχων της ευρωζώνης. Είναι πασίγνωστο ότι το χρήμα που έριξε στην αγορά ο Ντράγκι απέτυχε να αναζωογονήσει την αναιμική οικονομική ανάπτυξη και ότι κατά κύριο λόγο εξαντλήθηκε στο να βοηθήσει τις τράπεζες να κλείσουν κάποιες από τις μαύρες τρύπες τους.

Ο πιο άμεσος παράγοντας που ωθεί προς τα κάτω το ευρώ είναι η άνοδος του δολαρίου λόγω της δυναμικότερης ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας σε σύγκριση με εκείνη της ευρωζώνης. Η προοπτική δημοσιονομικής χαλάρωσης στις ΗΠΑ με τα μεγάλα επενδυτικά προγράμματα που έχει εξαγγείλει ο Τραμπ στους τομείς των υποδομών δημιουργεί προσδοκίες για περαιτέρω άνοιγμα της ψαλίδας. Η εντελώς φυσιολογική, υπό αυτές τις συνθήκες, απόφαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ να αυξήσει τα επιτόκια κατά 0,25% (άλλες τρεις αυξήσεις επιτοκίων αναμένονται εντός του 2017) έκανε ακόμη πιο ελκυστικό το δολάριο.

Οι εξελίξεις αυτές τροφοδοτούν το ήδη ισχυρό κύμα μετανάστευσης κεφαλαίων από τις χώρες της ευρωζώνης προς τις ΗΠΑ και άλλους διεθνείς προορισμούς. Από το Σεπτέμβριο του 2015 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2016, οι εκροές από την ευρωζώνη ξεπέρασαν το μισό τρισ ευρώ (για την ακρίβεια, υπολογίζονται σε 526,8 δισ ευρώ). Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, το συνολικό δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι, με τον τελευταίο υπολογισμό που έχουμε υπ’ όψη μας, 323,7 δισ ευρώ.

Η πίεση πάνω στο ευρώ αυξάνεται από τις εντεινόμενες οικονομικές και πολιτικές αβεβαιότητες για το μέλλον της ευρωζώνης. Βασική πηγή αβεβαιότητας, μετά και το ΟΧΙ στο πρόσφατο δημοψήφισμα, είναι η Ιταλία με το εξαιρετικά εύθραυστο τραπεζικό της σύστημα. Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, η ανακεφαλαιοποίηση της Monte dei Paschi φαινόταν να οδηγείται σε αποτυχία. Αν συμβεί αυτό, θα αναγκάσει το ιταλικό κράτος να τη διασώσει με χρήματα των φορολογουμένων και με κούρεμα των επενδύσεων των ομολογιούχων, κάτι που θα δώσει τροφή στο Κίνημα των Πέντε Αστέρων και άλλες αντι-ΕΕ δυνάμεις εν όψει των εκλογών που δεν θα αργήσουν. Η νέα υποτροπή του ελληνικού προβλήματος επιτείνει τις αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα της ευρωζώνης με τη μορφή που την ξέρουμε.

Σ’αυτό το φόντο έρχονται σε πρώτο πλάνο οι αρνητικές επιπτώσεις από τη διολίσθηση του ευρώ: επιτάχυνση της εκροής κεφαλαίων, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει τραπεζικές κρίσεις, επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις που εισάγουν εμπορεύματα και υπηρεσίες και κυρίως κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, πιο ακριβό πετρέλαιο, βενζίνη και φυσικό αέριο, μεγαλύτερη οικονομιική αιμορραγία για τις οικογένειες που έχουν παιδιά στο εξωτερικό και πάει λέγοντας.

Περιττό να πούμε ότι η καθημαγμένη στα Μνημόνια Ελλάδα είναι καταδικασμένη να δέχεται τις χειρότερες επιπτώσεις, χωρίς να εισπράττει σχεδόν τίποτα το θετικό, είτε με “σκληρό”, είτε με “μαλακό” ευρώ. Και η κατάσταση αυτή θα διαιωνίζεται όσο η χώρα μας δεν δραπετεύει από τη νομισματική φυλακή μιας ευρωζώνης, η οποία εμφανίζεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά θνησιγενής.

ΠΗΓΗ: iskra.gr

sea-level-advisory.jpg

Μέχρι το τέλος του αιώνα μας, μεγαλουπόλεις όπως η Νέα Υόρκη, μπορεί να έρθουν αντιμέτωπες με την άνοδο της στάθμης των ωκεανών και των θαλασσών για ακόμη και πάνω από δυο μέτρα, σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική έρευνα.

Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι, μέχρι το 2050, η στάθμη των θαλασσών του πλανήτη θα ανέβει , κατά μέσω όρο, για περίπου 20 εκατοστά.

Αν όμως, η άνοδος της θερμοκρασίας ξεφύγει και φτάσει τους 5 βαθμούς Κελσίου έως το 2100, τότε η άνοδος των υδάτων θα φτάσει, κατά μέσο όρο, τα 90 εκατοστά. Όμως, στο μέλλον, σε αρκετές παράκτιες πόλεις η άνοδος των νερών μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και τα 1,8 μέτρα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη Σβετλάνα Γεβρέγιεβα του Εθνικού Ωκεανογραφικού Κέντρου της Βρετανίας στο Λίβερπουλ, χρησιμοποιώντας υπολογιστές προχώρησαν σε εκτιμήσεις για την επίπτωση της αύξησης της θερμοκρασίας στην άνοδο των υδάτων σε παγκόσμιο επίπεδο, συμπεριλαμβάνοντας 136 παράκτιες πόλεις.

Σύμφωνα βέβαια με τα στοιχεία της μελέτης, αν οι κλιματικές εξελίξεις και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις τους επιδεινωθούν ως το 2050, αρκετές από τις ταχέως αναπτυσσόμενες πόλεις θα έχουν πολύ χρόνο στη διάθεσή τους για να αντιδράσουν στην επικίνδυνη άνοδο των υδάτων.

Ωστόσο, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι, αν δεν «φρεναριστεί» η αύξηση της θερμοκρασίας μετά το 2050, τότε η στάθμη των υδάτων θα εμφανίσει άνοδο με ρυθμό ταχύτερο (πάνω από ένα εκατοστό ανά έτος) από κάθε άλλη εποχή στη διάρκεια του ανθρώπινου πολιτισμού, δηλαδή από την απαρχή της Εποχής του Χαλκού.

Στα άσχημα «σενάρια» της κλιματικής αλλαγής για τη συγκεκριμένη εποχή, η νέα έρευνα προβλέπει ότι, η Νέα Υόρκη μπορεί να αντιμετωπίσει άνοδο της στάθμης των υδάτων κατά 1,09 έως 2,24 μέτρα, η Νέα Ορεάνη 0,88 έως 2,01 μέτρα, το Λονδίνο 0,75 έως 1,82 μέτρα, το Αμβούργο 0,95 έως 1,95 μέτρα, η Μανίλα 0,92 έως 1,99 μέτρα, το Χονγκ Κονγκ 0,90 έως 1,90 μέτρα κ.α.

ΠΗΓΗ: tvxs.gr

mnimexo.jpg

Του Γιώργου Πετρόπουλου.

Τους τελευταίους μήνες δύο ζητήματα προτάσσονται με την μορφή συνθημάτων, τα οποία, όμως, συμπυκνώνουν την, υποτιθέμενη, οικονομική και πολιτική προοπτική της χώρας. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι βρισκόμαστε σε πορεία εξόδου από την κρίση. Η αντιπολίτευση- συμπεριλαμβανομένης και της Αριστεράς σε όλες της τις αποχρώσεις- ότι οδεύουμε σε ένα τέταρτο μνημόνιο. Και οι δύο ισχυρισμοί είναι λανθασμένοι, εντελώς αβέβαιοι και μακριά από την ουσία του προβλήματος τη ελληνικής κρίσης.

Για ποια έξοδο από την κρίση γίνεται λόγος;

Όταν η κυβέρνηση κάνει λόγο για έξοδο από την κρίση δεν αναφέρεται σε τίποτε άλλο από την αποκατάσταση της δυνατότητας της Ελλάδας να μπορεί να δανείζεται ομαλά από τις διεθνείς αγορές χρήματος. Να επιστρέψει δηλαδή εκεί ακριβώς που βρισκόταν στην περίοδο πριν από το 2009- 2010. Με την διαφορά, πως αυτή η επαναφορά θα γίνει με μία χώρα στο εσωτερικό της οποίας έχει ρημαχτεί ο εθνικός της πλούτος μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, έχει επαναρυθμιστεί η αγορά εργασίας με μεσαιωνικούς όρους υπέρ του κεφαλαίου, οι μισθοί και οι συντάξεις έχουν συμπιεστεί κάτω από το όριο της φτώχειας, η ανεργία αγκαλιάζει περί το 1,5 πρώην εργαζόμενους, η εργατική τάξη έχει συντριβεί ως τάξη καθώς ούτε πολιτική ούτε συνδικαλιστική εκπροσώπηση διαθέτει.

Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση- ιδιαίτερα μετά το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης και μετά τον κυβερνητικό ανασχηματισμό- έχουν περιγράψει τον οδικό χάρτη «εξόδου» από την κρίση μέσα από τα παρακάτω βήματα: α) Ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης το συντομότερο δυνατό, β) υιοθέτηση και ενεργοποίηση από τους δανειστές των βραχυπρόθεσμων μέτρων διευθέτησης του ελληνικού χρέους, γ) ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ώστε να αυξηθεί, κυρίως, η ρευστότητα των τραπεζών δ) έξοδος της Ελλάδας στις αγορές χρήματος για δανεισμό κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2017. Αν αυτά τα βήματα ολοκληρωθούν με επιτυχία και η χώρα αποκτήσει σταθερότητα και μακροπρόθεσμη δυνατότητα να δανείζεται από τις αγορές δεν θα έχει την ανάγκη να προσφύγει σε νέο κρατικό δανεισμό, σε νέο δηλαδή χρηματοδοτικό πρόγραμμα, άρα σε νέο μνημόνιο. Συνεπώς, μας λένε, θα έχουμε βγει από την κρίση και σιγά- σιγά θα επανέλθει η κανονικότητα στην οικονομία και στην κοινωνία.

Ασφαλώς δεν λένε την αλήθεια. Κι αυτό γιατί το σχέδιο που παρουσιάζουν δεν συνιστά έξοδο από την κρίση, δεν συνιστά αντιμετώπιση των αιτιών που την προκάλεσαν αλλά αποκατάσταση της δυνατότητας της χώρας να δανείζεται από τις αγορές με χαμηλά επιτόκια, δηλαδή επιστροφή ξανά στο σημείο που βρισκόμασταν πριν από τα μνημόνια. Η αντιμετώπιση όμως της κρίσης και των αιτιών που την προκάλεσαν είναι ένα εντελώς διαφορετικό και φυσικά πολύ πιο δύσκολο ζήτημα.

Αξίζει, επίσης, να υπογραμμίσουμε πως αυτό το σχέδιο εξόδου από την κρίση δεν είναι κάτι που εμπνεύστηκε η σημερινή κυβέρνηση. Υπήρχε από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκαν στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας τα μνημόνια. Τα μνημόνια δεν ήρθαν για να απαλλάξουν την Ελλάδα από τα χρέη και να αποκαταστήσουν τις οικονομικές- παραγωγικές δυνατότητες που έχει σε ένα διαφορετικό, πιο λειτουργικό και πιο αποτελεσματικό περιβάλλον. Ήρθαν σε μια στιγμή που ήταν αδύνατη η χρηματοδότηση της οικονομίας με δανεισμό από τις διεθνείς αγορές χρήματος. Αποκατέστησαν αυτή την αδυναμία αντικαθιστώντας αυτόν τον δανεισμό με χρηματοδοτικά πακέτα, με δανεισμό δηλαδή από τις χώρες μέλη της ΕΕ, την ΕΚΤ, τον ESM και το ΔΝΤ. Έτσι ελέγχθηκε μια ανοικτή χρεοκοπία της χώρας με αντάλλαγμα την λεηλασία της ελληνικής οικονομία και του ελληνικού λαού από τους δανειστές και με την υπόσχεση για το μέλλον της αποκατάσταση της δανειοληπτικής μας ικανότητας στις αγορές χρήματος.

Στην πραγματικότητα αυτό που ονομάζουν έξοδος από την κρίση δεν είναι τίποτε άλλο από την επαναφορά στον φαύλο κύκλο του χρέους, με μια ελληνική οικονομία και κοινωνία απείρως πιο ευάλωτες στην δράση του ξένου κεφαλαίου, απ’ ότι ήταν στα χρόνια προ της κρίσης, πριν δηλαδή από το 2009.

Υπάρχει ενδεχόμενο τέταρτου μνημονίου;

Η αντιπολίτευση- και οι δυνάμεις της Αριστεράς όλων των αποχρώσεων- συχνά πυκνά επισείει τον κίνδυνο ενός τέταρτου μνημονίου. Ειδικά η Αριστερά που ευαγγελίζεται ότι κινείται στον αντικαπιταλιστικό χώρο θα έπρεπε να μελετάει περισσότερο την πραγματικότητα αντί να παίζει με τους μπαμπούλες. Ο πραγματικός μπαμπούλας είναι εδώ. Δεν χρειάζεται να ψάχνει νέους.

Τι σημαίνει ένα νέο μνημόνιο; Αν με τον όριο «μνημόνιο» εννοούμε αυτό που ξέρουμε από τον Μάιο του 2010, τότε μιλάμε για ένα νέο- τέταρτο στη σειρά- χρηματοδοτικό πρόγραμμά από τους δανειστές. Υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο; Αν και είναι λιγότερο πιθανό από κάθε άλλη φορά, κανείς δεν μπορεί να το αποκλείσει τελεσίδικα. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο όμως δεν είναι του παρόντος. Θα προκύψει- εφόσον προκύψει- το 2018 όταν θα λήξει το τρίτο μνημόνιο. Για να υπάρξει, όμως, ανάγκη για τέταρτο χρηματοδοτικό πακέτο θα πρέπει να αποτύχουν όλα τα βήματα που περιγράψαμε πιο πάνω και κυρίως να καταστεί αδύνατη η έξοδος της χώρας, για δανεισμό, στις διεθνείς αγορές χρήματος. Σε μια τέτοια προοπτική- που κανείς δεν μπορεί να την προβλέψει σήμερα- χρειάζεται επίσης μια ακόμα βασική προϋπόθεση: Οι δανειστές, δηλαδή οι χώρες της Ε.Ε., η ΕΚΤ, ο ESM και το ΔΝΤ, να θέλουν και να μπορούν να δανείσουν την Ελλάδα. Ποιος μπορεί να πει σήμερα ότι θέλουν, ότι θα θέλουν κι ότι θα μπορούν το 2018; Το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα θέλουν καθώς έχουν πολλά δικά τους εσωτερικά ζητήματα να αντιμετωπίσουν και η Ελλάδα δεν μπορεί να βρίσκεται στο διηνεκές υπό το καθεστώς ενός χρηματοδοτικό προγράμματος. Το πιο πιθανό είναι, επίσης, ότι δεν θα μπορούν αν λάβουμε υπόψη το τέλμα στο οποίο βρίσκεται η Ε.Ε. και η Ευρωζώνη ειδικά μετά το Brexit και τις διαστάσεις που λαμβάνει η κρίση στον ευρωπαϊκό νότο με αιχμή, επί του παρόντος, την Ιταλία.

Αν με τον όρο «μνημόνιο» εννοούμε τον ασφυκτικό έλεγχο, κυρίως των ευρωπαίων, πάνω στην ελληνική πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή αυτός είναι ήδη θεσμοθετημένος και υπαρκτός εδώ και χρόνια. Υπενθυμίζουμε τα παρακάτω:

Πρώτο, η Ελλάδα έχει υπογράψει τη «Συνθήκη για τη Σταθερότητα, το Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση», η οποία ισχύει από την 1η Ιανουαρίου του 2013. Σύμφωνα με το άρθρο 4 της συνθήκης τα κράτη- μέλη της Ευρωζώνης με χρέος μεγαλύτερο του 60% του ΑΕΠ, όπως η Ελλάδα, οφείλουν να μειώνουν το χρέος τους, κάθε χρόνο κατά 1/20. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα υποχρεούται να έχει υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα για πολλές ακόμη δεκαετίες, ώστε να χρησιμοποιεί μέρος του, για τη μείωση του χρέους. Διαφορετικά, οποιοδήποτε κράτος- μέλος της Ευρωζώνης και η Κομισιόν, μπορούν να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο θα επιβάλλει κυρώσεις στην Ελλάδα, ίσες με το 0,1% του ΑΕΠ της.

Δεύτερο, ο ευρωπαϊκός κανονισμός 472/2013 ορίζει ότι τα κράτη που έχουν δανειστεί από τους μηχανισμούς στήριξης θα βρίσκονται σε ενισχυμένη εποπτεία, μέχρι να αποπληρώσουν το 75% των δανείων τους. Αυτό σημαίνει ότι θα έρχονται στην Ελλάδα «τακτικές αποστολές επιθεώρησης» από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Κομισιόν, που θα αξιολογούν την οικονομική, δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση της χώρας. Έχει άραγε καμία σημασία αν η τρόικα αλλάξει όνομα;

Αντί επιλόγου

Εν κατακλείδι, μια Αριστερά που θέλει να είναι σοβαρή δεν μπορεί να ασκείται σε πολιτικό συνδικαλισμό φοιτητικού αμφιθεάτρου. Οφείλει να μελετάει την πραγματικότητα και να διαμορφώνει πολιτική με βάση αυτό που υπάρχει κι αυτό που έρχεται. Μια σοβαρή Αριστερά δεν μπορεί να είναι μόνο αντικαπιταλιστική γιατί σε μια χώρα που το κουμάντο το έχει το ξένο κεφάλαιο δεν λέει τίποτα να χτυπάς τον εγχώριο συνεργάτη του- το μέρος δηλαδή παραγνωρίζοντας το όλον. Μια σοβαρή Αριστερά οφείλει να είναι αντιιμπεριαλιστική- αντιμονοπωλιακή. Μια τέτοια Αριστερά οφείλει από τώρα να θέτει τις σωστές διαστάσεις του προβλήματος της ελληνικής κρίσης στο φόντο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Από την αρχή αυτή η κρίση- όπως όλες οι κρίσεις στην εποχή του ιμπεριαλισμού- πάει να ξεπεραστεί με όρους ταξικής πάλης. Είναι το μόνο εργαλείο που έχει ο καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο καθώς δεν διαθέτει άλλο ανώτερο στάδιο κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και ανάπτυξης. Που σημαίνει πως η κρίση ξεπερνιέται με καταστροφή κεφαλαίου- πρώτα και κύρια με καταστροφή μεταβλητού κεφαλαίου, δηλαδή της εργατικής δύναμης-, έτσι ώστε το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής να φέρει σε ομαλή λειτουργία όλους τους όρους και τις προϋποθέσεις που το οδήγησαν στην κρίση. Δεν έχει άλλη διέξοδο πέρα από αυτόν τον φαύλο κύκλο.

Με τα σημερινά δεδομένα- κι εφόσον δεν αποκατασταθεί για την Ελλάδα ο φαύλος κύκλος του χρέους- είναι πάρα πολύ πιθανό η χώρα, το 2018 να οδηγηθεί στην ανοικτή χρεοκοπία που μπορεί να είναι ελεγχόμενη μέσω ενός ελεγχόμενου Grexit ή και ανεξέλεγκτη. Στην περίπτωση της ελεγχόμενης χρεοκοπίας ο ελληνικός λαός θα πληρώσει πολύ ακριβά μια εγγυημένη από τους δανειστές στάση πληρωμών. Στην περίπτωση της ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα συμβεί καθώς εναλλακτική λύση από τ’ αριστερά δεν υπάρχει. Μια σοβαρή Αριστερά οφείλει να δει το πρόβλημα κατάματα και να αναλάβει τις ευθύνες της αντί να στρουθοκαμηλίζει και να καταγγέλλει ανέξοδα.

ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016 08:31

Το ΚΚΕ και η Θεωρία των Κρίσεων

kke.jpg

Νίκος Στραβελάκης

Η δημοσίευση των θέσεων του ΚΚΕ για το 20ο συνέδριο αποτέλεσαν αφορμή για την αναζήτηση των θεωρητικών αναφορών του κόμματος σχετικά με την καπιταλιστική κρίση. Συγκεκριμένα, στο κείμενο των θέσεων  εντύπωση μου προκάλεσε το ακόλουθο απόσπασμα για την Ελληνική και παγκόσμια κρίση (σελ. 6):

«Η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία διατρέχεται από την εξής αντίφαση: Από τη μια η τάση για επέκταση του κεφαλαίου (τόσο με τη μορφή Άμεσων Ξένων Επενδύσεων όσο και με την κίνηση του χρηματικού κεφαλαίου) ενισχύει το διεθνή συγχρονισμό της περιοδικής εκδήλωσης της κρίσης υπερ-συσσώρευσης κεφαλαίου, ενώ από την άλλη τα διαφορετικά ανταγωνιστικά συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών κέντρων και των επιμέρους αστικών κρατών εμποδίζουν την από κοινού διαχείριση της απαξίωσης κεφαλαίου»

Το κείμενο είναι ιδιαιτέρως προβληματικό από μαρξιστική σκοπιά. Θεωρεί ότι η καπιταλιστική κρίση δεν έχει να κάνει με την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Στο Μάρξ δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν άμεσες επενδύσεις, όπως ισχυρίζεται το απόσπασμα, την ίδια ώρα που οι αποδόσεις (το ποσοστό κέρδους) του κεφαλαίου έχουν πέσει κάτω από ένα συγκεκριμένο όριο. Αυτή είναι άλλωστε η πραγματικότητα όλων των καπιταλιστικών κρίσεων οι επενδύσεις εξαφανίζονται απουσία προσδοκιών απόδοσης. Αντίστοιχα και η κίνηση του χρηματικού κεφαλαίου δεν είναι ανεξάρτητη από την καπιταλιστική κερδοφορία αντίθετα με τα όσα πρεσβεύει το απόσπασμα των «Θέσεων».

Αν το ποσοστό κέρδους δεν είναι η αιτία, που οφείλεται λοιπόν η κρίση σύμφωνα με το απόσπασμα; Μα στην «υπερ-συσσώρευση κεφαλαίου» δηλαδή στην επέκταση της μεγέθυνσης πέρα από τις εισοδηματικές δυνατότητες της κοινωνίας και σε κάποια συνακόλουθη πτώση των τιμών, στο πλαίσιο του άναρχου χαρακτήρα της παραγωγής στον καπιταλισμό. Βέβαια αυτό δεν είναι θεωρία κρίσης αλλά θεωρία πιθανότητας εμφάνισης κρίσης. Επιπλέον, αυτή η θεώρηση δεν έχει σχέση με τις διακυμάνσεις που ο Μάρξ χαρακτήριζε κρίσεις. Ο Μάρξ όταν μιλούσε για καπιταλιστική κρίση αναφερόταν σε μεγάλες διακυμάνσεις στη συσσώρευση κεφαλαίου όπως οι κρίσεις του 19ου αιώνα όταν ο μαζί με τον  Έγκελς βγήκαν για πρώτη φορά στο δρόμο για να ανατρέψουν το καπιταλισμό. Τέτοιες κρίσεις είχαμε και τον 20ο αιώνα την κρίση του 29 και  την κρίση του 70, ενώ από το 2008 ζούμε τη πρώτη μεγάλη κρίση το νέο αιώνα. Αντίθετα, αυτό που περιγράφει το απόσπασμα των θέσεων του ΚΚΕ ως κρίση είναι αυτό που ονομάζουμε δεκαετή κύκλο και έχει να κάνει με τη σχέση του ύψους του κεφαλαίου και της αξιοποίησης του παραγωγικού δυναμικού, μια δευτερεύουσα διακύμανση στη δυναμική του συστήματος.

Η κατηγοριοποίηση της τρέχουσας καπιταλιστικής κρίσης ως «δεκαετή κύκλο» έχει σημαντικά αναλυτικά προβλήματα. Το πρώτο ότι κρίσεις αυτής της μορφής δεν είναι κατ’ ανάγκη παγκόσμιες όπως η τρέχουσα μεγάλη ύφεση. Αυτό επιχειρείται να απαντηθεί στο απόσπασμα των θέσεων με την αναφορά στο «διεθνή συγχρονισμό» των άμεσων ξένων επενδύσεων. Είναι  ένας  αντιφατικός ισχυρισμός, διότι από τη μια η αναρχία της παραγωγής παρουσιάζεται ως βασικό συστατικό της εμφάνισης κρίσεων και από την άλλη οι επενδύσεις που δημιουργούν την κρίση εμφανίζονται «συγχρονισμένα».

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι η καθοδική φάση δεκαετών διακυμάνσεων έχει πολύ σύντομη διάρκεια (ένα δύο χρόνια). Τόσο περίπου χρειάζεται για την αποκατάσταση της ζήτησης και ίσως κάποια περιορισμένη απαξίωση αδύναμου κεφαλαίου στο πλαίσιό τους. Οι «θέσεις» επιχειρούν να ξεπεράσουν το σκόπελο θεωρώντας ότι τα «ανταγωνιστικά συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών κέντρων και των επιμέρους αστικών κρατών εμποδίζουν την από κοινού διαχείριση της απαξίωσης κεφαλαίου» παρατείνοντας την ύφεση. Εδώ πλέον η λογική αντίφαση γίνεται εκρηκτική. Η άναρχη καπιταλιστική παραγωγή όχι μόνο απαιτεί «συγχρονισμό» επενδύσεων για να προκαλέσει την εμφάνιση κρίσης αλλά και «από κοινού» διαχείριση της απαξίωσης κεφαλαίου ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη για το ξεπέρασμά της. Με άλλα λόγια η επιστροφή σε συνθήκες κανονικής συσσώρευσης προϋποθέτει ή την υποχώρηση των καπιταλιστικών και ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών ή υποταγή όλων των χωρών σε κάποιο ιμπεριαλιστικό κέντρο.

Εύλογα γεννάται το ερώτημα υπάρχει κάποια βιβλιογραφική αναφορά και θεμελίωση πίσω από αυτή την ιδιαίτερη αλλά και προβληματική θεωρία που θεωρεί συλλήβδην όλες τις διακυμάνσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης κρίσεις; Την απάντηση μου την έδωσε ο Θανάσης Μανιάτης στη διάρκεια ιδιωτικής συζήτησης. Μου επεσήμανε ότι η Σύγχρονη Εποχή επανεξέδωσε πρόσφατα το βιβλίο πολιτικής οικονομίας κάποιου Λουίς Σεγκάλ το οποίο είχε εκδοθεί για πρώτη φορά στα Ελληνικά το 1946. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μου δεν κατόρθωσα να βρω βιογραφικά στοιχεία για το συγγραφέα το μόνο σημείο που βρήκα να αναφέρεται βιβλιογραφικά είναι σε ένα άρθρο του Αλτουσέρ του 1953.

Σε κάθε περίπτωση,  στο Κεφάλαιο 10 του βιβλίου είναι αφιερωμένο στη θεωρία των κρίσεων και συμφωνεί σε σημαντικό βαθμό με τη θεώρηση του ΚΚΕ. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι ο Marx με τον όρο κρίση εννοεί εξίσου τον πενταετή και δεκαετή κύκλο καθώς και μακροχρόνιες διακυμάνσεις. Χαρακτηριστικά, αναφέρει συλλήβδην ως «κρίσεις [το] 1907, 1913, 1921 και 1929-1935» (Λ.Σεγκάλ κεφ. 10). Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί που γνωρίζουν ότι το 1907 υπήρξε κάποια διακύμανση των καπιταλιστικών οικονομιών, ενώ είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν ελάχιστοι που δε γνωρίζουν ότι το 1929 ξέσπασε η «μεγάλη ύφεση».

Το τσουβάλιασμα των καπιταλιστικών κρίσεων με δευτερεύουσες διακυμάνσεις όπως ο πενταετής[1] ή δεκαετής κύκλος δεν είναι τυχαία, είναι αναλυτική αδυναμία του σχήματος του Σεγκάλ. Ο Σεγκάλ, ακολουθώντας τον Otto Bauer, χωρίς να τον αναφέρει, θεωρεί, λανθασμένα, ότι η μείωση του ποσοστού κέρδους, ως αποτέλεσμα της ανόδου της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, δεν επηρεάζει τη μάζα των κερδών. Δηλαδή, μπορεί τα κέρδη να αυξάνουν παρόλο που το ποσοστό κέρδους πέφτει. Φαίνεται να αγνοεί ότι σε σχήματα διευρυμένης αναπαραγωγής το μειούμενο ποσοστό κέρδους οδηγεί μακροπρόθεσμα σε κατάρρευση της κερδοφορίας παρόλο που βραχυχρόνια τα κέρδη μπορεί να αυξάνουν. Αυτή είναι και η μεγάλη συνεισφορά του Henryk Grossman που απέδειξε το σφάλμα στη συλλογιστική του Bauer απλά επεκτείνοντας τις προσομοιώσεις του σε περισσότερες παραγωγικές περιόδους.

Ο Σεγκάλ όμως αναγνωρίζει ότι η δυναμική του καπιταλισμού συνεπάγεται αυξανόμενη οργανική σύνθεση κεφαλαίου, αποτέλεσμα της αντίθεσης κεφάλαιο εργασία και συνακόλουθα μείωση του ποσοστού κέρδους, πώς τα συνδυάζει με τη θεωρία των κρίσεων; Καταφεύγει πάλι στον Otto Bauer (χωρίς να τον αναφέρει) που θεωρεί ότι η αυξημένη οργανική σύνθεση κεφαλαίου συνεπάγεται τη δυσανάλογη επέκταση του τομέα Ι (παραγωγή μέσων παραγωγής) έναντι του τομέα ΙΙ (παραγωγή μέσων κατανάλωσης). Όμως παρόλο που η ανάγκη για περισσότερα μηχανήματα ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος οδηγεί σε μεγαλύτερη επέκταση του τομέα Ι τούτο δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη «δυσανάλογη» επέκταση. Με άλλα λόγια η ανάπτυξη των δύο τομέων μπορεί να είναι αναλογική. Στο σημείο αυτό ο Σεγκάλ εγκαταλείπει το Bauer, που θεωρεί ότι η αναρχία της παραγωγής είναι η υποτιθέμενη αιτία της δυσανάλογης μεγέθυνσης του τομέα Ι και εισάγει ένα επιχείρημα υποκατανάλωσης. Ο περιορισμός του μεριδίου των μισθών και η σχετική ή και απόλυτη φτωχοποίηση της εργατικής τάξης, αποτέλεσμα της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, περιορίζει την επέκταση του τομέα ΙΙ σε σχέση με τον τομέα Ι. Έτσι εμφανίζονται απούλητα εμπορεύματα στον τομέα ΙΙ που περιορίζουν τη ζήτησή του για τα μηχανήματα του τομέα Ι και το σύστημα οδηγείται σε κρίση.

Ο Σεγκάλ κάνει ένα από τα βασικότερα και συχνότερα σφάλματα των θεωριών υποκατανάλωσης. Θεωρεί  «… ότι τελικά τα μέσα παραγωγής χρησιμεύουν για την παραγωγή ειδών κατανάλωσης» (Σεγκάλ κεφ. 10). Δηλαδή η παραγωγή του τομέα Ι χρησιμεύει ως εισροή στον τομέα ΙΙ. Όμως αυτό σημαίνει ότι το σύνολο της παραγωγής του τομέα ΙΙ πρέπει να καλύψει την ανάλωση κεφαλαίου και τις δαπάνες του τομέα Ι. Με άλλα λόγια οι εργάτες του των τομέων Ι και ΙΙ θα ξοδέψουν τους μισθούς τους για αγορά μέσων κατανάλωσης (τομέας ΙΙ) αλλά επειδή υπάρχει εκμετάλλευση το τμήμα που αντιπροσωπεύει την απλήρωτη εργασία, δηλαδή τα κέρδη (των τομέων Ι +ΙΙ) θα πρέπει να καλυφθεί από την κατανάλωση των καπιταλιστών αυτών των τομέων (Shaikh 1978). Αν οι καπιταλιστές καταναλώσουν το σύνολο των κερδών τους τότε θα έχουμε ισορροπία χωρίς μεγέθυνση, αν αποταμιεύσουν τμήμα του ώστε να επενδύσουν και να έχουμε μεγέθυνση τότε περιορίζεται η ζήτηση για καταναλωτικά προϊόντα (τομέας ΙΙ) και το σύστημα οδηγείται σε κρίση. Γι’ αυτό και στα υποδείγματα υποκατανάλωσης η μεγέθυνση έρχεται απ’ έξω. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το υπόδειγμα της Λούξεμπουργκ όπου η μεγέθυνση έρχεται από τη ζήτηση μη καπιταλιστικών περιοχών. Για το Σεγκάλ βέβαια και για το ΚΚΕ στο βαθμό που ακολουθεί αυτό το υπόδειγμα, αυτό σημαίνει ότι τα συμπεράσματά του αντιφάσκουν μεταξύ τους. Συγκεκριμένα,  ή η παραγωγή μέσων παραγωγής δεν αποτελεί αποκλειστικά εισροή στην παραγωγή μέσων κατανάλωσης οπότε, στο σχήμα του Σεγκάλ, έχουμε ένα σύστημα που μεγεθύνεται αλλά δεν παράγει κρίσεις ή ισχύει το επιχείρημα της υποκατανάλωσης και έχουμε κρίσεις σε συνθήκες στασιμότητας. Στην τελευταία περίπτωση, αυτό σημαίνει ότι το επιχείρημα περί αυξανόμενης οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου και συνακόλουθα δυσανάλογης μεγέθυνσης των τομέων Ι και ΙΙ πάει περίπατο.

Η λανθασμένη αυτή ανάλυση δεν είναι απλά ένα οικονομικό ζήτημα έχει και πολιτικές συνέπειες. Θεωρώντας όλες τις διακυμάνσεις κρίση καθιστά την κρίση ένα συνηθισμένο φαινόμενο. Όμως δεν είναι έτσι, οι μεγάλες καπιταλιστικές κρίσεις ενέχουν ποιοτικά στοιχεία που σημαδεύουν θετικά ή αρνητικά  εποχές ολόκληρες. Οι μεγάλες κρίσεις του πρώτου μισού του 19ου αιώνα έβγαλαν τον Μάρξ και τον Έγκελς στο δρόμο και γέννησαν τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Η μακρά κρίση (1870-1893) γέννησε στην αρχής της την Κομμούνα και στο τέλος της τα μεγάλα εργατικά κόμματα και μετά τη διάσπαση της 2ης διεθνούς το κομμουνιστικό κίνημα, η κρίση του 29 γέννησε το φασισμό, ένα πόλεμο και το κράτος πρόνοιας, η κρίση του 70 το νεοφιλελευθερισμό τη διάλυση του κράτους πρόνοιας, την επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα και την διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Η σημερινή μεγάλη ύφεση πάρα την πρωτοφανή κοινωνικοποίηση ιδιωτικών ζημιών που τη συνοδεύει είναι ήδη στο όγδοο χρόνο της, πέρα από το παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, δοκιμάζει υπερεθνικές ενώσεις όπως η ΕΕ και αστικά κοινοβουλευτικά συστήματα αιώνων όπως το Βρετανικό με το BREXIT και το Αμερικανικό με την εκλογή  Τράμπ ενώ περιθωριοποιεί τον Ευρωπαϊκό νότο και επιτίθεται σε όποια εργασιακά δικαιώματα έχουν απομείνει. Το κομμουνιστικό κίνημα λοιπόν πρέπει να μπορεί να εκτιμήσεις τέτοιες συνθήκες ώστε να είναι ικανό να καθορίσει τις εξελίξεις.

Αντίθετα η συλλογιστική ότι όλες οι διακυμάνσεις είναι κρίσεις οδηγεί στο ακόλουθο συμπέρασμα: «[Η] η ανάπτυξη του καπιταλισμού οδηγεί σε τέτοια όξυνση των αντιθέσεων, που κάνει την επανάσταση δυνατή και αναπόφευκτη ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι κρίση υπερπαραγωγής». (Σεγκάλ Κεφ. 10). Με άλλα λόγια θεωρείται ότι το σύστημα είναι εξίσου ισχυρό τόσο σε συνθήκες κανονικής συσσώρευσης όσο και σε συνθήκες κρίσης. Αυτό βέβαια θα ήταν σωστό αν θεωρήσουμε ότι κάθε κρίση είναι κρίση «υπερπαραγωγής». Όμως η καπιταλιστική κρίση δεν είναι απλά κρίση υπερπαραγωγής είναι κρίση κερδοφορίας που κτυπά στην καρδιά του συστήματος αναδεικνύοντας τις αντιφάσεις του κινήτρου του κέρδους ως μηχανισμού μεγέθυνσης.

Σε αυτό το πνεύμα, αντί επιλόγου και με το βλέμμα στραμμένο στη δυνατότητα ανασύνταξης του κομμουνιστικού κινήματος στο πλαίσιο της τρέχουσας μεγάλης ύφεσης θα ήθελα να παραθέσω τα λόγια του Henryk Grossman από τη δεκαετία του 30

«Τι ήταν το 1929 για τις ΗΠΑ και το 1931 για τη Γερμανία και την Αγγλία αν όχι μια κατάρρευση κολοσσιαίων διαστάσεων; Η εργατική τάξη δεν ήταν προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο. Δεν είχε ένα Λένιν που ανάμενε και εργαζόταν στην πορεία προς τέτοιες στιγμές. Αντίθετα άκουγε για δεκαετίες το Hilferding και την Helen Bower να τη διαβεβαιώνουν ότι η οικονομική κατάρρευση του καπιταλισμού ήταν αδύνατη. Αυτή η σύγχυση στις γραμμές της εργατικής τάξης έδωσε τη δυνατότητα στη κυρίαρχη τάξη να ξεπεράσει τον πανικό και να επιβιώσει από την οικονομική κατάρρευση.»

Ελπίζω αυτή η διαφορετική θεώρηση να βοηθήσει την εξαγωγή παραγωγικών πολιτικών συμπερασμάτων από το σύνολο της κομμουνιστικής αριστεράς που τόση ανάγκη έχει το κίνημα.

[1] Ο πενταετής κύκλος αφορά αποκλίσεις ανάμεσα στη συνολική προσφορά και τη συνολική ζήτηση και οφείλεται σε επέκταση και αντίστοιχα συρρίκνωση της τραπεζικής πίστης. Ο δεκαετής κύκλος όπως προαναφέραμε οφείλεται στη συσχέτιση του ύψους με την αξιοποίηση του παραγωγικού δυναμικού. Διακυμάνσεις αυτής της μορφής εμφανίζονται ανεξάρτητα από το ύψος και τη δυναμική του ποσοστού κέρδους.

ΠΗΓΗ: pandiera.gr

Σελίδα 3854 από 4476
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή