Σήμερα: 30/04/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

_των_ολίγων_μέσω_της_ακραίας_φτώχειας_των_πολλών.jpg

Η ακραία φτώχεια των πολλών που παίρνει τραγικές διαστάσεις πλέον στη χώρα μας, τον έβδομο χρόνο μ.Μ. (μετά -το-πρώτο- Μνημόνιο), καθιστώντας τους φτωχούς φτωχότερους: ολοένα και μεγαλώνει το χάσμα, καθώς διευρύνεται η απόσταση του μέσου εισοδήματος των φτωχών από το όριο της φτώχειας, ξεπερνώντας πέρσι για πρώτη φορά τις 10 μονάδες, για να φτάσει σε μια ιστορικά υψηλή διαφορά. Και τα κακά νέα δεν σταματούν στην ένταση της φτώχειας, αφού το δίχτυ της εξαπλώνεται ώστε να αφορά πλέον και νέες ομάδες του πληθυσμού, μετατοπίζεται από την ύπαιθρο προς τα αστικά κέντρα, ενώ αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά και μετατρέπεται σε διαρκείας.

Αυτά είναι μερικά από τα βασικά ευρήματα της μελέτης του διευθυντή ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Διονύση Μπαλούρδου, για τη φτώχεια στην Ελλάδα με βάση τα τελευταία στοιχεία. Οι αριθμοί πίσω από τις γενικές διαπιστώσεις τρομακτικοί:

■ Πόσοι συμπολίτες μας είναι φτωχοί; Τα νοικοκυριά σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 832.065 σε σύνολο 4.168.784 νοικοκυριών, ενώ τα μέλη τους ξεπερνούν τα δύο εκατομμύρια – για την ακρίβεια είναι 2.262.808 στο σύνολο των 10.651.929 ατόμων του πληθυσμού, δείχνοντας πως περισσότεροι από έναν στους πέντε είναι εγκλωβισμένοι στα δίχτυα της. Εκτός από τις παραδοσιακές ομάδες ανέργων, μεταναστών, κατοίκους αγροτικών περιοχών κ.ά., σε αυτό το δίχτυ πιάνονται πλέον και εργαζόμενοι φτωχοί (14,1%), κυρίως οι μερικώς απασχολούμενοι σε ποσοστό 30,3%, προστίθενται πλέον ολοένα και περισσότεροι κάτοικοι από τις αστικές περιοχές όπου σημειώνεται έξαρση, δείχνοντας τη «μετακόμιση» της φτωχοποίησης στις μεγάλες πόλεις. Εκεί όμως που το μέλλον φαντάζει δυσοίωνο είναι στους ρυθμούς φτωχοποίησης παιδιών και νέων, που μεγαλώνουν σε φτωχά νοικοκυριά για να υπάρχει μια «σιγουριά»: η υπονόμευση του μέλλοντος της χώρας.

■ Ομως το ποσοστό που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή σε κοινωνικό αποκλεισμό το 2016 ανέρχεται στο 35,6% (3.789.300 άτομα) του πληθυσμού και παρουσιάζει μικρή μείωση σε σχέση με το 2015 και τα 3.828.500 άτομα που αντιστοιχούσαν στο 35,7% του πληθυσμού. Δεν είναι έστω, κάτι θετικό, αυτή η μικρή μείωση; Πρόκειται μάλλον περί φενάκης, όπως μας εξηγεί ο ερευνητής, και όχι επειδή πρόκειται για στατιστικά ασήμαντο ποσοστό: «Η μείωση, έστω και μικρή, θα μπορούσε να ήταν καλή αν δεν συμβάδιζε με μείωση του ορίου υπολογισμού της φτώχειας. Αλλαγές στον κίνδυνο φτώχειας μπορεί να μετριαστούν από ταυτόχρονη πτώση στο μέσο διαθέσιμο εισόδημα της χώρας και κατά συνέπεια στο όριο φτώχειας. Σε αντίθεση π.χ. με τον δείκτη σοβαρής υλικής στέρησης που φανερώνει την εισοδηματική ανεπάρκεια και παραμένει υψηλός…». Και μας εφιστά την προσοχή: ενώ φτωχός είναι ο ένας στους πέντε Ελληνες, αυτοί που απειλούνται με φτώχεια και βιώνουν κοινωνικό αποκλεισμό και στερήσεις ξεπερνούν τον έναν στους τρεις Ελληνες (35,6%).

■ Και να είχε από κάπου ο φτωχός να πιαστεί; Από πουθενά αφού «το κοινωνικό κράτος και στην περίοδο της κρίσης εξακολουθεί να παραμένει αναποτελεσματικό» και παντελώς ανεπαρκές, ενώ και όλες αυτές οι παρεμβάσεις που λένε ότι γίνονται περισσότερο στοχευμένες πάνε στον βρόντο, αφού η εικόνα κάθε άλλο παρά βελτιωμένη παρουσιάζεται μετά τις «κοινωνικές μεταβιβάσεις» που καταφέρνουν να μειώσουν τον κίνδυνο φτώχειας μόλις κατά 4,1%, από το 25,5 στο 21,4, δίνοντας στην Ελλάδα τη δεύτερη χειρότερη επίδοση μετά τη Λετονία, επίδοση που υπολείπεται ακόμη και του μισού του ευρωπαϊκού μέσου όρου που είναι 8,7.

Πηγή: ergasianet.gr

paulos-dermenakis.jpg

Κομπίνες εκατομμυρίων και επικοινωνιακά τεχνάσματα από την κυβέρνηση και τους θεσμούς

Ένα από τα επικοινωνιακά παιγνίδια, που αξιοποιεί η κυβέρνηση, για να πείσει τους «ιθαγενείς» ότι όλα πάνε καλά είναι και η περίφημη έξοδος στις αγορές. Σε αυτή την έξοδο συνωστίζονται πολλά συμφέροντα και φυσικά μεγάλες ποσά για μπίζνες. Σε αυτό το νέο παραμύθι, όπου συμπίπτουν οι προθέσεις της κυβέρνησης και των θεσμών συμπεριλαμβανομένου του κ. Σόϊμπλε, καλό είναι να εστιάσουμε την προσοχή μας σε κάποια θέματα, που αποκαλύπτουν και τα όρια του κυβερνητικού πανηγυριού.

Δίνεται οριστικό τέλος σε κάθε σενάριο διαγραφής χρέους

Έξοδος στις αγορές σημαίνει ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει τις αγορές για τις καλές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, την βιωσιμότητα του χρέους και την τήρηση από πλευράς της στο ακέραιο όλων των συμφωνημένων με τους θεσμούς. Συνεπώς μετά την έξοδο και την έκδοση του πρώτου ομολόγου θα σταματήσει κάθε συζήτησης για διαγραφή χρέους καθώς η χώρα, υποτίθεται, θα μπορεί να εξασφαλίζει από τις αγορές τα αναγκαία κεφάλαια για την εξυπηρέτηση του. Αυτό το γνωρίζει πολύ καλά ο κ. Σόϊμπλε και οι λοιποί Ευρωπαίοι εταίροι και τους έρχεται «γάντι» στα σχέδιά τους.

Στον αντίποδα το ΔΝΤ, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής γνωστά, εκτιμά ότι το ελληνικό χρέος είναι «εξαιρετικά μη βιώσιμο» και γι’ αυτό πιέζει για ελάφρυνση ακόμα και με διαγραφή. Έτσι το ΔΝΤ, για να προλάβει εξελίξεις – δεσμεύσεις όσον αφορά τη ακύρωση της δυνατότητας για μείωση του χρέους, έκανε την «ντρίπλα» μεταφέροντας μια βδομάδα πιο μπροστά (στις 20/7) την δημοσιοποίηση άμεσα ή έμμεσα των αποτελεσμάτων της νέας αξιολόγησης βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Με το πλέον πιθανό ενδεχόμενο να εμμείνει στη μέχρι τώρα θέση του περί «εξαιρετικά μη βιώσιμου» θα δημιουργήσει τεράστιες δυσκολίες στην έξοδο στις αγορές όπως την είχαν προγραμματίσει κυβέρνηση και Ε.Ε., μέχρι το τέλος της επόμενης βδομάδας και γι΄ αυτό η έξοδος αναβλήθηκε.

Επισημοποιείται η συνέχιση μνημονιακών πολιτικών μέχρι το 2060

Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι από το καλοκαίρι του 2018 βγαίνουμε από τα μνημόνια αφού δεν θα έχουμε ανάγκη τη χρηματοδότηση των θεσμών αλλά θα δανειζόμαστε από τις αγορές. Η άποψη αυτή είναι η κουτοπονηριά σε όλο της το μεγαλείο. Η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί στους θεσμούς σε μέτρα για μετά το 2018 και επίτευξη στόχων μέχρι το 2060. Από την πλευρά τους όλοι οι εκπρόσωποι των δανειστών επισημαίνουν την ανάγκη συνέχισης των μεταρρυθμίσεων ως αναγκαία προϋπόθεση επιτυχίας τους εγχειρήματος. Συνεπώς η οποιαδήποτε έστω και στο παραμικρό αθέτηση, με δεδομένο ότι οι αγορές αντιδρούν άμεσα σε οποιαδήποτε μεταβολή συγκριτικά με το γραφειοκρατικό μηχανισμό των θεσμών, θα έχει σαν συνέπεια την κατακρήμνιση της όποιας εμπιστοσύνης στην ελληνική κυβέρνηση και οικονομία και την εκτόξευση των επιτοκίων στα ύψη. Αυτό άλλωστε το εμπεδώσαμε καλά την περίοδο 2010 – 2012 κυρίως και το Α’ εξάμηνο 2015. Ο εκβιασμός των αγορών ήταν που έφερε τα μνημόνια. Ο ίδιος εκβιασμός χρησιμοποιείται σε κάθε περίοδο που απαιτούν νέες παραχωρήσεις δανειστές με πλέον πρόσφατα γεγονότα την εκτόξευση των επιτοκίων (spreads) την περίοδο των διαπραγματεύσεων για το κλείσιμο των 2 πρώτων αξιολογήσεων του 3ου μνημονίου.

Η έξοδος στις αγορές είναι ξαναζεσταμένο πιάτο

Το δοκιμάσαμε το 2014 επί Σαμαρά. Τότε ο Τσίπρας και οι λοιποί κυβερνητικοί σήμερα πανηγυριστές (βλέπε διπλανή στήλη) κατηγορούσαν τον Σαμαρά ότι με τα επιτόκια που δανείστηκε αυξήθηκε το χρέος και έναντι της εξόδου πρότειναν τη διαγραφή χρέους. Σήμερα χρησιμοποιούν, σε αγαστή συνεργασία με τον Σόϊμπλε, τα ίδια επιχειρήματα και πρακτική του Σαμαρά.

Εξασφαλισμένα ψηλά κέρδη για τους τραπεζίτες

Το επιτόκιο με τα οποία δανείστηκε τότε η κυβέρνηση για το 5ετές ομόλογο ήταν 4,95%. Σήμερα 3 χρόνια μετά, με ένα σύνολο κυβερνητικών δεσμεύσεων και μέτρων που φθάνουν μέχρι το 2060 είναι σαφές ότι το οικονομικό κλίμα είναι πολύ καλύτερο για τους δανειστές – τραπεζίτες. Έτσι ετοιμάζονται για το νέο πάρτι υψηλών αποδόσεων σε βάρος της χώρας. Να σημειώσουμε ότι οι ξένοι επενδυτές που τοποθετήθηκαν την περασμένη βδομάδα σε τρίμηνα έντοκα γραμμάτια έδωσαν επιτόκιο 2,33% όταν το τρίμηνο euribor είναι αρνητικό εδώ και καιρό (-0,330% την παρούσα βδομάδα).

Κερδίζουν πολιτικό χρόνο σε βάρος του λαού και της χώρας.

Με δεδομένα α) την μη βιωσιμότητα του χρέους, β) την μακροχρόνια ύφεση της οικονομίας, γ) την κατάσταση φτώχειας των λαϊκών στρωμάτων, δ) την από-επένδυση και την απαξίωση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας κλπ είναι δεδομένο ότι η έξοδος στις αγορές, ακόμα και με όρους που θα μπορούν να θεωρηθούν ως επιτυχείς, το μόνο που θα πετύχει θα είναι να δώσει πολιτικό χρόνο στην κυβέρνηση και να συνεχιστεί το γκρέμισμα της χώρας. Έτσι, μια ακόμα κυβέρνηση φορτώνει βάρη για το μέλλον στην προσπάθειά της να παραμείνει έστω και για λίγο παραπάνω στην εξουσία. Και το λυπηρό είναι ότι αυτή η κυβέρνηση αυτοαποκαλείται «κυβέρνηση της αριστεράς».

Τα νταούλια και οι κερδοσκόποι

Στην περίοδο που οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν πιάσει «πάτο» η έκδοση ελληνικού ομολόγου με «ζουμερό» επιτόκιο αποτελεί πρόσκληση προς όλους τους κερδοσκόπους. Η κυβέρνηση ετοιμάζεται για την έκδοση 5ετούς ομολόγου της τάξης των 3 δισ. ευρώ. Συντονιστής σύμβουλος είναι η γνωστή Rothschild που ανέλαβε το έργο με αδιαφανείς διαδικασίες, μετά το γνωστό ταξίδι του πρωθυπουργού στην έδρα τους στο Παρίσι. Δίπλα της ετοιμάζονται για μεγάλες «μάσες» οι γνωστοί παγκόσμιοι τραπεζικοί οίκοι Merrill Lynch, Bank of America, BNP Paribas, Citigroup, Deutsche Bank, Goldman Sachs και HSBC.

«Είναι πολλά τα λεφτά Αλέξη» για να αφήσουν οι διεθνείς τραπεζίτες τα πράγματα στην τύχη τους. Έχουν εξασφαλίσει λοιπόν τους αγοραστές. Και πώς να μην το έχουν κάνει όταν το 5ετές γερμανικό ομόλογο έχει τώρα επιτόκιο αρνητικό (-0,11%) ενώ στην ελληνική έκδοση εκτιμούν ότι μπορεί να πάρουν κάτι παραπάνω από 4,5% και να το πλασάρουν ως επιτυχία συγκριτικά με το 4,95% του Σαμαρά τον Ιούνιο 2014. Όμως καλό είναι να έχουμε υπόψη ότι τότε το 5ετές γερμανικό είχε επιτόκιο 0,58% και στην Ελλάδα υπήρχε αντιπολίτευση, εν δυνάμει κυβέρνηση, που ζήταγε έξοδο από τα μνημόνια. Συνεπώς στην ουσία η κυβέρνηση με τη συνεργασία των οίκων και των αγορών θα τους μοιράσει ως δώρο για τα πέντε έτη μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από το υστέρημα του λαού.

Συμπερασματικά, ανεξάρτητα πότε θα βγει στις αγορές, ο μέγας ηγέτης της «αριστεράς» που θα έπαιζε τα νταούλια για να χορεύουν οι αγορές, τα βρήκε μαζί τους για να χορεύουν μαζί στην πλάτη του ελληνικού λαού και να τον λεηλατούν.

*Πηγή: e-dromos.gr

_.jpg

Από το Γιώργο Αλεξάτο, συγγραφέα

Ακριβώς ένα χρόνο μετά την πτώση της χούντας (23/7/1975) και με αφορμή την απεργιακή κινητοποίηση των οικοδόμων, η κυβέρνηση Καραμανλή έκανε εκτεταμένη επίδειξη αστυνομικής βίας, καθιστώντας σαφή τα όρια της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας. Συνάμα, αποκαλύπτονταν τόσοη δυναμική ενός εργατικού, λαϊκού και νεολαιίστικου κινήματος που τροφοδοτούνταν από τις πρόσφατες μνήμες της αντιδικτατορικής Αντίστασηςκαι κυρίως από την εξέγερση του Νοέμβρη 1973, όσο και οι αντιφάσεις της Αριστεράς, που δυσκολευόταν να κατανοήσει τον χαρακτήρα του μεταδικτατορικού καθεστώτος και τις πραγματικές αντιθέσεις που αναδείκνυε η ιστορική συγκυρία.

Η απεργία των οικοδόμων και η σύγκρουση
Ηαπεργία κηρύχτηκε από τη Συντονιστική Επιτροπή των οικοδομικών σωματείων στα οποία κυρίαρχη δύναμη ήταν η παράταξη του ΚΚΕ (η ΕΣΑΚ), ενώ σημαντική ήταν και η δύναμη του ΑΕΜ, της συνδικαλιστικής παράταξης της ανανεωτικής Αριστεράς (κυρίως του ΚΚΕ εσ.). Υπολογίσιμη ήταν και η παρουσία δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, κυρίως της ΠΕΣΠ (συνδικαλιστικής παράταξης της ΟΜΛΕ), αλλά και τροτσκιστικών οργανώσεων, όπως η ΕΔΕ και η ΟΚΔΕ, της ΟΣΕ κ.λπ. Εντούτοις, ξεχωριστή σημασία έχει το γεγονός ότι πολύ μεγάλο μέρος των οικοδόμων και ιδιαίτερα των πιο νέων, δεν συνδεόταν με κανένα κόμμα, οργάνωση ή παράταξη, καθώς το μικρό χρονικό διάστημα από τη νομιμοποίησή τους δεν άφηνε πολλά περιθώρια ξεκαθαρίσματος της σύγχυσης που προκαλούσε η πολυδιάσπαση της Αριστεράς.

Οοικοδομικός κλάδος περιλάμβανε ήδη 200.000 εργατοτεχνίτες, ως συνέπεια της μεταπολεμικής έκρηξης της κατασκευαστικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα στα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα του λεκανοπεδίου της Αττικής και της Θεσσαλονίκης. Προσφέροντας απασχόληση σε δεκάδες χιλιάδες νέους από την επαρχία που επέλεγαν τον δρόμο της εσωτερικής μετανάστευσης, αλλά και σαν καταφύγιο χιλιάδων διωκόμενων αριστερών, η οικοδομή λειτούργησε προδικτατορικά σαν σχολείο ταξικής συνειδητοποίησης και ο οικοδομικός κλάδος βρέθηκε στην πρωτοπορία των εργατικών και δημοκρατικών αγώνων κατά την περίοδο 1960-67. Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου βρήκε στα κρατητήρια της Ασφάλειας δεκάδες οικοδόμους που είχαν συλληφθεί κατά τις συγκρούσεις με την αστυνομία στην τελευταία προδικτατορική απεργία του κλάδου στις 11 Απριλίου 1967.

Τους αγώνες των οικοδόμων της προδικτατορικής περιόδου καθοδηγούσε η Συντονιστική Επιτροπή των οικοδομικών σωματείων που βρισκόταν υπό τον έλεγχο της ΕΔΑ.Τα σωματεία αυτά είχαναποκλειστείαπό την Ομοσπονδία Οικοδόμων που ανήκε στην ελεγχόμενη από τονεργατοπατερικό συνδικαλισμό ΓΣΕΕ,και η οποία αποτελούνταν από άμαζα σωματεία-σφραγίδες. Επικεφαλής της βρισκόταν ο Κώστας Λυκιαρδόπουλος, ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του εργατοπατερισμού, που είχαν κάνει τον φιλοκυβερνητικό συνδικαλισμό και τον αντικομμουνισμό προσοδοφόρο επάγγελμα.

Με τηνεπιβολή της δικτατορίας, με την οποία συνεργάστηκε άψογα ο Λυκιαρδόπουλος και η Ομοσπονδία του,τα υπό αριστερό έλεγχο μαζικά σωματεία διαλύθηκαν, ενώ εκατοντάδες συνδικαλιστές εξορίστηκαν. Εντούτοις και παρά το καθεστώς τρομοκρατίας που επιβλήθηκε, ήτανεκατοντάδες οι οικοδόμοι που συνδέθηκαν με αριστερές αντιδικτατορικές οργανώσειςκαι οι οικοδομές αποτελούσαν «απελευθερωμένα εδάφη», όπου οι συζητήσεις έπαιρναν τον χαρακτήρα ζύμωσης σχετικά με τα ζητήματα του αντιδικτατορικού αγώνα, αλλά και με αυτά που απασχολούσαν το κομμουνιστικό κίνημα. Χαρακτηριστική είναι η μαζική και οργανωμένη κάθοδος των οικοδόμων στο Πολυτεχνείο τον Νοέμβρη 1973, όπως και το μεγάλο ποσοστό που αντιπροσώπευαν μεταξύ των συλληφθέντων κατά την καταστολή της εξέγερσης.Και όλα αυτά συνέβαιναν παρόλο που το βιοτικό επίπεδο του κλάδου συνέχισε να βελτιώνεται,ως αποτέλεσμα της ανησυχίας που προκαλούσε ο κλάδος στο καθεστώς και της συνέχισης τηςκατασκευαστικής έκρηξης, τουλάχιστον ως το 1973, η ανακοπή της οποίας, ως συνέπεια της οικονομικής κρίσης, πυροδότησε έντονα φαινόμενα δυσαρέσκειας.

Μετά την πτώση της δικτατορίας και την ανασύσταση των μαζικών οικοδομικών οργανώσεων και της Συντονιστικής Επιτροπής, τέθηκαν επιτακτικά τα ζητήματα ανεργίας του κλάδου, ταυτόχρονα με τη ρύθμιση μιας σειράς ζητημάτων που εκκρεμούσαν από την προδικτατορική περίοδο. Παράλληλα, παρέμενε το αίτημα του εκδημοκρατισμού του συνδικαλιστικού κινήματος,της ένταξης των σωματείων στην Ομοσπονδία και της διοργάνωσης δημοκρατικού αντιπροσωπευτικού Συνεδρίου.

Με τα αιτήματα αυτά διοργανώθηκε η απεργία της 23ης Ιουλίου 1975, την οποία αποδοκίμασε η Ομοσπονδία του Λυκιαρδόπουλου και η κυβερνητική ΓΣΕΕ, και προγραμματίστηκε απεργιακή συγκέντρωση στο θέατρο «Περοκέ», στην πλατεία Μεταξουργείου.

Η πρωινή συγκέντρωση υπήρξε εξαιρετικά μαζική και οι απεργοί κατέκλυσαν όχι μόνο τον χώρο του θεάτρου αλλά και μεγάλη έκταση έξω απ’ αυτό. Οι συνδικαλιστές, ανταποκρινόμενοι στο αίτημα των συγκεντρωμένων, αποφάσισαν τη διοργάνωση πορείας προς το Υπουργείο Εργασίας, στην οδό Πειραιώς, μέσω της οδού Αγίου Κωνσταντίνου.

Λίγο μετά το ξεκίνημα της πορείας αστυνομικές δυνάμεις παρατάχθηκαν στην Αγίου Κωνσταντίνου, ανακόπτοντάς την.Ήταν μία από τις πρώτες εμφανίσεις των ΜΑΤ που μόλις είχε ιδρύσει η κυβέρνηση Καραμανλή, ενώ πίσω τους στάθμευσαν «αύρες», επίσης καινοφανή θωρακισμένα οχήματα, προορισμένα να καταδιώκουν διαδηλωτές και να εκτοξεύουν δακρυγόνα.

Ενώ οι εκπρόσωποι της Συντονιστικής Επιτροπής δέχτηκαν την αξίωση της αστυνομίας να μην προχωρήσει η πορεία προς την Ομόνοια, αλλά να κατευθυνθεί προς την Πειραιώς μέσω των ενδιάμεσων στενών δρόμων, τα ΜΑΤ εξαπέλυσαν άγρια επίθεση, που συνοδεύτηκε από ορυμαγδό δακρυγόνων, υποχρεώνοντας τους απεργούς σε υποχώρηση. Αμέσως μετά, όμως, οι διαδηλωτές ανασυντάχτηκαν σε πολυάριθμες πολυπληθείς ομάδες, στήνοντας οδοφράγματα και περνώντας στην αντεπίθεση, πετώντας στους αστυνομικούς πέτρες και καδρόνια που πήραν από παρακείμενες οικοδομές.

Μέσα σε λίγη ώρα τα επεισόδια επεκτάθηκαν σε ολόκληρο το κέντρο της Αθήνας, για να ενταθούν μετά τη γνωστοποίηση της άρνησης του υπουργού Εργασίας Κωνσταντίνου Λάσκαρη να δεχτεί την αντιπροσωπεία της Συντονιστικής που κατόρθωσε να φτάσει μέχρι το υπουργείο.Από τις 12 το μεσημέρι μέχρι αργά το απόγευμα στην περιοχή μεταξύ Μεταξουργείου, πλατείας Κουμουνδούρου, πλατείας Κοτζιά, Εξαρχείων και λεωφόρου Αλεξάνδρας διεξάγονταν μάχες μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, στήνονταν οδοφράγματα και ανάβονταν φωτιές για την εξουδετέρωση των δακρυγόνων που έπεφταν βροχή από τις «αύρες».

τα επεισόδια συμμετείχαν χιλιάδες οικοδόμοι, κυρίως νέοι, αλλά και μεγαλύτεροι, έμπειροι από τις προδικτατορικές κινητοποιήσεις, καθώς και χιλιάδες φοιτητές και μαθητές, που έσπευσαν να συμπαρασταθούν στους αγωνιζόμενους απεργούς. Εξάλλου, εκείνες τις μέρες οι φοιτητές βρίσκονταν σε κινητοποίηση για την ανατροπή της κυβερνητικής απόφασης να μετατραπούν οι φοιτητικοί σύλλογοι σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, ώστε να ελεγχθεί το ορμητικά αναπτυσσόμενο φοιτητικό κίνημα.

Καθώς οι μνήμες του Νοέμβρη ήταν ζωντανές, κυρίαρχα ήταν τα συνθήματα «δεν έγινε ο Νοέμβρης για τον Καραμανλή» και «το Πολυτεχνείο ήταν η αρχή, θα ‘ρθει κι η σειρά του Καραμανλή», ενώ οι αστυνομικοί αποδοκιμάζονταν με το σύνθημα «αυτοί σκοτώσαν τ’ αδέρφια μας». Χαρακτηριστική του κλίματος της εποχής ήταν και η συμπαράσταση της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών, που εκδηλωνόταν ακόμη και με την προμήθεια των διαδηλωτών με κάθε είδους εύφλεκτο υλικό, ακόμη και με τηλεφωνικούς καταλόγους από τα μαγαζιά και τα γραφεία του κέντρου της Αθήνας, που χρησίμευαν στο άναμμα φωτιών για την αντιμετώπιση των δακρυγόνων.

Μετά τη λήξη των συγκρούσεων, που ακολούθησε την αποχώρηση της αστυνομίας από τους δρόμους,υπολογίζονταν σε περισσότερους από 40 οι τραυματισμένοι διαδηλωτές, ενώ υπήρχαν και τραυματίες αστυνομικοί. Δεκάδες ήταν και οι συλληφθέντες, κάποιοι από τους οποίους κρατήθηκαν και πέρασαν από δίκη μετά από λίγες μέρες.

Η αμήχανη Αριστερά
Τα επεισόδια της 23ης Ιουλίου 1975 στάθηκαν μια ακόμη αφορμή για την εκδήλωση της αμηχανίας της κοινοβουλευτικής Αριστεράς απέναντι σε μορφές αγώνα του μαζικού κινήματος που δεν εντάσσονταν στον πολιτικό της προγραμματισμό. Αν και το βράδυ της ίδιας μέρας οι ηγέτες των αριστερών κομμάτων (Χαρίλαος Φλωράκης του ΚΚΕ, Μπάμπης Δρακόπουλος του ΚΚΕ εσ. και Ηλίας Ηλιού της ΕΔΑ) αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στη δεξίωση για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, όπως άλλωστε έκαναν και οι Γεώργιος Μαύρος και Ανδρέας Παπανδρέου, την επόμενη μέρα τόσο το ΚΚΕ όσο και το ΚΚΕ εσ. φρόντισαν να κρατήσουν αποστάσεις από τους διαδηλωτές. Ο μεν «Ριζοσπάστης» αναφέρθηκε σε «σκοτεινούς κύκλους της αντίδρασης (που) βρίσκονταν πίσω από τα χθεσινά γεγονότα», η δε «Αυγή» έκανε λόγο για «αριστεροχουντικούς προβοκάτορες».

Σύμφωνα με τα δύο ΚΚΕ, τα επεισόδια εντάσσονταν σε κάποιο συνολικότερο σχέδιο αποσταθεροποίησης της δημοκρατίας,το οποίο επεξεργάζονταν κύκλοι που επιδίωκαν την επαναφορά του δικτατορικού καθεστώτος. Κατονομαζόμενοι ή μη, οι κύκλοι αυτοί δεν ήταν άλλοι από τους Αμερικανούς, τα σημαντικά απομεινάρια της χούντας στον κρατικό μηχανισμό και κυρίως στα σώματα ασφαλείας και τις ένοπλες δυνάμεις, αλλά και μεγάλο τμήμα του κυβερνητικού κόμματος της Ν.Δ. Στο πλαίσιο αυτού του σχεδίου, επιδιωκόταν και η εκτροπή των ειρηνικών κινητοποιήσεων του μαζικού κινήματος σε βίαιη αντιπαράθεση με τις δυνάμεις καταστολής, έτσι ώστε να δημιουργηθεί το κατάλληλο κλίμα συκοφάντησης των μαζικών αγώνων, των συνδικαλιστικών φορέων και της Αριστεράς, και να δικαιολογηθεί η λήψη μέτρων σε αντιδημοκρατική κατεύθυνση.

Η λογική αυτή διαπερνούσε την κεντρική πολιτική γραμμή του ΚΚΕ εσ., που οριζόταν από την επιδίωξη της Εθνικής Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Ενότητας (ΕΑΔΕ).Το ΚΚΕ,αν και τασσόταν σαφώς κατά της πολιτικής αυτής, αρνούμενο να αποδεχτεί την ανάγκη συνεργασίας με τη δημοκρατική Δεξιά που, κατά το ΚΚΕ εσ., εξέφραζε ο Καραμανλής,ουσιαστικά δεν απέκλειε τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης και επιβολής νέου δικτατορικού καθεστώτος. Επιπλέον, πάγια τακτική του ήταν η αντίθεση σε κάθε μορφή οργάνωσης και αγώνα που δεν εκπορευόταν από δική του παρέμβαση και δεν ελεγχόταν από το ίδιο.

Στην πραγματικότητα, τόσο τα δύο ΚΚΕ όσο και σημαντικό –και πλειοψηφικό- τμήμα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς εκείνων των χρόνων, αδυνατούσαν να διακρίνουν τα χαρακτηριστικά του καθεστώτος που οικοδομούνταν στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση του 1974.Εγκλωβισμένες στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα ήταν χώρα εξαρτημένη από τον ιμπεριαλισμό (κυρίως τον αμερικανικό) και οικονομικο-κοινωνικά καθυστερημένη, οι αριστερές αυτές δυνάμεις δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τη δυναμική του ελληνικού καπιταλισμού, που μετά από μια διαδικασία ανάπτυξης που χαρακτήρισε τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες -έχοντας αποκρούσει αποτελεσματικά τον κίνδυνο που αντιπροσώπευσε το εαμικό κίνημα της δεκαετίας του ’40- ήταν, πλέον, σε θέση να επιχειρήσει βαθιές τομές στην κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού του. Επιμένοντας στην αντιφασιστική-αντιιμπεριαλιστική ρητορική –την οποία ευνόησε η επιβολή της εφτάχρονης δικτατορίας και η νατοϊκή πολιτική έναντι των ελληνοτουρκικών αντιθέσεων και της υπόθεσης της Κύπρου-δεν μπορούσαν να δουν ότι η αυταρχική θωράκιση του καθεστώτος μετά το 1974 δεν συνιστούσε «φασιστικοποίηση», αλλά τυπική διαδικασία θωράκισης της αστικής δημοκρατίας.

Ουσιαστικά,τα δύο ΚΚΕ δεν μπορούσαν να απαλλαγούν από τον φόβο που προκαλούσε ο ενδεχόμενος (φανταστικός, όπως αποδείχτηκε) κίνδυνος να τεθούν και πάλι εκτός νόμου, με αφορμή τη στήριξη εκδηλώσεων του μαζικού κινήματος που έβγαιναν από το πλαίσιο της αστικής νομιμότητας. Ποιος θυμάται, π.χ., τις αντιδράσεις τους όταν άρχισε να ακούγεται το σύνθημα «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», το οποίο χαρακτηριζόταν «αριστερίστικο, τυχοδιωκτικό και προβοκατόρικο»; Θα περνούσαν πολλά χρόνια και θα μεσολαβούσε η άνοδος στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ και η διάψευση των φόβων μιας αντιδημοκρατικής εκτροπής, για να ενταχθεί στη συνθηματολογία της κοινοβουλευτικής Αριστεράς.

Πηγή:  ergasianet.gr

_Λάρισας_Αναφαίρετο_δικαίωμα_της_εργοδοσίας_να_απολύει_ακόμα_και_συνδικαλιστές.jpg

Επικύρωσε απόλυση συνδικαλίστριας από τα «Goody's» και την έβαλε να πληρώσει και δικαστικά έξοδα

Συνεχίζεται το «γαϊτανάκι» των αντεργατικών, απαράδεκτων και επικίνδυνων αποφάσεων από την αστική δικαιοσύνη. Αυτή τη φορά τη σκυτάλη πήρε το Μονομελές Εφετείο Λάρισας το οποίο επικύρωσε απόλυση συνδικαλίστριας το 2013 από την εταιρεία «Εστιατόρια – Ζαχαροπλαστεία – Εμπορικές Επιχειρήσεις Τεμπών ΑΕ» («Goody’s»). Το δικαστήριο υποστήριξε πως είναι αναφαίρετο δικαίωμα της εργοδοσίας να λαμβάνει συγκεκριμένες επιχειρηματικές αποφάσεις και υποχρέωσε την εργαζόμενη να πληρώσει και τα δικαστικά έξοδα των 400 ευρώ. Είχε προηγηθεί η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας εναντίον της οποίας προσέφυγε σε δεύτερο βαθμό η απολυμένη εργαζόμενη. Το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι καλώς η επιχείρηση την απέλυσε για οικονομικούς λόγους.

Να σημειωθεί πως η συγκεκριμένη επιχείρηση το 2013 απέλυσε 13 εργαζομένους στη Λάρισα, μεταξύ αυτών και την ταμία του ΔΣ του Συνδικάτου Επισιτισμού, γιατί αρνήθηκαν να δεχτούν μειώσεις μισθών ή αλλαγές στις συμβάσεις εργασίας τους με χειρότερους όρους. Η εργαζόμενη προσέφυγε τότε δικαστικά για την ακύρωση της απόλυσης τη δική της αλλά και των υπολοίπων εργαζομένων.

Σχετικά με την απόφαση…

Με λίγα λόγια, το δικαστήριο αυτό που λέει, δίνοντας έτσι ένα επιπλέον αντεργατικό όπλο στα χέρια των εργοδοτών και του κεφαλαίου, είναι πως μια επιχείρηση μπορεί όποτε θέλει, μονομερώς, στο πλαίσιο «συγκεκριμένων επιχειρηματικών αποφάσεων», να κάνει ή να διατηρεί ατομικές συμβάσεις, να μειώνει μισθούς και ωράρια, να απολύει, να αφήνει απλήρωτους τους εργαζόμενους για μήνες, να φέρνει τους κρατικούς μηχανισμούς καταστολής, όταν οι εργαζόμενοι διεκδικούν και απεργούν, να… να… να…

Επιπλέον, η απόφαση αυτή ανοίγει επικίνδυνα μονοπάτια και καταργεί στην πράξη την προστασία των εκλεγμένων συνδικαλιστών, με βάση το νόμο 1264/82, που με σαφήνεια προβλέπει την προστασία των συνδικαλιστών από την απόλυση. Έρχεται, δε, σε μια εποχή, όπου έχει ανοίξει ο «διάλογος» με τους δανειστές για την αλλαγή του συνδικαλιστικού νόμου (με αιχμή τον περιορισμό-κατάργηση της απεργίας), μιας και πρόκειται για ένα από τα 113 προαπαιτούμενα που πρέπει να ψηφίσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Και μην ξεχνάμε πως ήδη επανέφερε «από το παράθυρο» την ανταπεργία («lockout») αλλά και τις ομαδικές απολύσεις, την ώρα που φροντίζει με χειρουργική ακρίβεια να εξαπλώνει τις ελαστικές σχέσεις εργασίας, σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.

Πηγή: ergasianet.gr

Σελίδα 3696 από 4477
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή