Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου και η Εργατική Τάξη

Με αφορμή την επέτειο της επιβολής της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936, δημοσιεύουμε τα κεφάλαια που αναφέρονται στην εργατική τάξη και το εργατικό κίνημα κατά τη διάρκειά της, από το βιβλίο του Γιώργου Αλεξάτου «Η εργατική τάξη στην Ελλάδα. Από την πρώτη συγκρότηση στους ταξικούς αγώνες του Μεσοπολέμου» (β΄ έκδ. Κουκκίδα, Αθήνα 2015).
Η δικτατορία επιβάλλεται μέσα σε κλίμα ανοχής ή τυπικών αντιδράσεων του αστικού πολιτικού κόσμου, σε φάση κάμψης του μαζικού λαϊκού κινήματος, σε σχέση με την έκρηξη του Μαΐου-Ιουνίου, αλλά και με πρόσχημα ή και φόβο της επανάληψης αυτής της έκρηξης και μάλιστα με επίκεντρο αυτή τη φορά την πρωτεύουσα, εξαιτίας της απεργίας που είχε προγραμματιστεί για τις 5 Αυγούστου. Στρέφεται, έτσι, από την ίδια την πράξη κήρυξής της κατά της εργατικής τάξης.
Παρά τις προσπάθειές του, το καθεστώς δεν θα κατορθώσει να γίνει αποδεκτό από τον ελληνικό λαό. Ούτε πριν την επιβολή της δικτατορίας ούτε κατά τη διάρκειά της θα μπορέσει να συγκροτηθεί μαζικό φασιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Έτσι, καθώς «ένα από τα ουσιώδη γνωρίσματα του φασισμού, σε σχέση με τα άλλα καθεστώτα έκτακτης ανάγκης του καπιταλιστικού κράτους» είναι και η «λαϊκή απήχηση» (1), το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φασιστικό. Όπως γράφει ο Άγγελος Ελεφάντης, «η Ελλάδα της δεκαετίας του ’30 δικτατορεύεται, δικτατοροκρατείται αλλά δεν φασιστικοποιείται. Η ιδεολογία των πλατειών λαϊκών μαζών παραμένει και μέσα στη δικτατορία ιδεολογία δημοκρατική-αντιφασιστική. Ο φασισμός δεν πέρασε στην Ελλάδα του μεσοπολέμου» (2).
Με την επιβολή της δικτατορίας μαζί με τα όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα τέθηκε εκτός νόμου, αλλά φυσικά και υπό διωγμό, το ΚΚΕ, όπως και όλες οι αριστερές πολιτικές εκφράσεις (σοσιαλιστές, αγροτιστές, αρχειομαρξιστές, τροτσκιστές κ.λπ.). Διαλύθηκαν τα συνδικάτα της ΕΓΣΕΕ και όλες οι άλλες μαζικές οργανώσεις που ελέγχονταν από την Αριστερά. Περίπου 700 αγωνιστές, σχεδόν στο σύνολό τους μέλη του ΚΚΕ, τροτσκιστές και αρχειομαρξιστές, συνελήφθησαν και είτε εξορίστηκαν στα ξερονήσια του Αιγαίου είτε φυλακίστηκαν. Θ’ ακολουθήσουν χιλιάδες άλλες συλλήψεις, στον βαθμό που θα εξαρθρώνεται ο παράνομος μηχανισμός του ΚΚΕ.
Αντιγράφοντας ναζιστικές πρακτικές, η αστυνομία κατάσχει και καίει σε δημόσιες τελετές τα μαρξιστικά βιβλία, ενώ στο πλαίσιο του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» που εξαγγέλλεται δεν έχουν θέση έργα όπως ο «Επιτάφιος» του Περικλή ή η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Η φασιστικοποίηση της νέας γενιάς επιχειρείται μέσα από τις φάλαγγες της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (της διαβόητης ΕΟΝ), αλλά αποτυχαίνει, χάρη στο βάλτωμά της στη διαφθορά και στα βαθιά δημοκρατικά ιδανικά της ελληνικής νεολαίας.
Την πολιτική της δικτατορίας απέναντι στην εργατική τάξη τη χαρακτηρίζει από τη μια η ανελέητη επίθεση κατά των αγωνιστικών πρωτοποριών της και από την άλλη η προσπάθεια διαμόρφωσης κλίματος «κοινωνικής ειρήνης», με κάποιες οικονομικές και θεσμικές παραχωρήσεις. Πρόκειται για μέτρα που «ήταν παλιότερα αιτήματα του συνδικαλιστικού κινήματος και είχαν ωριμάσει οι αντικειμενικοί όροι για τη λύση τους» (3), ενώ υπήρξαν, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα των αγώνων που είχαν συνταράξει την ελληνική κοινωνία λίγο πριν την επιβολή της δικτατορίας. «Τα περισσότερα απ’ αυτά τα μέτρα δεν ήταν ριζοσπαστικού χαρακτήρα, αλλ’ απλώς αμυντικά, συντηρητικά: εμπρός στις αναστατώσεις που προήλθαν από την κρίση και η απλή συντήρηση και επιβίωση των εργαζομένων ήταν επιτυχία»(4).
Τα σημαντικότερα από τα μέτρα αυτά ήταν η λειτουργία του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), που είχε ιδρυθεί το 1934, και η επέκταση του οχτάωρου σε όλους τους κλάδους.
Η δικτατορία επιβάλλει τη συγχώνευση της ΓΣΕΕ με την ΠΣΕ του Καλύβα, σε μια ενιαία και υπό κρατικό έλεγχο Εθνική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, στην οποία εντάσσονταν το 1939 1.199 σωματεία, με 150.000 μέλη, τα οποία γράφονται κατόπιν πιέσεων και με μεθόδους εκφοβισμού (5). Πραγματοποιήθηκε, μάλιστα, και «Συνέδριο» (το 8ο Πανεργατικό), στο οποίο γραμματέας της Συνομοσπονδίας «εκλέχθηκε» ο ήδη διορισμένος από το καθεστώς Αριστείδης Δημητράτος, που ήταν ταυτόχρονα και υφυπουργός Εργασίας.
Για την εξασφάλιση στενότερου ελέγχου και την αποφυγή ενδεχόμενου συντονισμού στην προβολή των όποιων αιτημάτων, διαλύθηκαν οι κλαδικές Ομοσπονδίες και αντικαταστάθηκαν με διορισμένες «Επαγγελματικές Γραμματείες». Με διάταγμα του 1938 προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, ο διορισμός από το κράτος των διοικητικών υπαλλήλων των συνδικάτων, η είσπραξη υποχρεωτικών εισφορών από τους εργαζόμενους και η διάθεσή τους στις οργανώσεις από το δημόσιο.
Στα ναζιστικά πρότυπα του «Arbeitsfront» («Μετώπου Εργασίας»), το οποίο εκθειάζεται από τους ειδικούς των εργασιακών σχέσεων (6), διακηρύσσεται η ταυτότητα συμφερόντων εργοδοτών και εργαζομένων στο πλαίσιο της εθνικής ενότητας, εγγυητής της οποίας είναι ο δικτάτορας Μεταξάς, ο οποίος προβάλλεται σαν «Πρώτος Εργάτης», όπως, άλλωστε, και σαν «Πρώτος Αγρότης». Επιπλέον, διοργανώνονται στημένες φιέστες, με παρελάσεις εργαζομένων ενίοτε και ομοιόμορφα ντυμένων, ενώ η Πρωτομαγιά ανακηρύσσεται «Εθνική Εορτή του Έλληνος Εργάτου».
Με την «κρατικοποίηση του διαμεσολαβητικού ή πελατειακού συνδικαλισμού και τη χρησιμοποίηση αρκετών στελεχών του» το κράτος αναδεικνύεται «σε μοναδικό κεντρικό μεσολαβητή μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και εγγυητή της εργατικής αμοιβής και απασχόλησης (…) Ωστόσο σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ήταν περισσότερο αντεργατικό από εκείνο των προηγουμένων κυβερνήσεων του μεσοπολέμου» (7).
Πριν ακόμη επιβληθεί η δικτατορία, με τον Α.Ν. της 16/11/1935, είχε οριστεί η υποχρεωτική κρατική διαιτησία στις εργασιακές διαφορές. Πρόκειται για ένα θεσμό που από παλιά επιχειρούνταν να καθιερωθεί και σ’ αυτή την κατεύθυνση ιδιαίτερη προσπάθεια είχε καταβάλλει η δικτατορία Πάγκαλου. Συναντούσε, όμως, την αντίθεση των εργοδοτών. Όπως επισημαίνεται (8), οι εργοδότες αντιτάχθηκαν στην εφαρμογή της υποχρεωτικής διαιτησίας του κράτους στις εργασιακές διαφορές κι έγιναν «υπέρμαχοι της ελεύθερης λειτουργίας των μηχανισμών της αγοράς» σε συνθήκες που η προσφορά εργασίας υπερκάλυπτε τη ζήτηση. Όσο κι αν ο θεσμός αυτός λειτούργησε αργότερα περιοριστικά για τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης ήταν οι εργαζόμενοι κι οι αγώνες τους που τον επέβαλαν το 1935. Τον κατοχύρωσε ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης, το καθεστώς Κονδύλη, και τον εφάρμοσε ένα άλλο ανάλογο, η δικτατορία Μεταξά.
Φυσικά, οι υποχρεωτικές συμβάσεις δεν λειτούργησαν πάντα προς όφελος των εργαζομένων. Εξάλλου, δεν καθιερώθηκε κατώτερο όριο ημερομισθίου, δίνοντας, έτσι, τη δυνατότητα στους εργοδότες να αυθαιρετούν, σε συνθήκες κατά τις οποίες το πρόβλημα της ανεργίας παρέμενε σοβαρό. Για την αντιμετώπισή του, μάλιστα, ψηφίστηκε ο Ν. 2.000 του 1939, που θέσπιζε την «εκ περιτροπής εργασία», έτσι ώστε τις συνέπειές της να τις μοιράζονται οι ίδιοι οι εργαζόμενοι.
Κατά την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας το βιοτικό επίπεδο της μεγάλης πλειονότητας του ελληνικού λαού παρέμενε εξαιρετικά χαμηλό και η κοινωνική ανισότητα χαώδης. Αυτό προκύπτει και από τα στοιχεία που παραθέτει ο Χρυσός Ευελπίδης, σχετικά με την κατανομή του εισοδήματος το 1939 (9):
Οικογένειες Ετήσιο εισόδημα σε δραχμές
630.208 20.000
632.768 40.000
271.404 80.000
66.897 140.000
31.173 280.000
6.048 500.000
2.602 1.000.000
900 πάνω από 1.000.000
ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΔΙΚΤΑΤΟΡΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
Όπως είδαμε, η επιβολή της δικτατορίας βρίσκει το εργατικό κίνημα σε αδυναμία αντιμετώπισής της. Κι αυτό, παρά το ότι από χρόνια το ΚΚΕ και οι άλλες αριστερές δυνάμεις προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο αντιδημοκρατικής εκτροπής.
Τα αλλεπάλληλα χτυπήματα της Ασφάλειας σε βάρος του κομματικού μηχανισμού εξαρθρώνουν σταδιακά το μεγαλύτερο μέρος του, ενώ οι συλλαμβανόμενοι αριστεροί, στη μεγάλη τους πλειονότητα μέλη του ΚΚΕ ή και απλοί συμπαθούντες, επιχειρείται, υπό την απειλή ή κατόπιν βασανιστηρίων, να υπογράψουν δηλώσεις αποκήρυξης του κομμουνισμού. Ο υφυπουργός Δημόσιας Τάξης, ο διαβόητος Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, ήταν σαφής ως προς τη σκοπιμότητα αυτών των δηλώσεων:
«Ίνα μη δε θεωρηθή ότι η δημοσία αποκήρυξις της κομμουνιστικής ιδεολογίας υπό των μετανοούντων οπαδών της Τρίτης Διεθνούς ενέχει πλατωνικόν χαρακτήρα, ανώδυνον δια τας κομμουνιστικάς τάξεις, το ελληνικόν υφυπουργείον καθιέρωσεν ως μέτρον βάσεως της ειλικρινείας παρομοίων δηλώσεων μετανοίας, την πλήρη εξιστόρησιν των συνεργατών των και την εξονυχιστικήν διαλεύκανσιν παντός σημείου, όπερ ήθελεν υποβοηθήσει τας αστυνομικάς αρχάς εις την αποκάλυψιν αγνωστών εις αυτάς κομμουνιστών» (10).
Υπολογίζεται ότι από τα ανακριτικά γραφεία της αστυνομίας πέρασαν κατά την περίοδο της δικτατορίας 80-90.000 άτομα (11), ήτοι πολύ περισσότερα από τους 73.500 ψηφοφόρους του ΚΚΕ στις εκλογές του Ιανουαρίου 1936. Φαίνεται πως δεν ζητήθηκε να υπογράψουν όλοι αυτοί, καθώς όσοι υπέγραψαν αναφέρεται πως ήταν 47.000 (12). Η έκταση της αποδιάρθρωσης του κομματικού μηχανισμού του ΚΚΕ γίνεται αντιληπτή αν πάρουμε υπόψη ότι τις μέρες της κατάρρευσης της δικτατορίας, με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, τον Απρίλιο 1941, υπήρχαν περίπου 1.870 κρατούμενοι (που είχαν αρνηθεί να υπογράψουν) και όχι περισσότερα από 200 μέλη παράνομων οργανώσεων.
Ενώ μετά το 1939 το σύνολο, σχεδόν, των μελών της Κεντρικής Επιτροπής έχει συλληφθεί και την καθοδήγηση μικρού μέρους του ούτως ή άλλως ισχνού παράνομου μηχανισμού έχει αναλάβει ολιγομελής ομάδα στελεχών, γνωστή ως «Παλιά Κεντρική Επιτροπή», η Ασφάλεια έχει στήσει παράλληλη «Προσωρινή Διοίκηση του ΚΚΕ», από στελέχη που πέρασαν στην υπηρεσία της. Η σύγχυση που είχε δημιουργηθεί και η χαφιεδοφοβία ήταν τέτοιας έκτασης ώστε να εγείρονται (αδικαιολόγητες, όπως αποδείχτηκε αργότερα) υποψίες και κατά της «Παλιάς Κ.Ε.», ενώ ακόμη και ο φυλακισμένος ηγέτης του κόμματος Νίκος Ζαχαριάδης είχε εξαπατηθεί και για κάποιο διάστημα θεωρούσε πιστή στο κόμμα την «Προσωρινή Διοίκηση».
Παρά τα ισχυρά πλήγματα που δέχτηκε από την πρώτη μέρα της επιβολής της δικτατορίας, το ΚΚΕ επιδίωξε από τη βαθιά παρανομία την οργάνωση της αντιδικτατορικής αντίστασης και τη διεξαγωγή της σε συνεργασία με τις άλλες δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις. Εντούτοις, μόνο στον χώρο του νεολαιίστικου κινήματος επιτεύχθηκε κάτι τέτοιο, με την ίδρυση του Αντιδικτατορικού Μετώπου Νέων, που έδρασε στα 1937-38 και διαλύθηκε μετά την εξάρθρωση του παράνομου μηχανισμού της ΟΚΝΕ. Η μεγάλη πλειονότητα των αστών πολιτικών όχι μόνο απέρριπτε αυτές τις προτάσεις συνεργασίας, αλλά και επιδίωκε τον συμβιβασμό με τον βασιλιά, προτείνοντάς του τις δικές της υπηρεσίες στο πλαίσιο μιας ελεγχόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στην οποία δεν θα είχε θέση το ΚΚΕ, θα εξακολουθούσαν να απαγορεύονται οι απεργίες και η ελεύθερη έκφραση μέσω του Τύπου κ.λπ. (13).
Σε συνθήκες απαγόρευσης κάθε συνδικαλιστικής δραστηριότητας, πέραν της κρατικά ελεγχόμενης, διάλυσης των αγωνιστικών οργανώσεων του μαζικού κινήματος, διώξεων κατά της Αριστεράς και αποδιοργάνωσης του ΚΚΕ, δεν παρουσιάζεται αυτά τα χρόνια εργατικό διεκδικητικό κίνημα. Εντούτοις, κάποιες αυθόρμητες κινητοποιήσεις έγιναν, το 1938 κυρίως, από τους καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, τους μυλεργάτες του Πειραιά, τους εργάτες οινοποιίας της Αθήνας κ.ά. Κυρίως, όμως, η αντίσταση στη δικτατορία και ο αγώνας για την υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων γίνεται με τρόπους έμμεσους. Με μποϊκοτάρισμα των καθεστωτικών εκδηλώσεων και άρνηση συμμετοχής σ’ αυτές με διάφορα προσχήματα, με επιβράδυνση των ρυθμών παραγωγής, αλλά και με τη βοήθεια σε οικογένειες κρατούμενων ή διωκόμενων κομμουνιστών κ.λπ.
Έτσι, μέχρι και την κατάρρευση του καθεστώτος δεν θα εμφανιστεί μαζικό εργατικό κίνημα. Η ήττα του ’36 ήταν συντριπτική και η εργατική τάξη θ’ αργήσει να συνέλθει από τις συνέπειές της. Θα χρειαστεί να μεσολαβήσει η πλήρης αλλαγή της γενικότερης κατάστασης, ο πόλεμος και η Κατοχή, για να ξαναβγεί στο προσκήνιο.
Όταν, όμως, βγει και πάλι, οι αγώνες του Μεσοπολέμου και το αποκορύφωμά τους, ο Μάης του ’36, θα έχουν χρησιμεύσει ως μεγάλα σχολεία της ταξικής πάλης. Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, η μεγάλη συμμετοχή της εργατικής τάξης στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης, η κατάκτηση της ηγεμονίας σ’ αυτό και η δυναμική της κοινωνικής επανάστασης που εμπεριείχε ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, μόλις λίγα χρόνια μετά από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, αποτελούν και την απόδειξη ότι η εργατική τάξη της Ελλάδας όχι μόνο δεν φασιστικοποιήθηκε, αλλά και ωρίμασε, μέσα και απ’ αυτή την οδυνηρή εμπειρία, για τη διεκδίκηση μιας άλλης προοπτικής.
1. Νίκος Πουλαντζάς, Φασισμός και δικτατορία. Η Κομμουνιστική Διεθνής αντιμέτωπη στο φασισμό – Ολκός, Αθήνα 1975, σ. 159.
2. Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός στο μεσοπόλεμο – Ολκός, Αθήνα 1976, σ. 201.
3. Κώστας Σεφέρης, Ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα 1860-1975 – δ΄ έκδ. Νέα Αριστερά, Αθήνα 1977, σ. 65.
4. Κώστας Βεργόπουλος, Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη. Η Ελλάδα στο μεσοπόλεμο – Εξάντας, Αθήνα 1978, σ. 95-96.
5. Κώστας Σεφέρης, ό.π., σ. 65. Ο Χρυσός Ευελπίδης (Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Ελλάδος – β΄ έκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 1950, σ. 106) αναφέρει ότι οι υποχρεωτικά συνδικαλισμένοι εργάτες το 1939 ήταν 269.000.
6. Βλ., π.χ., Γεώργιος Τρίμης, Η ρύθμισις των εργατικών σχέσεων εν τη σημερινή Γερμανία – Επιθεώρησις Κοινωνικής και Δημοσίας Οικονομικής, Αθήνα 1937.
7. Χρήστος Ιωάννου, Μισθωτή απασχόληση και συνδικαλισμός στην Ελλάδα – Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, Αθήνα 1989, σ. 61-62.
8. Χρήστος Χατζηιωσήφ, Βενιζελισμός και εκσυγχρονισμός – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1988, σ. 296.
9. Χρυσός Ευελπίδης, ό.π., σ. 112.
10. Σπύρος Λιναρδάτος, Η 4η Αυγούστου – Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις 1967, σ. 65.
11. Αντόνιο Σολάρο, Ιστορία του ΚΚΕ – Πλειάς, Αθήνα 1975, σ. 106.
12. Τον αριθμό αυτό δίνει το γαλλόφωνο όργανο του καθεστώτος «Le messager d’ Athenes» στις 20/8/1939 (Σωτήρης Κωστόπουλος, Η αμφιλεγόμενη πενταετία. Η πορεία του ΚΚΕ στα χρόνια 1936-1941 – Στοχαστής, Αθήνα 1983, σ. 68).
13. Γρηγόριος Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940 – Ίκαρος, Αθήνα 1955, τ. Β΄, σ. 441.
Πηγή: ergasianet.gr
Εντυπωσιακές εικόνες από τη "γέννηση" ενός παγόβουνου - Η ανησυχία των επιστημόνων

Στα μέσα Ιουλίου, δημιουργήθηκε ένα από τα μεγαλύτερα παγόβουνα, όταν μία μεγάλη επιφάνεια αποκολλήθηκε από την τράπεζα πάγου Larsen C, στην Ανταρκτική και τώρα πλέει "ελεύθερη" στα ανοιχτά των ακτών.
Το τρίτο μεγαλύτερο παγόβουνο που έχει καταγραφεί ποτέ, και το μεγαλύτερο από τη δεκαετία του 1980, έχει το όνομα A68 και η επιφάνειά του, 5.800 τετραγωνικά χιλιόμετρα, είναι δύο φορές εκείνη του Λουξεμβούργου και σχεδόν τέσσερις φορές μεγαλύτερη από την περιοχή του Λονδίνου.

Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από την εταιρεία δορυφορικής φωτογράφησης Deimos Imaging και οι λεπτομέρειές τους κόβουν την ανάσα.
Η ρωγμή στην τράπεζα Larsen C, η οποία και δημιούργησε το παγόβουνο, ήταν ορατή από τη δεκαετία του 1980. Η αποκόλληση ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2017 πριν ολοκληρωθεί στα μέσα Ιουλίου.
Οι επιστήμονες προβληματίζονται για την Larsen C, η οποία έχει, μέσα σε δύο ημέρες, χάσει το 12% του όγκου της.

Παρά το γεγονός ότι ο πάγος της αναγεννάται, μετά και την αποκόλληση του A68, είναι περισσότερο ασταθής και θεωρούν πιθανό να έχει την μοίρα του "προγόνου" της, Larsen Β, που διαλύθηκε στον ωκεανό το 2002.
Πηγή: enikos.gr
Η Γη ανεβάζει «πυρετό» ταχύτατα

Είναι πολύ πιθανό ότι η θερμοκρασία του πλανήτη μας θα ξεπεράσει το θεωρούμενο ως όριο ασφαλείας των δύο βαθμών Κελσίου στη διάρκεια του αιώνα μας, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική μελέτη.
Η πιθανότητα, η θερμοκρασία να αυξηθεί από δύο έως πέντε βαθμούς Κελσίου έως το 2100, εκτιμάται στο 90%. Η κλιματική αλλαγή και η συνακόλουθη ατμοσφαιρική ρύπανση θα «φέρουν» 60.000 παραπάνω πρόσθετους θανάτους έως το 2030 και 260.000 έως το 2100, σύμφωνα με μια άλλη διεθνή μελέτη.
Ακόμη κι αν οι άνθρωποι κατάφερναν να σταματήσουν άμεσα και ολοκληρωτικά όλες τις εκπομπές «αερίων του θερμοκηπίου», η Γη θα συνέχιζε να «ανεβάζει πυρετό» έως το τέλος του τρέχοντος αιώνα, σύμφωνα με τις νέες δυσοίωνες εκτιμήσεις.
Αν συνεχισθεί ο σημερινός ρυθμός εκπομπών αερίων για τα επόμενα 15 χρόνια, τότε το πιθανότερο είναι ότι η θερμοκρασία του πλανήτη μας θα έχει αυξηθεί κατά 1,5 βαθμούς έως τότε (2032), σύμφωνα με τους ερευνητές του Πανεπιστημίου Ουάσιγκτον, με επικεφαλής τον καθηγητή στατιστικής 'Αντριαν Ράφτερι, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό για θέματα κλιματικής αλλαγής «Nature Climate Change».
Η συμφωνία του Παρισιού που υπέγραψαν πέρυσι 195 χώρες, καλεί τη διεθνή κοινότητα να πάρει μέτρα, ώστε να μην αυξηθεί η παγκόσμια θερμοκρασία έως το 2100 πάνω από δύο βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδά της.
Όμως, όπως αναφέρει το Αθηναϊκό Πρακτορείο, η νέα μελέτη θεωρεί πολύ δύσκολο να επιτευχθεί αυτό, ακόμη κι αν - πράγμα απολύτως απίθανο - ξαφνικά όλες οι χώρες σταματούσαν μέσα στο 2017 να εκπέμπουν άλλον άνθρακα στην ατμόσφαιρα.
Οι ερευνητές δίνουν πιθανότητα μόνο 5% η άνοδος της θερμοκρασίας της Γης να μην ξεπεράσει έως το 2100 τους δύο βαθμούς σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα. Ενώ υπολογίζουν μόνο στο 1% την πιθανότητα να περιορισθεί κάτω από 1,5 βαθμούς η άνοδος της παγκόσμιας θερμοκρασίας έως το τέλος του αιώνα μας.
Πηγή: tvxs.gr
Ποιος φοβάται τα μέτωπα;

Αφού λοιπόν, όπως μας πληροφορεί ο σύντροφος Βασίλης Τζώτζης, «το ανάγνωσμα» είναι «της μετωπολογίας» και ημείς «ούτω βοήσομεν».
Επειδή ο συντοπίτης και καθ’ όλα αγαπητός σύντροφός μας και εμπειρία και γνώση και ευρυμάθεια και ευστροφία διαθέτει, συμπεραίνουμε ότι θα έχει πολύ σοβαρούς λόγους και νέα δεδομένα για να αναγκαστεί να παρέμβει μεσοκαλόκαιρο γι’ αυτό το θέμα. Αφού λοιπόν στα προηγούμενα έντεκα άρθρα του μας κάνει γνωστή την αναγκαιότητα δημιουργίας «Μετώπου των ζωτικών συμφερόντων της λαϊκής πλειοψηφίας», στο πρόσφατο αφήγημά του με τίτλο «Μετωπολογίας το ανάγνωσμα» μας πληροφορεί ότι «οι εμμονές γύρω από το Μέτωπο» δηλώνουν «μικροαστική ψυχολογία»…
Στο πλαίσιο ενός μόνιμου και επιβεβλημένου ανοιχτού, δημόσιου, δημοκρατικού και προπάντων συντροφικού διαλόγου και με βάση την μέχρι τώρα εμπειρία, καταθέτω κι εγώ ορισμένες σκέψεις και απόψεις:
Στην ιστορία γενικότερα, αλλά και στην ιστορία του Εργατικού Κινήματος υπήρξαν πολλά μέτωπα. Μέτωπα φασιστικά, μέτωπα αντιφασιστικά, μέτωπα των αστικών δυνάμεων, μικροαστικά μέτωπα, μέτωπα των εργατικών δυνάμεων. Κοινωνικά και πολιτικά, συνδικαλιστικά, ανατρεπτικά, αντικαπιταλιστικά, αντιιμπεριαλιστικά και επαναστατικά μέτωπα.
Υπήρξαν πολλά μέτωπα που ηττήθηκαν, όμως υπήρξαν και πολλά που νίκησαν, και να μην ξεχνάμε μάλιστα ότι ήταν αυτά που μας έδωσαν τις πρώτες «πτήσεις της εργατικής τάξης στα ουράνια».
Απέναντι στα «δεξιά» μέτωπα, οι ταξικές δυνάμεις δεν βάζουν το σεχταρισμό αλλά εργατικά – λαϊκά και ταξικά μέτωπα.
Γιατί αλήθεια χρειάζεται να γραφτούν δεκάδες άρθρα συντρόφων μας που θέλουν να μας εξηγήσουν τα αυτονόητα που όλοι λίγο πολύ τα γνωρίζουμε; Ότι δηλαδή «μέτωπο ναι αλλά τι μέτωπο;»
Μήπως τα 28 αυτά χρόνια δεν αποδείξαμε την «ταξική μας τοποθέτηση;» Ή μήπως «δεν έχουμε δηλώσει ξεκάθαρα και από ΠΡΙΝ πως επιθυμητή έκβαση των προσπαθειών μας είναι η αλλαγή ΤΑΞΗΣ στην ΕΞΟΥΣΙΑ;»
Υπάρχει κανένας ανάμεσά μας να μη γνωρίζει ότι στα μέτωπα, εκτός του ότι συνυπάρχουν ομοειδείς δυνάμεις, ο μπούσουλας είναι ένα κοινό συμφωνημένο πολιτικό πλαίσιο, μια πολιτική συμφωνία που καθορίζει και το μέτωπο;
Σε όποιες συζητήσεις γίνονται επ’ αυτού η κάθε οργάνωση, πολιτική ή κοινωνική, έρχεται με το δικό της πλαίσιο, που όμως δεν μπορεί να είναι «μπετοναρισμένο» και άκαμπτο και να ζητάει από τους άλλους να το δεχτούν ατόφιο, γιατί τότε καλύτερα να το κρατήσει για τον εαυτό της.
Στο δια ταύτα λοιπόν: Υπάρχει καμιά αντίρρηση για τη συγκρότηση του «Εργατικού, Λαϊκού και Αγωνιστικού Μετώπου Ρήξης και Ανατροπής» με κορμό ένα «ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα»;
Και πώς θα είναι αυτό;
Θα έχει πανελλαδική εμβέλεια;
Από ποιες δυνάμεις θα αποτελείται;
Πώς θα γίνει η ανασυγκρότηση του Κινήματος; Με ιδεολογική περιχαράκωση;
Αν είναι να αποτελείται μόνο από τις δυνάμεις τις ΑΝΤΑΡΣΥΑ να το πούμε, αλλά και να φροντίσουμε αυτές οι δυνάμεις να ενοποιηθούν ή έστω να συνεργαστούν. Μήπως δεν είναι αντίφαση οι πολιτικές δυνάμεις που αποτελούν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ να έχουν συμφωνήσει στο στρατηγικό στόχο για την «Εργατική Εξουσία», αλλά στο συνδικαλιστικό κίνημα να υπάρχουν δυο διαφορετικές μετωπικές κινήσεις (Πρωτοβουλία Πρωτοβάθμιων Συνδικάτων για τον Συντονισμό και Συντονισμός ενάντια στα Μνημόνια) που δρουν ακόμα και ανταγωνιστικά και δεν μπορούν να συναντηθούν ούτε στις διαδηλώσεις;
Δηλαδή ο άλλος συντονισμός δεν είναι ενάντια στα μνημόνια; Και ο άλλος, γιατί παραμένει ακόμη «Πρωτοβουλία» και δεν μπορεί τόσα χρόνια να συσπειρώσει σωματεία πάνω από τα δάχτυλα του ενός, άντε των δυο χεριών;
Αντίθετα όπου μπόρεσαν και έγιναν συνεργασίες στο Συνδικαλιστικό Κίνημα (Υγεία, Παιδεία κλπ) με δυνάμεις που αποχώρησαν από το ΚΚΕ και το ΣΥΡΙΖΑ αλλά δεν εντάχθηκαν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και με ταξικές αγωνιστικές δυνάμεις της ΛΑΕ, τα αποτελέσματα ήταν από θετικά έως εντυπωσιακά και ποσοτικά και ποιοτικά.
Όσοι λοιπόν επιμένουμε ακόμα στο στόχο του Μετώπου Ρήξης και Ανατροπής κατεχόμαστε από «μικροαστική ψυχολογία»; Ή μήπως είναι το ακριβώς αντίθετο;
Εμείς που προερχόμαστε από το ΝΑΡ πορευτήκαμε μετωπικά από την πρώτη μέρα της ύπαρξής μας. Η Λαϊκή Αντιπολίτευση, η Μαχόμενη Αριστερά, το ΜΕΡΑ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Και βεβαίως συμμετείχαμε όλα αυτά τα χρόνια σε πάρα πολλά μέτωπα του μαζικού κινήματος. Με αντιφάσεις, καθυστερήσεις, οπισθοδρομήσεις πολλές φορές, όμως κάθε φορά κάναμε κι ένα μικρό βήμα προς τα μπρος.
Μπορεί κάποιος να πει πως δεν πετύχαμε και πάρα πολλά στα 28 χρόνια της ύπαρξής μας. Και ίσως να έχει δίκιο. Όμως θα πρέπει να δει και άλλες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής ακόμα και της κοινοβουλευτικής Αριστεράς. Οργανώσεις που ήταν παλιότερες από μας και πιο «γειωμένες» στο κίνημα. Άλλες χάθηκαν τελείως, άλλες συρρικνώθηκαν και αναπολούν περασμένα μεγαλεία και άλλες έμειναν εκεί που ήταν και πριν από 30 χρόνια, πιστοί φύλακες της ιδεολογικής τους καθαρότητας, ως κλειδαμπαρωμένη «ζώνη αγνότητας» και πάντα κάτοχοι της μιας, μοναδικής και αδιαμφισβήτητης αλήθειας!
Και τώρα τι γίνεται; Πραγματικά υπάρχει στασιμότητα και σε πολλές περιπτώσεις οπισθοδρόμηση. Και όλο και περισσότερα, ηγετικά κυρίως, στελέχη να προσπαθούν να μας πείσουν ότι γι’ αυτό φταίνε κάποιοι άλλοι! Φταίνε τα Μέτωπα, η πολιτική των συμμαχιών, η Κοινή Δράση κλπ.
Άλλοι πάλι ονόμασαν τον φταίχτη «οργανωτική χαλαρότητα» και προτείνουν μάλιστα οργανωτικά μέτρα. Το έργο αυτό το ζήσαμε και στο ΚΚΕ, όσο πιο δεξιά πήγαινε η ηγεσία τόσες περισσότερες διαγραφές και καθαιρέσεις έκανε. Και φυσικά δεν έλυσε τίποτα. Αντιθέτως…
Η λύση είναι ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση. Άλμα προς τα μπρος, ενδυνάμωση και υπέρβαση και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (και όχι διάλυσή της και επιστροφή στο ΜΕΡΑ και ΕΝΑΝΤΙΑ), θαρρετό άνοιγμα στους εργαζόμενους και στην κοινωνία, μιλώντας όμως τη γλώσσα τους και προτείνοντας λύσεις στα τεράστια προβλήματά τους και αγωνιστική διέξοδο από το τέλμα που τους έφερε η καπιταλιστική επέλαση.
Άνοιγμα στις οργανώσεις της κομμουνιστικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Με το πρόγραμμά μας και τις θέσεις μας. Δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα. Με ειλικρίνεια και συντροφικότητα, ακόμα και αν εκ των προτέρων γνωρίζουμε ότι δεν συμφωνούμε. Υπάρχουν πλέον πολλοί σύντροφοι αλλά και οργανωμένα πολιτικά σχήματα που έφυγαν από το ΚΚΕ, τη ΛΑΕ ακόμα και από τον ΣΥΡΙΖΑ και μπαίνουν σε μια τέτοια συζήτηση.
Και σαφώς πρέπει να συνεχιστούν οι ειλικρινείς και όχι προσχηματικές προσπάθειες προς το ΚΚΕ και τη ΛΑΕ παρότι:
Το ΚΚΕ αφού «κάηκε στο γάλα φυσάει και στο γιαούρτι». Όλες σχεδόν οι μέχρι σήμερα συμμαχίες που έκανε στη μεταπολίτευση, ακόμα και στις αυτοδιοικητικές εκλογές, ήταν προς τα δεξιά και του στοίχισαν αποχωρήσεις μελών και στελεχών του. Γι’ αυτό σήμερα, αντί να διαλέξει να συνεργαστεί με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ έστω στο μαζικό κίνημα, γυρίζει στο σεχταρισμό. Ακόμη χειρότερα, προσπαθεί να δημιουργήσει τείχη ακόμα και με απαράδεκτες μεθόδους όπως οι τελευταίες τραμπούκικες επιθέσεις στα πανεπιστήμια. Όμως, παρόλα αυτά, με δυνάμεις του ΚΚΕ έχουμε κάποιες ελάχιστες αλλά ουσιαστικές περιπτώσεις κοινής δράσης στο συνδικαλιστικό και στο λαϊκό Κίνημα.
Αυτό δείχνει ότι σε με τέτοια γενικευμένη επίθεση της άρχουσας τάξης σε όλα τα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα μπορούν και θα υπάρξουν συγκλίσεις της βάσης όσο και αν δεν το θέλουν και το πολεμούν οι ηγεσίες.
Σε ό,τι αφορά τη ΛΑΕ, όλοι μας αντιλαμβανόμαστε ότι ένα μέρος της ηγεσίας του Αριστερού Ρεύματος θέλει τη δημιουργία Μετώπου αλλά προς τα δεξιά, με την «Πλεύση Ελευθερίας», το «Μέτωπο Νίκης», το ΕΠΑΜ κλπ. Αυτό κυρίως γίνεται για την «πάση θυσία» είσοδο της ΛΑΕ στο κοινοβούλιο.
Όμως αυτό το δεξιό άνοιγμα δεν είναι προς συμφέρον του λαϊκού κινήματος και της ανατρεπτικής Αριστεράς. Ούτε της ίδιας της ΛΑΕ. Αυτό το καταλαβαίνουν πολλοί μέσα στη ΛΑΕ. Εάν υλοποιηθεί, θα φέρει εκ των πραγμάτων αποκολλήσεις και μετατοπίσεις προς τα αριστερά, που η ΛΑΕ δεν τις αντέχει.
Γι’ αυτό άλλωστε και εντείνεται η επίθεση τελευταία από την Ίσκρα προς το ΝΑΡ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αρθρογράφοι της, ακολουθώντας έναν τακτικισμό παραπλήσιο του ΚΚΕ, προσπαθούν να χτίσουν τείχη ανάμεσα στους αγωνιστές της ΛΑΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για να ανακόψουν τις αντιδράσεις των μελών και οπαδών της ΛΑΕ σε αυτή τη γραμμή και ρίχνοντας ταυτόχρονα το φταίξιμο στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ με κατηγορίες ότι είναι “ανθενωτική”, “σεχταριστική”, “αρνείται το διάλογο” κλπ.
Αν πράγματι υπάρχουν στην ηγεσία του Αριστερού Ρεύματος κάποιοι που σκέφτονται και λειτουργούν έτσι, οι δικοί μας σύντροφοι τι λόγο έχουν να τους διευκολύνουν;
Γιατί η αλήθεια είναι πως αν η ηγεσία του Αριστερού Ρεύματος άρχισε τώρα την επίθεση εναντίον μας, κάποια στελέχη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ την άρχισαν πολύ νωρίτερα εναντίον τους και με πολύ μεγαλύτερη ένταση μάλιστα, δίνοντας το απαραίτητο πάτημα. Άρθρα ηγετικών μας στελεχών δίνουν την εντύπωση ότι κύριος εχθρός μας πλέον είναι η ΛΑΕ και ότι ο πρώτος στόχος που μπαίνει είναι η άμεση διακοπή κάθε σχέσης μαζί της.
Αν προσθέσουμε ότι αυτό δεν γίνεται πάντα με πολιτικούς όρους και διατυπώσεις αλλά με απολίτικη ορολογία όπως «ΣΥΡΙΖΑ 2» «ΠιΛαφ», «Λαφαζανιές» και «Λαφαζανοπαρέα» και μάλιστα όταν γράφεται όχι από απλά μέλη, τότε δεν πρόκειται απλά για κάποια «πολιτική ανωριμότητα»…
Τέλος για να τοποθετηθούμε και στο «επίδικο», όπως το θέτει ο σύντροφος Βασίλης. «Τι δείχνουν οι εμμονές στο Μέτωπο;» «Μικροαστική ψυχολογία;»
Αντιθέτως σύντροφέ μου: Οι «εμμονές» στην τακτική των μετώπων, με τα ταξικά χαρακτηριστικά που προσδίδουμε όλα αυτά τα χρόνια, δείχνει αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό, γιατί φέρνει πιο κοντά την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης. Δείχνει και επαναστατική διάθεση γιατί φέρνει πιο κοντά την επαναστατική προοπτική. Αλλά δείχνει και πολιτική ωριμότητα και γνώση των συσχετισμών και της σημερινής κατάστασης του εργατικού κινήματος αλλά και της δεινής θέσης που βρίσκεται σήμερα η εργατική τάξη και ο λαός.
Αντίθετα, οι εμμονές σε μοναχικές, ηρωικές αλλά απέλπιδες πορείες, με όποια ιδεολογική καθαρότητα κι αν διανθιστούν και όσα επαναστατικά συνθήματα κι αν γαρνιριστούν, είναι μεταφυσικού περιεχομένου και δεν ανταποκρίνονται στο ελάχιστο, ούτε στην πραγματικότητα, ούτε στο δοσμένο συσχετισμό της εργατικής τάξης που είναι ο πραγματικός επαναστατικός φορέας.
Ο πολιτικός φορέας που δεν έχει ξεκάθαρη γραμμή και πολιτικές αρχές, είναι ιδεολογικά και πολιτικά αδύναμος, φοβάται και ίσως θα πρέπει να φοβάται τα μέτωπα γιατί κινδυνεύει να εξαϋλωθεί ή να απορροφηθεί από τις άλλες δυνάμεις μετώπου που διαθέτουν τα παραπάνω. Εμείς δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα!
Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα, αυτό που χρειάζεται η εργατική τάξη και ο λαός, είναι μετωπική πολιτική με αρχές ενάντια στον αντίπαλο, χωρίς να θυσιάζεται η αυτοτέλεια των επαναστατών. Οι ιδέες μας θα κριθούν μέσα στο μέτωπο πάλης.
Στέφανος Πράσσος
Μέλος Τ.Ε Κοζάνης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Πηγή: pandiera.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή