Σήμερα: 04/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

fraport1-1-696x419.jpg

Θησαυρίζει ακόπως και με ελληνικά δάνεια η Γερμανική Fraport από τα αεροδρόμια μας που ξεπούλησαν οι παραδομένες εθελόδουλες κυβερνήσεις της χώρας μπανανίας.

Συνολικά έσοδα 233,3 εκατ. ευρώ παρουσίασαν οι δύο επιχειρήσεις Fraport που διαχειρίζονται τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια της χώρας το 2017. Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις, οι δύο εταιρείες, Fraport Περιφερειακά Αεροδρόμια της Ελλάδος Α και Β, κατά το πρώτο έτος εκμετάλλευσης των 14 περιφερειακών αεροδρομίων πέτυχαν έσοδα ύψους 187,8 εκατ. ευρώ από αεροπορικές υπηρεσίες και 45,5 εκατ. ευρώ από τις λοιπές εμπορικές δραστηριότητες (καταστήματα αφορολογήτων κ.λπ.).

Παράλληλα, οι δύο επιχειρήσεις πέτυχαν λειτουργικά κέρδη (EBITDA) ύψους 117,3 εκατ. ευρώ, καθαρά κέρδη προ φόρων ύψους 20,4 εκατ. ευρώ και καθαρά κέρδη μετά από φόρους ύψους 14,4 εκατ. ευρώ. Τις καλύτερες επιδόσεις από τις δύο επιχειρήσεις εμφανίζει η εταιρεία Fraport A, η οποία εκμεταλλεύεται τα αεροδρόμια Ακτίου, Ζακύνθου, Καβάλας, Θεσσαλονίκης, Κέρκυρας, Κεφαλονιάς και Χανίων. Η συγκεκριμένη εταιρεία πέρυσι είχε έσοδα ύψους 128,9 εκατ. ευρώ (55% των εσόδων), κέρδη EBITDA 67,2 εκατ. ευρώ (57% των EBITDA) και κέρδη μετά από φόρους 13,3 εκατ. ευρώ (92% των κερδών). Η Fraport B διαχειρίζεται τα αεροδρόμια Κω, Μυκόνου, Μυτιλήνης, Ρόδου, Σκιάθου, Σάμου και Σαντορίνης.

Με βάση τις προαναφερόμενες επιδόσεις, η Fraport στην Ελλάδα εφέτος αναμένεται να ξεπεράσει σημαντικά τα 300 εκατ. ευρώ σε ό,τι αφορά τα έσοδα! Προς την κατεύθυνση αυτή συνηγορούν αφενός μεν η αύξηση της τουριστικής κίνησης στη χώρα, αφετέρου δε το γεγονός ότι τα μεγέθη του 2017 απεικονίζουν τα αποτελέσματα της διαχείρισης των αεροδρομίων για τα τρία τελευταία τρίμηνα του έτους. Υπενθυμίζεται ότι ο έλεγχος και η εκμετάλλευση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων περιήλθε στη Fraport στις 12 Απριλίου 2017.

Την ίδια αισιοδοξία εκφράζει και η διοίκηση της επιχείρησης. Η τελευταία χαρακτηρίζει θετικές τις προοπτικές του ελληνικού τουρισμού, γεγονός που θα απεικονιστεί στα αεροδρόμια της Fraport Greece και ότι οι δύο εταιρείες της θα διατηρήσουν την κερδοφόρο πορεία τους με αύξηση εσόδων που θα συμβαδίζει με εκείνη της επιβατικής κίνησης. Σημειώνεται ότι η Fraport Greece έχει ήδη ανακοινώσει αύξηση της επιβατικής κίνησης κατά 11% στο α΄ εξάμηνο του 2018.

πηγη: iskra.gr

kouzis-GIANNIS.jpg

Από Γιάννης Κουζής
 

Η πρόσφατη νομοθέτηση του 12ωρου και του 60ωρου ως ανώτατου ημερήσιου και εβδομαδιαίου αντίστοιχα χρόνου εργασίας από την κυβέρνηση ακροδεξιών στην Αυστρία συνοδεύτηκε από την έκπληξη του ελληνικού Τύπου αλλά και πολιτικών και κυβερνητικών παραγόντων, που κατήγγειλαν το «πρωτοφανές» του περιεχομένου της για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Κατ’ αρχάς το μέτρο αυτό συνιστά αναμφίβολα σοβαρή υποβάθμιση των εργασιακών σχέσεων στην Αυστρία. Επίσης, είναι δεδομένος και διαχρονικός ο κίνδυνος της Ακροδεξιάς απέναντι στα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα. Μιας Ακροδεξιάς που, ωστόσο, τροφοδοτείται από τη γενικευμένη κοινωνική δυσφορία που δημιουργούν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές των κυβερνήσεων που κατατάσσονται στις αποκαλούμενες δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου.

Από την άλλη πλευρά, όμως, εύλογα ερωτήματα χρήζουν απαντήσεων. Το νομοθετημένο αυστριακό 12ωρο είναι ξένο προς τα αντίστοιχα ελληνικά δεδομένα; Μήπως, επίσης, αντίκειται στην κοινοτική νομοθεσία και στην εργασιακή εικόνα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών; Δυστυχώς οι απαντήσεις διαψεύδουν κατηγορηματικά τις όποιες εκπλήξεις. Πρώτον, η προ πολλών δεκαετιών νομοθετημένη εικόνα των ωραρίων στην ελληνική αγορά εργασίας αντιστοιχεί πλήρως σε αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Αυστρία, ενώ επιδεινώνεται τελευταία με τους μνημονιακούς νόμους. Δεύτερον, το αυστριακό μέτρο εντάσσεται πλήρως στο πλαίσιο της κοινοτικής νομοθεσίας.

Στην Αυστρία μέχρι πρότινος ίσχυε η υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου των 7,45 ωρών μέχρι τις 10 ώρες, κατόπιν συμφωνίας εργαζομένου και εργοδότη. Κατ’ εξαίρεση ο ημερήσιος χρόνος εργασίας μπορούσε να επεκταθεί μέχρι τις 12 ώρες έπειτα από συλλογική σύμβαση και βεβαίωση του ιατρού εργασίας. Με την πρόσφατη ρύθμιση καταργούνται οι δύο αυτοί όροι, ώστε η εφαρμογή του 12ωρου να εναπόκειται πλέον στην ατομική συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου.

Δηλαδή, όπως ακριβώς ισχύει στην Ελλάδα με το 12ωρο ως ανώτατο ημερήσιο ωράριο κατόπιν ατομικής συμφωνίας! Με τη διαφορά ότι στην ελληνική αγορά εργασίας έχει νομοθετηθεί το «υποχρεωτικό» ημερήσιο 9ωρο ως υπερεργασία και μόνο η υπέρβασή του να θεωρείται υπερωρία που απαιτεί τη συναίνεση του εργαζομένου. Επίσης το νέο αυστριακό μέτρο δεν αντιτίθεται στην κοινοτική νομοθεσία, ώστε εύλογα να μην έχει υπάρξει καμία σχετική αρνητική δήλωση από τα αρμόδια κοινοτικά όργανα.

Και τούτο διότι και στην ΕΕ το ημερήσιο 8ωρο έχει απολέσει τη σημασία του από την καθημερινή πρακτική και των νόμιμων υπερβάσεών του. Η κοινοτική νομοθεσία προβλέπει το 48ωρο ως ανώτατο εβδομαδιαίο ωράριο κατά μέσο όρο σε διάστημα 4 μηνών, με τη χρήση υπερωριών και ευέλικτων διευθετήσεων αυξομείωσης των ωραρίων ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης. Με αυτό τον τρόπο η εργάσιμη εβδομάδα είναι δυνατόν να επεκτείνεται πολύ πέραν και του 48ωρου με ανάλογες μειώσεις σε άλλες χρονικές περιόδους.

Πρόκειται για νομοθετημένες πρακτικές, που διατηρούν τυπικά μεν το 8ωρο, αλλά με όρους πλήρους ελαστικοποίησης που ανατρέπει την ουσία του. Ετσι, λοιπόν, 6 χώρες της ΕΕ έχουν ήδη καθιερώσει το 12ωρο και 6 το 13ωρο(!) εκ των οποίων οι 2 (Γερμανία, Ολλανδία) εφαρμόζουν την 60ωρη εβδομαδιαία εργασία!

Και επειδή το αυστριακό 12ωρο προκαλεί στην Ελλάδα πολλές εκπλήξεις λόγω άγνοιας, ηθελημένης και μη, δυστυχώς η Αυστρία εξακολουθεί να βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση απέναντι στην Ελλάδα σε θέματα νομοθεσίας για τον εργάσιμο χρόνο, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την επιβολή σχετικών μνημονιακών διατάξεων.

Πρώτον γιατί αυτές ευνοούν τις περαιτέρω υπερβάσεις του ωραρίου όταν το κόστος των νόμιμων προσαυξήσεων της υπερεργασίας και της υπερωρίας μειώθηκε κατά 20% (όταν βέβαια πληρώνονται οι υπερωρίες).

Δεύτερον, διότι το 8ωρο ελαστικοποιείται με ευέλικτες διευθετήσεις, που καταλήγουν σε παρατεταμένα 10ωρα με αντίστοιχες μειώσεις ωραρίων ώστε νόμιμα πλέον να μην πληρώνονται οι υπερωρίες. Αυτό το μέτρο εφαρμόζεται και με συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και των μνημονιακών ενώσεων προσώπων με μόνη τη συναίνεση του 15% των εργαζομένων σε επιχειρήσεις μέχρι 20 ατόμων(!) χάριν της δημοκρατίας στους χώρους εργασίας!

Αν επίσης υπολογίσουμε τον ετήσιο εργάσιμο χρόνο με βάση το κανονικό ωράριο πλήρους απασχόλησης, αφαιρουμένων των αργιών και των ημερών αδείας, οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα εργάζονται 90 και 110 ώρες περισσότερες συγκριτικά με την ΕΕ28 και την ΕΥΡΩΖΩΝΗ  αντίστοιχα (και 70 ώρες από την Αυστρία). Τέλος, εαν αναζητήσουμε τον πραγματικό χρόνο εργασίας, που συμπεριλαμβάνει και τις υπερωρίες, η Ελλάδα βρίσκεται στην τέταρτη υψηλότερη θέση στην ΕΕ μετά τις Βρετανία, Κύπρο και Αυστρία.

Για την τελευταία χώρα που βρίσκεται στο επίκεντρο της επικαιρότητας το μέτρο για το 12ωρο δημιουργεί και εύλογες ανησυχίες για την περαιτέρω επιβάρυνση της εργασίας. Ωστόσο, η καταγγελία ενός αντεργατικού μέτρου μιας άλλης χώρας προϋποθέτει την καλή γνώση της ελληνικής πραγματικότητας αλλά και του σύγχρονου ευρωπαϊκού γίγνεσθαι, εφόσον η ροή μέτρων εργασιακής απορρύθμισης αποτελεί συνεχή πρακτική κατά τις τελευταίες δεκαετίες στη «γηραιά ήπειρο». Απορρύθμιση που σε εκτεταμένη κλίμακα περιέχεται και στην ατζέντα του Γάλλου Μακρόν, ως συνέχεια του σοσιαλιστή προκατόχου του, οι οποίοι για ορισμένους συγκαταλέγονται σε προνομιακούς συμμάχους για μια άλλη Ευρώπη…

* κοσμήτορας Σχολής Πολιτικών Επιστημών Παντείου Πανεπιστημίου

πηγη: iskra.gr

_καπιταλιστικό_κέρδος_λεηλατεί_τη_φύση.jpg

Κώστας Δαμανάκης

Μπροστά στην περιβαλλοντική κρίση το αστικό σύστημα μιλά για κανόνες «βιώσιμης ανάπτυξης» ή για τεχνολογική αντιμετώπιση των συνεπειών. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός, ο οποίος σε περιόδους κρίσης παροξύνεται, η αναρχία της παραγωγής, το διαρκές κυνήγι για όλο και μεγαλύτερο κέρδος καθιστούν αδύνατη την επικράτηση ενός καπιταλισμού «φιλικού» προς το περιβάλλον.

Για μια άλλη σχέση με τη φύση, με κέντρο τον σεβασμό της, θα πρέπει να αναμετρηθούμε με τις βασικές αντιθέσεις που συγκροτούν τον καπιταλισμό ως εκμεταλλευτικό σύστημα

Η οικολογική κρίση ως πεδίο ταξικής διαπάλης

Η οικολογική καταστροφή αποτελεί ένα μείζον ζήτημα για την ανθρωπότητα στις μέρες μας καθώς έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις ώστε να απειλεί τους όρους ύπαρξής μας στον πλανήτη Γη. Η σχέση που συνδέει τον άνθρωπο και τη φύση έχει διαρραγεί σε μεγάλο βαθμό και έχει αποκτήσει ξεκάθαρα ανταγωνιστικά-εχθρικά χαρακτηριστικά. Είναι όμως αυτό κάτι αναπόφευκτο; Αν όχι, υπό ποιές προϋποθέσεις μπορεί να αντιστραφεί;

Η ανταγωνιστική σχέση φύσης-ανθρώπου είναι ένα φαινόμενο που αναπτύσσεται σε μια συγκεκριμένη βαθμίδα εξέλιξης της κοινωνίας, καθορίζεται ιστορικά, από τις ταξικές-κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής που επικρατούν. Η γέννηση της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας στα πλαίσια του καπιταλισμού είναι αυτή που διαμορφώνει μεταξύ άλλων και την αντίθεση ανθρώπου-φύσης. Το κεφάλαιο, όπως έγραφε ο Μαρξ, καταστρέφει-καταληστεύει τις δυο πηγές του κοινωνικού πλούτου: την φύση και την ανθρώπινη εργασία. Το οικολογικό ζήτημα έχει συνιστώσα όχι μόνο τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, αλλά και τη σχέση του ανθρώπου με την ίδια του την εργασία και τα προϊόντα της (αποξένωση-αλλοτρίωση).

Στα ίδια τα θεμελιακά χαρακτηριστικά του συστήματος επομένως, στις αντιθέσεις οι οποίες διέπουν την κοινωνία μας, οφείλεται το γεγονός πως παρά την αλματώδη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την δυνατότητα για μια νέα, αρμονική συνύπαρξη με τη φύση, τελικά αυτή η ανάπτυξη καταλήγει να είναι αντιδραστική και εχθρική προς το φυσικό περιβάλλον. Αυτή η σύγχρονη αντίφαση αποτελεί και τον πυρήνα γύρω από τον οποίο διαμορφώνονται διαφορετικές προσεγγίσεις και αναλύσεις για το ζήτημα της οικολογικής κρίσης, τόσο από την αστική σκοπιά, όσο και από την ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική.

 Οι απάτες της πράσινης ανάπτυξης

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της απάντησης που δίνει το αστικό ρεύμα γύρω από το ζήτημα της οικολογικής κρίσης (όπως και τα αστικά ηγεμονευόμενα κομμάτια του ρεφορμισμού) είναι η προσέγγιση της λύσης με βάση τις επιμέρους τροποποιήσεις ή βελτιώσεις που μπορούν να γίνουν προς όφελος του περιβάλλοντος (όπως η αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου ή οι περιορισμοί στην ανεξέλεγκτη καπιταλιστική δραστηριότητα, η επιβολή προστίμων, διακρατικών συμφωνιών κλπ) ή με βάση τις αλλαγές στην καταναλωτική νοοτροπία. Αυτές οι απαντήσεις (αν και πλευρές τους μπορούν να βρίσκονται στο οπλοστάσιο του κινήματος στην καθημερινή του πάλη για την προστασία του περιβάλλοντος), εντούτοις είναι ανεπαρκείς. Και αυτό γιατί είναι ουτοπικό σε μεγάλη κλίμακα να εφαρμοστεί ένα πλαίσιο που θα περιορίζει την χωρίς όρια δραστηριότητα των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων, ειδικά σε περίοδο κρίσης και όξυνσης των ενδοκαπιταλιστικών και επιχειρηματικών ανταγωνισμών.

Μια άλλη πλευρά της αστικής απάντησης, η οποία είναι κυρίαρχη σήμερα, είναι η θετικιστική αντίληψη ότι η πρόοδος της επιστήμης και η στοχευμένη έρευνα θα φέρουν ως ακόλουθο την εισαγωγή τεχνικών παραγωγής που θα σέβονται το περιβάλλον («αειφόρος ανάπτυξη», «πράσινος καπιταλισμός») και θα δώσουν την επιζητούμενη λύση. Η αντίληψη αυτή είναι λανθασμένη. Η επιστημονική-τεχνολογική εξέλιξη ανοίγει μεν ένα πεδίο δυνατοτήτων, αλλά είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής που καθιστά σε τελική ανάλυση αδύνατη την ανάπτυξη και την παραγωγή με γνώμονα το σεβασμό προς το περιβάλλον. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός, ο οποίος σε περιόδους κρίσης λαμβάνει οξυμένα χαρακτηριστικά, η αναρχία της παραγωγής, το διαρκές κυνήγι για όλο και μεγαλύτερο κέρδος είναι οι αιτίες που στα πλαίσια του καπιταλισμού καθιστούν αδύνατη σε γενική κλίμακα την χρησιμοποίηση τεχνικών και τεχνολογιών «φιλικών» προς το περιβάλλον. Ταυτόχρονα, μια τέτοια διαδικασία απαιτεί χρόνο και επενδύσεις από την πλευρά των καπιταλιστών, το οποίο όμως έχει επιπτώσεις στον κύκλο του κεφαλαίου. Έτσι οποιαδήποτε αστική προσπάθεια για την εξεύρεση φιλικών προς το περιβάλλον μεθόδων παραγωγής, περισσότερο έχει το χαρακτήρα της εξεύρεσης νέου πεδίου κερδοφορίας, παρά της αποκατάστασης της ισορροπίας στο οικοσύστημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η απόσυρση των ΗΠΑ από την συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα το 2017, καθώς η συμμόρφωση της με τους όρους της συμφωνίας θα αποτελούσε πλήγμα για τις εγχώριες βιομηχανίες του τσιμέντου, του άνθρακα και του χάλυβα.

Η οικολογική κρίση μπορεί να έχει ταξικά αίτια, αλλά έχει διαταξικά αποτελέσματα, καθώς αφορά το σύνολο της ανθρωπότητας. Η επίλυση αυτού του ζητήματος δεν μπορεί να έρθει με ηγεμονία της αστικής αντίληψης, καθώς η τελευταία είναι σύμφυτη με την αποσπασματική, μερική και αταξική αντιμετώπιση του προβλήματος. Και αυτό είναι λογικό, καθώς για να συγκρουστούμε με την ρίζα του, για να μπορέσουμε να πετύχουμε μια άλλη σχέση, με κέντρο την συνεργασία και τον σεβασμό στην φύση, θα πρέπει να αναμετρηθούμε με τις βασικές αντιθέσεις που συγκροτούν τον καπιταλισμό ως εκμεταλλευτικό σύστημα με στόχο να τις αναιρέσουμε. Προφανώς, η αστική τάξη δεν θέλει και δεν μπορεί να ηγεμονεύσει ενός τέτοιου συνολικού σκοπού, καθώς είναι σα να σκάβει το λάκκο που θα θαφτεί η ίδια.

Η θετικιστική αντιμετώπιση του οικολογικού ζητήματος, παρά την αστική του προέλευση, εντούτοις διαπερνά συχνά και τον χώρο της κομμουνιστικής αριστεράς. Πολλά κόμματα κομμουνιστικής αναφοράς, βασιζόμενα σε μια ουδέτερη θεώρηση των παραγωγικών δυνάμεων, καταλήγουν να αποθεώνουν την δυναμική που κρύβει η εξέλιξή τους, ενώ εστιάζουν την κριτική τους μόνο στο «ποιός κατέχει» τις παραγωγικές δυνάμεις και όχι στον ίδιο τον χαρακτήρα τους. Μια τέτοια αντίληψη έχει ιστορικότητα, αφού στους κόλπους του επίσημου κομμουνιστικού κινήματος, είχε επικρατήσει ένα φαινόμενο -θα λέγαμε- «αριστερού παραγωγισμού», δηλαδή μια δογματική αντίληψη που αντιμετωπίζει με ουδέτερο τρόπο τις παραγωγικές δυνάμεις και ταυτίζει την σοσιαλιστική μετάβαση/οικοδόμηση με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στα πλαίσια της εργατικής εξουσίας και της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας. Αυτή η αντίληψη εκφράστηκε κυρίαρχα στην Σοβιετική Ένωση. Η κατάληξη αυτής της άποψης όσον αφορά το περιβαλλοντικό ζήτημα γίνεται εμφανής από δεκάδες παραδείγματα που δείχνουν ότι οι χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», παρά την αρχική υψηλή ιεράρχηση του ζητήματος της προστασίας του περιβάλλοντος, εν τέλει επιβάρυναν σε αρκετές περιπτώσεις το οικοσύστημα με τη βιομηχανική δραστηριότητα τους.

Το βασικό ζήτημα με την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας δεν είναι μόνο το ποιος κατέχει την οικονομική-πολιτική εξουσία, άρα το ποιος ιδιοποιείται τα αποτελέσματά της. Η ουσία είναι ο γνώμονας με τον οποίο εξελίσσονται, οι σχέσεις και οι ανάγκες που έρχονται να εξυπηρετήσουν. Η γνώση και η επιστήμη έχουν αντικειμενικό πυρήνα, ο οποίος τους προσδίδει και εν δυνάμει απελευθερωτικά χαρακτηριστικά, ωστόσο είναι ταξικά φορτισμένες από τις επιδιώξεις και την κοσμοθεωρία της κυρίαρχης τάξης που έχει την εξουσία. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μπορεί να δημιουργεί νέες δυνατότητες για την ανθρωπότητα, να φέρνει πιο κοντά την τάση για κομμουνιστική απελευθέρωση, αλλά ταυτόχρονα έχει και εν μέρει αντιδραστικό χαρακτήρα αφού με νέους όρους επιτυγχάνεται η υποταγή και η υποδούλωση του ανθρώπου και της φύσης από το κεφάλαιο (στο βαθμό που το κεφάλαιο καταφέρνει να το κάνει εφικτό).

Τα αποτελέσματα της επιστήμης έρχονται να εξυπηρετήσουν τις κοινωνικές ανάγκες, όταν και μόνο όταν υφίστανται εφαρμογή σε κοινωνικοποιημένα μέσα παραγωγής. Όμως, κοινωνικοποιημένα μέσα παραγωγής δεν σημαίνει αναπαραγωγή του αστικού καταμερισμού της εργασίας, αντιγραφή των αστικών μεθόδων παραγωγής, δεσποτισμός, ανελευθερία και αποξένωση των εργαζόμενων από τα μέσα και τα προϊόντα που παράγουν (όπως επικράτησε τελικά στην ΕΣΣΔ). Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η επικράτηση και το βάθεμα της αποξένωσης του εργαζόμενου από το παραγόμενο προϊόν, η αλλοτρίωση του είναι συνυφασμένη με την ασέβεια προς το περιβάλλον και το οικοσύστημα. Αντίθετα, κοινωνικοποιημένα είναι τα μέσα παραγωγής που διαχειρίζονται από τους ίδιους τους εργαζομένους και την κοινωνία, εξελίσσονται με στόχο την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών, στα πλαίσια μιας κοινωνίας των «ελεύθερων και ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών», όπου ταυτόχρονα υπάρχει η αρμονική συνεργασία του ανθρώπου με την Φύση.

Η αντιφατική προσέγγιση της «αποανάπτυξης»

Η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη, αποτελεί όμως πεδίο ταξικής πάλης

Εντός του ριζοσπαστικού-αντικαπιταλιστικού οικολογικού κινήματος υπάρχει το λεγόμενο ρεύμα της «αποανάπτυξης», το οποίο υποστηρίζει ότι η μείωση της παραγωγής και της κατανάλωσης, η εγκατάλειψη της μαζικής χρήσης της τεχνολογίας και των μηχανών, θα οδηγήσουν σε μια βιώσιμη διαβίωση του ανθρώπου στον πλανήτη και θα επαναφέρουν την ισορροπία στο περιβάλλον. Η θεωρία αυτή έχει στον πυρήνα της ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά, αφού γεννιέται αυθόρμητα και εναντιώνεται στον αστικό «παραγωγισμό» και στην γραμμική θεώρηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Ωστόσο, η άρνηση της κριτικής στην εξέλιξη της τεχνολογίας και της επιστήμης, στις εφαρμογές και στις χρήσεις τους, σε συνδυασμό με την υποτίμηση της πάλης στο πεδίο των ιδεών γύρω από αυτά τα ζητήματα, οδηγεί τελικά στον κοινωνικό και πολιτικό αναχωρητισμό και στον κατακερματισμό του αγώνα. Οδηγούν στην εγκατάλειψη της ταξικής πάλης στο πεδίο των παραγωγικών δυνάμεων.

Ο χαρακτήρας της οικολογικής κρίσης, προσδιορίζει και τον χαρακτήρα της λύσης, δηλαδή την κατάργηση των εκμεταλλευτικών σχέσεων, μέσω της ανατροπής του καπιταλισμού και της οικοδόμησης μιας αταξικής κοινωνίας. Η λογική του ρεύματος της «αποανάπτυξης», παρόλο που στις πιο πολιτικές εκδοχές του αντιλαμβάνεται αυτή την αναγκαιότητα, εντούτοις συνήθως μένει σε μια ηθικολογική στάση γύρω από αυτό το ζήτημα, προτάσσοντας τα συνθήματα του «σαμποτάζ» και της «άρνησης της τεχνολογικής προόδου». Η επιστημονική-τεχνολογική εξέλιξη, προφανώς δεν είναι ταξικά ουδέτερη, όμως, οι δυνατότητες βαθύτερης κατανόησης της φύσης και του κόσμου συνολικά, οι δυνατότητες βελτίωσης της ανθρώπινης καθημερινότητας σε αρμονική ισορροπία με το περιβάλλον, γεννιούνται από την εξέλιξη της επιστήμης και γι αυτό χρειάζεται η τελευταία να αποτελεί πεδίο της ταξικής πάλης.

 

Αντικαπιταλιστική οικολογία με κομμουνιστική ηγεμονία

Όντας σε μια εποχή όπου η υπερ-αντιδραστικοποίηση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού τον ωθεί σε καταστάσεις βαρβαρότητας που δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο, όπου το ξεπέρασμα της κρίσης του συνδέεται με μια νέα καταλήστευση του κοινωνικού πλούτου (φύση-ανθρώπινη εργασία), ωθώντας την ανθρώπινη εργασία να ζει κάτω από το όριό αναπαραγωγής της και καταστρέφοντας τα τελευταία φυσικά αποθέματα που έχουν μείνει αναξιοποίητα (πχ δάσος Αμαζονίου), το δίλημμα καπιταλιστική βαρβαρότητα-καταστροφή της φύσης και του ανθρώπου ή κομμουνιστική απελευθέρωση επανέρχεται με αναβαθμισμένο τρόπο. Η δυνατότητα της ειρηνικής και αρμονικής συνύπαρξης του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον υπάρχει στο σήμερα, αφού υπάρχει το γνωστικό υπόβαθρο για να σχεδιαστεί η παραγωγή όλων των αναγκαίων αγαθών με γνώμονα τον πλήρη σεβασμό προς το οικοσύστημα. Αυτό που απαιτείται είναι μια νέα βάση στη σχέση ανθρώπου-φύσης, το ξεπέρασμα του ανταγωνιστικού χαρακτήρα της μέσω του ξεπεράσματος του ανταγωνιστικού-εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος.

Ταυτόχρονα, είναι άμεσο καθήκον η συνένωση όλων των δυνάμεων με αναφορά στην ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική οικολογία κάτω από την ηγεμονία ενός σύγχρονου κομμουνιστικού προγράμματος και κόμματος, που θα είναι σε θέση να ενσωματώνει όλες αυτές τις ριζοσπαστικές αναζητήσεις και να προσφέρει μια σύγχρονη, επιστημονικά τεκμηριωμένη πρόταση για την επίλυση της οικολογικής κρίσης, στα πλαίσια της ανάπτυξης ενός νέου τρόπου παραγωγής και του στόχου της κομμουνιστικής απελευθέρωσης ανθρώπου-φύσης.

πηγη: prin.gr

 

penen-1021x576.jpg

Με πρωτοβουλία της οικογένειας και των φίλων του Παύλου Φύσσα, πραγματοποιήθηκε στο Κερατσίνι στο πολιτιστικό κέντρο στις 16/7/2018 πλατιά αντιφασιστική σύσκεψη με την συμμετοχή δεκάδων Σωματείων, αντιφασιστικών οργανώσεων και συλλογικοτήτων.

Στην σύσκεψη προσκλήθηκε και έλαβε μέρος και η ΠΕΝΕΝ με τον Πρόεδρό της Αντώνη Νταλακογεώργο.

Στις 18/9/2018 συμπληρώνονται 5 χρόνια από την δολοφονία του Παύλου Φύσσα τον οποίο εκτέλεσε εν ψυχρώ η Χρυσαυγίτικη νεοφασιστική οργάνωση.

Η 18/9 έχει νοηματοδοτηθεί στους εργαζομένους και στην κοινωνία και έχει εδραιωθεί στην συνείδηση του λαού μας ως ημέρα κατά του φασισμού.

Όσο πλησιάζει το τέλος της δίκης της Χρυσαυγίτικης συμμορίας καθίσταται αναγκαίο να γίνει πιο αισθητή, πιο μαζική και πιο δραστήρια η παρουσία όλων μας στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά που όπως δείχνουν τα πράγματα αποτελεί το τελευταίο «προπύργιο» της εγκληματικής νεοναζιστικής οργάνωσης.

Οι πρόσφατες επιθέσεις που πραγματοποίησαν τα τάγματα εφόδου στο Πέραμα, τον Πειραιά και σε άλλες περιοχές επιβεβαιώνουν ότι η Χρυσή Αυγή καταβάλλει απεγνωσμένη προσπάθεια να κερδίσει δυνάμεις αξιοποιώντας και τις εξελίξεις με το μακεδονικό.

Στην σύσκεψη αναπτύχθηκε γόνιμη και δημιουργική συζήτηση η οποία κατέληξε σε αποφάσεις για μια σειρά δράσεις.

  • Στο πλαίσιο αυτό αποφασίστηκε να γίνει η κεντρική συγκέντρωση για την επέτειο της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα στις 18/9 μπροστά στο μνημείο που έχει αναγερθεί στο Κερατσίνι, στην συνέχεια θα ακολουθήσει μεγάλη πορεία από Κερατσίνι – Πειραιά και θα καταλήξει έξω από τα γραφεία της Χρυσαυγίτικης συμμορίας.
  • Επίσης την Παρασκευή το βράδυ στις 15/9/ θα διοργανωθεί συναυλία με τον ίδιο αντιφασισιτκό χαρακτήρα.
  • Ταυτόχρονα θα γίνουν περιφερειακές συσκέψεις και εκδηλώσεις με σκοπό την καλύτερη ενημέρωση και προετοιμασία του κεντρικού αντιφασιστικού συλλαλητηρίου.
  • Στο παραπάνω πλαίσιο προτάθηκε να γίνει διεθνής αντιφασιστική εκδήλωση στην οποία θα πάρουν μέρος αντιφασιστικές οργανώσεις από μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες.

Τις επόμενες ημέρες θα ανακοινωθεί το αναλυτικό αγωνιστικό – αντιφασιστικό πρόγραμμα από την συντονιστική επιτροπή που συγκλήθηκε για τον σκοπό αυτό.

Η ΠΕΝΕΝ όπως δήλωσε στην σύσκεψη ο Πρόεδρός της θα συμμετάσχει ως συνδιοργανωτής όλων των εκδηλώσεων και δράσεων, θα τις πλαισιώσει και θα τις στηρίξει με όλες τις δυνάμεις της.  

Σελίδα 3338 από 4477
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή