Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Πρωταθλητές σε ώρες εργασίας στην Ε.Ε. οι Έλληνες - Ποιες άλλες χώρες "σπάνε ρεκόρ"

Οι Έλληνες δουλεύουν περισσότερες ώρες από όλους στην Ε.Ε, όπως προκύπτει από στοιχεία της έρευνας του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για την Υγιεινή και Ασφάλεια (Eurofound).
Συγκεκριμένα, το ταβάνι του νομοθετημένου εργάσιμου χρόνου που εβδομαδιαίως φτάνει και ξεπερνά τις 48 ώρες αγγίζουν περίπου οι 4 στους 10 εργαζόμενους στην Ελλάδα. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των 28 κρατών – μελών όταν κατά μέσο όρο μόνο 1 στους 10 εργαζομένους στην Ενωμένη Ευρώπη δουλεύει πάνω από 48 ώρες εβδομαδιαίως. Μάλιστα η έρευνα αυτή καταδεικνύει ότι στην Ελλάδα το 37,1% των εργαζομένων όχι μόνο εξαντλεί όλα τα νόμιμα περιθώρια του εργάσιμου εβδομαδιαίου χρόνου αλλά υπερβαίνει το 48ωρο.
Δεύτερη σε ποσοστό εργαζομένων με αυξημένο χρόνο εργασίας έρχεται η Ρουμανία με το 29,1% των εργαζομένων να ξεπερνά τις 48 ώρες, με τρίτη την Πολωνία στη οποία το ποσοστό φτάνει το 23,9%, Στον αντίποδα, η χρυσή τετράδα με χώρες όπως η Δανία, το Λουξεμβούργο , η Ολλανδία αλλά και η Γερμανία. Σε αυτή την ομάδα χωρών μόνος ένας στους 10 εργαζομένους ξεπερνά τα εβδομαδιαία όρια, με ποσοστά από 9,4% έως 10, 4% Οι μεγάλες διαφορές που καταγράφει η έρευνα αναφορικά με τα ποσοστά των εργαζομένων που αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στην εργασία και ενδεχομένως λιγότερο χρόνο στην ξεκούραση ή την αναψυχή κατά το σύνθημα του περασμένου αιώνα “8 ώρες αναψυχή 8 ώρες ξεκούραση”, φυσικά και δεν οφείλονται μόνο στη ανάγκη αντιστροφής της ενοχοποίησης των Ελλήνων εργαζομένων φωνές της Εσπερίας όπου η εργασιακή οργάνωση αφήνει περιθώρια για καλύτερη ποιότητα και συνθήκες εργασίας.
Οι εργαζόμενοι σε 19 από τις 28 χώρες που εξετάστηκαν για την περίοδο 2017-2018 συνήθως εργάζονται πάνω από 40 ώρες την εβδομάδα.Οι διαφορές οφείλονται κυρίως στην απόσταση ανάμεσα στις συμβάσεις και τον πραγματικό εργάσιμο χρόνο. Αξιοσημείωτο είναι δε πως το Ηνωμένο Βασίλειο έχει τη μεγαλύτερη εργάσιμη εβδομάδα στην ΕΕ με 42 ώρες (χωρίς υπερεργασία ) ενώ οι συμφωνηθείσες ώρες σταματούν στις 37 εβδομαδιαία βάση. Εδώ κάλυψη του χρόνου εργασίας από τις συμβάσεις είναι πολύ χαμηλή και κυριαρχούν οι ατομικές συμβάσεις.
Διαβάστε παρακάτω τον σχετικό πίνακα

Με πληροφορίες από την "Εφημερίδα των Συντακτών"
ΠΗΓΗ: enikos.gr
Οι αποφάσεις της σύσκεψης της Πρωτοβουλίας Πρωτοβάθμιων Σωματείων

Δελτίο τύπου από την Σύσκεψη που κάλεσε η Πρωτοβουλία Πρωτοβάθμιων Σωματείων την Κυριακή 10/11
Στην ανοιχτή σύσκεψη σωματείων και συνδικαλιστών που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 10 Νοέμβρη 2019, έπειτα από πρόσκληση της Πρωτοβουλίας Πρωτοβάθμιων σωματείων αποφασίστηκαν τα εξής:
1) Αναγνωρίστηκε η ανάγκη των κοινών πρωτοβουλιών αγωνιστικού σχεδιασμού το επόμενο διάστημα με στόχο να δημιουργηθούν ρήγματα στη βάρβαρη πολιτική του κεφαλαίου, της Ε.Ε. και των κυβερνήσεων απέναντι στους εργαζόμενους. Για να ξεφύγουμε από το φαύλο κύκλο της συμβολικής διαμαρτυρίας και του κλαδικού κατακερματισμού.
2) Εκτιμήθηκε ότι η κυβέρνηση της ΝΔ θα κλιμακώσει την επίθεση με μπαράζ αντεργατικών νομοσχεδίων, στο έδαφος των μνημονίων, των «ματωμένων» πλεονασμάτων και της δημοσιονομικής επιτροπείας που διαχειρίστηκε-εφάρμοσε και η προηγούμενη κυβέρνηση, με στόχο την ενίσχυση της καπιταλιστικής κερδοφορίας και των ιδιωτικών επενδύσεων.
3) Υπογραμμίστηκε η νέα συνθηκολόγηση του υποταγμένου, κυβερνητικού συνδικαλισμού στην πάλη κατά του «αναπτυξιακού» νόμου της κυβέρνησης της ΝΔ, τόσο με την ανυπαρξία αγωνιστικού σχεδίου όσο και με την υπονόμευση κάθε δυνατότητας απεργιακής κλιμάκωσης μετά την ελπιδοφόρα απεργιακή συσπείρωση σωματείων και ομοσπονδιών στις 24/9.
4) Αναφέρθηκαν επίσης οι παλινωδίες, η αμηχανία και η έλλειψη αυτοτελούς σχεδιασμού των ταξικών δυνάμεων στο εργατικό κίνημα με αποτέλεσμα την ασθενική αντιμετώπιση της τακτικής και των μεθόδων των συμβιβασμένων ηγεσιών ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, καθώς και αρκετών δευτεροβάθμιων οργάνων.
Με βάση τα παραπάνω:
Α) Είναι αναγκαία περισσότερο από ποτέ η συγκρότηση ανεξάρτητου, ταξικού μπλοκ αγώνα ώστε να μπορεί να οργανώσει τους αγώνες ανατροπής που έχουν ανάγκη οι εργαζόμενοι. Αξιοποιώντας όποιους προβληματισμούς προσπάθειες και πρωτοβουλίες στο παρελθόν έθεσαν την ανάγκη ενιαίας αγωνιστικής παρέμβασης στα επίκαιρα προβλήματα της εργατικής τάξης αποφασίσαμε ότι πρέπει άμεσα να προχωρήσουμε σε κοινό βηματισμό για τα ζητήματα που αφορούν τη δράση απέναντι με πρώτες αιχμές την νέα επίθεση της κυβέρνησης στο ασφαλιστικό, την εφαρμογή του αντεργατικού, «αναπτυξιακού» πολυνομοσχέδιου, τη συνεχιζόμενη επίθεση στις ΣΣΕ, το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, την ελαστική-προσωρινή εργασία, τις ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων οργανισμών.
Β) Στήριξη, συμμετοχή και ενίσχυση του συλλαλητηρίου που οργανώνουν στις 30/11 πρωτοβάθμια σωματεία (πλ. Κοραή 12μμ) για ΣΣΕ, αυξήσεις μισθών, κατάργηση ελαστικής εργασίας, ελεύθερα συνδικάτα από κράτος και εργοδοσία.
Γ) Συμμετοχή και στήριξη στον αγώνα και τις πρωτοβουλίες των εργαζομένων στα κοινωφελή προγράμματα του ΟΑΕΔ, με στόχο να μην απολυθεί κανείς, για μόνιμη, πλήρη και σταθερή δουλειά για όλους τους εργαζόμενους. Στηρίζουμε την κινητοποίηση στις 20/11 στις 12μμ στο Υπ. Εργασίας των συμβασιούχων που απασχολούνται μέσω του προγράμματος του ΟΑΕΔ και αφορά τις προσλήψεις 5.500 νέων ηλικίας 25-29 ετών σε φορείς του δημοσίου.
Δ) Οργάνωση ημερίδας – συζήτησης των πρωτοβάθμιων σωματείων το Σάββατο 14/12 για την επεξεργασία ενός σύγχρονου πλαισίου εργατικών διεκδικήσεων με βάση τις ανάγκες μας.
Ε) Κάλεσμα σε σωματεία, κινήσεις και συνδικαλιστές να στηρίξουν τη διακλαδική απεργία που οργανώνουν πρωτοβάθμια σωματεία στις 19/3/2020, με απεργιακές αποφάσεις για τη διεκδίκηση αυξήσεων στους μισθούς, μείωση του χρόνου εργασίας, δουλειά με πλήρη δικαιώματα για όλους.
ΣΤ) Στηρίζουμε κάθε κλαδικό αγώνα με ταξικό πλαίσιο αιτημάτων που αναπτύσσεται αυτό το διάστημα (εκπαίδευση, υγεία, ΔΕΗ, συμβασιούχοι).
Z) Στηρίζουμε τους αγώνες του φοιτητικού κινήματος ενάντια στην κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου. Αγωνιζόμαστε ενάντια στην αστυνομική βία και την κρατική καταστολή. Συμμετέχουμε μαζικά και αποφασιστικά στις εκδηλώσεις για τα 46 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου.
ΠΗΓΗ: pandiera.gr
Ο «δράκος» στο οικόπεδο του «αετού»

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΛΑΚΑΣ
Μετά την επίσκεψη του Προέδρου της Κίνας στην Αθήνα ενδεχομένως να αναπτερώθηκε το ηθικό των καλλιεργητών ακτινιδίων και να επιβεβαιώθηκε η αυτοπεποίθηση των παραγωγών κρόκου Κοζάνης, στους οποίους άνοιξε η απέραντη κινεζική αγορά. Κατά τα λοιπά είναι μάλλον περισσότεροι αυτοί που ανησυχούν και προβληματίζονται από τον… μόνιμο ελλιμενισμό του κινεζικού δράκου στα θερμά νερά της Μεσογείου, μια ανάσα του δηλαδή «μακριά» από τις ευρωπαϊκές (και κατά βάση γερμανικές) αγορές…
Όσο και να το έχουν παλέψει επικοινωνιακά οι τελευταίες ελληνικές κυβερνήσεις, κανείς και τίποτε δεν μπορεί να κρύψει ότι οι ταχέως αναπτυσσόμενες ελληνοκινεζικές σχέσεις είναι ανισοβαρείς. Ποιος χάνει δεν είναι δύσκολο να το διαπιστώσει κάποιος ούτε χρειάζεται ιδιαίτερες γνώσεις. Αυτός που χάνει σε ένα τέτοιο συναπάντημα είναι κατά κανόνα ο ασθενέστερος.
Στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφές ότι το ελληνικό κεφάλαιο, εδώ και δυο δεκαετίες (ακολουθώντας την παγκόσμια τάση), άφησε στην Αθήνα τις ταμπέλες του – αν τις άφησε κι αυτές – και τοποθετήθηκε στη «δουλοπαροικιακή» αγορά εργασίας στην Κίνα, εξασφαλίζοντας υπερκέρδη και αδιαφορώντας για την εγχώρια παραγωγική ερήμωση.
Ποιος μπορεί να αντισταθεί άλλωστε στους πειρασμούς των υπερκερδών και της φοροαποφυγής που εξασφαλίζουν οι ορθάνοιχτες πόρτες των αγορών; Σε τέτοιου είδους πειρασμούς έχουν υποκύψει όλοι όσοι είχαν παραγωγική δραστηριότητα στην Ελλάδα και μπορούσαν να τη μεταφέρουν αναζητώντας τζάμπα εργατικά χεριά και φιλοεπενδυτικούς νόμους σαν αυτούς που πρόσφερε και εξακολουθεί προσφέρει και η Κίνα, μεταξύ άλλων.
Τα ασυναγώνιστα στη φθήνια κινεζικά χέρια άλλωστε παράγουν το σύνολο σχεδόν των ηλεκτρονικών γκάτζετ που χρησιμοποιούνται παγκοσμίως. Αυτά τα κινεζικά χέρια χτίζουν, πέρα απ’ όλα τα άλλα, και τα καράβια των Ελλήνων εφοπλιστών, οι οποίοι κατά τα λοιπά, έχοντας εξασφαλίσει το αφορολόγητο στη χώρα όπου έχουν τη ταμπέλα τους (την Ελλάδα δηλαδή), φιγουράρουν ως οι πρώτοι των πρώτων στην παγκόσμια ναυτιλία.
Είναι πολλά τα λεφτά
Η απορρόφηση τρομακτικού μεγέθους και έντασης διεθνούς κεφαλαίου τις δύο – τρεις τελευταίες δεκαετίες έχει τοποθετήσει πια την κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία της Κίνας στην κορυφή της παγκόσμιας πυραμίδας και έχει μετατρέψει το κινεζικό κράτος σε υπερδύναμη που διεκδικεί την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία.
Η Κίνα ήδη υλοποιεί τον σχεδιασμό της για τη δημιουργία ενός νέου εμπορικού δικτύου μεταξύ Ασίας, Αφρικής και Ευρώπης. Το κινεζικό κράτος, σ’ αυτό το πλαίσιο, χρηματοδοτεί την κατασκευή λιμανιών, σιδηροδρομικών γραμμών, δρόμων και βιομηχανικών πάρκων. Η υπόσχεση που δίνει στις χώρες είναι πάντα η ίδια: επενδύσεις και οικονομική ανάπτυξη.
Αυτή η κινεζική υπόσχεση δεν ήταν δυνατόν να αγνοηθεί από τις ελληνικές κυβερνήσεις (Ν.Δ. / ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ) που διαχειρίζονταν την πτώχευση της χώρας. Έτσι, λοιπόν, ο κινεζικός δράκος εμφανίστηκε στα νερά του Πειραιά και το πρώτο λιμάνι της χώρας έγινε λιμάνι της COSCO και η νότια πύλη εισόδου των Κινέζων στην Ευρώπη, η οποία – ας μην το λησμονούμε – παραμένει οικονομικά γερμανικό και στρατιωτικά αμερικανικό «μαγαζί».
Το (κινεζικό) χρήμα ωστόσο και μέχρι ενός ορίου είναι τόσο πολύ ώστε μπορεί να κάμψει αντιρρήσεις και αντιδράσεις. Άλλωστε και οι Κινέζοι, στην περίπτωση της Ελλάδας, αναλαμβάνουν το ρίσκο να ρίξουν κάποια από τα πολλά τους χρήματα στην Ελλάδα, που σε γεωπολιτικό επίπεδο χαρακτηρίζεται αμερικανικό οικόπεδο, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από τη μισή ντουζίνα αμερικανικές βάσεις που διατρέχουν τη χώρα από την Κρήτη στον Νότο μέχρι την Αλεξανδρούπολη στον Βορρά.
Υπομονή κι επιμονή
Παρά τα κινεζικά μεγέθη, το ιστορικό βάθος που διαθέτει αυτή η χώρα μαζί με την υπομονή και την επιμονή που χαρακτηρίζουν τη συλλογική ταυτότητα του έθνους τους επιτρέπουν στο Πεκίνο τη φιλοδοξία της επέκτασης ακόμη και σε ξένα οικόπεδα. Το προγεφύρωμα που δημιούργησαν με την αγορά του λιμανιού του Πειραιά είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίοι σκέφτεται, σχεδιάζει και δρα ο Κινεζικός δράκος.
Στην πεινασμένη για επενδύσεις Ελλάδα τα χρήματα που θα πέσουν για την επέκταση του λιμανιού του Πειραιά μπορεί να προβληθούν από την κυβέρνηση ως επιτυχία, ωστόσο, αυτά τα κινεζικά κεφάλαια τοποθετούνται στο πλαίσιο της υλοποίησης του γενικότερου και ευρύτερου κινεζικού σχεδίου για τη δημιουργία του νέου Δρόμου του Μεταξιού, ο οποίος θα συνδέει την κινεζική παραγωγή με τις ευρωπαϊκές αγορές.
Το ίδιο κινεζικό πλάνο εξυπηρετεί και το άνοιγμα υποκαταστημάτων στην Αθήνα δύο παγκόσμιων κινεζικών τραπεζικών κολοσσών. Η Κίνα, λειτουργώντας με τους «κανόνες» των αγορών σε ό,τι αφορά τις τοποθετήσεις κεφαλαίων παγκοσμίως, μπορεί να είναι ενοχλητική για τους μεγάλους ανταγωνιστές της, όπως είναι οι ΗΠΑ ή η Γερμανία, ωστόσο κανείς δεν μπορεί να την κατηγορήσει ότι δεν παίζει με τους κανόνες που η παγκοσμιοποίηση έχει θεοποιήσει.
Πάντως σ’ αυτό το τρομακτικό παιχνίδι ισχύος υπάρχουν και κάποια όρια. Στην περίπτωση της Ελλάδας θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι αυτά τα όρια τα έθεσε δημοσίως ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο σε ομιλία του όταν προ μηνός ήρθε στην Αθήνα για να επικυρώσει τη συμφωνία για τις αμερικανικές βάσεις στη χώρα. Χωρίς περιστροφές, λοιπόν, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών είχε πει ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε σκέψη της ελληνικής κυβέρνησης να συνεργαστεί με την Κίνα και τις κινεζικές εταιρείες για τα νέα ευρυζωνικά δίκτυα.
Αυτήν την απαγόρευση φαίνεται ότι έλαβε σοβαρά υπόψη η κυβέρνησή μας: στις ελληνοκινεζικές συμφωνίες που υπογράφτηκαν κατά την επίσκεψη του Προέδρου της Κίνας στην Αθήνα δεν γίνεται καν νύξη για συνεργασία σε αυτόν τον τομέα. Ο κινεζικός δράκος άλλωστε γνωρίζει ότι κινείται σε «ξένο» οικόπεδο και χαρακτηρίζεται από την «κομψότητα» των κινήσεών του και την υπομονή που του προσφέρει η επίγνωση της μακράς Ιστορίας του.
Πηγή: Εφημερίδα «Το Ποντίκι» - imerodromos.gr
Προσφυγικό: Η αριστερά μπροστά στις προκλήσεις των καιρών

Γράφει ο Παναγιώτης Ζαβουδάκης.
Δεν χωρά αμφιβολία ότι η συσσώρευση προσφύγων μέσα στην ελληνική επικράτεια είναι μια εν δυνάμει βόμβα της οποίας το φυτίλι έχει ήδη πάρει φωτιά. Η κατάσταση διαρκώς οξύνεται και καθημερινά μπολιάζει τμήματα της εργατικής τάξης με το δηλητήριο του τυφλού ρατσισμού και της ξενοφοβίας.
Το ζήτημα είναι σοβαρό και επιτέλους θα πρέπει να πάρει θέση η αριστερά όλων των μορφών και αποχρώσεων. Δεν αρκούν οι γενικές εκφράσεις διεθνιστικής αλληλεγγύης και περίθαλψης των λαών που δοκιμάζονται από τον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο. Αυτές (πρέπει να) είναι δεδομένες και αδιαπραγμάτευτες.
Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει η αριστερά είναι ποιο θα είναι το μέλλον των χιλιάδων προσφύγων που έχουν αφεθεί και στοιβαχτεί στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και των επιχειρήσεων μεταφοράς τους στην ενδοχώρα. Στο σημείο αυτό καλό είναι να δούμε πώς έχει η κατάσταση ως τώρα.
Η μεγάλη είσοδος προσφύγων άρχισε το 2015 με την δραματική κορύφωση του πολέμου στη Συρία. Τη χρονιά αυτή στη χώρα εισήλθαν περίπου 800.000 πρόσφυγες από τους οποίους οι μισοί περίπου προερχόταν από τη Συρία. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία παρέμειναν στα νησιά του Αιγαίου (Σάμο, Μυτιλήνη, Κω, Χίο) σε πρόχειρους καταυλισμούς κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Τα επόμενα χρόνια το κύμα ανακόπηκε κάπως αλλά η κατάληξη παραμένει η ίδια: συσσώρευση τους στα νησιά κάτω από άθλιες συνθήκες.
Παρά τα φληναφήματα περί «κοινοτικής αλληλεγγύης», οι χώρες της ΕΕ όρθωσαν τείχη για να εμποδίσουν το προσφυγικό κύμα να περάσει πέρα από τα ελληνικά σύνορα. Μπορεί σ’ αυτή την ξενοφοβική υστερία να πρωτοστάτησαν οι χώρες του Βίσενγκραντ[1] αλλά και τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ φάνηκε να ευθυγραμμίζονται στην ιδέα του περιορισμού του προσφυγικού κύματος εντός των ελληνικών ορίων. Η μοναδική «συνεισφορά» τους είναι κάποιες οικονομικές επιδοτήσεις στις ελληνικές κυβερνήσεις για την παροχή τροφής στους πρόσφυγες. Είναι φανερό πως για την ΕΕ το προσφυγικό πρόβλημα δεν υπάρχει ή, σωστότερα, αυτό δεν θεωρείται κοινοτικό πρόβλημα αλλά εσωτερική υπόθεση της Ελλάδας.
Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΝΔ που τον διαδέχτηκε έχουν αποδεχτεί αυτή την κατάσταση. Έκαναν και κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να υπακούσουν στις άγραφες ντιρεκτίβες αντιμετωπίζοντας τα ζητήματα που γεννιούνται στο εσωτερικό με ερασιτεχνισμό και μετάθεσή τους σε ένα απροσδιόριστο μέλλον.
Τελευταία, η κυβέρνηση της ΝΔ επιχειρεί να αποσυμφορήσει τα νησιά μεταφέροντας το πρόβλημα και στην ενδοχώρα. Με τους ίδιους όμως όρους άθλιας διαβίωσης των προσφύγων. Στην ουσία οι ταλαιπωρημένες αυτές ψυχές απλά καλούνται να αλλάξουν γκέτο.
Αυτή η πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων προκαλεί πολλαπλά προβλήματα. Από τη μια δημιουργείται υπερσυσσώρευση προσφύγων σε σκηνές και παραπήγματα με όσα αυτό συνεπάγεται: φαινόμενα εγκλεισμού, παραβατικότητα, εκρήξεις βίας κλπ. Από την άλλη προκύπτει αντιπαράθεση με τους κατοίκους που, ξεπερνώντας το αρχικό συναίσθημα στοργής και βοήθειας στον κατατρεγμένο, τώρα βλέπουν την παρατεταμένη παραμονή των προσφύγων ως εισβολή στον τόπο τους και πηγή μόνο κακών. Από κει ξεκινούν οι αντιδράσεις που δεν έχουν πάντα ρατσιστικό ξενοφοβικό χαρακτήρα. Ή, σωστότερα, στην ανησυχία αυτή πατάνε οι φορείς του ρατσισμού για να μπολιάζουν τα λαϊκά στρώματα με τις ιδεοληψίες τους.
Την ήδη τεταμένη κατάσταση επιδεινώνουν πολλές «Μη» Κυβερνητικές Οργανώσεις οι οποίες ξοδεύουν πολλά χρήματα (από πού άραγε;) για να ενοικιάζουν καταλύματα για τους πρόσφυγες. Σύμφωνα με καταγγελίες μάλιστα οι «Μ»ΚΟ προσφέρουν στους ιδιοκτήτες μεγαλύτερα ενοίκια απ’ όσα εκείνοι κοστολογούν τα ακίνητά τους. Όλα αυτά δείχνουν στους κατοίκους των περιοχών που φιλοξενούν πρόσφυγες πως το ζήτημα δεν είναι βραχυπρόθεσμο, αλλά ότι οι πρόσφυγες ήρθαν για να μείνουν. Τα πράγματα αυτό δείχνουν όμως ούτε η κυβέρνηση Τσίπρα ούτε η κυβέρνηση Μητσοτάκη το παραδέχονται επειδή τότε θα ερχόταν σε πλήρη ρήξη με το σύνολο των ψηφοφόρων τους.
Οι πρόσφατες επιχειρήσεις για μεταφορά προσφύγων από τα hotspots των νησιών σε παλιά κτίρια και εγκαταστάσεις σε άλλες πόλεις της Ελλάδας μετέτρεψαν το ζήτημα από ακριτικό σε πανελλαδικό. Στην εύλογη δυσφορία των κατοίκων του Αιγαίου προστέθηκε κι εκείνη των υποψηφίων να «φιλοξενήσουν» πρόσφυγες. Μάλιστα στις περισσότερες υποψήφιες περιοχές οι αντιδράσεις πήραν έντονα ρατσιστικό χαρακτήρα με την προτροπή τοπικών παραγόντων.
Πέρα από κάποιες γραφικές αντιδράσεις κάποιων με το ψήσιμο χοιρινού κρέατος μπροστά στους πρόσφυγες και τις σιχαμερές αναρτήσεις κάποιων ρατσιστικών «μανιφέστων» που έγιναν ευρύτερα γνωστές χάρη στην αναπαραγωγή τους από παλαίμαχο ποδοσφαιριστή και μετέπειτα απ’ όλα τα αθλητικά sites, το θέμα είναι πως οι ακραίες αντιδράσεις πληθαίνουν. Και διαρκώς παρασέρνουν όλο και περισσότερους.
Το μόνο σίγουρο είναι πως οι πρόσφυγες δεν είναι δυνατό να επιστρέψουν στις χώρες προέλευσής τους καθώς εκεί οι πιθανότητες επιβίωσής τους είναι μηδαμινές είτε λόγω των πολεμικών συγκρούσεων είτε εξαιτίας της μεγάλης οικονομικής εξαθλίωσης των περιοχών απ’ όπου προέρχονται. Άρα θα πρέπει να εξετάζονται δυο πιθανές λύσεις: η παραμονή τους στη χώρα μας ή η προώθησή τους στη χώρα που επιθυμούν.
Σ’ αυτό το σημείο οφείλει η αριστερά να τοποθετηθεί ξεκάθαρα όπως έκανε πάντα. Όχι με ευχολόγια και «πέταμα της μπάλας στην εξέδρα» όπως κάνουν τα κόμματα του αστικού τόξου. Η τοποθέτηση της πρέπει να είναι σε δυο επίπεδα.
Το πρώτο είναι το εύκολο και γίνεται κατά κόρον. Είναι η καταγγελία ενάντια στον ιμπεριαλισμό που γεννά πολέμους και δημιουργεί θύματα και πρόσφυγες. Η αλληλεγγύη στα θύματα του ιμπεριαλισμού και η με κάθε τρόπο βοήθεια στις κακουχίες που περνούν.
Το δεύτερο είναι το δύσκολο. Να πάρει θέση για και να κάνει προτάσεις για την επίλυση του δημιουργημένου εδώ και χρόνια προσφυγικού προβλήματος στη χώρα μας. Κι εδώ δεν φτάνει μόνο η καταδίκη της αδιαφορίας της «ανθρωπιστικής» ΕΕ που δεν κατανέμει ισόποσα τους πρόσφυγες στα κράτη-μέλη της αλλά επιβάλλει να στοιβάζονται αυτοί σε μια μικρή χώρα διαλυμένη παραγωγικά και οικονομικά. Η αριστερά οφείλει να αφυπνίσει τα λαϊκά στρώματα, να ενημερώσει βάζοντας το θέμα στις σωστές ταξικές του βάσεις και να οργανώσει την πάλη ενάντια στις ευρωενωσιακές πολιτικές αλλά και στην ίδια τη δομή τη ΕΕ. Γνωρίζοντας την αδυναμία των κυβερνώντων να αντισταθούν στις απαιτήσεις των ισχυρών κύκλων της ΕΕ, η αριστερά και το λαϊκό κίνημα πρέπει να τους ασκήσουν έντονες πιέσεις ώστε να απαιτήσουν ισόποση κατανομή των προσφύγων σε όλες τις χώρες-μέλη. Κι αν αυτές το αρνηθούν, η ελληνική πλευρά να απειλήσει –κι αν χρειαστεί να πραγματοποιήσει- την έκδοση κοινοτικών εγγράφων που θα επιτρέπουν στους πρόσφυγες την ελεύθερη μετακίνηση εντός της ΕΕ.
Στο εσωτερικό, δεν αρκεί μόνο η καταδίκη των ελληνικών κυβερνήσεων που διαιωνίζουν το πρόβλημα. Θα πρέπει να συνοδεύεται με πίεση στις κυβερνήσεις αυτές να ξεκαθαρίσουν το καθεστώς των προσφύγων στη χώρα μας. Αν πρόκειται να επαναπατρίσουν μέρος των προσφύγων να αρχίσουν τις νόμιμες διαδικασίες με διαφάνεια και έλεγχο από τους κοινωνικούς φορείς (σωματεία, τοπική αυτοδιοίκηση κλπ). Αν έχουν κατά νου να κρατήσουν όσους βρίσκονται ήδη στη χώρα μας, να το πουν καθαρά και να αρχίσουν τις διαδικασίες ένταξής τους στην ελληνική κοινωνία με την προϋπόθεση πως εκείνοι θέλουν να ζήσουν και να εργαστούν στη χώρα μας ως ισότιμοι πολίτες της. Αυτό προϋποθέτει καταγραφή τους, κάρτα παραμονής μετανάστη, εύρεση εργασίας, κοινωνική ασφάλιση, παροχή υγειονομικών υπηρεσιών, εκπαίδευση στα παιδιά τους. Και φυσικά ένας μόνιμος τόπος παραμονής με ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης. Σ’ αυτή την προοπτική απαιτείται μια εκστρατεία ενημέρωσης και των δυο πλευρών (των ντόπιων και των προσφύγων) για τον πολιτισμό, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής της κάθε πλευράς για να υπάρξει ο αμοιβαίος σεβασμός στην κοινή ζωή τους.
Για όλα τα παραπάνω είναι απαραίτητη η απομάκρυνση όλων των «Μ»ΚΟ από τους χώρους των προσφύγων και η αντικατάστασή τους από κρατικές υπηρεσίες επιφορτισμένες με συγκεκριμένα καθήκοντα και αρμοδιότητες.
Όλα αυτά είναι ακανθώδη ζητήματα τα οποία η αριστερά τα προσπερνά επειδή δεν έχει ανάμειξη στη διαχείριση της εξουσίας. Τα εκχωρεί λοιπόν στις αστικές δυνάμεις οι οποίες –έτσι κι αλλιώς- δεν θέλουν να λυθεί το πρόβλημα. Αν όλα αυτά τα προσπεράσουν και πάλι οι δυνάμεις της αριστεράς θα τα βρουν στο μέλλον μπροστά τους υπερμεγενθυμένα.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο λαός μας ενσωμάτωσε τους χιλιάδες πρόσφυγες από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία το 1922 αλλά αυτό δεν έγινε εύκολα ούτε χωρίς συγκρούσεις και αντιδικίες.
Η διαφορά εκείνης της εποχής με το σήμερα είναι συντριπτικά σε βάρος του σήμερα γιατί τότε επρόκειτο για πρόσφυγες με ίδια γλώσσα, θρησκεία, έθιμα και παραδόσεις με τους γηγενείς. Στη σημερινή εποχή μιλάμε για ανθρώπους με κουλτούρα διαφορετική από των ελλήνων. Ανθρώπους που αν μεγαλώσουν γκετοποιημένοι και στιγματισμένοι ως παρίες και «εγκληματίες», δεν θα ενσωματωθούν ποτέ στην ελληνική κοινωνία και θα διαμορφώσουν μια τελείως εχθρική συμπεριφορά κατά όποιου δεν είναι όμοιός τους.
Με άλλα λόγια, ο τρόπος που χειρίζεται ο αστικός κόσμος το πρόβλημα προετοιμάζει τις κοινωνικές συγκρούσεις του αύριο. Κι αυτό είναι χρέος της αριστεράς να το αποτρέψει εν τη γενέσει του. Αν θέλει να είναι στ’ αλήθεια αριστερά και να ανταποκρίνεται στον ιστορικό της ρόλο.
Ο αγώνας λοιπόν για την εξομάλυνση των ανισοτήτων και των προβλημάτων που προκάλεσε στην ελληνική κοινωνία ο ιμπεριαλισμός πρέπει να είναι από τα πρώτα μας μελήματα το επόμενο διάστημα και για τα επόμενα χρόνια. Δρόμος μακρύς και δύσκολος, στρωμένος με αγκάθια που όμως η ζωή μάς επιβάλλει να τον περπατήσουμε.
[1] Οι χώρες του Βίσεγκραντ είναι μια συμμαχία η οποία απαρτίζεται από τέσσερα κράτη της κεντρικής Ευρώπης, την Τσεχία, την Ουγγαρία, την Πολωνία και τη Σλοβακία, με σκοπό την προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσής τους, καθώς και την υποστήριξη της στρατιωτικής, οικονομικής και ενεργειακής μεταξύ τους συνεργασίας.
Η ομάδα προήλθε σε μια σύνοδο κορυφής των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της Τσεχοσλοβακίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας που πραγματοποιήθηκε στην ουγγρική καστροπολιτεία του Βίσεγκραντ, στις 15 Φεβρουαρίου του 1991. Η Τσεχία και η Σλοβακία έγιναν μέλη μετά τη διάλυση της Τσεχοσλοβακίας το 1993. Και τα τέσσερα μέλη της Ομάδας Βίσεγκραντ προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου του 2004.
ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή