Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Τα «Κίτρινα Γιλέκα» ξεσκέπασαν το «μαύρο μέτωπο» της Γαλλίας

Λίτσα Φρυδά
Ένας χρόνος μετά
Κίνημα ανατρεπτικό και επαναστατικό ή αντιδραστικό μόρφωμα; Χειραφετητική εξέγερση από το μέλλον ή λαϊκίστικη-εθνικιστική διαμαρτυρία; Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα που βρίσκονται εδώ και καιρό στο επίκεντρο των συζητήσεων και των αναλύσεων – κυρίως στον χώρο της διανοούμενης και μαχόμενης Αριστεράς – που γίνονται αναφορικά με το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων». Της πιο σημαντικής, ίσως, λαϊκής εξέγερσης στη Γαλλία μετά τον Μάη του ’68, που αυτή την Κυριακή κλείνει ακριβώς έναν χρόνο από την ξαφνική για τους περισσότερους εμφάνισή της. Η αλήθεια είναι ότι αυτό το κίνημα δύσκολα μπορεί να κατηγοριοποιηθεί, αφού τόσο τα αίτια της δημιουργίας του όσο και τα χαρακτηριστικά του δεν ήταν ξεκάθαρα, τουλάχιστον στο αρχικό του στάδιο.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, τα «Κίτρινα Γιλέκα» ήρθαν και τάραξαν πολύ τα νερά του κοινωνικού γίγνεσθαι. Παρά δε το γεγονός ότι τα τελευταία Σάββατα δεν θυμίζουν ιδιαιτέρως όσα συνέβησαν όλα τα προηγούμενα που ακολούθησαν την έκρηξη της 17ης Νοεμβρίου 2018, το «κίτρινο» αποτύπωμα στη Γαλλία είναι πλέον τόσο έντονο που κανείς δεν μπορεί να το αγνοήσει.
Πολύ περισσότερο που στη γαλλική κοινωνία υπάρχουν σήμερα χιλιάδες άνθρωποι –κυρίως νέοι– οι οποίοι βολοδέρνουν ανάμεσα στην απόγνωση και την ελπίδα, την παραίτηση και τον αγώνα διαρκείας, τον συμβιβσσμό και την ανυπακοή. Η αυτοπυρπόληση του 22χρονου φοιτητή στη Λιόν την περασμένη Παρασκευή, το κατηγορητήριό του προς τις διαδοχικές κυβερνήσεις, την ΕΕ και τη Λεπέν που αποτέλεσε έναν καταπέλτη για όσους το διάβασαν, οι μαζικές φοιτητικές διαδηλώσεις που ακολούθησαν, οι μικρές και μεγάλες φλόγες που καίνε απ’ άκρου εις άκρον της χώρας — όλα αυτά αποδεικνύουν ότι το καζάνι βράζει και η λάβα του αναζητεί ρωγμές για να ξεχυθεί και να κάψει, ώστε να ξαναγεννηθεί το φως.
Το πρωτόγνωρο κίνημα είναι εδώ, αναζητεί, σχεδιάζει και προκαλεί
πηγη: prin.gr
Απλοχεριά στο κεφάλαιο

Ακόμα ένας σκληρός, ταξικός προϋπολογισμός υπέρ του κεφαλαίου κατατίθεται αύριο στη Βουλή, αυτήν τη φορά από την κυβέρνηση της ΝΔ, συνεχίζοντας την αντιλαϊκή σκυταλοδρομία.
Οπως φάνηκε ήδη από το προσχέδιο και τη σχετική συζήτηση, στους «κωδικούς» και τις διατάξεις του αποτυπώνονται και οι δύο πλευρές του νομίσματος: Από τη μια, οι φοροαπαλλαγές, τα προνόμια και οι κάθε είδους συνεισφορές του «γαλαντόμου» αστικού κράτους, για να στηρίξει και να θωρακίσει παραπέρα την καπιταλιστική κερδοφορία και ανταγωνιστικότητα.
Και από την άλλη, η φοροληστεία σε βάρος του λαού, που καλείται να σηκώσει επιπλέον 800 εκατομμύρια φορολογικών βαρών και συνολικά πάνω από το 93% της φορολογίας, οι περικοπές και οι τραγικές ελλείψεις σε δαπάνες για τις εργατικές - λαϊκές ανάγκες, για την Υγεία, την Παιδεία, την Πρόνοια, τις υποδομές που έχει ανάγκη ο λαός.
Το «εργαλείο» αυτό, με το οποίο όλες οι αστικές κυβερνήσεις φορτώνουν διαδοχικά στις πλάτες του λαού τα «σπασμένα» της καπιταλιστικής κρίσης και τις «ευκαιρίες» της καπιταλιστικής ανάπτυξης, έρχεται να υπηρετήσει και στη νέα φάση τους στόχους του κεφαλαίου: Να λειτουργήσει ως «παγοθραυστικό» για το άνοιγμα νέων πεδίων κερδοφορίας, να δημιουργήσει περισσότερο «δημοσιονομικό χώρο» για το κεφάλαιο, να στηρίξει υποδομές και υπηρεσίες του κρατικού μηχανισμού που ιεραρχούν οι επιχειρηματικοί όμιλοι.
Οι παραπάνω προτεραιότητες, άλλωστε, δεν είναι γραμμένες μόνο στο προσχέδιο του προϋπολογισμού, αλλά αποτυπώνονται και σε όλο τον νομοθετικό «οίστρο» της κυβέρνησης της ΝΔ (αντεργατικά μέτρα, πλειστηριασμοί, χτύπημα συνδικαλιστικής δράσης, μποναμάδες στους «επενδυτές» κ.ά.).
Αποτυπώνονται επίσης στις συμφωνίες της κυβέρνησης με τους «δανειστές», αυτές που υπέγραψαν οι προηγούμενοι και υλοποιούν οι σημερινοί, στα «Ευρωπαϊκά Εξάμηνα», στις «συστάσεις» της Κομισιόν για επιτάχυνση των «μεταρρυθμίσεων», όπως αυτές που δημοσιοποιούνται σήμερα, στη μόνιμη «εποπτεία» έως το 2060, στα άλλα «μνημόνια διαρκείας» της ΕΕ.
Αυτό το πλαίσιο και τη «μεγάλη εικόνα» που υπαγορεύουν οι «ανάγκες» της καπιταλιστικής κερδοφορίας, προσπαθεί να κρύψει η κυβέρνηση της ΝΔ, για να στηρίξει την απάτη της καπιταλιστικής «ανάπτυξης για όλους».
Γι' αυτό επιστρατεύει τα περί μειώσεων στη φορολογία, δείχνοντας ορισμένα ελάχιστα ψίχουλα της τάξης των μερικών ευρώ στις νέες φορολογικές κλίμακες, κρύβοντας όμως ότι ο λαός θα κληθεί να πληρώσει από τους έμμεσους και άμεσους φόρους το κενό των εκατοντάδων εκατομμυρίων που δημιουργούν οι φοροαπαλλαγές των ομίλων.
Γι' αυτό επιστρατεύουν τα περί «μείωσης» των εισφορών για ορισμένες κατηγορίες ασφαλισμένων και επαγγελματιών, για να κρύψουν την παραπέρα ιδιωτικοποίηση της Ασφάλισης, το παραπέρα σάρωμα του κοινωνικού χαρακτήρα της που οδηγεί σε συντάξεις πείνας και δουλειά έως τον τάφο.
Γι' αυτό επιστρατεύουν ξανά την αθλιότητα του «κοινωνικού μερίσματος», της τάξης του... 7% από τα ματωμένα πλεονάσματα για τους πιο εξαθλιωμένους, αλλά δεν λένε ότι αυτά είναι το «πλεόνασμα» της αντιλαϊκής επίθεσης πάνω και από τους στόχους που οι ίδιοι έβαλαν, κατά 3,5 δισ.!
Ούτε βέβαια λένε ότι δίνοντας κι αυτά τα ψίχουλα, ως αναγκαίο συμπλήρωμα της αντιλαϊκής επίθεσης, με το άλλο χέρι κλέβουν το λαό στο πολλαπλάσιο, όπως δείχνει για παράδειγμα η μείωση δαπανών πάνω από 2 δισ. το 2019, με την περικοπή «αχρείαστων» κοινωνικών δαπανών και τη μονιμοποίηση περικοπών και ελλείψεων.
Αν όμως εκείνοι και τα υπόλοιπα αστικά κόμματα κρύβουν με συνέπεια την αντιλαϊκή «μεγάλη εικόνα», το βασικό για το λαό είναι να τη δει και να οργανώσει ακόμα πιο αποφασιστικά την πάλη του για την ανάκτηση όσων έχασε τα προηγούμενα χρόνια και για να ικανοποιηθούν οι σύγχρονες ανάγκες του. Να βάλει στο στόχαστρο το κεφάλαιο, τις κυβερνήσεις, τα κόμματά του, την καπιταλιστική εξουσία και ιδιοκτησία, που αποτελούν το βασικό εμπόδιο.
Αναδημοσιεύεται από την στήλη «Η Άποψή μας» της εφημερίδας «Ριζοσπάστης», Τετάρτη 20 Νοέμβρη 2019.
πηγη: 902.gr
Πεθαίνουν οι ποιητές όταν πεθάνουν; Η αχρονία της ποίησης (Για τον Γιάννη Ρίτσο)

- Γράφει ο Δημήτρης Φεργάδης*
Δεν το κρύβω – κι ούτε που το θέλω αυτό – . Πως αγαπάω τον Καβάφη… πολύ και περισσότερο. Και το Λόρκα αγαπάω πολύ και περισσότερο. Και την Ανδαλουσία του και τις πορτοκαλιές και τον Γουαδαλκιβίρ αγαπάω. Κι εκείνο τον Ιγνάθιο …. Όταν βραδιάζει… και τον Περλιμπλίν και την Μπελίσα του, θλιμμένα, αγαπάω. Μόνο τα ντουφέκια του Φράνκο δεν αγαπάω. Αγαπάω, όμως, τον Αναγνωστάκη. Και «το μέτρο του» για τον… συγκεκριμένο… – «Τόσος ήταν» ο άνθρωπος, τι να κάνουμε. –
Αγαπάω τον Κόλια… – «Μάνα, θα πάω στα καράβια …» -. Τον Καββαδία, πίσσα της θάλασσας τα βάθη, κι άντε – το μπορώ – να τα ερμηνεύσεις. Τον Καρυωτάκη, αγαπάω, με τις κάργιες και τις «εξηκονταρχίες του (;). Τον Λαπαθιώτη, την Πολυδούρη, τον Περικλή Γιαννόπουλο» αγαπάω. Να μπαίνει με τ’ άλογό του και τη στολή δανδή – περίστροφο στον γαλανό του κρόταφο – στην πόρτα του θανάτου του… στη θάλασσα του Σκαραμαγκά.
Αγαπάω το Σολωμό, τον Κάλβο. Αγαπάω το Βύρωνα, τον Παλαμά και τον Σικελιανό. Αγαπάω τους Δελφούς, το Μεσολόγγι και τους «γύφτους». –«Άφκιαστο κι αστόλιστο του Χάρου δε σε δίνω»– Το χάλκεον χέρι, την όψη της κόψης του σπαθιού … αγαπώ. Που όταν χρειάζεται… γίνεται δίκοχο και δίκοπο … «μύτη» του Θερσίτη και του Άρη γένι. Γίνεται.
Τον παππού μας αγαπάω τον Κώστα Βάρναλη.
«Αν λαχταράς τον ήλιο, ανασηκώσου
και με δαυλό άναψέ τονε δικό σου».
Πιότερο γλυκός κι από γλυκό του κουταλιού, ο λόγος του.
Το Σεφέρη μας, αγαπάω. Με τα μηνύματα πούχουν οι θαλασσινές σπηλιές του. Και οι Ελλάδες του, που παντού πάντα – όλους – σαν δίκοπο, πληγώνουν.
Είναι κακό η αγάπη.
Τον Ελύτη αγαπάω που αντέχει να σέρνει τα λασπωμένα, από το καταβούλιαγμα, πόδια του και να θυμώνει μ’ αυτόν που – γι’ άλλη μια φορά – δεν έφερε την άνοιξη για τα χελιδόνια μας. Το εφηβαίο όστρακο – κύαμο, κουκί – κι όποιος το συναντήσει… Τον Ρεμπώ, που τον νοιώθω σαν Ελληνάκι δεκαοχτώ χρονώ, κουτσό – όχι «στραβό» -, για να μοιάζει – είναι –με τους κουτσούς. Καταραμένο… σαν τους καταραμένους του μαύρου πέλαγου. Αγαπάω τον Αλεξάνδρου και το βαρύ – στη ζωή του –φορτίο με το κιβώτιο του παραμάσχαλα… τον Τάσο Λειβαδίτη – δεν κάνω πίσω – με την Δραπετσώνα – αυτή θυμάμαι … πειράζει ; -και το πέτσινο πάτωμα στο μαχαλά του.
Και τον Γιάννη τον Τσαρούχη και τον Θεόφιλο και τον Μόραλη ζωγράφους, ποιητές για μένα, αγαπάω.
Τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο με τους στρατηγούς που στέλνει στα όρη, στα βουνά και στις όψιμες ραχούλες, αγαπάω. Τον Σαχτούρη, γόνο –όχι «γόνο» – άναρχο, αυτόνομο και αυτάρκη, πέρα ως πέρα πέτρα τρίκοχη … τουλάχιστον. Και τον Μιχάλη αγαπώ, τον Κατσαρό (έμενε και στους Αγίους…) που πρώτος αυτός μου μίλησε για την ξηρασία, του μέλλοντος. Και το μικρό, σκυφτό σπιτάκι … της ζωής μας.
Και τον κύριο Νίκο αγαπάω… το Γκάτσο. Για «ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος». Και την Περιμπανού του, όμως, αγαπώ – γιατί ξενίζεστε ; -και τον Γιάννη – αυτός ήταν ο φταίχτης ; – τον Κεμάλ – α ρε δόλιο παληκαράκι μου … – και την Περσεφόνη μου με τα σπόρια του ροδιού στο προσκεφάλι της. Και τον κοντοχωριανό του τον Βρεττάκο, αγαπάω. Άφησα προς το τέλος την κυρία Κική. Τη Δημουλά. Για να προλάβει – θα προλάβει ; – να χτίσει τις χρήσιμες φωλιές της. – Και τον Άκη – κέρασμα στο χάρο – και την Ευτυχία – δύο πόρτες έχει η ζωή – αγαπάω. – Κι όλους αυτούς τους χωρίς όνομα … (άκου χωρίς όνομα!!!) που γράψανε τα στιχάκια της εφηβείας μου πίσω από τις μικρές διάφανες – δάφνης – σελίδες του «ημερο – δρόμου» μου, αγαπάω.
Είναι κακό η αγάπη.
Και νάτανε αλήθεια, η αλήθεια… Γιατί – παράπονο; άγνοια ; ανασφάλεια; – αληθινή αλήθεια, αλήθεια, δύσκολα πολύ να βρεις.
Αν ήτανε, λοιπόν, – λέμε τώρα … – αληθινή αλήθεια και αληθινά αγαπούσαμε λίγους, έστω λίγο από όσους πιο πάνω θυμήθηκα εγώ ο κοντά στους αγράμματους ή και το, χειρότερο, ο ίδιος μισο – αγράμματος (πολλά μου λένε οι ποιητές και οι νεκροί …) τότε θα φθάναμε σίγουρα και γρήγορα στον ένα –κόκκινο το σύννεφο – που μια ζωή μας μίλαγε για του φτωχού τ’ αρνί, την ελιά και το κόκκινο κρασί. Για τον Ρίτσο, ο λόγος.
Είχα την τύχη να τον γνωρίσω. Αρχές δεκαετίας του ογδόντα. Στο Λύκειο Αγίων Αναργύρων. Εγώ … Πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων. Εκλήθη (και) από την Λυκειάρχη για μια «γνωριμία»… Με τα παιδιά. Πρόθυμος …
«Έϊ, εσύ! Ουρανέ!
Βγάλ’ το καπέλο σου.
Εγώ περνάω…»
Και από πιο παλιά… τον γνωρίζω. Στο χώρο που δούλευα. Στην ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ (Μια ήταν… και είναι η ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ. Η δισκογραφική … κύριε Μπακογιάννη, κύριε Δήμαρχε Αθηναίων έχετε τίποτε νεώτερον και …θετικόν ; Ή θα λυπηθείτε λυπημένα όταν .. – τι να κάνουμε – «έπεσε» – κτίρια είναι… πέφτουν – από μόνη της. Γιατί, όπως ξέρετε, τα μεταξωτά κ.τλ., κτλ.. Στο Studio II. Τώρα… τότε. Στο μικρό δωματιάκι των απαγγελιών (που γκρεμίστηκε, νόμιμα (;) κύριε Μπακογιάννη). Η ηχογράφηση. «Ο ΡΙΤΣΟΣ διαβάζει ΡΙΤΣΟ». Έτος 1966. Label. ΔΙΟΝΥΣΟΣ (Cat No. 0857). Ποιανού άλλου ; Του Αλέκου Πατσιφά, ασφαλώς.
Αν, λοιπόν … λέμε, πάλι, αν … ήταν αλήθεια αληθινά και αγαπούσαμε αληθινά όλους αυτούς, μικρούς και μεγάλους ποιητές και μαζί τον ένα με το κόκκινο το σύννεφο στην καρδιά, που πάσχουνε για να κρατάμε τα μάτια μας και το μυαλό μας – ;;;;- ανοιχτά τότε … Τότε δεν θα χρειαζόταν κανένας μικρός σαν εμένα να γράφει, να γράφει και να κορδώνεται. Τάχα μου πως θυμίζει….
Γιατί … θάτανε αυτοί… (Δροσουλίτες… Καβαλαραίοι…) θα ‘μαστε εμείς. Οι γέροντες – οι χρήσιμοι γέροντες – «λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας…». Που δεν μιλάνε, αλλά που …
«Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη, /ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη,/ κι ένα μουλάρι από θυμό μές την καρδιά τους/ που δεν σηκώνει τ’ άδικο…». Αυτά ο Γιάννης Ρίτσος.
Είναι κακό η αγάπη;
Τι κι αν πέρασε η μέρα που άφησε σε μας, ο Γιάννης Ρίτσος, τους χρόνους τους πολλούς και δίσεκτους. Ο Μονεμβασίτης ποιητής, ο πάντα παντού και πανταχού παρών ποιητής του πλούτου. Γιατί αληθινός πλούτος είναι η αγάπη για το δίκιο. Και είχε τέτοιο πλούτο πολύ ο Ρίτσος, που μοίραζε στους πολλούς απλόχερα, ο άχρονος – του χτες, του σήμερα, του αύριο – ποιητής μας.
Τι κι αν λοιπόν, κι εγώ γράφω μέρες μετά από το «πρέπει της μέρας» (11 Νοέμβρη) για τον ποιητή μας – του χτες, του σήμερα, της χρείας, του αύριο… – αρκεί που να θυμόμαστε για ναχουμε, πάντα …ζωντανό… «ένα μουλάρι από θυμό μες την καρδιά μας που να μη σηκώνει τ’ άδικο».
Αυτά ο άχρονος Γιάννης Ρίτσος.
Του χτες, της χρείας, του σύννεφου, του πάντα, του ξέσκεπου του πέλαγου. Του σήμερα…
* Συνταξιούχος. Ιστορικό στέλεχος της Βιομηχανίας της ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑΣ σε ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ και MINOS – EMI. Συγγραφέας του βιβλίου «Με αφορμή την ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ. Η Βιομηχανία της δισκογραφίας στην Ελλάδα κατά τον 20ο αιώνα» – Εκδόσεις ΚΨΜ
πηγη: imerodromos.gr
Το πανό του ΣΥΡΙΖΑ: “Όχι στον εργασιακό μεσαίωνα”!

- Τελευταια
- Δημοφιλή