Σήμερα: 23/07/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

emvoliasmos-0.jpg

Στράτος Ιωακείμ

Κορυφαίοι συνταγματολόγοι τοποθετούνται μετά τις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού για υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού στους πολίτες άνω των 60 ετών.

Η παταγώδης αποτυχία του εμβολιαστικού προγράμματος σε συνδυασμό με τη ραγδαία εξάπλωση της πανδημίας «σπάει» τα πιθανά διλήμματα της κυβέρνησης που υιοθετεί πλέον μέτρα υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού.

Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, αν και δήλωνε πρόσφατα πως «όσο μεγαλύτερη είναι η υποχρεωτικότητα τόσο μεγαλύτερη είναι αντίδραση» δεν απέφυγε την κυβίστηση ανακοινώνοντας το μεσημέρι της Τρίτης (30/11) υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού στους πολίτες άνω των 60 ετών.

Επιπλέον επιβάλει χαράτσι 100 ευρώ μηνιαίως σε όσους δεν συμμορφωθούν με τις νέες αποφάσεις ενημερώνοντας ότι τα χρήματα από τους λογαριασμούς των «παραβατών» θα πηγαίνουν σε ειδικό ταμείο για την ενίσχυση του ΕΣΥ, αδιαφορώντας, προφανώς, για το γεγονός ότι οι πολίτες της χώρας ήδη φορολογούνται για να έχουν πρόσβαση σε σωστές και δωρεάν υπηρεσίες υγείας και περίθαλψης.

«Προχωρήσαμε σε αυτή την υποχρεωτικότητα για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με την εικόνα που έχουμε, με τα στοιχεία που έρχονται από τις ΜΕΘ, από τους ανθρώπους που διασωληνώνονται, από τους ανθρώπους που χάνουν τη ζωή τους. Η συντριπτική τους πλειοψηφία ανήκει στην κατηγορία των ανεμβολίαστων και στην κατηγορία των συμπολιτών μας που είναι από 60 ετών και πάνω. Ο δεύτερος έχει να κάνει με το ότι σταδιακά τα δύο τελευταία χρόνια και κυρίως από τον Σεπτέμβριο και μετά έχουμε εξαντλήσει κάθε μέθοδο πειθούς για να πείσουμε τους συμπολίτες μας να εμβολιαστούν» τόνισε σε συνέντευξή του (MEGA) ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Γιάννης Οικονόμου.

Επισήμανε επίσης ότι τα όρια του συνταγματικού δικαιώματος είναι σχετικά. «Όταν δεν εμβολιάζεσαι και έχεις μεγάλες πιθανότητες να νοσήσεις, δεν προστατεύεις τον εαυτό σου και ταυτόχρονα αυξάνεις την πίεση στο ΕΣΥ, στερώνοντας του τη δυνατότητα να είναι αποτελεσματικό και άμεσο απέναντι σε αυτούς που έχουν κάνει αυτό που τους ζήτησε η Πολιτεία, μπαίνει μια μεγάλη συζήτηση για το κατά πόσον έχεις το δικαίωμα να ακολουθείς αυτή τη στάση» σημείωσε, προσθέτοντας ότι δεν υπάρχει η έννοια της προαιρετικής υποχρεωτικότητας. «Η υποχρεωτικότητα για να έχει ουσία πρέπει να έχει και ορισμένες κυρώσεις. Δεν είναι ποινή είναι μια έμμεση προτροπή» είπε.

Υπάρχει θέμα…

Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), Κώστας Χρυσόγονος, δηλώνει (Cnn.gr) ότι «το κράτος μπορεί, στο πλαίσιο της συνταγματικά επιβεβλημένης μέριμνάς του για τη δημόσια υγεία, να προβλέψει τους μηχανισμούς των κινήσεων των ανεμβολίαστων, όχι όμως και να τους εξαναγκάσει να εμβολιαστούν, με την επιβολή κυρώσεων με άνιση επίπτωση και σημασία για τον καθένα από αυτούς».

Εντοπίζει πρόβλημα τόσο από πλευράς της προσωπικής αυτοδιάθεσης και ελευθερίας όσο και από πλευράς ισότητας. «Μπορούν να επιβληθούν μέτρα, για παράδειγμα περιορισμός μετακινήσεων μόνο για ανεμβολίαστους πολίτες, περιορισμός της πρόσβασης των μη εμβολιασμένων πολιτών σε χώρους εστίασης ή αναστολή εργασιακών σχέσεων, ειδικά για εργαζόμενους που έρχονται σε επαφή με το ευρύ κοινό. Αλλά, μια επιβολή υποχρεώσεων αδιακρίτως, με την απειλή διοικητικού προστίμου και μάλιστα σε μηνιαία βάση, είναι αμφίβολο κατά πόσον υπηρετεί το σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας. Από την άλλη μεριά, υπερβαίνει τα όρια της προστασίας της προσωπικής τους ελευθερίας», επισημαίνει.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΝΗΣ//EUROKINISSI

Κληθείς να σχολιάσει τη δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ότι το διοικητικό πρόστιμο των 100 ευρώ θα καταβάλλεται μηνιαία σε ειδικό λογαριασμό για την ενίσχυση του ΕΣΥ, ο Κώστας Χρυσόγονος υπογραμμίζει:

«Το ΕΣΥ χρηματοδοτείται, ούτως ή άλλως από το Δημόσιο. Άρα, η επιβολή διοικητικού προστίμου, η οποία επιφέρει κάποια επιπλέον δημόσια έσοδα, στην ουσία ενισχύει αυτά τα έσοδα και συμμετέχει στη χρηματοδότηση του ΕΣΥ, που ούτως ή άλλως θα προερχόταν από τον Προϋπολογισμό. Άρα, δεν πρόκειται για σοβαρή ενίσχυση του ΕΣΥ, με αυτόν τον τρόπο. Είναι, απλώς, μια ενίσχυση γενικά των δημοσίων εσόδων».

Η αντίθετη άποψη

Ο ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ και πρώην υπουργός Εσωτερικών, Αντώνης Μανιτάκης, θεωρεί πως το μέτρο είναι θεμιτό συνταγματικά και η κύρωση δικαιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν εξαντληθεί όλα τα ηπιότερα μέσα πειθούς για όσους δεν έχουν εμβολιαστεί.

EUROKINISSI-ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

«Αν η κυβέρνηση θεωρεί μετά από εισήγηση των αρμόδιων επιτροπών υγείας ότι επιβάλλεται για την προστασία της δημόσιας υγείας και της ζωής όλων μας και την επίτευξη της ανοσίας να εμβολιαστούν όλοι οι άνω των 60, τότε δεν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας, όπως έχει σχετικά κρίνει και η νομολογία, αλλά και θεωρία στη χώρα μας και στην Ευρώπη», επισημαίνει (iatronet.gr) και προσθέτει: «Eφόσον έχουν εξαντληθεί όλα τα μέσα πειθούς και ο κίνδυνος για την ζωή όλων είναι μεγάλος, τότε το μέτρο είναι χωρίς αμφιβολία συνταγματικά θεμιτό».


Και νέα μέτρα

Πέρα των παραπάνω μέτρων η κυβέρνηση εξετάζει και άλλα μέτρα. Ο υφυπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο για επιβολή επιπλέον περιορισμών στο προσεχές διάστημα. Ο Γιώργος Γεωργαντάς τόνισε ότι παραμένει στο τραπέζι η επιστροφή του click away για τους ανεμβολίαστους, αλλά η υποχρέωση και των εμβολιασμένων εργαζόμενων να υποβάλλονται σε rapid test.

πηγη; efsyn.gr

5kentro-min-1-750x417.jpg

Γιώργος Κρεασίδης
▸ Ο Α. Τσίπρας καταγγέλλει το «αριστερόμετρο» αλλά θέλει «προοδευτικόμετρο»

Eνώ η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με τις καταστροφικές συνέπειες της πολιτικής για την πανδημία και τη γενικευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, τείνει να παγιωθεί η αίσθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «δεν τραβάει». Χαρακτηριστική ήταν η περιορισμένη απήχηση της παρουσίασης της ομάδας εμπειρογνωμόνων και συμβούλων του Α. Τσίπρα την Τρίτη, που διαφημίστηκε ως το «νέο θινκ τανκ» του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ. Η συσπείρωση τεχνοκρατών και επιστημόνων εμφανίστηκε από τον Α. Τσίπρα σαν διασφάλιση ότι «η επιστημονική γνώση, η θεωρία, οι καλές ιδέες εμπλουτίζουν και εξελίσσουν μια σύγχρονη προοδευτική στρατηγική». Δεν ακούστηκε όμως κάτι συγκεκριμένο για τη στρατηγική αυτή και τις «κόκκινες γραμμές» της απέναντι στην πολιτική της ΝΔ σε κάθε επίπεδο. Από την πρόσδεση στο άρμα των ΗΠΑ και το προσφυγικό, μέχρι τους μισθούς, τις συλλογικές συμβάσεις και την περιβαλλοντική κρίση. Αυτή η ασάφεια είναι που επιτρέπει στον Κ. Μητσοτάκη να ισχυρίζεται ότι εκείνος εκπροσωπεί την προοδευτική πολιτική, προκαλώντας την έκρηξη του ΣΥΡΙΖΑ που πήρε το… «προοδευτικόμετρο» για να τον διαψεύσει.

Ο Α. Τσίπρας, με όσα είπε για τα «καλύτερα μυαλά» της χώρας, θύμισε όσα έλεγε η ΝΔ παλιότερα για τα «καλύτερα βιογραφικά» του Μητρώου Στελεχών της. Η αποδοχή όμως αυτού του μοντέλου παραγωγής πολιτικής από ειδικούς και επιστήμονες γύρω από τον πρόεδρο, έξω από συλλογικές διαδικασίες και δεσμεύσεις, δεν έχει ενθουσιάσει τον κορμό του ΣΥΡΙΖΑ. Στελέχη αριστερής προέλευσης και πασοκογενείς βλέπουν ότι υποβαθμίζεται περισσότερο το κόμμα, αλλά και ο δικός τους ρόλος.

 

Την ίδια στιγμή, στο κοινωνικό πεδίο φαίνεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποστασιοποιηθεί από τους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες, δεν τους στηρίζει ουσιαστικά, ενώ συχνά επιχειρεί με ενεργητικό τρόπο να τους κλείσει. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι οι κομματικές παρατάξεις στους εκπαιδευτικούς που έχουν στρατευθεί στο πλευρό της ΔΑΚΕ με σκοπό να κλείσει η υπόθεση της απεργίας-αποχής από την αξιολόγηση, που προκάλεσε την μεγαλύτερη κρίση στην αντιεκπαιδευτική πολιτική της Ν. Κεραμέως. Αντίστοιχα, στον εκρηκτικό χώρο των υγειονομικών, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ουσιαστικά ανύπαρκτος. Στο Εργα-
τικό Κέντρο Αθήνας, μέσω του προέδρου προωθεί απέναντι στην ακρίβεια όχι μια απεργία, αλλά μια ημερίδα μέσω τηλε-διάσκεψης με προσκεκλημένους όπως τον Α. Γεωργιάδη, τη Μ. Ξενογιανακοπούλου, μέχρι και εκπρόσωπο της Ελληνικής Λύσης!

Αυτή η στάση είναι συνέχεια όσων έγιναν στην καραντίνα, όταν οι ανέξοδες καταγγελίες συνοδεύονταν από την πλήρη συμμόρφωση στις απαγορεύσεις κοινωνικής και πολιτικής δράσης, με χαρακτηριστική στιγμή το περσινό Πολυτεχνείο. Αλλά και με τη σταθερή προσφορά πολιτικής συναίνεσης στη ΝΔ για την υγειονομική κρίση και κρίσιμες πλευρές της αντιλαϊκής πολιτικής.

Μακριά από τους εργατικούς-κοινωνικούς αγώνες, οι τεχνοκράτες του «θινκ τανκ» του ΣΥΡΙΖΑ ράβουν κυβερνητικό κοστούμι

Μέσα στο πλαίσιο που ορίζουν οι δεσμεύσεις από την ΕΕ και το ευρώ, η συμμετοχή στους σχεδιασμούς του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και η βαριά κληρονομιά της συγκυβέρνησης με τους ΑΝΕΛ, ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγείται σε μια αντιπολιτευτική στρατηγική που σφραγίζεται από τη διπλή υπόσχεση: Προς την άρχουσα τάξη για «υπεύθυνη στάση» και προς τα λαϊκά στρώματα για ηπιότερη διαχείριση. Οι χαμηλές προσδοκίες που καλλιεργεί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν βρίσκουν ανταπόκριση μπροστά στη σκληρότητα της αντιλαϊκής πολιτικής. οι κοινωνικοί αγώνες που της δημιουργούν ρωγμές –εκπαίδευση, efood, COSCO κ.α.– δεν φανερώνουν μόνο την ανεπάρκεια της γραμμής του ΣΥΡΙΖΑ αλλά εξηγούν επίσης γιατί έχει απέναντί τους στάση αντιπαλότητας.

πηγη: prin.gr

2b1c08f69d9491eaef2f40c64788c3eb_L.jpg

του Αλέκου Αναγνωστάκη

Η δύναμη της ζωής

Η ζωή αξίζει και αξίζει όταν τη διεκδικούμε. Όταν περνάμε στην «επόμενη μέρα» και η αισιοδοξία, η πίστη στη συλλογική προσπάθεια και στον εαυτό γίνονται προαπαιτούμενα της συλλογικής και προσωπικής μας ανατροφοδότησης.

Τέτοια θέλουμε να διαβάζουμε λοιπόν.

Αντιστέκονται έμπρακτα ο Κεν Λόουτς, η Ελληνίδα σταρ Ελλάς. Νίκησαν οι εργάτες της COSCO, νίκησαν οι εργάτες της e-food. Αυτά, από την κοινωνική πραγματικότητα, ενισχύουν τη συλλογική αλλά και ατομική αυτοπεποίθηση. Αυτή την ανάγκη έχουμε την ελπίδα να υπηρετούν οι εξαγγελίες, οι αποφάσεις, οι πολιτικοί στόχοι των πολιτικών κομμάτων της μαχόμενης Αριστεράς.

 

Η συμπόρευση: ελπίδα και διάψευση

Στην ομιλία του στην Πάτρα ο Δ. Κουτσούμπας στις 24 Νοέμβρη καλεί σε συμπόρευση με το ΚΚΕ γιατί το ΚΚΕ «κράτησε όρθια την κόκκινη σημαία, δεν την κατέβασε ποτέ. Ούτε την έβαλε δίπλα στη σημαία της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Ούτε την κουρέλιασε, συμμετέχοντας ή στηρίζοντας μια αστική αντιλαϊκή κυβέρνηση».

Το βάθος και η διάρκεια της υγειονομικής και οικονομικής κρίσης, ο παγκόσμιος συγχρονισμός τους, φαινόμενο που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο στη μεταπολεμική ιστορία, αναταράσσει ανθρώπους και συλλογικότητες. Οδηγεί σε αναστοχασμούς και αναπροσαρμογές.

Το ΚΚΕ δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο. Ειδικά στο συνδικαλιστικό κίνημα επιχειρεί μια άτολμη, μισή αλλά χρήσιμη αναπροσαρμογή. Επιχειρεί (αυτό που θάταν αυτονόητο) ένα πρώτο άνοιγμα διαλόγου και κοινής δράσης.

Η καθυστερημένη και μισή αυτή αναπροσαρμογή, σε συνδυασμό με τη φαντασία και την πολιτική αυτενέργεια των «τόσων άλλων αγωνιστών», δίνουν στους εργατικούς αγώνες που ξέσπασαν (COSCO, e food) άλλο αέρα. Το ΚΚΕ, ταυτόχρονα, καλεί σε συμπόρευση μαζί του τον ελληνικό λαό.

Η συμπόρευση αυτή καθαυτή ως έννοια κρύβει μέσα της την ελπίδα της ενωτικής πολιτικής, την προσδοκία μιας σύγχρονης μετωπικής πολιτικής που θα συγκεντρώνει πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις ανάλογες των σημερινών μεγάλων δυσκολιών, δυνατοτήτων και απαιτήσεων.

Σύγχρονη μετωπική πολιτική ως απαίτηση των ίδιων των ποιοτικών εξελίξεων στις κοινωνίες της αγοράς. Η σύνθεση της ελληνικής κοινωνίας έχει αλλάξει ποιοτικά. Η αγροτιά έχει μειωθεί δραματικά παράλληλα με την καπιταλιστικοποίηση της αγροτικής παραγωγής. Ισχυρές ανακατατάξεις γίνονται στα μεσαία στρώματα.

Κυρίως όμως η εργατική τάξη, ο κόσμος της χειρωνακτικής, ημιχειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, αποτελεί πλέον την πλειοψηφία του ενεργού πληθυσμού. Με διαχωρισμούς στο εσωτερικό της που ενισχύουν τους όρους δημιουργίας διαφόρων κομμάτων εργατικής στόχευσης αλλά και κομμουνιστικής επαγγελίας. Η χάραξη επομένως μιας αντίστοιχης μετωπικής πολιτικής που να απευθύνεται πρωτίστως στο εσωτερικό της σύγχρονης εργατικής τάξης και δι’ αυτής στα νέα και παλιά αυτοαπασχολούμενα μεσαία στρώματα αποκτά σύγχρονο, κρίσιμο και καθοριστικό χαρακτήρα.

Το ΚΚΕ αντί αυτού καλεί σε συμπόρευση μαζί του κατά μόνας. Θέτει δηλαδή ως προϋπόθεση την αποχώρηση των αγωνιστών από τις συλλογικότητες στις οποίες δρουν. Μια οποιαδήποτε πολιτική συλλογικότητα δεν μπορεί, δηλαδή, να συμπορευθεί μαζί του ακριβώς επειδή είναι συλλογικότητα.

Κι αυτό τη στιγμή που στη σημερινή εποχή κληρονομούνται και μεταφέρονται, σε ανώτερο επίπεδο, οι θεμελιακές άλυτες αντιθέσεις της εποχής του ιμπεριαλισμού. Που αποκτούν σύγχρονο υπεραντιδραστικό περιεχόμενο η κυριαρχία των πολυεθνικών πολυκλαδικών μονοπωλίων, οι συνδυασμοί σύγχρονων και παλαιών μορφών εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, (όχι μόνο λιτότητα αλλά και τάση κατάργησης του έμμεσου μισθού), η διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα, η τάση επαναχάραξης των συνόρων και η δημιουργία κρατών - προτεκτοράτων, το λυσσώδες ξαναμοίρασμα των αγορών και των δρόμων του εμπορίου, το ξέσπασμα τοπικών αλλά και υπερτοπικών πολέμων.

Παρόλα αυτά και παρόλη την ιστορική εμπειρία η ηγεσία του ΚΚΕ παραμένει πεισματικά στα ίδια.

Καλεί κατά μόνας αφού όλοι οι άλλοι είναι «οπορτουνιστικά πλυντήρια της αστικής πολιτικής».
Αλλά πότε στην ιστορία των λαών η κοινωνία πήγε μπροστά καλώντας το λαό να συγκεντρωθεί γύρω από την έμπρακτα επαληθευόμενη πρωτοπορία του; Το ΚΚΕ πάλλεται πολιτικά ανάμεσα στον μέχρι πρότινος αδιέξοδο κυβερνητισμό και στην κατά μόνας συμπόρευση ή, σύμφωνα με τη δικιά του ορολογία, ανάμεσα στον ρεφορμισμό και το δογματισμό.

Οι κοινωνίες πήγαν μπροστά όταν «το κόμμα» από αυτοσκοπός μετατρεπόταν σε αυτό που οφείλει να είναι: Στο πρωτοπόρο μέσο που καλούσε σε λαϊκή συμπόρευση είτε γύρω από τα Σοβιέτ στη Ρωσία, είτε γύρω από τα εργατικά συμβούλια στην Ιταλία, είτε γύρω από τις εργατικές επιτροπές στην Ισπανία, είτε γύρω από το ΕΑΜ στην Ελλάδα.

 Οι αδιέξοδες συμφωνίες κορυφής

Η αναφορά στην ιστορία δεν γίνεται για να κάνουμε τον έξυπνο εκ των υστέρων, ούτε στο όνομα μιας ανούσιας λαθολογίας. Αντίθετα ανατρέχουμε στην ιστορία για να δούμε πιο καθαρά το σήμερα, για να φωτίσουμε όσο μπορούμε το μέλλον.

Από τις τέσσερεις κυβερνήσεις που ψήφισε το ΚΚΕ στη θυελλώδη του Ιστορία, τους τέσσερεις πρωθυπουργούς και ένα πέμπτο που δεν «πρόκανε», μόνο μια, αυτή της ΠΕΕΑ ήταν απότοκος της πραγματικής, της υλικής ανάπτυξης του τότε εργατολαϊκού ΕΑΜικού κινήματος και των πρωτοποριών του.

Όσο καιρό μάλιστα η κυβέρνηση της ΠΕΕΑ προωθούσε μέτρα επαναστατικού χαρακτήρα, (λαϊκή αυτοδιοίκηση, λαϊκή δικαιοσύνη, μοίρασμα της γης σε άκληρους αγρότες κλπ) δυνάμωνε ολοένα το ΕΑΜ, ενισχυόταν η ελπίδα και αυτοπεποίθηση του Λαού. Όταν «ρουφήχτηκε» στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας του 1945 υπό το Γ. Παπανδρέου, τον μετονομαζόμενο και «παπατζή» από το λαό (με το Σβώλο υπουργό οικονομικών) η οπισθοχώρηση και τα δεινά ήταν ανυπολόγιστα.

Την κυβέρνηση εθνικής ενότητας και αυτόν τον πρωθυπουργό ψήφισε το ΚΚΕ και το ΕΑΜ.

Ο πρωθυπουργός της ΠΕΕΑ Α. Σβώλος δεν ήταν γενικά και αόριστα ΕΑΜίτης. Ανήκε στη μεταρρυθμιστική –στη σοσιαλιστική, δημοκρατική, αλλά μη κομμουνιστική αριστερά. (Πρόεδρος του Σοσιαλιστικού Κόμματος – ΕΛΔ, 1945 – 1953, πρόεδρος του Ενιαίου Δημοκρατικού Κόμματος του Εργαζομένου Λαού 1953 - 1956). Σήμερα κατά τη φοβική, τη σεχταριστική άποψη παντός καιρού θα ανήκε στους «κάθε είδους οπορτουνιστές». Το ΚΚΕ στην πολιτική του ιστορία εκτός από τη λαογέννητη κυβέρνηση της ΠΕΕΑ υπόγραψε τέσσερεις συμφωνίες και στήριξε πέντε κυβερνήσεις. Η στήριξη έγινε προφανώς για σοβαρούς λόγους.

Αλλά το κυβερνητικό ζήτημα είναι αμείλικτο, δεν υπακούει στο σχήμα σοβαρότητα – φαιδρότητα αλλά στον σκληρό συσχετισμό δυνάμεων, στους πολιτικούς στόχους και στη δυναμική που γι αυτό το σκοπό εξασφαλίζεται.

Στις 19 Φεβρουαρίου του 1936 και για την αποφυγή της δικτατορίας, συνετάχθη το μυστικό(!) σύμφωνο Σοφούλη - Σκλάβαινα μεταξύ Φιλελευθέρων και ΚΚΕ.

Πέντε μόλις μήνες αργότερα, στις 4 Αυγούστου του 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς, σε συνεργασία με το βασιλιά Γεώργιο, επέβαλε δικτατορία μέχρι το 1941. Ο Σοφούλης θα ήταν ο παρ´ ολίγον πέμπτος πρωθυπουργός που θα ψηφιζόταν από το ΚΚΕ.

Το ‘65, τότε που ο λαός δεν ήθελε να κυβερνηθεί όπως πριν και ήταν διαρκώς στους δρόμους, τότε που οι επάνω δεν μπορούσαν να κυβερνούν όπως μέχρι τότε και οι κυβερνήσεις έπεφταν ανά δεκαήμερο, αντί έγκαιρα και οργανωμένα, η ηγεσία του ΚΚΕ και της ΕΔΑ, να προσανατολίσουν κατάλληλα το λαϊκό κίνημα λυγίζουν το ραβδί προς τα «δεξιά». Στηρίζουν ξανά και αμετανόητα τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον «παπατζή» κατά το λαό, για να αποφευχθεί η κατά το γενικό αίσθημα επαπειλούμενη δικτατορία. Σε δεκαοχτώ μήνες όμως η δικτατορία είχε εγκαθιδρυθεί.

Το 1989, η στήριξη της κυβέρνησης του αντιχουντικού αξιωματικού και πολιτικού της ΝΔ Τζανή Τζαννετάκη έγινε στο όνομα της κάθαρσης της χώρας από τα σκάνδαλα του ΠΑΣΟΚ. Σε τρεις μήνες και κάτι η κυβέρνηση έπεσε για να ‘ρθει η οικουμενική κυβέρνηση του τραπεζίτη Ζολώτα που στηρίχθηκε πλέον και από τους τρεις, από τους δυο της κάθαρσης (ΝΔ - ΚΚΕ) αλλά και από το μέχρι προ ολίγου …υπό κάθαρση ΠΑΣΟΚ.

Σε λίγους μήνες η κυβέρνηση έπεσε, η κάθαρση πήγε περίπατο.

Όλες οι παραπάνω πολιτικές επιλογές έγιναν και στο όνομα της ενίσχυσης τόσο του λαϊκού παράγοντα όσο και του ΚΚΕ.

Η ιστορία όμως αποκαλύπτει τα γεγονότα ως είναι.

Η απόληξη  του συμφώνου Σοφούλη - Σκλάβαινα ήταν η βίαιη διάλυση και δραματική αποδυνάμωση του ΚΚΕ. Η στήριξη του Παπανδρέου το ‘65 όχι μόνο δεν συνέβαλλε στην αποτροπή της χούντας αλλά και περιέπλεξε τη διάσπαση του ‘68. Οι ανεκδιήγητες συμφωνίες κορυφής του ‘89-‘90 μεταξύ Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, στις εκλογές του 1990 κατέληξαν στην άνοδο στο 47%! της υπό τον Κ. Μητσοτάκη ΝΔ και στην πτώση αντί της ενίσχυσης του Συνασπισμού. Η περιπέτεια έληξε με τη μεγαλύτερη μεταπολιτευτική πτώση του ΚΚΕ (4,54%) στις εκλογές του Οκτώβρη του ‘93.

Η Αριστερά στοχεύει σε μια κοινωνία της ισότητας, της μη εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και της ευημερίας. Για το σκοπό αυτό επιδιώκει δια της πολιτικής της δράσης να δώσει και κυβερνητική λύση. Η κυβέρνηση όμως που επιδιώκει βρίσκεται στον αντίποδα ακριβώς των αστικών κυβερνήσεων.

Επιδιώκει την συγκρότηση ευρύτερων λαϊκών θεσμών και δημοκρατικών οργάνων για την άσκηση της εργατικής πολιτικής οι οποίοι θα συγκροτούν τους νέους θεσμοθετημένους κρατικούς θεσμούς. Εκεί θα επιλέγονται, με άμεση ψηφοφορία, οι υποψήφιοι κυβερνώντες. Οι κυβερνήτες θα αμείβονται με το μέσο εργατικό μισθό. Θα είναι ανακλητοί ανά πάσα στιγμή. Θα κυβερνούν με θεσμοθετημένους κανόνες πλήρους διαφάνειας και λογοδοσίας.

Οι όροι για μια τέτοια εργατική – λαϊκή κυβέρνηση του αγωνιζόμενου Λαού θα «γεννιούνται» παράλληλα με την αναγέννηση του κινήματος και της Αριστεράς και το αντίστροφο. Και εκεί θα μετασχηματίζονται θετικά η πολιτική παράδοση ή έστω οι αυταπάτες που ζητούν μάταια μια κυβερνητική πολιτική λύση η οποία δια της ανάθεσης δήθεν θα υλοποιεί ένα φιλολαϊκό πρόγραμμα.

Η «κρυμμένη» αυτοκριτική

Το ΚΚΕ καλεί λοιπόν τον ελληνικό λαό για «συμπόρευση» και επειδή «ποτέ την κόκκινη σημαία δεν την κουρέλιασε, συμμετέχοντας ή στηρίζοντας μια αστική αντιλαϊκή κυβέρνηση».

Η «κόκκινη σημαία» προς τιμή τους, δεν τοποθετήθηκε ποτέ δίπλα στις σημαίες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ από το ΚΚΕ και από κανένα πολιτικό τμήμα εργατικής αναφοράς και κομμουνιστικής στόχευσης.

Αλλά η αναφορά στο ιστορικά διαψευσθέν «Ούτε την κουρέλιασε, συμμετέχοντας ή στηρίζοντας μια αστική αντιλαϊκή πολιτική» προκαλεί σοβαρά ερωτήματα.

Αυτή η ανακριβής αναφορά γιατί γίνεται λοιπόν; Για πιο σκοπό; Ποια τα λαϊκά οφέλη;

Κατανοεί φυσικά κανείς τη λογοτεχνική υπερβολή του ισχυρισμού. Το ζήτημα άπτεται της προσέγγισης της Ιστορίας, της στάσης απέναντι σε ιστορικής σημασίας ζητήματα που επιδρούν καθοριστικά στα τεκταινόμενα. Και ως γνωστό η πολιτική που οδήγησε στις απανωτές και ζημιογόνες για τους λαούς συγκυβερνήσεις, η πολιτική που μόνο δεινά επέφερε σε Γαλλία, Ιταλία και Ελλάδα, δηλαδή η χρεοκοπημένη πολιτική περί του νέου εθνικού (δήθεν) ρόλου των ΚΚ στην άσκηση φιλολαϊκότερης διαχείρισης του αστικού κράτους μέσω των συμμαχιών με τη σοσιαλδημοκρατία και τη δημοκρατική πτέρυγα της αστικής τάξης ήταν η γενική (και κληρονομημένη) πολιτική των κομμουνιστικών κομμάτων (1935, 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς).

Για την αναγκαία προώθηση της κοινής δράσης στο συνδικαλιστικό κίνημα αλλά και για την απόρριψη και υπέρβαση αυτής της κυβερνολαγνείας απαιτείται η επίγνωση και σαφήνεια σκοπών, στόχων και μέσων, χρειάζεται πολύ κόπος, τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά.

Το ΚΚΕ στα τελευταία του συνέδρια επιχειρεί μια «ντροπαλή», «μισή» κριτική και αυτοκριτική προσέγγιση και αναδιατύπωση αυτής της πολιτικής.

Κριτική και αυτοκριτική που μένει όμως στα συνέδρια. Δεν αποτελεί σημείο ανοιχτού διαλόγου με το λαό και τις οργανώσεις της Αριστεράς.

Σαν να φοβάται το πολιτικό δια ταύτα και τις απαιτήσεις του.

 Η ανολοκλήρωτη ιστορική δικαίωση

 Η κύρια και διαρκής επίπτωση αυτής της αδιέξοδης πολιτικής ήταν η εκάστοτε διάλυση του ιστορικού μπλοκ των υποτελών κοινωνικών τάξεων[i] που συγκροτείται χάριν των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων μιας ολόκληρης περιόδου.

Στην προαναφερθείσα πολιτική κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αντιτάχθηκαν, τότε, οι Κινέζοι και οι Γιουγκοσλάβοι επαναστάτες και νίκησαν.

Στην Ελλάδα, το 1935 – 1945 αλλά και μετά με μια ελπιδοφόρα συνέχεια, απέναντι σε αυτή την πολιτική τοποθετήθηκε ένα ισχυρό ριζοσπαστικό ρεύμα εντός του ΚΚΕ, μικρές αλλά αξιόλογες οργανώσεις, ευρύτερα μαχόμενες λαϊκές δυνάμεις που βρίσκουν την έκφραση του στον Άρη Βελουχιώτη.

Το ρεύμα αυτό βρίσκει κατά καιρούς την έκφραση του σε «τόσους άλλους» επώνυμους και ανώνυμους αγωνιστές που εξακολουθούν να μένουν πιστοί και ερωτευμένοι με τη μεγάλη υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης. Αυτό το εργατικό ρεύμα εργατικής αμφισβήτησης και κομμουνιστικής αναζήτησης, σε σύγχρονη μορφή και πολιτική έκφραση, αντιτάχθηκε το 1989 εντός ΚΚΕ με τη γνωστή μαζική αποχώρηση από αυτό.

Το ριζοσπαστικό αυτό ρεύμα που εμφανίζεται στην Ιστορία είναι ισχυρό αλλά όχι τόσο ώστε να αντιστρέψει τη φορά των πραγμάτων υπέρ της εργατικής πολιτικής, είναι «διάχυτο». Εν πρώτοις ηττήθηκε.

Ωστόσο, κατά μια ειρωνεία της ιστορίας, όπως τα αντικειμενικά, τα ιστορικά δεδομένα καταδεικνύουν, ιστορικά δικαιώθηκε.

Αλλά η ιστορική δικαίωση με την πλήρη, τη θετική έννοια, δεν έρχεται ερήμην της σκληρής κοινωνικής πραγματικότητας. Η πολιτική και η κοινωνική θέση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα σαν εργατική τάξη καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη δικαίωση ή μη των πολιτικών διαφόρων ρευμάτων.

Από αυτή τη σκοπιά η σε πρώτη και αντικειμενικό βαθμό ιστορική δικαίωση μένει να πάρει τη μορφή και το περιεχόμενο της υποκειμενικής δικαίωσης, της εμφάνισης δηλαδή ενός σύγχρονου ισχυρού εργατολαϊκού ρεύματος άμεσης διεκδίκησης αλλά και στρατηγικής στόχευσης. Τη μορφή ενός εργατικού διαφωτισμού του 21ου αιώνα που θα δικαιώνει τις λαϊκές απαιτήσεις τις σύμφωνες με τις εκρηκτικές επιστημονικοτεχνικές και υλικές δυνατότητες της νέας, της δικιάς μας, της κατ´ εξοχήν εργατικής εποχής.

Μια τέτοια συνολική πολιτική μόνο όσοι επαγγέλλονται ένα σύγχρονο στρατηγικό λόγο μπορούν να υπηρετήσουν.

Αλλά στο ρεύμα των τακτικών στόχων και των άμεσων διεκδικήσεων πρέπει να βρουν τη θέση τους όλοι όσοι στην πράξη αγωνίζονται - και το ΚΚΕ - κατά της σημερινής βαρβαρότητας στο όνομα των εργατικών δικαιωμάτων και αναγκαιοτήτων.

Το ίδιο το ΚΚΕ τι σχεδιάζει;

Τι συμπεράσματα έβγαλε η ηγεσία του από τη «συμπόρευση» στην COSCO και  στην  e – foode;

 Θα συνεχίσει; Και πως;

Θα πορευτεί ανάλογα στα ζητήματα της πανδημίας, της φτώχειας, και της ακρίβειας, στα ζητήματα του έμμεσου μισθού (παιδεία, υγεία, ασφάλιση);

Έτσι  αλλιώς η πολιτική που είναι αντικειμενικά αναγκαία είναι αυτή που αντί να χωρίζει ενώνει με αρχές και αντί να δίνει «πατητές»  ανυψώνει και  ανυψώνεται στα αναγκαία των περιστάσεων επίπεδα.

[i] Ανάλογη ήταν και η διάλυση του κοινωνικού μπλοκ που συγκροτήθηκε το 2009 - 2015 από τις μαχόμενες υποτελείς κοινωνικές δυνάμεις. Διάλυση που επέφερε ο υπό την ηγεσία του Τσίπρα εναπομείνας Σύριζα μετά την ιστορική μεταστροφή του τον Ιούλιο του 2015 και την επαίσχυντη διακυβέρνηση των ετών 2015-2019.

πηγη:  kommon.gr

germany-duisburg-harbor.jpg

Την υψηλότερη τιμή του από το 1992 καταγράφει ο πληθωρισμός στη Γερμανία, που έφτασε στο 5,2%, κυρίως εξαιτίας του κόστους της ενέργειας. Τον Νοέμβριο του 1992 ο πληθωρισμός είχε φτάσει στο 5%.

Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία της Γερμανίας, οι τιμές αγαθών και υπηρεσιών σκαρφάλωσε στο 5,2% κατά μέσο όρο, σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα πέρσι. Την τελευταία φορά που κινήθηκε σε αυτά τα επίπεδα, ήταν μετά την επανένωση με την Ανατολική Γερμανία, τον Ιούνιο του 1992, όταν έφτασε το 5,8%. Τον Οκτώβριο η αντίστοιχη τιμή ήταν 4,5%.
 
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που ανακοίνωσε ότι ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη κορυφώθηκε τον Νοέμβριο, αντιμετώπισε το θέμα με «ψυχραιμία» αναφέρει το Spiegel, επισημαίνοντας ότι ήταν αναμενόμενη η κορύφωση του πληθωρισμού και ότι εκτιμάται ότι θα αρχίσει πάλι σταδιακά να μειώνεται το επόμενο έτος, για να κυμανθεί προς το 2%, που είναι ο στόχος της ΕΚΤ.
 
Η ΕΚΤ θα αντιδράσει εάν ο πληθωρισμός επιμείνει να κινείται πάνω από το 2%, αλλά όπως τόνισε η Τράπεζα, «προς το παρόν θα ήταν λάθος να αυξήσουμε τα επιτόκια νωρίς, διότι αυτό στην πραγματικότητα θα οδηγήσει σε αύξηση της ανεργίας και δεν επηρεάσει την τρέχουσα πορεία του πληθωρισμού».

πηγη: efsyn.gr

Σελίδα 1562 από 4489
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή