Σήμερα: 11/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

screenshot.png

Ένα διαρκές έγκλημα είναι σε εξέλιξη ενάντια στην πιο αδύναμη και ευάλωτη κατηγορία εργαζομένων του δημοσίου: τους ελαστικά εργαζόμενους συμβασιούχους. Ένα έγκλημα που αποδεικνύει τον κυνισμό με τον οποίο αλλεπάλληλες κυβερνήσεις εκμεταλλεύτηκαν την αγωνία μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας να μπορέσουν να βρουν εργασία

Στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του νεοελληνικού κράτους, οι κυρίαρχες τάξεις αντιμετώπισαν τον κρατικό μηχανισμό ως μέσο εξυπηρέτησης των συμφερόντων τους αλλά και ως μέσο οικοδόμησης κοινωνικών συμμαχιών. Η διαχείριση της πρόσβασης στην εργασία στον ευρύτερο δημόσιο τομέα αποτέλεσε ένα ιδιαίτερα ισχυρό πολιτικό εργαλείο. Το ρουσφέτι δεν ήταν μόνο στρέβλωση ως προς έναν ιδεότυπο αξιοκρατίας, ήταν και ένας τρόπος απόσπασης συναίνεσης και οικοδόμησης κοινωνικού μπλοκ γύρω από την κυρίαρχη στρατηγική. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι των κυρίαρχων τάξεων παραχωρούσαν σε μερίδες των εργατικών, αγροτικών και μικροαστικών τάξεων δυνατότητα εργασίας στο δημόσιο, με την εξασφάλιση που αυτό προσέφερε, όχι όμως με όρους κοινωνικής κατάκτησης αλλά παραχώρησης και εκλογικής συναλλαγής. Στη μετεμφυλιακή περίοδο αυτό πήρε και μια ακόμα πιο έντονη διάσταση απαίτησης ιδεολογικής συμμόρφωσης, όχι μόνο με τη διαδικασία της «ανάνηψης» αλλά και με την πρόσδεση στον έναν ή τον άλλον πολιτευτή ή κομματάρχη.

Στη Μεταπολίτευση η κοινωνική πίεση αυξήθηκε –την ίδια ώρα που οι ανάγκες του ευρύτερου δημόσιου τομέα επεκτείνονταν– και είδαμε ένα νέο κύμα μαζικών διορισμών και επί Ν.Δ. αλλά και επί ΠΑΣΟΚ, όχι πάντα με διαφανείς και αξιοπρεπείς διαδικασίες. Ειδικά στην περίοδο του ΠΑΣΟΚ, αυτό αντανακλούσε –στρεβλά και ηγεμονευόμενα– και μια απαίτηση να δικαιωθούν τα κοινωνικά στρώματα που είχαν αδικηθεί στην προηγούμενη περίοδο.

Εξαίρεση αποτέλεσαν οι κλάδοι όπου το σύστημα διορισμών ήταν ούτως ή άλλως διάφανο και αντικειμενικό, όπως ήταν η εκπαίδευση, με το σύστημα της επετηρίδας. Η απουσία ρουσφετολογικών διορισμών σε αυτούς τους χώρους άφησε εξαρχής ένα χνάρι ιδιαίτερης αξιοπρέπειας και αγωνιστικότητας.

Οι σταδιακές μετατοπίσεις του κυρίαρχου λόγου και της κυρίαρχης στρατηγικής, ιδίως από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 και μετά, όταν η Ελλάδα μπήκε σε μια φάση καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και όπου το αίτημα του «εκσυγχρονισμού» δεν είχε πια το πρόσημο του «προοδευτικού» αλλά διεκδικούσε ουσιαστικά την εισαγωγή νεοφιλελεύθερων πολιτικών, η πίεση ενάντια στο ρουσφέτι έγινε πολύ μεγαλύτερη. Την ίδια περίοδο βλέπουμε να αυξάνεται διαρκώς ο αριθμός των εργαζομένων στο δημόσιο με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, σταδιακά όλο και περισσότερο ορισμένου χρόνου. Για τις αστικές κυβερνήσεις γινόταν ολοένα και πιο βολικό να καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα μέσα από ελαστικές σχέσεις εργασίας, έτσι ώστε να διατηρούν τη δυνατότητα, άμα χρειαστεί, να απαλλαγούν από αυτούς. Στο ίδιο φόντο και με δεδομένη τη μεγάλη πίεση για διορισμό στο δημόσιο άρχισε να προβάλλεται η ανάγκη να εισαχθούν θεσμοί όπως οι διαγωνισμοί και να υπάρξει, υποτίθεται, διαφάνεια στην όλη διαδικασία. Αυτό ήρθε να εξυπηρετήσει η καθιέρωση του ΑΣΕΠ το 1994. Βέβαια, αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι η πρώτη μεγάλη εφαρμογή του νέου τρόπου διορισμού στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση με τον διαγωνισμό του 1998 θα οδηγήσει σε μια από τις μεγαλύτερες κοινωνικές συγκρούσεις στην Ελλάδα, την περίφημη «μάχη του εξεταστικών».

Από τη δεκαετία του 1990, η μετατόπιση του ιδεολογικού μέσου όρου θα βάλει στο στόχαστρο, όπως και σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, την εργασία στο δημόσιο. Είναι η γνωστή ρητορική για τους «τεμπέληδες» δημοσίους υπαλλήλους, το «βόλεμα» της μονιμότητας, την απουσία «παραγωγικότητας» σε αντιδιαστολή προς τον ιδιωτικό τομέα. Η ρητορική αυτή υπέκρυπτε τον κυνισμό μιας ταξικής στρατηγικής. Η απασχόληση στο δημόσιο, με την εργασιακή σταθερότητα που προσέφερε, λειτουργούσε ως ένας συνολικότερος τελεστής στις εργασιακές σχέσεις. Η δυνατότητα απασχόλησης στο δημόσιο, με μονιμότητα, έστω και με χαμηλότερες απολαβές, υποχρέωνε και τον ιδιωτικό τομέα, στις αντίστοιχες ειδικότητες, να πρέπει να προσφέρει αξιοπρεπείς συνθήκες και απολαβές. Επομένως, η ανάγκη μείωσης της απασχόλησης στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα αλλά και ο περιορισμός της μόνιμης απασχόλησης στο δημόσιο δεν αποτελούσαν απλώς οικονομικούς υπολογισμούς για τη μείωση του μισθολογικού κόστους· εντάσσονταν και σε μια συνολικότερη ταξική στρατηγική για την τροποποίηση του συσχετισμού δύναμης σε βάρος της εργασίας στο σύνολο της οικονομίας.

Την ίδια ώρα, από τη δεκαετία του 1990 και μετά γενικεύεται το φαινόμενο της μαζικής πρόσληψης προσωπικού που κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες με συμβάσεις έργου ή ορισμένου χρόνου, οι οποίες ανανεώνονταν διαρκώς συντηρώντας μια χωρίς προηγούμενο συνθήκη ομηρίας, καθώς σε ολόκληρους κλάδους δεν γίνονταν για πολλά χρόνια μόνιμοι διορισμοί αλλά διαρκείς προσλήψεις συμβασιούχων. Αυτό σε ορισμένες περιπτώσεις έπαιρνε σχεδόν τραγικές μορφές, εάν αναλογιστούμε ότι οι «συμβασιούχοι της μίας μέρας» του Ιπποδρόμου παρέμειναν σε αυτή την ακραία συνθήκη επισφάλειας για δεκαετίες και μόλις τώρα ολοκληρώνεται η πρόσληψή τους στο δημόσιο με συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Σε αυτό το έδαφος ήταν που γεννιόταν και η διαρκής πίεση για μετατροπή συμβάσεων σε αορίστου ή των συμβάσεων αορίστου σε μόνιμους διορισμούς, που με τη σειρά της αποτελούσε και ένα πολιτικό εργαλείο στα χέρια των κυβερνήσεων για την απόσπαση συναίνεσης. Αυτό οδηγούσε σε διαδοχικά κύματα «μονιμοποιήσεων» που αποτελούσαν ταυτόχρονα κατάκτηση των εργαζομένων απέναντι στην επισφάλεια, αλλά και συντηρούσαν τον μηχανισμό των προσλήψεων από το παράθυρο με την ελπίδα μελλοντικής μονιμοποίησης.

Προφανώς και το ταξικό αίτημα ήταν και παραμένει η κατάργηση των ελαστικών σχέσεων εργασίας και η κατοχύρωση ενιαίου καθεστώτος μονιμότητας σε όλο το δημόσιο, παράλληλα με μαζικούς διορισμούς με βάση αντικειμενικά και διάφανα συστήματα. Ωστόσο, οι πολιτική προτεραιότητα των κυβερνήσεων ήταν η διατήρηση της ομηρίας και παράλληλα η κατά περιόδους πολιτική εκμετάλλευση της όποιας «λύσης».

Την ίδια στιγμή, γίνεται ένα κρίσιμο θεσμικό πια έγκλημα: η αναθεώρηση του Συντάγματος του 1998-2001. Στο όλο κλίμα που περιγράφηκε, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος στο άρθρο 103: «Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου».

Η αθλιότητα αυτής της ρύθμισης έγκειται στο ότι ουσιαστικά πηγαίνει το θεσμικό καθεστώς των εργαζομένων στο δημόσιο πιο πίσω και από την εργατική νομοθεσία του 1920, όταν και κατοχυρώθηκαν τα δικαιώματα που προκύπτουν από τη σύμβαση αορίστου χρόνου. Η παραδοχή ότι οι επαναλαμβανόμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου αποτελούν καταχρηστική πρακτική και ότι σε αυτή την περίπτωση επιβάλλεται η αντιμετώπιση της εργασιακής σχέσης ως αορίστου χρόνου αποτέλεσε ακρογωνιαίο λίθο της εργατικής νομοθεσίας, τον οποίο ήρθε να παραβιάσει το ίδιο το Σύνταγμα της χώρας!

Η θεσμική αυτή εξέλιξη δεν ανέκοψε την πίεση από τους ελαστικά απασχολούμενους στο δημόσιο. Διαμορφώθηκε μάλιστα ένα πολύ μεγάλο κίνημα συμβασιούχων σε όλο το διάστημα, με πρωτοπόρο ρόλο συνδικαλιστριών και συνδικαλιστών της ριζοσπαστικής αριστεράς. Ανάμεσα στα άλλα το κίνημα αυτό εκμεταλλεύτηκε και το γεγονός ότι υπήρχε Ευρωπαϊκή Οδηγία που σαφώς επέβαλλε τη μετατροπή των συνεχόμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου. Ο συνδυασμός ανάμεσα σε πολύ μεγάλες και διαρκείς κινητοποιήσεις και δικαστικές αποφάσεις που δικαίωναν τους εργαζόμενους που κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες οδήγησε τελικά στο ΠΔ 164/2004 («ΠΔ Παυλόπουλου») που επέτρεψε σε χιλιάδες συμβασιούχους να αποκτήσουν επιτέλους σύμβαση αορίστου χρόνου, σε μια από τις μεγαλύτερες νίκες του εργατικού κινήματος ενάντια στην ελαστική εργασία.

Ωστόσο, οι κυβερνήσεις της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ επιχείρησαν αυτό να αποτελέσει το τελευταίο μεγάλο κύμα μονιμοποιήσεων και να επεκταθούν ακόμα περισσότερο οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις. Προς τούτο, εκμεταλλεύονταν και το γεγονός ότι ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του έργου που παρήγαγε το δημόσιο και για το οποίο χρειαζόταν επιπλέον προσωπικό αφορούσε έργα χρηματοδοτούμενα από ευρωπαϊκούς πόρους, που είχαν ημερομηνία λήξης. Την ίδια στιγμή, οι διαρκείς μετοχοποιήσεις και ιδιωτικοποιήσεις και η λειτουργία, ούτως ή άλλως, με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, είχαν γενικεύσει τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Παράλληλα, μια σειρά νομοθετήματα κυρίως των κυβερνήσεων Σημίτη είχαν κάνει εντός του δημοσίου υποχρεωτική την ανάθεση της καθαριότητας, της φύλαξης και άλλων δραστηριοτήτων σε εργολαβικά συνεργεία, που λειτουργούσαν με συνθήκες πρωτοφανούς εργοδοτικής ασυδοσίας, όπως έδειξε και η δολοφονική επίθεση ενάντια στην Κωνσταντίνα Κούνεβα τον Δεκέμβριο του 2008.

Με τον ερχομό των μνημονίων, η κατάσταση των συμβασιούχων επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο. Η πρόβλεψη για μείωση κατ’ έτος του αριθμού των συμβασιούχων οδήγησε σε χιλιάδες περικοπές θέσεων. Μεγάλο μέρος της μείωσης του συνολικού αριθμού των απασχολούμενων στο δημόσιο προήλθε ουσιαστικά από μαζικές απολύσεις συμβασιούχων. Προφανώς και ένας αριθμός συμβασιούχων διατηρήθηκε αλλά με πολύ πιο ελαστικές σχέσεις εργασίας, είτε μιλάμε για τα ΕΣΠΑ (π.χ. αναπληρωτές στην εκπαίδευση, όπου έχουν σταματήσει ουσιαστικά οι μόνιμοι διορισμοί) είτε, ακόμα χειρότερα, για τα πεντάμηνα αρχικά και οχτάμηνα μετά των «ωφελούμενων» κύρια στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Την ίδια ώρα, πρακτικά οι εκπρόσωποι της τρόικας απαγορεύουν στους περισσότερους κλάδους τους μαζικούς διορισμούς, κάνοντας την καταφυγή σε συμβασιούχους αναγκαστική. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, στο πλαίσιο της γενικότερης συνθηκολόγησής της, δεν μπόρεσε να κάνει κάτι διαφορετικό επί της ουσίας και αποδέχτηκε το μνημονιακό πλαίσιο.

Αυτό πήρε ιδιαίτερα δραματική μορφή στον χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπου χιλιάδες εργαζόμενες/οι στην καθαριότητα κινδύνευαν να πεταχτούν στον δρόμο εάν δεν υπήρχαν παρατάσεις των συμβάσεών τους. Εκεί υπήρξαν και κάτω από την πίεση μαζικών κινητοποιήσεων δύο νομοθετικές παρεμβάσεις που δεν έλυναν μεν το πρόβλημα συνολικά αλλά τουλάχιστον εξασφάλιζαν τη μη απόλυση. Η πρώτη ήταν το άρθρο 16 του Ν.4429/2016, που παρέτεινε όλες τις συμβάσεις μέχρι το τέλος του 2017, και η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 4456/2017, που θεωρούσε σύννομες τις σχετικές δαπάνες για να προσπεραστούν προβλήματα που υπήρχαν.

Τώρα έρχεται το Ελεγκτικό Συνέδριο και με μια απόφασή του που δημοσιεύτηκε στις 16 Ιουνίου του 2017 κρίνει αντισυνταγματικές τις παρατάσεις και ταυτόχρονα θέτει και ζήτημα για τις μέχρι τώρα πληρωμές των εργαζομένων. Η απόφαση αυτή δεν αντανακλά μόνο τον ιδιότυπο κυνισμό που αναπτύσσεται στις κορυφές του δικαστικού σώματος (όταν φυσικά δεν πρόκειται για τις δικές του απολαβές) – ας θυμηθούμε εδώ την προκλητική νομιμοποίηση των μνημονίων από το ΣτΕ. Αντανακλά και τις πραγματικές συνέπειες της συνταγματικής μεταρρύθμισης του 1998-2001 καθώς προσφέρει το συνταγματικό πρόσχημα για τις απολύσεις συμβασιούχων. Την ίδια ώρα αναδεικνύεται ότι δεν αποτελούν λύση τα διάφορα θεσμικά μπαλώματα που δοκιμάζει η κυβέρνηση, παραμένοντας όμως εντός της μνημονιακής λογικής. Αντίθετα, αυτό που απαιτείται είναι όντως συνολική και οριστική νομοθετική ρύθμιση που να εξασφαλίζει όχι την παράταση της ομηρίας αλλά τη μόνιμη και αξιοπρεπή εργασία των εργαζομένων στην καθαριότητα σε ρήξη με τους μνημονιακούς περιορισμούς και τις δεσμεύσεις τους. Άλλωστε, ακόμη και το Ελεγκτικό Συνέδριο αναγνωρίζει στην απόφασή του ότι πρόκειται για εργαζόμενους που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

                  Οι πρόσφατες δηλώσεις του αρμόδιου υπουργού Πάνου Σκουρλέτη επιβεβαίωσαν τις καταστροφικές επιπτώσεις αυτών των πολιτικών. Ουσιαστικά παραδέχτηκε ότι αναγκαστικά πάμε για περίπου 6.500 απολύσεις (η ΠΟΕ-ΟΤΑ εκτιμά ότι ο πραγματικός αριθμός θα είναι μεγαλύτερος και θα ξεπεράσει τις 10.000) και ως λύση πρότεινε δίμηνες παρατάσεις κάποιων συμβάσεων και την προοπτική 2.400 μονίμων διορισμών, όταν και εάν γίνουν. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι μαζικές απολύσεις αλλά και το γεγονός ότι αυτή η αποδιάρθρωση των υπηρεσιών καθαριότητας των δήμων θα μεγαλώνει και την πίεση να επεκταθούν πρακτικές ιδιωτικοποίησης αυτών των υπηρεσιών.

Ο αγώνας των εργαζομένων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν είναι ούτε συντεχνιακός ούτε κλαδικός. Είναι κομμάτι μιας μεγάλης μάχης ενάντια στην επέλαση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων στο δημόσιο και όχι μόνο. Γι’ αυτό και πρέπει να νικήσει. Γι’ αυτό και πρέπει να στηριχτεί από όλες και όλους μας.

ΠΗΓΗ: ektosgrammis.gr

gioyrogkroyptsakalotos.jpg

Αναμφισβήτητα το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της απόφασης του πρόσφατου Eurogroup είναι το πρωτοφανές βάθος χρόνου της συμφωνίας: ως το 2060! Και το περιεχόμενο αυτής; Λιτότητα!

Εάν δίπλα σ’ αυτό προ­σθέ­σου­με και την ευ­ρω­παϊ­κή στή­ρι­ξη για έξοδο στις αγο­ρές (η απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της οποί­ας μένει βέ­βαια να απο­δει­χθεί) έχου­με την ερ­μη­νεία για την αντί­δρα­ση της εγ­χώ­ριας άρ­χου­σας τάξης, του με­γά­λου κε­φα­λαί­ου και όχι μόνο: χαρές και πα­νη­γύ­ρια! (Θ. Φέσ­σας - πρό­ε­δρος του Συν­δέ­σμου Ελ­λη­νι­κών Βιο­μη­χα­νιών (ΣΕΒ): «Εξαι­ρε­τι­κά θε­τι­κή εξέ­λι­ξη .. μας απο­μα­κρύ­νει από την αβε­βαιό­τη­τα για την ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία και μας επι­τρέ­πει να σχε­διά­σου­με, με σχε­τι­κή ασφά­λεια, το μέλ­λον» και Κ. Μί­χα­λος - πρό­ε­δρος του Εμπο­ρι­κού και Βιο­μη­χα­νι­κού Επι­με­λη­τη­ρί­ου της Αθή­νας (ΕΒΕΑ): «η συμ­φω­νία … εξο­βε­λί­ζει κάθε κίν­δυ­νο νέας ανα­τα­ρα­χής και δη­μιουρ­γεί τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις προ­κει­μέ­νου η χώρα να απο­τά­ξει τα δεινά που επι­φέ­ρουν τα μνη­μό­νια και, σχε­διά­ζο­ντας και υλο­ποιώ­ντας ένα εθνι­κό σχέ­διο ανά­πτυ­ξης, να κάνει το άλμα προς τα εμπρός…»).

Όταν βέ­βαια μι­λά­νε οι ίδιοι οι κα­πι­τα­λι­στές η γνώμη των πο­λι­τι­κών τους εκ­προ­σώ­πων πε­ρισ­σεύ­ει. Πράγ­μα­τι, από την θέση της αντι­πο­λί­τευ­σης τα μνη­μο­νια­κά κόμ­μα­τα πε­ριο­ρί­στη­καν να κρι­τι­κά­ρουν την ανα­ντι­στοι­χία των δια­κη­ρυγ­μέ­νων στό­χων της κυ­βέρ­νη­σης (χρέος και QE) με τα απο­τε­λέ­σμα­τα και έντε­χνα να απο­φύ­γουν την κρι­τι­κή σε αυτά καθ’ αυτά.

Εάν ο Τσί­πρας δεν είχε υπο­πέ­σει στην λάθος εκτί­μη­ση και ιδιαί­τε­ρα στην δη­μό­σια δή­λω­ση για τις δυ­να­τό­τη­τες που υπήρ­χαν στο συ­γκε­κρι­μέ­νο eurogroup, πριν από τις γερ­μα­νι­κές εκλο­γές, θα πα­ρου­σια­ζό­ταν σή­με­ρα ως ο κυ­ρί­αρ­χος του πο­λι­τι­κού παι­χνι­διού με τόνο θριαμ­βι­κό. Παρά ταύτα ξε­κα­θα­ρί­ζει (ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρο) ότι ερ­γά­ζε­ται με … στο­χο­προ­σή­λω­ση για την εξυ­πη­ρέ­τη­ση του εθνι­κού, αστι­κού συμ­φέ­ρο­ντος και πα­ρα­λαμ­βά­νει γι αυτό τους αστι­κούς επαί­νους δυ­σκο­λεύ­ο­ντας την ζωή του Μη­τσο­τά­κη και εν γένει της μνη­μο­νια­κής αντι­πο­λί­τευ­σης. Εξάλ­λου ποιος άλλος θα μπο­ρού­σε να πε­ρά­σει όλα αυτά τα μέτρα και να κλεί­σει τέ­τοιες συμ­φω­νί­ες, για μισό αιώνα, απ’ όλους αυ­τούς;

Θα μπο­ρέ­σει, ωστό­σο, πράγ­μα­τι ο Τσί­πρας και η κυ­βέρ­νη­σή του να στα­θε­ρο­ποι­ή­σει τον ελ­λη­νι­κό κα­πι­τα­λι­σμό επα­να­φέ­ρο­ντας την «κα­νο­νι­κό­τη­τα» πρώτα και κύρια στο πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα, επι­τυγ­χά­νο­ντας και «μο­νι­μο­ποιώ­ντας» την κοι­νω­νι­κή ανοχή, ανα­στυ­λώ­νο­ντας τον δι­κομ­μα­τι­σμό, «ανα­νε­ώ­νο­ντας» την σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία;

Από την απο­φυ­γή της άμε­σης πτώ­σης της κυ­βέρ­νη­σης μέχρι την στα­θε­ρο­ποί­η­ση υπάρ­χει πολύ με­γά­λη από­στα­ση.

Πρώτα και κύρια κάτι τέ­τοιο δεν είναι καν στο χέρι του. Το ελ­λη­νι­κό κα­θε­στώς υπερ­κα­θο­ρί­ζε­ται από το αστα­θές ευ­ρω­παϊ­κό και διε­θνές πλαί­σιο. Όσο πο­λι­τεύ­ε­ται, ιδιαί­τε­ρα στην εξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή, ως το πι­στό­τε­ρο σκυλί των ιμπε­ρια­λι­στών στην πε­ριο­χή το μόνο που πε­τυ­χαί­νει είναι να βυ­θί­ζει τον λαό στις πλέον επι­κίν­δυ­νες πε­ρι­πέ­τειες. Οι ανα­κα­τα­τά­ξεις, οι αντι­θέ­σεις, η πο­λι­τι­κή και γε­ω­πο­λι­τι­κή αστά­θεια χα­ρα­κτη­ρί­ζουν το διε­θνές πε­ρι­βάλ­λον και πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο την ίδια την ΕΕ/ΟΝΕ. Ται­ρια­στό το σχό­λιο του διευ­θυ­ντή της Monde Diplomatique, Σερζ Χα­λί­μι, πριν λίγες μέρες: «…Την δε­κα­ε­τία του 1920, ανα­γνω­ρί­ζο­ντας ότι, μετά από μια πε­ρί­ο­δο απερ­γιών και επα­να­στά­σε­ων, στην πλειο­νό­τη­τα των ευ­ρω­παϊ­κών χωρών –ιδίως στη Βρε­τα­νία και στη Γερ­μα­νία– τα κα­θε­στώ­τα είχαν πα­γιω­θεί, η Κομ­μου­νι­στι­κή Διε­θνής ανα­γκά­στη­κε να ανα­γνω­ρί­σει τη «στα­θε­ρο­ποί­η­ση του κα­πι­τα­λι­σμού». Επι­θυ­μώ­ντας ωστό­σο να κρα­τή­σει τον κόσμο σε επα­γρύ­πνη­ση, τον Σε­πτέμ­βριο του 1928 ανα­κοί­νω­σε ότι η ηρε­μία αυτή ήταν «με­ρι­κή, προ­σω­ρι­νή και επι­σφα­λής». Η προει­δο­ποί­η­ση έμοια­ζε μη­χα­νι­κή, σή­κω­νε με­γά­λη αμ­φι­σβή­τη­ση, τόση ήταν η ευ­φο­ρία της Χρυ­σής Δε­κα­ε­τί­ας. Έναν χρόνο αρ­γό­τε­ρα ήρθε η «Μαύρη Πέμ­πτη» της Γουόλ Στριτ...»

Όσο για τους ευ­ρω­παί­ους συμ­μά­χους για τους οποί­ους επαί­ρε­ται ο Τσί­πρας - καθώς πράγ­μα­τι, αυτή την φορά ο Σόι­μπλε δέ­χτη­κε ομο­βρο­ντία επι­θέ­σε­ων προ­κει­μέ­νου να εγκα­τα­λεί­ψει την σκλη­ρή γραμ­μή (ο γερ­μα­νι­κός δε­ξιός Τύπος τον κα­τη­γο­ρεί τώρα ότι οπι­σθο­χώ­ρη­σε στις απαι­τή­σεις των Ελ­λή­νων) - υπο­νο­ώ­ντας την ευ­ρω­παϊ­κή σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία θα πρέ­πει να απο­φα­σί­σει σε πια εκ­δο­χή ανα­φέ­ρε­ται, στον Μα­κρόν, στον Κορ­μπίν ή στον Σουλτς.

Πάνω απ’ όλα όμως το πρό­βλη­μα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ (αν προ­σπε­ρά­σου­με τους γε­λοί­ους αν και επι­κίν­δυ­νους, ακρο­δε­ξιούς ΑΝΕΛ με τους οποί­ους συ­γκυ­βερ­νά) είναι ότι δεν απέ­κτη­σε ποτέ τους δε­σμούς των σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κών κομ­μά­των με τις υπο­τε­λείς τά­ξεις αλλά και με με­ρί­δες του με­γά­λου κε­φα­λαί­ου (πώς θα μπο­ρού­σε άλ­λω­στε), κάτι το οποίο δεν «αντι­γρά­φε­ται» μέσα στην κρίση και μά­λι­στα με πο­λι­τι­κή μό­νι­μης λι­τό­τη­τας και επι­τρο­πεί­ας. Όσο κι αν προ­σπα­θεί να κα­μου­φλά­ρει την κυ­βερ­νη­τι­κή πο­λι­τι­κή με πε­ρι­τυ­λίγ­μα­τα «αρι­στε­ρής δια­κό­σμη­σης» η ουσία πα­ρα­μέ­νει και κα­τα­νο­εί­ται βιω­μα­τι­κά, κα­θη­με­ρι­νά από την κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία καθώς όχι μόνο δεν αλ­λά­ζει το μνη­μο­νια­κό τα­ξι­κό τοπίο της ανερ­γί­ας, της ερ­γα­σια­κής ζού­γκλας, της διά­λυ­σης του κρά­τους πρό­νοιας αλλά βα­θαί­νει διαρ­κώς η νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη στρα­τη­γι­κή της λι­τό­τη­τας σε βάρος του κό­σμου της ερ­γα­σί­ας και των κα­τώ­τε­ρων κοι­νω­νι­κών στρω­μά­των και τά­ξε­ων. Με την πρό­σφα­τη συμ­φω­νία παίρ­νει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μο­νι­μό­τη­τας.  

Παρά την με­γά­λη κοι­νω­νι­κή απο­γο­ή­τευ­ση από τα κα­μώ­μα­τα του Τσί­πρα και της κυ­βέρ­νη­σής του, παρά την υπο­χώ­ρη­ση του κι­νή­μα­τος και την θλι­βε­ρή κα­τά­πτω­ση της συν­δι­κα­λι­στι­κής γρα­φειο­κρα­τί­ας, οι αντι­κει­με­νι­κές συν­θή­κες στην Ελ­λά­δα μα και πα­νευ­ρω­παϊ­κά ευ­νο­ούν νέες κοι­νω­νι­κές εκρή­ξεις, ένα νέο γύρο «απ΄τα κάτω» και «απ’ τ’ αρι­στε­ρά». Η ευ­θύ­νη βα­ραί­νει τον «κόσμο της Αρι­στε­ράς» και κατά προ­τε­ραιό­τη­τα τα κόμ­μα­τα και τις ορ­γα­νώ­σεις. Ο ίδιος ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ πο­ντά­ρει σή­με­ρα κυ­ρί­ως στην (δι­καιο­λο­γη­μέ­νη) απέ­χθεια που προ­κα­λεί η Δεξιά και ο Μη­τσο­τά­κης (ακόμη και εντός της Δε­ξιάς) στους «από κάτω» και ελ­πί­ζει να επα­να­συ­σπει­ρώ­σει εκλο­γι­κά ένα ση­μα­ντι­κό μέρος από τις τε­ρά­στιες διαρ­ρο­ές του. Με την προ­ϋ­πό­θε­ση να μην συ­σπει­ρω­θεί όλος αυτός ο κό­σμος στ’ αρι­στε­ρά του όπου το πο­λι­τι­κό κενό «φω­νά­ζει»!

Τί­θε­νται όροι και προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την ανα­τρο­πή του σκη­νι­κού. Πρώτ΄απ΄όλα η συ­γκέ­ντρω­ση της δύ­να­μης σε αρι­στε­ρή, ρι­ζο­σπα­στι­κή πο­λι­τι­κή γραμ­μή άμε­σης ρήξης. Με το εγ­χώ­ριο κε­φά­λαιο, με τους δα­νει­στές, με την ΟΝΕ/ΕΕ και τα ιμπε­ρια­λι­στι­κά κέ­ντρα.  Αυτό απαι­τεί την ενό­τη­τα της αρι­στε­ράς, την ενιο­με­τω­πι­κή προ­σέγ­γι­ση. Οι τα­ξι­κές «δια­πι­στώ­σεις» χωρίς εναλ­λα­κτι­κό σχέ­διο για το σή­με­ρα απο­τε­λούν την δι­καιο­λο­γία και το πρό­σχη­μα της σε­χτα­ρι­στι­κής αδρά­νειας και ητ­το­πά­θειας. Αντί­στρο­φα η ενω­τι­κή γραμ­μή απαι­τεί ταυ­τό­χρο­να τα­ξι­κή ευ­θυ­κρι­σία. Δεν μπο­ρεί να πα­νη­γυ­ρί­ζουν και να στη­ρί­ζουν (για την ώρα) οι αστοί τις επι­λο­γές και τις επι­δό­σεις της κυ­βέρ­νη­σης και αρι­στε­ρές φωνές να την κα­τη­γο­ρούν για… ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα! Απαι­τεί­ται προ­τε­ραιό­τη­τα στις πο­λι­τι­κές αιχ­μές του προ­γράμ­μα­τος που συ­γκρο­τούν οι επεί­γου­σες ανά­γκες και τα αι­τή­μα­τα των «από κάτω», του κό­σμου της δου­λειάς, της νε­ο­λαί­ας, των ανέρ­γων, των γυ­ναι­κών, των απο­κλει­σμέ­νων… Με σαφή και ρητά δια­τυ­πω­μέ­νο αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό. Ο τρί­τος πα­ρά­γο­ντας, ίσως ο σο­βα­ρό­τε­ρος στην πε­ρί­ο­δο, αφορά στην οι­κο­δό­μη­ση και στή­ρι­ξη τα­ξι­κών, αρι­στε­ρών, κι­νη­μα­τι­κών συλ­λο­γι­κο­τή­των. Η κα­τά­στα­ση του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος δεν είναι με­τα­φυ­σι­κό ζή­τη­μα. Η ευ­θύ­νη αφορά εξ ολο­κλή­ρου την πο­λι­τι­κή αρι­στε­ρά. Σή­με­ρα τον δρόμο τον δεί­χνουν οι μα­χη­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις αντί­στα­σης όπως η απερ­γία που ορ­γα­νώ­θη­κε στον κλάδο των «ντε­λι­βε­ρά­δων», των παι­διών με τα μη­χα­νά­κια, η 48ωρη απερ­γία με σκλη­ρή πε­ρι­φρού­ρη­ση και πολύ με­γά­λη συμ­με­το­χή των ενοι­κια­ζο­μέ­νων στην ΕΤΕ και κάθε δυ­να­μι­κή και απο­φα­σι­στι­κή κί­νη­ση που ξε­πη­δά απ’ τα κάτω ξε­περ­νώ­ντας την αναί­σχυ­ντη συν­δι­κα­λι­στι­κή γρα­φειο­κρα­τία που υπο­νο­μεύ­ει και κα­τα­στρέ­φει ότι έχει απο­μεί­νει στο ορ­γα­νω­μέ­νο, συν­δι­κα­λι­στι­κό κί­νη­μα.

ΠΗΓΗ: rproject.gr

_του_Δ.Σ_της_ΠΕΝΕΝ_1.jpg

Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ καταγγέλλει με τον πιο έντονο τρόπο την απόφαση της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ αλλά και του ελεγκτικού συνεδρίου που κρίνουν αντισυνταγματικό το δικαίωμα στην εργασία για χιλιάδες συμβασιούχους στην καθαριότητα και σε άλλες νευραλγικές υπηρεσίες στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η επίκληση περί συνταγματικότητας που χρησιμοποιεί ως άλλοθι η κυβέρνηση συνιστά πρόκληση για τους εργαζόμενους αφού στην περίοδο των μνημονιακών πολιτικών το σύνταγμα έχει κουρελιαστεί από τις εκάστοτε κυβερνήσεις στην προσπάθειά τους να τσακίσουν και να ισοπεδώσουν τα δικαιώματά τους.

Οι θέσεις της κυβέρνησης για τα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων στους ΟΤΑ είναι απαράδεκτες και απορριπτέες όχι μόνο από τα συνδικάτα και τους εργαζόμενους στους ΟΤΑ αλλά από το σύνολο του συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας μας.

Η στόχευση της κυβερνητικής πολιτικής αποσκοπεί στην ιδιωτικοποίηση και στην παράδοση σε ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα της καθαριότητας και άλλων τομέων των ΟΤΑ.

Η ΠΕΝΕΝ στηρίζει με όλες τις δυνάμεις της τον δίκαιο αγώνα των εργαζομένων στους ΟΤΑ και απαιτεί από την κυβέρνηση την ικανοποίηση των αιτημάτων τους.

Καλούμε τις δημοτικές αρχές στην Α΄ και Β΄ Περιφέρεια των Δήμων του Πειραιά να μην προχωρήσουν σε καμιά απόλυση συμβασιούχου εργαζόμενου.

Απευθύνουμε αγωνιστικό κάλεσμα σε όλα τα εργατικά Σωματεία του Πειραιά και ευρύτερα στους κοινωνικούς φορείς της πόλης να συνταχθούν και να στηρίξουν τον αγώνα των εργαζομένων στους ΟΤΑ για την μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων τόσο στην καθαριότητα όσο και σε άλλες υπηρεσίες και δομές (Βοήθεια στο σπίτι – Κ.Δ.Α.Π – παιδικοί σταθμοί κ.λπ).

Το Δ.Σ της ΠΕΝΕΝ

cosco-peiraias.jpg

Το παιχνίδι της «υπομονής» παίζουν η νέα διοίκηση του ΟΛΠ ΟΛΠ με τους εργαζόμενους, προκειμένου να διαμορφωθεί η νέα εποχή για τα εργασιακά δεδομένα στο μεγάλο λιμάνι.

Ο νέος μεγαλομέτοχος του ΟΛΠ, η Cosco, θέλει να πετύχει τρεις στρατηγικής σημασίας στόχους: να ρίξει το εργατικό κόστος από το 55% περίπου του τζίρου που είναι σήμερα, να αλλάξει τον κανονισμό εργασίας προκειμένου να εξασφαλίσει μεγαλύτερες αποδόσεις, αλλά και να κρατήσει σε καλό επίπεδο τις σχέσεις με τους εργαζόμενους, να έχει δηλαδή εργασιακή ειρήνη.

Οι διαφορές ανάμεσα στις δύο πλευρές παραμένουν μεγάλες σε όλα τα επίπεδα και σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, αν δεν αλλάξει κάτι τους επόμενους μήνες είναι πολύ πιθανό η υπόθεση να καταλήξει στη διαιτησία, προκειμένου να διατηρηθεί η εργασιακή ειρήνη. Σημειώνεται, πάντως, ότι η μείωση του κόστους σε όλα τα επίπεδα, αποτελεί κεντρική απόφαση της διοίκησης του ΟΛΠ. Καταβάλλεται εντατική προσπάθεια να πειστούν συνεργάτες, χρήστες αλλά και διάφοροι εργολάβοι με τους οποίους συνεργάζεται ο ΟΛΠ να δώσουν μεγάλες εκπτώσεις στις χρεώσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει ζητηθεί κάτι ανάλογο ακόμα και για εργασίες που ολοκληρώνονται εντός ολίγου ή έχουν ήδη ολοκληρωθεί.

Τα μισθολόγια

Η νέα διοίκηση του ΟΛΠ, που εκπροσωπεί τον κινεζικό όμιλο Cosco, σε καμία περίπτωση δεν επιθυμεί να μειώσει τα υπάρχοντα μισθολόγια. Προκειμένου να πετύχει όμως τη μείωση του κόστους προσπαθεί να πείσει μια μερίδα εργαζομένων που είναι κοντά στη σύνταξη να φύγουν με εθελούσια. Μέχρι στιγμής όμως το ποσό που καταβάλλει θεωρείται μικρό ως «πριμ» εξόδου και δεν έχει βρει ανταπόκριση (περίπου 4.500 ευρώ τον χρόνο).

Αλλά και οι μετατάξεις, μια δυνατότητα που είχε δεσμευτεί η κυβέρνηση να προσφέρει στους εργαζόμενους που θα ήθελαν να αφήσουν τον ιδιωτικό πλέον ΟΛΠ, δεν έχουν ξεκινήσει ακόμα.

Το υπουργείο Ναυτιλίας, πάντως, διαβεβαιώνει ότι θα ξεκινήσουν πολύ σύντομα. Η επιτυχία του μέτρου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από τα μισθολόγια με τα οποία θα αμείβονται στις νέες υπηρεσίες όσοι επιλέξουν να μεταταχθούν. Σε περίπτωση που οι δύο δράσεις βρουν ανταπόκριση τελικά, στον Οργανισμό θεωρούν ότι θα μειώσουν σημαντικά το κόστος. 

Τα δώρα

Η μετάλλαξη του ΟΛΠ από δημόσια σε ιδιωτική εταιρεία αλλάζει τα δεδομένα και σε ό,τι αφορά τα δώρα Χριστουγέννων - Πάσχα και το επίδομα άδειας. Με το παλαιότερο σύστημα, η καταβολή του 13ου και του 14ου μισθού είχε καταργηθεί, όπως έγινε σε όλο το δημόσιο τομέα, αλλά με την αλλαγή των δεδομένων οι εργαζόμενοι έχουν ζητήσει να τους καταβληθούν ξανά. Η πρόταση του ΟΛΠ για τη νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, σύμφωνα με τις πληροφορίες της «Ν», είναι να διατηρηθούν οι αμοιβές στα ίδια επίπεδα με τα προηγούμενα χρόνια, αλλά να περιλαμβάνουν και τα δώρα. Πρόταση που ακόμα δεν έχει γίνει δεκτή.
Το θέμα των δώρων έχει γίνει περισσότερο περίπλοκο εξαιτίας της απόφασης κάποιων εργαζομένων να διεκδικήσουν αποζημιώσεις για τα δώρα που δεν τους έχουν καταβληθεί τα προηγούμενα χρόνια. Υποστηρίζουν ότι ποτέ ο ΟΛΠ δεν ήταν δημόσια εταιρεία.

Νομικοί κύκλοι σημειώνουν ότι σε άλλες περιπτώσεις ανώνυμων εταιρειών που είχαν υπαχθεί στο καθεστώς κατάργησης των δώρων, οι εργαζόμενοι κατέθεσαν προσφυγές και τις κέρδισαν.

Υπολογίζεται ότι αν χρειαστεί να επιστραφούν τα δώρα για όλους τους εργαζόμενους του ΟΛΠ από το 2010 και μετά, θα βγουν από το ταμείο περίπου 100 εκατ. ευρώ, ποσό αντίστοιχο με τον ετήσιο τζίρο της εταιρείας ή το κόστος μισθοδοσίας δύο ετών.

Κατάργηση κανονισμών

Η διοίκηση του ΟΛΠ κινείται και για τις αλλαγές στον κανονισμό εργασίας. Έχει προτείνει, μεταξύ άλλων, την κατάργηση όλων των ειδικών κανονισμών. Έτσι, για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι στο car terminal αν βγάλουν περισσότερα από 35 αυτοκίνητα την ημέρα λαμβάνουν μπόνους. Η νέα διοίκηση έχει προτείνει την κατάργηση του κανονισμού αυτού και θεωρεί ότι πρέπει να ανέβει το όριο υποχρεωτικών κινήσεων, γεγονός που έχει προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις.

Του Αντώνη Τσιμπλάκη
Πηγή: naftemporiki.gr

Σελίδα 3734 από 4478
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή