Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Η «μεγάλη δημοκρατική παράταξη»:Από τον βενιζελισμό στη σύγχρονη Κεντροαριστερά

του Γιώργου Αλεξάτου
«Από τα χρόνια του Βενιζέλου, του συντοπίτη σας, μην το ξεχνάμε, υπήρχαν δύο παρατάξεις. Σήμερα από τη μία είναι η συντηρητική παράταξη που εκπροσωπεί το παλιό σύστημα και από την άλλη η ελπίδα της δημοκρατικής παράταξης».
Αυτή η σχετικά πρόσφατη δήλωση του Αλέξη Τσίπρα στα Σφακιά, στις 21 Οκτωβρίου, που ακολούθησε άλλη ανάλογη, λίγο παλιότερη, κατά την προεκλογική ομιλία του στο Ηράκλειο, εντάσσεται, βέβαια, στην τυπική και χαρακτηριστική πολιτικάντικη προσπάθεια προσέγγισης ψηφοφόρων μέσω του εκθειασμού του τοπικισμού τους. Μόνο που δεν περιορίζεται σ’ αυτήν, καθώς αποσκοπεί στην ιδεολογική νομιμοποίηση της απόπειρας του ΣΥΡΙΖΑ να αναγνωριστεί ως ο κληρονόμος και εκφραστής της «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης», όπως αυτή καταγράφηκε ιστορικά κατά τον 20ό αιώνα, από τις πολιτικές εκφράσεις του βενιζελισμού, του μεταπολεμικού Κέντρου και του μεταδικτατορικού ΠΑΣΟΚ.
Η απόπειρα αυτή, που συνοδεύεται από τη δρομολόγηση της ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ, με την ευρύτατη ένταξη πολιτικών παραγόντων προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ και κυρίως από την εκσυγχρονιστική πτέρυγα που κυριάρχησε σ’ αυτό στα μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου χρόνια των Κώστα Σημίτη, Γιώργου Παπανδρέου και Ευάγγελου Βενιζέλου, συνιστά την οριστική ρήξη με την Αριστερά. Με το «αριστεροχώρι», όπως χαρακτηρίστηκε υποτιμητικά από τον ίδιο τον Τσίπρα, ήδη από τότε που το παραδοσιακό 3-5% του Συνασπισμού έτεινε να υπερκαλυφθεί από το 35% που ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ σε κυβερνητικό κόμμα εξουσίας.
Έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η ραγδαία διεύρυνση της εκλογικής επιρροής του από το 2012 και μετά, συντελέστηκε με τη μετατόπιση της μεγάλης πλειονότητας των παραδοσιακών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επικυρώνει την εδώ και χρόνια σταθερή δική της μετατόπιση στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς, έτσι όπως αυτός διαμορφώθηκε στις ιδιαίτερες ελληνικές ιστορικές συνθήκες, ως μετεξέλιξη του χώρου του Κέντρου, με αφετηρία τον βενιζελισμό.
Η αναφορά στη «μεγάλη δημοκρατική παράταξη», που εμφανίζεται να αντιπαρατίθεται διαχρονικά στον συντηρητισμό, συνιστά, πρώτα απ’ όλα, παραγνώριση της ελληνικής πραγματικότητας του 20ού αιώνα, που διαπερνάται, κυρίως, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1920 και εντεύθεν, από την έκφραση σε κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, της αντιπαράθεσης ταξικών συμφερόντων, με τη διαμόρφωση δύο αντιμαχόμενων πόλων: του αστικού και του εργατικού-λαϊκού. Και συγκεκριμένα ιδεολογικοπολιτικά, των αστικών δυνάμεων και της Αριστεράς.
Αν ο βενιζελισμός εξέφρασε κατά τη δεκαετία του 1910 και τον Μεσοπόλεμο τα δυναμικά τμήματα της αστικής τάξης, που ενδιαφέρονταν για τον αστικό εκσυγχρονισμό και (μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή) την εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους, ώστε να καταστεί το ελληνικό κεφάλαιο κυρίαρχη δύναμη στον ευρύτερο χώρο της ανατολικής Μεσογείου, η αντιπαράθεσή του με τον αντιβενιζελισμό συνιστά αντίθεση στο εσωτερικό του αστισμού, ανάμεσα σε διαφορετικές στρατηγικές και τακτικές πολιτικές επιλογές.
Εντούτοις, η αντίθεση αυτή διεξάγεται στο φόντο της ταξικής αντιπαράθεσης, καθώς έχει εμφανιστεί, πλέον, και στην Ελλάδα ένα δυναμικό εργατικό κίνημα, που τείνει να ηγεμονεύσει σ’ ένα ευρύτερο κίνημα των κυριαρχούμενων λαϊκών τάξεων. Πολιτική έκφραση αυτής της διαδικασίας αναδείχθηκε η Αριστερά, με κορμό –για μια σειρά λόγους, που δεν υπάρχει δυνατότητα να εκτεθούν στο πλαίσιο αυτού του κειμένου- το ΚΚΕ.
Η σχέση του νεαρού σοσιαλιστικού κινήματος της χώρας μας με τη δυναμική πτέρυγα του αστισμού, τον βενιζελισμό, είχε εκφραστεί ήδη από τα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε που παλαιότεροι εκφραστές του, όπως ο Σκληρός, ο Δρακούλης, ο Γιαννιός, οι «κοινωνιολόγοι» κ.ά., τάχθηκαν υπέρ της πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας. Προσηλωμένοι σε μια οικονομίστικη και γραμμική-εξελικτική αντίληψη της ιστορικής διαδικασίας (χαρακτηριστική και του μαρξισμού της Β΄ Διεθνούς), θεωρούσαν ότι την εδαφική επέκταση θα την ακολουθούσε η ραγδαία καπιταλιστική ανάπτυξη, άρα και η δημιουργία όρων για ένα ισχυρό σοσιαλιστικό κίνημα, καθώς και των υλικών προϋποθέσεων για τον σοσιαλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό.
Η τοποθέτηση αυτή τους έφερε σε αντιπαράθεση με τις νέες δυνάμεις του κινήματος που αντιτάχθηκαν στους βενιζελικούς πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς. Ήταν αυτές οι νέες δυνάμεις που συγκρότησαν στη συνέχεια, το 1918, το ΣΕΚΕ, το μετέπειτα ΚΚΕ, ενώ οι παλαιότεροι σοσιαλιστές είτε αφομοιώθηκαν από τον βενιζελισμό είτε περιθωριοποιήθηκαν.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυναμικών τμημάτων του αστισμού, που συνέχισε να εκφράζει ο βενιζελισμός, και των πιο συντηρητικών τμημάτων του, που εξέφραζε η αντιβενιζελική παράταξη, διεξάγεται στα χρόνια του Μεσοπολέμου στο φόντο της κύριας αντίθεσης μεταξύ της αστικής τάξης και των κυριαρχούμενων λαϊκών τάξεων, με την εργατική να διεκδικεί και να κατακτά, τουλάχιστον στα 1932-36, την ηγεμονία στον άτυπο λαϊκό κοινωνικό συνασπισμό. Από την άποψη αυτή, η αντίθεση στους κόλπους του αστισμού ήταν αντίθεση δευτερεύουσα.
Αποφεύγοντας μια εκτενή αναφορά στα χαρακτηριστικά της «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης» εκείνων των χρόνων, νομίζω πως αρκεί να αναφέρουμε τα καθεστώτα έκτακτης ανάγκης των Πλαστήρα-Γονατά στα 1922-23 και του Πάγκαλου στα 1925-26, το ασφυκτικό αντιδημοκρατικό-αντικομμουνιστικό θεσμικό πλαίσιο που επέβαλε η κυβέρνηση Βενιζέλου με το Ιδιώνυμο και την ίδρυση της Ειδικής Ασφάλειας το 1929, τις δολοφονίες δεκάδων εργαζομένων σε κινητοποιήσεις στα 1923-33, τη θεσμοθέτηση των εξοριών, τις απόπειρες επιβολής νέων στρατιωτικών καθεστώτων έκτακτης ανάγκης στα 1933 και ’35, τη στήριξη από κοινού με τους αντιβενιζελικούς της κυβέρνησης Μεταξά τον Απρίλιο 1936 κ.ά.
Η Μεγάλη Δεκαετία του 1940, κατά την οποία η κοινωνική-ταξική αντιπαράθεση –ανεξαρτήτως προθέσεων πολιτικών φορέων- προσέλαβε χαρακτηριστικά αντιπαράθεσης για την εξουσία, είναι η περίοδος κατά την οποία οι όποιες αντιθέσεις ανάμεσα στις δύο αστικές πολιτικές παρατάξεις (αντιβενιζελική, που διαμορφώνεται ως Δεξιά, και βενιζελική, που μορφοποιείται στο Κέντρο) υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη της από κοινού αντιμετώπισης της αμφισβήτησης της αστικής ταξικής πολιτικής κυριαρχίας.
Είναι γνωστή τόσο η απροθυμία των αστικών πολιτικών δυνάμεων να συμμετάσχουν στην Εθνική Αντίσταση όσο και η συνεργασία πολιτικών παραγόντων και των δύο αστικών παρατάξεων με τους κατακτητές. Μπορεί, π.χ., ο κατοχικός πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης που ίδρυσε τα Τάγματα Ασφαλείας να ήταν αντιβενιζελικός, αλλά οι εμπνευστές τους, Πάγκαλος και Γονατάς, ήταν βενιζελικοί. Όπως και οι προερχόμενοι από τον ΕΔΕΣ πρώτοι αξιωματικοί που βρέθηκαν επικεφαλής τους. Άλλωστε, βενιζελικής προέλευσης ήταν και οι οπλαρχηγοί της διαβόητης ΠΑΟ που έδρασε στη Μακεδονία.
Κι αν αυτοί έμειναν στην ιστορία με το στίγμα του δωσιλογισμού, ήταν πολλοί εκείνοι που ξεπλύθηκαν στη συνέχεια και ανάμεσά τους ο ίδιος ο ηγέτης, τότε, του Κόμματος των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλής Σοφούλης, ο οποίος, με το πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του που δημοσίευσαν οι ελεγχόμενες από τους κατακτητές εφημερίδες στις 2 Ιανουαρίου 1944 κατακεραύνωνε την ένοπλη Εθνική Αντίσταση. Ο ίδιος διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Πλυτζανόπουλο, τον επικεφαλής των ταγματασφαλιτών στο Μπλόκο της Κοκκινιάς, ενώ αργότερα υπερασπίστηκε την αναγκαιότητα των Ταγμάτων Ασφαλείας για την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου και ως μάρτυρας «κατηγορίας» στη δίκη του Ράλλη.
Ο Σοφούλης θα είναι ο πρωθυπουργός των κυβερνήσεων συνεργασίας Κέντρου και Δεξιάς κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, ενώ στην αντιπαράθεση με τον ΕΛΑΣ και τον αθηναϊκό λαό τον Δεκέμβρη του ’44 επικεφαλής του αστισμού ήταν ο επίσης βενιζελικής προέλευσης και αρχηγός του… Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, Γεώργιος Παπανδρέου, που τον διαδέχθηκε ο στρατηγός Πλαστήρας.
Είναι γνωστό ότι με τις κυβερνήσεις του Κέντρου στα 1950-52 εντάχθηκε η Ελλάδα στο ΝΑΤΟ, ψηφίστηκε το Σύνταγμα που επικύρωνε το καθεστώς που επιβλήθηκε με τη νίκη του αστισμού στον Εμφύλιο, εκτελέστηκαν δεκάδες αγωνιστές της Αριστεράς (από τον Νικηφορίδη μέχρι τον Μπελογιάννη και τους συντρόφους του), στάλθηκε εκστρατευτικό σώμα στην Κορέα, αποδοκιμάστηκε ο αγώνας του κυπριακού λαού κατά της βρετανικής αποικιοκρατίας κ.λπ.
Όπως είναι γνωστός και ο εκλογικός εκβιασμός της Αριστεράς από τον Πλαστήρα το 1952, όταν μετά απ’ όλα αυτά και έχοντας δρομολογήσει εκλογές με πλειοψηφικό σύστημα, απαίτησε να μη συμμετάσχει η ίδια και να καλέσει σε υπερψήφιση του Κέντρου για… να μη βγει η Δεξιά του Παπάγου!
Έκτοτε, ο εκβιασμός αυτός προς την Αριστερά θα είναι σταθερός, όποια μορφή κι αν έχει πάρει η «μεγάλη δημοκρατική παράταξη». Είτε ως Ένωση Κέντρου προδικτατορικά είτε ως ΠΑΣΟΚ μεταδικτατορικά είτε ως ΣΥΡΙΖΑ σήμερα. Με τη σταθερή αξίωση να πάψει η Αριστερά να υπάρχει ως αυτοτελής και διακριτή πολιτική δύναμη και να μετατραπεί σε στήριγμα της «προοδευτικής» και «δημοκρατικής» πτέρυγας του αστικού πολιτικού κόσμου.
Πρόκειται για διαχρονική αξίωση της «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης» που οραματίζεται ένα πολιτικό τοπίο ανάλογο μ’ αυτό χωρών όπως οι ΗΠΑ ή η Βρετανία, στο οποίο δεν έχει θέσει η Αριστερά ως αυθύπαρκτη πολιτική δύναμη με ιδιαίτερη κοινοβουλευτική-πολιτική εκπροσώπηση.
Κάτι που σχεδόν επί έναν αιώνα δεν πέρασε στην Ελλάδα. Και που η Αριστερά, παρά την πολυδιάσπαση και την κρίση της, δεν θα μπορούσε να επιτρέψει να συμβεί ούτε και τώρα. Ακριβώς γιατί όποιες κι αν είναι οι επιμέρους υπαρκτές και σε κάποιες ιστορικές συγκυρίες ακόμη και σημαντικές, διαφορές ανάμεσα στις αντιμαχόμενες δυνάμεις του αστικού πολιτικού κόσμου, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι αυτές κινούνται στο ίδιο πλαίσιο της εξυπηρέτησης των στρατηγικών συμφερόντων της αστικής ταξικής κυριαρχίας. Σε αντιδιαστολή και αντιπαράθεση με τα συμφέροντα των εργαζόμενων λαϊκών τάξεων, τα οποία καλείται να εκπροσωπήσει η Αριστερά.
πηγη: kommon.gr
Όλοι Χάγη…

‘Οταν η προοπτική της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο... γίνεται «trend» - Το μεγάλο ερώτημα είναι το ...γιατί!
Ξαφνικά όλοι έγιναν … «πάμε Χάγη»! Η προοπτική – όσο μακρινή κι αν είναι – της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χαγης μοιάζει για το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού φάσματος η απάντηση στα προβλήματα Ελλάδας και Τουρκίας. Ιδίως μετά τις τελευταίες εξελίξεις με την συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης.
Η όλη συζήτηση ξεκίνησε από το άρθρο του Κώστα Σημίτη στην εφημερίδα «Τα Νέα» και συνεχίζεται με τις δηλώσεις υπέρ της παραπομπής στο συγκεκριμένο διεθνές δικαστήριο της Ντόρας Μπακογιάννη, του Δημήτρη Παπαδημούλη και του Ευάγγελου Βενιζέλου.
Η θέση αυτή, φυσικά, περί προσφυγής, είναι γνωστή από καιρό και έχει υποστηριχθεί από πολύ περισσότερους. Επικαιροποιείται όμως σήμερα, ως απάντηση στο «στρατηγικού χαρακτήρα» ερώτημα του «πού θα πάει αυτή η κατάσταση με την Τουρκία». Σχεδόν εν χορώ. Το μεγάλο ερώτημα είναι το …γιατί!
Ας δούμε όμως λίγο τα τελευταία δεδομένα:
‘Εκτός από το άρθρο του Κώστα Σημίτη, που μιλούσε για χαμένες ευκαιρίες επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών είχαμε επίσης:
Την δήλωση της πρώην υπουργού Εξωτερικών, Ντόρας Μπακογιάννη που είπε ότι τάσσεται υπέρ της σύναψης ενός συνυποσχετικού με την Τουρκία για να συμφωνηθεί μια πορεία προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Επιχειρηματολόγησε μάλιστα ως εξής:
«Σε περίπτωση υπογραφής συνυποσχετικού και προσφυγής στη Χάγη, δημιουργείται ένα σημαντικό προηγούμενο, δεδομένου ότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Θα είναι σημαντική νίκη και εργαλείο για τη διευθέτηση πιθανών μελλοντικών διαφορών, η – έστω και συγκυριακή – αναγνώριση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου από την Τουρκία». Πρόσθεσε πως αν υπογραφεί το συνυποσχετικό «θα σήμαινε de facto και de jure ότι η Τουρκία, αποδεχόμενη την δικαιοδοσία της Χάγης, αποδέχεται και έμμεσα την Σύμβαση του Montego Bay του 1982. Το δικαστήριο της Χάγης, στην λήψη αποφάσεων, εφαρμόζει τόσο το γραπτό συμβατικό διεθνές δίκαιο όσο και το εθιμικό δίκαιο. Τόσο η διεθνής νομολογία, όσο και νομολογία του συγκεκριμένου δικαστηρίου αναγνωρίζουν ότι η Σύμβαση του Montego Bay αποκρυσταλλώνει διεθνές εθιμικό δίκαιο, που δεσμεύει όλα τα κράτη, ανεξαρτήτως εάν έχουν προσχωρήσει σε αυτή ή όχι. Το περιεχόμενο αυτού του κειμένου αναφοράς εφαρμόζεται από όλα τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Έτσι, λοιπόν, η μέχρι τώρα αδυναμία της Ελλάδας να δεσμεύσει την Τουρκία σε πολιτικό διμερές επίπεδο σε μια διαπραγμάτευση βάσει των αρχών του διεθνούς δικαίου, θα επιτευχθεί μέσω της Χάγης»
Την ίδια μέρα ο επικεφαλής της ευρω-ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρης Παπαδημούλης σημείωσε ότι είναι και αυτός υπέρ της εθνικής συνεννόησης για να υπογραφεί συνυποσχετικό. Σημείωσε μάλιστα πως
«δεν είναι καθόλου εύκολο και θεωρώ αρκετά πιθανό να μη δεχθεί η τουρκική ηγεσία την υπογραφή ενός συνυποσχετικού, με δεδομένο ότι το διεθνές δίκαιο και του δίκαιο της θάλασσας, αλλά και όλοι οι μεγάλοι «παίκτες» στη διεθνή σκηνή λένε ότι και τα νησιά -και σωστά- έχουν υφαλοκρηπίδα. Στο παρελθόν, επί Κων/νου Καραμανλή, η Τουρκία είχε αρχικά πει «ναι» στην πρόταση ενός συνυποσχετικού και έκανε πίσω. Επομένως στο θέμα αυτό χρειάζεται σοβαρή προετοιμασία και εθνική στρατηγική. Είναι ένα θέμα που απαιτεί προσεκτικούς χειρισμούς, τη μεγαλύτερη δυνατή συνεργασία μεταξύ κυβέρνησης κι αντιπολίτευσης, ιδίως της αξιωματικής, ώστε να πετύχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Ακόμη κι αν, πράγμα πολύ πιθανό, δεν δεχθεί μια τέτοια προοπτική και πρόταση η τουρκική ηγεσία, αυτό θα προσθέσει και πόντους και συμμαχίες στην ελληνική πλευρά. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω ότι η αναβλητικότητα διευκολύνει τα σχέδια του Ερντογάν».
Επίσης ο Ευάγγελος Βενιζέλος δήλωσε πως
«εφόσον πυλώνας της πολιτικής μας είναι ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου και πάγια θέση μας η οριοθέτηση εντέλει με προσφυγή ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης με υπογραφή συνυποσχετικού, πρέπει να επικαιροποιήσουμε και να ενεργοποιήσουμε τις προτάσεις μας δηλώνοντας εκ προοιμίου τη βούληση μας να σεβαστούμε την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης οι τάσεις της νομολογίας του οποίου είναι γνωστές αλλά κάθε υπόθεση έχει τα δικά της χαρακτηριστικά».
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος πάντως όταν ρωτήθηκε για το τι πιθανολογεί πως θα αποφασίσει ένα τέτοιο διεθνές δικαστήριο είπε πως η νομολογία που υπάρχει διαμορφώνεται εκτός από τις αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και από τις αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου του Βερολίνου και από τα ad hoc Διεθνή Δικαστήρια. Εκτίμησε ότι σε πρώτη φράση το θέμα επιλύεται … «γεωμετρικά», δηλαδή το δικαστήριο βγάζει μια προσωρινή (πόσο προσωρινή άραγε;) λύση ίσων αποστάσεων σε σχέση με τις διεκδικήσεις και στην συνέχεια προσαρμόζει την απόφασή του στις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής και κάθε διένεξης.
Σε αυτά αξίζει να συνυπολογίσει κανείς ότι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης λειτουργεί υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών που το ίδρυσαν μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και αποτελείται από 15 μέλη. Προϋπόθεση για να φτάσει εκεί μία υπόθεση είναι τα μέρη που εμπλέκονται να αναγνωρίζουν την δικαιοδοσία του δικαστηρίου, πράγμα που ισχύει για την Ελλάδα και όχι για την Τουρκία. Εξ ου και απαιτείται σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω η ύπαρξη συνυποσχετικού.
Η κυβέρνηση μέχρι στιγμής επισήμως δεν αναφέρεται στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης. Όταν πρόσφατα ρωτήθηκε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Στέλιος Πέτσας απάντησε γενικόλογα μιλώντας για την άρνηση της Τουρκίας να κάνει ουσιαστικό διάλογο με βάση το διεθνές δίκαιο. Όμως είναι βέβαιο ότι μια τόσο μεγάλου πολιτικού εύρους συζήτηση σημαίνει ότι υπάρχουν σχετικές ζυμώσεις και συζητήσεις στο εσωτερικό των κομμάτων. Δεν αποκλείεται μάλιστα αυτή να ενταθεί και να κυριαρχήσει στον πολιτικό διάλογο.
Αν αυτό συμβεί θα υπάρξουν σειρά επιχειρημάτων και αντεπιχειρημάτων. Τακτικές εξωτερικής πολιτικής θα απλωθούν από ειδήμονες και μη με γνώμονα το να υπάρξει πρόοδος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Έχει,όμως, διαφανεί ποια θέματα θα μείνουν έξω από αυτό τον διάλογο:
- Τα πραγματικά κίνητρα της όποιας διπλωματικής κινητικότητας από την πλευρά της Ελλάδας αλλά και της Τουρκίας, αυτά δηλαδή που σχετίζονται με την όξυνση των ανταγωνισμών για τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής, από τις οποίες θα επωφεληθούν – με τον έναν ή τον άλλο τρόπο – τα πολυεθνικά εταιρικά σχήματα που εμπλέκονται στις συμφωνίες για την εκμετάλλευσή τους. Ενδεικτικό είναι πως μένει απροσδιόριστο ποια ζητήματα πρέπει – σύμφωνα με αυτούς που υποστηρίζουν τη λύση αυτή – να φθάσουν στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης.
- Ο ρόλος του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δύο θεσμών που έχουν περίτρανα αποδείξει πως, με εξαίρεση ορισμένες δηλώσεις κατά καιρούς, ουδόλως νοιάζονται για τα ζητήματα των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας. Το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος γίνονται αντιληπτά ως ένας στρατιωτικός και επιχειρηματικός χώρος που τον πρώτο λόγο έχουν τα ανάλογα συμφέροντα (στρατιωτικά – επιχειρηματικά) που συνήθως διαπλέκονται σε ενιαία και αδιαίρετα σχήματα.
- Οι σχέσεις των λαών των δύο χωρών που δεν φαίνεται να έχουν κάποιο … ειδικό βάρος σε αυτή την υπόθεση. Αντιθέτως οφείλουν να ακούν τους «ειδικούς» και τις πολιτικές ηγεσίες. Πρέπει μάλιστα να είναι ευχαριστημένοι εάν και εφόσον δεν εμπλακούν σε «περιπέτειες», κάτι όμως που ποτέ δεν πρέπει να αποκλειστεί και ως εκ τούτου οφείλουν να βρίσκονται σε μόνιμη διαθεσιμότητα…
Είναι άγνωστο που θα καταλήξει τελικά αυτή η ιστορία. Κανείς οιωνός όμως δεν υπάρχει για μία θετική εξέλιξη των πραγμάτων με γνώμονα το συμφέρον των λαών της περιοχής. Περισσότερο επιτάχυνση εξελίξεων θυμίζει το πράγμα…
πηγη: imerodromos.gr
Οι Κινέζοι σαρώνουν τα ακίνητα

Μικρές Chinatown στο κέντρο του Λεκανοπεδίου και στην Αθηναϊκή Ριβιέρα έχουν δημιουργήσει οι Κινέζοι, οι οποίοι εξακολουθούν να πρωταγωνιστούν στην αγορά των ακινήτων.
Συστήνουν ΙΚΕ με έναν έως τρεις μετόχους, αγοράζουν διαμερίσματα μικρής ή μεγάλης αξίας ανάλογα με τα κεφάλαια που διαθέτουν και στη συνέχεια τα πωλούν σε συμπατριώτες τους που ενδιαφέρονται να αποκτήσουν τη χρυσή βίζα.
Χιλιάδες διαμερίσματα, ακόμη και ολόκληρες πολυκατοικίες, έχουν περάσει στα χέρια κινέζων ιδιοκτητών, καθώς από τις αρχές του έτους σχεδόν 2.000 πολίτες από τη Χώρα του Δράκου κυνήγησαν και πήραν τη χρυσή βίζα αγοράζοντας ακίνητα αξίας άνω των 250.000 ευρώ ο καθένας. Πολλοί δεν περιορίζονται στην αγορά κάποιου διαμερίσματος για να αποκτήσουν την πολυπόθητη Golden Visa, αλλά κάνουν μπίζνες στο ελληνικό real estate, στο οποίο βλέπουν επενδυτικές ευκαιρίες που προσφέρουν υπεραξίες και αποδόσεις. Σε χρόνο-ρεκόρ στήνουν τις δικές τους ΙΚΕ και δραστηριοποιούνται στις αγοραπωλησίες ακινήτων ή συνεργάζονται με έλληνες μεσίτες τους οποίους φέρνουν σε επαφή με συμπατριώτες τους που θέλουν να αποκτήσουν τη χρυσή βίζα. Με τις τιμές των ακινήτων στο Πεκίνο και στη Σαγκάη να βρίσκονται στα ύψη, «οι Κινέζοι που επενδύουν στην κτηματαγορά της Ελλάδας βλέπουν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα τις επενδύσεις τους να είναι ήδη κερδοφόρες. Ιδιαίτερα όσοι επένδυσαν στο κέντρο της Αθήνας, όπου οι τιμές σε πολλές περιπτώσεις έχουν αυξηθεί ακόμη και 30% τα τελευταία δύο χρόνια» μας λέει ο Θεμιστοκλής Μπάκας, πρόεδρος Πανελλαδικού Δικτύου Κτηματομεσιτών E-Real Estates.
Οι Κινέζοι έχουν μπει εδώ και καιρό για τα καλά στο εγχώριο real estate κάνοντας χρυσές δουλειές με το πρόγραμμα της Golden Visa. Δεν περιορίζονται όμως πια στην αγορά ακινήτων με το «χρυσό» διαβατήριο. Κάνουν μπίζνες καθώς συστήνουν ΙΚΕ, αγοράζουν και μεταπωλούν ακίνητα σε συμπατριώτες τους που ενδιαφέρονται να αποκτήσουν τη χρυσή βίζα. «Συνήθως σε φουσκωμένες τιμές» όπως αναφέρουν άνθρωποι της αγοράς. «Οι εταιρείες αυτές έχουν έλληνα διαχειριστή, ο οποίος γνωρίζει την αγορά των ακινήτων και έρχεται σε επαφή με τους έλληνες ιδιοκτήτες που πωλούν τα ακίνητά τους» σημειώνει στα «ΝΕΑ» ο Λευτέρης Ποταμιάνος, πρόεδρος του Συλλόγου Μεσιτών Αθηνών-Αττικής.
Θέλουν θάλασσα
Συνήθως οι Κινέζοι διαθέτουν το ποσό των 250.000 ευρώ για την αγορά κάποιου ακινήτου που αποτελεί το ελάχιστο ποσό για την απόκτηση την άδειας διαμονής. Στοχεύουν κυρίως σε ακίνητα που μπορούν άμεσα να εγγραφούν σε πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης ώστε να εκμεταλλεύονται το διαμέρισμα το διάστημα που δεν διαμένουν στην Ελλάδα. Οσοι διαμένουν λίγους μήνες τον χρόνο στη χώρα μας επιλέγουν τις περιοχές της Αθηναϊκής Ριβιέρας (Π. Φάληρο, Γλυφάδα, Βούλα) καθώς θέλουν το ακίνητό τους να βρίσκεται κοντά στη θάλασσα. Αν πρόκειται για επένδυση, επικεντρώνονται στο κέντρο της Αθήνας αναζητώντας ακίνητα σε γειτονιές που πωλούνται έως 700 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο και χρίζουν ανακαίνισης. Υπάρχουν και οι εύποροι Κινέζοι για τους οποίους αποτελεί θέμα γοήτρου να διαθέτουν άδεια διαμονής σε μια χώρα της Ευρώπης αλλά και πολλοί καλλιτέχνες, κυρίως εικαστικοί, που προτιμούν την αγορά κατοικίας σε παραθαλάσσιες περιοχές της Αττικής.
Οι Κινέζοι, όπως μας εξηγεί ο Θεμιστοκλής Μπάκας, «στόχευσαν στην ελληνική κτηματαγορά διότι οι τιμές πώλησης των ακινήτων μειώθηκαν μεσοσταθμικά κατά 42,4% πανελλαδικά ενώ σε πολλές περιπτώσεις άγγιξαν και το 60 % κατά το διάστημα από το τρίτο τρίμηνο του 2008 μέχρι και το αντίστοιχο τρίμηνο του 2017».
Τα κινεζικά κόλπα
Οπως μας λέει ο ίδιος, «δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που κινεζικά μεσιτικά γραφεία, πρακτορεία και κατασκευαστικές εταιρείες αγοράζουν ακίνητα στην Ελλάδα πολύ χαμηλότερης αξίας από τις 250.000 ευρώ και τα μεταπουλούν σε ομοεθνείς τους στα 250.000 ευρώ κάνοντας απλά μια μικρή ανακαίνιση. Επίσης δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που ακίνητα αξίας 100.000 ευρώ – 150.000 ευρώ πουλήθηκαν απευθείας σε κινέζους αγοραστές στην τιμή των 250.000 ευρώ, με το επιπλέον τίμημα να το εισπράττει ο πωλητής, αλλά στη συνέχεια να κατατίθεται στον κινέζο διαμεσολαβητή ως αμοιβή».
Είναι γνωστό το κόλπο με τις υπερτιμολογήσεις ακινήτων που έχει στηθεί στην Ελλάδα. Οι εταιρείες που πωλούν ακίνητα σε Κινέζους συνήθως τα υπερτιμολογούν ακόμη και στο διπλάσιο, ώστε να καλύψουν το όριο των 250.000 ευρώ που απαιτείται για τη χορήγηση της χρυσής βίζας. Δηλαδή ακίνητα που προορίζονται για τους ξένους εμφανίζονται στα χαρτιά να πωλούνται σε μεγαλύτερη αξία από την πραγματική τους τιμή. Η διαφορά μεταξύ της πραγματικής τιμής πώλησης και αυτής που αποτυπώνεται στα συμβόλαια επιστρέφεται από τους πωλητές των ακινήτων και τη μοιράζονται οι μεσάζοντες, Ελληνες και ξένοι. Για παράδειγμα, διαμέρισμα πωλείται προς 150.000 ευρώ σε Κινέζο. Στο συμβόλαιο αναγράφεται το ποσό των 250.000 ευρώ που καταβάλλει ο Κινέζος στον πωλητή του ακινήτου. Ο φόρος πληρώνεται στις 250.000 ευρώ και έπειτα από λίγο καιρό η διαφορά των 100.000 ευρώ επιστρέφεται στο γραφείο που ανέλαβε να τρέξει όλη τη διαδικασία της αγοραπωλησίας.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, έως την 1η Δεκεμβρίου το ελληνικό κράτος είχε χορηγήσει χρυσή βίζα σε 6.044 επενδυτές τρίτων χωρών. Οι 4.129 από αυτούς ήταν Κινέζοι. Ακολουθούν με μεγάλη διαφορά και με τριψήφιο αριθμό (474) οι Τούρκοι ενώ στην τρίτη θέση βρίσκονται οι Ρώσοι.
Η Ελλάδα έχει ένα από τα πιο φθηνά πακέτα χρυσής βίζας στην Ευρώπη. Η Μάλτα θέτει όριο μεταξύ 275.000 – 320.000 ευρώ ανάλογα με την περιοχή αγοράς του ακινήτου, η Λετονία 250.000 ευρώ συν 5% κρατικό τέλος για αγορά ακινήτου αποκλειστικά στη Ρίγα, η Ισπανία από 500.000 ευρώ, η Κύπρος 300.000 ευρώ για αγορά μόνο νεόδμητων ακινήτων, η Πορτογαλία 350.000 ευρώ για αγορά ακινήτου εκτός Λισαβόνας ή 500.000 ευρώ για αγορά ακινήτου στη Λισαβόνα, η Ανδόρα 400.000 ευρώ, ενώ η Ιρλανδία 2.000.000 ευρώ.
πηγή: in.gr – Μαρία Βουργάνα - iskra.
Κατώτερη των προσδοκιών η σύνοδος του ΟΗΕ για το κλίμα

Χωρίς ουσιαστική συμφωνία παρά μόνο με αόριστες δεσμεύσεις ολοκληρώθηκαν σήμερα (Κυριακή) οι μαραθώνιες διεθνείς συζητήσεις για την κλιματική αλλαγή, στο πλαίσιο της διάσκεψης COP25, που διεξήχθη στη Μαδρίτη.
Οι χώρες-μεγαλύτεροι ρυπαντές έκλεισαν επί της ουσίας τα αυτιά τους στις εκκλήσεις για μεγαλύτερη προσπάθεια στη μάχη κατά της υπερθέρμανσης του πλανήτη και έτσι οι διαπραγματευτές άφησαν μερικά από τα πιο ακανθώδη ζητήματα για την επόμενη σύνοδο κορυφής για το κλίμα, που θα γίνει στη Γλασκόβη τον επόμενο χρόνο.
Δεν ήρθαν λοιπόν σε συμφωνία για τους κανόνες των διεθνών αγορών άνθρακα, αλλά ούτε για το πώς θα χρηματοδοτηθούν οι πιο φτωχές χώρες, προκειμένου να περιορίσουν τις καταστροφές που προκαλεί η κλιματική αλλαγή.
Η σημερινή αποτυχία έρχεται μετά και την προσθήκη δύο επιπλέον ημερών στις 12 ημέρες που προέβλεπε το πρόγραμμα συνομιλιών στη Μαδρίτη.
Στο τέλος της διάσκεψης οι αντιπρόσωποι περίπου 200 χωρών υιοθέτησαν ωστόσο μια διακήρυξη, ώστε να βοηθήσουν τις φτωχότερες χώρες που υποφέρουν από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, παρόλο δεν είχαν διαθέσει νέα κεφάλαια για να το πράξουν.
Η τελική διακήρυξη καλούσε σε «επείγουσα ανάγκη» για περικοπή των αερίων του θερμοκηπίου σε εναρμόνιση με τους στόχους που είχε θέσει η Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, το 2015.
Όμως κανείς δεν είδε στα κείμενα που εγκρίθηκαν σήμερα να αντανακλάται το αίτημα για ριζοσπαστικές και άμεσες ενέργειες, παρά τις εκκλήσεις εκατομμυρίων νέων που κατέβηκαν στους δρόμους πίσω από την Γκρέτα Τούνμπεργκ αλλά και τις δραματικές προειδοποιήσεις της επιστημονικής κοινότητας.
Σημειώνεται ότι η Συμφωνία του Παρισιού έθεσε τον στόχο να μην ανέβει η θερμοκρασία πάνω από 1,5 βαθμό Κελσίου. Μέχρι τώρα, ο πλανήτης κινείται σε μια αύξηση της τάξης των 3-4 βαθμών Κελσίου, με δυνητικά δραματικές συνέπειες για πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης της στάθμης της θάλασσας και ισχυρότερων καταιγίδων.
Απογοήτευση και θλίψη
Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, δήλωσε «απογοητευμένος» από το αποτέλεσμα της διάσκεψης. «Η διεθνής κοινότητα έχασε μια σημαντική ευκαιρία να επιδείξει μεγάλη φιλοδοξία στον μετριασμό και στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίση», είπε. «Δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε και δεν θα εγκαταλείψω», τόνισε ο επικεφαλής του ΟΗΕ.
«Είναι λυπηρό που δεν καταφέραμε να φτάσουμε σε μια τελική συμφωνία» για την αγορά άνθρακα, παραδέχθηκε η υπουργός Περιβάλλοντος της Χιλής και προεδρεύουσα της διάσκεψης, Καρολίνα Σμιντ.
«Οι κύριοι δρώντες από τους οποίους αναμενόταν πρόοδος δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες», δήλωσε η Λοράνς Τουμπιανά, αρχιτέκτονας της Συμφωνίας του Παρισιού, σημειώνοντας ωστόσο πως η συμμαχία των νησιωτικών ευρωπαϊκών, αφρικανικών και λατινοαμερικανικών χωρών επέτρεψε να «βγει το λιγότερο κακό δυνατό αποτέλεσμα, ενάντια στη βούληση των μεγάλων ρυπαντών».
Το πρώτο κείμενο που παρουσιάστηκε χθες από τη χιλιανή προεδρία προκάλεσε την οργή των χωρών αυτών, οδηγώντας σε έναν νέο γύρο διαπραγματεύσεων.
Όπως ήταν αναμενόμενο, σχεδόν καμία από τις μεγάλες χώρες-ρυπαντές δεν έκανε κάποια σημαντική ανακοίνωση για την αύξηση των στόχων της, ούτε έδωσε κάποια σαφή ένδειξη για μια τέτοια πρόθεση για το 2020. Προφανώς όχι οι Ηνωμένες Πολιτείες που εγκατέλειψαν τη Συμφωνία του Παρισιού τον περασμένο Νοέμβριο, αλλά ούτε και η Κίνα ή η Ινδία.
Οι δύο αυτές μεγάλες οικονομίες επιμένουν, προτού αναφερθούν στις δικές τους αναθεωρημένες δεσμεύσεις, στην ευθύνη των ανεπτυγμένων χωρών να κάνουν περισσότερα και να τηρήσουν την υπόσχεσή τους για οικονομική βοήθεια στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Ευρισκόμενες επίσης στο στόχαστρο των υπερασπιστών του περιβάλλοντος, η Σαουδική Αραβία, καθώς και η Βραζιλία και η Αυστραλία, που κατηγορούνται ότι θέλουν να εισαγάγουν όρους στους κανονισμούς για τις αγορές άνθρακα, η υιοθέτηση των οποίων αναβλήθηκε και πάλι.
Αν και ανάμεσα στους μεγάλους ρυπαντές, παρατηρητές υπογράμμισαν, αντίθετα, τον θετικό ρόλο της Ε.Ε. η οποία υποστήριξε αυτή την εβδομάδα στις Βρυξέλλες τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας μέχρι το 2020, παρά τις επιφυλάξεις της Πολωνίας.
πηγη: efsyn.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή