Σήμερα: 13/05/2026

maximin.jpg

Τα τελευταία χρόνια στα πλαίσια της αριστεράς αναπτύσσεται μια συζήτηση σχετικά με τα κομμουνιστικά προγράμματα και τις επιπτώσεις που είχε η υιοθέτηση καθενός από αυτά. Πιο ειδικά επικρατεί να θεωρείται ο διαχωρισμός του προγράμματος των κομμουνιστικών κομμάτων σε μίνιμουμ και μάξιμουμ ως πηγή όλων των δεινών για το κομμουνιστικό κίνημα, ως βάση για τη σταδιοποίηση της πάλης και της υποταγής των κομμουνιστικών κομμάτων στην αστική πολιτική.

Από την άλλη, η υιοθέτηση μεταβατικού προγράμματος θεωρείται ως η μόνη ορθή τακτική, πραγματική «σωτηρία», η βάση για την επιτυχία. Σε αυτή τη λογική προσχώρησε τα τελευταία χρόνια και η ηγεσία του ΚΚΕ και ως νεόκοπη είναι η πιο απόλυτη σε σημείο που δεν απορρίπτει μόνο το μίνιμουμ πρόγραμμα, αλλά συνολικά τη διαμόρφωση τακτικής.

Στο θέμα αυτό θα αφιερώσουμε ορισμένες σκέψεις.

Το μίνιμουμ πρόγραμμα των κομμουνιστικών κομμάτων ήταν το πρόγραμμα εκείνο που εμπεριείχε όλους τους στόχους για τους οποίους το κομμουνιστικό κόμμα και το εργατικό κίνημα αγωνίζονταν και που δεν ήταν αναγκαία η ανατροπή του καπιταλισμού για την υλοποίηση τους, τουλάχιστον ολοκληρωμένα. Ήταν ο αγώνας για την κατάκτηση όλων των δημοκρατικών προβλημάτων, των μη σοσιαλιστικών. Το μάξιμουμ πρόγραμμα ήταν το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάσταση και οικοδόμησης, η κοινωνία την οποία οι κομμουνιστές επιδίωκαν να διαμορφώσουν.

Το μεταβατικό πρόγραμμα είναι όλο εκείνο το πλαίσιο των στόχων και των τακτικών που οδηγούν στην κατάληψη της εξουσίας. Εξέφραζε τη διάθεση να συνδέσει σε μια ευθεία γραμμή χωρίς σταθμούς και φάσεις το τώρα με το σοσιαλισμό, τις σημερινές συνθήκες με την κατάκτηση της εξουσίας, μέσω της απόσπασης της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης από την αστική επιρροή και τη νίκη πάνω στην αστική τάξη και το κράτος της. Η έννοια «μεταβατικοί στόχοι» υπήρχε στην κομμουνιστική ορολογία και στην Κομμουνιστική Διεθνή ως συμπληρωματική, δίπλα στην κυρίαρχη ορολογία, στρατηγική- τακτική, μίνιμουμ πρόγραμμα- μάξιμουμ πρόγραμμα. Ας έχουμε υπόψη μας ότι στην εποχή της ίδρυσής της Κομμουνιστικής Διεθνούς και αργότερα αρχές της δεκαετίας του ’20 που χρησιμοποιήθηκε ο όρος, υπήρχαν επαναστατικές συνθήκες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και γενικά το κίνημα θεωρούσε πως θα βαδίσει άμεσα για την κατάληψη εξουσίας και ακριβώς αυτό το στοιχείο επιδρούσε στη χάραξη της τακτικής.

Ως όρος και συγκεκριμένη αντίληψη της τακτικής για την επανάσταση καθιερώθηκε με απόλυτο τρόπο του 1938 στο πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς. Οι συνθήκες της περιόδου, η μεγάλη οικονομική κρίση, η τεράστια ένταση των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων και των ανταγωνισμών και ότι ο κόσμος βρισκόταν στα πρόθυρα ενός γενικευμένου πολέμου επέδρασαν αποφασιστικά να θεωρεί η περίοδος αυτή ως την επανάσταση σύντομη και μάλιστα ονομάστηκε η περίοδος αυτή προεπαναστατική. Ως εκ τούτου οι συνθήκες στις οποίες θα αγωνίζονταν το επαναστατικό κίνημα ήταν συγκεκριμένες, δεν θα είχαν σημαντικές εναλλαγές, θα ήταν σε μια ευθεία κατά βάση. Κίνηση σε σταθερές βασικά ράγες.

Να σημειώσουμε τη χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς και το γεγονός ότι μια από τις αιτίες της υπήρξε ο διαχωρισμός του προγράμματος των κομμάτων της σε μίνιμουμ και μάξιμουμ και η απόλυτη επικράτηση του μόνιμου προγράμματος, εξωθώντας την πάλη για το σοσιαλισμό στο αόριστο μέλλον. Πολλές φορές αξιοποιήθηκε η ενσωμάτωση της Β’ Διεθνούς στον καπιταλισμό ως απόδειξη του γεγονότος ότι ο διαχωρισμός του προγράμματος είναι λάθος. Στο 3ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς όμως και στις «θέσεις για την τακτική» θεωρούμε ότι δίδεται η απάντηση. Στην απόφαση αυτή γίνεται τεράστια προσπάθεια να στραφεί η προσοχή και η δράση των κομμουνιστικών κομμάτων στα άμεσα προβλήματα των εργαζομένων και κατά αυτόν τον τρόπο να ανοίξει ο δρόμος για την εξουσία. Συγκεκριμένα γράφει: «Τα κομμουνιστικά κόμματα δεν προτείνουν κανένα μίνιμουμ πρόγραμμα που θα χρησιμεύσει στην ενίσχυση και τη βελτίωση των κλονιζόμενων θεμελίων του καπιταλισμού. Η καταστροφή αυτού του συστήματος παραμένει ο κύριος σκοπός τους. Αλλά για να τον πραγματοποιήσουν, τα Κομμουνιστικά κόμματα πρέπει να προτείνουν διεκδικήσεις που να εκφράζουν τις άμεσες ανάγκες της εργατικής τάξης. Αν οι διεκδικήσεις που προτείνουν οι κομμουνιστές ανταποκρίνονται στις άμεσες ανάγκες των πλατιών προλεταριακών μαζών και αν οι μάζες είναι πεισμένες ότι χωρίς την ικανοποίηση αυτών των διεκδικήσεων, η ύπαρξή τους είναι αδύνατη τότε ο αγώνας γύρω απ' αυτά τα ζητήματα θα γίνει η αφετηρία της πάλης για την εξουσία. Στη θέση του μίνιμουμ προγράμματος των κεντριστών και των ρεφορμιστών η Κομμουνιστική Διεθνής τοποθετεί τον αγώνα για τις συγκεκριμένες διεκδικήσεις του προλεταριάτου, διεκδικήσεις που στο σύνολό τους αμφισβητούν την αστική εξουσία, οργανώνουν το προλεταριάτο και χαράσσουν τα διάφορα στάδια της πάλης για την προλεταριακή δικτατορία[1]».

Η Κομμουνιστική Διεθνής είναι σαφέστατη. Δεν προτείνει κανένα μίνιμουμ πρόγραμμα που θα βελτιώνει τον κλονιζόμενο καπιταλισμό. Δεν προτείνει κανένα μίνιμουμ πρόγραμμα δράσης στα πλαίσια του συστήματος και αυτοπαγίδευσης των κομμάτων της μέσα σ' αυτό, όπως ακριβώς έκανε η Β΄ Διεθνής. Αντί του μίνιμουμ προγράμματος των κεντριστών και των ρεφορμιστών, η Κομμουνιστική Διεθνής προτείνει τον αγώνα για τις άμεσες διεκδικήσεις της εργατικής τάξης. Η πάλη για τα άμεσα ζητήματα είναι ακριβώς πάλη για αυτά που περιέχει το πρόγραμμα μίνιμουμ του κομμουνιστών. Ακριβώς εκεί στρέφει η Κομμουνιστική Διεθνής την προσοχή των κομμουνιστικών κομμάτων.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση έγινε στον κόμμα των μπολσεβίκων το 1917, λίγο πριν την επανάσταση του Οκτώβρη. Εκεί ο Λένιν είναι σαφέστατος. Στην πρόταση που κατατέθηκε κατά τη συζήτηση των συνεδριακών κειμένων του συνεδρίου από τον Μπουχάριν για κατάργηση του μίνιμουμ προγράμματος (με το επιχείρημα ότι αυτό έχει πια παλιώσει, αφού η Ρωσία θα περάσει στο σοσιαλισμό και άρα είναι άχρηστο το μίνιμουμ πρόγραμμα και υπάρχει ανάγκη μόνο για ένα άμεσο πρόγραμμα μεταβατικών μέτρων προς το σοσιαλισμό), ο Λένιν αναφέρει ότι οι μπολσεβίκοι έδωσαν ένα πλαίσιο μεταβατικών μέτρων προς το σοσιαλισμό, αλλά «δεν πρέπει να πετάμε το πρόγραμμα μίνιμουμ γιατί αυτό το πράγμα θα ισοδυναμούσε με κούφιο κομπασμό. Δεν θέλουμε «να ζητήσουμε» τίποτε από την αστική τάξη, αλλά να δημιουργούμε οι ίδιοι, δεν θέλουμε να ασχολούμαστε με μικροπράγματα στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος. Αυτό θα ήταν κούφιος κομπασμός, γιατί πρώτα πρέπει να κατακτήσουμε την εξουσία, ενώ εμείς δεν την κατακτήσαμε ακόμη. Πρέπει να πραγματοποιήσουμε πρώτα τα μεταβατικά μέτρα προς το σοσιαλισμό, να οδηγήσουμε την επανάσταση μας ως τη νίκη της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης και ύστερα πια, «γυρίζοντας από τον πόλεμο», μπορούμε και πρέπει να πετάξουμε το πρόγραμμα μίνιμουμ σαν αχρείαστο πια..» και αμέσως στη συνέχεια το εξηγεί λέγοντας ότι, μπορεί να αργήσουν να πάρουν την εξουσία, πόσο γρήγορα η επανάσταση θα επεκταθεί στη δύση, αν θα υπάρχουν περίοδοι αντίδρασης και αντεπανάστασης κ.λπ. «Όλα αυτά δεν τα ξέρουμε», αναφέρει, «και δεν μπορεί να τα ξέρει κανείς αυτά. Γι' αυτό είναι γελοίο να πετάμε το πρόγραμμα μίνιμουμ που είναι απαραίτητο όσο ζούμε ακόμη στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος, όσο δεν έχουμε ακόμη καταστρέψει αυτά τα πλαίσια, όσο δεν έχουμε πραγματοποιήσει το βασικό για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, όσο δεν έχουμε τσακίσει τον εχθρό και κερδίζοντας τον δεν τον έχουμε συντρίψει.[2]».

Το λογικό συμπέρασμα από την τοποθέτηση αυτή του Λένιν είναι ότι, όσο το κίνημα θα βρίσκεται στον καπιταλισμό, είναι εντελώς απαραίτητο ένα πρόγραμμα στόχων πάλης εντός του συστήματος, το οποίο παίρνοντας υπόψη την εναλλαγή των συνθηκών θα διαμορφώνει την ενότητα της εργατικής τάξης και τις συμμαχίες της και θα χτυπά την αστική κυριαρχία. Κάτω απ' αυτό το πρίσμα ένα μεταβατικό πρόγραμμα, δηλαδή η τακτική του επαναστατικού κινήματος ως την κατάληψη της εξουσίας δεν μπορεί να είναι σταθερό, εντελώς συγκεκριμένο και ανεξάρτητο από τις όποιες αλλαγές των συνθηκών. Δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε συνθήκες που ξεσπά πόλεμος και σε μια υποδουλωμένη χώρα. Δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην Ελλάδα της Γερμανοϊταλικής κατοχής το μεταβατικό πρόγραμμα των τροτσκιστών, ή σε συνθήκες δικτατορίας κ.λπ. Έπρεπε σε κάθε περίπτωση να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι συνθήκες και η αναπροσαρμογή της τακτικής στις νέες συνθήκες, όταν τα προβλήματα και αντιθέσεις στην κοινωνία τροποποιούνται βαθιά και η κίνηση και η συνειδητοποίηση του λαού ακολουθεί άλλους δρόμους. Μήπως σε τελική ανάλυση το μεταβατικό πρόγραμμα των τροτσκιστών έπαιξε σοβαρό ρόλο στην αντεργατική και αντεπαναστατική τακτική τους κατά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, σε χώρες όπου ο χαρακτήρας του πολέμου μεταβλήθηκε από ιμπεριαλιστικό σε εθνικοαπελευθερωτικό, αφού δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν τη βαθιά αλλαγή των συνθηκών και το μεταβατικό πρόγραμμα δεν επιδέχονταν τις αναγκαίες τροποποιήσεις;

Στο καίριο ερώτημα αν οι κομμουνιστές αγωνίζονται για μεταρρυθμίσεις μέσα στον καπιταλισμό και εάν είναι δυνατές και επιτρεπτές οι μεταρρυθμίσεις, η δυνατότητα κατακτήσεων στην εποχή του ιμπεριαλισμού η απάντηση έχει δοθεί πριν από έναν αιώνα και είναι προφανώς καταφατική. Στις μέρες μας, το ζήτημα από ορισμένους τίθεται ως εξής: Σήμερα πλέον δεν είναι δυνατές οι οικονομικές κατακτήσεις, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να κάνει παραχωρήσεις, οι οικονομικοί αγώνες είναι περίπου μάταιοι και απόρροια όλων αυτών είναι, τα τεράστια οικονομικά και άλλα προβλήματα των εργαζομένων να αντιμετωπίζονται ως μια ευκαιρία ζύμωσης της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού, που είναι η απάντηση στον καπιταλισμό.

Στην εποχή του ιμπεριαλισμού που σαπίζει τα δημοκρατικά προβλήματα γιγαντώνονται. Τεράστια τμήματα εργαζομένων, όχι μόνο των φτωχότερων χωρών αλλά και αυτών της καρδιάς του ιμπεριαλισμού, ωθούνται στο περιθώριο χωρίς πόρους και δικαιώματα, τα προβλήματα της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων, της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, των πολέμων και της μετανάστευσης, της καταστροφής του περιβάλλοντος κ.λπ. Ο αγώνας για αυτά τα προβλήματα σήμερα είναι το αντίστοιχο των διεκδικήσεων των μίνιμουμ προγραμμάτων της εποχής μπολσεβίκων και έχει τεράστια σημασία. «Ο καπιταλισμός γενικά και ο ιμπεριαλισμός ειδικότερα», έγραφε ο Λένιν, «δεν είναι δυνατόν να ανατραπούν με κανενός είδους δημοκρατικούς μετασχηματισμούς, ακόμη και με τους πιο "ιδανικούς’’, αλλά μόνο με μια οικονομική ανατροπή, το προλεταριάτο όμως που δεν διαπαιδαγωγείται στην πάλη για τη δημοκρατία, δεν είναι ικανό να πραγματοποιήσει την οικονομική ανατροπή[3]».Χωρίς την πάλη για τη δημοκρατία και τη διεκδίκηση όλων των άμεσων προβλημάτων και μάλιστα με όρους νίκης πάνω στην πολιτική του κεφαλαίου και απόσπαση κατακτήσεων δεν διαπαιδαγωγείται η εργατική τάξη για να διεκδικήσει την ανατροπή του καπιταλισμού.

Αξίζει να προσεχθεί η εξής παράγραφος της απόφασης της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ για τα προβλήματα που αναφέρουμε: «Οι έννοιες “δημοκρατία”, “λαϊκή κυριαρχία”, “ιμπεριαλισμός”, “ιμπεριαλιστικός πόλεμος” για τη λαϊκή συμμαχία έχουν βαθύτερο, ταξικό περιεχόμενο, εδράζονται στην κατάργηση της ταξικής εκμετάλλευσης, στην κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής σε συνδυασμό με την συνεταιριστικοποίηση των μικροπαραγωγών αγροτών. Εδράζονται στη συμμετοχή στην εργατική συνέλευση, στη λαϊκή επιτροπή κ.λπ.[4]».Με δύο λόγια οι παραπάνω έννοιες για το Κομμουνιστικό κόμμα και τη στρατηγική του για το σοσιαλισμό, αλλά και για τον ίδιο τον εργαζόμενο λαό περιεχόμενο ταξικό έχουν μόνο στο σοσιαλισμό. Είναι γεγονός ότι το ολοκληρωμένο περιεχόμενό τους οι όροι αυτοί το βρίσκουν μόνο στο σοσιαλισμό. Εδώ όμως συναντάμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Ο αγώνας για τις διεκδικήσεις αυτές στο έδαφος του καπιταλισμού δεν προσφέρει, κατά την απόφαση της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ, κάτι στον αγώνα της εργατικής τάξης για την κοινωνική απελευθέρωση. Αυτές οι διεκδικήσεις θα πραγματοποιηθούν στο σοσιαλισμό με το πραγματικό και ολοκληρωμένο περιεχόμενο τους. Τα δημοκρατικά προβλήματα και οι δημοκρατικές διεκδικήσεις ως την επανάσταση δεν απασχολούν το ΚΚΕ. Μονοσήμαντα ενδιαφέρει η βασική αντίθεση του καπιταλισμού, ιδιαίτερα ο οικονομικός πυρήνας της.

Η χρησιμότητα του αγώνα για μεταρρυθμίσεις και μαζί η χρησιμότητα του αντίστοιχου προγράμματος είναι προφανής. Η σημασία της έχει αναδειχθεί από το μαρξισμό-λενινισμό και την πείρα του κομμουνιστικού κινήματος. Τίθεται όμως το ζήτημα αν υπήρξαν σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις αρνητικές συνέπειες από τη χρήση του στο εργατικό κίνημα. Για τα κόμματα της Β΄ Διεθνούς αναφερθήκαμε. Ο αγώνας τους για μεταρρυθμίσεις επικράτησε και η αναφορά στον σοσιαλισμό μεταφέρθηκε στις επετείους. Αυτό αποδείχθηκε καταστροφικό. Σε ορισμένες περιπτώσεις και τα κομμουνιστικά κόμματα δεν έμειναν αμόλυντα από την ασθένεια αυτή. Παρασύρθηκαν από τις δυσκολίες της ταξικής πάλης και από λαθεμένες αντιλήψεις στο εσωτερικό τους και οδηγήθηκαν στην αποσύνδεση του καθημερινού αγώνα από την πάλη για το σοσιαλισμό.

Το ζήτημα που μας απασχολεί έχει δύο σημαντικές προϋποθέσεις, ώστε να προωθηθεί αποτελεσματικά την πολιτική και η δράση του κομμουνιστικού κόμματος. Πρώτον την ανάγκη το πλαίσιο των καθημερινών διεκδικήσεων να μην αποσπάται από την πάλη για το σοσιαλισμό, αλλά να συνδέεται οργανικά μαζί της και να την υπηρετεί και δεύτερον οι διεκδικήσεις αυτές πρέπει να τίθενται όχι με ρεφορμιστικό τρόπο, αλλά με τρόπο που να συμβάλλει και να προωθεί την επανάσταση. Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που η αστική τάξη σήμερα δεν μπορεί να ικανοποιήσει αυτά τα αιτήματα, είναι οπισθοδρόμηση η διεκδίκηση των λύσεων από αυτή. Η λύση πρέπει να συνδεθεί με τον αγώνα για την κοινωνική ανατροπή, οι διεκδικήσεις αυτές, παρά την αυτοτέλειά τους, να προωθηθούν συναρθρωμένες με τη βασική αντίθεση του καπιταλισμού, την αντίθεσή κεφαλαίου- εργασίας.

Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, κατά την περίοδο πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο ο Λένιν αντιμετώπισε τις θέσεις αυτές αποφασιστικά με βάση το μαρξισμό. «Ο ιμπεριαλισμός», έγραφε, «είναι ένας αναπτυγμένος καπιταλισμός, ο ιμπεριαλισμός είναι άρνηση της δημοκρατίας, «άρα» η δημοκρατία είναι απραγματοποίητη στον καπιταλισμό. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι κατάφωρη παραβίαση κάθε δημοκρατίας, το ίδιο και στις καθυστερημένες μοναρχίες και στις προχωρημένες δημοκρατίες. «Άρα» δεν έχουν θέση οι συζητήσεις για δικαιώματα (δηλαδή για δημοκρατία). Στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο μπορεί να «αντιπαραθέσει» κανείς μόνο το σοσιαλισμό. Η διέξοδος βρίσκεται μόνο στον σοσιαλισμό. «Άρα» το να προβάλει κανείς δημοκρατικά συνθήματα στο πρόγραμμα μίνιμουμ, δηλαδή στις συνθήκες πια του καπιταλισμού, γίνεται απάτη ή αυταπάτη ή συσκότιση, απομάκρυνση του συνθήματος της σοσιαλιστικής ανατροπής[5]».

Σήμερα από την ηγεσία του ΚΚΕ ακούμε ότι:

  • Δεν είναι δυνατές οι κατακτήσεις πλέον. Κατά συνέπεια και οι οικονομικοί αγώνες των συνδικάτων αντιμετωπίζονται όχι ως αποφασιστική προσπάθεια απόσπασης κατακτήσεων, αλλά ως μία ευκαιρία ζύμωσης των αδιεξόδων του καπιταλισμού και της ανάγκης ανατροπής του.
  • Η ιμπεριαλιστική καταπίεση και η εξάρτηση είναι συνεπεία της ανάπτυξης του καπιταλισμού στο σημερινό στάδιο του. Κατά συνέπεια δεν έχει αξία η πάλη εναντίον της εξάρτησης και τον ιμπεριαλισμό τον βγάζουμε από το πρόγραμμα μας, αγωνιζόμαστε για την ανατροπή του καπιταλισμού.
  • Η ΕΕ δεν είναι όλος ο καπιταλισμός, είναι μια μορφή καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Και μετά την αποχώρηση της Ελλάδας από την ΕΕ καπιταλισμός πολύ πιθανόν θα υπάρχει. Ως εκ τούτου δεν έχει νόημα ο αγώνας για έξοδο από την ΕΕ, μπορεί να είναι και επικίνδυνος γιατί ωθεί σε συνεργασία της εργατικής τάξης με τμήματα της αστικής τάξης που επιδιώκουν την αποδέσμευση. Ο αγώνας για βαθιές αλλαγές στο κράτος και την κοινωνία, ο αγώνας για την μονομερή διαγραφή του χρέους, για την ανατροπή του μνημονίου, εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων και για κρατικοποίηση στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, για προοδευτικό φορολογικό σύστημα κ.λπ. αν δεν συνοδεύεται από την επιβολή της εργατικής εξουσίας δεν είναι μόνο ανώφελος, αλλά και επικίνδυνος. Είναι οπορτουνισμός.

Αλήθεια, πόση ομοιότητα έχουν οι αναφορές του Λένιν που κατακεραύνωνε τις απόψεις που ήταν «γελοιογραφία του μαρξισμού», με τα επιχειρήματα του ΚΚΕ σήμερα; Σαν να μη πέρασε μια μέρα.

Σχετικά με το αν είναι συμβατοί με το κομμουνιστικό πρόγραμμα και την δράση μεγάλοι πολιτικοί στόχοι και μεταβατικά αιτήματα ή είναι οπορτουνισμός και ενσωμάτωση, θα καταφύγουμε στην Κομμουνιστική Διεθνή και θα παραθέσουμε δύο αναφορές που έγιναν από την αντιπροσωπεία της κεντρικής επιτροπής των μπολσεβίκων που είχε την ευθύνη για τις εργασίες του 4ου συνεδρίου της Κομιντέρν.

Η πρώτη είναι η εξής: «Δήλωση της ρωσικής αντιπροσωπείας: Δεδομένου ότι η διαμάχη για το πώς θα διατυπώσουμε τα μεταβατικά αιτήματα και το πώς να τα εντάξουμε στο πρόγραμμα έχει δημιουργήσει μια τελείως εσφαλμένη εντύπωση, η ρωσική αντιπροσωπεία ομόφωνα διαβεβαιώνει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί οπορτουνισμός η ένταξη των μεταβατικών αιτημάτων στα προγράμματα των εθνικών τμημάτων, ούτε η γενίκευση και η θεωρητική ένταξη τους στο γενικό τμήμα του προγράμματος». Οι αντιπρόσωποι στη ρωσική αποστολή, Λένιν, Τρότσκι, Ζηνόβιεφ, Ράντεκ, Μπουχάριν[6]».

Η δεύτερη είναι η ίδια η απόφαση για το πρόγραμμα την οποία έγραψε ο Λένιν της 20 Νοέμβρη του 1922, στον 4ο συνέδριο. « (….) 3) Τα προγράμματα των εθνικών τμημάτων πρέπει να αναδεικνύουν καθαρά και αποφασιστικά την ανάγκη της πάλης για μεταβατικά αιτήματα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά τα αιτήματα θα προκύπτουν από τις συγκεκριμένες συνθήκες τόπου και χρόνου. 4). Το συνολικό πρόγραμμα πρέπει οπωσδήποτε να παρέχει το θεωρητικό πλαίσιο για όλα τα μεταβατικά και άμεσα αιτήματα. Την ίδια στιγμή το 4ο συνέδριο καταδικάζει απερίφραστα προσπάθειες να παρουσιαστεί σαν οπορτουνισμός η ένταξη των μεταβατικών αιτημάτων στο πρόγραμμα, όπως αντίστοιχα και κάθε απόπειρα να χρησιμοποιηθούν τα επιμέρους αιτήματα με σκοπό να αποκρυφτούν ή να υποκατασταθούν τα θεμελιώδη επαναστατικά καθήκοντά μας. 5) Το συνολικό πρόγραμμα μας πρέπει να αναδεικνύει ξεκάθαρα τις βασικές ιστορικές παραλλαγές των μεταβατικών αιτημάτων που τίθενται από τα εθνικά τμήματα, ανταποκρινόμενο στις θεμελιώδεις διαφορές οικονομικών και πολιτικών δομών σε κάθε χώρα[7]».

Το ΚΚΕ ισχυρίζεται ότι το πρόγραμμα του, που ψηφίστηκε στο 19ο συνέδριο, δεν είναι ουσιαστικά διαφορετικό από αυτό του 15ου συνέδριου. Είναι η φυσιολογική εξέλιξη του 15ου συνεδρίου που αποτελεί τη βάση και μαζί ορισμένων τροποποιήσεων που έφεραν τα επόμενα συνέδρια. Εμείς ισχυριζόμαστε ότι είναι σε ριζικά διαφορετική κατεύθυνση. Ας δούμε το θέμα αυτό από τη σκοπιά του ζητήματος που εξετάζουμε, του αγώνα, δηλαδή, για διεκδικήσεις και από τη σκοπιά της συνολικής τακτικής ως την επανάσταση.

Το 15ο συνέδριο χαράσσει την εξής τακτική και αναφέρει σχετικά με το θέμα αυτό: «Το ΚΚΕ πρωτοστατεί, ώστε το μέτωπο να οργανώνει την πάλη, να ιεραρχεί τις κατευθύνσεις και τα αιτήματα, με βάση ένα προγραμματικό πλαίσιο κατευθύνσεων και στόχων που εναντιώνονται και συγκρούονται με τις βασικές επιλογές του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Ένα πλαίσιο ανοιχτό σε ριζικές αλλαγές, οι οποίες θίγουν τα βάθρα του καπιταλιστικού συστήματος. Δεν μπορεί να είναι ένα οποιοδήποτε ελάχιστο προγραμματικό πλαίσιο, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να αποτελεί πλαίσιο διαχείρισης της κρίσης του συστήματος…. Οι προγραμματικές κατευθύνσεις και στόχοι πάλης του μετώπου έχουν εσωτερική συνοχή και ιεράρχηση. Υπηρετούν την οργάνωση της πάλης για μέτρα και στόχους που αφορούν: Τις ζωτικές οικονομικές, μορφωτικές και πολιτιστικές ανάγκες της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Την αντιμετώπιση των προβλημάτων της ανεργίας και των συνεπειών της. Την υπεράσπιση και διεύρυνση των κατακτήσεων τους, τα δημοκρατικά τους δικαιώματα. Την υπεράσπιση και διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της χώρας και των αναπτυξιακών της δυνατοτήτων. Τη διεκδίκηση της εθνικής ανεξαρτησίας και υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας από την ιμπεριαλιστική νέα τάξη πραγμάτων. Την δραστήρια συμβολή της χώρας στον αγώνα για την ειρήνη και την απόκρουση κάθε μορφής επέμβασης και ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Στις βασικές προγραμματικές κατευθύνσεις του στόχους πάλης εντάσσονται: Η αποδέσμευση από την ΕΕ, ως βασική προϋπόθεση για την αξιοποίηση των εγχώριων αναπτυξιακών δυνατοτήτων της χώρας, για την πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων. Η άρνηση συμμετοχής στα ιμπεριαλιστικά σχέδια και επεμβάσεις , με οποιονδήποτε τρόπο και αν πραγματοποιούνται…. Η απεμπλοκή από το πλέγμα της πολιτικοστρατιωτικής εξάρτησης από τις ΗΠΑ, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, η απομάκρυνση των Αμερικανονατοϊκών βάσεων και των πυρηνικών όπλων… Εθνική αμυντική πολιτική που κατοχυρώνει την ασφάλεια της χώρας και τον αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό της… Η δράση που έχει ως στόχο να αντιμετωπιστεί το εκρηκτικό πρόβλημα της ανεργίας, η προστασία και πραγματική αύξηση του λαϊκού εισοδήματος. Η αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Η πάλη κατά της επιβολής των νέων εργασιακών σχέσεων, η μείωση των ωρών εργασίας κ.λπ… Δημοκρατική αντιμονοπωλιακή μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος υπέρ των λαϊκών στρωμάτων. Αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και των φοροαπαλλαγών του μεγάλου κεφαλαίου. Έλεγχος τιμών στις πηγές και μέτρα αντιμετώπισης της κερδοσκοπίας… Η δράση κατά των συμφωνιών που υποθηκεύουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας. Η διεκδίκηση και υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα επιχειρήσεων και τομέων στρατηγικής σημασίας. Η πάλη για τον εκδημοκρατισμό της δημόσιας διοίκησης, των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας, του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Κοινωνικός έλεγχος σε όλες τις μορφές πληροφόρησης. Η απόκρουση της κοινής αγροτικής πολιτικής και της ΓΚΑΤΤ και των συνεπειών από την προώθηση τους (…)[8]».

Είναι φανερό ότι το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει πλήθος εντελώς συγκεκριμένων άμεσων διεκδικήσεων για τη βελτίωση της ζωής του λαού και των όρων διεξαγωγής της ταξικής πάλης και μαζί μεγάλες πολιτικές διεκδικήσεις που αμφισβητούν τα ίδια τα βάθρα του καπιταλιστικού συστήματος. Τις καθημερινές αυτές διεκδικήσεις του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού μετώπου το 15ο συνέδριο τις θεωρούσε εντελώς αναγκαίες, το μόνο υπαρκτό δρόμο για τη συσπείρωση και την ανεξαρτησία της εργατικής τάξης από την αστική πολιτική, για τη συμμαχία εργατικής τάξης και μεσαίων στρωμάτων, για την αμφισβήτηση της αστικής κυριαρχίας. Κανένας από αυτούς τους στόχους δεν παραπέμπονταν στο μέλλον, μετά την επανάσταση και την εργατική εξουσία. Το πλαίσιο αυτό, η τακτική αυτή ήταν σε απόλυτη αρμονία με το μαρξισμό λενινισμό και την πείρα του κομμουνιστικού κινήματος.

Το 19ο συνέδριο αφαιρεί όλη την τακτική και όλο το πλαίσιο της πάλης ως την επανάσταση από το πρόγραμμα και τα παραπέμπει σε αποφάσεις της κεντρικής επιτροπής, θεωρώντας ότι οι αναφορές αυτές αλλοιώνουν το χαρακτήρα του προγράμματος, ότι στο πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνεται μόνο ο σοσιαλισμός. Λύνει δηλαδή το πρόβλημα αυτό κατά το πρότυπο που πρότεινε μια μικρή σεχταριστική μειοψηφία στην Κομιντέρν εκατό χρόνια νωρίτερα και απορρίφτηκε καθολικά τότε, θεωρώντας οπορτουνιστική και αντεπαναστατική πράξη να περιληφθούν οι διεκδικήσεις αυτές στο πρόγραμμα του κόμματος. Στο τμήμα της απόφασης του συνεδρίου που αφορά τη δράση της λαϊκής συμμαχίας και την τακτική που ακολουθεί αναφέρεται: «Η λαϊκή συμμαχία παλεύει κατά της κρατικής καταστολής, της εργοδοτικής βίας, υπερασπίζεται τις συνδικαλιστικές και πολιτικές ελευθερίες. Ο αγώνας για φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση είναι αναπόσπαστα δεμένος με την αποδέσμευση και τη μονομερή διαγραφή του χρέους. Σε ρήξη με την Ε.Ε. για το ΔΝΤ. Διεκδικεί την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων. Υιοθετεί την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων, όλων των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, τον κεντρικό σχεδιασμό, τον εργατικό - κοινωνικό έλεγχο. Συμφωνεί με την αποδέσμευση της Ελλάδας από την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ, από κάθε μορφής σχέση με ιμπεριαλιστικές ένωσεις…».

Με δύο λόγια ο αγώνας για φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση συναρτάται απόλυτα με την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων και την εγκαθίδρυση εργατικής εξουσίας και τότε θα τεθούν όλα τα σημαντικά πολιτικά ζητήματα όπως η αποχώρηση από την ΕΕ, από το ΝΑΤΟ, τότε θα μπει το θέμα για εθνικοποιήσεις μονοπωλιακών επιχειρήσεων κ.λπ.

Αυτές οι δύο αναφορές στο 15ο και στο 19ο συνέδριο δείχνουν το διαζύγιο της σημερινής ηγεσίας από τον λενινισμό και την ταύτιση της με ότι πιο αυταρχικό έχει παρουσιαστεί στο κομμουνιστικό κίνημα.

Συνοψίζοντας:

Η τακτική, ως το ευέλικτο στοιχείο της πολιτικής των κομμουνιστών και για το λόγο ότι είναι παρέμβαση στην κάθε φορά συγκυρία, στη βάση των χαραγμένων στόχων τους, επηρεάζεται ουσιαστικά από τις συνθήκες που σε κάθε φάση διαμορφώνονται. Κατά συνέπεια η τακτική αλλάζει και πολλές φορές σε μεγάλο βαθμό. Για το λόγο αυτό η επιμονή σε μια απόλυτα καθορισμένη τακτική για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο ως την επαναστατική ανατροπή δεν είναι χρήσιμη, το πιο πιθανό είναι να αποδειχθεί επιζήμια στη δράση τους.

Ο αγώνας για τα δημοκρατικά προβλήματα έχει μεγάλη σημασία, καθώς και τα αντίστοιχα πλαίσια διεκδικήσεων εντός του καπιταλισμού. Η ορθή διεκδίκηση των δημοκρατικών προβλημάτων, όχι ως διεκδικήσεων των οποίων τη λύση διεκδικούν από το μονοπωλιακό κεφάλαιο μέσα στα όρια του συστήματος, αλλά στην κατεύθυνση της ενίσχυσης του αγώνα για το σοσιαλισμό. Παρά την αυτοτέλεια των διεκδικήσεων αυτών και των αντίστοιχων κινημάτων, οι διεκδικήσεις αυτές πρέπει να είναι συναρθρωμένες και να στηρίζουν τον αγώνα για την κοινωνική αλλαγή. Ο αγώνας αυτός έχει μεγάλη σημασία για την εργατική τάξη και για τη δημιουργία ενός εργατικού κινήματος ισχυρού, συνειδητού και πολύπλευρου, ώστε να μπορεί να συσπειρώσει τα μικροαστικά στρώματα και να διεκδικήσει την εξουσία. Παράλληλα η προβολή πολιτικών αιτημάτων και διεκδικήσεων που αμφισβητούν το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα είναι απόλυτα αναγκαία.

Η κρίση της αστικής κυριαρχίας και η απονομιμοποίηση της και η επαναστατική κατάσταση δεν θα είναι κρίση της βασικής αντίθεσης του συστήματος μόνο, αλλά κρίση του συνόλου των αντιθέσεων της κοινωνίας.

Οι κομμουνιστές πρέπει να απορρίψουν το ρεφορμισμό και τον περιορισμό του αγώνα τους στη διεκδίκηση μεταρρυθμίσεων μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα μόνο, παράλληλα πρέπει να απορρίψουν και να κάνουν αποφασιστικό αγώνα εναντίον του σεχταρισμού, του αριστερού οπορτουνισμού, ο οποίος στις μέρες μας γίνεται επικίνδυνος.

                                                                                         Γ.   Μυλωνάς


[1]Η Τρίτη διεθνής, τα τέσσερα πρώτα συνέδρια σ. 269 - 270

[2] Λένιν Άπαντα τόμος 34 σ.   374 - 375

[3]Λένιν Άπαντα τόμος 30 σ. 71

[4] Θέσεις της κεντρικής επιτροπής του Κ.Κ.Ε. για το 19ο συνέδριο σ. 47

[5]Στο ίδιο σ 70

[6]Τζον Ριντέλ Το ενιαίο μέτωπο σελίδα 106

[7]Στο ίδιο σ. 107

[8]Το 15ο συνέδριο του Κ.Κ.Ε. ντοκουμέντα σ. 117 - 121

 πηγη: ergatikosagwnas.gr

chainsyr.jpg

Γράφει ο Δ. Δημητριάδης

Οι εντατικές συζητήσεις των τελευταίων ημερών και η ανταλλαγή προτάσεων ως βάση για συμφωνία μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των «θεσμών» προϊδεάζουν ότι επίκειται η κατάληξη των συνομιλιών και η υπογραφή συμφωνίας. Απ' ότι φάνηκε επίσης από την πρόταση των «θεσμών», αυτοί δεν δείχνουν διατεθειμένοι να δεχτούν, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, κάποιο συμβιβασμό. Προβάλλουν όλο και περισσότερες αντιλαϊκές απαιτήσεις. Αν επιμείνουν σε αυτή τη λογική μέχρι το τέλος δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει το αδιέξοδο και την προκήρυξη εκλογών από την κυβέρνηση. Εκείνο που πρέπει να αποκλειστεί είναι η εκ μέρους της κυβέρνησης διακοπή των συνομιλιών, η σύγκρουση και η ρήξη και η αποχώρηση από την ευρωζώνη και την ΕΕ.

Με τις μέχρι στιγμής προτάσεις της η κυβέρνηση βρίσκεται σε πολύ μεγάλη απόσταση όχι μόνο από το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, αλλά και από τις προγραμματικές δηλώσεις της. Έχει κάνει πολύ μεγάλες υποχωρήσεις. Το μοναδικό φιλολαϊκό μέτρο που ψήφισε ήταν το ανθρωπιστικό πρόγραμμα ανακούφισης της πιο ακραίας φτώχειας και μέτρα τύπου εκατό δόσεων που κυρίως διευκολύνουν την είσπραξη από το κράτος των χρεών και λιγότερο τους εργαζόμενους που πένονται. Ο ΦΠΑ τροποποιείται σε πιο αντιλαϊκή κατεύθυνση ώστε να επιβαρύνει κυρίως τους φτωχότερους και να αυξήσει τα κρατικά έσοδα περισσότερο από ενάμισι δις ευρώ. Ο ΕΝΦΙΑ δεν καταργείται και παραμένει χωρίς μάλιστα τον υπολογισμό του με πιο χαμηλές αντικειμενικές αξίες. Το αφορολόγητο των 12.000 € πάει για το αόριστο μέλλον όπως και ο κατώτερος μισθός που θα ανέβαινε σε 751 €. Η προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων καλά κρατεί. Περιφερειακά αεροδρόμια, περιφερειακά λιμάνια, ΔΕΗ, Ελληνικό, ΟΛΠ, ΟΛΘ κ.λπ. Την ίδια στιγμή κανένα μέτρο που επιβαρύνει το μεγάλο κεφάλαιο, που μειώνει τις μεγάλες φοροαπαλλαγές και τις παντοειδείς ενισχύσεις του, δεν έχει ληφθεί.

Σε όλα αυτά η κυβέρνηση συμφώνησε με τους δανειστές και μαζί με άλλες απαιτήσεις που θα προβάλλουν είναι έτοιμη να τις δρομολογήσει. Στις συζητήσεις βρίσκονται ορισμένα κρίσιμα θέματα, τα οποία η κυβέρνηση δεν θέλει να αποφασιστούν τώρα ως και στις λεπτομέρειές τους. Κυρίως διότι θα είναι εξαιρετικά επώδυνα για τον ελληνικό λαό και ως εκ τούτου πολύ δύσκολα θα μπορέσει να τα διαχειριστεί, απέναντι στους βουλευτές της και κυρίως στους εργαζομένους. Πρόκειται για μεγάλα προβλήματα όπως οι αλλαγές στο ασφαλιστικό, η παραπέρα απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων, η απελευθέρωση των απολύσεων, η μείωση των συντάξεων κ.λπ. Το ζήτημα του κρατικού χρέους όχι με τη διαγραφή του αλλά για ορισμένους καλύτερους όρους αποπληρωμής του, που όμως θα δέσουν χειροπόδαρα τη χώρα για πολλές δεκαετίες ακόμη, τη χρηματοδότηση των τραπεζών, τη χρηματοδότηση για την αποπληρωμή του κρατικού χρέους. Όλα αυτά είναι απαιτήσεις των τραπεζιτών και των δανειστών και όχι των εργαζομένων

Άρα το πιθανότερο είναι να αναμένεται μια συμφωνία που θα υλοποιηθεί σε δύο φάσεις. Το πρώτο τμήμα της αμέσως και τα πιο επώδυνα μέτρα, τα οποία θα έχουν συζητηθεί και θα περιέχονται σε γενικές γραμμές στη συμφωνία θα τα προωθήσει το φθινόπωρο. Σε αντάλλαγμα η κυβέρνηση επιδιώκει να πάρει κάποια ποσά για να καλύψει τις δόσεις του χρέους που λήγουν ως το τέλος Αυγούστου.

Ουσιαστικά η χώρα βαδίζει για μια συνολική συμφωνία, με σκληρά αντιλαϊκά μέτρα, η οποία θα συνοδεύεται από ένα καινούργιο δάνειο για την αποπληρωμή του χρέους. Η χώρα βαδίζει προς ένα νέο μνημόνιο. Οι εξελίξεις αυτές είναι πολύ σοβαρές και θα έχουν καταλυτικές επιπτώσεις στον εργαζόμενο λαό και στο εργατικό και λαϊκό κίνημα.

Από τις μέχρι τώρα εξελίξεις μπορούμε να βγάλουμε τα εξής βασικά συμπεράσματα:

α) Φιλολαϊκή πολιτική και μέτρα υπέρ του εργαζόμενου λαού δεν είναι δυνατόν να διεκδικηθούν και να επιβληθούν με συζητήσεις και συμφωνίες με τους δανειστές και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς στο πλαίσιο της ΕΕ Σε μια τέτοια βάση η συμφωνία που θα επιτευχθεί θα είναι εξαιρετικά ανισότιμη και θα αποτυπώνει τα συμφέροντα των δανειστών σε βάρος των συμφερόντων των εργαζομένων. Οι τέτοιου είδους διαπραγματεύσεις οδηγούν σε συνεχείς υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, σε απεμπόληση των εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων και κατακτήσεων, οδηγούν σε νέο μνημόνιο.

β) Πολιτική που να βρίσκει σύμφωνους και να τους ικανοποιεί όλους, λαό, πολυεθνικό κεφάλαιο και δανειστές, όπως η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ υποστήριζε, δεν μπορεί να υπάρξει. Πολιτική και μέτρα υπέρ των εργαζομένων είναι δυνατόν να επιβληθούν σε σύγκρουση με το μονοπωλιακό κεφάλαιο και την αστική πολιτική εξουσία και μάλιστα όταν υπάρχει απόφαση να φτάσει η σύγκρουση αυτή ως το τέλος, την ολοκληρωτική ρήξη. Η θέση του ΣΥΡΙΖΑ, «ούτε ρήξη, ούτε η υποταγή» απλά παραπλάνησε τον εργαζόμενο λαό και τον αριστερό κόσμο.

γ) Το δίλημμα που θέτουν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις και αποδέχεται και προωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, να υπάρξει συμφωνία για να ξεπεραστεί η ύφεση, να οδηγηθεί η χώρα στην ανάπτυξη και στα πλαίσια αυτών των εξελίξεων να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της χώρας και του λαού, είναι παραπλανητικό. Καταρχήν είναι αμφίβολο αν μπορεί να υπάρξει αξιόλογη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, με 340 δισ. ευρώ κρατικό χρέος που πρέπει να αποπληρωθεί, με τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στη χώρα - λιτότητα, τεράστια ύφεση, ασυδοσία του μεγάλου κεφαλαίου κ.λπ.- και με το διεθνές πλαίσιο να μην προδικάζει ισχυρή ανάπτυξη των οικονομιών. Δεύτερο, η οποία ανάπτυξη θα στηριχθεί στην υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων, στους μισθούς επιπέδου Βουλγαρίας και θα κυριαρχείται από το πολυεθνικό κεφάλαιο και τα ‘’υγιή" καπιταλιστικά συμφέροντα. Αυτή η ανάπτυξη δεν θα είναι υπέρ του λαού. Υπέρ του λαού θα είναι εξελίξεις στον αντίποδα αυτής της πολιτικής και μια ανάπτυξη με βάση τα δικά του συμφέροντα.

δ) Σε αυτή την πεντάχρονη πορεία των μνημονίων αποτυπώθηκαν καθαρά ακόμη και για τους πιο δύσπιστους, τα ταξικά συμφέροντα που κινούν την πολιτική και οικονομική ζωή, πολιτικά κόμματα, μέσα μαζικής ενημέρωσης, θεσμούς, δομές και μηχανισμούς σε τέτοιο βαθμό που πλέον κάθε εργαζόμενος έχει όλα τα στοιχεία για να διαμορφώσει ορθή γνώμη και κρίση.

ε) Ο συμβιβασμός της κυβέρνησης και η υπογραφή νέας συμφωνίας, αφού εξέθρεψε ελπίδες αντίστασης στις πιέσεις και προοπτική για μια πολιτική που θα ανακουφίσει κάπως τους εργαζόμενους πέρα από άλλες επιπτώσεις έχει και μια σημαντικότερη πλευρά. Η κυβέρνηση συμβάλλει αποφασιστικά στην αντιμετώπιση και το ξεπέρασμα της κρίσης του πολιτικού συστήματος, στη στερέωση της αστικής κυριαρχίας και όχι στην αμφισβήτηση της. Εγκλωβίζοντας σε αδιέξοδες επιλογές τους εργαζόμενους συμβάλλει στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για την σταθεροποίηση του αστικού συστήματος διακυβέρνησης και το στοιχείο αυτό είναι εκείνο που πρέπει ιδιαίτερα να αξιολογηθεί από τους εργαζόμενους και τον κόσμο της αριστεράς. Είναι πραγματική προσφορά στην αστική τάξη.

Οι εξελίξεις που περιγράψαμε ασκούν σημαντική επίδραση σε ευρύτερα λαϊκά τμήματα και η υπογραφή συμφωνίας θα δημιουργήσει μεγάλη δυσαρέσκεια. Τα συμπεράσματα που προαναφέρονται έχουν αποδοχή από ευρύτερα τμήματα εργαζόμενων που δεν τους «τρομάζει», αντίθετα, θεωρούν αναγκαία εξέλιξη την ρήξη με το μονοπωλιακό κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό. Το μεγάλο στοίχημα είναι πως αυτά τα τμήματα του εργαζόμενου λαού θα απορρίψουν με αποφασιστικό τρόπο την συμφωνία που ετοιμάζεται και θα σταθούν αγωνιστικά το επόμενο διάστημα. Από αυτή την άποψη το πλαίσιο της συγκυρίας τροποποιείται και μπορεί να αλλάξει δραστικά το άμεσο διάστημα. Οι αμφιβολίες ότι η κυβέρνηση δεν θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της και θα υπαναχωρήσει, μετατρέπεται σε βεβαιότητα και αυτό θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στη συμπεριφορά ευρύτερων εργατικών και λαϊκών στρωμάτων. Κατά συνέπεια η περίοδος που αρχίζει έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μπορεί να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος.

Είναι αναγκαία προϋπόθεση να διαμορφωθεί ένα ισχυρό και σε ενωτική βάση κίνημα εργαζομένων, συνταξιούχων, λαού και νεολαίας. Αυτό θα πρέπει να είναι ανοιχτό σε όλους τους εργαζόμενους που συμφωνούν με τους στόχους του και σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις που είναι διατεθειμένες να συμπαραταχθούν. Το περιεχόμενο και οι στόχοι του πρέπει να δίνουν συγκεκριμένες απαντήσεις στους εργαζόμενους, όχι μόνο τι πρέπει να διεκδικήσουν και ποια θα είναι τα άμεσα αιτήματά που πρέπει να προβάλλουν, αλλά και ποιοι είναι οι στόχοι του κινήματος, ποια θα είναι η τακτική για να διεκδικήσουν όλα αυτά, ποια θα πρέπει να είναι η στάση απέναντι στην κυβέρνηση και την κυβερνητική πολιτική, πώς με βάση το σημερινό συσχετισμό και τις συνθήκες, όπως διαμορφώνονται, θα αναπτυχθεί το κίνημα. Απέναντι στις συνασπισμένες δυνάμεις κεφαλαίου, κράτους και ιμπεριαλιστικών οργανισμών πρέπει να αντιταχθεί ένα ισχυρό μέτωπο των εργαζομένων και του λαού με ξεκαθαρισμένους στόχους και προοπτική.

Είναι προφανές ότι οικονομικά αιτήματα και διεκδικήσεις, όσο εύστοχα και αν είναι, δεν επαρκούν. Απαιτούνται ολοκληρωμένες απαντήσεις οι οποίες θα τεθούν και στα συνδικάτα, παίρνοντας υπόψη βέβαια το χαρακτήρα τους. Κεντρικό αίτημα, ξεκάθαρος στόχος πρέπει να είναι η αποτροπή της υπογραφής της νέας συμφωνίας και ο στόχος αυτός να διεκδικηθεί με κάθε μέσον. Να σταματήσουν αμέσως οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή νέου μνημονίου.

Να προβληθεί η ανάγκη άμεσης παύσης πληρωμών του χρέους στην κατεύθυνση της μονομερούς διαγραφής του. Τα προηγούμενα θα οδηγήσουν προφανώς σε σύγκρουση με την ΕΕ. Το αίτημα, που θα προβληθεί πρέπει να είναι η ρήξη και η αποχώρηση άμεσα από την ευρωζώνη και την ΕΕ, η εθνικοποίηση των τραπεζών με λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για να σταματήσει η εκροή κεφαλαίων κ.λπ.

Διακριτός στόχος πρέπει να είναι η προβολή και η διεκδίκηση των αιτημάτων των εργαζομένων, η απαλλαγή τους από του φτώχεια και την έλλειψη προοπτικής. Άμεσες αυξήσεις μισθών και συντάξεων, ανακούφιση των ανέργων, η μείωση της βαριάς φορολογίας και η διεκδίκηση ενός κοινωνικά δίκαιου φορολογικού συστήματος, η στήριξη του καταρρέοντος υγειονομικού συστήματος, η άμεση χρηματοδότηση της παιδείας…

Να τεθεί το ζήτημα ότι πρέπει όχι απλά να αποτραπεί η υπογραφή της νέας συμφωνίας αλλά η αναγκαιότητα να ηττηθεί η πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, γιατί πρόκειται για πολιτική συμβιβασμού και υποταγής.

Από αυτή την άποψη το πλαίσιο που έδωσε στη δημοσιότητα το ΠΑΜΕ και καλεί στα συλλαλητήρια της 11 Ιούνη είναι εντελώς ανεπαρκές, διότι

  • περιορίζεται στην παράθεση ζωτικών και άμεσων αιτημάτων, αλλά δεν απαντά σε καίρια ζητήματα όπως, με ποια τακτική και ποιο σχέδιο θα αναπτυχθούν οι διεκδικήσεις και οι αγώνες,
  • δεν θέτει ξεκάθαρα το στόχο της ματαίωσης της υπογραφής της συμφωνίας,
  • δεν προβάλλει μεγάλους πολιτικούς στόχους που συνδέουν τον οικονομικό αγώνα για τα άμεσα προβλήματα με την προοπτική (ΕΕ- χρέος- εθνικού ποίησης κ.λπ.) και
  • δεν απαντά στο τεράστιο πρόβλημα: πώς θα επιτευχθεί η πλατιά ενότητα της εργατικής τάξης και του λαού σε ένα πανίσχυρο μέτωπο σωτηρίας και προοπτικής.

πηγη: ergatikosagwnas.gr

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015 00:00

Δια χειρός ......

Γράφτηκε από τον

heavenhell.jpg

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015 00:00

''ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΦΥΣΙΚΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ''

Γράφτηκε από τον

tolios_3.jpg

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΕΦΑΛΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΗΣΗ

Του ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΛΙΟΥ*

Η ενασχόληση με ένα βιβλίο που ξεφεύγει από τα όρια του επιστημονικού μας πεδίου περιέχει πάντα τον κίνδυνος να μιλάμε «επί παντός επιστητού». Ταυτόχρονα αποτελεί μια «πρόκληση» αλλά και «πρόσκληση» για άνοιγμα των οριζόντων σε νέα πεδία της γνώσης. Το βιβλίο του Χρήστου Κεφαλή «Οι Μεγάλοι Φυσικοί Επιστήμονες»1 που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις «Τόπος», παρουσιάζει ενδιαφέρον διότι δεν είναι ένα βιβλίο μόνο για ειδικούς, αλλά και για όσους αναζητούν επιστημονική απάντηση σε φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα, έχοντας ως μεθοδολογικό πλαίσιο την κοσμοθεωρία του μαρξισμού, τον διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό.

Στόχος του βιβλίου του Χ. Κεφαλή, είναι να παρουσιάσει τις εξελίξεις στις φυσικές επιστήμες στον 20ό αιώνα και να καταδείξει τον υλιστικό και αθεϊστικό τους χαρακτήρα και τη σημασία τους από την άποψη της ανανέωσης και εμπλουτισμού της μαρξιστικής διαλεκτικής. Με την πρωτοτυπία και τον πλούτο των προσεγγίσεών του, το συγκεκριμένο βιβλίο, ωθεί σε αναζητήσεις και προβληματισμούς στα μεγάλα θέματα γνώσης, ερμηνείας και αλλαγής του κόσμου.

Πιο συγκεκριμένα το βιβλίο πραγματεύεται το έργο και τη σκέψη των κορυφαίων φυσικών επιστημόνων του 20ού αιώνα ως τις μέρες μας. Ο αναγνώστης θα βρει κείμενα για τον Αϊνστάιν, τους πρωταγωνιστές της κβαντικής θεωρίας, Μπορ, Χάιζενμπεργκ, Ντιράκ, και τους συνεχιστές τους Φάινμαν και Γκελ-Μαν. Οι εξελίξεις στην κοσμολογία παρουσιάζονται μέσα από το έργο των Χόκινγκ, Λίντε, Γκαθ, Τούροκ και Στάινχαρντ, αλλά και του Εμμανουήλ Καντ, για τον οποίο ο Κεφαλής εκτιμά ότι είχε προκαταλάβει πολλές από τις σύγχρονες επιστημονικές ιδέες. Στη συνέχεια συζητούνται οι σύγχρονες προσπάθειες για την ενοποίηση των φυσικών δυνάμεων (βαρύτητας, ηλεκτρομαγνητισμού κά), μέσα από τις θεωρίες των χορδών, των βρόχων, κ.ά. Εδώ περιλαμβάνονται οι Γουάινμπεργκ, Κάκου, Σβαρτζ, Γκριν, Γκρος, Γουίτεν, Σμόλιν και Ροβέλι. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με μια επισκόπηση των εξελίξεων στη βιολογία, μέσα από το έργο των Κρικ, Μάιρ και Ντόκινς.

------------------------------------0000000000000000aaaaaaafront

Η επιλογή αυτής της προσέγγισης από το συγγραφέα δεν είναι τυχαία. Συνδέεται με το γεγονός, που ο ίδιος επισημαίνει στην εκτενή εισαγωγή του, της ανάγκης υπέρβασης των δογματικών προσεγγίσεων, που επιχειρούν να επιβάλλουν στη φυσική επιστήμη ένα έτοιμο και εκ των προτέρων επινοημένο «διαλεκτικό» σχήμα, αντί να παίρνουν ως βάση τις ίδιες τις επιστημονικές θεωρίες. Όπως ο ίδιος τονίζει:

«Η προώθηση της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας δεν μπορεί να γίνει με έτοιμες φιλοσοφικές θέσεις, επιστρατεύοντας τον υλισμό όπως παραδό­θηκε από τους κλασικούς. Οι μαρξιστές επείγει να αφομοιώσουν το περιεχόμενο της φυσικής επιστήμης στις φιλοσοφικές τους επεξεργασίες και όχι να αποφασίζουν προκαταβολικά με έτοιμα επιχειρήματα τι πρέπει να πει η επιστήμη για να τους είναι αποδεκτή… Αυτή η εργασία μπορεί προφανώς να γίνει μόνο ξεκινώντας από τα αποτελέσματα της επιστήμης, στη βάση της πραγματικής ανάπτυξής της, με την αποδοχή των θεωριών της, και όχι με ανόητες προσπάθειες να αποδειχτεί ότι ο δρόμος της επιστήμης είναι λαθεμένος και ότι ο μαρξισμός εμπεριέχει μια αντιστράτευση σε αυτόν» (σελ. 45, 44).

Ο Κεφαλής εκτιμά ότι ακόμη και κορυφαίοι μαρξιστές, όπως ο Ένγκελς, δεν απέφυγαν πάντα αυτό τον κίνδυνο, ενώ οι σχηματικές προσεγγίσεις που κυριάρχησαν, με λίγες εξαιρέσεις, στη σταλινική περίοδο και αργότερα, οδήγησαν σε στρεβλώσεις του μαρξισμού. Το αποτέλεσμα ήταν να παρανοηθούν συχνά οι επιστημονικές εξελίξεις και να καταγγελθούν ως «ιδεαλιστικές» ή «θετικιστικές», θεωρίες, ιδέες και γενικεύσεις των μεγάλων φυσικών που στην πραγματικότητα προωθούν τη διαλεκτική σκέψη και υλιστική κοσμοαντίληψη.

Η κεντρική θέση που υποστηρίζεται στο έργο «Οι Μεγάλοι Φυσικοί Επιστήμονες», είναι ότι η εικόνα του κόσμου που προκύπτει από τις ανακαλύψεις των κορυφαίων φυσικών του 20ού αιώνα έχει στο επίκεντρό της τις έννοιες της αντιφατικότητας, της αυθυπαρξίας και της αυτοεξέλιξης της ύλης, που βρίσκονται στη βάση της μαρξιστικής διαλεκτικής. Ταυτόχρονα υπογραμμίζονται τα αθεϊστικά και ριζοσπαστικά συμπεράσματα που συνάγουν από τις θεωρίες τους οι κορυφαίοι φυσικοί, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι «αυθόρμητοι υλιστές» διαλεκτικοί όπως θάλεγε και ο Λένιν. Μέσα από τη διαδοχική εξέτασή των αντιλήψεων τους, επιχειρείται να αναδειχτεί η διαδοχή των επιστημονικών θεωριών ως μια διαλεκτική ανέλιξη αλληλένδετων στιγμών προς την ενιαία γνώση της φύσης.

Από την πλούσια επιχειρηματολογία του έργου εντοπίζουμε ορισμένα βασικά θέματα:  

Η αμετακίνητη αντιφατικότητα όλων των οντοτήτων της φύσης. Η ισοδυναμία της μάζας και της ενέργειας που καθιέρωσε ο Αϊνστάιν με τη θεωρία της σχετικότητας εκφράζεται συγκεκριμένα με τη συνύπαρξη σωματιδιακών και κυματικών γνωρισμάτων σε όλες τις οντότητες του κβαντικού μικρόκοσμου. Το αποτέλεσμα είναι η εσωτερική διακύμανση της ύλης και ο μη «ταυτοτικός» χαρακτήρας της, έκφραση του οποίου, εκτιμά ο Κεφαλής, είναι η κβαντική απροσδιοριστία, την οποία εκφράζουν οι περίφημες σχέσεις αβεβαιότητας του Χάιζενμπεργκ.

Οι αναλογίες στη δόμηση των επιπέδων της φύσης. Σε όλα τα επίπεδα (κβαντικός κόσμος, ζωή, ανθρώπινη κοινωνία) υφίσταται μια αντίστοιχη αντιθετική διαφοροποίηση, που περιλαμβάνει μια στατική, μια κινητική και μια παράγωγη ενδιάμεση οντότητα. Στο κβαντικό επίπεδο πρωτόνιο, ηλεκτρόνιο, νετρόνιο. Στη ζωή DNA, πρωτεΐνες, RNA. Στην ανθρώπινη κοινωνία αστική τάξη, προλεταριάτο, μικροαστοί. Στα αρχικά στάδια της εξέλιξης κυριαρχεί το στατικό στοιχείο κάθε επιπέδου, στη συνέχεια όμως η πρωτοκαθεδρία περνά στο κινητικό στοιχείο (σελ. 26-28). Κίνηση, μεταβολή, εξέλιξη ή «τα πάντα ρει» όπως έλεγε ο Ηράκλειτος

Σε κανένα σημείο οι διαχωριστικές γραμμές στη φύση δεν παγιώνονται σε ένα αμετακίνητο όριο. Ακόμη και τέτοιες ακραίες καταστάσεις της ύλης, όπως οι μαύρες τρύπες, όπου, σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας, ύλη και φως εγκλωβίζονται αναπόδραστα, μετασχηματίζονται στο αντίθετό τους όταν ληφθούν υπόψη οι συνέπειες της κβαντικής θεωρίας. Η μαύρη τρύπα, όπως έδειξε ο Χόκινγκ, μπορεί να εκρήγνυται, αυτό όντας η βάση της κοσμολογίας της μεγάλης έκρηξης. Ο Κεφαλής, σε αντίθεση με άλλους μαρξιστές, υπερασπίζει τη μεγάλη έκρηξη ως μια υλιστική θεωρία, μια συγκεκριμένη κατάδειξη του «χωρισμού του ενιαίου και η γνώση των αντιθετικών του πλευρών», που ο Λένιν θεωρούσε ως την ουσία της διαλεκτικής (σελ. 176-181, 15-16 κ.ά.).

Η φυσική επιστήμη ακολουθεί μια μεθοδολογία ανάλογη εκείνης του Μαρξ στο Κεφάλαιο, εστιάζοντας στην ανακάλυψη και περιγραφή του «κυττάρου» κάθε επιπέδου. Στην κβαντική μηχανική, όπως την επεξεργάστηκε ο Φάινμαν, αναλύονται τα στοιχειώδη συμβάντα του μικρόκοσμου, η μετακίνηση των σωματιδίων και η μεταξύ τους ανταλλαγή φωτονίων, μέσω αφαιρέσεων όπως το ιδανικό και το πραγματικό ηλεκτρόνιο (με τον ίδιο τρόπο που ο Μαρξ αναλύει την ανταλλαγή εμπορευμάτων μέσω αφαιρέσεων, όπως η αφηρημένη και η συγκεκριμένη εργασία). Στο κύτταρο της ζωής, το γονίδιο εντοπίζεται παρόμοια από τον Ντόκινς ως η μονάδα της εξέλιξης (σελ. 129-131, 340, κ.λπ.).

Η ενοποίηση των θεμελιωδών δυνάμεων της φύσης μέσα από τις πρόσφατες θεωρίες των χορδών και των βρόχων, παραπέμπει στη αντίληψη του Λένιν για τη γνώση και αναγνώριση της ταυτότητας των αντιθέσεων. Σύμφωνα με τη σύγχρονη φυσική στις ακραίες συνθήκες της μεγάλης έκρηξης (1032 οΚ) οι θεμελιώδεις δυνάμεις της φύσης (βαρύτητα, ηλεκτρομαγνητισμός, ασθενής και ισχυρή δύναμη) συγχωνεύονται σε μια ενιαία δύναμη. Έξω από αυτά τα όρια όμως διαχωρίζονται, καταδεικνύοντας τη θεμελιώδη στην υλιστική διαλεκτική υπεροχή της αντίθεσης απέναντι στην ενότητα (σελ. 255-257, κ.ά.).  

Πέρα από τις παραπάνω γενικές ιδέες, ο αναγνώστης θα βρει ένα πλήθος εντυπωσιακές λεπτομέρειες για τις πιο πρόσφατες επιστημονικές ανακαλύψεις και θεωρίες, όπως ο πληθωρισμός, η σκοτεινή ύλη και η ενέργεια στην κοσμολογία, οι επιπλέον διαστάσεις της θεωρίας χορδών, κ.ά. Αν και η διεξοδική παρουσίασή τους διαφεύγει από τα όρια της παρούσας κριτικής, παραθέτουμε ορισμένα χαρακτηριστικά σημεία που νομίζουμε ότι θα τραβήξουν το ενδιαφέρον του.  

Οι θεωρίες των χορδών και των βρόχων, ερευνούν σήμερα απειροστά μήκη και χρονικά διαστήματα της τάξης των 10-33 cm, το μήκος του Πλανκ και ο αντίστοιχος χρόνος του Πλανκ, ο οποίος απαιτείται για να διανύσει το φως αυτό το μήκος. Σε αυτά τα απειροστά μεγέθη αποδεικνύεται ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι κβαντισμένοι και ασυνεχείς, δηλαδή τα παραπάνω μεγέθη αντιπροσωπεύουν ουσιαστικά το μίνιμουμ μήκος και χρόνο, που δεν μπορεί να διαιρεθεί παραπέρα. Η δομή του χώρου και του χρόνου αναπαρίσταται στη θεωρία των βρόχων ως ένας κβαντικός αφρός που εξελίσσεται ασυνεχώς και αλματικά, ένα δείγμα της ικανότητας του ανθρώπινου νου να γνωρίσει ακόμη και το απείρως μικρό.

Τα στοιχειώδη μεγέθη του μήκους και του χρόνου του Πλανκ είναι ταυτόχρονα η έκταση στην οποία περιορίζεται το Σύμπαν στη στιγμή της μεγάλης έκρηξης, η οποία αντιπροσωπεύει ουσιαστικά την έκρηξη μιας μαύρης τρύπας στην οποία έχει συγκεντρωθεί μέσω της βαρύτητας η άπειρη ύλη των γαλαξιών. Στη στιγμή της έκρηξης το Σύμπαν (πιο σωστά το μέρος του Σύμπαντος στο οποίο λαβαίνει χώρα η έκρηξη) διέπεται από τους νόμους της θεωρίας των χορδών και της πιο γενικής θεωρίας-Μ. Η μελέτη της κατάστασής του με βάση τη θεωρία των χορδών αποκαλύπτει ότι στη φάση που προηγείται της έκρηξης όλα τα χαρακτηριστικά του Σύμπαντος, ακόμη και οι φυσικές σταθερές και οι νόμοι, υφίστανται δραστικές μεταβολές. Σύμφωνα με το κυκλικό μοντέλο των Τούροκ και Στάινχαρντ, που περιγράφει τη μεγάλη έκρηξη ως μια σύγκρουση κοσμικών χορδών ή βρανών:

«Σύμφωνα με το κυκλικό μοντέλο, οι φυσικοί που θα εκτελούν τα ίδια πειράματα κατά τα τελευταία δέκα δισεκατομμύρια χρόνια πριν από την επόμενη σύγκρουση των βρανών θα ανιχνεύσουν μια ευμεγέθη διαφοροποίηση των σταθερών… Λίγες στιγμές πριν από τη σύγκρουση, οι ούτως ή άλλως ταχύτατες μεταβο­λές προσλαμβάνουν δραματικές διαστάσεις: τα σωματίδια χάνουν τις μάζες τους και οι νόμοι της φύσης επανέρχονται σε μια πολύ απλούστερη και πιο συμμετρική μορφή… Ξαφνικά, όλο το διάστημα θα λαμπαδιάσει από νέα ύλη και ακτινοβολία που γέννησε η σύγκρουση… Τα κουάρκ και τα γκλουόνια από τα οποία είμαστε όλοι φτιαγμένοι προστίθενται στην πλημμυρίδα των κουάρκ και των γκλουονίων που δημιούργησε η έκρηξη και ο κοσμικός κύκλος ανανεώνεται…» (σελ. 217).

Το κυκλικό μοντέλο εξηγεί έτσι το «πριν» της μεγάλης έκρηξης, παρουσιάζοντάς τη ως το τέλος ενός προηγούμενου κοσμικού κύκλου και καταρρίπτοντας τα θεολογικά συμπεράσματα που είχαν σπεύσει να εξάγουν ορισμένοι από αυτήν.

• Από την άλλη μεριά, η θεωρία του πληθωρισμού εξηγεί τη διαδικασία της μεγάλης έκρηξης. Σύμφωνα με αυτή, στα 10-33 sec μετά την έκρηξη, ακολουθεί μια διαδικασία αλματικής επέκτασης του Σύμπαντος κατά ένα παράγοντα της τάξης του 1050. Αυτό προκαλείται από μια ιδιότυπη, απωθητική βαρυτική δύναμη, καθώς στις ακραίες συνθήκες της έκρηξης η βαρύτητα γίνεται απωθητική, μια περίπτωση, σύμφωνα με τον Κεφαλή, της διαλεκτικής μετατροπής στο αντίθετο, από τις πολλές που παρουσιάζονται στη σύγχρονη φυσική. Σύμφωνα με τους θεμελιωτές του, τον Α. Γκαθ και τον Α. Λίντε, ο πληθωρισμός μπορεί να συνεχίζεται αέναα, παράγοντας αλυσιδωτές μεγάλες εκρήξεις σε διάφορα μέρη του Σύμπαντος, τα οποία ορίζονται ως μίνι-Σύμπαντα σε ένα άπειρο Σύμπαν. Με τα λόγια του Λίντε:

«Προηγούμενα πιστεύαμε ότι το Σύμπαν μας ήταν σαν ένα σφαιρικό μπαλόνι. Στη νέα εικόνα, είναι σαν ένα μπαλόνι, που παράγει μπαλόνια, που παράγουν μπαλόνια. Αυτό είναι ένα μεγάλο φράκταλ. Οι Έλληνες σκέφτονταν γύρω από το Σύμπαν μας ως μια ιδανική σφαίρα, επειδή αυτή ήταν η καλύτερη εικόνα που είχαν στη διάθεσή τους. Η ιδέα του 20ού αιώνα είναι ένα φράκταλ, η ομορφιά ενός φράκταλ. Τώρα έχεις αυτά τα φράκταλ. Ρωτάμε, πόσοι διαφορετικοί τύποι αυτών των στοιχείων των φράκταλ υπάρχουν, που είναι μη αναγώγιμοι ο ένας στον άλλο; Και ο αριθμός θα είναι εκθετικά μεγάλος, και στα πιο απλά μοντέλα είναι περίπου 10 στη δεκάτη, στη δεκάτη, στην εβδόμη» (σελ. 202).

Στο καθένα από αυτά τα μίνι-Σύμπαντα οι ίδιοι νόμοι της φύσης μπορεί να πραγματώνονται διαφορετικά, καθώς σύμφωνα με τη θεωρία χορδών, εκτός από τις τέσσερεις οικείες διαστάσεις μας (τρεις του χώρου μήκος-πλάτος-ύψος και μια του χρόνου), υπάρχουν άλλες έξι διαστάσεις τυλιγμένες σε απείρως μικρό μέγεθος ώστε να μη φαίνονται, και ο τρόπος τυλίγματός τους στο κάθε μίνι-Σύμπαν μπορεί να διαφέρει!!!

• Εκτός από τη γνωστή μας ύλη (μαζικά σωματίδια, φως), το Σύμπαν αποδεικνύεται να περιλαμβάνει και άλλες μορφές ύλης, αποκαλούμενες σκοτεινή ύλη και σκοτεινή ενέργεια. Οι μορφές αυτές δεν αλληλεπιδρούν ή αλληλεπιδρούν ελάχιστα με τη γνωστή μας ύλη, αποτελώντας το 95% περίπου της συνολικής ύλης, με τη γνωστή μας ύλη να περιορίζεται σε ένα 5%!!!

Τα ποσοστά της οικείας ύλης, της σκοτεινής ύλης και της σκοτεινής ενέργειας τροποποιούνται σε διάφορα στάδια της συμπαντικής ιστορίας, με την εξέλιξη να συντελείται παντού αυθόρμητα και χωρίς καμιά ανάγκη για οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση. Το τελευταίο σημείο τονίζεται ισχυρά από τον Χόκινγκ, σε μια ρητή δήλωση των αθεϊστικών συμπερασμάτων της σύγχρονης φυσικής:

«Δεν υπάρ­χει… η ανάγκη για κάποιους νέους νόμους που θα καθορίζουν τις οριακές συν­θήκες του χωροχρόνου ή για την επίκληση ενός Θεού. Μπορεί κανείς να πει: “Οι οριακές συνθήκες του Σύμπαντος είναι ότι το Σύμπαν δεν έχει όρια”. Το Σύμπαν περιέχει πλήρως τον εαυτό του και δεν επηρεάζεται από οτιδήποτε άλλο έξω από αυτό. Δεν δημιουργείται ούτε καταστρέφεται: ΥΠΑΡΧΕΙ…» (σελ. 181).  

Σχεδόν σε κάθε κεφάλαιο περιλαμβάνονται τέτοια εντυπωσιακά δείγματα των ασύλληπτων ανακαλύψεων της επιστήμης, είτε πρόκειται για θέματα όπως η ολογραφική αρχή στη θεωρία χορδών (την οποία ο Κεφαλής θεωρεί ως μια επιστημονική συγκεκριμενοποίηση της αντίληψης του Λένιν για την αντανάκλαση), είτε για την παράξενη εικόνα των οντοτήτων και των δυνάμεων του ατομικού πυρήνα, την οποία έφερε σε φως ο Γκελ-Μαν (μια αναποδογυρισμένη εκδοχή της διαλεκτικής των ηλεκτρονίων, περίπου όπως η διαλεκτική του Χέγκελ ήταν το ανάποδο εκείνης του Μαρξ) και πλήθος άλλα. Θα αφήσουμε, ωστόσο, τον ίδιο τον αναγνώστη να τα ανακαλύψει.

Στον επίλογο, ο συγγραφέας επιχειρεί μια σκιαγράφηση των βάσεων της διαλεκτικής λογικής, ειδικά της έννοιας της αντίφασης, σε συνάφεια με το περιεχόμενο των σύγχρονων επιστημονικών θεωριών. Σε αυτή τη βάση επεξηγεί ορισμένα παράδοξα γνωρίσματά τους, όπως η διατύπωση της θεωρίας χορδών σε 10 διαστάσεις, συνδέοντάς τα με τη διαλεκτική αντίληψη της αλληλεπίδρασης (σελ. 371-382).

Εν κατακλείδι, ο Κεφαλής τονίζει τη σημασία και την αναγκαιότητα ενός διαλόγου ανάμεσα στους φυσικούς και τους μαρξιστές, ώστε οι μαρξιστές να διδαχθούν από τις πηγαίες διαλεκτικές τάσεις των μεγάλων φυσικών, αλλά και να δώσουν μια ώθηση ώστε οι τάσεις αυτές να γίνουν πιο συνειδητές. Ο ίδιος παραθέτει περιπτώσεις όπου οι ίδιοι οι μεγάλοι φυσικοί εξήγαγαν από μόνοι τους τα κοινωνικά και κοσμοθεωρητικά συμπεράσματα των θεωριών τους. Η μεγάλη πλειοψηφία τους, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τους Ντιράκ, Φέινμαν, Γκελ-Μαν, Χόκινγκ, Λίντε, Τούροκ, Γουάινμπεργκ, Σμόλιν, Ροβέλι, Κρικ, Μάιρ, Ντόκινς, κ.ά., υποστηρίζει μαχητικά αθεϊστικές θέσεις. Ο Αϊνστάιν αποδέχτηκε το 1949 την ιστορική αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, στο διάσημο δοκίμιό του «Γιατί σοσιαλισμός;», ενώ ο Χάιζενμπεργκ και ο Κάκου έχουν αναφερθεί ρητά στη διαλεκτική.

Εξαιρετικά σημαντικό είναι ένα απόσπασμα όπου ο Μίτσιο Κάκου, διαπρεπής Αμερικανο-ϊάπωνας φυσικός, παρουσιάζει την αρχή της ρήξης της συμμετρίας, θεμελιώδη στην κοσμολογία της μεγάλης έκρηξης, με αναφορές στο διαλεκτικό νόμο της μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα και στις κοινωνικές επαναστάσεις:

«Αυτή είναι η ουσία της διαλεκτικής. Σύμφωνα με αυτή τη φιλοσοφία, όλα τα αντικείμενα (οι άνθρωποι, τα αέρια, το ίδιο το Σύμπαν) περνούν από μια σειρά σταδίων. Κάθε στάδιο χαρακτηρίζεται από μια σύγκρουση ανάμεσα σε δυο αντιτι­θέμενες δυνάμεις. Η φύση αυτής της σύγκρουσης καθορίζει στην πραγματικότητα τη φύση του σταδίου. Όταν η σύγκρουση επιλύεται, το αντικείμενο πηγαίνει σε ένα ανώτερο στάδιο, αποκαλούμενο η σύνθεση, όπου ξεκινά μια νέα αντίφαση, και η διαδικασία ξεκινά πάλι σε ένα ανώτερο επίπεδο.

Οι φιλόσοφοι το αποκαλούν αυτό μετάβαση από την “ποσότητα“ στην “ποιό­τητα“. Μικρές ποσοτικές αλλαγές τελικά συσσωρεύονται ώσπου υπάρχει μια ποι­οτική ρήξη με το παρελθόν. Αυτή η θεωρία εφαρμόζεται στις κοινωνίες επίσης. Οι εντάσεις σε μια κοινωνία μπορεί να αυξηθούν δραματικά, όπως έκαναν στη Γαλ­λία στα τέλη του 18ου αιώνα. Οι αγρότες αντιμετώπιζαν την πείνα, αυθόρμητες εξεγέρσεις για τροφή λάβαιναν χώρα, και η αριστοκρατία υποχώρησε πίσω από τα κάστρα της. Όταν οι εντάσεις έφτασαν στο σημείο ρήξης, μια μετάβαση φάσης συνέβηκε από το ποσοτικό στο ποιοτικό: Οι αγρότες πήραν τα όπλα, κατέλαβαν το Παρίσι και εκπόρθησαν τη Βαστίλη» (σελ. 257).

Τοποθετήσεις όπως αυτές του Κάκου πέρα από την επιστημονική έχουν και μια προφανή πολιτική σημασία. Ενισχύουν την πεποίθηση ότι ο καπιταλισμός της αγοράς δεν είναι η τελευταία λέξη της ιστορίας και ότι ο αγώνας για την ανατροπή του συμβαδίζει με τις τάσεις της κοινωνικής εξέλιξης και με την άποψη της επιστήμης.

Θα συστήσουμε θερμά το βιβλίο του Χρήστου Κεφαλή σε όλους όσους ενδιαφέρονται για τα φιλοσοφικά θεμέλια του μαρξισμού και για τα κοσμοθεωρητικά ζητήματα που βάζουν οι φυσικές επιστήμες. Προσφέρει –για να παραφράσουμε μια διάσημη ρήση του Μαρξ– γνώση και ιδέες, χρήσιμες όχι μόνο στο να καταλάβουμε αλλά και να αλλάξουμε τον κόσμο.  

Σημειώσεις.

1. Τα πλήρη στοιχεία του βιβλίου: Χρήστος Κεφαλής, Οι Μεγάλοι Φυσικοί Επιστήμονες, εκδ. Τόπος, Αθήνα 2015, σελ. 382, 19 €. Πληροφορίες: Εκδόσεις Τόπος, Πλαπούτα 2 και Καλλιδρομίου, 210 8222835, http://www.toposbooks.gr/contents/books_details.php?nid=371.  

*Ο Γιάννης Τόλιος είναι διδάκτωρ οικονομικών και μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΡΙΖΑ.

πηγη: iskra.gr

mnimi_ektelesmenon_agoniston.jpg

Δίστομο, Ιούνης 2015. Ένα τηλεοπτικό συνεργείο είναι στην πλατεία του χωριού και παίρνει συνέντευξη από τον Αργύρη Σφουντούρη. Δίστομο, Ιούνης 1944. Γερμανοί στρατιώτες σκοτώνουν ό,τι ζωντανό βρίσκεται μπροστά τους αφήνοντας το χωριό σε βαθύ πένθος για χρόνια.

Κείμενο - Φωτογραφίες: Άννα Αμπάτη 

 

Οι άνθρωποι, που επιβίωσαν από αυτή την απάνθρωπη σφαγή, δεν θα ξεχάσουν ποτέ την τραυματική αυτή εμπειρία. Ένας από αυτούς είναι και ο Αργύρης Σφουντούρης, ο οποίος αγωνίζεται ενάντια στη λησμονιά, πολεμώντας την αδικία και διεκδικώντας ένα δείγμα μετάνοιας.

Οι γερμανικές αποζημιώσεις είναι στην επικαιρότητα, ίσως πιο πολύ από ποτέ. Το χωριό δέχεται επισκέψεις από πολλά μέρη της γης. Τηλεοπτικά συνεργεία από την Κίνα, τον Καναδά, τη Γερμανία, την Αμερική καταφτάνουν συνεχώς μας λένε κάτοικοι. Συναντήσαμε και μια ομάδα Γερμανών δικηγόρων οι οποίοι διεκδικούν τις αποζημιώσεις εδώ και 15 χρόνια.

Το χωριό έχει αρχίσει να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του και αυτό οφείλεται στο ψυχικό σθένος των κατοίκων που παρόλο το πένθος είχαν τη δύναμη να συνεχίσουν τη ζωή και έχουν την αντοχή να αναβιώνουν αυτές τις φρικτές μνήμες στην προσπάθειά τους να γνωστοποιήσουν το γεγονός και να διεκδικήσουν τα ελάχιστα που τους αξίζουν.

tsiprasko.jpg

Με επιστολή τους προς τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρας και με κοινοποίηση προς τους υπουργούς Εργασίας, Πάνο Σκουρλέτη και Δημήτρη Στρατούλη αλλά και προς τον γραμματέα της κυβέρνησης Σπύρο Σαγιά, 22 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ζητούν την άμεση κατάθεση στη Βουλή του νομοσχεδίου για την επαναφορά των εργασιακών σχέσεων.

 

Οι 22 βουλευτές ζητούν - μεταξύ άλλων - να γίνει επαναφορά τόσο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας όσο και του κατώτατου μισθού αλλά και να μην εφαρμοστούν οι υπάρχουσες μνημονιακές διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν νέο «ψαλίδισμα» σε κύριες και επικουρικές συντάξεις.

Τη συγκεκριμένη επιστολή υπογράφουν οι Γιάννης Σταθάς, Δημήτρης Βέττας, Ιωάννα Γαϊτάνη, Κώστας Δελημήτρος, Βαγγέλης Διαμαντόπουλος, Ζήσης Ζάννας, Χρυσούλα Κατσαβριά, Αγλαΐα Κυρίτση, Στάθης Λεουτσάκος, Ραχήλ Μακρή, Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος, Νίκος Μιχαλάκης, Γιάννης Μιχελογιαννάκης, Γιώργος Ουρσουζίδης, Σάκης Παπαδόπουλος, Θανάσης Πετράκος, Παύλος Πολάκης, Θανάσης Σκούμας, Ελένη Σωτηρίου, Αλεξάνδρα Τσανάκα, Δέσποινα Χαραλαμπίδου και Ελένη Ψαρρέα.

πηγη: tvxs.gr

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015 00:00

ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΚΗΝΙΚΟΥ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

Γράφτηκε από τον

aaariadni_alabanou.jpg

Tης ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΑΛΑΒΑΝΟΥ*  

Η Τουρκία εισέρχεται σε αχαρτογράφητα νερά, μετά την ανατροπή του πολιτικού σκηνικού που προκάλεσε η ψήφος του τουρκικού λαού στις κοινοβουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουνίου. [1] Το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, παρόλο που διατηρεί την πρώτη θέση με 40,87%, δεν μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση με τις 259 έδρες που έλαβε, στις 550 του τουρκικού Κοινοβουλίου. Έχει ήδη ανοίξει η συζήτηση για το αν θα μπορέσει να σχηματιστεί κυβέρνηση συνασπισμού και μεταξύ ποιων κομμάτων, κυβέρνηση μειοψηφίας ή αν η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης θα οδηγήσει σε νέες εκλογές εντός 45 ημερών. Στις πυρετώδεις διαβουλεύσεις που διεξάγονται ήδη, τονίζεται η αναγκαιότητα κυβέρνησης συνασπισμού λόγω της οικονομικής κατάστασης. Όμως με ποια σύνθεση; Οι επόμενες ημέρες θα δείξουν...

Παρόλο, λοιπόν, που τρεις ημέρες μετά τις εκλογές σ' αυτό που κυρίως συγκεντρώνεται η προσοχή είναι ο σχηματισμός κυβέρνησης, δεν έχουν λιγότερη σημασία οι συνθήκες που οδήγησαν στο εκλογικό αποτέλεσμα, μιας και αυτό φαίνεται πως θα οδηγήσει σε μια “terraincognita” το τουρκικό πολιτικό σύστημα, ύστερα από την κυβερνητική μονοκρατορία του ΑΚΡ επί 12 έτη, ενώ ήδη φαίνεται από τη σχετική αρθρογραφία ότι θα έχει σημαντικές επιπτώσεις γενικότερα στην τουρκική πολιτική, ιδίως την εξωτερική, αλλά και στην εσωτερική. Δεν πρέπει να περάσει  απαρατήρητο το ότι τα δύο κόμματα που βγήκαν ενισχυμένα από τις εκλογές είναι αφ' ενός το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών που εστιάζει στην επίλυση του κουρδικού προβλήματος, και το Εθνικιστικό Κόμμα που είναι εντελώς αντίθετο με την αναγνώριση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων για τους Κούρδους της Τουρκίας.

Αν και η εκλογική πτώση του κυβερνώντος κόμματος ήταν ορατή και προβλεπόμενη, το γεγονός ότι σ' αυτή συνέβαλε κυρίως η μεγάλη άνοδος του φιλοκουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών και η είσοδός του στη Βουλή όχι απλώς οριακά, αλλά τρεις μονάδες πάνω από το όριο του 10%, ήταν εκείνο που έδωσε χαρακτηριστικά πολιτικής ανατροπής στα εκλογικά αποτελέσματα, στερώντας από το ΑΚΡ την αυτοδυναμία.

Μετά από 13 χρόνια, πρώτη φορά εισέρχεται στην τουρκική Βουλή τέταρτο κόμμα και μάλιστα ένα κόμμα το οποίο αρχικά συγκροτήθηκε ως κόμμα της κουρδικής μειονότητας, το οποίο κατόρθωσε να προσελκύσει και να εκφράσει εκλογικά το σύνολο σχεδόν των Κούρδων, όσο και ποικίλα κοινωνικά στρώματα, κινηματικές και πολιτικές ομαδοποιήσεις σε όλη την Τουρκία, συμπυκνώνοντας για πολλά εκατομμύρια τη δημοκρατική αμφισβήτηση του καθεστώτος και των επιδιώξεων του κυβερνώντος ΑΚΡ.

Οι αιτίες που οδήγησαν στην ήττα του κόμματος του Ρ.Τ. Ερντογάν εντοπίζονται κυρίως στο εξής: ο τουρκικός λαός απέρριψε την επιδίωξη του κυβερνώντος κόμματος να αποκτήσει μια πλειοψηφία τέτοια που θα επέτρεπε τη δημιουργία ενός πιο αυταρχικού και συγκεντρωτικού προεδρικού συστήματος. Να κατακτήσει δηλαδή τις έδρες που θα του έδιναν τη δυνατότητα είτε να θέσει απευθείας το θέμα της σχετικής  αλλαγής του συντάγματος (367), είτε όσες χρειάζονταν για να προκαλέσει δημοψήφισμα (330).

Σύμφωνα με Τούρκους δημοσιογράφους, σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων τόσο του ΑΚΡ όσο και του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος –αξιωματικής αντιπολίτευσης-- επέλεξε την ψήφιση του Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών ώστε να ξεπεράσει το όριο του 10% και με την είσοδό του στη Βουλή να επιφέρει αλλαγή στο συσχετισμό δύναμης που θα ματαίωνε αυτές τις επιδιώξεις.

Γράφει, επί παραδείγματι, η Μπαρτσίν Γινάντς (“Is Erdoğan a bigger threat than a jailed leader and if so, what next?” 8/6): “Αν 10 χρόνια πριν μας λέγανε ότι ένας σημαντικός αριθμός του εκκοσμικευμένου τμήματος της κοινωνίας θα στηρίξει ένα κόμμα που το θεωρεί πολιτική πτέρυγα μιας αποσχιστικής, τρομοκρατικής κουρδικής οργάνωσης προκειμένου να διασφαλίσει τη δημοκρατία στην Τουρκία, ελάχιστοι θα το πίστευαν [...] Είμαι απολύτως σίγουρη ότι πολλοί άνθρωποι που ψήφιζαν το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) επέλεξαν αυτή τη φορά το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP). Αυτό μας λέει ότι ακόμη και όσοι μισούν το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν απεχθάνονται την ιδέα ότι θα συνεχίσει να κυβερνά αυθαίρετα ο Ερντογάν. [...] Αν αυτές οι εκλογές είναι σημαντικές γιατί κατάφεραν πλήγμα στις πολιτικές φιλοδοξίες του Ερντογάν, ήταν επίσης κρίσιμες στο να αποκαλυφθεί η αντίληψη της κοινωνίας για το κουρδικό ζήτημα [...] Δεν υπάρχει, επίσης, αμφιβολία ότι το HDP πέρασε το όριο του 10% με την ψήφο των Κούρδων που συνήθως ψήφιζαν το κυβερνών AKP. Σε πολύ μικρότερο βαθμό το HDP κέρδισε ψηφοφόρους και από το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα [...] λόγω του φόβου να δουν οι πολίτες το AKP και συνεπώς τον Ερντογάν με μια πολύ ισχυρή εντολή, εάν το HDP έμενε κάτω από το κοινοβουλευτικό κατώφλι”.

Και ο Μουράτ Γιετκίν (“The end of Erdoğan’s rise in Turkey”, 8/6) : “Το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών κατόρθωσε να μετασχηματιστεί από αποκλειστικά φιλοκουρδικό σε ένα κόμμα που υποστηρίζει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες για όλη την Τουρκία και να κερδίσει την υποστήριξη των Τούρκων αριστερών και φιλελεύθερων, υποσχόμενο ότι αν μπει στο κοινοβούλιο δεν θα διαπραγματευτεί με το ΑΚΡ για την προεδρία του Ερντογάν”.

Έτσι, το ΑΚΡ έχασε πάνω από 2,5 εκατομμύρια ψήφους προς δύο κυρίως κατευθύνσεις: προς το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών και προς το Κόμμα του Εθνικιστικού Κινήματος. Το μεν πρώτο συγκέντρωσε 6 εκατομμύρια ψήφους ( εκλογές του 2011: 2,8 εκατομμύρια), το δε δεύτερο αύξησε τις ψήφους του κατά 2 εκατομμύρια. Η μετακίνηση αυτή δεν εξηγείται με την απλή αριθμητική της προηγούμενης δύναμης των κομμάτων. Ρόλο έπαιξε επίσης η μεγάλη προσέλευση –86, 7% συμμετοχή στην ψηφοφορία-- όσο και οι πολύπλευρες εσωτερικές δυναμικές μετατοπίσεις σε ορισμένες πληθυσμιακές κατηγορίες. Πιο περίπλοκο στην ερμηνεία του είναι το πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο αυτών των μετατοπίσεων.

Ένα από τα πιο απροσδόκητα στοιχεία των φετινών τουρκικών εκλογών είναι, επίσης, οι πάνω από 1,3 εκατ. άκυρες ψήφοι, μια αύξηση της τάξης του 30% από τις προηγούμενες εκλογές. Οι ερμηνείες είναι πολλές, με πιο ενδιαφέρουσα αυτή που αναφέρεται στην εμφάνιση, και στην Τουρκία, της τάσης να εκφράζεται η λαϊκή διαμαρτυρία εναντίον όλων των κομμάτων και του πολιτικού συστήματος συνολικά.

Παρόλο που το ζήτημα των προεδρικών εξουσιών και του ρόλου του Ερντογάν είχε βαρύνουσα σημασία, κοινή ομολογία είναι πως το εκλογικό αποτέλεσμα αποτελεί προϊόν πολλών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών παραγόντων : της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής και της επιδείνωσης της κατάστασης για τα φτωχά λαϊκά στρώματα, του αυταρχισμού και της περιφρόνησης των δημοκρατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων σε συνδυασμό με την ισλαμοποίηση της κοινωνίας, της πολεμικής εμπλοκής της Τουρκίας στη Συρία, που επιδείνωσε το κουρδικό πρόβλημα. Αλλά και των σκανδάλων χρηματισμού που συγκάλυψε η κυβέρνηση του ΑΚΡ, καθώς και της διαμάχης με την οργάνωση του ισλαμιστή Φετχιουλάχ Γκιουλέν που ώθησαν μεγάλα τμήματα των συντηρητικών οπαδών του ΑΚΡ προς το Εθνικιστικό Κόμμα.

Από τους σχολιασμούς του τουρκικού και διεθνούς Τύπου δεν διέφυγε το γεγονός ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης συγκέντρωσαν την προσοχή τους στην οικονομική πολιτική , το κατά κεφαλήν εισόδημα, την ανεργία και τη φτώχεια, καθιστώντας την εκλογική κούρσα δύσκολη για το AKP, το οποίο είναι πιο ικανό στην πολιτική που χαρακτηρίζεται από έντονο ιδεολογικό και πολωτικό τόνο.

Φαίνεται ότι το κόμμα του Ρ. Τ. Ερντογάν δεν έλαβε υπόψη του το ότι οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στην Τουρκία επιδεινώθηκαν απότομα τα τελευταία χρόνια και πολιτεύθηκε πάνω στις δάφνες της εποχής που η οικονομία κατέγραφε μεγάλους ρυθμούς μεγέθυνσης. Όμως, η ανεργία έχει ξεπεράσει το 20%, φτάνοντας και το 40% στη νοτιοανατολική, κατ' εξοχήν αγροτική, κουρδική περιοχή. Σε συνδυασμό με τις αυξήσεις τιμών, έχει οδηγήσει σε διόγκωση του χρέους των νοικοκυριών. Η καταναλωτική πίστη έχει εντεκαπλασιαστεί. Το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού κατέχει το 78% του πλούτου, η ανισότητα του εισοδήματος αυξήθηκε κατά 21% από το 2000 έως το 2014 (Credit Suisse’s Global Wealth Report 2014).

Είναι γεγονός ότι οι κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει η πλειοψηφία του πληθυσμού δεν εκφράζονται πάντα άμεσα σε πολιτικό επίπεδο, όμως κανείς δεν αμφιβάλλει ότι τροφοδότησαν κινήματα όπως για το Πάρκο Γκεζί, τον Ιούνιο του 2013, μεγάλες απεργίες εργαζομένων σε κρατικές επιχειρήσεις που ιδιωτικοποιήθηκαν, οι οποίοι είχαν κατασκηνώσει επί εβδομάδες στην Άγκυρα, το 2011-12. Πριν από λίγες εβδομάδες, 20.000 μεταλλεργάτες διαφόρων αυτοκινητοβιομηχανιών απέργησαν παρά τη θέληση του συνδικάτου τους, Türk-Metall. Την 1η Ιουνίου, χιλιάδες γιατροί και επαγγελματίες της υγείας έκαναν 24ωρη απεργία στην Κωνσταντινούπολη. Η λαϊκή δυσαρέσκεια σε συνδυασμό με τις εντάσεις μέσα στις τουρκικές ελίτ έχουν δημιουργήσει μια σχεδόν εκρηκτική κατάσταση, η οποία βρήκε δίοδο και στο εκλογικό αποτέλεσμα.

Παράλληλα, σχολιαστές επισημαίνουν τις εσωτερικές πολιτικές επιπτώσεις της επιθετικής και μη συνεκτικής εξωτερικής πολιτικής του ΑΚΡ που δημιουργεί σύγχυση στην κοινή γνώμη όσον αφορά τη διεθνή θέση της χώρας, η οποία έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας σύρραξης που λίγο-πολύ έχει μεταφερθεί και εντός των συνόρων. [2]

Η χρηματοδότηση και εκπαίδευση των τζιχαντιστών της Συρίας έχουν πολλαπλασιαστικές συνέπειες στον τουρκικό πληθυσμό ιδίως της μεθορίου και ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις, καθώς περιπλέκουν, μεταξύ άλλων,  τη διαδικασία επίλυσης του κουρδικού προβλήματος. Δεν είναι τυχαίο που σε σχετική, πρόσφατη έρευνα η ενεργός ανάμειξη στη σύρραξη της Συρίας θεωρείται από την πλειοψηφία των ερωτηθέντων το μεγαλύτερο πρόβλημα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και η θέση των τριών κομμάτων της αντιπολίτευσης ότι δεν πρέπει να συνεχιστεί αυτή η πολιτική ασφαλώς έπαιξε ρόλο στο εκλογικό αποτέλεσμα.

__________________________________

[1] Τα αποτελέσματα έχουν ως εξής: Σύνολο ψηφοφόρων: 55 εκατομμύρια. Ψήφισαν 47,5, έγκυρες ψήφοι 46,1. Το κυβερνών κόμμα ΑΚΡ έλαβε 40,87% (από 51% στις εκλογές του 2011) και 258 έδρες, το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα 24,95% και 132 έδρες, το Εθνικιστικό Κόμμα 16,29% και 81 έδρες, το (φιλοκουρδικό) Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών 13,12% και 80 έδρες. Το τελευταίο συμμετείχε πρώτη φορά σε εκλογές ως κόμμα με συνδυασμούς σε όλη την Τουρκία. Μέχρι τις φετινές εκλογές  συμμετείχε με ανεξάρτητους υποψηφίους για την εκλογή των οποίων δεν ίσχυε κάποιο όριο.

[2] Μια πρόσφατη έρευνα που διεξήγαγε το Πανεπιστήμιο Kadir Has, προκειμένου να διερευνήσει τη σχέση ανάμεσα στην εξωτερική πολιτική και τις πολιτικές επιλογές του πληθυσμού, έδειξε ότι η συριακή σύγκρουση θεωρείται το σημαντικότερο θέμα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, συγκεντρώνοντας το 20,3% -- αν και πολύ μειωμένο σε σχέση με το 2013 όταν το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 65,5%, πράγμα που σημαίνει ότι η κοινή γνώμη έχει εξοικειωθεί κατά κάποιο τρόπο με την πολεμική εμπλοκή. Επίσης η πρωταρχική ανησυχία εστιάζεται στο πρόβλημα των προσφύγων και όχι στον πόλεμο, με κυρίαρχη την άποψη να σταματήσει η χώρα να δέχεται Σύρους πρόσφυγες (51,3%) και να απελάσει αυτούς που ήδη έχουν εισέλθει  (36,3%).

Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν επίσης ότι το Ισραήλ και οι ΗΠΑ θεωρούνται οι μεγαλύτερες απειλές για την Τουρκία (42,6 και 35% αντίστοιχα), ενώ το 37,5% θεωρεί ότι η “Τουρκία δεν έχει φίλους”. Το ίδιο ποσοστό βλέπει ως φίλη χώρα το Αζερμπαϊτζάν, το ψευδοκράτος της Βόρειας Κύπρου (με 8,9%) και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (6%). Το 22% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι η Τουρκία πρέπει να βαδίσει μόνη στη διεθνή σκηνή, το 19,5% να συνεργαστεί με μουσουλμανικές χώρες, ενώ το 40% προτιμά τη συνεργασία με τουρκόφωνα κράτη, κυρίως με το Αζερμπαϊτζάν. Μόνο το 12,6% των ερωτηθέντων πρεσβεύει ότι η Τουρκία θα πρέπει να συνεργάζεται με τις ΗΠΑ στις διεθνείς υποθέσεις. Παρ' όλα αυτά, το 67% συνεχίζει να υποστηρίζει την ένταξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, ενώ το 42,4 (από 47,5% το 2013) επιθυμεί την ένταξη στην ΕΕ. Απ' αυτό το 42,4%, οι μισοί περίπου θεωρούν ότι δεν θα ενταχθεί ποτέ η Τουρκία στην ΕΕ λόγω θρησκείας και ταυτότητας, ενώ το 27,7% υποστηρίζει μια Τουρκική Ένωση έναντι του 4,9% που υποστηρίζει ως εναλλακτική λύση στην ΕΕ την ένταξη στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης.

Η γενική αντίληψη του τουρκικού κοινού όσον αφορά τις ΗΠΑ παραμένει πλήρως αρνητική. Το 51,7% τις χαρακτηρίζει “αναξιόπιστες”, “ιμπεριαλιστικές” και “εχθρό”. Μόνο το 20% βλέπει τις ΗΠΑ ως “στρατιωτικό σύμμαχο” και “φίλο”(MustafaAydin “Confusionaboutinternationalaffairs”, 4/6).

Πηγές: todayszaman.com, hurriyetdailynews.com, theguardian.com

*Πηγή: sxedio-b.gr

_σοκ.jpg

Της Αριάδνης Αλαβάνου

Η εκλογή στην προεδρία της Πολωνίας του ευρωβουλευτή Αντρζέι Ντούντα, 43 ετών, του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη, και η ήττα του Μπρονισλάβ Κομορόφσκι, του κυβερνώντος κόμματος CivicPlatform, προκάλεσε σοκ. Οι ανατριχίλες είχαν ξεκινήσει από τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, όταν ο Κομορόφσκι, για τον οποίο οι δημοσκοπήσεις προέβλεπαν “περίπατο”, ξεπεράστηκε από τον Ντούντα κατά μία μονάδα και ένας πρώην ροκ σταρ, ο Πάβελ Κούκιζ, με θέσεις κατά του πολιτικού κατεστημένου συνολικά, έλαβε το 20% των ψήφων.

Εν όψει και των κοινοβουλευτικών εκλογών του φθινοπώρου, αίφνης όλοι άρχισαν να αναρωτιούνται τι έγινε στη χώρα που φημολογείται ως η πιο επιτυχής περίπτωση μετάβασης στον καπιταλισμό , στη χώρα που σημειώνει επί πολλά χρόνια σημαντικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης και τρέφει φιλοδοξίες να γίνει μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη στην Κεντρική Ευρώπη. Γιατί η πλειονότητα των Πολωνών αποξενώθηκε από ένα κόμμα που υποτίθεται ότι, επί μία δεκαετία σχεδόν, καταγράφει μεγάλη οικονομική επιτυχία;

Η μάλλον εύκολη απάντηση θα ήταν ότι στη δεδομένη πολιτική σκηνή της Πολωνίας απουσίαζε άλλη εναλλακτική, ύστερα από τη φυσιολογική φθορά της οκτάχρονης διακυβέρνησης της CivicPlatform. Όμως, οι ενδείξεις της πολωνικής κοινωνικής πραγματικότητας προσανατολίζουν σε βαθύτερες ερμηνείες του εκλογικού αποτελέσματος, κύριο στοιχείο των οποίων φαίνεται να είναι η αμφισβήτηση του “πολωνικού οικονομικού θαύματος” από την πλειοψηφία των Πολωνών, σύμφωνα με τους σχολιασμούς εντός και εκτός της χώρας.

Όπως σημειώνει η αμερικανική εταιρεία συμβούλων και παροχής πληροφοριών Stratfor –γνωστή για τους στενούς δεσμούς της με τη CIA--“η νίκη του Ντούντα δεν θα αλλάξει την εξωτερική πολιτική της Πολωνίας, προτεραιότητα της Βαρσοβίας θα παραμείνουν οι δεσμοί με την ΕΕ, το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ”. Το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη είναι ακραία φιλοαμερικανικό και ατλαντικό και διακατέχεται από έντονη εχθροπάθεια απέναντι στη Ρωσία. Σ' αυτά τα πεδία δεν έχει ουσιαστική διαφορά από το κυβερνών κόμμα. Επίσης  τα δύο κόμματα ανήκουν στη Δεξιά και προέρχονται από την ίδια μήτρα, το κίνημα της Αλληλεγγύης. [1] Διαφέρουν όμως σε ορισμένα βασικά σημεία: στο μείγμα της οικονομικής πολιτικής, στην “ειδική σχέση” της Πολωνίας με τη Γερμανία και στη στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση – το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη θεωρείται “ήπια ευρωσκεπτικιστικό”, αντιτίθεται στην περαιτέρω πολιτική ενοποίηση της ΕΕ και στην ένταξη στην Ευρωζώνη,  υιοθετεί θέσεις παρόμοιες με αυτές των Βρετανών Συντηρητικών.[2]

Ο Ντούντα και το κόμμα του κατόρθωσαν να προσελκύσουν με τη ρητορική τους τα λαϊκά στρώματα που έχουν μείνει στο περιθώριο του “οικονομικού θαύματος”, εν απουσία μιας αριστεράς που να τιμά το όνομά της -– η Δημοκρατική Αριστερή Συμμαχία, που συγκροτήθηκε κυρίως από μέλη του πρώην κομμουνιστικού κόμματος στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ενέχεται πλήρως στην εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης θεραπείας-σοκ που διέλυσε όλες τις κοινωνικές κατακτήσεις των Πολωνών. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι η υποψήφιά της για την προεδρία, Μαγνταλένα Ογκόρεκ, υπέστη πραγματική συντριβή, παίρνοντας μόνο το 2,4% των ψήφων.

Ο Α. Ντούντα απευθύνθηκε στα εργατικά και αγροτικά στρώματα, βάζοντας στο επίκεντρο εκείνους που δεν ωφελήθηκαν από την οικονομική μεγέθυνση της Πολωνίας. Στήριξε την εκλογική του καμπάνια πρωτίστως σε προβλήματα όπως οι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό καθεστώς, δίνοντας έμφαση στην κατάργηση του ορίου συνταξιοδότησης στα 67 χρόνια, στην αύξηση του αφορολόγητου εισοδήματος, στη φορολόγηση των ξένων εταιρειών, των τραπεζών και των πολυκαταστημάτων. Μίλησε για “πολωνοποίηση” του τραπεζικού τομέα που σχεδόν εξ ολοκλήρου αποτελεί ξένη ιδιοκτησία και επέκρινε σφοδρά τους ξένους επενδυτές και επιχειρήσεις .[3] Κατόρθωσε έτσι να προσεγγίσει πλατιά λαϊκά στρώματα, και ιδίως τους νέους. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ψηφίστηκε από το 60% των πολύ νεαρών ηλικιών και από τους κατοίκους των ανατολικών περιοχών της χώρας που ανήκουν στην Πολωνία Β κατηγορίας, είναι φτωχές και κατεστραμμένες. Υποστηρίχθηκε επίσης από τα συνδικάταOPZZ (ομοσπονδία επίσημων συνδικάτων επί σοσιαλιστικού καθεστώτος)  και Solidarnosc. Αναμφίβολα ρόλο έπαιξε το γενικό προφίλ του Ντούντα και του κόμματός του που συνδέεται με τις συντηρητικές  αξίες της Καθολικής Εκκλησίας και την προβολή της ιδιαίτερης πολωνικής ταυτότητας. Στο πλαίσιο της αντιρωσικής και πολεμικής υστερίας που δημιουργείται σ' όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η ακραία εχθρότητα του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη απέναντι στη Ρωσία πρέπει να  συνέβαλλε στην εκλογική επιτυχία του Α. Ντούντα.

Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να ερευνήσει κανείς αν εξακολουθεί να παίζει ρόλο η βασική ιδρυτική θέση (2001) του κόμματος αυτού περί “κάθαρσης” των κρατικών υπηρεσιών, των πανεπιστημίων, επαγγελματικών κατηγοριών, όπως οι δικηγόροι, οι διευθυντές των επιχειρήσεων κ.ά., από ανθρώπους οι οποίοι σχετίζονταν με το προ του 1989 καθεστώς, που πριν μια πενταετία περίπου είχε εξελιχθεί σε ένα “κυνήγι μαγισσών” και έγινε η αφορμή για εφαρμογή αντιδημοκρατικών μέτρων εις βάρος των κομμουνιστών. Όμως, έγκυρες αναλύσεις υποδεικνύουν ότι, 26 χρόνια μετά, βαραίνουν τα σύγχρονα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα ιδίως στις νεότερες γενιές. Ο ίδιος ο Ντούντα είναι ένας νέος πολιτικός, που δεν είχε συμμετάσχει στον αντικομμουνιστικό αγώνα του κινήματος της Αλληλεγγύης, και αυτό φαίνεται πως ήταν ένα από τα πλεονεκτήματά του.

***

Η Πολωνία παρουσιάζεται συνήθως σαν η πιο επιτυχής περίπτωση μετάβασης από το σοσιαλισμό στον καπιταλισμό. Από τις χώρες της ΕΕ, στην οποία εντάχθηκε το 2004, ήταν εκείνη που σημείωσε τους μεγαλύτερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης (5,4% στα 2004-2008), η οποία επιβραδύνθηκε μεν, με την έναρξη της οικονομικής κρίσης, αλλά η χώρα δεν εισήλθε σε ύφεση, σε μεγάλο βαθμό επειδή δεν ανήκε στη ζώνη του ευρώ και μπορούσε να χειριστεί τη νομισματική πολιτική της για την αντιμετώπιση της κρίσης. Η ανεργία μειώθηκε από 19%, το 2004, σε 9%, το 2014. Ταυτόχρονα όμως, η οικονομική ανισότητα αυξήθηκε σημαντικά με τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας,τις ιδιωτικοποιήσεις και τη συμπίεση των μισθών (μέσος μισθός, το 2013, 678 ευρώ). Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, το εισοδηματικά κατώτερο 20% του πληθυσμού παρέμεινε βυθισμένο στη φτώχεια. Επίσης, παρά τη μείωση της ανεργίας, το 25% των νέων της χώρας είναι άνεργοι και η μετανάστευση αυξήθηκε από 19.000, το 2004, στις 276.000, το 2013, κυρίως προς το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία. [4]

Όπως αναφέρει ο Aleks Szczerbiak, καθηγητής Πολιτικών και Σύγχρονων Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ που διατηρεί το ThePolishPoliticsBlog: "Εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, πολυπληθή τμήματα του πληθυσμού δεν βελτίωσαν το βιοτικό τους επίπεδο. Ιδίως οι νέοι βρέθηκαν μπροστά στο δίλημμα μετανάστευση και δουλειά κατώτερη των ικανοτήτων τους ή παραμονή στη χώρα χωρίς ευκαιρίες απασχόλησης”. Σ' όλα αυτά προστίθεται ένα οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα που δημιουργεί τη δυναμική μεγάλης μείωσης του πληθυσμού την επόμενη 30ετία. Αυτά τα προβλήματα, που αποτελούν προϊόν της πολιτικής λιτότητας την οποία εφάρμοσε το κυβερνών κόμμα από το 2007,  φαίνεται πως καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την εκλογική συμπεριφορά των Πολωνών, στρέφοντάς τους προς τον Α. Ντούντα που τα έθεσε στην πολιτική ημερήσια διάταξη, ενώ ο αντίπαλός του τα έσπρωχνε κάτω από το χαλί, ή όπως λέει ο Szczerbiak “ [ο Κομορόφσκι έκανε μια] αφηρημένη περιγραφή της μετακομμουνιστικής μετάβασης αποσυνδεδεμένη από την καθημερινότητα πολλών Πολωνών”.

Η, έστω και ρητορική, αμφισβήτηση των όσιων και ιερών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των αναδιαρθρώσεων –όπως στο συνταξιοδοτικό και στο κοινωνικό κράτος--, στον έλεγχο της οικονομίας από το εγχώριο σύστημα και στον πιο παρεμβατικό χαρακτήρα του κράτους στην οικονομία, σε συνδυασμό με τη θέση του νυν Πολωνού προέδρου ότι πρέπει να “αναθεωρηθούν οι σχέσεις της χώρας με τη Γερμανία και αρμοδιότητες που έχουν εκχωρηθεί στις Βρυξέλλες να επιστρέψουν στη Βαρσοβία” προκαλούν ανησυχία στα διεθνή κέντρα τα οποία φοβούνται “εθνικιστική στροφή” στην Πολωνία, εν όψει μιας πιθανής νίκης του κόμματός του στις κοινοβουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου. “... Μια πιθανή νίκη του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου”, αναφέρει το Stratfor, “θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευάλωτες πολιτικές συμμαχίες και στην εφαρμογή πιο εθνικιστικής εσωτερικής πολιτικής”. Σε τι συνίσταται αυτή η πολιτική; Στην “ανατροπή των φιλελεύθερων μέτρων που εφάρμοσε η Βαρσοβία την περασμένη δεκαετία”.Το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη “θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κρατικές εταιρείες για να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, μέτρο που θα ανέτρεπε τα σχέδια της σημερινής κυβέρνησης να αναδιοργανώσει τον ενεργειακό τομέα”. [5]

***

Ο πρόεδρος της Πολωνίας δεν έχει πολλές αρμοδιότητες. Όμως μπορεί να αναπέμψει νόμους , οι οποίοι για να ξαναψηφιστούν χρειάζονται αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, είναι ο επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων της χώρας και έχει λόγο στην εξωτερική πολιτική, που σημαίνει ότι μπορεί να βάλει εμπόδια στην κυβέρνηση της CivicPlatform, διευκολύνοντας το κόμμα του. Εάν η επιλογή του Α. Ντούντα στην προεδρία στεφθεί και με νίκη του κόμματός του στις κοινοβουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου, θα επιβεβαιωθεί και στην περίπτωση της Πολωνίας το φαινόμενο, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες -- της ανόδου, δηλαδή, ακροδεξιών κομμάτων που αντιτίθενται στην επικυριαρχία των Βρυξελλών, όσον αφορά την οικονομική πολιτική και θέματα κρατικής κυριαρχίας, και προσπαθούν να προσελκύσουν εργαζόμενα και λαϊκά στρώματα που υφίστανται τη βαρβαρότητα της οικονομίας της αγοράς και της παγκοσμιοποίησης, καλύπτοντας έναν κοινωνικό χώρο που έχει εγκαταλείψει η προσηλωμένη τυφλά στην Ευρωπαϊκή Ένωση Αριστερά.

Κανείς λοιπόν δεν μπορεί να αποκλείσει, το αντίθετο μάλιστα, εντάσεις με τις αρχές της ΕΕ σε μια σειρά οικονομικά, πολιτισμικά ή θέματα κυριαρχίας, ιδίως εάν η απογοήτευση του πολωνικού πληθυσμού εκφραστεί πιο καταλυτικά σε πολιτικό επίπεδο.

Η ανησυχία που εκφράζουν Αμερικανοί και Ευρωπαίοι ιθύνοντες ότι ένα κατακερματισμένο πολωνικό κοινοβούλιο μπορεί να απειλήσει “τη θέση της της Πολωνίας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίαςδεν είναι καθόλου αβάσιμη. Η τάση που υποδηλώθηκε στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών με το 20% του Π. Κούκιζ μπορεί να εκφραστεί και στο κοινοβούλιο, διευρύνοντας τις ρωγμές στο πολιτικό σκηνικό, και να προκαλέσει κλυδωνισμούς στις διευθετήσεις που έχει διαμορφώσει το κατεστημένο της χώρας στη “μετακομμουνιστική” εποχή.

Η Πολωνία είναι η έκτη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ. Ακόμη και η ελαφρά απόκλιση από την ορθοδοξία των Βρυξελλών και ιδίως του Βερολίνου θα έχει επιπτώσεις. Είναι πιθανό,σε συνδυασμό με το δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι της Βρετανίας στην ΕΕ, που αποτελεί τον πολιορκητικό κριό των Βρετανών για την προώθηση των απαιτήσεών τους στη διαπραγμάτευση με τη Γερμανία και τη Γαλλία, να συντελέσει στην αύξηση της πίεσης προς τις αρχές της ΕΕ για αλλαγές που αποδομούν περαιτέρω τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, τουλάχιστον όπως την έχουμε γνωρίσει.

1.Η Αλληλεγγύη ιδρύθηκε ως ανεξάρτητο συνδικάτο το 1980, επί σοσιαλιστικού καθεστώτος, έγινε μαζικό κίνημα και στη συνέχεια πολιτικό κόμμα τη δεκαετία του 1990. Ως συνδικάτο διατηρούσε εξαρχής στενούς δεσμούς με την Καθολική Εκκλησία και διακρινόταν για τον κοινωνικό συντηρητισμό του.

2.Ο κλασικός διαχωρισμός στην πολωνική πολιτική μετά το 1989 γίνεται μεταξύ πολιτικών και κομμάτων που έχουν τις ρίζες τους στο κίνημα της Αλληλεγγύης αφ' ενός, και στο προ του 1989 κυβερνών Ενοποιημένο Εργατικό Κόμμα Πολωνίας (κομμουνιστικό), αφ' ετέρου. Παρά τη ρητορική τους και τις όποιες διαφορές, τα κόμματα που προέκυψαν από την Αλληλεγγύη και από το ΕΕΚ Πολωνίας ακολούθησαν νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Στη διαδρομή τους υπέστησαν διασπάσεις, μεταμορφώσεις και μετονομασίες. Σήμερα κυριαρχούν τα δύο δεξιά κόμματα CivicPlatformκαι Νόμος και Δικαιοσύνη, που προέρχονται από τη μετεξέλιξη των πολιτικών ομάδων που διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο του κινήματος Αλληλεγγύη, ενώ η Δημοκρατική Αριστερή Συμμαχία, που προέρχεται από το ΕΕΚ, έχει σχεδόν καταρρεύσει. Σύμφωνα με τους Jane Hardy και Andy Zebrowski, σε άρθρο τους ήδη από το 2005, (http://isj.org.uk/poland-and-the-new-europe/), στην Πολωνία το “Εμείς και Αυτοί” δεν αναφερόταν πλέον στο “Εμείς --η Αλληλεγγύη” και “Αυτοί -– το Κομμουνιστικό Κόμμα”, αλλά στο “Εμείς –- οι απλοί άνθρωποι” και “Αυτοί -– η διεφθαρμένη κυβέρνηση και οι κλέφτες των ιδιωτικοποιήσεων”. Οι πρόσφατες προεδρικές εκλογές , ιδίως ο πρώτος γύρος που ανέδειξε με 20% τον Π. Κούκιζ, ο οποίος προσέλκυσε κυρίως ψηφοφόρους του κυβερνώντος κόμματος με σημαία την αντίθεση στο σύνολο του πολιτικού κατεστημένου και αιτήματα κατά της μετανάστευσης και της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων, ίσως αποτελούν την πρώτη πολιτική έκφραση αυτών των κοινωνικών διαθέσεων.

3. Αν και τοποθετείται σαφώς υπέρ της ελεύθερης αγοράς, το κόμμα αυτό έχει θέσεις υπέρ του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία, της μη ιδιωτικοποίησης επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, της μη μείωσης των κοινωνικών δαπανών, της κρατικής εγγύησης για στεγαστικά δάνεια, του δημόσιου συστήματος υγείας.

4. Από το 1989, η πολωνική οικονομία διήνυσε αρκετές φάσεις βαθιάς αναδιάρθρωσης. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η έκθεσή της στη διεθνή οικονομία οδήγησε σε χρεοκοπία και κλείσιμο των μεγάλων και μεσαίων κρατικών επιχειρήσεων, ακόμη και ολόκληρων κλάδων, σε ταχεία ιδιωτικοποίηση. Στις αρχές της νέας χιλιετίας, ιδιωτικοποιήθηκαν οι δημόσιες υπηρεσίες και η πρόνοια, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, η υγεία, έκλεισαν πολλά νοσοκομεία, από το 1995 έως το 2003  χάθηκε το 30% των θέσεων εργασίας. Το 2005, ένας τρίτος γύρος αναδιαρθρώσεων, κυρίως σε τομείς που επέβαλε η πολιτική ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άνοιξε το δρόμο για την αρπαγή εκ μέρους των μεγάλων υπερεθνικών ομίλων, στις τηλεπικοινωνίες, στις αερογραμμές, στους σιδηροδρόμους και στα ταχυδρομεία. Στον τραπεζικό τομέα κυριάρχησαν οι ξένες τράπεζες. Η ενσωμάτωση της Πολωνίας στην ΕΕ έγινε στη βάση μιας σχετικά χαμηλής τεχνολογικά παραγωγής και ημικατεργασμένων προϊόντων.

Μια διαφωτιστική εικόνα μεταφέρει ρεπορτάζ του “Guardian” στην 20ή επέτειο της κατάρρευσης του σοσιαλιστικού καθεστώτος, το 2009: “Οι γιορτασμοί της 4ης Ιουνίου αρχικά είχε προγραμματιστεί να γίνουν στο Γκντανσκ, τον τόπο γέννησης του συνδικάτου Αλληλεγγύη και στο σκηνικό των πασίγνωστων ναυπηγείων όπου οι εργάτες με επικεφαλής τον ηλεκτρολόγο Λεχ Βαλέσα αναμετρήθηκαν με το κομμουνιστικό καθεστώς. Αλλά σ' αυτό το λιμάνι της Βαλτικής κυριαρχεί ο θυμός και όχι η νοσταλγία. Τα ναυπηγεία έχουν κλείσει με εντολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία εντάχθηκε η Πολωνία το 2004, και η κυβέρνηση φοβάται ότι θα γίνουν ταραχές που θα αμαυρώσουν την επέτειο”.

5.Το θέμα των ανθρακωρυχείων είναι περίπλοκο και έχει πολλές πτυχές, οικονομική, ιδιοκτησιακή, πολιτική, γεωπολιτική, εργασιακή, περιβαλλοντική κοκ. Εν συντομία: ηπολωνική κυβέρνηση, βάσει οδηγιών της ΕΕ, σχεδιάζει να κλείσει τέσσερα μεγάλα ανθρακωρυχεία της κρατικής Kompania Weglowa, να πουλήσει άλλο ένα και τα υπόλοιπα κερδοφόρα εννιά να τα εντάξει σε μια νέα εταιρεία αναδιάρθρωσης των ανθρακωρυχείων καθ' οδόν προς την ιδιωτικοποίηση, που σημαίνει απολύσεις χιλιάδων εργαζομένων και πλήγμα στη θεωρούμενη ως ενεργειακή ανεξαρτησία της Πολωνίας (στο κάρβουνο στηρίζεται το 90% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας). Ύστερα από αντιδράσεις των συνδικάτων και μάλιστα σε έτος εκλογών, ζητήθηκε η έγκριση της ΕΕ για την επιδότησή τους από το κράτος, όμως οι ευρωπαϊκοί κανόνες παροχής κρατικής βοήθειας συνδέονται άρρηκτα με την προετοιμασία για το κλείσιμο, την ιδιωτικοποίηση, τις απολύσεις  και τη μείωση μισθών και επιδομάτων των εργαζομένων(στον κλάδο του κάρβουνου εργάζονται 100.000 εργάτες). Σ' αυτό το κρίσιμο θέμα, το κόμμα του νέου Πολωνού προέδρου προβλέπεται πως θα έλθει σε αντίθεση με την ΕΕ.

Πηγές:

http://www.theguardian.com/world/2005/sep/14/eu.poland,http://www.theguardian.com/world/2009/may/31/poland-communism-twentieth-anniversary,http://isj.org.uk/poland-and-the-new-europe/https://polishpoliticsblog.wordpress.com/https://www.stratfor.com/sample/analysis/polish-elections-casting-doubts-eu-integration,http://www.euractiv.com/sections/energy/poland-seek-eu-approval-state-aid-coal-mines-312242,http://politicalcritique.org/opinion/2015/general-strike-poland-coal-mining/, Euronews, Reuters.

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015 00:00

ΠΟΥ ΠΑΕΙ Η ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ;

Γράφτηκε από τον

lapavitsas.jpg

Του ΚΩΣΤΑ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑ*

Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών στο θέμα της διαπραγμάτευσης ήταν ιδιαίτερα πυκνά: κατάθεση προτάσεων από την ελληνική πλευρά, διαρροή των υποτιθέμενων αντιπροτάσεων των δανειστών, απόρριψη τους από τον Έλληνα πρωθυπουργό, συζήτηση προ ημερησίας διατάξεως στη Βουλή – όπου και πάλι ο πρωθυπουργός απέρριψε διαρρήδην τις αντιπροτάσεις – και άρνηση πληρωμής της δανειακής δόσης στο ΔΝΤ στις 5 του Μάη.  Είναι φανερό ότι είμαστε σε κρίσιμη καμπή.

Το μόνο πολιτικό κόμμα που μπορεί τη στιγμή αυτή να πάει την Ελλάδα μπροστά είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Η ΝΔ σπαράσσεται από αρχηγικές διχόνοιες και υποχωρεί δημοσκοπικά, το Ποτάμι είναι παντελώς αναξιόπιστο και το ΠΑΣΟΚ ημιθανές. Η πρόταση και των τριών στην ουσία είναι να επιστρέψει η χώρα στο μνημονιακό καθεστώς. Το ΚΚΕ έχει χαθεί στους βάλτους του αριστερισμού. Ο δρόμος της Χρυσής Αυγής τέλος, αντιπροσωπεύει τον πλήρη εκτροχιασμό τη χώρας, κοινωνικά και εθνικά. Στον ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει να ακουμπάει η ελπίδα του ελληνικού λαού, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις. Γι’ αυτό έχει τεράστια σημασία να πετύχει η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και γι’ αυτό η συζήτηση που γίνεται στο εσωτερικό του έχει αυτομάτως εθνική διάσταση.

Μπροστά σ’ αυτές τις κρίσιμες και ιστορικές αναγκαιότητες, επείγει να αναλύσουμε προσεκτικά τις προτάσεις της ελληνικής κυβέρνησης και τις αντιπροτάσεις των δανειστών, βγάζοντας συμπεράσματα για την πορεία των διαπραγματεύσεων.  

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Το κείμενο που κατέθεσε η ελληνική κυβέρνηση ως βάση συμφωνίας με τους εταίρους μπορεί να συνοψισθεί στα εξής καίρια σημεία:

1. Η κυβέρνηση προβλέπει πρωτογενή πλεονάσματα 0,6% το 2015, 1,5% το 2016, 2,5% το 2017 και 3,5% ετησίως για την πενταετία που θα ακολουθήσει. Αναμφίβολα οι στόχοι είναι χαμηλότεροι από τα εξωπραγματικά 3% για το 2015 και 4,5% για το 2016 που προέβλεπαν τα μνημόνια. Αλλά δεν πρόκειται για πραγματική χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής. Αντιθέτως, η διαχείριση που προτείνει η κυβέρνηση είναι πολύ σφιχτή, όπως φαίνεται από την εγκατάλειψη της προοπτικής των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Πρακτικά θα έχουμε λιτότητα το 2015-6 και σίγουρα μετά το 2017.

2. Για να επιτευχθούν τα πλεονάσματα του 2015-6, που είναι οι μόνες χρονιές για τις οποίες μπορεί να υπάρξει κάποια ρεαλιστική πρόβλεψη, η κυβέρνηση προτείνει αύξηση της φορολογίας. Το σημαντικότερο μέτρο είναι τρία ποσοστά ΦΠΑ (6,5%, 11% και 23%), όπου το χαμηλό θα περιλαμβάνει τα φάρμακα και το μεσαίο τα βασικά τρόφιμα, την ενέργεια και το νερό. Πρόκειται για σημαντική αύξηση των έμμεσων φόρων, αλλά όντως γίνεται προσπάθεια να υπάρξει αναδιανομή κρατώντας τα ποσοστά χαμηλά για τα πιο λαϊκά αγαθά, όπως φαίνεται κυρίως από τη μείωση στο ηλεκτρικό ρεύμα (από 13% σε 11%). Εξ ορισμού όμως, αν τελικά επισυμβεί η αύξηση του ΦΠΑ με τρόπο ώστε να επιτευχθεί το πλεόνασμα, θα υπάρξει σημαντική φορολογική αφαίμαξη.

3. Η κυβέρνηση προτείνει επίσης αυξήσεις στην εισφορά αλληλεγγύης, με το βάρος να πέφτει στα πλουσιότερα στρώματα, έκτακτη εισφορά από τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, φόρο στις τηλεοπτικές διαφημίσεις, πληρωμές για τις άδειες των τηλεοπτικών σταθμών, φόρο πολυτελείας και άλλα φορολογικά μέτρα. Προτείνει επίσης, μια σειρά διοικητικών και νομοθετικών μέτρων για την πάταξη της φοροδιαφυγής, τον περιορισμό της φοροαποφυγής και τη βελτίωση της συλλογής των φόρων.

4. Πέραν των δημοσιονομικών μέτρων η κυβέρνηση προτείνει ιδιωτικοποιήσεις ύψους 3,2 δις για το 2015-16, 2,1 δις για το 2017-19 και 10,8 δις για την περίοδο μετά το 2020. Θα υπάρξει βέβαια πρόβλεψη για επενδύσεις και προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων στις ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις, ενώ θα γίνει χρήση των εσόδων για κοινωνική ασφάλιση και την ενδυνάμωση της Τράπεζας Επενδύσεων που μέλλεται να ιδρυθεί.

5. Στην κοινωνική ασφάλιση οι προτάσεις περιλαμβάνουν άρση της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος για το 2015-16 και σταδιακή απάλειψη των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων μέχρι τα 62. Επίσης προτείνεται μια σειρά επιμέρους μέτρων για τον περιορισμό της εισφοροαποφυγής και της ανασφάλιστης εργασίας.

6. Στα εργασιακά η κυβέρνηση προτίθεται να επανεισάγει τις συλλογικές συμβάσεις και να επαναφέρει τον κατώτατο μισθό στα επίπεδα του 2010 μέχρι το τέλος του 2016.

7. Στο θέμα των «κόκκινων δανείων» προτείνεται ο σχηματισμός ομάδας εργασίας για την διαμόρφωση μέτρων που θα αποσυμπιέσουν σταδιακά την κατάσταση. Παράλληλα, θα υπάρξει προσωρινή αναστολή των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας.

8. Η κυβέρνηση εισηγείται επίσης σειρά μεταρρυθμίσεων στη Δικαιοσύνη, στον Πτωχευτικό Κώδικα, στον τουρισμό, στο εμπόριο, στις τηλεπικοινωνίες, στα ελεύθερα επαγγέλματα, στο κτηματολόγιο, στη δημόσια διοίκηση και στον τομέα της ενέργειας.

9. Τέλος, η κυβέρνηση προτείνει δύο μέτρα για την αναδιάρθρωση του χρέους το 2015-16. Πρώτον, το 2015 θα υπάρξει αποπληρωμή των ομολόγων που διακρατεί η ΕΚΤ, με κονδύλια που θα παράσχει ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ). Δεύτερον, το 2015-16 θα υπάρξει αποπληρωμή των δανείων του ΔΝΤ με κονδύλια που επίσης θα παράσχει ο ΕΣΜ. Το συνολικό ύψος των νέων δανείων δεν αναφέρεται, αλλά λογικά θα είναι περίπου 50 δις. Στη βάση αυτή εκτιμάται ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να επιστρέψει στις αγορές το Μάρτιο του 2016. Η κυβέρνηση επίσης ζητά από τους «θεσμούς» να υπάρξει κάποιο πρόγραμμα χρηματοδότησης της ανάπτυξης το 2016-2021, το οποίο όμως δεν προσδιορίζεται όσον αφορά το ύψος, ή τον χαρακτήρα του.

Οι προτάσεις της κυβέρνησης αντιπροσωπεύουν έναν πολύ επώδυνο συμβιβασμό και πρέπει οπωσδήποτε να γίνει εσωτερική συζήτηση στον ΣΥΡΙΖΑ για τις επιπτώσεις τους όσον αφορά την υλοποίηση του Προγράμματος της Θεσσαλονίκης. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει αναφορά σε διαγραφή του χρέους (πόσο μάλλον βαθιά), δεν υπάρχουν φοροαπαλλαγές (12000 αφορολόγητο, ΕΝΦΙΑ κλπ.), αλλά επιβάλλεται νέος ΦΠΑ και άλλοι φόροι, η «σεισάχθεια» αναβάλλεται, η εθνικοποίηση των τραπεζών δεν αναφέρεται, και ούτω καθεξής. Θυμίζω ότι το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης δεν ήταν κάποιου είδους μπολσεβικισμός, αλλά ένας μετριοπαθής κεϋνσιανισμός. Ο συμβιβασμός που προτείνει η κυβέρνηση στους «θεσμούς» δημιουργεί πραγματικά ερωτηματικά για την υλοποίησή του.

Είναι φανερό ότι η διαπραγματευτική στρατηγική της κυβέρνησης είναι να κλείσει την αξιολόγηση παίρνοντας μια ανάσα ρευστότητας, ενώ παράλληλα επιδιώκει να εξασφαλίσει δέσμευση των δανειστών για το χρέος και την ανάπτυξη. Ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να κάνει βήματα μακριά από το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, αλλά προσπαθεί να διατηρήσει την ελπίδα μιας εναλλακτικής πορείας στο μέλλον.  

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ

Πως λοιπόν αντέδρασαν οι «εταίροι»; Αν κρίνουμε από το κείμενο που έχει διαρρεύσει, η αντίδραση ήταν στυγνή:

1. Οι «θεσμοί» απαιτούν πρωτογενή πλεονάσματα 1% το 2015, 2% το 2016, 3% το 2017, 3,5% το 2018 και 3,5% για κάθε χρόνο που ακολουθεί. Οι στόχοι δεν είναι πολύ διαφορετικοί από αυτούς της ελληνικής πλευράς και υπόρρητα αναγνωρίζεται ότι οι παλαιότεροι ήταν ανέφικτοι. Είναι ένας συμβιβασμός από την πλευρά των δανειστών. Η δημοσιονομική διαχείριση όμως παραμένει πολύ σφιχτή, πρακτικά θα υπάρχει καθεστώς λιτότητας για πολλά χρόνια.  

2. Το πρόβλημα είναι βέβαια ότι οι «θεσμοί» εκτιμούν ότι, με την τρέχουσα πορεία, το 2015 η ελληνική οικονομία θα έχει πρωτογενές έλλειμμα ύψους 0,66%. Προφανώς επίσης δεν δέχονται τις εκτιμήσεις για τα έσοδα που θα προκύψουν από τα μέτρα της ελληνικής πλευράς. Άρα απαιτούν τη λήψη «συγκεκριμένων και υψηλής ποιότητας» μέτρων, ώστε να επιτευχθούν τα πλεονάσματα για το 2015-6 και με τρόπο συμβατό με Μεσοπρόθεσμο για το 2016-19. Όπερ σημαίνει:

3. Κυρίως αύξηση του ΦΠΑ ώστε να αποφέρει επιπλέον περίπου 2 δις ευρώ. Θα υπάρχουν δύο ποσοστά 23% και 11%, όπου στο χαμηλό θα ενταχθούν τρόφιμα, φάρμακα και ξενοδοχεία (και άρα η ενέργεια θα πάει στο υψηλό ΦΠΑ). Θα καταργηθούν οι εκπτώσεις για τα νησιά.  

4. Οι «θεσμοί» απαιτούν επίσης πολλά άλλα βαριά φορολογικά μέτρα, όπως απάλειψη των φορολογικών απαλλαγών για τους αγρότες, συμπεριλαμβανομένης και της επιδότησης για το πετρέλαιο, καθώς και απάλειψη της επιδότησης για το πετρέλαιο θέρμανσης. Ακόμη, προσαρμογή των αντικειμενικών αξιών στα ακίνητα, ώστε οι φόροι επί της ακίνητης περιουσίας να έχουν την ίδια απόδοση και το 2015 και 2016, δηλαδή 2,65 δις ευρώ ετησίως. Στο θέμα των εσόδων επίσης, οι «θεσμοί» θέλουν ουσιαστικά απάλειψη των ευνοϊκών δόσεων για την ανακούφιση από τα συσσωρευμένα χρέη.

5. Πέραν των φορολογικών μέτρων, οι «θεσμοί» απαιτούν αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού συστήματος με περικοπές δαπανών 0,25%-0,5% του ΑΕΠ το 2015 και 1% το 2016. Αυτό σημαίνει μια σειρά μέτρων που περιλαμβάνουν απάλειψη του ΕΚΑΣ και συνταξιοδότηση στα 67 όσων θα συνταξιοδοτηθούν μετά τις 30 Ιανουαρίου 2015.

6. Οι «θεσμοί» προτείνουν ακόμη πλήθος μέτρων για την αναμόρφωση της Δημόσιας Διοίκησης, της Δικαιοσύνης, της ανεξαρτησίας του φοροεισπρακτικού μηχανισμού και της ανεξαρτησίας της ιδιωτικής διαχείρισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

7. Στο εργασιακό, προτείνουν διαδικασία διαβούλευσης για τον κατώτατο μισθό, τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τις μαζικές απολύσεις και τις απεργίες, με βάση την «άριστη πρακτική» στην Ευρώπη.

8. Προτείνουν ακόμη μέτρα για την απορρύθμιση διαφόρων αγορών και κυρίως της παραγωγής και της διανομής ηλεκτρικού ρεύματος.

9. Απαιτούν επίσης, τη συστηματική συνέχιση εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων που θα περιλαμβάνουν ΤΡΑΙΝΟΣΕ, περιφερειακά αεροδρόμια, Εγνατία, λιμάνι Πειραιά, λιμάνι Θεσσαλονίκης.

10. Τέλος, οι «θεσμοί» δεν κάνουν καμία αναφορά στην αναδιάρθρωση του χρέους, ούτε σε πρόγραμμα επενδύσεων και ανάπτυξης.

Από το κείμενο λοιπόν, συνάγεται ότι οι δανειστές απαιτούν σκληρά και «υψηλής ποιότητας» φορολογικά μέτρα για να επιτευχθούν τα «χαμηλά» πρωτογενή πλεονάσματα. Παράλληλα ζητούν σκληρά συνταξιοδοτικά μέτρα, σκληρά εργασιακά μέτρα και πλήθος μέτρων απορρύθμισης και απελευθέρωσης των αγορών. Υποτίθεται ότι έτσι θα ολοκληρωθεί η αξιολόγηση και θα πάρει η χώρα κάποια ένεση ρευστότητας για το άμεσο μέλλον. Δεν προτείνουν όμως καμία λύση για το χρέος και κανένα πρόγραμμα επένδυσης. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτά θα ακολουθήσουν αργότερα, ίσως μετά από μια «μεγάλη» διαπραγμάτευση για το χρηματοδοτικό κενό της χώρας.  

ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ;

Ορισμένα συμπεράσματα για το που πάμε προκύπτουν αβίαστα:

Η θεωρία ότι υπάρχουν σοβαρές διαφορές ανάμεσα στους πιστωτές, οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν προς όφελος της ελληνικής πλευράς, δεν έχει βάση. Η ευρωπαϊκή ελίτ έχει καλούς τρόπους και μιλάει ευγενικά, αλλά δεν υπάρχουν «φίλοι» μας. Όταν φτάσει η ώρα, οι ευγενικοί διαπραγματευτές γίνονται σκληροί, άτεγκτοι και κυνικοί. Έτσι φτιάχτηκαν οι αυτοκρατορίες στο παρελθόν.

Δεν υπάρχει «πολιτική διαπραγμάτευση» με τον τρόπο που αυτή γίνεται συνήθως αντιληπτή στην Ελλάδα, δηλαδή της προσωπικής συμφωνίας των ηγετών. Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο οι πολιτικές θέσεις διαμεσολαβούνται από θεσμούς και μηχανισμούς – με μια ευρύτερη έννοια, από τον δημόσιο χώρο – που έχουν τη δικιά τους λογική. Η διαμεσολάβηση αυτή συχνά παίρνει τεχνοκρατική μορφή. Για παράδειγμα, οι στόχοι της ελληνικής κυβέρνησης και των δανειστών για το πρωτογενές πλεόνασμα είναι κοντά, αλλά τα συμπεράσματα για τα μέτρα είναι πολύ διαφορετικά. Η τεχνοκρατική διαμεσολάβηση των πολιτικών θέσεων των δανειστών είναι αυστηρή, ακολουθεί τη λογική του ΔΝΤ και άρα ζητά σκληρά μέτρα.

Δεν πρόκειται να υπάρξει πρόταση των δανειστών που δεν θα εμπεριέχει μεγάλο πολιτικό κόστος για τον ΣΥΡΙΖΑ και την ηγεσία του. Ο λόγος είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αντιπροσωπεύει κίνδυνο για το στάτους κβο της Ευρώπης. Οι δανειστές επιδιώκουν να δείξουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε.

Δεν πρόκειται να υπάρξει πρόταση των δανειστών που θα επιτρέψει στον ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόσει το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, τώρα ή στο μέλλον. Το πεδίο στο οποίο οι δανειστές σταδιακά παρασύρουν τον ΣΥΡΙΖΑ είναι όλο και πιο μακριά από τις προεκλογικές του θέσεις.

Σχεδόν αβίαστα προκύπτουν και ορισμένες εκτιμήσεις:

Αν υπογραφεί συμφωνία με όρους που θα επιβάλλουν οι δανειστές, ή Ελλάδα θα επιστρέψει ουσιαστικά στο καθεστώς των Μνημονίων, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα υπάρξει συστηματική ανάπτυξη, η ανεργία θα παραμείνει υψηλή, η ανισότητα θα αυξηθεί, η χώρα θα γεράσει και θα μετατραπεί σε ασήμαντο παρία στη διεθνή σκηνή. Αν υπογραφεί μια τέτοια συμφωνία, ο χρόνος θα δουλεύει ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν θα υπάρξει περιθώριο για «εσωτερική ρήξη» με τη διαπλοκή και την διαφθορά, ούτε η δυνατότητα κοινωνικής ανατροπής. Θα πρόκειται για καταστροφή και για τη χώρα και για την Αριστερά.

Το ζητούμενο τη στιγμή αυτή δεν είναι να βρεθεί κάποιο κοινό πεδίο ανάμεσα στις προτάσεις της κυβέρνησης και σε αυτές των δανειστών για τον προφανή λόγο ότι κάτι τέτοιο θα μας πάει ακόμη πιο μακριά από το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Στην ουσία θα έχουν νικήσει οι δανειστές.

Τα περιθώρια που υπάρχουν για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων είναι ελάχιστα. Η παρατεταμένη έλλειψη ρευστότητας και χρηματοδότησης που έχουν προκαλέσει οι δανειστές οδηγεί την οικονομία σε ύφεση. Το κράτος αναστέλλει πληρωμές και δε μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Η εκροή καταθέσεων έχει γιγαντωθεί και το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σε οριακό σημείο. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξάνονται και η εμπορική πίστη έχει παγώσει. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έδωσε όντως δείγματα πολύ καλύτερης διαχείρισης της οικονομίας από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ τους τέσσερις αυτούς μήνες, αλλά η μέγγενη των δανειστών άρχισε πλέον να έχει καταστροφικά αποτελέσματα.

Η στρατηγική της ριζοσπαστικής αλλαγής της Ελλάδας κρατώντας τη χώρα στο πλαίσιο της ΟΝΕ, έχει φτάσει το τέλος της. Αυτό είναι το ουσιαστικότερο και σημαντικότερο μήνυμα που έστειλε ο οδοστρωτήρας των δανειστών. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει πραγματικά να αλλάξει την κοινωνία, να αποτρέψει την εθνική κατάπτωση, να βάλει την οικονομία σε πορεία ανάπτυξης και να κερδίσει μια νέα δυναμική θέση για την Ελλάδα στο διεθνές γίγνεσθαι, πρέπει να εξετάσει εναλλακτικούς δρόμους. Η γνώση και η ανάλυση υπάρχουν. Χρειάζεται πολιτική θέληση και αποφασιστικότητα.

*Ο Κώστας Λαπαβίτσας είναι βουλευτής Ημαθίας του ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή: costaslapavitsas.blogspot.gr

Σελίδα 1461 από 1527
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή