Σήμερα: 13/05/2026
Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015 00:00

Μετά το «ΟΧΙ» τι;

Γράφτηκε από τον

erwtimatika-1-199x124.jpg

Γράφει ο Βασίλης Μηνακάκης

1. Η ξεκάθαρη νίκη του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, το οποίο εκ των πραγμάτων απέκτησε άλλη διάσταση από εκείνη που οριοθέτησε η κυβέρνηση και άλλη συνέχεια από εκείνη που επιθυμούσε, αποτελεί αφορμή για προβληματισμό τόσο για το αποτέλεσμα αυτό καθαυτό όσο και για την «επόμενη μέρα». Πολύ περισσότερο που ήδη από το βράδυ της Κυριακής ο Τσίπρας δήλωνε ότι «το ΟΧΙ δεν σημαίνει ρήξη με το ευρώ», ενώ την επόμενη κυριολεκτικά μέρα η σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών αποφαινόταν το ίδιο κι έχτιζε μια «εθνική γραμμή διαπραγμάτευσης», με την οποία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παζαρεύει ένα νέο μνημόνιο, σχεδόν ταυτόσημο με τις προτάσεις Γιουνκέρ.

Από το πλήθος των ζητημάτων που πρέπει να συζητηθούν, πιο κρίσιμο για την τακτική και τη στρατηγική της επαναστατικής Αριστεράς είναι να γίνουν αντικείμενο προβληματισμού τα στοιχεία που συνηγόρησαν ώστε να διαψευστούν επί το θετικότερον όσοι ήλπιζαν σε ένα ΟΧΙ και επί το αρνητικότερον όσοι προσδοκούσαν επικράτηση του ΝΑΙ. Και ταυτόχρονα, τα στοιχεία εκείνα που επέτρεψαν στην κυβέρνηση να βιάσει με ωμό τρόπο τη λαϊκή ετυμηγορία μία μόλις μέρα μετά, να μετατρέψει το μαζικό ΟΧΙ σε εντολή για νέο μνημόνιο· κι αυτό χωρίς παλλαϊκή αντίδραση αντάξια αυτού του 61,3%, αλλά σε «εθνική ομοψυχία» με το απεχθές πολιτικό προσωπικό του ΝΑΙ και του μνημονιακού τόξου – που παρά τη συντριπτική ήττα του, βλέπει να του προσφέρονται νέα όπλα για να πάρει μια ρεβάνς και να επανακατακτήσει την ηγεμονία του.

2. Ένα πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο αφορά την «κοινωνική βάση» του ΟΧΙ. Πρωταγωνιστές του ήταν οι νέοι, που το στήριξαν με ποσοστό 73-85%, οι φοιτητές (85,2%), οι άνεργοι (72,9%), οι μισθωτοί του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (70,9% και 71,3% αντίστοιχα) και οι αγρότες (65,2%). Πρόκειται για μια ξεκάθαρα ταξική ψήφο από τους σύγχρονους «κολασμένους», αυτούς που ο καπιταλισμός, η κρίση του και η γραμμή υπέρβασής της καταδικάζουν σε λιτότητα και μνημόνια διαρκείας, ανεργία, εργασία λάστιχο, λαθρεπιβίωση μεταξύ εργασίας-ανεργίας και απελπισία στο «διηνεκές»· αυτούς που «δεν έχουν να χάσουν τίποτ” άλλο εκτός από τις αλυσίδες τους».

Όλοι αυτοί -και ιδίως οι νέοι, που δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την ιδέα μιας ζωής χωρίς ελπίδα κι ενός συστήματος που, κατά πως τους λένε, «δεν είναι καλό, αλλά δεν έχει εναλλακτική»- αισθάνονται κοινωνική οργή και μίσος προς το κυρίαρχο αστικό στάτους και το πολιτικό σύστημα που το υπηρετεί. Και μπορεί αυτή η οργή να μην εκδηλώνεται πάντα, μπορεί συχνά να καλύπτεται από τον καθημερινό καταναγκασμό της επιβίωσης ή να μοιάζει ναρκωμένη τη στιγμή που ο Τσίπρας -περιφρονώντας το ΟΧΙ της πιο πολωμένης κοινωνικά εκλογικής μάχης- ανεβαίνει στο τρένο της «εθνικής συναίνεσης» και του νέου μνημονίου μαζί με τη Γεννηματά, τον Μεϊμαράκη και τον Θεοδωράκη, είναι όμως πολύ δύσκολο να εξαφανιστεί ή να χειραγωγηθεί για πολύ και στα σίγουρα, να γίνει δεκανίκι της διαχείρισης τύπου ΣΥΡΙΖΑ, ακριβώς γιατί το αντικειμενικό υπόβαθρο που την τροφοδοτεί επιδεινώνεται αντί να βελτιώνεται.

Από αυτήν την κοινωνική πραγματικότητα απορρέει, επίσης, η βαθιά αποστροφή των εν λόγω κοινωνικών στρωμάτων προς το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα και η πραγματική δυσκολία που έχουν οι κρατούντες να δώσουν μια κάπως αξιόπιστη και σταθερή λύση στο «πολιτικό πρόβλημα», να συνδέσουν τα κόμματα του αστικού τόξου με την εκπροσώπηση λαϊκών συμφερόντων. Πρόκειται για αποστροφή που, μετά και την «εθνική ενότητα» της επομένης του δημοψηφίσματος, είναι δυνατόν να σπρώξει πληβειακά στρώματα στην αγκαλιά της «αταλάντευτα αντιμνημονιακής» -όπως θέλει να εμφανίζεται- Χρυσής Αυγής.

Από την ίδια πραγματικότητα αναδεικνύεται ξεκάθαρα το ταξικό στίγμα που έχουν η κατεύθυνση και οι επιλογές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Μια κατεύθυνση στρατευμένη στην αστική διαχείριση, που δίνει «μάχη» με τους «δανειστές» για τις εξοπλιστικές δαπάνες και τα εφοπλιστικά προνόμια (γιατί, άραγε;) αλλά εγκαταλείπει τα 751 ευρώ ή την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ.

Ας επιμείνουμε λίγο στις ταξικές κοινωνικές αναφορές του ΟΧΙ, διότι δείχνουν ότι η αντικαπιταλιστική Αριστερά, αν επιδιώκει να μετατραπεί σε μαζικό κοινωνικοπολιτικό ρεύμα, οφείλει να έχει ξεκάθαρο ταξικό στίγμα, να οικοδομήσει και να οικοδομηθεί με σαφή τρόπο σε αυτά τα κοινωνικά στρώματα, να κατακτήσει πολιτικό λόγο, μορφές δράσης και «συνδικαλιστικές» προτεραιότητες που εστιάζουν κυρίως σε αυτά, να μιλήσει για την κομμουνιστική απελευθέρωση με τη δική τους γλώσσα, φρεσκάδα και ανάγκη, να χτίσει μορφές συσπείρωσης και μέτωπα -από τα κάτω ως τα πάνω- και να παρέμβει πολιτικά με όρους που αγγίζουν αυτά τα στρώματα και δεν τα απωθούν θυμίζοντας κακέκτυπα της αστικής πολιτικής ή του ηττημένου αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος.

3. Σε ό,τι αφορά την πολιτική βάση του ΟΧΙ, είναι προφανές ότι σε αυτήν την εκλογική απάντηση συστεγάστηκαν πολλά επίπεδα συνειδητοποίησης και ριζοσπαστικοποίησης. Ωστόσο, είναι εξίσου σαφές ότι το στρατόπεδο του ΟΧΙ -παρά την πολυμορφία του- έγινε «παράταξη μάχης», άντεξε απέναντι στην αστική πανστρατιά (εγχώρια και διεθνή) και υπερίσχυσε εμφατικά όχι γιατί κάποιοι διάλεξαν το μνημόνιο των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (των 47 συν 2 σελίδων) έναντι του μνημονίου των «θεσμών», αλλά γιατί πολλοί -ανάμεσά τους και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ- σήκωσαν το γάντι του «ναι ή όχι στο ευρώ και την ΕΕ» που πετούσε ο αντίπαλος (και προβάλλει ακόμη πιο εμφατικά ενόψει της συνόδου της Κυριακής), στράφηκαν σε κατεύθυνση ρήξης, όρθωσαν το ανάστημά τους όταν η κυβέρνηση διαπραγματευόταν -ακόμη και μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος- ένα νέο μνημόνιο και αποκαθήλωναν τα εικονίσματα των τραπεζών, της ΕΕ και των αγορών όταν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ εν συνόλω έδινε καθημερινά «όρκους πίστης» στο ευρώ, τη σύγχρονη θεότητα των αγορών, των τραπεζιτών και των πολυεθνικών.

Προκεχωρημένο φυλάκιο αυτής της γενικής ροπής και δυναμικής, αυτού του ΟΧΙ -κι όχι του θολού ΟΧΙ, που μπορεί να σήμαινε και ΝΑΙ στην κυβέρνηση, τη διαπραγμάτευση και το ευρώ- αποτέλεσαν και αποτελούν οι πρωτοπόρες δυνάμεις -μεταξύ αυτών και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ- που στην οικονομική τρομοκρατία των κλειστών τραπεζών και των ΑΤΜ απαντούσαν «οι τράπεζες να περάσουν στο δημόσιο», στο όργιο των πιέσεων και των εκβιασμών απαντούσαν «ρήξη κι όχι διαπραγμάτευση», στην «αναδιάρθρωση του χρέους» αντέτειναν τη διαγραφή, στο «λύση εντός ευρώ» αντιπαρέθεταν το «δεν πάει άλλο με αυτήν τη λυκοσυμμαχία», στην οικονομική και μιντιακή τρομοκρατία των διεθνών και εγχώριων δυναστών αντέτειναν την περηφάνια, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια ενός λαού που δεν προσκυνάει. Από αυτήν την επικοινωνία-γονιμοποίηση του ενστικτωδώς ταξικού και πρωτόλεια ριζοσπαστικού ΟΧΙ με το αντικαπιταλιστικό-χειραφετητικό ΟΧΙ ωφελήθηκαν και οι δύο πλευρές.

Πολλαπλά ωφέλιμη και όχι διχαστική -όπως υποστηρίζουν ορισμένοι- ήταν επίσης η εντός του κινήματος αντιπαράθεση προς εκείνο το ΟΧΙ που συνοδευόταν από το «ναι στο ευρώ, τη διαπραγμάτευση και τον έντιμο συμβιβασμό», «έβγαζε λάδι» την κυβέρνηση κι έστρεφε τα βέλη του μόνο προς τους εκβιασμούς των δανειστών. Ήταν, μάλιστα, ωφέλιμη και για τη μάχη πριν το δημοψήφισμα, διότι χωρίς μια τέτοια αντιπαράθεση εντός του στρατοπέδου του ΟΧΙ -συναγωνιστική, που δεν ξεχνούσε ποιος είναι ο κύριος αντίπαλος- η ισχύς του στρατοπέδου αυτού θα ήταν πολύ πιο «λίγη» απέναντι στον κύριο, τον ταξικό αντίπαλο· αλλά και για τη μάχη μετά το δημοψήφισμα, για την περίοδο όπου το «ΟΧΙ της κάλπης» καλείται να επαναβεβαιωθεί ως ΟΧΙ και, παράλληλα, να μετασχηματιστεί σε «ΟΧΙ του δρόμου», σε «ΟΧΙ σε κάθε μνημόνιο», και να αντέξει στο τελεσίγραφο «Grexit ή μέτρα πρωτοφανούς κοινωνικής βαρβαρότητας» που έστειλε την Τρίτη το βράδυ η «Ιερά Συμμαχία» της ΕΕ.

Με αυτήν την έννοια, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες ανατρεπτικές δυνάμεις και τάσεις μπορούν να υπερηφανεύονται ότι έβαλαν ένα σημαντικό λιθαράκι -μεγαλύτερο από το εκλογικό αποτύπωμά τους την 25η Ιανουαρίου- στη διαμόρφωση του λαϊκού πλειοψηφικού ΟΧΙ και της ενωτικής προσπάθειας που ορθώθηκε απέναντι στην ΕΕ και το ΔΝΤ, τον ΣΕΒ και τις ΗΠΑ, την ΕΚΤ και τον Πάπα. Αυτό τους δίνει μεν μια μεγαλύτερη δυνατότητα επικοινωνίας με τον λαϊκό-νεανικό ριζοσπαστισμό, αλλά τους φορτώνει και μια σημαντική ευθύνη για τις επόμενες κρισιμότατες μέρες και την πορεία προς τη σύνοδο της Κυριακής και όσα επακολουθήσουν.

Αντιθέτως, δεν μπορεί να υπερηφανεύεται γι” αυτό η κυβέρνηση και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, που έκαναν τα πάντα για να καθηλώσουν/εγκλωβίσουν την πολιτική δυναμική του ΟΧΙ σε ανώδυνα για το σύστημα και την ΕΕ πλαίσια και που ακριβώς γι” αυτό τώρα, δέσμιες του «πάση θυσία εντός ευρώ» και της «εθνικής συναίνεσης», δεν μπορούν να ψελλίσουν το παραμικρό απέναντι στον ιταμό εκβιασμό των «εταίρων» της ΕΕ.

Ούτε, βεβαίως, η ηγεσία του ΚΚΕ που, στο όνομα της επιβεβλημένης αντίθεσης σε όλα τα μνημόνια, την ΕΕ και τον καπιταλισμό και στο όνομα της αποκάλυψης της κυβερνητικής κατεύθυνσης (που προφανώς έπρεπε να γίνει), πέταξε την μπάλα στην εξέδρα και, αντί να χτίσει συναγωνιστικούς δεσμούς όρθωσε τείχη απέναντι σε αυτό και στις ανερχόμενες τάσεις ριζοσπαστικοποίησης.

Τέλος, ούτε οι φωνές που αρκούνταν σε ένα γενικόλογο ΟΧΙ και μια εξίσου ακαθόριστη αντίσταση στους «δανειστές», αυτοπεριορίζονταν στο ανεκτό από την κυβέρνηση ΟΧΙ στο όνομα της πλατύτητας και «κόνταιναν» το μπόι τους τη στιγμή που η αναμέτρηση απαιτούσε όλοι μαζί «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα». Η ανεπάρκεια των φωνών αυτών φαίνεται πιο καθαρά σήμερα, τρεις μέρες μετά το δημοψήφισμα, πιστοποιώντας πόσο πολύτιμο κι ενωτικό είναι τόσο για το κίνημα όσο και για την ίδια η αντικαπιταλιστική Αριστερά να κολυμπάει αντάμα με τα πιο ριζοσπαστικά ρεύματα της τάσης ρήξης και όχι απλώς να τσαλαβουτάει στο ρεύμα της στιγμής, χωρίς, ωστόσο, να αποκόβεται από αυτό.
4. Ας δούμε, όμως, κατάματα την πραγματικότητα και τους συσχετισμούς. Οι τάσεις της ρήξης -ειδικότερα οι πιο ριζοσπαστικές- ενισχύθηκαν και βάθυναν στην πορεία προς το δημοψήφισμα, απέκτησαν ευρύτερη επιρροή και κύρος, ακούστηκαν και «εκτιμήθηκαν». Ωστόσο, δεν κατέκτησαν την ηγεμονία στο στρατόπεδο του ΟΧΙ, ούτε το χρωμάτισαν με τη δική τους αντίληψη, πρακτική και προοπτική. Προφανώς το σύντομο της εκλογικής μάχης και το υπαρκτό κοινωνικό τους προφίλ αποτελούν παράγοντες που έθεσαν αντικειμενικά όρια στην επίδρασή τους. Ωστόσο, το κυριότερο που πρέπει να συζητηθεί -και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ- είναι η ποιότητα της γραμμής τους, η επάρκεια των στρατηγικών και τακτικών απαντήσεών τους, η πολιτική πρακτική και το θεωρητικό οπλοστάσιό τους, η κοινωνική δικτύωση και η παρουσία τους στους αγώνες.

Με αυτήν την έννοια, στο αγωνιστικό ρήγμα που διαμορφώθηκε την τελευταία πενταετία και στο ριζοσπαστισμό που ξεπήδησε ενόψει του δημοψηφίσματος μοιάζει να υπάρχει μια ισορροπία στην κόψη του ξυραφιού. Τέτοια που μπορεί να καταλήξει ή σε υποταγή στη βαρβαρότητα (στην οποία οδηγούν και το μνημόνιο που προτείνει η κυβέρνηση και οι προτάσεις των «θεσμών») και στο μονόδρομο της ΕΕ και της αγοράς ή σε μια βαθύτερη, μαζικότερη και προπάντων έμπρακτη, αγωνιστική αμφισβήτησή τους. Αυτή η ασταθής και εκρηκτική ισορροπία -έκφραση της συνύπαρξης και διαπάλης των τάσεων χειραφέτησης και υποταγής που ενυπάρχουν στο είναι και τη συνείδησή της εργατικής τάξης- είναι που δίνει τη μία μέρα 61,3% στο ΟΧΙ και την άλλη τη δυνατότητα στον Τσίπρα να το αναιρεί, αγκαλιά με τους υπέρμαχους του ΝΑΙ· που επιτρέπει στη λαϊκή και νεολαιίστικη αγανάκτηση να «σκάει μύτη» ορμητικά στο σχετικά πιο εύκολο κοινοβουλευτικό πεδίο αλλά να ασθμαίνει στην καθημερινή μάχη με την εργοδοσία, την κυβέρνηση, τη φυλακή της ΕΕ, το μαύρο μπλοκ των αντεργατικών «μεταρρυθμίσεων».
5. Μετά το λαϊκό ΟΧΙ, την ταχύτατη -κι αναμενόμενη- παραχάραξή του από την κυβέρνηση και την υπερεπιθετική απάντηση των «δανειστών», τίποτα δεν είναι όπως πριν· ούτε σε όσους στήριξαν το ΟΧΙ ούτε σε όσους στήριξαν το ΝΑΙ. Είναι φανερό ότι η ταξική πάλη έχει ήδη περάσει σε άλλο επίπεδο: οξύνεται στο έπακρο και οδεύει προς νέα πρωτόγνωρα κι απρόβλεπτα επεισόδια, σε πείσμα όσων πίστευαν ότι οι λαϊκές ανάγκες μπορούν να ικανοποιηθούν σε «έντιμο συμβιβασμό» με όσους τις τσαλαπατούν, εντός ΕΕ και με βαθμιαίες αλλαγές – εν ολίγοις, χωρίς ρήξη, ανατροπή και άλματα, με κυβερνητική ανάθεση ή μια απλή ψήφο.

Οι απαιτήσεις, λοιπόν, της ταξικής πάλης, μεγαλώνουν καθώς, από τη μια, το εγχώριο και διεθνές αστικό μπλοκ επιχειρεί να «πάρει το αίμα του» πίσω, να κλείσει το πολιτικό ρήγμα που άνοιξε, να τσακίσει τις ριζοσπαστικές τάσεις, να ταπεινώσει πολιτικά και να εξανδραποδίσει κοινωνικά τον ελληνικό λαό (εξ ου και το «νέο μνημόνιο ή Grexit»), να ελαχιστοποιήσει τις «ασύμμετρες» απειλές για την ΕΕ, το διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, τον αστικό κόσμο συνολικά, να ανασυγκροτήσει το πολιτικό σύστημα και τους μηχανισμούς διαμεσολάβησης (η παραίτηση Σαμαρά αποτελεί ένα πρώτο στιγμιότυπο)· κι από την άλλη, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιχειρεί να κλείσει μια νέα μνημονιακή συμφωνία (σε μία ή δύο δόσεις) με αντάλλαγμα κάποια ευχολόγια περί «επανεξέτασης» του χρέους, σε δυσαρμονία με τις λαϊκές διαθέσεις και με προσπάθεια να ψαλιδιστούν πολιτικά, να ξεφουσκώσει η μαχητικότητά τους, να δρομολογηθεί η υποταγή και η χειραγώγησή τους – βοηθούντος του νέου κυβερνητικού συνδικαλισμού.

Κυρίως, όμως, οι απαιτήσεις μεγαλώνουν γιατί οι άνεργοι παραμένουν άνεργοι, οι απλήρωτοι εργαζόμενοι παραμένουν απλήρωτοι, οι φοιτητές και οι νέοι παραμένουν «κάτοικοι» ενός κόσμου που δεν τους υπόσχεται τίποτα καλό· αλλά και γιατί πάνω στα κοινωνικά συντρίμμια της προηγούμενης πενταετίας θα σωρεύονται τα νέα βάρη που φέρνουν οι επιλογές της ΕΕ, του ΔΝΤ, των εργοδοτών και η συμφωνία που προτίθεται να υπογράψει η κυβέρνηση.

Η αντικαπιταλιστική Αριστερά οφείλει να αρθεί στο ύψος αυτών των απαιτήσεων. Δεν είναι ώρα για επανάπαυση ή απλή καταγγελία της κυβερνητικής κωλοτούμπας, για «τα λέγαμε εμείς» κι επιλογές που αυταπατώνται ότι μπορούν να επιβιώσουν φρούρια που γύρω τους έχουν «κρανίου τόπο». Δεν είναι, όμως, και οι στιγμές που αρκούν τα καύσιμα και τα συνθήματα του χθες, οι μορφές δράσης κι ο τρόπος άσκησης πολιτικής, οι μετωπικές πρακτικές και η κινηματική παρέμβαση που ακολουθούσε πριν από το δημοψήφισμα και τα τραπέζια της «εθνικής συναίνεσης». Πέραν των άλλων, δεν επιτρέπεται κάτι τέτοιο και γιατί η αντικαπιταλιστική Αριστερά -με το δικό της τριπλό ΟΧΙ (στους «δανειστές», στο κυβερνητικό μνημόνιο, σε ΕΕ και χρέος)- κατέκτησε έναν αναβαθμισμένο ρόλο στην «ταξιαρχία» του ΟΧΙ και «σήκωσε το γάντι» όταν ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπιζε τη μάχη σαν «καυτή πατάτα». Αυτός ο ρόλος αναβαθμίζεται με τα μετά το δημοψήφισμα δεδομένα, κι η αντικαπιταλιστική Αριστερά οφείλει να τον επαναβεβαιώσει-επανακατακτήσει, αναλαμβάνοντας την ευθύνη που της αντιστοιχεί και απαντώντας στις προκλήσεις των καιρών.

Αλίμονο αν πιστέψει ότι μπορεί να τα καταφέρει με «μία από τα ίδια», σαν να μην έγινε καν το δημοψήφισμα· σαν να μην ήρθαν στο προσκήνιο της μάχης βαθύτερα ερωτήματα· σαν να μην επιβεβαιώθηκε ότι η δυναμική της ταξικής πάλης σήμερα γενικεύει και βαθαίνει ταχύτατα την παραμικρή σύγκρουση· σαν να μη φάνηκε ότι δεν υπάρχει «όχι στο μνημόνιο» χωρίς «έξω από το ευρώ» κι «έξω από το ευρώ» χωρίς «έξω από την ΕΕ και το αστικό πλαίσιο»· σαν να μη φαίνεται ότι δεν αρκεί ένα κοινοβουλευτικό ΟΧΙ -γιατί τέτοιο ήταν το δημοψήφισμα-, αν αυτό δεν αποτελεί έκφραση ενός κινηματικού-πολιτικού ΟΧΙ, που καταγράφεται καθημερινά στους εργασιακούς χώρους, τις γειτονιές, τα φοιτητικά αμφιθέατρα και βγάζει στους δρόμους της συλλογικής πάλης εργαζόμενους, ανέργους, νέους, αγρότες.

Αλίμονο αν στην κλιμάκωση της ταξικής σύγκρουσης και του πολιτικού διακυβεύματος απαντήσει με αποκλιμάκωση: με καλέσματα στην κυβέρνηση «να αλλάξει ρότα»· με ένα απλό «όχι σε νέα συμφωνία» χωρίς παράλληλο «ξήλωμα του μνημονιακού κεκτημένου», ανατροπή των αντεργατικών «μεταρρυθμίσεων» και ριζική βελτίωση της εργατικής θέσης· με πλαίσιο που -ακόμη και τώρα- αφήνει για άλλη ώρα το «έξω από ευρώ-ΕΕ» ή το «διαγραφή όλου του χρέους» (θεωρώντας ότι αποτελούν «συνθήματα ζύμωσης», παρότι ήταν σε κάθε στόμα την καυτή προεκλογική εβδομάδα και παραμένουν το εξίσου καυτό μετεκλογικό επταήμερο). Αλίμονο, δηλαδή, αν τη στιγμή που οι διαχωριστικές γραμμές -άρα και το πλαίσιο του μετώπου που μπορεί να δώσει διέξοδο στις λαϊκές ανάγκες- μετατοπίζονται επί το ριζοσπαστικότερον, η αντικαπιταλιστική Αριστερά αρκεστεί στα ελάχιστα ή -ακόμη χειρότερα- στα προ του ΟΧΙ, της κυβερνητικής ακύρωσής του και της απάντησης των «θεσμών» δεδομένα· αν τη στιγμή που χρειάζονται πολιτικά και στρατηγικά φτερά κι ο καθαρός αέρας της επαφής με τις πλατιές μάζες -επίθεση, δηλαδή- αυτή κλείνεται σε παλιά σχήματα, ετεροκαθορίζεται από «αναμενόμενες διαφοροποιήσεις» και αρκείται σε μάχες οπισθοφυλακών.

6. Αρκετά, όμως, με τις οριοθετήσεις. Είναι χρήσιμες αλλά όχι αρκετές. Το κρίσιμο ζήτημα είναι πώς πρέπει να δράσει, τι χρειάζεται σήμερα η αντικαπιταλιστική Αριστερά.

Το πρώτο που αναμφίβολα χρειάζεται είναι ξεκάθαρη πολιτική γραμμή, η οποία να ανταποκρίνεται στο διακύβευμα της περιόδου, να αντιπροσωπεύει τις εργατικές-λαϊκές ανάγκες και διαθέσεις, να «κοιτά στα μάτια» τον ταξικό αντίπαλο και τα διλήμματα που βάζει και να εμπεριέχει το προέχον σήμερα αλλά και το βέβαιο αύριο της ταξικής αναμέτρησης. Αυτή η γραμμή δεν μπορεί να είναι άλλη από την πάλη για την ικανοποίηση των ζωτικών εργατικών αναγκών με ανατροπή των παλιών και νέων μνημονίων, ξήλωμα των αντεργατικών αστικών αναδιαρθρώσεων, έξοδο από ευρώ/ΕΕ, διαγραφή του χρέους, σύγκρουση με την «κανονικότητα» των αγορών και του κέρδους. Η γραμμή αυτή απέδειξε την ακτινοβολία της στη μάχη του δημοψηφίσματος, έδωσε και δύναμη στον κόσμο του ΟΧΙ και τις τάσεις της ρήξης. Πρέπει, επομένως, να ξεδιπλωθεί με μεγαλύτερη ποιότητα και αποφασιστικότητα, χωρίς παλινωδίες, ταλαντεύσεις, δολιχοδρομίες ή βήματα προς τα πίσω. Και να ξεδιπλωθεί μέσα στον κόσμο, στις μάχες του παρόντος, αποτελώντας όχι απλώς ένα «ξερό» σύνθημα, αλλά ένα πολιτικό νεύρο που θα απλώνεται και «προς τα κάτω», στις ζωτικές εργατικές διεκδικήσεις, και προς «προς τα πάνω», στον αντικαπιταλιστικό-επαναστατικό ορίζοντα και τη χειραφετητική-κομμουνιστική προοπτική τους.

Το δεύτερο που χρειάζεται είναι η στράτευση με στρατηγικούς όρους στην ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, στην επιλογή που θα επιτρέψει στο ΟΧΙ της κάλπης να «βγάλει στο δρόμο» της μαζικής πάλης όλο το βάθος και την έκτασή του, όλο το ταξικό φορτίο και την αποφασιστικότητά του. Το είδαμε πριν το δημοψήφισμα, μετά από αυτό αλλά και στο πεντάμηνο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ: νικηφόρα μάχη για τα εργατικά δικαιώματα δεν μπορεί να δοθεί με όχημα «θεσμούς» που τάχθηκαν με το στρατόπεδο του ΝΑΙ, όπως η ΓΣΕΕ, η ΟΤΟΕ και τόσα άλλα «εργατικά» συνδικάτα, ή με τον νέου τύπου κυβερνητικό συνδικαλισμό του ΜΕΤΑ. Τώρα είναι η ώρα για θεσμούς-δομές συλλογικής συσπείρωσης και διεκδίκησης που θα δίνουν φωνή και δρόμο αγώνα στους ανέργους και τους νέους, στους ελαστικά εργαζόμενους, στους εργάτες του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα.

Το τρίτο που χρειάζεται είναι η μάχη των αξιών και της κοινωνικής προοπτικής. Το δημοψήφισμα ήταν πολύ διδακτικό απ” αυτήν την άποψη. Ο ένας κόσμος -ο κόσμος του ΝΑΙ- έδωσε τη μάχη όχι «στα σημεία» αλλά με ξεκάθαρες σημαίες: την ΕΕ, την αγορά, τις τράπεζες, την καπιταλιστική ανάπτυξη, τον αστικό κοινοβουλευτισμό. Και την έδωσε λέγοντας ότι δεν είναι ίσως η καλύτερη λύση, είναι όμως η «μοναδική» λύση. Γι” αυτό το πλήγμα του ΟΧΙ δεν είναι ούτε αμελητέο ούτε μόνο οικονομικό – είναι και πολιτικό, διότι εισάγει το «μικρόβιο» μιας πορείας πέραν του μονοδρόμου της ΕΕ και του καπιταλισμού. Ο άλλος κόσμος -ο κόσμος του ΟΧΙ- άντεξε -με τη συνεισφορά και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά όχι του ΣΥΡΙΖΑ- και θα αντέξει μόνο αν σταθεί στο ύψος αυτής της πρόκλησης, αν μετατρέψει το «μικρόβιο» σε επιδημία· αν αναδείξει σε νεύρο και σημαία της πάλης, τώρα κι όχι αύριο, έναν κόσμο ελπίδας και κοινωνικής χειραφέτησης, χωρίς ΕΕ και χρέος, αγορά και κέρδος, καταπίεση και εκμετάλλευση, ιδιωτική ιδιοκτησία και ρατσισμό, πολέμους και καταστροφή του περιβάλλοντος. Αν τελικά, μέσα σε αυτήν τη ζωντανή διεργασία της αυθεντικής λαϊκής δράσης, κι όχι με κομματικό «ψηστήρι» αναδείξει ως αναγκαιότητα, δυνατότητα και τάση των καιρών μια φρέσκια και επαναθεμελιωμένη πρόταση κομμουνιστικής απελευθέρωσης.

Απόρροια όλων αυτών είναι το τέταρτο απαραίτητο στοιχείο, η αναγκαία μετωπική γραμμή της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, τόσο σε συνολικό επίπεδο όσο και στους κοινωνικούς χώρους και αγώνες. Το δημοψήφισμα κατέρριψε πολλούς μύθους του «συρμού» -και κυρίως το μύθο ότι η βαθύτητα και η πλατύτητα ανταγωνίζονται η μια την άλλη, το προωθημένο περιεχόμενο ακυρώνει την ευρεία συσπείρωση- κι έδειξε ποιος είναι ο δρόμος μιας αποτελεσματικής μετωπικής γραμμής-πρακτικής. Είναι ο δρόμος που επενδύει στην αντικαπιταλιστική γραμμή (με ό,τι αυτό συνεπάγεται και σημαίνει) και δεν την αφήνει σε δεύτερη μοίρα στο όνομα ευκαιριακών και συνάμα ουτοπικών μετώπων μιας χρήσης και καμιάς αποτελεσματικότητας· που αναδεικνύει σε μάχιμο στόχο του παρόντος το «έξω από ευρώ και ΕΕ» και δεν το αφήνει για «αύριο» ή για τη «λαϊκή εξουσία»· που έχει ως οδηγό τις εργατικές ανάγκες και την ανατροπή της αντεργατικής σταυροφορίας κι όχι απλώς να μην επιδεινωθεί έτι περαιτέρω η θέση των εργαζομένων ή να πασπαλιστεί με συριζική χρυσόσκονη η μνημονιακή κόλαση· που ξεδιπλώνεται με κύριο άξονα την απευθείας επαφή της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς με το λαό και τις μορφές συλλογικής συσπείρωσης και πάλης του και δευτερεύοντα (αλλά απαραίτητο) τις ενδεχόμενες «διαφοροποιήσεις» από τον ΣΥΡΙΖΑ ή το ΚΚΕ. Αυτός ο δρόμος «περπατήθηκε» πριν το δημοψήφισμα, με αξιόλογα αποτελέσματα αλλά όχι χωρίς αντιφάσεις. Αυτός πρέπει να «περπατηθεί» και τώρα που μεγάλα εργατικά-νεολαιίστικα κομμάτια του ΟΧΙ θα αδειάζονται από την κυβέρνηση και μεγάλα διλήμματα θα διαμορφώνονται από τον ταξικό αντίπαλο· και να «περπατηθεί» με μεγαλύτερη δημιουργικότητα, τόλμη, πρωτοτυπία και σταθερότητα, ανοιχτά και πλατιά μέσα στον κόσμο του ΟΧΙ και των αγώνων, με παλιές και νέες μορφές, χωρίς να φετιχοποιείται ή να απορρίπτεται αβασάνιστα καμιά προσπάθεια.

Μόνο έτσι θα υπηρετηθεί το διπλό καθήκον της στιγμής: να χτιστεί ένα πανίσχυρο κίνημα που θα σαρώσει την αντεργατική πολιτική και τους φορείς της, από τη μια, κι από την άλλη, να οικοδομηθούν -μέσα στη φωτιά αυτής της μάχης- εκείνες οι αντικαπιταλιστικές κι επαναστατικές δυνάμεις-φορείς που θα εκφράζουν τις χειραφετητικές και κομμουνιστικές αναγκαιότητες, τάσεις και δυνατότητες της εποχής μας. Εννοείται ότι δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του το ένα ή το άλλο από αυτά. Ή θα υπηρετηθούν παράλληλα ή δεν θα υπηρετηθεί κανένα.

πηγη: pandiera.gr

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015 00:00

ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΔΕΝ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΤΟ GREXIT

Γράφτηκε από τον

ftoxeia_2.jpg

Tης ΝΤΙΝΑΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ*

«Βλέπω αγωνία, αλλά δεν πρέπει. Ηρεμία, χαμογέλα» λέει ο κύριος Ιμπραήμ καθώς σπρώχνει το καρότσι με τα ψώνια του σούπερ μάρκετ με αντάλλαγμα λίγα κέρματα.

Λένε πως δεν φοβάται μόνο όποιος δεν έχει τίποτα να χάσει. Χτες, που η Ελλάδα κρεμόταν για άλλη μια φορά από τα χείλη των Ευρωπαίων ηγετών, υπήρχαν άνθρωποι που δεν άνοιξαν στιγμή την τηλεόρασή τους, δεν πόσταραν το παραμικρό σχόλιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν αντάλλαξαν απόψεις με τους φίλους τους, δεν στάθηκαν στην ουρά του ΑΤΜ, δεν αγόρασαν έξτρα προμήθειες για το σπίτι.

 

Είναι εκείνοι που δεν τους φοβίζει καθόλου το δίλημμα ευρώ ή δραχμή και δεν τους τρομοκρατεί το Grexit. Είναι εκείνοι που δεν βλέπει κανένα τηλεοπτικό κανάλι.

Μέχρι να εφαρμοστεί η τραπεζική αργία και η κυβέρνηση να επιτρέψει τη δωρεάν μετακίνηση των ανέργων, η Παναγιώτα περπατούσε καθημερινά περίπου έξι χιλιόμετρα για να εξασφαλίσει φαγητό για την οικογένειά της.Αλλοτε στα συσσίτια της Εκκλησίας κι άλλοτε από τις δομές αλληλεγγύης, η Παναγιώτα τέσσερα χρόνια τώρα δίνει μια μάχη άνιση με την πείνα, το κρύο και το σκοτάδι.

Το σπίτι της δεν έχει ρεύμα κι έτσι το πλύσιμο, το μαγείρεμα, το σκούπισμα γίνονται σε συνθήκες που θυμίζουν την προπολεμική Ελλάδα.


Η Παναγιώτα δεν έχει πια καμία αγωνία για τις διαπραγματεύσεις που γίνονται στις Βρυξέλλες. «Η Ευρώπη μάς έφερε σ' αυτό το μαύρο χάλι. Τα πρώτα χρόνια ντρεπόμουν, πίστευα πως εγώ φταίω για όλα, ότι φταίω που έμεινα άνεργη, ότι φταίω που δεν καταφέρνω να ταΐσω τα παιδιά μου. Τώρα καταλαβαίνω ότι για κάποιους κυρίους κι εγώ και τα παιδιά μου είμαστε απλώς αριθμοί, δεν τους αφορά η ζωή μας», λέει η Παναγιώτα.

«Αυτοί είχαν ένα συγκεκριμένο σχέδιο για την Ελλάδα που εξυπηρετούσε τα δικά τους συμφέροντα και να πάμε στα τσακίδια οι άνθρωποι. Δεν ξέρω τι θα κάνει ο πρωθυπουργός τελικά, αλλά του ζητώ ένα πράγμα: τουλάχιστον εκείνος να δει ότι είμαστε άνθρωποι και να κάνει το καλύτερο».

«Ολοι μιλάνε για το καλό μας, όλοι κόπτονται για εμάς. Οι εκβιαστές θέλουν το καλό μας... ας γελάσω». Ο κύριος Ιορδάνης ζει στα δυτικά της Αθήνας, στις περιοχές που έδωσαν τα μεγαλύτερα ποσοστά στο «Οχι». «Βλέπω τα ρεπορτάζ στα ΑΤΜ των καναλιών και μου έρχεται να σπάσω την τηλεόραση. Βλέπω αυτό το καθημερινό μελόδραμα και μου έρχεται να ουρλιάξω. Μας μιλάνε για αναξιοπρέπεια στις ουρές, ότι ταπεινωνόμαστε».


«Να σας πω εγώ τι είναι ταπείνωση: να αυτοκτονούν άνθρωποι από απελπισία, να έρχεται το τέλος του μήνα και να σκέφτεσαι ποιον από όλους τους λογαριασμούς να πληρώσεις γιατί δεν φτάνουν, να κρύβεσαι από τον διαχειριστή της πολυκατοικίας γιατί δεν έχεις για τα κοινόχρηστα, να κρύβεσαι από τον σπιτονοικοκύρη, να είσαι 50 χρονών και να απλώνεις το χέρι για να σου δώσει χαρτζιλίκι η γριά μάνα σου. Αυτό είναι ταπείνωση. Ο πρωθυπουργός να σκεφτεί τους άνεργους, τους ανασφάλιστους, τους φτωχούς – μ' αυτό το κριτήριο να αποφασίσει. Τι να το κάνουμε αν η Ελλάδα παραμένει στο κλαμπ των ισχυρών και οι Ελληνες πεθαίνουν;»

«Βλέπω αγωνία, αλλά δεν πρέπει. Ηρεμία, χαμογέλα». Ο κύριος Ιμπραήμ απλώνει στο πρόσωπό του ένα τεράστιο χαμόγελο, καθώς σπρώχνει το καρότσι με τα ψώνια του σούπερ μάρκετ. Εδώ και τρία χρόνια κάθε μέρα κάνει αυτή τη μικρή εξυπηρέτηση για τις κυρίες και τους κυρίους που ψωνίζουν εδώ και σε αντάλλαγμα κρατάει τα κέρματα που βάζουν οι πελάτες για να ξεκλειδώσουν το καρότσι. Περπάτησε από το Αφγανιστάν μέχρι τα τουρκικά σύνορα κι από εκεί πέρασε με βάρκα στην Ελλάδα.

«Τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από τον πόλεμο. Μη φοβάστε, θα τα καταφέρετε. Εχετε ωραία χώρα, είστε ωραίοι άνθρωποι. Οσο είστε όλοι ζωντανοί, τα παιδιά σας είναι υγιή, έχετε ένα σπίτι και δεν πέφτουν βόμβες πάνω στο κεφάλι σας. Εμένα η ζωή μου δεν θα αλλάξει, άλλαξε μια φορά για πάντα. Μη φοβάσαι, ωραία κυρία, δες εμένα και πάρε δύναμη. Πάντα οι άνθρωποι τα καταφέρνουν».

Ενα νεαρό ζευγάρι Ρομά όχι πάνω από 20 χρονών σέρνει καταϊδρωμένο κάτω από τη γέφυρα στο «Καραϊσκάκης» ανάποδα από το ρεύμα κυκλοφορίας (μια και στο σημείο δεν υπάρχει αντίθετο ρεύμα) ένα καροτσάκι φορτωμένο παλιοσίδερα. Ο άντρας χαμογελά. Του λείπουν πολλά από τα δόντια του μια και ο οδοντίατρος δεν είναι μέσα στις δυνατότητες των περισσότερων Ρομά.

Η κοπέλα σπρώχνει το καρότσι. Η ανηφόρα τούς κόβει την ανάσα. «Εχεις πάει στρατό;» ρωτάμε τον άντρα. «Βέβαια», απαντά με καμάρι ο νεαρός κι η κοπέλα χαμογελά. Λιωμένοι στον ιδρώτα και οι δυο, δεν έχουν καμιά αγωνία για... το μέλλον των διαπραγματεύσεων. Ετσι κι αλλιώς, ζουν στο περιθώριο μιας κοινωνίας που τους αποκαλεί γύφτους και τους γυρνά την πλάτη.


«Κουράστηκα πια να υπολογίζω πιθανότητες, να αναλογίζομαι ρίσκα, να μετράω ζημιές. Ας γίνει ό,τι γίνει». Ο Δημήτρης είναι 31 χρόνων. Παρ' όλο που ήταν από εκείνους τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ που ήθελαν με κάθε κόστος μια συμφωνία, τώρα πια δηλώνει βαθιά προβληματισμένος. «Η Ευρώπη που εγώ πίστευα και ανατράφηκα με τις αρχές της και τα ιδανικά της δεν υπάρχει πια. Είναι εμφανές. Φοβάμαι να βγούμε εκτός, αλλά κι εντός δεν έχουμε μέλλον».

«Εμεινα τρία χρόνια άνεργος λόγω κρίσης. Οσο καθόμουν στις ουρές του ΟΑΕΔ, όσο έστελνα αριστερά και δεξιά βιογραφικά, όσο έμενα κλεισμένος σπίτι μου και στη μοναξιά μου γιατί δεν είχα φράγκο να πάω πουθενά, δεν αμφισβήτησα ποτέ τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας. Ωστόσο, αν είναι να περάσω όλη μου τη ζωή έτσι, είμαι έτοιμος για ένα ρίσκο.Δεν καταδέχτηκα να βγάζω χρήματα κάθε μέρα από το ΑΤΜ, τι πρόκειται να σώσω αν έχω 200 ευρώ παραπάνω; Ούτε έτρεξα στο σούπερ μάρκετ για προμήθειες. Ο,τι είναι να γίνει θα γίνει. Τι νόημα έχει πια να τρομοκρατούμαστε; Εκτός Ευρώπης θα χάσουμε πολλά, θα είναι δύσκολα για πολύ καιρό. Αλλά μπορεί να είναι κι ένα νέο ξεκίνημα».

*Πηγή: efsyn.gr

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

.jpg

Του antapoΚΡΙΤΗ*

Από την αρχή της ελληνικής κρίσης έχουν εξαγγελθεί δεκάδες μέτωπα ή πρωτοβουλίες για μέτωπα. Η πικρή αλήθεια είναι ότι η Αριστερά παράγει περισσότερα μέτωπα από όσα μπορεί να συγκροτήσει. Εξίσου πικρή όμως είναι η αλήθεια ότι ορισμένα εικοσιτετράωρα κρίνουν τους επόμενους μήνες ή και χρόνια. Αυτή η ασύμμετρη συνθήκη ισχύει και σήμερα. Με δεδομένη την απόλυτη βούληση της ελληνικής κυβέρνησης να υπογράψει, αλλά και με επίγνωση ότι απέχουμε ελάχιστα από ένα «ατύχημα», σήμερα είναι η ώρα συγκρότησης ενός μετώπου για το ΟΧΙ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ. Όπερ εστί μεθερμηνευόμενον, μέτωπο για την εδώ και τώρα ρήξη με την ΕΕ.

Από την προκήρυξη του δημοψηφίσματος μέχρι το συντριπτικό ΟΧΙ κύλησαν μερικές ημερολογιακές μέρες που ήταν πολιτικοί μήνες. Δηλαδή σε ελάχιστο χρονικό διάστημα βγήκε συμπυκνωμένη στην επιφάνεια όλη η ζωογόνος δυνατότητα του λαού να σηκώσει κεφάλι στους δυνάστες του. Από την επόμενη μέρα, εξίσου γρήγορα, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τις άμεσες κινήσεις της συμπυκνώνει μια πορεία μετάλλαξης του ΟΧΙ σε ΝΑΙ. Και από την Τρίτη, όταν και έγινε σαφές ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία απαιτεί περισσότερο φόρο αίματος για να «διασώσει» την Ελλάδα, συμπυκνώνεται στον πολιτικό χρόνο το δίλημμα «ρήξη ή υποταγή». Ότι δε ζήσαμε επί χρόνια ή και μήνες, το ζούμε τώρα. Και ότι ζήσουμε τώρα μπορεί να καθορίσει τους επόμενους μήνες ή και χρόνια. Οι στιγμές είναι περισσότερο από κρίσιμες.

Έφτασε η αποφράδα μέρα, ήγγικεν η ώρα, όπου αποδεικνύεται στην πράξη ότι δεν υπάρχει τρίτος δρόμος. Όλα τα προηγούμενα επεισόδια έχτιζαν την κορύφωση αυτού του διλήμματος. Όποιος θέλει να καταργήσει τα μνημόνια ή έστω να βάλει φρένο στην ξέφρενη λιτότητα και στο σκληρό νεοφιλελευθερισμό, δεν μπορεί παρά να έρθει σε σύγκρουση, ρήξη και αποχώρηση από την Ευρωζώνη. Οι αναλύσεις και τα επιχειρήματα επ’ αυτού περιττεύουν, μιας και η προηγούμενη διαπίστωση είναι πλέον κοινός τόπος και στην Αριστερά αλλά και στην κοινωνία.

Το ότι δεν υπάρχει τρίτος δρόμος ανάμεσα στη ρήξη και την υποταγή γίνεται φανερό από πλήθος στελεχών κυρίως της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ που επιμένουν στην ανυποχώρητη στάση «κι ότι γίνει». Γίνεται επίσης φανερό από πλήθος στελεχών, κυρίως στην κορυφή του ΣΥΡΙΖΑ, που ζυμώνουν εδώ και μέρες ότι οποιαδήποτε συμφωνία είναι καλύτερη από τη ρήξη και αρχίζουν σιγά σιγά να υπερασπίζονται τα μνημονιακά μέτρα. Ο Δ.Παπαδημούλης ξεκίνησε ήδη να υπερασπίζεται την κατάργηση της μείωσης του ΦΠΑ στα νησιά.

Τούτων δοθέντων η πρόκληση για την Αριστερά αλλά και για ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που θεωρούν ότι η -έστω και απροετοίμαστη- ρήξη είναι προτιμότερη από το νέο μνημονιακό ενταφιασμό, έχει μπει στο τραπέζι. Και είναι ζήτημα πρωτίστως κοινωνικής και δευτερευόντως πολιτικής επιβίωσης να αναδυθεί ένα μέτωπο του ΟΧΙ μέχρι τέλους, που ισοδυναμεί φυσικά με άρνηση της Ελλάδας να μπει σε νέο επαχθές πρόγραμμα και έχει ως φυσικό επακόλουθο τη ρήξη.

Υπάρχουν πράγματα που λέγονται αλλά δεν γίνονται, αλλά υπάρχουν και πράγματα που γίνονται χωρίς να λέγονται, ή τουλάχιστον να εξαγγέλλονται. Σήμερα είμαστε σε μια τέτοια φάση. Τη λαϊκή νομιμοποίηση για τη ρήξη τη δίνει το συντριπτικό ΟΧΙ ενάντια σε θεούς και δαίμονες, με σύσσωμο τον αστικό κόσμο, τα ΜΜΕ και την ΕΕ να ουρλιάζουν ότι το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα είναι και ΟΧΙ στο ευρώ. Για μία και μόνη φορά είχαν δίκιο. Η κυβέρνηση δε νομιμοποιείται να υπογράψει συμφωνία ίδια ή χειρότερη από την πρόταση Γιούνκερ. Έχει κάθε ηθικό, πολιτικό και συνταγματικό δικαίωμα να αρνηθεί το νέο μακελειό που οι Βρυξέλλες βάζουν ως προϋπόθεση παραμονής της Ελλάδας στην Ευρωζώνη.

Και ανεξάρτητα από το τι θα κάνει η κυβέρνηση, η μπάλα είναι στο γήπεδο της άλλης Αριστεράς. Της Αριστεράς που αναγνώρισε από την πρώτη μέρα ότι οποιαδήποτε προσπάθεια ενάντια στη λιτότητα θα συγκρουστεί με το σιδηρούν πλαίσιο της ΕΕ. Της Αριστεράς που ξέρει ότι η αναγκαία αλλά λειψή προετοιμασία για τη ρήξη μπορεί να αναπληρωθεί από το δίκαιο, την παλλαϊκή συστράτευση και την αγωνιστική βούληση. Της Αριστεράς που αντλεί το αίτημα της ρήξης όχι από τα συρτάρια στα οποία φυλά τα κείμενά της, αλλά από την μόνη έντιμη ερμηνεία της πρόσφατης λαϊκής ετυμηγορίας.

Σήμερα είναι η ώρα. Και αν ακόμη η ρήξη δεν εξαρτάται από τη βούληση αυτής της Αριστεράς, που παραμένει τίμια, αγωνιστική αλλά μειοψηφική, είναι κρίσιμη η συγκρότηση της πολιτικής εκπροσώπησης του ΟΧΙ μέχρι τέλους για τις επόμενες μάχες. Ήδη διάφορες δυνάμεις, σχήματα, αγωνιστές, συσπειρώσεις, έχουν θέσει ανοικτά την αναγκαιότητα ενός τέτοιου μετώπου. Συμπεριλαμβάνονται δυνάμεις από το ΣΥΡΙΖΑ, αγωνιστές προσκείμμενοι στο ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ - ΜΑΡΣ, άλλες δυνάμεις και οργανώσεις. Η πραγματικότητα θα δοκιμάσει για ακόμη μια φορά την αξιοπιστία μας. Αυτή τη φορά ας ανταποκριθούμε.

*Πηγή: antapocrisis.gr

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

34b40688ae5ba9ef14e6befb874c0bbd_L.jpg

Η φτωχοποίηση που έχει υποστεί ο ελληνικός λαός στα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων, είναι γνωστά και αγγίζουν κάθε πεδίο: από την καθημερινότητά μας, την σίτιση, τους λογαριασμούς που δεν μπορεί να πληρώσει το σύνολο του κόσμου, μέχρι την υγεία και την περίαθλψη.

Της Νατάσσας Ν. Σπαγαδώρου

Και είναι γεγονός, ότι από την φτωχοποίηση αυτή, δεν έχει γλυτώσει κανείς, ενήλικες, παιδιά, ηλικιωμένοι, ενώ την ίδια ώρα, έχει δημιουργηθεί ένας τεράστιος αριθμός ανασφάλιστων πολιτών.

Το Ινστιτούτο Prolepsis, φροντίζει να μας θυμίσει μερικά στοιχεία, τα οποία καταδεικνύουν ότι τα πράγματα στην Ελλάδα είναι πολύ σοβαρά, με αποτέλεσμα η μεγαλύτερη μερίδα του Ελληνικού λαού, να έχει υποστεί μαζική φτωχοποίηση. Σταχυολογούμε μερικά στοιχεία από την έκθεση αυτή:

– 6 στους 10 μαθητές σε 64 σχολεία της Αθήνας αντιμετωπίζουν επισιτιστική ανασφάλεια.

– Το 61% των μαθητών στα παραπάνω σχολεία έχουν ένα γονιό χωρίς δουλειά, ενώ το 17% των οικογενειών δεν είχε κανένα γονιό που να εργάζεται.

– 11% από τα παιδιά είναι ανασφάλιστα και το 7% είχε ζήσει χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα για πάνω από μια βδομάδα κατά το έτος 2014, ενώ το 3% ζούσε ακόμα χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα.

– 406 σχολεία από όλη την Ελλάδα έλαβαν βοήθεια το 2014 για να σιτίσουν τους 61,876 μαθητές τους.

– 1,053 σχολεία έχουν κάνει αίτηση φέτος για να συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα «Διατροφή», ώστε να λάβουν σίτιση οι 152,397 μαθητές τους εκ των οποίων σήμερα μόνο οι 15,520 μαθητές σε 150 σχολεία έχουν συμπεριληφθεί.

– 42,727 ερωτηματολόγια συμπληρώθηκαν από γονείς σε 23 νομούς όλης της χώρας και το 54% των οικογενειών αντιμετωπίζει επισιτιστική ανασφάλεια και το 21% πείνα.

Ακόμη, βάσει μελέτης του «Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους» της Βουλής:

– 3,8 εκατομμύρια Έλληνες ζουν κοντά στο όριο της φτώχειας (432 ευρώ το μήνα ανά άτομο)

– 2,5 εκατομμύρια Έλληνες ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας (233 ευρώ το μήνα ανά άτομο, που σημαίνει ακραία φτώχεια)

– Δηλαδή το 58% του Ελληνικού πληθυσμού, 6,3 εκατομμύρια πολίτες, ζουν κοντά ή κάτω από το όριο της φτώχειας.

Η λιτότητα αποδείχθηκε κακή συνταγή και εφιάλτης (όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για όλη την Ευρώπη) η οποία θα πρέπει να προβληματίσει όλους τους πολιτικούς ταγούς μας. Και εάν ένα παιδί πηγαίνει νηστικό στο σχολείο εν έτει 2015 (!), το ίδιο δραματικό, είναι και ένας ηλικιωμένος να μην βρίσκει τις απαραίτητες θεραπείες του και να κόβει στην μέση το φάρμακό του, ή ακόμη και ένας γιατρός να λιποθυμά από την εξάντληση μετά από άπειρες ώρες εξετάζοντας, ή χειρουργώντας αγόγγυστα, καθώς οι πόροι δεν επαρκούν για προσλήψεις και αναγκαία στελέχωση.

Τα δείγματα αυτά, δεν αποτελούν στοιχεία που καθιστούν πολιτισμένο ένα κράτος!


Πηγή: onmed.gr
Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015 00:00

Πάμπλο Νερούδα, o αιώνια ερωτευμένος ποιητής

Γράφτηκε από τον

21437-neruda.jpg

Στις 12 Ιουλίου του 1904 έρχεται στον κόσμο ο Χιλιανός ποιητής Πάμπλο Νερούδα, «ο σπουδαιότερος ποιητής του 20ου αιώνα» σύμφωνα με τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Τα έργα του είναι τα πιο πολυδιαβασμένα έργα ισπανόφωνου δημιουργού.

Ο Πάμπλο Νερούδα, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Ρικάρντο Νεφταλί Ελιέθερ Ρέγιες Μποσοάλτο, γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου 1904 στην πόλη Παράλ της Χιλής. Λίγο μετά τη γέννησή του, πεθαίνει η μητέρα του Ρόσα και ο πατέρας του Χοσέ, εργάτης των σιδηροδρόμων, μετακομίζει στην πόλη Τεμούκο όπου ξαναπαντρεύεται. Το όνομα «Πάμπλο Νερούδα», προς τιμήν του Τσέχου ποιητή Γιαν Νερούντα, αποτελεί το φιλολογικό ψευδώνυμο του από την ηλικία των 20, όνομα το οποίο αργότερα νομιμοποιεί.

Δείτε το αφιέρωμα της ΕΡΤ3

Στην επιμέλεια του αφιερώματος της ΕΡΤ3 είναι η Βασιλική Κονιτοπούλου και ο Χρήστος Αβραμίδης

Από τα δέκα του γράφει ποιήματα και στα δεκαπέντε δημοσιεύει μάλιστα στίχους στο τοπικό περιοδικό «La Mañana». Το 1919 αποσπά το τρίτο βραβείο για το ποίημά του «Nocturno ideal». Το 1921 ξεκινάει σπουδές παιδαγωγικής και γαλλικών στο Πανεπιστήμιο της Χιλής, στην πρωτεύουσα Σαντιάγο. Κερδίζει το πρώτο βραβείο για το ποίημά του «La canción de fiesta» που αργότερα δημοσιεύεται. Το 1923 δημοσιεύει το «Crepusculario», έργο που αναγνωρίζεται από λογοτέχνες όπως τον Αλόνε, τον Ραούλ Σίλβα Κάστρο και Πέδρο Πράδο. Τον επόμενο χρόνο δημοσιεύεται το έργο του «Veinte poemas de amor y una canción desesperada», έργο που χαρακτηρίζεται από τα καλύτερά του. Το νέο φαινόμενο της λατινοαμερικανικής ποίησης γίνεται αμέσως εμφανές στους λογοτεχνικούς κύκλους.

Μεταξύ 20 και 25 ετών, ο ποιητής ολοκληρώνει έξι ακόμα έργα που αποκαλύπτουν τις υπαρξιακές του ανησυχίες αλλά και την ιδιαίτερη παραγωγικότητά του. Το 1927, σε ηλικία 23 ετών ξεκινάει η διπλωματική του καριέρα. Ως διπλωματικός σύμβουλος ταξιδεύει στη Βιρμανία, το Μπουένος Άιρες, τη Βαρκελώνη, την Κευλάνη, τη Μαδρίτη, την Ιάβα. Στην Ιάβα γνώρισε και παντρεύτηκε την Ολλανδέζα Μαρύκα Αντονιέτα Χάγκενααρ Βόγκελζανγκ, με την οποία χώρισε μετά από έξι χρόνια, κατά τη θητεία του στην Ισπανία. Εκεί, γνωρίζει την μετέπειτα σύζυγό του Αργεντίνα, Ντέλια ντελ Καρρίλ.

Οι εμπειρίες του από τα ταξίδια του, τα απολυταρχικά καθεστώτα τα οποία βλέπει και τα μαρτύρια του λαού που στενάζει σε ολόκληρο τον κόσμο, σε συνδυασμό με την δολοφονία του φίλου του και επίσης ποιητή, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα,  του προκαλούν βαθιά αγανάκτηση και στις αρχές της δεκαετίας του 1940 μπαίνει στο κομουνιστικό κόμμα. Το 1945, ο Πάμπλο Νερούδα λαμβάνει το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Τα έργα του γίνονται ολοένα και πιο πολιτικά, με αποκορύφωμα το «Canto General». Με την απαγόρευση του κομουνισμού στη Χιλή, ο Νερούντα πλέον καταζητείται. Για μήνες κρύβεται στην ίδια του τη χώρα, ώσπου καταφέρνει να διαφύγει στην Αργεντινή και από εκεί στην Ευρώπη, όπου έζησε εξόριστος από το 1948 ως το 1952. Στην εξορία γνώρισε την Ματίλντε Ουρούτιε, τη Χιλιανή τραγουδίστρια που θα αποτελέσει τη «μούσα» του έως το τέλος της ζωής του.

To 1953 ο Νερούντα παραλαμβάνει το βραβείο Στάλιν. Είναι ακόμα πιστός στο κόμμα, αλλά σύντομα, μετά τις αποκαλύψεις για τα εγκλήματα του καθεστώτος του Στάλιν από τον Χρούστσεφ, η πίστη του δέχεται ισχυρό πλήγμα που αποτυπώνεται στη συλλογή του «Εxtravagario» του 1958. Εγκαθίσταται μόνιμα στην Isla Negra αλλά συνεχίζει τα ταξίδια σε ολόκληρο τον κόσμο. Με την εκλογή του Σαλβαδόρ Αλιέντε ως πρόεδρο της Χιλής, ο Νερούδα διορίζεται πρέσβης στο Παρίσι (1970-1972). Το 1971, ένα χρόνο μετά την τιμητική διάκριση του Έλληνα ποιητή Γιώργου Σεφέρη , η Σουηδική Ακαδημία απονέμει το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Χιλιανό Πάμπλο Νερούντα, που ήδη πάσχει από καρκίνο. Τάσσεται υπέρ του Αλιέντε και στηρίζει την προεκλογική του εκστρατεία.

Ωστόσο, στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Αλιέντε και των συνεργατών του, ο Νερούδα αφήνει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο. Το καθεστώς του Αγκούστο Πινοσέτ απαγορεύει να γίνει η κηδεία του ποιητή δημόσιο γεγονός. Ωστόσο, δεκάδες χιλιάδες κόσμου συρρέουν στην πρωτεύουσα της χώρας για να συνοδεύσουν τον αγαπημένο ποιητή στην τελευταία του κατοικία και, αναπόφευκτα, η κηδεία του Νερούδα γίνεται η πρώτη δημόσια διαμαρτυρία ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία της Χιλής. Τα έργα του παρέμειναν απαγορευμένα στη Χιλή μέχρι και το 1990.

Ο ίδιος είπε για το έργο του και την ποίηση: «Έχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ο,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Όσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι' αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ίσως απ' αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές "Ποιητικές Πραμάτειες" που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης».

Πηγές: LosPoetas.com, Wikipedia.org, nobelprize.org, biografiasyvidas.com

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015 00:00

Η χειραφέτηση του τηλεθεατή

Γράφτηκε από τον

17-1-630_2.jpg

Παραζαλισμένοι ακόμα από τον αιφνιδιασμό του δημοψηφίσματος, το βράδυ της περασμένης Κυριακής οι μπαρουτοκαπνισμένοι αναλυτές ραδιοφώνων και καναλιών πάσχιζαν να εξηγήσουν το ανεξήγητο. Οι πιο τολμηροί -ανάμεσά τους ακόμα και ο διευθυντής του «Βήμα FM»- δεν άργησαν να εντοπίσουν το λάθος της καμπάνιας τού «ναι» που οδήγησε στη συντριβή.

Ηταν, λέει, η άστοχη έμπνευση ορισμένων οργανωτών της καμπάνιας, που φρόντισαν να ανασύρουν από την πολιτική ναφθαλίνη παλιούς πολιτικούς, ακόμα και τους γνωστούς απαξιωμένους πρωθυπουργούς, από τον Μητσοτάκη μέχρι τον Σημίτη, με αποτέλεσμα να γίνει ορατό σε όλους τους ψηφοφόρους ότι πίσω από τις μεγαλοστομίες και την τρομοκρατία κρυβόταν η επιδίωξη της επανόδου στο προσκήνιο εκείνων που είχαν τόσα χρόνια κυβερνήσει, των ίδιων που ευθύνονται για το αδιέξοδο στο οποίο έχει φτάσει η χώρα μετά το ξέσπασμα της κρίσης.

Και έτσι πήγε στράφι -σύμφωνα με τους ίδιους- η τόσο μελετημένη προσπάθειά τους να εμφανίσουν την καμπάνια τού «ναι» σαν ένα αυθόρμητο ξέσπασμα της κοινωνίας των πολιτών, μια πρωτοβουλία αυτόνομη από το πολιτικό σύστημα που έχει καταρρεύσει. Ασφαλώς δεν είναι μακριά από την πραγματικότητα η εκτίμηση αυτή.

Είναι γεγονός ότι η παρουσία πολιτικών προσωπικοτήτων από το παρελθόν και η αποθεωτική υποδοχή τους στις συγκεντρώσεις τού «ναι» έφεραν στην επιφάνεια τους κρυφούς μηχανισμούς κινητοποίησης που έπρεπε, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, να παραμείνουν στο σκοτάδι. Και ανέδειξαν σε φιέστα της Νέας Δημοκρατίας αυτό που υποτίθεται ήταν παλλαϊκό και υπερκομματικό. Από την άλλη πλευρά -πράγμα παράδοξο- οι συγκεντρώσεις του «όχι» αποδείχτηκαν πραγματικά υπερκομματικές, παρά το γεγονός ότι την Παρασκευή ήταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός κεντρικός ομιλητής.

Μόνο που αυτή είναι η μισή αλήθεια. Πίσω από αυτήν τη βεβαιότητα εκείνων που υποδείκνυαν τους παλιούς και φθαρμένους πολιτικούς ως μοναδικούς υπεύθυνους για το φιάσκο του «ναι», οι αναλυτές έκρυβαν τον πραγματικό χαμένο της Κυριακής, εκείνον που έγειρε την πλάστιγγα με τόσο πάταγο υπέρ τού «όχι».

Η ανύπαρκτη δήλωση της Λούκας Κατσέλη σε αλλεπάλληλα τρομο-ρεπορτάζ του Mega και του Σκάι |

Αναφερόμαστε φυσικά στους ίδιους τους αναλυτές και στα μέσα ενημέρωσης που έδωσαν την προηγούμενη εβδομάδα έναν άνευ προηγουμένου αγώνα προκειμένου να επικρατήσει το «ναι». Το φαινόμενο δεν είναι βέβαια καινούργιο. Το έχουμε ζήσει με ποικίλες μορφές από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και τη δημιουργία της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης. Μόνο που για πρώτη φορά ήταν τόσο εντυπωσιακή η σύμπνοια των αναλυτών και, κυρίως, τόσο απροσχημάτιστη η μονομέρεια των ρεπορτάζ. Το καινούργιο, λοιπόν, είναι ότι κάτω από αυτές τις τόσο καταιγιστικές συνθήκες (παρα)πληροφόρησης οι ψηφοφόροι επέλεξαν να στρέψουν την πλάτη τους στα μηνύματα καταστροφής και έδρασαν ως αυτεξούσιοι πολίτες.

Αυτό δεν το πίστευε κανείς. Πρώτοι πρώτοι οι δημοσκόποι, που προσέθεσαν άλλον ένα κρίκο στην αλυσίδα των διαδοχικών τους αποτυχιών, μόνο που για πρώτη φορά αυτή η αποτυχία ήταν τόσο παταγώδης.
Η εξέλιξη αυτή είναι σημαντική. Γιατί η σύγχρονη Ελληνική Δημοκρατία ήταν μέχρι σήμερα σε μεγάλο βαθμό «τηλεοπτική». Μπορεί σε μερίδες της ελληνικής κοινωνίας να είχε απαξιωθεί το μιντιακό σύστημα παράλληλα με την κατάρρευση του πολιτικού δικομματικού συστήματος, αλλά μέχρι την προηγούμενη Κυριακή διατηρούσε τα εξωτερικά γνωρίσματα του «κυρίαρχου» και εμφανιζόταν να ξεφεύγει από το κάδρο της απαξίωσης που περιβάλλει το σύνολο του «παλιού» πολιτικού κόσμου.

Ποιος είναι ο λόγος που συνέβησαν όλα αυτά;

α) Ο πρώτος λόγος -και ο πιο δύσκολα κατανοητός από τους τηλεοπτικούς πρωταγωνιστές- είναι ότι για τη μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων η καταστροφή είναι ήδη εδώ, δεν επίκειται. Αυτοί που έφριτταν με τον περιορισμό των 60 ευρώ στις αναλήψεις από τα ΑΤΜ, δεν συνειδητοποιούσαν ότι το ποσό αυτό (1.800 καθαρά τον μήνα) είναι πολύ παραπάνω από όσα αποτελούν το μηνιαίο εισόδημα της συντριπτικής πλειονότητας των Ελλήνων πολιτών. Οταν πριν από αρκετές βδομάδες ο καθηγητής Γιάννης Μηλιός είχε προτείνει την επιβολή ελέγχου κεφαλαίων ύψους 300 ευρώ ημερησίως, ήταν και πάλι τα ίδια μέσα ενημέρωσης που ξεσηκώθηκαν με την «ανίερη» πρόταση, η οποία βέβαια αν είχε υιοθετηθεί θα είχε αποφευχθεί η αφαίμαξη των τραπεζικών καταθέσεων και θα είχε προληφθεί η ασφυξία του τραπεζικού συστήματος και η εκροή καταθέσεων στο εξωτερικό.

β) Ο δεύτερος λόγος είναι ότι αυτή τη φορά δεν τηρήθηκε κανένα πρόσχημα. Τα κανάλια μετατράπηκαν σε κανονικά και συστηματικά οχήματα προπαγάνδας, παραβιάζοντας κάθε έννοια νομιμότητας και δεοντολογίας. Ακόμα και το πρωτοσέλιδο των «New York Times», που εκδίδει η «Καθημερινή», αναφερόταν το περασμένο Σαββατοκύριακο στη σκανδαλώδη καμπάνια παραπληροφόρησης από τα «κανάλια των Ελλήνων ολιγαρχών». Το φαινόμενο ήταν τόσο γενικευμένο και εξόφθαλμο ώστε κάθε πολίτης μπορούσε να διαγνώσει τη «στράτευση» των πρωταγωνιστών της τηλεδημοκρατίας στην καμπάνια τού «ναι».

γ) Ο τρίτος λόγος ήταν ότι οι υποστηρικτές τού «ναι» εμφανίστηκαν να ταυτίζονται με τις επιταγές των πιο σκληρών εκπροσώπων των «θεσμών», υιοθετώντας τη λογική τής «πάση θυσία» υπογραφής μιας συμφωνίας, εισπράττοντας έτσι τη λαϊκή κατακραυγή και καταρρακώνοντας κάθε στοιχείο αξιοπιστίας που τους είχε απομείνει.

δ) Ο τέταρτος λόγος είναι ότι τα μέσα ενημέρωσης επιδόθηκαν σε μια τερατώδη περιγραφή των δυσκολιών της «επόμενης μέρας», με συνεχείς αναφορές στις ουρές, με επιλογή κατάλληλων συνομιλητών και αποκλεισμό όσων διανοούνταν να πουν κάτι διαφορετικό. Το λάθος τους αυτή τη φορά ήταν ότι η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών είχε προσωπική εμπειρία από τις ουρές αυτές και αντιμετώπισε την ταλαιπωρία με εξαιρετική ψυχραιμία. Και έτσι η ουρά με εκατοντάδες πολίτες που εξακολουθούσε να μεταδίδεται το Σάββατο, ερχόταν σε σύγκρουση με τη βιωμένη γνώση του πολίτη και απογύμνωνε την προπαγάνδα των καναλιών.

ε) Ο πέμπτος λόγος είναι ότι η κινδυνολογία τους δεν περιορίστηκε σε προβλέψεις μελλοντικών καταστροφών, αλλά περιέλαβε και προβλέψεις για τις επόμενες ώρες. Το ρίσκο δεν τους βγήκε, και η αξιοπιστία τους λαβώθηκε θανάσιμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η συνεχής αναφορά σε επικείμενες συγκρούσεις και ταραχές, ειδικά εν όψει των δύο αντίπαλων συγκεντρώσεων της Παρασκευής. Ως γνωστόν, δεν υπήρξε ούτε καν φραστικό επεισόδιο μεταξύ των δύο ομάδων διαδηλωτών, σημάδι ότι η πολιτική ωριμότητα των συγκεντρωμένων υπερέβαινε κατά πολύ την πολιτική σκέψη των αναλυτών. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και η επί τρεις μέρες επαναλαμβανόμενη πρόβλεψη ότι «δεν πρόκειται να φτάσουμε σε δημοψήφισμα» επειδή η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ανίκανη να θέσει σε λειτουργία την κρατική μηχανή μέσα σε τόσο περιοριστικά χρονικά πλαίσια. Η απρόσκοπτη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος λειτούργησε για όλους τους ψηφοφόρους ως ακόμα μια απτή απόδειξη για τα ψέματα της προπαγάνδας τού «ναι».

στ) Ο έκτος λόγος είναι ότι τα μέσα ενημέρωσης παγιδεύτηκαν στην ίδια την αλαζονεία τους. Βασιζόμενα σε κάποια πρώτα δημοσκοπικά ευρήματα στις αρχές της εβδομάδας, ερμήνευσαν το σοκ των πολιτών από το κλείσιμο των τραπεζών ως ένδειξη λαϊκού ρεύματος υπέρ του «ναι» και πορεύτηκαν από εκείνη τη στιγμή λες και είχε ήδη απορριφθεί η κυβερνητική πρόταση. Το αποτέλεσμα ήταν να εκτεθούν ανεπανόρθωτα, αφού δεν φρόντισαν να τηρήσουν τούτη τη φορά ούτε τα στοιχειώδη προσχήματα.

Το «Πρώτο Θέμα» αφιέρωσε εξ ολοκλήρου το εκλογικό του φύλλο στην προπαγάνδα του «ναι» |

ζ) Ο τελευταίος λόγος είναι και ο σημαντικότερος. Πίσω από τη φιλολογία περί «αιφνιδιασμού» ή περί «επικίνδυνου» δημοψηφίσματος, ήταν πολύ δύσκολο για τους αναλυτές των μέσων ενημέρωσης να κρύψουν τον ενθουσιασμό τους. Ενθαρρημένοι από την ανάλογη σκληρή στάση των εκπροσώπων των δανειστών, θεώρησαν ότι η συγκυρία ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία για να ανατραπεί η κυβέρνηση στην Ελλάδα. Απογοητευμένοι από το γεγονός ότι οι (δικές τους) δημοσκοπήσεις εξακολουθούσαν να πιστοποιούν τη λαϊκή απήχηση των κυβερνητικών χειρισμών και τη δημοφιλία του πρωθυπουργού, πίστεψαν ότι μπορεί να επαναληφθεί η ιστορία των Κανών, με το δημοψήφισμα-οπερέτα του Γιώργου Παπανδρέου, που οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησής του και στην εξωθεσμική συγκρότηση της κυβέρνησης Παπαδήμου. Αλλά ήταν τόσο ορατή αυτή η πρόθεσή τους να ανατρέψουν την κυβέρνηση, ώστε απέβη μπούμερανγκ και οδήγησε στη δική τους απαξίωση.

Η παραίτηση Σαμαρά το βράδυ της Κυριακής επιβεβαίωσε αυτό που πάσχιζε να αποκρύψει η καμπάνια τού «ναι», ότι δηλαδή η αντιπαράθεση προς την κυβέρνηση είχε καθαρά κομματικά χαρακτηριστικά και μοναδικό στόχο την εκβιαστική είσοδο σε κάποιο κυβερνητικό σχήμα. Η παρουσία των ηγετών των τριών κομμάτων της αντιπολίτευσης (Ν.Δ., Ποτάμι, ΠΑΣΟΚ) στις Βρυξέλλες τις κρίσιμες ώρες που παρουσίαζε ο Αλέξης Τσίπρας τις τελευταίες προτάσεις του (το περίφημο κείμενο των 47 σελίδων) δεν έγινε για να ενισχυθεί η ελληνική θέση, αλλά για να υποδειχτεί ότι υπάρχουν ήδη στον προθάλαμο της Κομισιόν οι «πρωθυπουργίσιμοι».

Και εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε από τα μέσα ενημέρωσης μια λυσσαλέα προσπάθεια να αποδειχτεί ότι τα μέτρα που πρότεινε η κυβέρνηση θα οδηγήσουν σε Αρμαγεδδώνα, προκαλώντας τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να αποκηρύξουν τη συμφωνία και προεξοφλώντας ότι «δεν περνάει» από τη Βουλή. Οι ίδιοι που προπαγάνδιζαν την «πάση θυσία» συμφωνία, φρόντισαν να υπονομεύσουν το κυβερνητικό σχέδιο, εφόσον το πραγματικό τους μέλημα δεν ήταν το τι θα περιλαμβάνει η συμφωνία, αλλά ποιος πρωθυπουργός θα την υπογράψει.
Για τον τρόπο που λειτούργησε ο μηχανισμός αρκούν δύο απλά παραδείγματα:

1. Το ερώτημα του δημοψηφίσματος.
Εκεί που επικέντρωσε τις προσπάθειές της η καμπάνια των μέσων ενημέρωσης υπέρ τού «ναι» ήταν στην επαναδιατύπωση του ερωτήματος που έθεσε η κυβέρνηση. Ακολουθώντας τις δηλώσεις των ευρωκρατών και των εκπροσώπων της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, επιχειρήθηκε να υποκατασταθεί το πραγματικό ερώτημα με το παραπειστικό «Ναι ή όχι στο ευρώ». Γνωρίζοντας από πολλές παλιότερες δημοσκοπήσεις το δεδομένο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών δεν συμμερίζεται την προοπτική εξόδου από το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, δοκίμασαν να εκμεταλλευτούν τη φοβία των πολιτών μπροστά σε ένα «αχαρτογράφητο» νομισματικό μέλλον. Μόνο που δεν έπιασε το κόλπο.
Η επιχείρηση οδηγήθηκε σε τραγέλαφο, όπως φάνηκε στη δημοσκόπηση της εταιρείας GPO, που παρουσίασε το Mega στο κεντρικό δελτίο του την Παρασκευή.

Ενώ ως αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος εμφανιζόταν να προηγείται ελαφρά το «ναι», στο ερώτημα «Πιστεύετε ότι το πραγματικό ερώτημα του δημοψηφίσματος είναι “ναι ή όχι στο ευρώ;”» υπερείχε καθαρά το «όχι» (49,7%) του «ναι» (44,4%). Οι αριθμοί αυτοί έδειχναν καθαρά ότι επίκειται επικράτηση του «όχι», και μάλιστα με διαφορά, αν λάβει κανείς υπόψη ότι υπάρχει και ένα αξιοσημείωτο ποσοστό πολιτών που προσβλέπει σ' αυτήν την εξέλιξη (δηλαδή την έξοδο από το ευρώ). Αλλά εδώ σημασία έχει το πώς αντέδρασαν σ' αυτό το εύρημα οι πολύπειροι διαμορφωτές της κοινής γνώμης.

«Τι πιστεύει δηλαδή αυτό το 49,7%;» αναρωτήθηκε ο Γιάννης Πρετεντέρης. Ο πρόεδρος της GPO Τάκης Θεοδωρικάκος φάνηκε κι αυτός απροετοίμαστος: «Αυτοί μπορεί να πιστεύουν κάτι διαφορετικό». Λες και δεν είχε ξεκαθαρίσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός με ομιλίες, συνεντεύξεις και διαγγέλματα ότι το πραγματικό ερώτημα του δημοψηφίσματος δεν έχει σχέση με την παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη. Ο Γ. Πρετεντέρης συνέχισε: «Ξέρουμε τι πιστεύουνε;» ο Τ. Θεοδωρικάκος συμμερίστηκε χωρίς δυσκολία την υποβολιμαία απορία: «Δεν έχουμε διερευνήσει τι εκείνοι πιστεύουν». Τον διέκοψε ο Γ. Πρετεντέρης: «Είναι και πολλοί. Ενας στους δύο. Λένε δεν είναι “ναι ή όχι στο ευρώ”. Πολύ ωραία. Τι ακριβώς τότε ψηφίζουμε την Κυριακή;».

Το ερώτημα βέβαια δεν μπορούσε να απαντηθεί, γιατί θα ξεσκεπαζόταν το παιχνιδάκι των λέξεων. «Θέλετε, κ. Πρετεντέρη, να σας απαντήσω τι θα ψηφίσουμε την Κυριακή;» ήταν το ελαφρώς ειρωνικό σχόλιο του δημοσκόπου. Αλλά ο Γ. Πρετεντέρης δεν δυσκολεύτηκε: «Ειλικρινά, αναρωτιέμαι μήπως έπρεπε να είχαμε βάλει ένα-δυο ερωτήματα παραπάνω για να καταλάβουμε τι ψηφίζουν αυτοί». Από κοντά και η Ολγα Τρέμη: «Και πού ξέραμε ότι θα βρούμε τέτοιες απαντήσεις». «Σωστό κι αυτό», συναινεί ο Πρετεντέρης. Και αργότερα συνεχίζει: «Αυτό το ότι το ερώτημα δεν είναι “ναι ή όχι στο ευρώ” χρήζει μιας περαιτέρω διερεύνησης. Επομένως τι είναι; Δεν μπορώ να φανταστώ τι είναι». Η Ολγα Τρέμη θα συμπληρώσει: «Εγώ πιστεύω ότι αυτό είναι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της δημοσκόπησης και δεν θεωρώ ότι είναι δημοσκοπικού χαρακτήρα ζήτημα. Πιστεύω ότι είναι πολιτικού χαρακτήρα ζήτημα».

2. «Λεφτά δεν υπάρχουν»
Λες και δεν ήταν σε όλους ορατή η δυσπραγία της ελληνικής οικονομίας και η οριακή κατάσταση του τραπεζικού συστήματος, επιχειρήθηκε την τελευταία στιγμή να εμφανιστούν τα πράγματα ακόμα χειρότερα.
Στους «τίτλους» των δελτίων ήταν η πρώτη αναφορά: «Δήλωση-βόμβα από τη Λούκα Κατσέλη. Τα λεφτά φτάνουν μέχρι τη Δευτέρα». Δυο λεπτά αργότερα η Ολγα Τρέμη θα επαναλάβει: «Τα χρήματα επαρκούν μέχρι τη Δευτέρα, όπως είπε η πρόεδρος της Ενωσης Τραπεζών».

Και επειδή δεν φάνηκε να αρκεί το όριο της Δευτέρας, προστέθηκε ο κίνδυνος να μην υπάρχουν χρήματα ούτε το Σαββατοκύριακο |

Πρώτο θέμα του δελτίου ήταν η «δήλωση-βόμβα της Λούκας Κατσέλη όσον αφορά τις τράπεζες». Και η αρμόδια ρεπόρτερ ανέφερε ότι «η Λούκα Κατσέλη δήλωσε ότι υπάρχουν χρήματα στις τράπεζες έως τη Δευτέρα. Είναι μια δήλωση που δημιουργεί αίσθηση. Μάλιστα στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και η δήλωση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης κυρίου Δραγασάκη, ο οποίος δήλωσε ότι τα ΑΤΜ θα είναι φορτωμένα για το Σαββατοκύριακο». Η συνέχεια του ρεπορτάζ ανέφερε βέβαια ότι από τη στιγμή που επιβλήθηκε ο έλεγχος κεφαλαίων η εκροή χρημάτων ήταν πολύ μικρότερη από την αναμενόμενη. Για να μη γίνει καμιά παρεξήγηση, η Ολγα Τρέμη σπεύδει να ξεκαθαρίσει: «Πάντως, αξιωματούχοι της ΕΚΤ έχουν εξαρτήσει τις αποφάσεις τους από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, με ό,τι αυτό σημαίνει».

Είκοσι λεπτά αργότερα, η «είδηση» επαναλαμβάνεται. Πάλι εμφανίζεται η «δήλωση-βόμβα» της κυρίας Κατσέλη, πάλι το πλάνο με τις ουρές στα ΑΤΜ συνοδεύεται με τον τίτλο «Τράπεζες: τα χρήματα φτάνουν μέχρι τη Δευτέρα». Αυτή τη φορά μεταδίδεται η δήλωση της προέδρου της Ενωσης Τραπεζών, που βέβαια έλεγε κάτι διαφορετικό, ότι δηλαδή δεν υπάρχει πρόβλημα μέχρι τη Δευτέρα οπότε έληγε η τραπεζική αργία, σύμφωνα με την πρώτη απόφαση.

Και μάλιστα ήταν σαφής ότι «δεν υπάρχει θέμα μείωσης του ορίου τραπεζικών αναλήψεων τη Δευτέρα» και ότι «η προσπάθεια όλων είναι από την Τρίτη να υπάρχει μεγαλύτερο εύρος τραπεζικών λειτουργιών, για την εξυπηρέτηση του κόσμου». Και αμέσως μετά τη μετάδοση της δήλωσης και του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Γιάννη Δραγασάκη, ο οποίος επανέλαβε ότι «το σύστημα είναι εφοδιασμένο κανονικά για όλο το Σαββατοκύριακο», η ρεπόρτερ του Mega... διαφώνησε: «Ωστόσο, οι πληροφορίες κάνουν λόγο για πολύ μικρότερη διαθέσιμη ρευστότητα».

Η επιμονή σε μια ψεύτικη είδηση ήταν ασφαλώς δείγμα του ότι τα τελευταία εικοσιτετράωρα πριν από το δημοψήφισμα τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης αισθάνονταν ότι δίνουν τον υπέρ πάντων αγώνα, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι επίκειται η διάψευσή τους. Το κίνητρό τους ήταν βέβαια η προσπάθεια εκβιασμού των ψηφοφόρων μέσω της διάχυσης του πανικού, αλλά μ' αυτόν τον τρόπο επιδίωκαν να ενισχύσουν τις ουρές στις τράπεζες που ήδη είχαν μικρύνει, σε βαθμό επικίνδυνο για τους προπαγανδιστές του τρόμου.

Με τον ίδιο ακριβώς διαστρεβλωμένο τρόπο παρουσίασαν τις δηλώσεις της κυρίας Κατσέλη και τα άλλα ιδιωτικά κανάλια, υπονοώντας κι αυτά ότι από την περασμένη Δευτέρα τα ΑΤΜ θα σταματούσαν πλέον να παρέχουν χρήματα στους πελάτες των τραπεζών.

Η μικρή αυτή ιστορία με την παραποίηση των δηλώσεων Κατσέλη και τη βεβαιότητα ότι «τα λεφτά τελειώνουν τη Δευτέρα» έχει ένα κωμικό τέλος. Μετά την ετυμηγορία του ελληνικού λαού και ενώ ήδη είχε διαφανεί ότι τα χρήματα στις τράπεζες θα συνέχιζαν να δίνονται με τους ίδιους όρους, τουλάχιστον μέχρι την Τετάρτη, η Ολγα Τρέμη απευθύνθηκε στον καθηγητή Οικονομικών Σχέσεων Γιάννη Τσαμουργκέλη για να του ζητήσει εξηγήσεις.

Με το γνωστό αυστηρό της ύφος η παλαίμαχη παρουσιάστρια πάγωσε με το «καλησπέρα» τον προσκεκλημένο της: «Τα λέγαμε και χτες βράδυ. Αλλά χτες βράδυ είχαμε την εικόνα -βεβαίως είχαμε και τις δηλώσεις της κυρίας Κατσέλη- ότι τα λεφτά φτάνουν βαριά μέχρι σήμερα το βράδυ.

Τι άλλαξε από χτες μέχρι σήμερα, κύριε καθηγητά, και ξαφνικά αυτό το οποίο βλέπουμε είναι ότι αυτά τα λίγα λεφτά φτάνουν μέχρι το τέλος της εβδομάδας;». Και άρχισε ο καημένος ο καθηγητής να «απολογείται» που δεν σταμάτησε η ροή των χρημάτων, όπως είχε προβλέψει -όχι βέβαια η κυβέρνηση ή η κυρία Κατσέλη, αλλά- το Mega και τα άλλα ανταγωνιστικά αλλά συνοδοιπορούντα κανάλια.
Οι συνέπειες αυτής της χειραφέτησης των πολιτών από τα τηλεοπτικά δεσμά στα οποία είχαν παγιδευτεί επί δύο δεκαετίες δεν μπορούν ακόμα να αποτιμηθούν. Ομως είναι γεγονός ότι από την ίδρυσή τους, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, τα ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα λειτούργησαν ως κέντρο συγκρότησης της κυρίαρχης πολιτικής.

Ηταν αυτά που διαχειρίστηκαν τον τρόπο εξόδου από την πολιτική κρίση του 1989-90, εμφανιζόμενα ως εγγυητές της «κάθαρσης» του πολιτικού συστήματος. Ηταν τα ίδια που συντόνισαν την εθνικιστική εκστρατεία του 1992-94, γύρω από το Μακεδονικό. Και πάλι αυτά ήταν που έδωσαν τον δικό τους ρατσιστικό τόνο στον τρόπο πρόσληψης της πρώτης μαζικής εισόδου μεταναστών και προσφύγων στον ελληνικό χώρο, προβάλλοντας κάθε λογής κατασκευασμένα ή διογκωμένα ρεπορτάζ για την εγκληματικότητα των «αλλοδαπών».

Από τότε η ελληνική πολιτική ζωή συνδέθηκε άρρηκτα με τη λειτουργία αυτών των μέσων. Και όλες οι κυβερνήσεις υπήχθησαν στα πρωτεία των μέσων ενημέρωσης, παρά τις μεγαλοστομίες ορισμένων επιφανών πολιτικών περί «διαπλοκής» και «νταβατζήδων».

Η παρούσα κυβέρνηση είναι η πρώτη που φαίνεται να πετυχαίνει τους στόχους της και να ενισχύεται, παρά τη συντονισμένη αντίθεση των μέσων ενημέρωσης. Αυτή η διαπίστωση επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Κι αυτό ήταν το δεύτερο λαϊκό «όχι» που θριάμβευσε την περασμένη Κυριακή.

Διαβάστε:

► «Πρώτο Θέμα» (Κυριακή, 5.7.2015)
Η πρώτη σε κυκλοφορία κυριακάτικη εφημερίδα επιδίδεται τη μέρα του δημοψηφίσματος σε ακραία συνθήματα για το «όχι»: «Σημαίνει άμεσο κούρεμα καταθέσεων, τράπεζες και ΑΤΜ κλειστά, δελτίο σε τρόφιμα, φάρμακα, βενζίνη, φεύγουν οι τουρίστες και στο τέλος δραχμή και εθνική τραγωδία». Στα ψιλά παραπέμπεται ο αναγνώστης να μάθει «πώς θα γλιτώσει τις καταθέσεις του τη Δευτέρα», αλλά βέβαια στις σελίδες που παραπέμπεται ο δύσμοιρος αναγνώστης δεν υπάρχει καμιά θαυματουργή λύση.

Επισκεφτείτε:
► Mega
http://www.megatv.com/megagegonota

► Alpha
http://www.alphatv.gr/shows/informative/news

► Σκάι
http://www.skai.gr/player/tvlive/

► Star
http://www.star.gr/tv/el/Pages/NewsIndex.aspx

Οι ειδησεογραφικές εκπομπές των καναλιών που πρωταγωνίστησαν στην προεκλογική «ενημερωτική» εκστρατεία.

πηγη: efsyn.gr

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015 00:00

Ο ΣΚΑΙ στα ξερονήσια

Γράφτηκε από τον

skai_7.jpg

Ακούσατε, ακούσατε, ο ΣΚΑΙ προσφεύγει στο Συμβούλιο της Ευρώπης για να σώσει τη δημοκρατία και την ελευθερία του λόγου.

Επειδή η ΕΣΗΑ κάλεσε στελέχη του για πειθαρχικό έλεγχο, επειδή ο εισαγγελέας ερευνά τυχόν αθέμιτο επηρεασμό του εκλογικού φρονήματος, επειδή δέχεται επίθεση από «λαθρόβια έντυπα και το διαδίκτυο». Καλά κάνει και προσφεύγει ο ΣΚΑΙ στο Συμβούλιο της Ευρώπης, καλά θα κάνουν όμως να προσφύγουν και  άλλοι. Να προσφύγουν οι ψηφοφόροι του ΟΧΙ, που λοιδορήθηκαν, που απειλήθηκαν, που προβλήθηκαν από τα κανάλια περίπου ως εχθροί της πατρίδας. Να προσφύγουν οι ψηφοφόροι που η καρδούλα τους ποθούσε το ΟΧΙ, αλλά ο νους τους μεταστράφηκε στο ΝΑΙ, παραζαλισμένος από τη μαζική κατατρομοκράτηση. Να προσφύγουν οι γέροντες από τις ουρές των τραπεζών, που αλέστηκαν στις κρεατομηχανές της προπαγάνδας. Να προσφύγουν οι καλλιτέχνες που φώναξαν ΟΧΙ και η φωνή τους δεν ακούστηκε ποτέ. Να προσφύγουν οι χιλιάδες έντιμοι δημοσιογράφοι που άκουσαν το «αλήτες, ρουφιάνοι», τιμωρούμενοι, αδίκως, για τα αμαρτήματα των χρυσοπληρωμένων παπαγάλων του μιντιακού καθεστώτος. 

Το νόημα των λέξεων έχει διαστραφεί πλήρως. «Τα μεν ήδεα καλά νομίζουσι, τα δε ξυμφέροντα δίκαια», έλεγε ο Θουκιδίδης για τους Λακεδαιμονίους, ονομάζουν  καλά αυτά που τους είναι ευχάριστα και δίκαια αυτά που τους συμφέρουν. Εξοργίζονται με τον πειθαρχικό έλεγχο για τη δεοντολογία οι κρεουργοί της δεοντολογίας, εξορκίζουν την εισαγγελική έρευνα για το εκλογικό φρόνημα οι διαστροφείς του φρονήματος, μιλούν για λαθρόβια έντυπα και σαιτ οι λαθρεπιβάτες των δημόσιων συχνοτήτων, οι υποκλοπείς των χρημάτων του ελληνικού λαού. Υπερασπίζονται την δημοκρατία αυτοί που αποκάλεσαν «πραξικόπημα» την κορυφαία έκφρασή της, το δημοψήφισμα.

Η ανησυχία τους για τη δημοκρατία είναι κίβδηλη και υποβολιμαία. Ανησυχούν  από την πρώτη ημέρα που έγινε κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, από τότε συζητούν για την ολοκληρωτισμό της Κωνσταντοπούλου, για την κατάληψη του κράτους, για την επιστροφή στην τελευταία σοβιετική δημοκρατία. Στις μέρες του δημοψηφίσματος η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο, οι υγιείς δυνάμεις του τόπου ανακάλυψαν αίφνης ότι απειλούνται από τον «σταλινοφασισμό» και την «φασιστερά» ότι ο Τσίπρας ονειρεύεται να στήσει στην Ελλάδα καθεστώς τύπου Πούτιν.

Ο Πάγκαλος με τον Πορτοσάλτε διερευνούσαν από μικροφώνου το ενδεχόμενο να κατεβάσει ο Καμένος την Δευτέρα τα τανκς στους δρόμους και ζητούσαν από τους αξιωματικούς να επιδείξουν ανυπακοή στις εντολές της πολιτικής ηγεσίας. Ο Τζήμερος κάλεσε, μετά το δημοψήφισμα, τις ορδές του ΝΑΙ να μπουκάρουν στο Μαξίμου και τα υπουργεία για αναλάβουν με το ζόρι και χωρίς εκλογές τη διακυβέρνηση. Ο Τζήμερος είναι μεν ένας βλάκας και μισός, καμιά φορά όμως οι βλάκες αποκαλύπτουν άθελά τους τις προθέσεις των ευφυών. Και, εν πάση περιπτώσει, πόσο διαφέρουν οι απειλές του βλακός από την απειλή του Μεϊμαράκη ότι,  αν χρειαστεί, η αστική τάξη θα πάρει την κατάσταση στα χέρια της;

Δεν έχουν καταλάβει τίποτα, ούτε οι βλάκες  ούτε οι έξυπνοι. Δεν έχουν καταλάβει ότι το 61,3% του δημοψηφίσματος είναι η εγγύηση για προστασία της δημοκρατίας από εκείνους που σκοπεύουν να την προσβάλλουν. 

Γιώργος Ανανδρανιστάκης

εφημ. ΑΥΓΗ

 

1_2117.jpg

Γράφει η Αγγελική Κώττη στο artinews.gr

Όταν χιλιάδες χιλιάδων εκεί έξω φωνάζουν εν χορώ «Αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι», εσύ σκουπίζεσαι. Δεν νομίζεις ότι βρέχει, απλώς δεν σε ενδιαφέρει. Ποιοι θα πουν εσένα αλήτη και ρουφιάνο επειδή κάνεις καλά τη δουλειά σου; Όμως προσοχή: κάνεις καλά μια δουλειά. Όχι αυτήν που θα έπρεπε να κάνεις.

Γιατί; Διότι έχεις μάθει χρόνια τώρα- όχι μονάχα τα τελευταία, τα μνημονιακά- πως σημασία έχει να κρατήσεις την ακριβοπληρωμένη θέση σου. Νόμος είναι το δίκιο της κυβέρνησης και της διαπλοκής, του καπιταλισμού, αυτό προβάλλεις, αυτό επιβάλλεις στους υφισταμένους σου να στηρίζουν. Η έτσι κι αλλιώς χωλαίνουσα δεοντολογία, να παραθέτεις και τι λένε οι αντίθετοι, τελείωσε. Ό,τι πει η εξουσία και τέρμα.

Κάγχασες όταν κάποιοι τόλμησαν να πούνε στα κανάλια πως παιδιά λιποθυμούσαν απ’ την πείνα. Έστησες πανηγύρι τρελό, τρολάροντάς τους. Το αρνούνταν από το πρωί ως το βράδυ οι χορτάτοι πολιτικοί που καλούσες να εμφανιστούν.

Μετά, καθώς η πραγματικότητα δεν μπορούσε πια να κρυφτεί, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης ήρθε αρωγός και απαγόρευσε, από τον Ιανουάριο του 13, να μεταδίδονται σκηνές φτώχειας. Όλος ο λαός είχε εξαθλιωθεί, μα οι κυβερνήσεις και οι διαπλεκόμενοι έκαναν τα πάντα να το θάψουν.

Κατόπιν ανακάλυψες πόσο πλούσια είναι η ελληνική γλώσσα. Απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων; Τι θλιβερό λεξιλόγιο είναι αυτό; Μεταρρύθμιση το βαφτίσατε όλοι μαζί. Τις περικοπές ελεεινών και τρισάθλιων συντάξεων τις είπατε μέτρα δημοσιονομικού ελέγχου. Την άρνηση και την αντίσταση του λαού προσπαθήσατε να τις καταπνίξετε, λέγοντας πως εμφάνισε «μεταρρυθμιστική κόπωση». Αυτοκτονίες; Μαζική μετανάστευση των νέων; Μαζική ανεργία; Δεν υπήρχαν. Κι αυτά και τα σχετικά ρεπορτάζ.

Για να μη τα πολυλογούμε, η κραυγή των αντιεξουσιαστών «Αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι» έφτασε να ακούγεται μυριόστομη στη διαδήλωση του Συντάγματος για το ΟΧΙ. Είχε μεσολαβήσει η αλλαγή κυβέρνησης και η συνειδητοποίηση από μερίδα του κόσμου πως πρέπει να ξυπνήσει. Εσύ μπορεί να σκουπίστηκες, όπως το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ αποφάσισε να καλέσει μερικούς από τους ομοίους σου και ο εισαγγελέας να κάνει προκαταρκτική εξέταση για το αν παραβίασες την εκλογική νομοθεσία.

Τώρα σε έπιασε ο πόνος και διατρανώνεις: Η «δίωξη» της μιας άποψης είναι απολυταρχισμός.

Ενώ, προφανώς, η απόκρυψη της άλλης και η λυσσαλέα προπαγάνδα για κάτι που ήξερες ότι δεν δέχεται η πλειοψηφία, είναι δημοκρατία.

Θα έκλεινα εδώ το κείμενο, αλλά σου έχω κι άλλο φυλαγμένο: η κατρακύλα ξεκίνησε όταν αφαιρούσες από όλα τα ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα και όλες τις σελίδες τους ωραίους, αληθινούς ανθρώπους, τους ανθρώπους με αρχές, με αξίες, με ήθος.

Όταν επέμενες με κάθε μέσο να κυριαρχήσουν τα πρόσωπα του λάιφ στάιλ και της trash tv αντί των ανθρώπων με σκέψη, με λεβεντιά, με ευαισθησίες επειδή αυτή ήταν η κουλτούρα σου, αυτά σου κινούσαν το ενδιαφέρον. Η κάθε Σούλα, Κούλα, Μπούλα, αντί των ποιητών. Η κάθε τηλεπερσόνα αντί των διανοούμενων. Ο κάθε ψόφιος σταρ αντί των σπουδαίων καλλιτεχνών μας.

Δεν είναι άμοιρος και ο λαός που τσίμπησε. Έτσι ξεκίνησε η κρίση, πρωτίστως ως κρίση αξιών. Και αν κάποτε η οικονομική κρίση περάσει, το άλλο τραύμα, στην κοινωνία, πολύ δύσκολα θα επουλωθεί. Μόνο αν παραμείνουμε αλληλέγγυοι έχουμε ελπίδα. Και αν σοβαρευτούμε.

Εσύ, «συνάδελφε» δεν νομίζω…

Κι εσύ, κυβέρνηση, προκήρυξε επιτέλους τις τηλεοπτικές συχνότητες, τι περιμένεις;

Πηγή: http://mediatvnews.gr ( Το σκίτσο είναι του Στάθη)

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015 00:00

Η σημερινή ηθική κρίση και οι θρηνωδοί της

Γράφτηκε από τον

crismoral.jpg

του Γιάννη Ιμβριώτη [1]

Η ηθική κρίση μέσα στο «Δυτικό κόσμο» έχει φτάσει τώρα στην πιο δραματική κορύφωσή της. Οι ηθικές αξίες που καλλιεργούσαν και τιμούσαν οι αστικές κοινωνίες, όλες σήμερα —άλλες περισσότερο κι άλλες λιγώτερο — έχουν ξεφτίσει. Έχουν πάψει να συγκινούν και προβάλλουν μονάχα σαν τυπικά σύμβολα χωρίς κανένα ζωντανό περιεχόμενο. Και δεν είναι μόνο η θρησκευτική, άλλα και κάθε άλλη πίστη σ’ οποιοδήποτε ιδανικό που παλαιότερα θέρμαινε την ανθρώπινη ψυχή. Έχουν μείνει μόνο τα ονόματα που τα διαλαλεί ο «Ελεύθερος κόσμος», μα που δε δηλώνουν τίποτε το πραγματικό. Μάλιστα κάτω από το φραστικό ωραίο στολισμό συχνά σκεπάζεται η πιο ανήθικη πρόθεση και πράξη. Κάτω από τα κηρύγματα της «ελευθερίας» του «ανθρωπισμού» κι άλλων κρύβεται η πιο ωμή βία πάνω σε άτομα και σε ολόκληρους λαούς. Κανείς δεν πείθεται, ούτε κ’ οι πιο κραυγαλέοι διαλαλητές τους. Ο παλαιός θρήνος για τον αφανισμό της αρχαίας ελληνικής θρησκείας πάλι ξανακούγεται, μα τούτη τη φορά για το γκρέμισμα κάθε αξίας. «Χαμαί πέσαι δαίδαλος αυλά, ουκέτι Φοίβος έχει καλύβαν...». Τούτη την ηθική κρίση πολλοί πνευματικοί εκπρόσωποι αυτού του κόσμου τη νιώθουν με μεγάλο πόνο και προσπαθούν ν’ αντιδράσουν με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους.

Στη σφαίρα της τέχνης πολλοί απογοητευμένοι από τη γύρω τους κοινωνική κατάσταση την απίθανη, τη χαοτική, τη γεμάτη αντίφαση, φεύγουν και καταφεύγουν σέ άλλους φανταστικούς, πάλι ακατανόητους και παράλογους κόσμους κ΄ εκεί ζητούν να βρουν τη λύτρωσή τους. Νεώτερες και σύγχρονες τεχνοτροπίες, ο υπερρεαλισμός, η αφηρημένη τέχνη κλπ., στο βάθος είναι γεννήματα φυγής, δεν ορθώνουν τον άνθρωπο γενναίο μαχητή και διαμορφωτή μιας γόνιμης ζωής μέσα σε τούτον τον κόσμο που ζούμε, παρά τον στρέφουν προς το απόκρυφο, το μαγικό, το υπερφυσικό που τάχα αυτό μονάχα σώζει. Μα έτσι δεν κάνουν άλλο παρά να βοηθούν και να στηρίζουν με έμμεσο τρόπο τη σημερινή κατάσταση της φθοράς.

Στη σφαίρα του φιλοσοφικού στοχασμού ξεσπά σφοδρή πολεμική κατά του λογικού και της επιστήμης, που νομίζονται σαν οι κύριοι υπεύθυνοι για τον κλονισμό πολλών άξιων. Χάρη στο λογικό και στις φυσιογνωστικές προπάντων επιστήμες έχουν διαλυθεί πολλά μυστήρια του κόσμου, έχει υποχωρήσει η μαγική σκέψη κ’ έχει περάσει απ’ το κριτικό τους κόσκινο κάθε μεταφυσικός μύθος. Η πολεμική που γίνεται τώρα ενάντιά τους προσπαθεί να κλονίσει το κύρος τους, την άξια τους και μ’ αυτόν τον τρόπο να στηρίξει έμμεσα την κάθε παραδομένη πίστη που δεν αντέχει στην κριτική. Ο αστικός λοιπόν κόσμος που στην ανοδική του εποχή καλλιέργησε με πάθος την επιστήμη και θεοποίησε το λογικό, που κατόρθωσε να δώσει θαυμαστές ερμηνείες των κοσμικών φαινομένων, που ανέβασε την ιστορική ανάπτυξη της ανθρωπότητας σε ανώτερα επίπεδα, αυτός ο ίδιος τώρα που φθίνει, αντιμάχεται τα δημιουργήματά του και θα ήθελε σαν άλλος Κρόνος να καταφάει τα ίδια τα παιδιά του. Μα το τραγικό είναι που αυτός ο κόσμος δε μπορεί να ζήσει χωρίς την επιστήμη και την τεχνική κ’ είναι υποχρεωμένος να τις καλλιεργεί. Γι’ αυτό από το ένα μέρος ζητεί τις υπηρεσίες τους, μα από το άλλο προσπαθεί να κλονίσει την πραγματική άξια τους με ποικίλους τρόπους.

Μερικοί δεν κρίνουν την επιστήμη ικανή να μας δώσει τη σωστή αντικειμενική γνώση των πραγμάτων, να συλλάβει την ουσία τους. Πιστεύουν πως γι’ αυτή τη γνώση χρειάζεται άλλη πνευματική δύναμη, μυστική κ’ ενορατική κι όχι το λογικό. Η επιστήμη, βεβαιώνουν, μας δίνει ερμηνείες των πραγμάτων που είναι βολικές και

χρήσιμες για την πραχτική μεταχείρισή τους, μα πού δεν εγγίζουν το ενδόμυχο βάθος τους. Με τέτιες θεωρίες αγωνίζονται να μειώσουν την πίστη των ανθρώπων στην επιστήμη και στο λογικό και να στρέψουν το πνεύμα τους σε άλλους μεταφυσικούς κόσμους που στέκουν πίσω ή πάνω κ’ έξω από τούτον εδώ τον πραγματικό. Με το ίδιο πάθος καταφέρονται κ΄ εναντίο της τεχνικής κ΄ επισημαίνουν όλα τα κακά που συνοδεύουν τη σημερινή καταπληχτική ανάπτυξή της. Ο καπιταλιστικός κόσμος αδυνατεί να παραμερίσει αυτά τα κακά, να χειραγωγήσει την επιστήμη και την τεχνική και ν’ αξιοποιήσει μονάχα κι αποκλειστικά τι προαγωγικές για τους ανθρώπους λειτουργίες τους. Κι από την αδυναμία του αυτή στέκει απέναντι τους σαστισμένος, τις αντικρύζει σαν ανυπόταχτες, αυτεξούσιες δυνάμεις που ξεφεύγουν τον έλεγχο κι ορθώνονται απειλητικές κ’ επικίνδυνες. Μα ο ίδιος αυτός κόσμος, είπαμε, δε μπορεί να ζήσει χωρίς αυτές κ΄ είναι αναγκασμένος να τίς χρησιμοποιεί και να τις προάγει. Δε μένει λοιπόν άλλο παρά ο θρήνος για τα μοιραία τάχα κακά και σαν μόνη σωτηρία παρουσιάζεται πάλι η πνευματική φυγή κ΄ η καταφυγή σε αρχαϊκώτερη ψυχική κατάσταση, στην πίστη στο μυθικό, στο μεταφυσικό.

Πολύ συχνά αυτός ο θρήνος παίρνει τη μορφή μιας αδυσώπητης κριτικής των κακών, που σκοπό έχει να προειδοποιήσει, να συνειδητοποιήσει σ΄ όλους τους άλλους τους τωρινούς και τους μελλοντικούς κινδύνους, χωρίς όμως και να δείχνει δραστικά κι αποτελεσματικά μέσα σωτηρίας. Οι θρηνωδοί καταδικάζουν τον «τεχνικό πολιτισμό» και τον ξεχωρίζουν από τον ηθικό και πνευματικό, από την «κουλτούρα». Ο πρώτος αντιμάχεται την αληθινή ουσία του ανθρώπου, υπονομεύει τη θεία μοίρα του και την ιστορική του διαμόρφωση μέσα στο χρόνο. Διαμαρτύρονται που οι άνθρωποι έχουν πουλήσει την ψυχή τους σε μια δαιμονική δύναμη σαν τη μηχανή, που δένονται μαζί της και γίνονται άπλα εξαρτήματά της, αληθινά αυτόματα που επαναλαβαίνουν το ίδιο και το ίδιο. Ο τεχνικός πολιτισμός ψυχρός, μεταλλικός, χωρίς ψυχή και πνεύμα. Κι αυτή η αυτοματοποίηση, η μηχανοποίηση, δεν είναι το μοναδικό κακό, παρά παρουσιάζονται κι άλλα που συνοδεύουν την επιστήμη και την τεχνική. Ο πολλαπλασιασμός των ανθρώπων χάρη σ’ αυτές γίνεται σήμερα με απίστευτο γοργό ρυθμό. Χάρη στα θαυμαστά τεχνικά μέσα η παιδεία γενικεύεται, η μόρφωση όλο κι απλώνεται στην αμέτρητη ανθρώπινη μάζα. Οι καταπληχτικοί αυτοί παράγοντες κι άλλοι ακόμα διαμορφώνουν τώρα την ιστορία, απειλούν τις ηθικές και πνευματικές άξιες που κρατούσαν από την αρχαία εποχή ως τα σήμερα. Από την ιστορική σκηνή σπρώχνεται και φεύγει ο «προσωπικός» άνθρωπος κι ανεβαίνει ο «άλλος» ο «ομαδικός», ο «απρόσωπος κι ανώνυμος». Η ιστορική πορεία φέρνει στη γενική ομαδοποίηση.

Άπειρες είναι οι διαμαρτυρίες. Άπειροι θρηνωδοί, ο λευκορώσος Μπερντιάεφ, ο γερμανός φιλόσοφος Γιάσπερς, ο άγγλος συγγραφέας Άλντους Χάξλεϋ και τόσοι άλλοι επισημαίνουν —ο καθένας με το δικό του τρόπο —τούτα ή εκείνα τα κακά. Κι εδώ στην Ελλάδα δεν έχουν λείψει παρόμοιες διαμαρτυρίες. Τώρα τελευταία μάλιστα ο αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση Π. Κανελλόπουλος, στον ακαδημαϊκό του λόγο με την αληθινά μεστή, δυνατή κ’ επιγραμματική διατύπωση που τον χαραχτηρίζει, καταπιάνεται με το ίδιο θέμα. Με όλες τις διαφορές που παρουσιάζει εδώ κ’ εκεί, γενικά στέκει στην ίδια σκοπιά, όπου και οι άλλοι, και κατονομάζει τους κινδύνους που απειλούν την «ουσιαστική» υπόσταση του ανθρώπου. Δεν ανησυχεί πολύ για το βιολογικό κίνδυνο που προέρχεται από τα καταπληχτικά σημερινά όπλα που μπορούν ν’ αφανίσουν μονομιάς όλο το ανθρώπινο είδος. Πιστεύει πως οι άνθρωποι είναι αρκετά φρόνιμοι και δεν θα αποφασίσουν οι ίδιοι την καταστροφή τους. Επίσης δε φοβάται πολύ και τον άλλο βιολογικό κίνδυνο που τον προκαλεί ο υπερπληθυσμός και δε φαίνεται να υιοθετεί τους στοχασμούς του Μάλθους πάνω στο δημογραφικό πρόβλημα. Ό Μάλθους στις αρχές του περασμένου αιώνα παρατηρούσε πως η ανθρωπότητα πολλαπλασιάζεται με γεωμετρική αναλογία, ενώ τα αγαθά για τη συντήρησή της αυξαίνουν μόνο με την αριθμητική. Έπειτα βεβαίωνε πως η φύση, αφού δε μπορεί να χορτάσει όλους, καλεί στο τραπέζι που στρώνει μόνο ορισμένους, τους δυνατούς, τους εκλεχτούς, τους πλούσιους, ενώ τους άλλους, τους αδύνατους, τους φτωχούς, τους αφήνει να δεκατίζονται από την πείνα, τις επιδημίες, τους πολέμους. Το ζήτημα λοιπόν του φαινόταν πώς το ρύθμιζε η ίδια η φύση με τους δικούς της τους αυστηρούς νόμους. Τέτιοι στοχασμοί προβάλλουν και σήμερα μέσα στον ιμπεριαλιστικό κόσμο σαν δικαιολογίες του πολέμου που τον επιβάλλει τάχα η ιδία η φύση. Ο μαλθουσιανισμός νεκρανασταίνεται. Αλλά τέτια κηρύγματα δεν κάνει ό Καν. Είναι βέβαιος πως η επιστήμη και η τεχνική είναι ικανές να βοηθήσουν σε πολύ μεγαλύτερη παραγωγή αγαθών και πως η γη διαθέτει ακόμα αρκετό χώρο για τον υπερπληθυσμό. Κ΄ έπειτα, αν έλθει κάποτε η στιγμή που η τεχνική κι ο γήινος (ή και άλλος) χώρος δεν θ΄ ανταποκρίνονται στις ανάγκες μιας αφάνταστα πολλαπλάσιας ανθρωπότητας, πάλι δε θα είναι αδύνατο να εφαρμοστούν μέτρα που θα προλάβουν το βιολογικό αφανισμό (λ.χ. περιορισμός των γεννήσεων). Όμως άσχετα από το βιολογικό κίνδυνο και ο Καν. και οι άλλοι κρίνουν τον υπέρμετρο πολλαπλασιασμό των ανθρώπων πολύ απειλητικό, τούς φαίνεται πως αυτός κλείνει και θρέφει μέσα του άλλα μέγιστα κακά ηθικού χαρακτήρα τούτη τη φορά. Απελπισμένος ο Χάξλεϋ αντικρύζει το ανθρώπινο κύμα που ογκώνεται και παφλάζει και πάει να κατακλύσει όλη τη γη. Στη γέννηση του Χριστού οι άνθρωποι ήταν μόνο 250 εκατομμύρια, στο τέλος του 18ου αιώνα είχαν φτάσει στα 700 και σήμερα πλησιάζουν στα τρία δισεκατομμύρια. Μα το πιο καταπληχτικό είναι που ο ρυθμός αυτός γίνεται αφάνταστα γοργός. Μετά πενήντα χρόνια ο αριθμός θα είναι διπλάσιος. Η επιστήμη και η τεχνική βοηθούν με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο. Η παραγωγή αγαθών αυξαίνει, οι επιδημίες καταπολεμούνται, ο μέσος όρος της ζωής όλο και ανεβαίνει. Ο Χάξλεϋ προβλέπει εκτός από το βιολογικό κ΄ ένα μέγιστο ηθικό κίνδυνο. Ο πολλαπλασιασμός θα δημιουργήσει τέτιες «συνθήκες όπου θα είναι αδύνατο να υπάρξουν, σχεδόν θα είναι αδιανόητες η ατομική ελευθερία και η κοινωνική κοσμιότητα του δημοκρατικού τρόπου ζωής». Θα προκύψουν μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές ανωμαλίες. Η κυβέρνηση στη χώρα που θα γεννηθεί η σφοδρή αυτή αναταραχή, θα είναι υποχρεωμένη να επεμβαίνει ολοένα, να παίρνει ρυθμιστικά μέτρα, να συγκεντρώνει όλο και μεγαλύτερη στα χέρια της εξουσία πάνω στους ανθρώπους και στα πράγματα και στο τέλος να φτάνει στην ολοκληρωτική διχτατορία και στον κομμουνισμό. Και ο Καν. ανησυχεί για παρόμοιους ηθικούς κινδύνους. Φοβάται πως μέσα σε λίγες δεκαετίες θα αλλάξουν ολωσδιόλου οι όροι για την ατομική και την κοινωνική ζωή, θα κλονιστεί η ηθική και η πνευματική υπόσταση του ανθρώπου, θα μηχανοποιηθεί κάθε εκδήλωσή του, θα κινδυνεύσει κάθε σχέση του προς τους άλλους και προς τον εαυτό του. «Απειλούνται... αι μορφαί ζωής, αι οποίαι είναι γνωσταί αφ’ ενός μεν ως φιλία, έρως, οικογένεια, συγγενικός δεσμός... ως κοινότης ιδεών ή αισθητικών ροπών, εκκλησία και πολιτεία, αφ΄ ετέρου ως ψυχική ή πνευματική γόνιμος μόνωσις, ως ρεμβασμός, ως θρησκευτικός στοχασμός, ως εσωτερικός διάλογος, ως ατομική δημιουργική επίδοσις φιλοσοφική ή ποιητική ή καλλιτεχνική».

Πάντοτε η ποσότητα χειροτερεύει την ποιότητα, αποφαίνονται οι θρηνωδοί. Γι’ αυτό άλλος φοβερός κίνδυνος είναι και η γενίκευση της παιδείας μέσα στην αμέτρητη μάζα. Και δεν είναι μόνο το σχολείο, άλλα και τα τόσα τεχνικά μέσα που βοηθούν στη μόρφωση όλο και περισσότερων ανθρώπων, η τυπογραφία, το ραδιόφωνο, ο κινηματογράφος, η τηλεόραση. Μα όσο αυξαίνει ο αριθμός των μορφωμένων, τόσο κατεβαίνει το ποιοτικό επίπεδο των αρμόδιων να έχουν γνώμη για κάθε θέμα, τόσο προχωρεί η ομοιομορφία, η ομαδοποίηση των πνευμάτων. «Η πνευματική ζωή ενός έθνους ή και της ανθρωπότητος προϋποθέτει ιεραρχημένην πνευματικήν κοινωνίαν. Η ιεράρχησις, η αξιολόγησις της παρουσίας και προσφοράς εκάστου ήτο ευχερής εις την αριθμητικώς στενήν πνευματικήν κοινωνίαν των αρχαίων Αθηνών ή των πόλεων της Αναγεννήσεως.,.» (Καν.) Ποια ιεράρχηση όμως μπορεί να γίνει μέσα στο μεγάλο αριθμό; Η γενίκευση της παιδείας νοθεύει το πνεύμα. Ο Νίτσε είχε πει: «Άλλα εκατό χρόνια αναγνωστών και το πνεύμα το ίδιο θα βρωμήσει».

Και πάλι η ποσότητα αντιμάχεται την ποιότητα: στην περίπτωση του ιστορικού γίγνεσθαι. Πάλι η επιστήμη και η τεχνική συνοδεύονται από κακά αποτελέσματα. Τα μέσα της συγκοινωνίας, τηλεπικοινωνίας και τόσα άλλα τεχνικά κατορθώματα μεταβάλλουν το ρυθμό στη ροή των γεγονότων, άρα και στη ζωή και στη συνείδηση των ανθρώπων. Τώρα τα μεγάλα ιστορικά φαινόμενα είναι πολλά και γρήγορα διαδέχονται το ένα το άλλο, συνωστίζονται. Η μνήμη δεν προφταίνει να συλλέγει, να δουλεύει και ν’ αφομοιώνει το πυκνό αυτό και γοργό γίγνεσθαι. Το παραδομένο υποχωρεί και ξαφνικά έρχεται το νέο. Ανατρέπεται κάθε ιστορική παράδοση που άλλοτε ήταν τόσο γόνιμη για την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου. «Το περιεχόμενον τής ιστορίας κατέστη σήμερον εξόχως πυκνόν. Το αντικειμενικόν αυτό γεγονός... πιέζει τον άνθρωπόν να αρνηθεί την υπόστασίν του την θεμελιωμένην επί μακρών παραδόσεων» (Καν.). Το κακό το μεγαλώνει κ’ η ενότητα του ιστορικού χώρου. Αυτός ο χώρος έχει τώρα γίνει ενιαίος πάνω σ’ ολόκληρη τη γη. Η ιστορία δεν είναι κομματιασμένη, παρά είναι μια «ενιαία ιστορία του Όλου... Δεν υπάρχει κανένα έξω πια. Ό κόσμος είναι κλειστός. Προβάλλει η ενότητα της γης... Όλα τα ουσιαστικά προβλήματα έχουν γίνει παγκόσμια κ‘ η κατάσταση, μια κατάσταση της ανθρωπότητας» (Γιάσπερς).

Ατέλειωτος είναι ο θρήνος. Δεν είναι μόνο ο υπερπληθυσμός, η γενίκευση της παιδείας, ο ταχύτερος ρυθμός του ιστορικού χρόνου, που αλλοιώνουν το πνεύμα, παρά κι άλλοι ακόμα παράγοντες ορθώνονται απειλητικοί κ’ επικίνδυνοι. Ο Χάξλεϋ κακίζει και την υπέρτατη οργάνωση που την καλλιεργεί όχι μόνο το κράτος με τη γραφειοκρατία του, άλλα και η μεγάλη επιχείρηση και η κάθε κοινωνική εκδήλωση. Η υπεροργάνωση μαραίνει κάθε προσωπική πρωτοβουλία, κάνει τον άνθρωπο ένα απλό νούμερο, ένα κομματάκι ενός μηχανισμού που δουλεύει χωρίς τίποτε το ανθρώπινο μέσα του. Ολόκληρη η κοινωνία με την οργάνωση όλης της ζωής μεταμορφώνεται σε μια πελώρια μηχανή που συντρίβει το άτομο. Κι όλους αυτούς τούς επικίνδυνους παράγοντες τους στηρίζουν και τους θρέφουν η επιστήμη και η τεχνική. Άλλοτε στην ιστορία τον κύριο λόγο τον είχαν οι «προσωπικότητες», η βούλησή τους και τα ηθικά τους κίνητρα, μα τώρα κυριαρχούν άλλοι παράγοντες, οι σπούτνικ και τα άλλα επιστημονικά και τεχνικά κατορθώματα διαμορφώνουν το ιστορικό γίγνεσθαι. Τώρα πιέζονται το πνεύμα, το πρόσωπο, η ελευθερία και προβάλλει η ανώνυμη μάζα.

Όλος αυτός ο πολύμορφος και πολύβουος θρήνος ξεπηδά μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο που κατατρώγεται από βαθύτατη εσωτερική κρίση. Μα οι θρηνωδοί δεν επισημαίνουν όλα τα κακά κι όσα απ’ αυτά αναφέρουν τα παραμορφώνουν. Δε μιλούν διόλου για την καταπίεση των πολλών από τους λίγους, για την ωμή καταπάτηση των δικαιωμάτων ατόμων κι ολόκληρων λαών. Κ’ έπειτα, δεύτερο, δεν ξεσκεπάζουν τα πραγματικά αίτια που δημιουργούν την κρίση, παρά επισημαίνουν την ανάπτυξη της τεχνικής, τον υπερπληθυσμό, τη γενίκευση της παιδείας, τον ταχύτερο ιστορικό ρυθμό κι άλλους παράγοντες πού φαντάζονται πώς είναι οι κύριοι υπεύθυνοι. Δεν αντικρύζουν την αντικειμενική κατάσταση, ούτε και τη νομοτέλεια που καθορίζει την ιστορική της διαμόρφωση. Γι’ αυτό δεν πολεμούν, δεν προσπαθούν ν’ αλλάξουν τίποτε, να διορθώσουν, δεν προβάλλουν, είπαμε, γενναίοι μαχητές και διαμορφωτές μιας νέας γόνιμης ανθρώπινης ζωής. Στο βάθος θρηνούν για ό,τι είναι παλαιό, παραδομένο, καθιερωμένο, που κινδυνεύει τώρα να χαθεί και με τρόμο ατενίζουν τη «μάζα» που με βαριά και γοργά βήματα ανεβαίνει στην ιστορική σκηνή και ζητεί να έχει τον κύριο λόγο.

Όμως μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο τα πραγματικά αίτια για την ηθική κρίση του είναι ολωσδιόλου διαφορετικά από εκείνα που φαντάζονται. Οι κύριοι υπεύθυνοι είναι οι βαθύτατες αντινομίες που τον κατατρώγουν. Από το ένα μέρος ο άπειρος αριθμός της μάζας που καταπιέζεται κι από το άλλο οι λίγοι προνομιούχοι εκμεταλλευτές του καθημερινού μόχθου της, που κατέχουν σαν ατομικές ιδιοχτησίες τους τα μέσα της παραγωγής. Και κοντά σ’ αυτή τη βασική αντινομία έρχονται και προσθέτονται κι άλλες που οξύνουν την κρίση. Από το ένα μέρος η ριζική αντίθεση ανάμεσα στα κοινωνικά ταξικά στρώματα που άρχουν και στα άλλα που καταδυναστεύονται, μα έπειτα και η σύγκρουση και οι σφοδροί ανταγωνισμοί μέσα στα ίδια τα πρώτα. Σε τέτια κατάσταση η επιστήμη και η τεχνική δεν παρουσιάζουν μόνο τις ευεργετικές λειτουργίες τους, παρά συνοδεύονται και από κακά και γίνονται επικίνδυνες για όλη την ανθρώπινη φυλή από βιολογική μα κι από ηθική άποψη. Είναι τεράστιος ο βιολογικός κίνδυνος από τα σημερινά φοβερά όπλα, γιατί οι φιλοπόλεμοι ιμπεριαλιστικοί κύκλοι μπορούν από στιγμή σε στιγμή να ξαπολύσουν τον όλεθρο πάνω σ’ όλη τη γη. Κι να αυτός δεν πραγματωθεί, πάντα μένει ο άλλος, ο ηθικός κι ο πνευματικός κίνδυνος, δηλ. το ότι οι άνθρωποι δένονται στις μηχανές. Μα υπεύθυνη γι’ αυτά τα κακά δεν είναι η ίδια η φύση της επιστήμης και της τεχνικής, παρά είναι η κακή χρησιμοποίησή τους. Μ΄ όλο που αυτές καλλιεργούνται από τους ανθρώπους, όμως μέσα στο γεμάτο αντίφαση κόσμο ξεφεύγουν σ’ ένα πολύ μεγάλο μέρος από τον έλεγχο κ’ υψώνονται σέ αυθυπόστατες κι αυτεξούσιες δυνάμεις. Τότε οι άνθρωποι καταπιέζονται μέσα στα εργοστάσια και γίνονται αυτόματα. Έπειτα κι ο υπερβολικός καταμερισμός της δουλειάς που φέρνει τεράστια κέρδη στον κεφαλαιούχο, σκοτώνει την ψυχή του εργάτη με τη μονότονη επανάληψη του ίδιου και του ίδιου. Ο καπιταλισμός σαν οικονομικό και κοινωνικό σύστημα έχει την τάση μέσα του, από τον ίδιο τον εαυτό του, να εκμεταλλεύεται, να πιέζει, να μηχανοποιεί, να κάνει άψυχα πράγματα τους ανθρώπους που δουλεύουν για τη δική του τη συντήρηση κι ανάπτυξη. Οι μηχανές αυτές καθεαυτές δεν είναι κακοποιοί ιστορικοί παράγοντες. Το ενάντιο, οι ευεργετικές λειτουργίες της τεχνικής ήταν και είναι ουσιαστικές για την ανάπτυξη του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Ήδη στο πιο κατώτερο στάδιό της η τεχνική με τα πιο άπλα εργαλεία βοήθησε τον άνθρωπο να υψωθεί πάνω από το επίπεδο του ζώου, όπου βρισκόταν και να γίνει αληθινός «άνθρωπος». Αυτή τον όπλισε απέναντι στη φύση, του δυνάμωσε και του μάκραινε τα σωματικά του όργανα με άλλα πρόσθετα τεχνητά και τα έκανε πιο αποτελεσματικά στη δράση τους πάνω στα γύρω πράγματα. Και σήμερα με τα πολύπλοκα τεχνικά μέσα που ο άνθρωπος έχει επινοήσει και κατασκευάσει, έχει αποχτήσει τεράστια, καταπληχτικά, όχι μόνο κινητήρια άλλα κι αισθητήρια όργανα, είναι σαν να έχει ογκωθεί, σαν να έχει γίνει ένα πελώριο σώμα που ορθώνεται πάνω στη γη, που δέχεται και στέλνει μηνύματα σε αμέτρητη απόσταση, που ετοιμάζεται να περάσει τα πλαίσια του πλανήτη του και να ορμήσει στο άπειρο διάστημα.

Κι όμως όλη αυτή η θαυμαστή επιστημονική και τεχνική δημιουργία συνοδεύεται από πολλά κακά μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο και συναντά μεγάλα προσκόμματα. Η αυτοματοποίηση, η «κυβερνητική», και η χρησιμοποίηση της ατομικής ενέργειας δε μπορούν εδώ να γίνουν σέ απόλυτο βαθμό ευεργετικοί παράγοντες και να καρποφορήσουν κι αποδώσουν, όπως στο σοσιαλισμό. Η αυτοματοποίηση για να εφαρμοστεί στην ειρηνική παραγωγή όσο γίνεται περισσότερο, απαιτεί τεράστια μέσα που μόνο ένα μεγάλο κράτος ή μια μεγάλη επιχείρηση μπορούν να διαθέσουν. Αναγκαστικά λοιπόν η πλατειά εφαρμογή της θα περιοριστεί σε λίγους και σαν αποτέλεσμα θα έχει να ξεσπάσουν ακόμα πιο σφοδροί ανταγωνισμοί. Οι μικρότεροι θα συντρίβονται και θα επικρατούν οι μεγαλύτεροι. Κ’ έπειτα οι αυτοματοποιημένες μηχανές αντικατασταίνουν την ανθρώπινη δουλειά και θα προκαλούν μεγαλύτερη ανεργία και κοινωνική αναταραχή. Μόνο μέσα σε σοσιαλιστική κατάσταση μπορούν να λείπουν αυτά τα κακά. Μόνο εκεί η επιστήμη και η τεχνική παύουν να ορθώνονται η καθεμιά τους σαν αυτεξούσια δύναμη κ’ υπακούσουν στον έλεγχο, στη θέληση του ανθρώπου για το καλό του συνόλου. Ο τεχνικός πολιτισμός δεν είναι ψυχρός, μεταλλικός, χωρίς τη ζεστασιά της ανθρώπινης πνοής. Η εργασία μέσα σε τέτιες κοινωνίες παίρνει ολωσδιόλου άλλο χαρακτήρα. Κανείς δε γίνεται άψυχο εξάρτημα, αυτόματο. Πρώτα πρώτα διαθέτει όλες τις αντικειμενικές ευνοϊκές συνθήκες για ν’ αποχτά την επιστημονική γνώση της δουλειάς του κ’ έπειτα μπορεί να μην περιορίζεται στο ίδιο και στο ίδιο, παρά να ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό το είδος της ασχολίας του. Μα το πιο ουσιαστικό είναι που η εργασία τώρα παίρνει ένα νέο πρωτοφανέρωτο νόημα. Άλλοτε το ραβδί και το μαστίγιο ανάγκαζαν το δούλο να δουλέψει και σήμερα η πείνα σπρώχνει το μισθωτό εργάτη στη δουλειά. Ο σοσιαλιστικός όμως άνθρωπος δεν τη νιώθει πια τη δουλειά σαν καταναγκασμό, σαν κατάρα, παρά έχει βαθειά τη συνείδηση πως κοπιάζει για όλους τους άλλους και για τον εαυτό του μαζί, όχι για τους λίγους που τον εκμεταλλεύονται. Και βάνει όλη την ψυχή του στο έργο του, γιατί τούτο δεν αποξενώνεται από το δημιουργό του, δεν «αλλοτριώνεται», δεν το αρπάζουν και δεν το χαίρονται οι λίγοι. Τώρα δεν υπάρχει κανείς ηθικός και πνευματικός κίνδυνος. Το ανθρωπιστικό στοιχείο φτάνει στην πιο λαμπρή του άνθηση. Ο εργαζόμενος δένεται με τους άλλους, μπαίνει στον κοινωνικό ρυθμό και νιώθει τους πιο βαθιούς αναπαλμούς του μέσα στον ίδιο τον εαυτό του. Από το άλλο μέρος δε χάνεται μέσα σε «άμορφη μάζα», δεν καταντά κανένα νούμερο, απεναντίας σμιλεύει την προσωπικότητά του και γίνεται όσο μπορεί περισσότερο «προσωπικός» δημιουργός. Βέβαια οι μεγάλες, οι ιστορικές προσωπικότητες είναι και θα είναι πάντοτε λίγες μέσα στον κόσμο, όμως η κλίμακα που φέρνει ως αυτές έχει πολλές βαθμίδες κι ο καθένας μπορεί να προσπαθεί ν’ ανεβαίνει ολοένα και πιο πολύ ψηλότερα. Τώρα η τεχνική τον βοηθεί στην ηθική και πνευματική του προκοπή. Όσο αυτή αναπτύσσεται, τόσο επιτρέπει την ελάττωση στις ώρες της δουλειάς και τόσο οι άνθρωποι θα διαθέτουν ολοένα και περισσότερο χρόνο για την πνευματική τους προαγωγή. Και τα μέσα κ΄ οι δυνατότητες για τέτιες ασχολίες όλο και θ’ αυξαίνουν, όλο και θα προχωρεί η «μάζα» και θ’ ανεβαίνει σε ανώτερα επίπεδα ανθρωπιστικού πολιτισμού. Τώρα η τεχνική θα πραγματώνει τον αληθινό προορισμό της.

Μάταια λοιπόν οι θρηνωδοί καταριούνται τις μηχανές. Μάταια καταδικάζουν και τον υπερπληθυσμό σαν συνυπεύθυνο για τη μηχανοποίηση και την ομοιομορφία των ανθρώπων. Η αποστροφή τους στη μάζα προέρχεται από το περιστατικό που αυτή τώρα αναταράζεται κι απειλεί την «εκλεχτή» προνομιούχα μειοψηφία. Τα κακά που λέγουν τα προκαλεί αυτή η ίδια η ταξική μειοψηφία με την απαθλίωση που δημιουργεί γύρω της μέσα στους πολλούς. Οι πρωτόγονες κοινωνίες ήταν ολιγαριθμώτατες κι όμως μέσα σ’ αυτές κρατούσε η ομοιομορφία. Τα άτομά τους μπορεί να είχαν κάποιες ιδιοτυπίες το καθένα τους, μα δεν είχαν σπουδαίες προσωπικές διαφορές μεταξύ τους. Άρα ο αριθμός μόνος του δεν κάνει τίποτε.

Οι θρηνωδοί δε βλέπουν όλα τα κακά. Επισημαίνουν την ισοπέδωση, την ομαδοποίηση, μα δεν προσέχουν κ’ ένα άλλο κακό που φαίνεται σαν κάτι το αντίθετο, αλλά που θρέφεται και μεγαλώνει μέσα στη σημερινή κατάσταση κ’ είναι ο υπέρμετρος ατομικός εγωϊσμός. Στις καπιταλιστικές κοινωνίες δεν μπορούμε βέβαια να πούμε πως δε φανερώνονται άξιες προσωπικότητες, όμως στο στάδιο της παρακμής η καλλιέργειά τους, η παρουσίασή τους, έχει πολύ δυσκολευτεί. Το κοινωνικό σύστημα που έχει την τάση να καταπιέζει και να ισοπεδώνει τους πολλούς, αυτό το ίδιο κλείνει μέσα του και μιαν άλλη τάση ν’ αναπτύσσει στα ταξικά στρώματα που άρχουν, ένα φαινόμενο αντιφατικό, τον ατομικισμό. Η αντίφαση όμως είναι μονάχα φαινομενική, τα δυο κακά έχουν ίδια τη ρίζα τους, το ένα είναι συνάρτηση του άλλου, Αν στον όρο «πρόσωπο» ή «προσωπικότητα» δώσουμε αξιολογική σημασία, τότε το εγωιστικό άτομο πρέπει να το εννοήσουμε κι αυτό αξιολογικά, σαν κάτι ολωσδιόλου το διαφορετικό: είναι εκείνο που δεν προσφέρει στην ανάπτυξη της κοινωνίας του, που δεν είναι προαγωγικό για τους άλλους, που δεν βαδίζει πάνω στην ανοδική ιστορική γραμμή. Αυτό το ατομικό εγώ δε μπορεί ποτέ να είναι μια μικρή ή μεγάλη προσωπικότητα. Απ’ αυτή την άποψη λέμε πως ο καπιταλισμός θρέφει κατ’ εξοχήν το «άτομο» κι όχι το «πρόσωπο». Σίγουρα κάνεις δεν κλείνεται ολότελα μέσα του — το απόλυτο άτομο είναι αδιανόητο — όμως μπορεί να στρέφεται το κυριώτερο στον εαυτό του, να χαλαρώνει τους δεσμούς του με το κοινωνικό σύνολο γύρω του, να μη νιώθει ζεστά τους συνανθρώπους του, να γίνεται εγωιστικός. Μ’ αυτόν τον τρόπο ενώ ζει μέσα σ’ ένα ζωντανό πολύβουο πλήθος, ενώ βρίσκεται σε αέναη συναλλαγή ή οποιαδήποτε άλλη σχέση μαζί του, όμως νιώθει τον εαυτό του αποκομμένο, αποτραβηγμένο, απομονωμένο ψυχικά. Η «μόνωση», το καταθλιπτικό αυτό συναίσθημα, είναι ένα φαινόμενο πολύ διαδομένο σήμερα. Το άτομο δεν έχει εμπιστοσύνη στους γύρω του, είναι καχύποπτο, δεν περιμένει τίποτε απ’ αυτούς, το πολύ πολύ μπορεί να βρίσκει καταφύγιο μόνο στο στενό κύκλο της οικογένειάς του. Επικοινωνεί με τους άλλους, μα η επικοινωνία του αυτή στο βάθος είναι πολεμική. Οι άνθρωποι βρίσκονται σε σφοδρό ανταγωνισμό μεταξύ τους, σε αδιάκοπη πάλη, για να κατορθώνει ο καθένας τους ν’ ασφαλίζει τη συντήρησή του. Και οι θρηνωδοί έχουν δίκιο να θρηνούν που βλέπουν να ξεφτίζουν τόσες ηθικές αξίες, τόσα ευγενικά συναισθήματα, όπως η αλληλεγγύη, η φιλία, ο έρως και τα παρόμοια, μα δεν ξεσκεπάζουν τα πραγματικά αίτια πού φέρνουν σ’ αυτή την κρίση. Τώρα το άτομο μέσα σε τέτια κατάσταση προβάλλει σαν ένα αλλόκοτο φαινόμενο, σαν ένας «άλλος» άνθρωπος. Και η τάξη αυτή που η ίδια κατατρώγεται τόσο στα σωθικά της, ενώνεται απέναντι στη «μάζα» και την καταδυναστεύει. Πάνω σ΄ αυτούς τούς αλληλοσπαραγμούς ανάμεσα σε άτομα και σε ταξικά στρώματα στηρίζεται και το απόφθεγμα: homo homini lupus (ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άλλον άνθρωπο). Και ο Ντάρβιν που είχε παρατηρήσει «τον αγώνα για την ύπαρξη» στον κόσμο των ζώων, δίχως άλλο είχε επηρεαστεί κι από ανάλογα φαινόμενα μέσα στη σύγχρονή του αστική κοινωνία για να μορφώσει και διατυπώσει τη γνωστή διδασκαλία του. Σήμερα πολλοί θεωρητικοί εκπρόσωποι των πολεμοκάπηλων επικαλούνται τη νταρβινική θεωρία κ’ υποστηρίζουν πως ο «αγώνας για την ύπαρξη» είναι ένας ακατάλυτος φυσικός νόμος που κυβερνά τον κόσμο όχι μόνον των ζώων άλλα και των ανθρώπων. Μα δε μπορεί κανείς να γενικεύει, να μεταφέρει ειδικούς νόμους από μιαν ορισμένη περιοχή σε άλλη και να τους κάνει καθολικούς. Η ανθρώπινη κοινωνία δε συγκρίνεται με τον κόσμο των ζώων, γιατί βρίσκεται σε μια πολύ διαφορετική, ανώτερη σφαίρα. Το ζώο είναι αναγκασμένο να βρίσκει «έτοιμη» την τροφή του μέσα στη φύση, ο άνθρωπος όμως έχει γίνει ικανός να την «παράγει» κι όχι μόνο αυτή, παρά και άλλα πολύ περισσότερα πράγματα πού υπηρετούν πρόσθετες ανάγκες του κι ακόμα να δημιουργεί και πνευματικά έργα, Η διαφορά είναι ουσιαστική, «ειδοποιητική». Το απόφθεγμα άρα «homo homini lupus» δεν βρίσκει καμιάν αντικειμενική φυσική δικαίωση, δε βεβαιώνεται από κανένα καθολικό φυσικό νόμο, είναι μόνο ένα ιστορικό φαινόμενο που ανθίζει τόσο πολύ στις σημερινές ταξικές κοινωνίες.

Ο «άνθρωπος λύκος» δεν προβάλλει παντού και πάντοτε τόσο ώμος και κυνικός. Ο εγωιστικός ατομικισμός δεν είναι μονοσήμαντος, παρά παίρνει διάφορες μορφές, παρουσιάζει ποικίλους τύπους. Είναι ο «καλοζωισμένος αστός» που αδιαφορεί για όλους τους άλλους και κοιτάζει μόνο τη δική του καλοπέραση. Είναι ο ατομικός τύπος του λεπτεπίλεπτου, του ραφιναρισμένου, του «εκλεχτού» που κλείνεται σε γυάλινους πύργους κ είναι ο αντίποδας του πρώτου. Είναι ο δυνατός, ο σκληρός «νιτσεϊκός» που δεν έχει ανθρώπινα συναισθήματα και καταπατεί όλους, φτάνει μόνο αυτός να κυριαρχήσει, να εξουσιάσει τα πάντα. Τούτος έχει σήμερα πολύ αυξήσει μέσα στο ιμπεριαλιστικό κλίμα. Είναι και άλλοι ακόμα ατομικοί τύποι, μα όλοι έχουν ένα κοινό γνώρισμα: κλείνονται στο εγώ τους και χαλαρώνουν τους ανθρώπινους δεσμούς με την κοινωνία τους. Άλλοι θρέφουν άμεσα, ωμά, κυνικά το λύκο κι άλλοι με έμμεσο τρόπο βοηθούν στον ανταγωνισμό κι αλληλοσπαραγμό που είπαμε. Άδικα λοιπόν οι θρηνωδοί θεωρούν την τεχνική και τον υπερπληθυσμό υπεύθυνους για την αποπροσωποίηση του ανθρώπου.

Αυτός ο ατομικισμός κι αυτή η ταξική καταπίεση είναι φαινόμενα που δένονται στενά μεταξύ τους, το ένα είναι συνάρτηση του άλλου μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία κι ορθώνονται και τα δυο ενάντια στη μάζα Και τότε είναι φυσικό μέσα στον «’Ελεύθερο κόσμο» εκτός από την τεχνική και τον υπερπληθυσμό να κρίνεται σαν κακοποιός ακόμα ιστορικός παράγοντας και η γενίκευση της παιδείας. Η μάζα πρέπει να μένει αφώτιστη για να είναι ένα βολικό κοπάδι που θα ησυχάζει και δε θ’ απειλεί καμιάν ιεράρχηση είτε πνευματική είτε κοινωνική. Η μόνη παιδεία που πρέπει να διαδίδεται, είναι εκείνη που διαφθείρει, που στρεβλώνει και μαραίνει κάθε ηθική ανάταση, η άφθονη πορνογραφική, γκαγκστερολογική ή άλλη ισάξια παραγωγή. Κι όμως όλοι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν το δικαίωμα, μα και τις δυνατότητες να μορφώνονται και να γίνονται ικανοί ν’ αποδίδουν όσο γίνεται περισσότερο για την υλική και πνευματική ανύψωση της ανθρωπότητας. Μα η καθολική αυτή ανάβαση μπορεί να προχωρήσει ανεμπόδιστη μόνο σε σοσιαλιστική κοινωνική κατάσταση. Βέβαια, από την πρώτη εμφάνιση του ανθρώπου στη γη, ως τα σήμερα, έχει χαραχτεί μια θαυμαστή ανοδική ιστορική πορεία, αλλά με πολλά ενδιάμεσα σταματήματα και λοξοδρομήματα και σήμερα συναντά άπειρα εμπόδια. Το πρόβλημα που τούτη τη στιγμή θέτει επιταχτικά η ιστορία, είναι να παραμεριστούν αυτά τα προσκόμματα και να επικρατήσει παντού το ευνοϊκό για κάθε προκοπή κοινωνικό κλίμα. Μόνο τότε είναι δυνατό ν’ αφανιστεί κ’ η ηθική κρίση που κατατρώγει τον «Ελεύθερο κόσμο». Τότε μόνο μπορούν να πραγματωθούν όσο γίνεται περισσότερο οι γνήσιες ηθικές αξίες. Κι αυτή η βεβαίωση δεν είναι διόλου φραστική, ωραιολογική. Οι ηθικές άξιες δεν πέφτουν έτοιμες από τον ουρανό, δε δίνονται σαν χάρισμα, ούτε φυτρώνουν κι ανθίζουν από μια «καλή» μονάχα θέληση των ανθρώπων. Πρέπει να υπάρχουν οι κατάλληλες υλικές ευνοϊκές συνθήκες που να τις στηρίζουν. Όμως στον καπιταλιστικό κόσμο μια βασική υλική σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχει στις οικονομικές συναλλαγές τους, μορφώνεται στην «αγορά» με την εμπορευματική ανταλλαγή. Οι άνθρωποι προβάλλουν σαν ατομικοί «πωλητές» κι «αγοραστές», που τους σχετίζει το συμφέρο. Η σχέση αυτή δεσπόζει, επηρεάζει κάθε άλλη και κάνει να ξεσπούν οι σφοδροί ανταγωνισμοί. Στην καπιταλιστική κοινωνία δεν υπάρχει άρα το κατάλληλο κλίμα για τις ηθικές αξίες. Το κλίμα εδώ είναι γεμάτο αντίφαση, αναταραχή και σύγκρουση προπάντων σήμερα στην ακρότατη φάση του ιμπεριαλισμού. Ολωσδιόλου όμως διαφορετικοί είναι οι υλικοί αντικειμενικοί όροι στη σοσιαλιστική κοινωνία. Σ’ αυτή κρατεί η σχέση της συντροφικής δουλειάς και της αλληλοβοήθειας, δεν προβάλλει κανείς σαν λύκος για τους άλλους, η δραστηριότητά του είναι ολότελα κι άμεσα κοινωνική, στρέφεται στους συνανθρώπους. Ενώ ο καπιταλισμός στηρίζεται στην ατομική ιδιοχτησία και θρέφει τα κατώτερα συναισθήματα και πάθη, την πλεονεξία, τον εγωισμό κλπ., αντίθετα ο σοσιαλισμός βασίζεται στην κοινωνική ιδιοχτησία και με τον τρόπο της παραγωγής και με όλη του τη συγκρότηση βοηθεί στη μόρφωση ηθικών προσωπικοτήτων. Τα συμφέροντα εδώ τοι ενός δεν αντιστρατεύονται στα συμφέροντα των άλλων, του συνόλου, δε συγκρούονται, παρά αρμονίζοται μεταξύ τους όλα κ’ υπάρχει μόνο ευγενική άμιλλα. Όχι πως λείπει κάθε αντίφαση, μα οποιαδήποτε κι αν είναι, δεν παρουσιάζεται ποτέ με οξύτητα και χάρη σ’ όλο το σύστημα μπορεί να βρίσκει τη λύση της.

Και μαζί μ΄ αυτή την ηθική ανάβαση θα συμβαδίσει και η υλική. Όλα τα σημεία των καιρών δείχνουν σήμερα πως έχει ωριμάσει πια σε παγκόσμια κλίμακα το ιστορικό αίτημα για τον παραμερισμό των προσκομμάτων που εναντιώνονται στην πανανθρώπινη προκοπή. Οι αποικιακοί λαοί ξεσηκώνονται, οι φιλειρηνικοί άνθρωποι πληθαίνουν, η «μάζα» προβάλλει στο προσκήνιο. Εμπρός σ’ αυτό τον πυρετό για την αντικατάσταση του παλαιού από το νέο ο ιμπεριαλιστικός κόσμος δεν μένει άπραγος. Έτσι τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο, συνωστίζονται, ο ιστορικός χρόνος γίνεται πυκνός κ’ η ροή του ταχύτερη. Εμπρός σ’ αυτή την κίνηση οι θρηνωδοί απελπίζονται, προτιμούν την ακινησία, την παραδομένη «ιεράρχηση». Κι αυτόν τον πυκνό ιστορικό χρόνο τον αντικρύζουν σαν ένα κακοποιό παράγοντα που αλλοιώνει την αληθινή ανθρώπινη υπόσταση. Στρέφονται στους παλιούς «καλούς» καιρούς, τότε που οι άνθρωποι εγκαρτερούσαν και περίμεναν μια μεταθανάτια λύτρωσή τους στον ουράνιο κόσμο. Μα η «μάζα» σήμερα ζητεί τη σωτηρία της σε τούτον εδώ τον κόσμο, ταχύνει τη ροή του ιστορικού χρόνου, προετοιμάζει το τεράστιο ποιοτικό άλμα που θα λυτρώσει όλη την ανθρωπότητα. Και στα περασμένα ο ιστορικός χρόνος έχει αλλάξει συχνά το ρυθμό της ροής του. Μετά το προμηθεϊκό άλμα που έχει γίνει με την ανακάλυψη της φωτιάς έχουν ακολουθήσει κι άλλα. Με αυτόν τον τρόπο στην ανθρώπινη ιστορία υπάρχει από το ένα μέρος συνέχεια, «παράδοση», από τα κατορθώματα των πρώτων προγόνων και των κατοπινών ως τα τώρα, μα από το άλλο και ασυνέχεια, παρουσιάζονται βαθύτατες ποιοτικές τομές, μεταβολές. Σήμερα η μάζα προβάλλει δημιουργός της πιο βαθειάς ποιοτικής μεταβολής σε καθολική κλίμακα. Και στη νέα κατάσταση που θα προκύψει θα λείψουν τα προσκόμματα για την πανανθρώπινη προκοπή. Η ιστορική πορεία προς τα εμπρός δε θα γίνεται με ενδιάμεσα σταματήματα και λοξοδρομήματα, όπως προτήτερα. Βέβαια οι άνθρωποι έφτιαχναν και πριν και φτιάχνουν πάντοτε οι ίδιοι την ιστορία τους με τον καθημερινό τους μόχθο, μα δεν είχαν κι ακόμα δεν έχουν οι περισσότεροι φωτεινή ιστορική όραση και συνείδηση. Δρούσαν και δρουν, μα συχνά τα αποτελέσματα είναι αντίθετα απ’ ό,τι επιθυμούν. Μέσα στο σοσιαλισμό όμως αποχτούν σε μέγιστο βαθμό τη γνώση των νόμων που κυβερνούν τα κοινωνικά φαινόμενα και τη χρησιμοποιούν για να κατευθύνουν την πορεία τους σύμφωνα με τους συνειδητούς σκοπούς που αυτοί θέτουν. Δε μένουν άμαθοι και άπραγοι, δεν αφήνουν το κοινωνικό γίγνεσθαι να μορφώνεται μόνο του σύμφωνα με την αντικειμενική νομοτέλεια ολωσδιόλου με αυθόρμητο τρόπο, παρά γνωρίζοντας αυτούς τους νόμους γίνονται ικανοί να επεμβαίνουν και να φτιάνουν συνειδητά τώρα την ιστορία τους. Μα δεν πρέπει να νομίσουμε πως δημιουργούν αυθαίρετα έξω από τη γραμμή που χαράζει η πραγματικότητα, μόνο θέλουμε να τονίσουμε πως με τη χρησιμοποίηση που κάνουν των κοινωνικών νόμων κατορθώνουν—μένοντάς μέσα στην αντικειμενική σφαίρα—να φέρνουν τα αποτελέσματα που θέλουν. Και τώρα ούτε η τεχνική, ούτε τίποτε άλλο δεν ορθώνεται σαν αυτεξούσια δύναμη που δε μπορεί να μαλαχτεί και να πάρει την κατεύθυνση που πρέπει. Τώρα η αναρχία αφανίζεται και προβάλλουν η γόνιμη σχεδιοποίηση και οργάνωση που δε μοιάζουν διόλου τις γραφειοκρατικές που βάνουν παρωπίδες και μηχανοποιούν ακόμα κ΄ ένα μέρος από την άρχουσα τάξη. Γιατί στον καπιταλισμό υπάρχει από το ένα μέρος η καταπιεστική οργάνωση κι από το άλλο η παμμέγιστη αναρχία μέσα σε κάθε χωριστή κοινωνία, όπως και σ΄ ολόκληρο αυτό τον κόσμο. Μα τώρα λείπουν αυτά κι ο ιστορικός δρόμος ανοίγεται απρόσκοφτος για την ανθρώπινη προκοπή.

Μολαταύτα αυτό το ιδανικό της προόδου κρίνεται από πολλούς πνευματικούς εκπρόσωπους του καπιταλιστικού κόσμου σαν ουτοπική φαντασία, σαν απατηλό όνειρο που βαυκαλίζει τους απλοϊκούς. Η παραπέρα ιστορική ανάπτυξή τους φαίνεται σκοτεινή, απελπιστική. Και το 18ο αιώνα, μας λέγουν, οι άνθρωποι έπλασαν απραγματοποίητα όνειρα, οραματίστηκαν την αδιάκοπη πρόοδο στη γνώση και στην πράξη, πίστεψαν στη δημιουργία του επίγειου παράδεισου, όμως η αυταπάτη ήταν τραγική, γρήγορα διαλύθηκε το ωραίο όνειρο, γιατί η ανάπτυξή της επιστήμης και της τεχνικής έφερε στο σημερινό αδιέξοδο. Έτσι με τα κηρύγματά τους σκορπίζεται παντού η απαισιοδοξία, ο μαρασμός κι ακούγεται ο θρήνος για μια κατάδικη τάχα ανθρωπότητα. Μα η ιδέα της ανθρώπινης προκοπής δεν έλειψε ποτέ σε όλες τις εποχές. Ο μύθος του Δαιδάλου κι άλλοι παρόμοιοί του συμβολίζουν κ΄ εκφράζουν τον πανάρχαιο πόθο και σήμερα ξανοίγονται πλατύτατες προοπτικές για την πραγμάτωσή του. Σίγουρα δεν πρόκειται για κανένα επίγειο παράδεισο σαν το φανταστικό ουράνιο. Η γνώση και η πράξη του ανθρώπου, όσο και να μεγαλώσουν πάντοτε θα είναι κάτι το «πεπερασμένο» εμπρός στον ανεξάντλητο, στον άπειρο κόσμο, όμως η πορεία προς τα εμπρός, η κατεύθυνση, το αδιάκοπο πλησίασμα προς το απόλυτο δεν είναι καμιά ουτοπική χίμαιρα. Η χρησιμοποίηση της ατομικής ενέργειας και της κυβερνητικής σε ειρηνικά έργα υπόσχεται άπειρες, αφάνταστες δυνατότητες. Ο άνθρωπος έχει κάνει την εμφάνισή του πολύ αργά μέσα στον κόσμο, είναι ένα νέο είδος που μόλις έχει αρχίσει την παρουσίασή του πάνω στη γη, που η καθαυτό «ανθρώπινη» μόρφωσή του κρατεί μόνο από έναν ελάχιστο χρόνο, από λίγες χιλιετηρίδες. Η ανάπτυξή του άρα—μπορούμε να υποθέσουμε—βρίσκεται μονάχα στην αρχή της, στα πρώτα στάδιά της κι απέραντη ξανοίγεται η κατοπινή πορεία. Δεν είναι απίθανο η ως τα σήμερα «γήινη» ανθρώπινη ιστορία ν΄ ανεβεί πολύ ψηλότερα και να γίνει «κοσμική».

Μα αυτή ή ανοδική πορεία θα γίνεται τόσο με ταχύτερο χρονικό ρυθμό, όσο θα λείπουν τα προσκόμματα που φέρνουν τα σταματήματα και τα λοξοδρομήματα. Και τούτο κατορθώνεται μέσα στο σοσιαλισμό. Τότε γεννιούνται οι ευνοϊκοί αντικειμενικοί όροι και η πίστη στο ιδανικό της ανθρώπινης προκοπής δεν είναι ουτοπική, γιατί δε στηρίζεται σε ωραίους μόνο πόθους, παρά πατεί γερά πάνω στην ίδια την πραγματικότητα. Τότε οι άνθρωποι μπορούν να εξουσιάζουν συνειδητά την ιστορική τους μοίρα. Μα οι θρηνωδοί δεν κάνουν τέτιους στοχασμούς. Στρέφονται στον καπιταλισμό που τον αντικρύζουν σαν αμετάβλητο, σαν αιώνια κατηγορία και θεωρούν αξεπέραστη την ηθική κρίση του. Δε βλέπουν κανένα τρόπο σωτηρίας, δεν αξιολογούν σωστά τη δημιουργική ορμή της μάζας που παράλληλα με την κρίση προβάλλει μέσα σ’ αυτόν τον ίδιο τον καπιταλιστικό κόσμο. Απογοητεύονται και θρηνούν για τη φθίση, μα δεν την ανατέμνουν πέρα πέρα, δε στρέφονται σ’ όλα τα κακά. Επιχειρούν να την εξηγήσουν, μα βρίσκουν ολότελα φανταστικά αίτια, θεωρούν την τεχνική και το μεγάλο αριθμό των ανθρώπων, των μορφωμένων και των ιστορικών γεγονότων σαν τους ιστορικούς εκείνους παράγοντες που προκαλούν όλη αυτή τη φθορά. Είναι φανερό πως η κριτική τους λαθεύει στο σωστό στόχο και δε σημαδεύει το μόνο υπεύθυνο που δεν είναι άλλος παρά ο ίδιος ο καπιταλισμός σαν οικονομικοκοινωνικό σύστημα. Ολόκληρο αυτό το σύστημα στη διαλεκτική ανάπτυξή του έχει φτάσει πια στο σημείο που δημιουργεί το ίδιο από τον εαυτό του τη φθορά του. Η υλική βάση του κι όλη του η συγκρότηση με τις αντινομίες που κλείνει μέσα της και που τώρα ξεσπούν σφοδρές κι αδιάλλαχτες, είναι οι μόνοι αντικειμενικοί ιστορικοί παράγοντες που είναι υπεύθυνοι για την κακή χρησιμοποίηση της επιστήμης και της τεχνικής, για την καταπίεση των πολλών, για τη μηχανοποίηση και την αποπροσωποποίηση του ανθρώπου, για το ξέφτισμα κάθε γνήσιας και γόνιμης ηθικής αξίας, γενικά για όλη τη σημερινή κρίση. Οι θρηνωδοί δεν κρίνουν σωστά. Με την κριτική τους δεν κάνουν άλλο παρά να στέκουν στη θέση των λίγων κ’ ενάντια στους πολλούς, γιατί στο βάθος τα αίτια που αναφέρουν συμπυκνώνονται σ΄ ένα και κύριο: στην αμέτρητη μάζα που ξυπνά, φέρνει κίνηση κι αναταραχή κι απειλεί τη μειοψηφία, την παραδομένη ιεράρχηση, την καθιερωμένη κατάσταση. Μα αυτή η μάζα τώρα κάνει τη δική της κριτική και σημαδεύει το σωστό στόχο και γίνεται η μόνη σωστική για όλη την ανθρωπότητα ιστορική δύναμη που θα λύσει τις αντινομίες και θα εξαφανίσει την κρίση.

***

Ο Γιάννης Ιμβριώτης ήταν φιλόσοφος και καθηγητής πανεπιστημίου, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μαρξιστικής σκέψης στην Ελλάδα.

Γεννήθηκε το 1898 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία και ψυχολογία στην Αθήνα, το Βερολίνο και το Παρίσι.

Το 1932 αναγορεύθηκε υφηγητής και το 1937 έγινε καθηγητής της έδρας της Συστηματικής Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής συμμετείχε στην Αντίσταση ως μέλος του ΕΑΜ, με αποτέλεσμα να συλληφθεί από τους Γερμανούς και να φυλακισθεί, ενώ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου απολύθηκε από τη θέση του στο πανεπιστήμιο και εξορίστηκε.

Το 1951 εκλέχτηκε βουλευτής με την ΕΔΑ. Το 1967 εξορίστηκε και πάλι από τη χούντα στη Λέρο.

Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών (1975).

Σύζυγός του ήταν η παιδαγωγός Ρόζα Ιμβριώτη.

Το φιλοσοφικό στίγμα του Ιμβριώτη φαίνεται στο έργο του «Δοκίμια μαρξιστικής φιλοσοφίας» όπου αναλύει τον μαρξισμό ως τη «συνεπέστερη υλοκρατική κοσμοαντίληψη» που θεμελιώνει τις αρχές της στην επιστημονική γνώση και επομένως εναντιώνεται σε «κάθε μαγεία» που σκοτίζει το ανθρώπινο πνεύμα, αλλά και στρέφεται στον «ιστορικό άνθρωπο» για να συνδέσει διαλεκτικά τη θεωρία με την πράξη. Η αρχή του μαρξισμού να μη δογματίζει αλλά ολοένα να πλουτίζεται δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι αυτός συνιστά «οργανωμένο όλο με αυστηρή εσωτερική συνέπεια».

Ο Γιάννης Ιμβριώτης πέθανε το 1979 στην Αθήνα.


[1] Αν και το κείμενο φαντάζει ιδιαίτερα επίκαιρο, δημοσιεύθηκε πριν 54 χρόνια, στο τεύχος 73-74 του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης» (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1961). Κρατήσαμε την ορθογραφία και το συντακτικό της εποχής.

πηγη: http://ergatikosagwnas.gr

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015 00:00

Μαζική πορεία ενάντια στη νέα αντιλαϊκή συμφωνία

Γράφτηκε από τον

antarsya-mat-10-7-15.jpg

Συγκέντρωση στα Προπύλαια πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 10 Ιούλη, στις 7μμ  έπειτα από κάλεσμα πρωτοβάθμιων σωματείων, σχημάτων. Στην συγκέντρωση καλούσαν επίσης η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η ΜΑΡΣ, το Δίκτυο Ελευθέρων Φαντάρων Σπάρτακος, η Α/Π Ροσινάντε κ.ά.

Οι χιλιάδες συγκεντρωμένοι πραγματοποίησαν μαχητική πορεία προς τη Βουλή.

Στην Ομήρου δυνάμεις των κλούβες και ΜΑΤ του Πανούση έκοψαν τον δρόμο στην πορεία, με εμφανή προσπάθεια της αστυνομίας να γίνουν οπωσδήποτε επεισόδια! Τα ΜΑΤ έκαναν χρήση χημικών, ενώ μετά από αρκετή ώρα η πορεία ξεκίνησε και έφτασε στην Βουλή.

Εκεί βρίσκονταν ήδη οι διαδηλωτές του ΠΑΜΕ, καθώς και  οργανώσεις μελών του ΣΥΡΙΖΑ με πανό ενάντια στην νέα αντιλαϊκή συμφωνία.

Το επόμενο μεγάλο ραντεβού δόθηκε για την Κυριακή το απόγευμα στις 7μμ.

Δείτε στα τρία βίντεο που ακολουθούν στιγμιότυπα από την σημερινή πορεία.

πηγη: pandiera.gr

Σελίδα 1449 από 1527
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή