ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ ΓΙΑ ΤΗ ΒΡΩΜΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΣΙΠΡΑ
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓ. ΛΑΦΑΖΑΝΗ ΣΤΟ INDICATOR.GR
Ολόκληρη η συνέντευξη του Παναγ. Λαφαζάνη, επικεφαλής της Λαϊκής Ενότητας, στο Indicator.gr έχει ως εξής:
Ερωτ: Καταρχάς, θα θέλαμε να μας πείτε ποια είναι η γνώμη σας για τα αποτελέσματα των εκλογών.
Απαντ: Το εκλογικό αποτέλεσμα είναι συνέπεια των εκλογών-εξπρές,οι οποίες έγιναν σχεδόν Αυγουστιάτικα μόνο και μόνο για να αιφνιδιάσουν και να υφαρπάξουν την ψήφο του ελληνικού λαού με έναν εκβιαστικό τρόπο.Ο κόσμος προσήλθε στις κάλπες-όσοι προσήλθαν τουλάχιστον,γιατί είχαμε μια μεγάλη αποχή-χωρίς να γνωρίζει ακριβώς τις συνέπειες του τρίτου μνημονίου που συνομολόγησε η κυβέρνηση και ψήφισε από κοινού με την Νέα Δημοκρατία,το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι στη Βουλή.
Αν ο κόσμος ήξερε τι συνέπειες θα έχει το τρίτο μνημόνιο,όπως αρχίζει και καταλαβαίνει τώρα, το αποτέλεσμα θα ήταν πολύ διαφορετικό.Ταυτόχρονα οι εκλογές επισπεύθηκαν έχοντας σαν βασικό στόχο το «Όχι» που ελέχθη από πολλούς βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ κατά του μνημονίου.Στόχος ήταν να μη προλάβει να συγκροτηθεί αυτό το «Όχι»,όπως κάναμε στη Λαϊκή Ενότητα,και να μη προλάβει να δώσει με σχετική επάρκεια τη μάχη των εκλογών.
Βασική επιδίωξη ήταν η Λαϊκή ενότητα να μην μπορέσει να προετοιμαστεί,ώστε να τεθεί εκτός κοινοβουλίου.Να εκκαθαριστεί δηλαδή η Βουλή, από τη φωνή του «Όχι» στο μνημόνιο.Τη φωνή που έχει μια συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση απέναντι στην μνημονιακή λεηλασία της χώρας.
Ερωτ: Ποίοι θεωρείτε ότι είναι οι βασικοί λόγοι που έθεσαν τη Λαϊκή Ενότητα εκτός Βουλής;
Απαντ: Είναι βέβαιο ότι ο περιορισμένος προεκλογικός χρόνος λειτούργησε εναντίον της Λαϊκής Ενότητας.Η Λαϊκή Ενότητα δεν είχε το χρόνο να οργανωθεί,να έχει παρουσία,πολύ περισσότερο όταν δεν είχε οικονομικά μέσα και Μέσα επικοινωνίας να την στηρίξουν.Αντίθετα, αντιμετώπιζε πόλεμο από παντού.
Επομένως,οι εκλογές-εξπρές είχαν στόχο να θέσουν την Λαϊκή Ενότητα εκτός Βουλής.Άλλωστε,αυτό ήταν κάτι που επιθυμούσε διακαώς το ευρωπαϊκό και εγχώριο κατεστημένο.Ο Αλέξης Τσίπρας ήταν το μακρύ χέρι αυτού του σχεδίου,ενάντια στην αντιμνημονιακή παρουσία στη Βουλή.Ενάντια στο «Όχι» στο μνημόνιο που εκπροσωπούσε η Λαϊκή Ενότητα.Η Λαϊκή Ενότητα ήταν απειλή για το σύστημα,δεν υπήρχε άλλη ουσιαστική απειλή γι’αυτό.
Γι’αυτό έπρεπε η Λαϊκή Ενότητα να εξοντωθεί,να τεθεί εκτός του κοινοβουλευτικού προσκηνίου.Αυτό δυστυχώς επετεύχθη.Βεβαίως πρέπει να πούμε ότι η εναλλακτική πρόταση της Λαϊκής Ενότητας,που συνέδεε το ριζοσπαστικό της πρόγραμμα με την έξοδο από την Ευρωζώνη,ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα για να το καταλάβει ο ελληνικός λαός.Πολύ περισσότερο μάλιστα,όταν υπήρχε μια απίστευτα γενικευμένη τρομοκρατία για το εθνικό νόμισμα.
Όπως είπα και πριν,μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα και κάτω από την επίδραση της τρομοκρατίας για το εθνικό νόμισμα ήταν πολύ δύσκολο για εμάς να εξηγήσουμε την τοποθέτησή μας. Δεχτήκαμε άγρια επίθεση και το δίλημμα Τσίπρας-Μειμαράκης ήταν τελικά αυτό που επικράτησε.Βεβαίως,είχαμε κι εμείς αδυναμίες,είχαμε ελλείψεις στην πολιτική μας,ήταν άλλωστε δύσκολο να συγκροτήσουμε μια ενιαία πολιτική μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα,όσο κι αν προηγουμένως είχαμε μια προετοιμασία,αλλά η προετοιμασία δεν ήταν για εκλογές.
Ερωτ: Πέραν των όποιων πιθανών πολιτικών σκοπιμοτήτων,σε κοινωνικό επίπεδο τι πιστεύετε ότι συνετέλεσε στη διαμόρφωση του συγκεκριμένου εκλογικού αποτελέσματος;
Απαντ: Νομίζω,ότι πολύς κόσμος δεν είχε καταλάβει τις συνέπειες του τρίτου μνημονίου. Ακόμα λειτουργούσαν οι αντιμνημονιακές διακηρύξεις του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ.Και οι εκλογές-εξπρές εξυπηρετούσαν ακριβώς αυτόν τον σκοπό.
Από την άλλη,ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού,και της νεολαίας ιδιαίτερα,απογοητεύτηκε πάρα πολύ από αυτήν την κωλοτούμπα του Αλέξη Τσίπρα, όπου το «Όχι» του δημοψηφίσματος μετατράπηκε σε «Ναι» .Η απογοήτευση αυτή στράφηκε προς όλες τις κατευθύνσεις.Δεν μιλάμε για ιδιαίτερα πολιτικοποιημένο κόσμο,αλλά για έναν κόσμο που αυθόρμητα,από ένα ταξικό ένστικτο, τασσόταν κατά του μνημονίου,αλλά μόλις είδε αυτήν την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα, πίστεψε ότι τον κοροϊδεύουν όλοι.
Η αποχή σε μεγάλο βαθμό οφείλεται σε αυτήν την απογοήτευση.Ωστόσο, αυτή η αποχή βοήθησε δυστυχώς τα μνημονιακά κόμματα και ιδιαίτερα την επικράτηση του Αλέξη Τσίπρα,ενώ ταυτόχρονα λειτούργησε αρνητικά για την Λαϊκή Ενότητα.
Το σίγουρο είναι ότι μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο. Η κυβέρνηση έχει ανοίξει τα χαρτιά της. Το πρόγραμμά της είναι το τρίτο μνημόνιο και οι προγραμματικές δηλώσεις της και οι πρώτες κινήσεις της το απέδειξαν.
Τώρα βρισκόμαστε μπροστά στο πολυνομοσχέδιο, με βάση το μνημόνιο. Ένα νομοσχέδιο με διατάξεις κουρελού,που αφορούν όλους τους τομείς,κάτι που παραβιάζει τον Κανονισμό της Βουλής και το Σύνταγμα.Ακυρώνεται η δημοκρατία με τέτοιου είδους νομοθετικές λειτουργίες.
Μπαίνουμε σε μια περίοδο όπου ο κόσμος αρχίζει και προβληματίζεται για την ψήφο που έδωσε,είτε στον ΣΥΡΙΖΑ,είτε στα υπόλοιπα μνημονιακά κόμματα.Πλέον έχουμε μια μνημονιακή Βουλή στη μεγάλη της πλειοψηφία,η οποία, παρά τους διαξιφισμούς, μοιάζει με μια μεγάλη,συναινετική μνημονιακή παρέα.
Ερωτ: Η Λαϊκή Ενότητα δηλώνει ότι δεν θέτει σαν αυτοσκοπό το εθνικό νόμισμα,αλλά το χρησιμοποιεί ως εργαλείο.Εφόσον λοιπόν το εθνικό νόμισμα είναι το μέσο,ποιος είναι ο σκοπός;Καθώς, όπως γνωρίζετε,σας ταυτίζουν πολλοί με αυτό που λέτε ότι χρησιμοποιείται εργαλειακά,αποκαλώντας τη ΛΑΕ «κόμμα της δραχμής».
Απαντ: Εμείς δεν είμαστε κόμμα ενός νομίσματος ή όπως το λένε κάποιοι,κάπως υποτιμητικά,το «κόμμα της δραχμής».Εμείς είμαστε ένα ριζοσπαστικό, αριστερό, πατριωτικό και δημοκρατικό μέτωπο.Γιατί η Λαϊκή Ενότητα δεν είναι κόμμα, είναι Μέτωπο.Μέτωπο δυνάμεων που αναδεικνύουν ένα ριζοσπαστικό,προοδευτικό πρόγραμμα αλλαγών στη χώρα μας.
Εμείς επιδιώκουμε να τελειώσουμε με τα μνημόνια και τη λιτότητα.Θέλουμε να βάλουμε τέρμα στη φορολεηλασία των μικρομεσαίων στρωμάτων,η οποία είναι αδιέξοδη και υφεσιακή. Όσους περισσότερους φόρους βάζεις στους αδύνατους και στα μεσαία εισοδήματα,τόσο λιγότερα έσοδα έχεις.Διότι αυτοί οι φόροι επιτείνουν την ύφεση στην οικονομία.
Εμείς έχουμε ένα πρόγραμμα που είναι εναντίον της εκποίησης του εθνικού μας πλούτου και ιδιαίτερα ενάντια στο ξεπούλημα των δημόσιων στρατηγικών επιχειρήσεων.Είμαστε ένα κόμμα που έχει στη σημαία του τη δημοκρατία,η οποία έχει ακυρωθεί κάτω από την μνημονιακή χούντα που στην ουσία κυβερνά αυτήν τη χώρα.Επίσης,είμαστε ένα κόμμα που στη σημαία του έχει την εθνική ανεξαρτησία,ενάντια στην εθνική υποτέλεια η οποία δεσπόζει και κυριαρχεί σήμερα. Είμαστε ένα κόμμα που επιθυμεί την εθνικοποίηση και την κοινωνικοποίηση των τραπεζών,την δημόσια ιδιοκτησία και τον δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο των μεγάλων στρατηγικών επιχειρήσεων.Ένα κόμμα το ποίο επιδιώκει την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Θεωρούμε ως βασικό μοχλό για να μπορέσουμε να επανεκκινήσουμε την οικονομία, το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων,που χρειάζεται τουλάχιστον να διπλασιαστεί και να γίνει πιο παραγωγικό.
Είμαστε ένα κόμμα που στηρίζει την μικρομεσαία επιχείρηση και θέλει ένα ευνοϊκό πλαίσιο για να μπορέσει η μικρομεσαία επιχείρηση να σταθεί στα πόδια της και να δώσει αυτά που μπορεί να δώσει για να αναζωογονηθεί η οικονομία.
Όλα αυτά όμως δεν μπορούν να επιτευχθούν στο πλαίσιο της ευρωζώνης και του ευρώ.Η ευρωζώνη είναι μια γερμανική οικονομική και νομισματική φυλακή η οποία είναι διαμορφωμένη στα πρότυπα των ισχυρών χωρών και κατά κύριο λόγο της Γερμανίας.Δεν αφήνει περιθώρια νομισματικής ευελιξίας για τις πιο αδύναμες χώρες και φυσικά δεν αφήνει περιθώρια αυτές οι χώρες να έχουν την απαραίτητη ρευστότητα που θα δώσει ανάσα στις οικονομίες τους.
Επομένως,το πρόγραμμά μας δεν μπορεί να εφαρμοστεί εντός της ευρωζώνης και του ευρώ.Αν μπορούσε,εμείς δεν θα είχαμε αντίρρηση να είμαστε στην ευρωζώνη και το ευρώ.
Ένα ευρώ,φυσικά, που πρέπει να εξηγήσουμε ότι είναι μεταμφιεσμένο μάρκο,δεν είναι ένα νόμισμα που ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων των χωρών.Το ευρώ δεν είναι ενιαίο νόμισμα,όπως λέγεται. Υπάρχουν τόσα ευρώ όσα και οι χώρες της ευρωζώνης.Και είναι ακριβώς κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της Γερμανίας.
Για παράδειγμα,στην Ελλάδα αν μια μεσαία επιχείρηση προσπαθήσει να δανειστεί,πράγμα δύσκολο σήμερα, το επιτόκιο θα έχει διψήφιο αριθμό.Σε αντίθεση με τη Γερμανία,που υποτίθεται ότι έχουμε το ίδιο νόμισμα, όπου το επιτόκιο είναι σχεδόν μηδενικό και η δανειοδότηση πανεύκολη. Επίσης,το ελληνικό δημόσιο δεν μπορεί να δανειστεί από τις αγορές,ενώ από την άλλη το γερμανικό δημόσιο δανείζεται με αρνητικό επιτόκιο.Πληρώνεις,δηλαδή,για να το δανείσεις.
Πώς έχουμε λοιπόν ενιαίο νόμισμα; Αυτό είναι μια μεγάλη κοροϊδία,δεν υπάρχει κάτι τέτοιο.Το μόνο νόμισμα που υπάρχει είναι αυτό που είναι κομμένο στα μέτρα της Γερμανίας,το οποίο και επιβάλλεται εξουθενωτικά στις υπόλοιπες χώρες και ιδιαίτερα εις βάρος των χωρών του νότου.
Γι’αυτό λέμε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να ανασάνει μέσα στην ευρωζώνη και προκειμένου να ανακάμψει και να βρει διέξοδο,πρέπει να επιλέξει το εθνικό νόμισμα.Συνεπώς,το εθνικό νόμισμα για εμάς είναι μέσο,ένα αναγκαίο εργαλείο ώστε να βγούμε απ’την κρίση και να εφαρμόσουμε ένα καινούργιο ριζοσπαστικό,προοδευτικό πρόγραμμα.
Ερωτ: Τελικά,θεωρείτε ότι ο Αλέξης Τσίπρας είχε εναλλακτική λύση κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων;
Απαντ: Καταρχάς,έκπληξη προκαλεί το να ισχυρίζεται ο Α.Τσίπρας ότι αναγκάστηκε να υπογράψει το τρίτο μνημόνιο μη έχοντας εναλλακτική λύση.Πότε το ανακάλυψε;Το ανακάλυψε στις 12 Ιουλίου;Γιατί εμείς επί χρόνια,όπως και ο Τσίπρας,λέγαμε ότι θα ακυρώσουμε τα μνημόνια.
Άρα όταν έλεγε ότι θα καταργήσει τα μνημόνια,ήξερε ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση;Δεν υπήρχε εναλλακτική λύση όταν έκανε δημοψήφισμα;Γιατί,αυτός το εισηγήθηκε.
Εκτός κι αν ο Αλέξης Τσίπρας μας πει ότι επί τόσα χρόνια έλεγε ψέματα,κορόιδευε κι ενέπαιζε τον ελληνικό λαό.
Εμείς,όπως γνωρίζετε,όλα αυτά τα χρόνια είχαμε μια διαφορετική αντίληψη στον ΣΥΡΙΖΑ-και όταν λέω «εμείς», εννοώ και εμένα προσωπικά και το αριστερό ρεύμα και γενικότερα την αριστερή πλατφόρμα-υποστηρίζαμε ότι έπρεπε να υπάρχει και να προβάλλεται δημόσια μια εναλλακτική πρόταση,που θα έχει αρχή,μέση και τέλος απέναντι στους πιστωτές.
Αυτή η εναλλακτική λύση για να μπορούσε να είναι έγκυρη και αποτελεσματική,θα έπρεπε να προβλέπει και την έξοδο από την ευρωζώνη. Αυτή ήταν η θεμελιώδης διαφορά μας στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ. Πιστεύαμε ότι δεν μπορείς να διαπραγματευτείς με τους Γερμανούς χωρίς να έχεις εναλλακτικό σχέδιο που να περιλαμβάνει και την έξοδο απο την ευρωζώνη.
Η άλλη πλευρά δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα για την έξοδο από την ευρωζώνη,θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό για τη χώρα.Στην ουσία,αυτή η συζήτηση άνοιγε μόνο απο εμάς στα όργανα,ενώ η πλευρά της πλειοψηφίας την έκλεινε.
Ερωτ: Δηλαδή ισχυρίζεστε ότι ουδέποτε είχε γίνει συζήτηση για κάποιο εναλλακτικό σχέδιο.
Απαντ: Αυτή η συζήτηση δεν είχε ανοίξει καθόλου δημόσια,όποτε προσπαθούσε κάποιος να αναφερθεί σε αυτό το θέμα έπεφτε «μαύρο».Μας κατηγορούσαν λέγοντας:«Είναι καταστροφή,είναι κόλαση,τι είναι αυτά που λέτε.Είστε τρομοκράτες και πάτε να καταστρέψετε τη χώρα». Λες και τα μνημόνια είναι ευλογία για τον τόπο.
H συζήτηση εσωκομματικά άνοιγε μόνο από την δική μας πλευρά,η άλλη πλευρά δεν δεχόταν να συνομιλήσει με επιχειρήματα για το ζήτημα της εξόδου από την ευρωζώνη με ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα.
Αυτή ήταν η εικόνα στο εσωτερικό του κόμματος.Γι’αυτό κι εμείς,κι εγώ προσωπικά,είχα ζωηρές επιφυλάξεις για το κατά πόσο ο Αλέξης Τσίπρας θα ακολουθούσε μέχρι τέλους μια αντιμνημονιακή γραμμή.Όμως δίναμε την μάχη τόσο στο πλαίσιο του κόμματος,όσο και στο πλαίσιο της κυβέρνησης.Ήταν μια σκληρή μάχη για να μη συνομολογηθεί μνημόνιο,μια προσπάθεια να ακολουθήσει η χώρα μια διαφορετική πορεία.
Ελπίζαμε ότι στο τέλος, στο δίλημμα που είχε τεθεί, μνημόνιο ή σύγκρουση με την ευρωζώνη, θα επικρατούσε η σύγκρουση με την ευρωζώνη και η ακύρωση του μνημονίου..Η κατάργηση και η ακύρωση των μνημονίων ήταν η ουσία της ύπαρξης του ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν αυτό που μας συνένωνε όλους.Δυστυχώς, μπήκαν τα συμφέροντα της ευρωζώνης πάνω από τα συμφέροντα του ελληνικού λαού.
Ερωτ: Ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει λόγο για ένα παράλληλο πρόγραμμα το οποίο στόχο έχει να λειάνει τις δυσκολίες που απορρέουν από την υλοποίηση της συμφωνίας με τους πιστωτές.Ποια είναι η γνώμη σας γι’αυτό;
Απαντ: Παράλληλο πρόγραμμα απέναντι σε ένα ολιστικό πρόγραμμα,όπως είναι αυτό του τρίτου μνημονίου,δεν μπορεί να υπάρξει.Δεν υπάρχει περιθώριο να υπάρξει. Διότι το τρίτο μνημόνιο εστιάζει στο να περικόψει δαπάνες του δημοσίου,αλλά και να αυξήσει τα έσοδα.Για να γίνουν αυτά απαιτούνται σκληρά μέτρα, κάτι άλλωστε που προβλέπεται στο τρίτο μνημόνιο.
Ένα παράλληλο πρόγραμμα θα απαιτούσε πόρους.Από πού θα βρεθούν οι πόροι για να στηριχτεί ένα παράλληλο πρόγραμμα;Όταν την ίδια στιγμή η λιτότητα στις δαπάνες και η αύξηση των εσόδων με νέα φορολογικά μέτρα είναι η κεντρική κατεύθυνση του τρίτου μνημονίου.Επομένως,περιθώρια για παράλληλο πρόγραμμα δεν υπάρχουν και αυτοί που το λένε ζουν σε ένα παράλληλο σύμπαν ή κάνουν σκόπιμα προπαγάνδα.
Όπως προπαγάνδα είναι και η λογική των ισοδύναμων μέτρων.Αυτό μου μοιάζει σαν να σου λέει κάποιος:«Πάμε να σου κόψουμε το δεξί πόδι».Εσύ διαμαρτύρεσαι λέγοντας «τι πάτε να κάνετε,και μάλιστα στο καλό μου πόδι», και σου απαντάνε,«εντάξει μη κάνεις έτσι, θα σου κόψουμε το αριστερό τότε».
Ουσιαστικά,τα ισοδύναμα μέτρα τα πληρώνει πάλι ο ελληνικός λαός.Δεν θα τα πληρώσουν οι μεν, θα τα πληρώσουν οι δε. Όμως αυτό δεν βγάζει πουθενά,δεν δίνει καμία διέξοδο.Γι’αυτό προσπαθούν να κρύψουν με διάφορους τρόπους ότι αυτό είναι ένα μνημονιακό πρόγραμμα,επιβεβλημένο από τους πιστωτές, οι οποίοι το ελέγχουν και το επιτηρούν μέχρι τελευταίας λέξης.
Η πραγματικότητα είναι ότι οι πιστωτές κυβερνούν και οι κυβερνήσεις είναι πολιτικοί υπάλληλοι της μνημονιακής χούντας.Αυτό προσπαθούν να κρύψουν,δείχνοντας ότι έχουν λόγο ύπαρξης οι κυβερνήσεις και μπορούν να κάνουν κάποιες αλλαγές από τον έναν τομέα στον άλλον.
Ερωτ: Βάσει του νέου πολιτικού χάρτη στη Βουλή,θεωρείτε ότι τώρα υπάρχει κάποια πολιτική δύναμη που θα μπορούσε να αρθρώσει ουσιαστικό πολιτικό αντίλογο;Γνωρίζοντας τις απόψεις σας,γιατί θεωρείτε ότι το ΚΚΕ δεν αποτελεί μια αντιμνημονιακή φωνή στο κοινοβούλιο;
Απαντ: Το ΚΚΕ δεν είναι αντιμνημονιακή δύναμη.Το ΚΚΕ πετάει την μπάλα στην εξέδρα.Θεωρεί,μάλιστα,ότι το δίλημμα μνημόνιο-αντιμνημόνιο είναι πλαστό.Ισχυρίζεται ότι το πραγματικό δίλημμα είναι καπιταλισμός ή σοσιαλισμός,όπως φυσικά εννοεί το ΚΚΕ τον σοσιαλισμό.Περίπου δηλαδή,όπως τον υπαρκτό σοσιαλισμό που κατέρρευσε.
Το ΚΚΕ πιστεύει ότι το να βάλουμε ως στόχο την ακύρωση των μνημονίων,είναι κάτι αποπροσανατολιστικό.Δυστυχώς λέει επίσης, ότι η έξοδος της Ελλάδας απο την ευρωζώνη θα είναι καταστροφή και θα επιφέρει μεγάλα δεινά στη χώρα.Και σ’αυτό εξ αντικειμένου,τουλάχιστον, συμπλέει με τις δυνάμεις του κατεστημένου.
Εμείς βεβαίως επιδιώκουμε τη σοσιαλιστική προοπτική για τη χώρα.Έναν σοσιαλισμό του 21ου αιώνα,με δημοκρατία και συμμετοχή των εργαζομένων.Αλλά,αυτή την ώρα δεν είναι αυτό το επίκαιρο διακύβευμα.Το επίκαιρο και άμεσο που έχουμε μπροστά μας,και που ενδιαφέρει ζωτικά τον ελληνικό λαό,είναι να ακυρώσουμε τα μνημόνια και την λιτότητα.Είναι να στηρίξουμε μισθούς και συντάξεις,είναι να ακολουθήσουμε ένα προοδευτικό πρόγραμμα που θα δώσει ανάσα στην οικονομία και την κοινωνία.Μέσα από αυτή τη μεταβατική διαδικασία, μπορεί να οδηγηθούμε τελικά σε αλλαγές σοσιαλιστικού χαρακτήρα.
Επομένως,το ΚΚΕ δεν μπορεί να θεωρηθεί δύναμη που προτείνει μια εναλλακτική λύση στο σήμερα. Αυτό άλλωστε επαληθεύεται από το γεγονός ότι σε αυτές τις εκλογές είχε θέσει σαν κύριο στόχο την Λαϊκή Ενότητα.Αυτή ήταν ο αντίπαλός του,δεν είχε αντίπαλο τα μνημόνια.Όλη σχεδόν η προεκλογική του προσπάθεια στρεφόταν εναντίον μας και συχνά μάλιστα με υβριστικούς και απαξιωτικούς προσωπικούς χαρακτηρισμούς.Μια εικόνα που δεν συνάδει με την γενικότερη αντίληψη της αριστεράς.
Δεν συζητάμε βεβαίως καθόλου για την Χρυσή Αυγή, η οποία δεν θέτει καν το θέμα εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη. Αυτό που επιδιώκει η Χρυσή Αυγή δεν είναι να προσφέρει μια εναλλακτική λύση στη χώρα μας.Αυτό που ενδιαφέρει τη Χρυσή Αυγή,πρωτίστως, είναι η φασιστική αναδιαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας.Δυστυχώς,όμως,αυτό θα είναι τραγωδία, αν συμβεί.Θα πρόκειται για το τέλος οποιασδήποτε προοπτικής μας.
Σκεφτείτε μια Ελλάδα κάτω από την κυριαρχία της Χρυσής Αυγής.Θα είναι μια Ελλάδα του κνούτου και του ακραίου αυταρχισμού.Αλίμονο αν αυτή είναι η μελλοντική εικόνα της χώρας.Εντυπωσιακό δε,είναι το πώς ένα κόμμα που ανέλαβε την πολιτική ευθύνη μιας δολοφονίας,αναδεικνύεται τρίτη πολιτική δύναμη στις εκλογές.
Ερωτ: Θα μπορούσατε να κάνετε μια πρόβλεψη για το πολιτικό και οικονομικό μέλλον της χώρας;
Απαντ: Το πρόγραμμα δεν θα μπορέσει να εφαρμοστεί και αυτή η κυβέρνηση δεν θα έχει διάρκεια.Θα κάνει τη βρώμικη δουλειά ψηφίζοντας τα μνημονιακά μέτρα και μετά θα μετράει μήνες επιβίωσης.
Ακόμα όμως κι αν υποθέσουμε ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί αυτό το πρόγραμμα θα οδηγούσε τη χώρα σε ακόμα χειρότερη θέση και θα χρειαζόταν ακόμα ένα μνημόνιο να ακολουθήσει. Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος που έχει εισέλθει η Ελλάδα.
Ερωτ: Υπάρχει η άποψη που λέει ότι μέσα από μια σκληρή και επώδυνη προσπάθεια υπάρχει η δυνατότητα η χώρα να βγει από τα μνημόνια,φέρνοντας σαν παράδειγμα την Πορτογαλία ή την Ισπανία που βγήκαν από αυτά.
Απαντ: Αυτή η άποψη διαστρεβλώνει την πραγματικότητα,καθώς αυτές οι χώρες βγήκαν τυπικά από το μνημόνιο,αλλά στην ουσία εξακολουθούν να εφαρμόζουν εξουθενωτικές πολιτικές λιτότητας,υπαγορευμένες και συμφωνημένες στο πλαίσιο της ευρωζώνης.
Η Πορτογαλία του δεξιού Κοέλιο εφαρμόζει ένα σκληρό πρόγραμμα λιτότητας που έχει τεράστιες κοινωνικές αντιδράσεις.Άρα η Πορτογαλία,η Ισπανία,η Ιρλανδία που μας εμφανίζονται ως πρότυπα για εμάς,είναι σε προγράμματα λιτότητας. Εμείς, προφανώς, μέσα στο πλαίσιο των πολιτικών βαρβαρότητας που ακολουθούνται στην ευρωζώνη, εκ των πραγμάτων,είμαστε στη χειρότερη θέση.
Δεν μπορεί, όμως, κανείς να δείχνει αυτόν που βρίσκεται στη χειρότερη θέση, προκειμένου να ισχυρίζεται πόσο καλύτερα είναι οι άλλοι οι οποίοι εφαρμόζουν εξουθενωτικά προγράμματα, απλά σε μικρότερη ένταση.Βεβαίως, στην ευρωζώνη δεν είναι όλοι στην ίδια τροχιά δυσκολιών και σκληρών μέτρων. Ωστόσο όλη η ευρωζώνη δοκιμάζεται,όλοι οι λαοί της ευρωζώνης υποφέρουν και ιδιαίτερα οι λαοί και οι εργαζόμενοι των πιο αδύναμων χωρών.Και φυσικά στη χειρότερη θέση απ’όλους βρίσκεται η Ελλάδα.
Γι’αυτό άλλωστε εμείς έχουμε κάθε λόγο να αντιδράσουμε πιο έντονα και να ανοίξουμε εναλλακτικούς δρόμους για να βγούμε απ’αυτήν την κρίση.
Ερωτ: Ποια είναι η γνώμη σας για τα αποτελέσματα των εκλογών στην Πορτογαλία;
Απαντ: Ειδικότερα για τις εκλογές στη Πορτογαλία,είναι προφανές ότι η δεξιά μπορεί να απέσπασε τη σχετική πλειοψηφία,αλλά έχει χάσει τη δυναμική της. Δεν έχει αυτοδυναμία και θα πρέπει να κάνει κυβέρνηση συνεργασίας.
Από την άλλη, η αριστερά και το κομμμουνιστικό κόμμα της Πορτογαλίας σημείωσαν άνοδο στις εκλογές και ιδιαίτερα το Μπλόκο της Αριστεράς είχε μια ανοδική δυναμική,διπλασιάζοντας το ποσοστό του.Επομένως, δεν βλέπω τις δυνάμεις της λιτότητας στην Πορτογαλία να έχουν κερδίσει έδαφος σ’αυτές τις εκλογές.
Ερωτ: Πώς σκοπεύει να πορευτεί το επόμενο διάστημα η Λαϊκή Ενότητα;
Απαντ: Εμείς ως Λαϊκή Ενότητα χάσαμε απλά μια μάχη, όχι τον πόλεμο.Συνεχίζουμε,είμαστε όρθιοι και προχωράμε σε αντεπίθεση. Είμαστε αισιόδοξοι. Πιστεύουμε ότι το μέτωπο της Λαϊκής Ενότητας έχει δυνατότητες και προοπτικές.
Πιστεύουμε, ότι πολύ γρήγορα θα αλλάξει ο κοινωνικός και πολιτικός συσχετισμός. Ήδη τα πρώτα σημάδια είναι θετικά για τη Λαϊκή Ενότητα.Ο κόσμος καταλαβαίνει ότι έχει μπει σ” ένα στημένο παιχνίδι κι ότι αυτή η Βουλή είναι μια Βουλή σκληρής λιτότητας.
Θα επιχειρήσουμε μια μεγάλη πολιτική αντεπίθεση το επόμενο διάστημα,κυρίως στο κοινωνικό πεδίο γιατί πιστεύουμε ότι εκεί είναι το επίκεντρο των πολιτικών διεργασιών.Οι διεργασίες δεν γίνονται στα κλειστά σώματα,πόσο μάλλον στη Βουλή η οποία έχει τα χαρακτηριστικά μια μεγάλης μνημονιακής παρέας.
Η κοινωνία είναι ο χώρος στο οποίο θα διαμορφωθούν οι πολιτικές εξελίξεις. Θα ρίξουμε ιδιαίτερα το βάρος μας στους κοινωνικούς αγώνες,στα κοινωνικά κινήματα και στα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα.
Όλα αυτά, στη βάση ενός προγράμματος που συνεχώς βελτιώνουμε και σε συνδυασμό με μια πρόταση για την μετάβαση από το ευρώ στο εθνικό νόμισμα,την οποία και θα επιχειρήσουμε να την κάνουμε πιο απλή,πιο κατανοητή στο λαό και πιο ουσιαστική για την εναλλακτική πορεία της χώρας.
Πιστεύουμε ότι έχουμε προοπτικές και μεγάλες δυνατότητες. Κάνουμε μια μεγάλη έκκληση για την συσπείρωση και συμπαράταξη όλων των αριστερών,προοδευτικών,αντιμνημονιακών και πατριωτικών δυνάμεων.Αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε για να σπάσουμε το μνημονιακό τοίχος και να ανοίξουμε νέες διαδικασίες διεξόδου και ανασυγκρότητσης για τη χώρα.
Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015
πηγη: iskra.gr

Του ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ*
ΘΕΣΜΙΚΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑ
Κανείς δεν έπεσε από τα σύννεφα με την ποινική δίωξη και την κλήση σε απολογία από την Εισαγγελία για απιστία σε βαθμό κακουργήματος της γενικής γραμματέα Δημοσίων Εσόδων Κατερίνα Σαββαΐδου. Ειδικότερα, η Κατερίνα Σαββαΐδου κατηγορείται αρχικά ότι στις 12 Ιανουαρίου 2015, δηλαδή λίγες μέρες πριν τις εκλογές έδωσε με δική της απόφαση περιθώριο ένα έτος αντί για ένα μήνα στους τηλεοπτικούς σταθμούς να αποδώσουν στο δημόσιο το 20% που εισπράττουν για λογαριασμό του επί της αξίας των διαφημίσεων. Τεράστιο πλήγμα στα δημόσια έσοδα, τεράστια πάσα στους καναλάρχες!
Ακόμη πιο ηχηρό πλήγμα σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος εκ μέρους της γενικής γραμματείας δημοσίων εσόδων ήταν η απόφαση της Κ. Σαββαΐδου να ζητήσει επανέλεγχο του προστίμου ύψους 78 εκ. ευρώ και της εταιρείας τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής Gennet στην οποία επιβλήθηκε, που κατηγορούταν για τοκογλυφία, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει η είσπραξη του προστίμου.
Η καθυστερημένη αντίδραση του πρωθυπουργού να ζητήσει την παραίτηση της Κ. Σαββαΐδου δεν έσωσε καν τα προσχήματα γιατί από το καλοκαίρι ακόμη οι εκδιωχθέντες Γ. Βαρουφάκης και Ν. Βαλαβάνη τόνιζαν ότι οι υπερεξουσίες που συγκέντρωνε στα χέρια της η γενική γραμματεία δημοσίων εσόδων (ΓΓΔΕ), κατ’ απαίτηση των πιστωτών, είναι σε βάρος των δημοσίων εσόδων. Παρόλα αυτά και στο πλαίσιο της μνημονιακής δέσμευσης για μεταφορά αρμοδιοτήτων του ΣΔΟΕ στη ΓΓΔΕ 3.500 υποθέσεις φοροδιαφυγής και 500 από τους 750 ελεγκτές μεταφέρθηκαν στην γραμματεία που προΐστατο η Κ. Σαββαΐδου, η οποία στο παρελθόν εργαζόταν στην ιδιωτική λογιστικοελεγκτική εταιρεία PriceWaterhouseCoopers, με αποτέλεσμα να προκύπτει μια προκλητική σύγκρουση συμφέροντος καθώς η συγκεκριμένη εταιρεία είχε στο πελατολόγιο της χιλιάδες μεγάλες εταιρείες. Πώς θα διασφαλίζονταν ότι η ΓΓΔΕ θα συνέχιζε να υπηρετεί τα συμφέροντα του δημόσιου, επιδεικνύοντας τη δέουσα αυστηρότητα και αμεροληψία, ανεξαρτήτως των σχέσεων που μπορεί να είχε η PWC με εταιρείες που τώρα έπρεπε να ελεγχθούν; Να αναφερθεί επίσης ότι η εταιρεία που εργαζόταν στο παρελθόν η Κ. Σαββαϊδου βρίσκεται πίσω και από το σκάνδαλο των Luxleaks, που είχε μετατρέψει το Λουξεμβούργο επί πρωθυπουργίας Γιουνκέρ σε φορολογικό παράδεισο για χιλιάδες πολυεθνικούς κολοσσούς όλου του κόσμου.
Παρόλα αυτά και το πακέτο προαπαιτουμένων που ψηφίστηκε το βράδυ της Παρασκευής 16 Οκτωβρίου στη Βουλή σε δύο άρθρα του παραχωρεί επιπλέον αρμοδιότητες στη εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γενική γραμματεία: «Εάν με βάση την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής, όπως ορίζεται στο άρθρο 68, υποβάλλεται αμελλητί μηνυτήρια αναφορά από τον γενικό γραμματέα δημοσίων εσόδων» (άρθρο 55α). Επίσης, «εάν συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος του παρόντος νόμου υποβάλλεται αμέσως αναφορά από τον γενικό γραμματέα δημοσίων εσόδων» (άρθρο 68). Εν ολίγοις, έβαλαν το λύκο να φυλάει τα πρόβατα…
Κατάργηση της κατώτατης σύνταξης, επιβολή Ενιαίου Φόρου Ακινήτων από το πρώτο ευρώ, αύξηση του επιτοκίου για όσους εντάχθηκαν στη ρύθμιση των 100 δόσεων και απώλειά της σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής τρεχουσών οφειλών, αύξηση της τιμής των εισιτηρίων στα λεωφορεία και κατάργηση των φοροαπαλλαγών των αγροτών είναι μερικά μόνο από τα μέτρα που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Το σκάνδαλο με τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων δείχνει πόσο βαθιά ταξικό είναι το πολυνομοσχέδιο με τα πρώτα προαπαιτούμενα που ψηφίστηκε στη Βουλή, προκαλώντας και την πρώτη απώλεια για το στρατόπεδο της συμπολίτευσης καθώς ο ακροδεξιός Ν. Νικολόπουλος καταψήφισε πέντε άρθρα του. Το πολυνομοσχέδιο όσο προκλητικά ανοιχτά αφήνει τα παράθυρα της φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής για το κεφάλαιο, τόσο άτεγκτο αποδεικνύεται εναντίον των εργαζομένων, των νυν και μελλοντικών συνταξιούχων καθώς και εναντίον εκατοντάδων χιλιάδων αυτοαπασχολουμένων και μικρομεσαίων που είναι τα θύματά του. Δύο είναι κυρίως τα θέματα που ανοίγει: το φορολογικό και το ασφαλιστικό, ενώ ιδιαίτερο βάρος έχουν κι άλλα άρθρα, όπως αυτό που αφορά για παράδειγμα την ιδιωτικοποίηση του ΟΣΕ, που (καθόλου τυχαία) συμπίπτει με την πρόταση της διοίκησης της ρωσικής εταιρείας σιδηροδρόμων προς τη Μόσχα για απόσυρση του ενδιαφέροντός τους από το σχέδιο εξαγοράς των ελληνικών σιδηροδρόμων. Προφανώς οι ΣΥΡΙΖΑίοι κάπου τον έταξαν τον ΟΣΕ (με το αζημίωτο εννοείται) κι οι Ρώσοι τους πήραν χαμπάρι…
Στο συνταξιοδοτικό προβλέπεται αρχικά αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης: «Τα ισχύοντα κατά περίπτωση μέχρι και την 18.8.2015 όρια ηλικίας καταβολής της σύνταξης αυξάνονται σταδιακά από την επομένη της ημερομηνίας αυτής έως και την 1.1.2022», αναφέρει ο νόμος. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ ψήφισαν επίσης ακόμη και την περαιτέρω μείωση της σύνταξης για όσους συνταξιοδοτούνται πριν τα 67 τους χρόνια: «Το κατώτατο όριο σύνταξης… δεν έχει εφαρμογή για όσους έχουν αποχωρήσει ή αποχωρούν από την υπηρεσία από 1.7.2015 και μετά και δεν έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας τους». Επιπλέον: «Εάν η σύνταξη καταβάλλεται μειωμένη… το ποσό της μειωμένης σύνταξης μειώνεται περαιτέρω κατά 10% μέχρι τη συμπλήρωση του κατά τα ανωτέρω προβλεπομένου ορίου ηλικίας». Σε άλλο άρθρο αναφέρεται πως «το ισχύον κατά την 19.8.2015 ποσό του κατώτατου ορίου σύνταξης παραμένει αμετάβλητο μέχρι την 31.12.2021», που σημαίνει ότι μετά οι συντάξεις θα μειωθούν στα 300 ευρώ! Ο ΣΥΡΙΖΑ έτσι που είχε υποσχεθεί την επιστροφή της 13ης σύνταξης κι ότι δεν πρόκειται να πειράξει τις συντάξεις κάτω των 700 ευρώ μειώνει τις συντάξεις, ψηφίζοντας την ολική επαναφορά των χειρότερων αντι-ασφαλιστικών νόμων του πρώτου και δεύτερου μνημονίου. Το είπε καθαρά στη Βουλή ο ίδιος ο Ε. Τσακαλώτος, που έχει μετατραπεί σε χαζοχαρούμενο όργανο των πιστωτών: «Αν δεν κάνω λάθος ούτε το 2010 ούτε το 2012 είχαμε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό θα περίμενα από την αντιπολίτευση αν όχι μία ταπεινότητα, αλλά τουλάχιστον να είναι φειδωλοί στην κριτική», τόνισε απευθυνόμενος στα έδρανα της αντιπολίτευσης και δείχνοντας έτσι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας όποια βρόμικη δουλειά άφησαν στη μέση οι κυβερνήσεις Παπανδρέου, Παπαδήμου και Σαμαρά. Να σημειωθεί δε, ότι αυτός ο νόμος είναι μόνο η αρχή, καθώς το Νοέμβριο αναμένεται ο νέος νόμος που θα αλλάξει άρδην το χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος από αναδιανεμητικό σε κεφαλαιοποιητικό. Δε θα αφορά δηλαδή παραμετρικές αλλαγές όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα με όλες τις αντι-ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις.
ΣΕ ΠΑΓΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΤΑΙ Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ 100 ΔΟΣΕΩΝ
Καθοριστική για τη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων ασφαλισμένων κι ειδικότερα μηχανικών, γιατρών, δικηγόρων, λογιστών κι άλλων ελεύθερων επαγγελματιών θα αποδειχθεί η κατάργηση της δυνατότητας που παραχωρήθηκε στους «νέους» ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ (μετά την 1/1/1993) να υπαχθούν σε κατώτερη ασφαλιστική κατηγορία. Τα συγκεκριμένα άρθρα (38 και 39 του Ν. 4331/2015 που ψηφίστηκε λίγες μέρες πριν το δημοψήφισμα) βοήθησαν χιλιάδες νέους επαγγελματίες να επανενταχθούν στο ασφαλιστικό σύστημα, αυξάνοντας σημαντικά τα έσοδά του. Σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε ο πρόεδρος του ΤΕΕ στις 15 Οκτωβρίου, μαζί με τους προέδρους του Δικηγορικού και του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, τόνισε ότι χάρη σε αυτή τη ρύθμιση τα έσοδα του ΕΤΑΑ/ΤΣΜΕΔΕ αυξήθηκαν φέτος κατά 14%. Παρόλα αυτά πάνω από το 50% των μηχανικών όλης της χώρας δεν καταβάλει εισφορές, ενώ περίπου 4.000 μηχανικοί κάθε χρόνο διαγράφονται από το ΤΕΕ. Η κατάσταση αυτή που ως χαμένους έχει τους πιο φτωχούς νέους επιστήμονες και αυτοαπασχολούμενους θα οξυνθεί από δω και πέρα, οδηγώντας χιλιάδες εργαζομένους στην ανασφάλιστη εργασία και την μαύρη οικονομία.
Μεταξύ άλλων ρυθμίσεων που είχαν ψηφιστεί το προηγούμενο εξάμηνο και καταργούνται περιλαμβάνεται η δυνατότητα συνταξιοδότησης επαγγελματιών με χρέη στα ταμεία ως 25.000 ευρώ και η επαναχορήγηση σύνταξης του ΟΓΑ (360 ευρώ) σε ανασφάλιστους υπερήλικες. Όταν ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ θέλουν να πάνε τη σύνταξη όλων των κατοίκων στα 360 ευρώ σιγά που θα συνεχίσουν να δίνουν αυτό το ποσό στους ανασφάλιστους…
Πολύ πιο σαρωτικές είναι οι αλλαγές που έρχονται στη φορολογία. Το πολυνομοσχέδιο επιφέρει τουλάχιστον πέντε μεταρρυθμίσεις που όλες, μα όλες είναι σε αντιδραστική, αντιλαϊκή κατεύθυνση.
Πρώτο, ξεκινάει την αποκαθήλωση του νόμου για τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών έως και 100 δόσεις, παρότι αποδείχθηκε εξόχως αποτελεσματική: όχι μόνο για το 1 εκ. φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις που υπάχθηκαν στο νόμο και ανακουφίστηκαν (με την κοινωνική τους θέση να εξαντλείται στα χαμηλότερα στρώματα), αλλά και για το δημόσιο καθώς από τα 7,5 δισ. που είχε να λαβαίνει το δημόσιο μόνο μέχρι το καλοκαίρι εισέπραξε το 1 δισ. ευρώ. Πλέον, θα αυξάνεται το επιτόκιο κατά βούληση (με όσους εντάχθηκαν στις προβλέψεις της να έχουν παγιδευτεί και να είναι ανήμποροι να αντιδράσουν), οι φορολογικές αρχές θα συνεκτιμούν την περιουσιακή κατάσταση του φορολογούμενου για να αποφασίσουν αν θα συνεχίσει να απολαμβάνει των σχετικών ευνοιών, ενώ τυχόν φορολογική ασυνέπεια θα σημαίνει την αυτόματη απώλεια της ρύθμισης. Το αστείο είναι πως οι πολιτικές απατεώνες του ΣΥΡΙΖΑ ενώ από το καλοκαίρι με το τρίτο μνημόνιο είχαν ψηφίσει το ξήλωμα της ρύθμισης, κατ’ επιταγή των πιστωτών, σε όλη την προεκλογική περίοδο την πρόβαλαν ως επιτυχία τους παρότι ήξεραν ότι η κατάργησή της ήταν θέμα χρόνου.
Δεύτερο, το πολυνομοσχέδιο αυξάνει τη φορολογία στα ενοίκια. Πλέον εισόδημα από ακίνητη περιουσία έως 12.000 ευρώ θα φορολογείται με 15% (από 11%), ενώ μεγαλύτερα των 12.000 εισοδήματα με συντελεστή 35% (από 33%). Δεν περνάει απαρατήρητο εδώ πως η αύξηση που θα πληρώσουν όσοι έχουν μικρά εισοδήματα από ενοίκια (+4%) είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα πληρώσουν όσοι έχουν μεγαλύτερα εισοδήματα (+2%).
Τρίτο, το άρθρο 13 του πολυνομοσχεδίου με τίτλο «Μέτρα για την Εφαρμογή της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων», απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής ανταποδοτικών τελών ακίνητα που έχουν παραχωρηθεί στο ΤΑΙΠΕΔ κι οδεύουν προς ιδιωτικοποίηση. Πρόκειται για σκανδαλώδη εύνοια προς τους ιδιώτες, η οποία θα σημάνει την απώλεια εκατομμυρίων ευρώ εκ μέρους των ΟΤΑ ή και του δημοσίου μιας κι αυτοί θα συνεχίσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, χωρίς ωστόσο να πληρώνονται ή θα τις παρέχουν με τα χρήματα που πληρώνουν οι υπόλοιποι φορολογούμενοι. Οι ψεκασμένοι αριστεροί και δεξιοί των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ με αυτό τον τρόπο κάνουν πάσα στους ιδιώτες που θα αρπάξουν τη δημόσια περιουσία, μειώνοντας το κόστος λειτουργίας και διαχείρισής της.
Τέταρτο, το πολυνομοσχέδιο καταργεί από 1/1/2015 τη δυνατότητα εκχώρησης ανείσπρακτων ενοικίων από τους ιδιοκτήτες στο ελληνικό δημόσιο. Αυτό το μέτρο, παρότι συχνά εκδικητικό σε βάρος των ενοικιαστών, τους απάλλασσε από την υποχρέωση πληρωμής των αναλογούντων φόρων στο δημόσιο, καθώς οι ίδιοι παραιτούνταν κι έδιναν στο δημόσιο το δικαίωμα της είσπραξης των σχετικών οφειλών, στην περίπτωση που δεν είχαν πληρωθεί τα σχετικά ενοίκια. Αν και για τον ενοικιαστή ήταν το ίδιο, για τον ιδιοκτήτη ή εκμισθωτή απάλειφε σημαντικές φορολογικές επιβαρύνσεις επί ανύπαρκτων εισοδημάτων. Το αποτέλεσμα αυτού του μέτρου θα είναι υπερφορολόγηση κι αύξηση των εξώσεων καθώς θα τελειώσει κι η ανοχή των ιδιοκτητών απέναντι σε όσους δεν καταβάλλουν τα ενοίκια.
Πέμπτο, το πολυνομοσχέδιο καταργεί τις απαλλαγές που ίσχυαν στον Ενιαίο Φόρο Ακινήτων. Το εξοργιστικό μάλιστα είναι πως ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Τρύφων Αλεξιάδης, σε συνέντευξή του δε δίστασε να δηλώσει πως παραμένει πρόθεση της κυβέρνησης η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, μετά την ολοκλήρωση του περιουσιολόγιου…
ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ψήφισαν επίσης τη δημιουργία ενός ενιαίου λογαριασμού όπου θα υπαχθούν όλα τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της κεντρικής κυβέρνησης. Η συγκεντρωτική διαχείριση των ταμειακών διαθεσίμων αποτελούσε πάγιο αίτημα των πιστωτών, καθώς στο τέλος αυτής της διαδρομής η διαχείριση των διαθεσίμων θα γίνεται από μια «ανεξάρτητη αρχή», όπως η Τράπεζα Ελλάδας, ή η γενική γραμματεία δημοσίων εσόδων που υπάγεται απ’ ευθείας στους πιστωτές. Έτσι, σε περίπτωση κρίσης, όπως στο πρώτο εξάμηνο του 2015, οι πιστωτές να μπορούν να τραβούν τις δόσεις τους, χωρίς ούτε καν να ρωτούν τους έλληνες πολιτικούς.
ΑΝΤΙΘΕΤΕΣ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟ
Ελάχιστες φορές η νομική υπηρεσία της Βουλής έχει εκφράσει τόσες πολλές διαφωνίες με ένα νόμο, όσο τώρα. Με την διακριτικότητα που ταιριάζει σε αυτές τις περιπτώσεις η επιστημονική υπηρεσία της Βουλής εκφράζει τις επιφυλάξεις της για τα σημαντικότερα μέτρα που ψήφισε η Βουλή.
Αναφέρει χαρακτηριστικά: «συμφώνως προς τη διάταξη της παρ. 2 εδ. Β’ του άρθρου 73 του συντάγματος “τα νομοσχέδια για συντάξεις πρέπει να είναι ειδικά, δεν επιτρέπεται, με ποινή την ακυρότητα, να αναγράφονται διατάξεις για συντάξεις σε νόμους που αποσκοπούν στη ρύθμιση άλλων θεμάτων”». Για το ίδιο θέμα, το συνταξιοδοτικό, αναφέρει επίσης: «στο μέτρο που με την προτεινόμενη ρύθμιση, αυξάνονται τα όρια ηλικίας υπαλλήλων οι οποίοι, με προγενέστερες ρυθμίσεις, είχαν εξαιρεθεί από την αύξηση αυτή – με επίκληση του “θεμελιωμένου” ασφαλιστικού δικαιώματος και της “ώριμης προσδοκίας” – εγείρεται προβληματισμός ως προς το εάν η προτεινόμενη ρύθμιση ανταποκρίνεται στην αρχή της προστασίας του κεκτημένου ασφαλιστικού δικαιώματος».
Αποστάσεις κρατάει η επιστημονική επιτροπή της Βουλής και για τη νομιμότητα της κατάργησης του μέτρου της εκχώρησης ανείσπρακτων ενοικίων. «Πρέπει να παρασχεθεί δυνατότητα έκπτωσης από το φορολογητέο εισόδημα της αξίας των εισπράξιμων ή επισφαλών απαιτήσεων από μισθώματα, άλλως σε βάθος χρόνου, κατ’ αποτέλεσμα, φορολογείται πλασματικό εισόδημα, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 5 του συντάγματος που επιτάσσει τη φορολόγηση με βάση τη φοροδοτική ικανότητα».
Η νομική υπηρεσία της Βουλής ασκεί κριτική και στο μέτρο της κατάσχεσης του περιεχομένου των θυρίδων. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «προβληματισμός δημιουργείται ως προς το αν η δέσμευση “του μη χρηματικού περιεχομένου των θυρίδων και των μη χρηματικών παρακαταθηκών“, δηλαδή πραγμάτων που κατά τεκμήριο δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την καταβολή των ως άνω φορολογικών οφειλών, είναι μέτρο πρόσφορο για την επίτευξη του ανωτέρου σκοπού».
ΠΛΗΓΜΑ ΣΤΟ ΛΑΟ
ΤΣΙΠΡΑΣ ΟΠΩΣ ΓΑΠ, ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ, ΣΑΜΑΡΑΣ
Όλα τα παραπάνω μέτρα και πολλά ακόμη που συμπεριλαμβάνονται στο πολυνομοσχέδιο ή αναμένεται να επιβληθούν με υπουργικές αποφάσεις όπως η φορολόγηση των αγροτών, η αύξηση της τιμής του εισιτηρίου στα αστικά λεωφορεία κατά 10% (λόγω αύξησης του ΦΠΑ από 13% σε 23%), η κατάργηση των περιπτέρων, κ.α. δημιουργούν ένα ανεπανόρθωτο ρήγμα στις σχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ με την κοινωνία. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κοινωνικό στρώμα που να μη θίγεται: ασφαλισμένοι και ανασφάλιστοι, νέοι της εργασιακής περιπλάνησης και συνταξιούχοι, εργαζόμενοι και άνεργοι, κάτοικοι των πόλεων και του χωριού, ακόμη κι όσοι πήγαν στην ύπαιθρο για να ξεφύγουν από την εξαθλίωση της ανεργίας των πόλεων. Η αυξανόμενη απόσταση που τηρεί πλέον η κυβέρνηση από την κοινωνία αποτυπώθηκε στα λόγια του υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων Χρ. Σπίρτζη, ο οποίος σε ραδιοφωνική του συνέντευξη καυτηρίαζε την μείωση των τιμών στα λεωφορεία της Αθήνας επί ΝΔ, επικαλούμενος το έλλειμμα ύψους 50 εκ. ευρώ που προκάλεσε αυτό το μέτρο μαζί με την δωρεάν μετακίνηση των κατοίκων τις πρώτες ημέρες που ανακοινώθηκαν τα όρια στις τραπεζικές αναλήψεις, ή τα κάπιταλ κοντρόλ όπως λέγονται στα ελληνικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ εγκαλεί τη ΝΔ για δημιουργία ελλειμμάτων στον προϋπολογισμό, λόγω άσκησης φιλολαϊκής πολιτικής! Τα ύστερα του κόσμου…
Αξίζει βέβαια να πούμε ότι η άλλη άκρη του φάσματος συνεχίζει να απολαμβάνει την ίδια προκλητική ασυλία. Το λαθρεμπόριο πετρελαίου πχ, που καταργεί τις ενδοαστικές αντιθέσεις προσφέροντας σε όλη την αστική τάξη ζεστό χρήμα, συνεχίζεται ανενόχλητο. Κανείς δεν τολμάει να τους θίξει, ούτε καν αναφορά γίνεται στους πρωταγωνιστές του, από τους ΣΥΡΙΖΑίους που έχουν επιλέξει να συμβιώσουν με λαθρέμπορους και καναλάρχες… Επιλογή που προφανώς δε σχετίζεται με υλικά συμφέροντα ή απολαβές…
Τα παραπάνω μέτρα, που θα επιτρέψουν την έγκριση της υποδόσης των 2 δισ. ευρώ, είναι μόνο η αρχή. Σε λιγότερο από ένα μήνα, στις αρχές Νοεμβρίου, με αφορμή την συνεδρίαση της Ευρωομάδας στις 9 Νοεμβρίου, έρχεται κι άλλο πακέτο προαπαιτουμένων, ενώ ο προϋπολογισμός που θα αρχίσει να συζητιέται στη Βουλή τις επόμενες μέρες, θα επιβάλλει δρακόντεια μέτρα λιτότητας για όλο το 2016.
Με αφορμή τη φορολεηλασία που έρχεται και την επιτάχυνση των αναδιαρθρώσεων που υλοποιεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ακολουθώντας κατά γράμμα την αντιλαϊκή πολιτική ΠΑΣΟΚ και ΝΔ αποκαλύπτεται σε όλο της το μεγαλείο η πολιτική απάτη του Τσίπρα και της παρέας του (Δραγασάκης, Σταθάκης, Σαγιάς, κ.α.). Το Σεπτέμβριο υφάρπαξαν με ψέματα την ψήφο του λαού αποκρύπτοντας το πρόγραμμα, που γνώριζαν σε κάθε του λεπτομέρεια, επειδή το είχαν υπογράψει. Έστω κι αν τους το έδωσαν έτοιμο. Έτσι ο Τσίπρας εντάσσεται στην ίδια κατηγορία των αδίστακτων πολιτικών τύπου Παπανδρέου και Παπαδήμου, που το μοναδικό το οποίος τους ενδιέφερε ήταν να επιβιώσουν πολιτικά κάνοντας «σέρβις» στους πιστωτές και την εγχώρια διαπλοκή. Γι’ αυτό κι ο Τσίπρας θα έχει το ίδιο ατιμωτικό τέλος που είχαν κι όλοι οι άλλοι μνημονιακοί πρωθυπουργοί.
*Πηγή: leonidasvatikiotis.wordpress.com
Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015
Πόρισμα για το ασφαλιστικό: Σοφίες κατά δικαιωμάτων
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Του Βασίλη Μηνακάκη
Νεοφιλελεύθερη σάλτσα για να περάσουν οι περικοπές
Το περιεχόμενο του Πορίσματος δεν αποτελείται από άγνωστες προτάσεις που έπεσαν ξαφνικά σε «άγραφο χάρτη». Πρόκειται για νεοφιλελεύθερες προτάσεις που έχουν πίσω τους τα αντιασφαλιστικά νομοθετήματα Λοβέρδου-Κουτρουμάνη της πρώτης μνημονιακής περιόδου -αλλά και τα προμνημονιακά του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ-, ενσωματώνουν τις δεσμεύσεις του τρίτου μνημονίου και προλειαίνουν το έδαφος για τον νέο ασφαλιστικό νόμο που έχει δεσμευτεί ότι θα ψηφίσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μέσα στον Δεκέμβρη. Για την ακρίβεια, ο κύριος σκοπός του είναι να στήσει το «επιστημονικό» υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα πατήσει ο νόμος αυτός, το δικαιολογητικό πλαίσιο που θα τον κάνει αποδεκτό σε όσο το δυνατόν ευρύτερα στρώματα εργαζομένων, συνταξιούχων και νέων.
Η κατεύθυνση της ριζικής αναμόρφωσης που προτείνεται γίνεται ορατή από τις «παθογένειες» που εντοπίζουν οι «Σοφοί» στο υπάρχον ασφαλιστικό μοντέλο. Από την πρώτη κιόλας σελίδα μάς λένε ότι «δεν είναι βιώσιμο», χωρίς ωστόσο να μιλούν για τα 70 δις που λεηλάτησε τα προμνημονιακά χρόνια από τα ταμεία η «τριάδα των ληστών» (κράτος, τράπεζες, εργοδότες), για τα 15 δις που εξανεμίστηκαν με το κούρεμα του PSI, για ό,τι χάθηκε με τα σκάνδαλα τύπου ΤΕΑΔΥ. Αντιθέτως, αποδίδουν τη μη βιωσιμότητά του στην πίεση των συνδικαλιστικών-επαγγελματικών οργανώσεων, στον κατακερματισμό του συστήματος και τις διαφοροποιήσεις μεταξύ των ταμείων, στο πελατειακό σύστημα που οδηγούσε σε «επίμονη τάση διόγκωσης των δαπανών», στην έλλειψη ισότητας μεταξύ των γενεών και εντός της ίδιας γενεάς, στη σύγχυση μεταξύ ασφάλισης και αλληλεγγύης-πρόνοιας κ.λπ.
Με οδηγό αυτήν την άποψη, το πόρισμα προτείνει «επαναδιαπραγμάτευση των θεμελιακών κοινωνικών επιλογών» και ένα «μεγάλο εθνικό σχέδιο για την κοινωνική ασφάλιση», που «θα αποτελέσει το επιστέγασμα των διαχρονικών (και ανεπιτυχών) παραμετρικών μεταρρυθμίσεων» καθώς, όπως αναφέρει, οι νόμοι Λοβέρδου-Κουτρουμάνη του 2010 «δεν ήταν μια ικανοποιητική απάντηση στο πρόβλημα», ήταν μια «ημιτελής μεταρρύθμιση» που «δεν προσάρμοσε τη βασική λογική του συστήματος στα νέα δεδομένα».
Η προτεινόμενη τομή ντύνεται, βέβαια, με φληναφήματα για ένα νέο κοινωνικό ή συνταξιοδοτικό συμβόλαιο μεταξύ των γενεών, για ισότητα, γενναιόδωρη κοινωνική σύνταξη, εγγύηση ενός μέσου επιπέδου ευημερίας κ.λπ. Όλα αυτά καταρρέουν εν ριπή οφθαλμού στις ίδιες τις σελίδες του Πορίσματος, που ισχυρίζεται ότι οι συντάξεις για άτομα με πλήρη επαγγελματική διαδρομή δεν είναι ιδιαίτερα χαμηλές (!) και ξεκαθαρίζει ότι οι πληρωμές συντάξεων (δηλαδή οι λαϊκές ανάγκες) βρίσκονται σε ανταγωνισμό με τις ανάγκες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.
Ας δούμε όμως τα κεντρικά στοιχεία του Πορίσματος.
Πρώτα απ’ όλα συγκεκριμενοποιείται η πρόβλεψη του νόμου Λοβέρδου-Κουτρουμάνη για χωρισμό της σύνταξης σε δύο μέρη: την εγγυημένη από το κράτος εθνική ή κοινωνική σύνταξη, η οποία στόχο έχει να προστατεύσει κυρίως τα άτομα που ζουν κάτω από το ανεκτό όριο διαβίωσης (τους χαμηλόμισθους), και την αναλογική ή ανταποδοτική, που βασίζεται σε ένα σύστημα εικονικών ατομικών λογαριασμών.
Η εθνική σύνταξη -όπως προβλέπει το μνημόνιο- θα δίνεται μόνο σε όποιον έχει συμπληρώσει τα 67 χρόνια. Το δε ύψος της -που αρχικά υπολογιζόταν στα 360 ευρώ- δεν θα είναι σταθερό. Θα μειώνεται όσο αυξάνεται η αναλογική σύνταξη είτε το ατομικό ή οικογενειακό εισόδημα του δικαιούχου. Επιπλέον, θα μειώνεται όταν δεν εκπληρώνονται οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις των μνημονίων (οπότε θα επιπίπτει η λαιμητόμος των «αυτόματων οικονομικών σταθεροποιητών») ή όταν δεν είναι ισοσκελισμένοι οι ασφαλιστικοί προϋπολογισμοί (οπότε η εθνική σύνταξη θα μπαίνει στην προκρούστεια κλίνη της «ρήτρας μηδενικού ελλείμματος»). Η εθνική σύνταξη θα χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από τον προϋπολογισμό – στην ουσία από τη φορολογία των λαϊκών στρωμάτων που εισφέρουν το μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων.
Η αναλογική-ανταποδοτική σύνταξη, από την άλλη, στηρίζεται στη σύνδεση εισφορών-παροχών και μπορεί να την πάρει κάποιος όποτε επιθυμεί. Στη χρηματοδότησή της δεν συμμετέχει η πολιτεία, ενώ δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένα ούτε το ποσοστό συμμετοχής των εργοδοτών. Το ύψος της στηρίζεται στις εισφορές όλου του ασφαλιστικού βίου και όχι των τελευταίων χρόνων δουλειάς – γεγονός που οδηγεί σε μείωση της σύνταξης. Επιπλέον, δεν καθορίζεται συγκεκριμένα τι ποσοστό επί των αποδοχών θα είναι η σύνταξη (ποσοστό αναπλήρωσης).
Η αναλογική σύνταξη θα διαμορφώνεται από τις εισφορές που θα καταβάλλει ο εργαζόμενος καθ’ όλη την εργασιακή του ζωή. Οι εισφορές αυτές θα συσσωρεύονται σε έναν ατομικό λογαριασμό, ο οποίος όμως θα είναι εικονικός, μιας και από τα χρήματα αυτά θα παρέχονται οι συντάξεις στους τωρινούς συνταξιούχους.
Σύνταξη αναλόγως το χρέος και το έλλειμμα
Η αναλογική σύνταξη προβάλλεται ως η μεγάλη καινοτομία της «Επιτροπής Σοφών». Μερικές… λεπτομέρειές της, όμως, είναι αποκαλυπτικές.
Το ύψος της δεν είναι σταθερό. Εξαρτάται από το κεφάλαιο που έχει συσσωρευτεί στο λογαριασμό του εργαζόμενου τη στιγμή της αποχώρησής του από την εργασία. Με τη σειρά του, το ύψος του κεφαλαίου αυτού εξαρτάται από το εικονικό επιτόκιο με το οποίο τοκίζονται οι εισφορές του. Αν αυτό, όπως λέγεται, κινείται παράλληλα με τη μεταβολή του ΑΕΠ, είναι φανερό ότι σε περιόδους ύφεσης και αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης το κεφάλαιο του ασφαλιζόμενου θα μειώνεται. Επιπλέον, αν τα αποθεματικά που θα δημιουργηθούν «αξιοποιηθούν» σε διάφορα χρηματοπιστωτικά προϊόντα -όπως σαφέστατα προτείνει το Πόρισμα-, υπάρχει εμφανής κίνδυνος περαιτέρω μείωσης της σύνταξης αν αυτή η επένδυση αποβεί ζημιογόνα. Γι’ αυτό πολύ… σοφά οι «Σοφοί» δεν υπόσχονται ένα εγγυημένο από το κράτος ύψος αναλογικής σύνταξης, αλλά μιλούν απλώς για εγγύηση της λειτουργίας ενός τέτοιου συστήματος από το κράτος.
Δεν προχωρούν σε τέτοια υπόσχεση και για δύο ακόμη λόγους που τους αναφέρουν ευθαρσώς. Ο πρώτος είναι οι «αρνητικές δημογραφικές και οικονομικές εξελίξεις», οι οποίες θα ενεργοποιήσουν τους ενσωματωμένους στο νέο σύστημα αυτόματους σταθεροποιητές (= αυτόματοι κόφτες που θα μειώνουν τις συντάξεις). Ο δεύτερος έχει να κάνει με το πού θα συγκεντρώνονται αυτοί οι λογαριασμοί. Στόχος, αναφέρει το Πόρισμα, δεν είναι η συγκέντρωσή τους σε έναν ασφαλιστικό κουμπαρά, αλλά η «πλήρης ενσωμάτωση των εσόδων των ασφαλιστικών οργανισμών στη φορολογική διοίκηση». Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Σκεφτείτε μόνο τι έγινε το πρώτο εξάμηνο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όταν «σκουπίστηκαν» στην κυριολεξία τα λιγοστά εναπομείναντα αποθεματικά των ταμείων για να αποπληρωθούν ληξιπρόθεσμες δόσεις προς το ΔΝΤ. Αν αυτή η αφαίμαξη έγινε σε συνθήκες που ο ασφαλιστικός και ο φορολογικός κουμπαράς δεν ταυτίζονται, φανταστείτε τι μπορεί να γίνει όταν θα αποτελούν «κοινό ταμείο» σε συνθήκες δημοσιονομικής πειθαρχίας και τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το ύψος της αναλογικής σύνταξης.
Ενοποίηση προς τα κάτω
Η ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων αποτελεί κεντρικό ζήτημα στο Πόρισμα της «Επιτροπής Σοφών» – όπως, άλλωστε, και στο τρίτο μνημόνιο και στη φιλολογία των κρατούντων το τελευταίο διάσημα. Προβάλλεται μάλιστα με λογικοφανή επιχειρήματα: ως λύση που θα εξασφαλίσει τη δικαιοσύνη, την ισότιμη μεταχείριση μεταξύ των γενεών και εντός της ίδιας γενεάς, την αντιμετώπιση του κατακερματισμού, τη μείωση των λειτουργικών δαπανών, την «ανοσία» (sic!) απέναντι σε πιέσεις επαγγελματικών ομάδων για εξαιρέσεις και ειδικά καθεστώτα.
Ποιος, ωστόσο, μπορεί να πιστέψει ότι αυτός είναι ο πραγματικός τους στόχος; Χωρίς αμφιβολία κανείς. Ο πραγματικός τους στόχος -η ενοποίηση προς τα κάτω της ασφαλιστικής «προστασίας» και προς τα πάνω της ασφαλιστικής επιβάρυνσης των εργαζομένων- αποκαλύπτεται, μεταξύ άλλων, από τα εξής στοιχεία: από το γεγονός ότι τα προτεινόμενα ενιαία ποσοστά εισφορών οδηγούν από τη μια σε τριπλασιασμό της εισφοράς ορισμένων κατηγοριών (π.χ. αγρότες) και, από την άλλη, όπως αρκετές φορές αναφέρεται στο Πόρισμα, σε «ανακαθορισμό» -στα απλά ελληνικά, μείωση- των συντάξεων των ήδη συνταξιούχων στη βάση των νέων κανόνων του συστήματος.
Υποζύγια
Βασικός κανόνας του νέου συστήματος είναι ότι το μεγαλύτερο αν όχι όλο το βάρος της ασφαλιστικής προστασίας πρέπει να φορτωθεί στους ίδιους τους εργαζόμενους, έμμεσα ή άμεσα.
Αυτοί θα πληρώνουν για την εθνική σύνταξη, μέσω της φορολογίας.
Αυτοί θα συνεισφέρουν στη δημιουργία του αποθεματικού κεφαλαίου που θα καλύπτει τα ελλείμματα του συστήματος, είτε με εισφορά στους υψηλά αμειβόμενους (όσους παίρνουν πάνω από 1.000 ευρώ, αν κρίνουμε από το τι θεωρείται υψηλή σύνταξη) είτε με τραπεζικό φόρο.
Αυτοί θα επιφορτίζονται το συντριπτικά μεγαλύτερο -αν όχι όλο- μέρος των εισφορών που θα τροφοδοτήσουν την αναλογική σύνταξη.
Τέλος αυτοί θα εισφέρουν με το παραπάνω τον οβολό τους -αν και όταν έχουν- στα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης. Πρόκειται για ταμεία που είναι προαιρετικά (αποτελούν, δηλαδή, φορείς συμπληρωματικής ασφάλισης, ωστόσο έχουν «γενναία φορολογική ενθάρρυνση» και ενδέχεται να αποτελούν μια διέξοδο για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να αναζητήσουν συνταξιοδοτικά κάτι καλύτερο από αυτό που τους παρέχει το άθροισμα εθνικής και αναλογικής σύνταξης.
Δημοσιεύτηκε στο Πριν στις 18 Οκτώβρη 2015
Η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε σοσιαλδημοκρατία
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
του Δημήτρη Γρηγορόπουλου
Η αστική πολιτική είναι δεδομένο ότι ηγεμονεύει
Εν όψει της προδιαγραφόμενης ανάληψης της διακυβέρνησης απ’ το ΣΥΡΙΖΑ εύλογα το ερώτημα που αιωρούνταν στην ελληνική κοινωνία αφορούσε το χαρακτήρα της πολιτικής που θα εφάρμοζε ο ΣΥΡΙΖΑ αναλαμβάνοντας τα ηνία της διακυβέρνησης. Η συζήτηση αυτή, όπως είναι φυσικό, διέτρεχε και τις γραμμές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του ΝΑΡ.
Έπειτα από αναλυτική και δημιουργική συζήτηση και συλλογική διαδικασία το ΝΑΡ κατέληξε σ’ έναν επιστημονικά προσδιορισμένο και χρηστικό πολιτικά ορισμό του χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ στην τότε συγκυρία. Ορίσαμε τον ΣΥΡΙΖΑ ως μικροαστικό κόμμα που ηγεμονεύεται απ’ την αστική πολιτική. Στο καθοριστικό για το χαρακτήρα ενός κόμματος ζήτημα της ταξικής πολιτικής που ακολουθεί δώσαμε την απάντηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υιοθετεί και συνακόλουθα θα εφαρμόσει μιαν εκδοχή αστικής πολιτικής. Δεν τον χαρακτηρίσαμε τυπικά αστικό κόμμα λόγω της ύπαρξης δευτερευουσών αντιθέσεων ως προς την κυρίαρχη αστική ουσία του, οι οποίες εκφράζονταν κυρίως στην ύπαρξη ισχυρής αριστερής πτέρυγας, που κάλυπτε το ένα τρίτο, περίπου, των οργανωμένων δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό, καταλήξαμε στο συνθετικό ορισμό για τον ΣΥΡΙΖΑ: «μικροαστικό κόμμα με ηγεμονία της αστικής πολιτικής».
Αναγνωρίζαμε έτσι υπαρκτές και ενδιαφέρουσες για το κίνημα τάσεις στον ΣΥΡΙΖΑ με σαφέστατη όμως δεσπόζουσα την αστική οντότητά του. Ταυτόχρονα αναιρούσαμε την άποψη που εκφραζόταν κυρίως στην ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ, αλλά και εν μέρει στο ΝΑΡ, για το μικροαστικό απλώς χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ, που διακυβευόταν από σχεδόν ισοδύναμες και απ’ τη μικροαστική «φύση» του αέναα ανταγωνιζόμενες τάσεις (αστική – εργατική λαϊκή). Το πολιτικό διά ταύτα αυτής της ανάλυσης απέβλεπε στη συμπαράταξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλων αριστερών δυνάμεων σ’ ένα αριστερό (όχι όμως και αντικαπιταλιστικό) μέτωπο με το ΣΥΡΙΖΑ με τη βεβαιότητα ότι σ’ αυτό το μέτωπο θα εξασφαλιζόταν η ηγεμονία της εργατικής λαϊκής άποψης. Η ίδια προσδοκία καλλιεργήθηκε και στην περίπτωση της εκλογικής συμμαχίας με τη ΛΑΕ (που ασφαλώς δεν την ταυτίζουμε με τον ΣΥΡΙΖΑ) όπου η προφανής απουσία όρων για τη σύμπηξη αντικαπιταλιστικής εκλογικής συνεργασίας μ’ αυτήν (κατά το πρότυπο ΑΝΤΑΡΣΥΑ – ΜΑΡΣ) αντισταθμιζόταν απ’ τη βεβαιότητα της ηγεμονίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο μέτωπο που θα σχηματιζόταν. Η ηγεμονιστική στάση της ΛΑΕ απέναντι σε ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ, plan B κατέρριψε αυτή τη βεβαιότητα…
Στα ασφυκτικά οικονομικά και πολιτικά πλαίσια του ολοκληρωτικού καπιταλισμού ακόμη και αριστερά σοσιαλιστικά κόμματα που πρότειναν ένα εναλλακτικό πρόγραμμα, τελικά δεν υπερέβησαν το όριο της προοδευτικής διαχείρισης του καπιταλισμού και μεταλλάχτηκαν σε συστημικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.
Πώς και γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ μεταλλάσσεται σε σοσιαλδημοκρατία
Ο ορισμός του ΝΑΡ για το ΣΥΡΙΖΑ εκτός απ’ τη «στατική» (για το παρόν» είχε και μια δυναμική (για το μέλλον, και μάλιστα το άμεσο) πλευρά. Πρόβλεπε ότι, αν ο ΣΥΡΙΖΑ επέμενε στην πολιτική διαχείρισης που είχε συνομολογήσει με κεφάλαιο – ΕΕ, αναπόδραστα και γρήγορα θα μεταλλασσόταν σε αστικό (σοσιαλδημοκρατικό – σοσιαλφιλελεύθερο) κόμμα. Αυτή η πρόβλεψη εδραζόταν όταν στην πραγματικότητα του υπεραντιδραστικού ολοκληρωτικού καπιταλισμού, που με προγράμματα «μεταρρυθμίσεων» αποβλέπει στην απόσπαση υπεραξίας μεγαλύτερης κλίμακας και εξ ορισμού αποκλείει τη δυνατότητα έστω ανώδυνης φιλολαϊκής πολιτικής στα πλαίσιά του. Η «χρυσή» εποχή» του 1945-75, όταν η καπιταλιστική ανάπτυξη συνδυάστηκε με ορισμένες μεταρρυθμίσεις υπέρ των υποτελών τάξεων, αποτέλεσε ιστορική εξαίρεση. Η νεοφιλελεύθερη διαχείριση δαιμονοποίησε όχι μόνον το σοσιαλισμό, αλλά και τον κεϊνσιανισμό χρεώνοντάς τον με τον κρατισμό, την ύφεση και τον πληθωρισμό. Η αδυνατότητα εφαρμογής μιας στοιχειωδώς φιλολαϊκής πολιτικής δημιούργησε κρίση ταυτότητας στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που είχαν ταυτιστεί με το κράτος πρόνοιας. Παρ’ όλα αυτά, αποδείχτηκαν ιδιαιτέρως χρήσιμα για το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό. Η φιλολαϊκή ταυτότητά τους τα κατέστησε καταλληλότερα απ’ τα συντηρητικά κόμματα στο να προωθήσουν ιδίως στη μεταβατική περίοδο τις νεοφιλελεύθερες «αντιμεταρρυθμίσεις» χωρίς ανατρεπτικές κοινωνικές εκρήξεις απ’ τις πληττόμενες τάξεις.
Η έλλειψη όμως ουσιαστικά ειδοποιού διαφοράς απ’ τα συντηρητικά κόμματα δημιούργησε κρίση ταυτότητας και αντιδημοφιλίας στη σοσιαλδημοκρατία και οδήγησε στη θεαματική συχνά μείωση της επιρροής της στο εκλογικό σώμα και στην άνοδο της ακροδεξιάς. Η άνοδος της οποίας όμως οφείλεται γενικότερα στην κρίση αντιπροσώπευσης των αστικών κομμάτων, αλλά και στην αποδυνάμωση των κομμουνιστικών και γενικότερα της ριζοσπαστικής αριστεράς. Η διαφοροποίηση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων απ’ τα συντηρητικά περιορίζεται πλέον στη σχετική, ιδεολογική ιδιαιτερότητα της σοσιαλδημοκρατίας που αντιμετωπίζει κριτικά ή και «αρνητικά» τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και στην επίδειξη μεγαλύτερης ευαισθησίας στα θέματα βιοτικού επιπέδου και δημοκρατίας.
Στα ασφυκτικά οικονομικά και πολιτικά πλαίσια του ολοκληρωτικού καπιταλισμού ακόμη και αριστερά σοσιαλιστικά κόμματα που πρότειναν ένα εναλλακτικό πρόγραμμα, τελικά δεν υπερέβησαν το όριο της προοδευτικής διαχείρισης του καπιταλισμού και μεταλλάχτηκαν σε συστημικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που υπηρετούν την καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Αυτό συνέβη με το αριστερόστροφο εργατικό κόμμα Αγγλίας υπό την ηγεσία του Τόνι Μπλερ και με θεωρητικό μέντορα τον Α. Γκίντενς που με τη θεωρία του νέου «τρίτου δρόμου» (μεταξύ κεϊνσιανής σοσιαλδημοκρατίας και καθαρού νεοφιλελευθερισμού) πρόσφερε στην πραγματικότητα τη θεωρητική πλατφόρμα για τη νεοφιλελεύθερη μεταβολή του Εργατικού Κόμματος. Το ίδιο συνέβη με το Δημοκρατικό Κόμμα Ιταλίας (μετάλλαξη του ιστορικού ΚΚ), το Γαλλικό, το Ισπανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα κ.ά. Την ίδια πορεία ακολούθησε στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ εσ., που μεταλλάχτηκε στην ΕΑΡ και στον εκσυγχρονιστικό ΣΥΝ, ο ΣΥΡΙΖΑ που από αντιμνημονιακό και αντινεοφιλελεύθερο κόμμα προσγειώθηκε στο βάλτο του τρίτου και επαχθέστερου μνημονίου. Τον ίδιο κίνδυνο στις Συμπληγάδες του σύγχρονου καπιταλισμού διατρέχει και η ΛΑΕ, αν δεν απογαλακτισθεί απ’ το σύμπλεγμα του «συνεπούς» ΣΥΡΙΖΑ, για να χαράξει μια πορεία αποφασιστικής ρήξης με το σύστημα. Το σπέρμα του σοσιαλδημοκρατισμού ενυπήρχε εκ γενετής στον ΣΥΡΙΖΑ με κύρια έκφραση την ισχυρή δεξιά πτέρυγα του ΣΥΝ, τμήμα της οποίας διασπάστηκε και συγκρότησε την κατ’ εξοχήν σοσιαλδημοκρατική ΔΗΜΑΡ.
Ωστόσο, η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς τη σοσιαλδημοκρατικοποίηση δεν υπήρξε μια «φυσική» προδιαγεγραμμένη πορεία. Στην ισχυρή αριστερή τάση του ΣΥΝ το 2000 προστέθηκαν αριστερές ριζοσπαστικές δυνάμεις που συναποτέλεσαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Η αριστερή μάλιστα φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ φάνηκε να αποκτά αδιαμφισβήτητη ηγεμονία μετά την αποχώρηση της σοσιαλδημοκρατικής τάσης (ΔΗΜΑΡ). Ο αρχικός ριζοσπαστισμός του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν απλώς ένα «περιτύλιγμα» του ρεφορμιστικού χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ. Η ύπαρξη ισχυρής αριστερής τάσης με αντιφάσεις και αυταπάτες, βέβαια, ήταν διακριτή στον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι και τη διάσπασή της απ’ αυτόν. Το ερώτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, είναι γιατί η κυρίαρχη στην αρχή αλλά μέχρι τέλους ισχυρή αριστερή πτέρυγα δεν μπόρεσε να αποτρέψει την προϊούσα σοσιαλδημοκρατικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ. Η δεξιά και η αριστερή όμως πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ συνέπιπταν σε κορυφαίους στόχους που οδήγησαν στην ενσωμάτωση και τελικά στη σοσιαλδημοκρατικοποίησή του: στην αντίληψη δηλαδή για τις δυνατότητες της αριστερής κυβέρνησης της διαπραγμάτευσης με την ΕΕ και της συμμαχίας κατά του γερμανικού κέντρου, του εξανθρωπισμού και της εξυγίανσης του καπιταλισμού. Η δεξιά τάση είχε ως κίνητρο την εξουσιομανία, ενώ η αριστερή τάση τις ιδεοληψίες της, αν και τα όρια είναι σχετικά.
Αυτή η αστική πολιτική οδήγησε στην ακραία έκφανσή της, στο μνημόνιο που άνοιξε το δρόμο για τη σοσιαλδημοκρατική μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτο, γιατί το αντιδραστικότατο μνημόνιο είναι ασύμβατο με την εικόνα ενός αριστερού εναλλακτικού κόμματος. Δεύτερο, λόγω της αποχώρησης της αριστερής πλατφόρμας που είχε ήδη αποβεί ξένο σώμα στον ΣΥΡΙΖΑ. Τρίτο, γιατί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει την αναδιοργάνωση της κομματικής βάσης σε αντιστοιχία με την πολιτική και ιδεολογία που υιοθετεί πλέον, ώστε να αποφεύγονται οι εντάσεις λόγω αναντιστοιχίας. Τέταρτο, για να συνάψει συμμαχίες με τις σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, απομονώνοντας τη ΝΔ. Πέμπτο, για να προσεγγίσει την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, που επιδιώκει να ανανεώσει και να εξωραΐσει τη χαρακτήρα της με δυνάμεις όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Podemos.
Δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ στις 18 Οκτώβρη 2015
«Πόρισμα-σοκ» κατεδαφίζει την κοινωνική ασφάλιση!
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Την οριστική κατεδάφιση της κοινωνικής ασφάλισης και την μετατροπή του χαρακτήρα της σε ατομικό-κεφαλαιοποιητικό, σχεδιάζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σε αγαστή συνεργασία με τα επιτελεία των «θεσμών».
Η στενότερη σύνδεση εισφορών-παροχών και ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων, οι ενοποιήσεις ταμείων, οι ατομικοί λογαριασμοί των ασφαλισμένων, η καταβολή μόνο μιας ελάχιστης «εθνικής κοινωνικής σύνταξης» με εισοδηματικά κριτήρια και όσα προβλέπονται στο πόρισμα της «Επιτροπής Σοφών» που δόθηκε σήμερα (15/10) στη δημοσιότητα, έρχονται να προστεθούν σε μια σειρά αντιδραστικές ρυθμίσεις που ήδη πλήττουν-με απίστευτο κυνισμό-τα δικαιώματα εργαζομένων και συνταξιούχων.
Οι αντεργατικές «σοφίες», μετά τη διαδικασία της διαβούλευσης, αναμένεται να μετασχηματιστούν σε νομοσχέδιο που θα έρθει στη βουλή τον Νοέμβρη, ώστε να ολοκληρωθεί η αντιμεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, όπως ορίζει το Μνημόνιο 3.
«Φιλολαϊκά ισοδύναμα», για να αποφευχθεί η ισοπέδωση των συντάξεων, προφανώς και δε βρέθηκαν, γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο της «δημοσιονομικής επιτήρησης», της προσχώρησης στη λογική υλοποίησης των προγραμμάτων άγριας λιτότητας και της μη αμφισβήτησης του παραμικρού προνομίου των οικονομικών ελίτ.
Ειδικότερα, ο Κατρούγκαλος και η 12μελής παρέα των τεχνοκρατών του, στις 31 σελίδες του «πονήματός» τους, που στόχο έχει την «εκλογίκευση» (sic!) στη συνταξιοδοτική δαπάνη, μεταξύ άλλων, προτείνουν:
-Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μετεξελίσσεται σε Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Στο νέο υπερΤαμείο θα ενταχθούν όλοι οι φορείς κύριας, επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχών. Δεύτερη άποψη που κατατέθηκε προβλέπει τρία Ταμεία (μισθωτών, αυτοαπασχολουμένων και αγροτών) και τη διατήρηση της αυτοτέλειας των επικουρικών. Πρόκειται για ουσιαστική ενοποίηση των όρων και προϋποθέσεων ασφάλισης, λήψης σύνταξης και των παροχών, προφανώς «προς τα κάτω».
-Νέος τρόπος υπολογισμού συντάξεων, με ενιαίους κανόνες για παλιούς και νέους ασφαλισμένους, που θα επιφέρει καινούργιες περικοπές στις συντάξεις. Προτείνεται να επεκταθεί και στους παλαιούς ασφαλισμένους-που διατηρούν υψηλότερα του 70% ποσοστά αναπλήρωσης για τον υπολογισμό της σύνταξης- το ποσοστό το οποίο ισχύει για τους νέους ασφαλισμένους (από την 1/1/93). Δηλαδή από 70% που είναι το ποσοστό αναπλήρωσης στην 35ετία να συρρικνωθεί στο 55% ή χαμηλότερα. Ο ίδιος τρόπος υπολογισμού θα ισχύσει και για τις επικουρικές, που κινδυνεύουν με πλήρη εξαφάνιση, σε συνδυασμό με τη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος.
-Η βασικότερη ανατροπή αφορά το νέο συνταξιοδοτικό μοντέλο, που ουσιαστικά περιγράφει ένα ζοφερό μέλλον για τους σημερινούς εργαζόμενους/ανέργους. Η βασική σύνταξη των «360 ευρώ» (υπολογισμός του 2010) δεν είναι ούτε αυτή εξασφαλισμένη. Ακόμα και όταν κάποιος συμπληρώσει το 67ο έτος, δεν θα του δίνεται αυτόματα η σύνταξη που αντιστοιχεί στα κατώτερα όρια, αλλά θα εξετάζεται σε συνάρτηση με εισοδηματικά και περιουσιακά στοιχεία και θα προστίθεται στο ύψος της αναλογικής σύνταξης! Η τελευταία θα βασίζεται σε ατομικούς λογαριασμούς «νοητής κεφαλαιοποίησης» (οι εισφορές που καταβάλει ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου) που θα «τοκίζονται με ένα εικονικό επιτόκιο» (ποσοστιαία μεταβολή των αποδοχών των ασφαλισμένων ή ποσοστιαία μεταβολή του ΑΕΠ) και θα σχηματίζουν το συνταξιοδοτικό κεφάλαιο, με βάση και το προσδόκιμο ζωής της γενιάς του ασφαλισμένου. Το νέο σύστημα θα ισχύσει για όσους εργαστούν πρώτη φορά μετά την 1-1-2016. Μιλάμε με άλλα λόγια για εξατομικευμένες συντάξεις και για ένα «χαρτζιλίκι» προς τους φτωχούς συνταξιούχους. Η απόσυρση του κράτους από τη συνταξιοδοτική δαπάνη.
Οι ανατροπές αυτές, έρχονται τη στιγμή που η μνημονιακή νομοθετική μηχανή «πυροβολεί» με συνεχείς αντιασφαλιστικές παρεμβάσεις, σφαγιάζοντας δικαιώματα ετών, παρά το γεγονός ότι το Ασφαλιστικό βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης (300.000 εκκρεμείς αιτήσεις που είναι στην αναμονή για απόφαση απονομής σύνταξης): μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 0,25% (2015) και 1% (2016) του ΑΕΠ αντίστοιχα, αύξηση εισφοράς στον κλάδο υγείας, αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, πάγωμα της κατώτατης σύνταξης στη σημερινή ονομαστική της αξία έως το 2021, κατάργηση όλων των φόρων υπέρ τρίτων, κατάργηση του ΕΚΑΣ, κατάργηση των διατάξεων που προέβλεπαν την επαναχορήγηση σύνταξης στους ανασφάλιστους υπερήλικες, τη δυνατότητα μηχανικών, νομικών κ.α. να επιλέγουν την υπαγωγή τους σε έως και τρεις χαμηλότερες ασφαλιστικές κλάσεις, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2016 κλπ.
Το μέγεθος της κυβερνητικής πρόκλησης, δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο. Είναι ολοφάνερη η επιδίωξη του δραστικού περιορισμού του δημόσιου-κοινωνικού χαρακτήρα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και η μετατροπή του σε ιδιωτικό-κεφαλαιοποιητικό, ώστε τα κενά στο κράτος πρόνοιας να καλύπτονται από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, όπως ορίζει η νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία. Και είναι το λιγότερο «ανατριχιαστικό», όταν μια τέτοια πολιτική προτείνεται από μια κυβέρνηση που πορεύεται «στο όνομα της Αριστεράς».
Τα Ταμεία που έχασαν 13 δισ. ευρώ με το περίφημο PSI, που χάνουν δεκάδες δισ. το χρόνο από τα ποσοστά ανεργίας, από την αδήλωτη και ευέλικτη εργασία, από την εισφοροδιαφυγή και την εισφοροκλοπή, επιχειρείται να πριμοδοτηθούν, για άλλη μια φορά, από το «αίμα» των συνταξιούχων και των εργαζομένων.
Για μια πραγματική κυβέρνηση της Αριστεράς, μονόδρομος θα ήταν μια σειρά ριζοσπαστικών μέτρων, στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής αντιστροφής των πληγμάτων που έχουν δεχτεί τα Ταμεία από τη διαχρονική τους ληστεία: Μέτρα-εργαλεία άντλησης πόρων για τη χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, που δεν μπορούν παρά να πλήττουν τον ταξικό αντίπαλο (επαναφορά των εργοδοτικών εισφορών, έκτακτη φορολόγηση σε κάποιας μορφής δραστηριότητα του κεφαλαίου) και να προστατεύουν τον κόσμο της εργασίας (καμία μείωση στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, μείωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης στα πριν από την κρίση επίπεδα: 35ετία στα 60 ή 37ετία χωρίς όριο ηλικίας), ενισχύοντας έτσι τον υποχρεωτικό, καθολικό και αναδιανεμητικό χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης.
Γι’ αυτή την προοπτική έχουμε άμεσο καθήκον να παλέψουμε, ξεκινώντας από την αποτροπή ψήφισης και εφαρμογής του «νέου ασφαλιστικού οδοστρωτήρα». Και αυτή η επείγουσα μάχη ξεκινάει από τη μαζική συμμετοχή στις κινητοποιήσεις για την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου. Από πλατιές πρωτοβουλίες ενημέρωσης για το περιεχόμενο του περίφημου «πορίσματος Σοφών», από μαζικές-ενωτικές, δυναμικές και συντονισμένες δράσεις των συνδικάτων και της Αριστεράς, με στόχο την απόκρουση της αντιμεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος. Σε αντίθετη περίπτωση, οι οπαδοί της «ΤΙΝΑ», θα έχουν πετύχει μια στρατηγική νίκη.
πηγη: rproject.gr
«Πόρισμα-σοκ» κατεδαφίζει την κοινωνική ασφάλιση!
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Την οριστική κατεδάφιση της κοινωνικής ασφάλισης και την μετατροπή του χαρακτήρα της σε ατομικό-κεφαλαιοποιητικό, σχεδιάζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σε αγαστή συνεργασία με τα επιτελεία των «θεσμών».
Η στενότερη σύνδεση εισφορών-παροχών και ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων, οι ενοποιήσεις ταμείων, οι ατομικοί λογαριασμοί των ασφαλισμένων, η καταβολή μόνο μιας ελάχιστης «εθνικής κοινωνικής σύνταξης» με εισοδηματικά κριτήρια και όσα προβλέπονται στο πόρισμα της «Επιτροπής Σοφών» που δόθηκε σήμερα (15/10) στη δημοσιότητα, έρχονται να προστεθούν σε μια σειρά αντιδραστικές ρυθμίσεις που ήδη πλήττουν-με απίστευτο κυνισμό-τα δικαιώματα εργαζομένων και συνταξιούχων.
Οι αντεργατικές «σοφίες», μετά τη διαδικασία της διαβούλευσης, αναμένεται να μετασχηματιστούν σε νομοσχέδιο που θα έρθει στη βουλή τον Νοέμβρη, ώστε να ολοκληρωθεί η αντιμεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, όπως ορίζει το Μνημόνιο 3.
«Φιλολαϊκά ισοδύναμα», για να αποφευχθεί η ισοπέδωση των συντάξεων, προφανώς και δε βρέθηκαν, γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο της «δημοσιονομικής επιτήρησης», της προσχώρησης στη λογική υλοποίησης των προγραμμάτων άγριας λιτότητας και της μη αμφισβήτησης του παραμικρού προνομίου των οικονομικών ελίτ.
Ειδικότερα, ο Κατρούγκαλος και η 12μελής παρέα των τεχνοκρατών του, στις 31 σελίδες του «πονήματός» τους, που στόχο έχει την «εκλογίκευση» (sic!) στη συνταξιοδοτική δαπάνη, μεταξύ άλλων, προτείνουν:
-Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μετεξελίσσεται σε Εθνικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Στο νέο υπερΤαμείο θα ενταχθούν όλοι οι φορείς κύριας, επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχών. Δεύτερη άποψη που κατατέθηκε προβλέπει τρία Ταμεία (μισθωτών, αυτοαπασχολουμένων και αγροτών) και τη διατήρηση της αυτοτέλειας των επικουρικών. Πρόκειται για ουσιαστική ενοποίηση των όρων και προϋποθέσεων ασφάλισης, λήψης σύνταξης και των παροχών, προφανώς «προς τα κάτω».
-Νέος τρόπος υπολογισμού συντάξεων, με ενιαίους κανόνες για παλιούς και νέους ασφαλισμένους, που θα επιφέρει καινούργιες περικοπές στις συντάξεις. Προτείνεται να επεκταθεί και στους παλαιούς ασφαλισμένους-που διατηρούν υψηλότερα του 70% ποσοστά αναπλήρωσης για τον υπολογισμό της σύνταξης- το ποσοστό το οποίο ισχύει για τους νέους ασφαλισμένους (από την 1/1/93). Δηλαδή από 70% που είναι το ποσοστό αναπλήρωσης στην 35ετία να συρρικνωθεί στο 55% ή χαμηλότερα. Ο ίδιος τρόπος υπολογισμού θα ισχύσει και για τις επικουρικές, που κινδυνεύουν με πλήρη εξαφάνιση, σε συνδυασμό με τη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος.
-Η βασικότερη ανατροπή αφορά το νέο συνταξιοδοτικό μοντέλο, που ουσιαστικά περιγράφει ένα ζοφερό μέλλον για τους σημερινούς εργαζόμενους/ανέργους. Η βασική σύνταξη των «360 ευρώ» (υπολογισμός του 2010) δεν είναι ούτε αυτή εξασφαλισμένη. Ακόμα και όταν κάποιος συμπληρώσει το 67ο έτος, δεν θα του δίνεται αυτόματα η σύνταξη που αντιστοιχεί στα κατώτερα όρια, αλλά θα εξετάζεται σε συνάρτηση με εισοδηματικά και περιουσιακά στοιχεία και θα προστίθεται στο ύψος της αναλογικής σύνταξης! Η τελευταία θα βασίζεται σε ατομικούς λογαριασμούς «νοητής κεφαλαιοποίησης» (οι εισφορές που καταβάλει ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου) που θα «τοκίζονται με ένα εικονικό επιτόκιο» (ποσοστιαία μεταβολή των αποδοχών των ασφαλισμένων ή ποσοστιαία μεταβολή του ΑΕΠ) και θα σχηματίζουν το συνταξιοδοτικό κεφάλαιο, με βάση και το προσδόκιμο ζωής της γενιάς του ασφαλισμένου. Το νέο σύστημα θα ισχύσει για όσους εργαστούν πρώτη φορά μετά την 1-1-2016. Μιλάμε με άλλα λόγια για εξατομικευμένες συντάξεις και για ένα «χαρτζιλίκι» προς τους φτωχούς συνταξιούχους. Η απόσυρση του κράτους από τη συνταξιοδοτική δαπάνη.
Οι ανατροπές αυτές, έρχονται τη στιγμή που η μνημονιακή νομοθετική μηχανή «πυροβολεί» με συνεχείς αντιασφαλιστικές παρεμβάσεις, σφαγιάζοντας δικαιώματα ετών, παρά το γεγονός ότι το Ασφαλιστικό βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης (300.000 εκκρεμείς αιτήσεις που είναι στην αναμονή για απόφαση απονομής σύνταξης): μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 0,25% (2015) και 1% (2016) του ΑΕΠ αντίστοιχα, αύξηση εισφοράς στον κλάδο υγείας, αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, πάγωμα της κατώτατης σύνταξης στη σημερινή ονομαστική της αξία έως το 2021, κατάργηση όλων των φόρων υπέρ τρίτων, κατάργηση του ΕΚΑΣ, κατάργηση των διατάξεων που προέβλεπαν την επαναχορήγηση σύνταξης στους ανασφάλιστους υπερήλικες, τη δυνατότητα μηχανικών, νομικών κ.α. να επιλέγουν την υπαγωγή τους σε έως και τρεις χαμηλότερες ασφαλιστικές κλάσεις, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2016 κλπ.
Το μέγεθος της κυβερνητικής πρόκλησης, δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο. Είναι ολοφάνερη η επιδίωξη του δραστικού περιορισμού του δημόσιου-κοινωνικού χαρακτήρα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και η μετατροπή του σε ιδιωτικό-κεφαλαιοποιητικό, ώστε τα κενά στο κράτος πρόνοιας να καλύπτονται από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, όπως ορίζει η νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία. Και είναι το λιγότερο «ανατριχιαστικό», όταν μια τέτοια πολιτική προτείνεται από μια κυβέρνηση που πορεύεται «στο όνομα της Αριστεράς».
Τα Ταμεία που έχασαν 13 δισ. ευρώ με το περίφημο PSI, που χάνουν δεκάδες δισ. το χρόνο από τα ποσοστά ανεργίας, από την αδήλωτη και ευέλικτη εργασία, από την εισφοροδιαφυγή και την εισφοροκλοπή, επιχειρείται να πριμοδοτηθούν, για άλλη μια φορά, από το «αίμα» των συνταξιούχων και των εργαζομένων.
Για μια πραγματική κυβέρνηση της Αριστεράς, μονόδρομος θα ήταν μια σειρά ριζοσπαστικών μέτρων, στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής αντιστροφής των πληγμάτων που έχουν δεχτεί τα Ταμεία από τη διαχρονική τους ληστεία: Μέτρα-εργαλεία άντλησης πόρων για τη χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, που δεν μπορούν παρά να πλήττουν τον ταξικό αντίπαλο (επαναφορά των εργοδοτικών εισφορών, έκτακτη φορολόγηση σε κάποιας μορφής δραστηριότητα του κεφαλαίου) και να προστατεύουν τον κόσμο της εργασίας (καμία μείωση στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, μείωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης στα πριν από την κρίση επίπεδα: 35ετία στα 60 ή 37ετία χωρίς όριο ηλικίας), ενισχύοντας έτσι τον υποχρεωτικό, καθολικό και αναδιανεμητικό χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης.
Γι’ αυτή την προοπτική έχουμε άμεσο καθήκον να παλέψουμε, ξεκινώντας από την αποτροπή ψήφισης και εφαρμογής του «νέου ασφαλιστικού οδοστρωτήρα». Και αυτή η επείγουσα μάχη ξεκινάει από τη μαζική συμμετοχή στις κινητοποιήσεις για την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου. Από πλατιές πρωτοβουλίες ενημέρωσης για το περιεχόμενο του περίφημου «πορίσματος Σοφών», από μαζικές-ενωτικές, δυναμικές και συντονισμένες δράσεις των συνδικάτων και της Αριστεράς, με στόχο την απόκρουση της αντιμεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος. Σε αντίθετη περίπτωση, οι οπαδοί της «ΤΙΝΑ», θα έχουν πετύχει μια στρατηγική νίκη.
πηγη: rproject.gr
Η παρούσα ιστορική στιγμή απαιτεί, νομίζω, να απαντήσουμε σε δύο κρίσιμα ερωτήματα. Το πρώτο ερώτημα είναι αν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε, ακόμη και εάν η ήττα που υποστήκαμε είναι συντριπτική. Το δεύτερο ερώτημα είναι με ποιον τρόπο να συνεχίσουμε.
1. Η κρίση του καπιταλισμού και της αστικής ηγεμονίας συνεχίζεται
Σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα, θα ήθελα να θυμίσω από πού ξεκινήσαμε. Η συγκυρία που απετέλεσε την αφετηρία της ανόδου της Αριστεράς στην Ελλάδα περιελάμβανε πολλά στοιχεία, αλλά το κυριότερο ήταν ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη, σε όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, το σύστημα βρίσκεται σε κρίση πολιτικής ηγεμονίας. Πολιτική ηγεμονία δεν σημαίνει ότι κυβερνάει αυτός που έχει το πάνω χέρι: πολιτική ηγεμονία σημαίνει ότι κυβερνάει αυτός ο οποίος παρουσιάζει ένα πολιτικό σχέδιο το οποίο εξυπηρετεί μεν το ιδιοτελές συμφέρον μιας κοινωνικής τάξης, αλλά ταυτόχρονα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάζει το σχέδιο αυτό ως σχέδιο που εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον. Η πολιτική δύναμη της αστικής τάξης βασίζεται γενικά σε αυτήν την ικανότητα, να εμφανίζει ως γενικό συμφέρον το δικό της, ταξικό, ιδιοτελές συμφέρον. Εδώ και αρκετά χρόνια όμως, μετά την έναρξη της κρίσης, αυτή είναι μια συνθήκη που η αστική τάξη δεν μπορεί πια να διασφαλίσει.
Πιο αναλυτικά, η κρίση πολιτικής ηγεμονίας εξηγείται ως εξής: η αστική τάξη έχει συσσωρεύσει υπερβολικά πολύ κεφάλαιο σε σχέση με τον προϊόν που πραγματοποιείται με αυτό το κεφάλαιο. Έχει δηλαδή θεμελιώσει μια υπερβολικά μεγάλη απαίτηση επί του προϊόντος, τόσο μεγάλη, ώστε είναι αμφίβολη η δυνατότητα να ικανοποιηθεί. Αυτή η κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου θα μπορούσε να λυθεί με δύο τρόπους: ο πρώτος θα ήταν να απαξιωθεί μια μεγάλη μερίδα του κεφαλαίου, και ο δεύτερος θα ήταν να αυξηθεί θεαματικά το πραγματικό προϊόν. Το πραγματικό προϊόν, όμως, αυξάνεται πλέον μόνον οριακά και οι κεφαλαιοκρατικές τάξεις της Ευρώπης και των άλλων αναπτυγμένων χωρών αρνούνται πεισματικά να απαξιώσουν την υπέρογκη απαίτησή τους επί του προϊόντος. Η προσπάθεια της τάξης και της εξουσίας των κεφαλαιοκρατών να λύσουν την κρίση συνίσταται βασικά στην αναδιανομή του προϊόντος, δηλαδή ασκούν μια πολιτική που αποσκοπεί να δεσμεύει όσο περισσότερο μπορούν το δικό μας εισόδημα, τη δική μας εργασία, την παρούσα και τη μελλοντική, μέσω της λιτότητας, της απαίτησης να πληρωθεί στο ακέραιο το σύνολο των δανείων που χορήγησαν οι τράπεζες στις εργαζόμενες τάξεις, της φορολογίας κ.λπ., αλλά και την παρελθούσα εργασία μας, με την ιδιοποίηση των περιουσιακών μας στοιχείων. Αυτή όμως η μεγάλη αναδιανομή σε βάρος της εργασίας οδηγεί σε μείωση της ζήτησης και συνακόλουθα του προϊόντος, ενώ ταυτοχρόνως διογκώνει ακόμη περισσότερο το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, και η κρίση συνεχίζεται.
Έχουμε λοιπόν μια διαχείριση της κρίσης που απαλλοτριώνει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας. Και είναι αδύνατο η εξουσία, δηλαδή οι αστικές τάξεις της Ευρώπης, να εμφανίσουν στις εργαζόμενες τάξεις της Ευρώπης αυτήν την πολιτική ως πολιτική που προάγει το γενικό συμφέρον. Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται η διάβρωση της πολιτικής ηγεμονίας στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη, όπου η διαχείριση της αναδιανομής του εισοδήματος και της απαλλοτρίωσης είναι πιο σκληρή.
Επομένως, η βασική συνθήκη που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο ψηλά τον Ιανουάριο του 2015, δηλαδή ότι σε συνθήκες κρίσης η αστική τάξη στην Ελλάδα (και στην υπόλοιπη Ευρώπη) ασκεί πολιτική αναδιανομής και απαλλοτρίωσης την οποία δεν μπορεί να εμφανίσει ως γενικό συμφέρον, ισχύει και σήμερα, και κατά τα φαινόμενα θα ισχύει για πολύ καιρό ακόμα. Στη δεκαετία του 1930 και στη δεκαετία του 1970, που υπήρχαν και πάλι διαρθρωτικές κρίσεις του καπιταλισμού, πολύ γρήγορα εμφανίστηκαν οι εναλλακτικές λύσεις. Μετά το 1975 εμφανίστηκε η εναλλακτική του νεοφιλελευθερισμού, και με την επικράτηση της Θάτσερ και του Ρέιγκαν, υποχωρεί η επίθεση των υποτελών κοινωνικών τάξεων και εγκαθίσταται ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου. Αλλά και στην περίπτωση της δεκαετίας του 1930, με τον Πόλεμο, τον κεϊνσιανισμό και τη Σοσιαλδημοκρατία, ο καπιταλισμός πέρασε από ένα καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου σε ένα άλλο, λύνοντας έτσι και την ηγεμονική του κρίση. Σήμερα δεν υπάρχει καμία τέτοια εναλλακτική λύση στον ορίζοντα του καπιταλισμού, και επιπλέον, δεν υπάρχει και καμία διάθεση από την πλευρά των κυρίαρχων αστικών τάξεων να ασκήσουν μια πολιτική απαξίωσης του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου: η απαίτηση που έχει σήμερα το κεφάλαιο παγκοσμίως πάνω στην παραγωγή, πάνω δηλαδή στη δική μας εργασία, είναι μεγαλύτερη από ό,τι το 2008 ή το 2010.
2. Η κατάσταση των αντιμνημονιακών δυνάμεων
Σ' ένα τέτοιο πλαίσιο αντικειμενικών συνθηκών, αυτό που μπορούσε να μας κινητοποιήσει το 2008 και μετά είναι ακόμα παρόν. Εν τω μεταξύ επήλθε αυτή η τρομακτική ήττα που άλλαξε τις υποκειμενικές συνθήκες, τις διαθεσιμότητες, τον τρόπο με τον οποίο εμείς και ο υπόλοιπος κόσμος αντιλαμβανόμαστε την ικανότητά μας να ανατρέψουμε τη μνημονιακή πολιτική.
Δεν είναι ορθή η άποψη ότι η ελληνική κοινωνία ψήφισε τον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ επειδή υποτάχθηκε στην ιδέα ότι τα μνημόνια είναι αήττητα ή επειδή ο Αλέξης Τσίπρας έδωσε στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις ένα βαθύ αίσθημα αξιοπρέπειας. Στο δημοψήφισμα του Ιουλίου είδαμε να διαμορφώνεται ένα μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ, αποτελούμενο από υποτελείς κοινωνικές τάξεις, και να αντιπαρατίθεται συγκροτημένο στο κοινωνικό μπλοκ που έχει την εξουσία και που εμφανίστηκε με τη μορφή του «Μένουμε Ευρώπη». Η συγκρότηση του μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ δεν έγινε μέσα σε δέκα μέρες ή σε δέκα μήνες, αλλά ήταν το τελικό αποτέλεσμα μιας ολόκληρης πορείας που ξεκίνησε το 2010 και χρειάστηκε πέντε χρόνια για να αποδώσει τα αποτελέσματά της. Οι ρυθμοί, λοιπόν, με τους οποίους αλλάζουν τα πράγματα στην κοινωνία είναι βραδείς. Ένα μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων σχηματίζεται στην αργόσυρτη διάρκεια και δεν διαλύεται μέσα σε ένα μήνα. Κατά τα άλλα, αυτές οι ερμηνείες που προανέφερα (υποταγή στο μνημόνιο, αλλαγή της συνείδησης των μαζών, ψήφος αξιοπρέπειας κ.λπ.) είναι χονδροειδείς και υποτιμητικές για τη νοημοσύνη των υποτελών κοινωνικών τάξεων, διότι θα έπρεπε αυτές να είχαν παιδική νοημοσύνη για να αλλάξουν αντίληψη και διάθεση μέσα σε μία μέρα σχετικά με τη φύση της και το αναπόφευκτο της μνημονιακής πολιτικής ή για να ακολουθήσουν σαν πρόβατα τον αρχηγό - πατέρα - προστάτη.
Το μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ δεν έχει λοιπόν διαλυθεί, απλώς στερείται σήμερα πολιτικής εκπροσώπησης, με δεδομένη και την εκλογική αποτυχία της Λαϊκής Ενότητας.
Πρέπει να συνυπολογίσουμε στις υποκειμενικές συνθήκες ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα εμφανίστηκε ως ο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης είναι και το γεγονός ότι το επίπεδο της Αριστεράς σε εμάς, ιδιαίτερα δε της οργανωμένης Αριστεράς, ήταν σημαντικά υψηλότερα από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όταν ξεκίνησε η κρίση, το 2008, ο νεοφιλελευθερισμός στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης είχε ήδη σαρώσει την πολιτικοποίηση των προηγούμενων δεκαετιών, είχε οδηγήσει στη συγκρότηση ενός νεοφιλελεύθερου πλήθους μεμονωμένων ατόμων που επιδιώκουν το καθένα το ιδιωτικό του συμφέρον. Αυτό έγινε επειδή ο νεοφιλελευθερισμός εγκαταστάθηκε νωρίτερα στις άλλες χώρες της Ευρώπης, από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980 ενώ σε εμάς το αίσθημα της αποξένωσης από την πολιτική σε μαζικό επίπεδο χρονολογείται πολύ αργότερα, από τη σημιτική περίοδο. Διατηρήθηκε έτσι στην Ελλάδα ένα πολύ πιο αξιόμαχο στελεχικό δυναμικό της Αριστεράς. Εκτιμώ ότι αυτό δεν έχει συντριβεί εξαιτίας της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ότι επιπλέον, σήμερα, μετά από πέντε χρόνια αντιμνημονιακών αγώνων, το δυναμικό αυτό είναι ακόμη πιο αξιόμαχο σε σχέση με το 2008. Η πρώτη περίοδος της κρίσης τελείωσε, αρχίζουμε το ίδιο παιχνίδι από την αρχή, αλλά δεν είμαστε οι ίδιοι. Έχουμε συσσωρεύσει πολλές ικανότητες, γνώσεις και δεξιότητες. Δεν αναφέρομαι μόνο σε όσους ασχολήθηκαν με την πολιτική και κομματική ζωή στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στις εργαζόμενες τάξεις και τους ανέργους, που χωρίς να είναι οργανωμένοι, επίσης συσσώρευσαν γνώσεις και ικανότητες μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν και τους αγώνες που έδωσαν εναντίον των δύο πρώτων μνημονίων στο διάστημα 2010-2015.
Υπάρχουν επομένως οι αντικειμενικές συνθήκες, υπάρχει ένα εν δυνάμει μπλοκ κοινωνικής εξουσίας το οποίο εκφράστηκε στο δημοψήφισμα και υπάρχει και ένα έμπειρο και αξιόμαχο δυναμικό της Αριστεράς. Υπάρχουν λοιπόν οι όροι για να συνεχίσουμε, παρ’ όλη την ήττα που δεχθήκαμε από τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ.
3. Οι αυταπάτες με τις οποίες χρειάζεται να λογαριαστούμε
Αν οι λόγοι για να συνεχίσουμε είναι ισχυροί, τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε με ποιον τρόπο να συνεχίσουμε. Επειδή έπειτα από αυτά που συνέβησαν είμαστε στο επίπεδο μηδέν, ας εκμεταλλευτούμε τουλάχιστον τα καλά της περίστασης. Είναι μια ευκαιρία να λογαριαστούμε με τις αυταπάτες μας, τις οποίες νομίζω ότι θα μπορούσαμε να ομαδοποιήσουμε σε τρεις ενότητες.
Υπάρχουν καταρχάς οι αυταπάτες που μας έρχονται απευθείας από το πολιτικό και το ιδεολογικό φορτίο του παλιού Συνασπισμού, και αν πηγαίναμε πιο πριν, από τον Λεωνίδα Κύρκο και τους συντρόφους του: Όπως στον Συνασπισμό, έτσι και στον ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως σε επίπεδο ηγεσίας, ο ταξικός αντίπαλος δεν προσδιοριζόταν ποτέ με το όνομά του. Δεν μιλούσε κανείς για την αστική τάξη και τους συμμάχους της, για το κοινωνικό μπλοκ εξουσίας, διότι περί αυτών πρόκειται. Υπήρχαν όμως ψευδώνυμα: το μεγάλο κεφάλαιο, η ολιγαρχία, ο κόσμος του πλούτου κ.ο.κ. Αυτό διατήρησε ένα πέπλο μυστηρίου γύρω από αυτή την ύπαρξη που μας εκμεταλλεύεται, μας καταπιέζει και μας κυβερνάει, γι' αυτό και μεταξύ μας υπάρχουν ζητήματα ή απόψεις που ποτέ δεν έχουν συζητηθεί. Παραδείγματος χάρη, για κάποιους το μπλοκ εξουσίας είναι μια δράκα ολιγαρχών που κρατάει τον πλούτο και όλοι οι υπόλοιποι ανήκουμε στο λαό. Για άλλους πάλι είναι κάτι ευρύτερο, αλλά θα πρέπει να εξαιρέσουμε τις μικρές επιχειρήσεις, το μικρό κεφάλαιο, το οποίο είναι (αντικειμενικά) σύμμαχος των εργαζομένων. Αν ρωτήσετε πάλι άλλους, θα σας έλεγαν ότι ούτε αυτοί είναι σύμμαχοί μας. Αυτή η ποικιλία απόψεων για ένα τόσο κρίσιμο θέμα, να προσδιορίσεις το ταξικό τοπίο και τον κύριο αντίπαλό σου, έχει να κάνει με το γεγονός ότι ποτέ, ούτε ο Συνασπισμός ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν ανέλυαν την κοινωνική πραγματικότητα με όρους κοινωνικών τάξεων. Ήταν και αυτή η ασάφεια μια προϋπόθεση για την αλλαγή ταξικού στρατοπέδου που πραγματοποίησαν ο Αλέξης Τσίπρας και η παρέα του στις 13 Ιουλίου 2015. Με αυτά, εμείς πρέπει να λογαριαστούμε.
Πρέπει επίσης να λογαριαστούμε με τον αριστερό ευρωπαϊσμό, που μας ήρθε και αυτός κατευθείαν από τον παλιό Συνασπισμό. Εννοώ με αυτό την άποψη που επικρατούσε στο Συνασπισμό, μεταφέρθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ και δοκιμάστηκε στη διαπραγμάτευση, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη είναι ένα μεγάλο βήμα της ανθρωπότητας προς τα μπρος, που αφήνει πίσω μας το φασισμό, το ρατσισμό, την παραβίαση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων κ.λπ. Θα πρέπει να σκεφτούμε τη φύση της Ευρωζώνης και τη δική μας στάση απέναντί της με όρους κοινωνικών τάξεων. Θα πρέπει δηλαδή να σκεφτούμε ποιων τάξεων τα συμφέροντα εκπροσωπεί η Ευρωζώνη, που είναι το εύκολο, και κυρίως με ποιον τρόπο τα εκπροσωπεί: το σχέδιο που προτείνει, τι ταξικό περιεχόμενο έχει, πώς αναπτύσσεται στις λεπτομέρειές του. Πρόκειται γι’ αυτό που δεν έκαναν ποτέ ούτε ο Γιάνης Βαρουφάκης ούτε ο Αλέξης Τσίπρας ούτε και οι υπόλοιποι που συμμετείχαν στη διαπραγμάτευση.
Μια δεύτερη ομάδα αυταπατών μάς έρχεται από τη διεθνή σοσιαλδημοκρατία, και στη θεωρία, από τον κεϊνσιανισμό. Ένα παράδειγμα: όταν μιλάει για την ανεργία, η δική μας Αριστερά είθισται να καταφεύγει στην παραδοσιακή πια πρόταση να αυξηθούν οι επενδύσεις, που παρουσιάζονται περίπου σαν το μαγικό ραβδί. Αυτή η πρόταση λέει στη ουσία ότι πρέπει να επιταχύνουμε τη συσσώρευση κεφαλαίου, ώστε με περισσότερο κεφάλαιο να εργάζονται περισσότερα άτομα. Είναι όμως μια λανθασμένη ιδέα, που μας έρχεται από τον Κέινς. Μπορεί να αποδίδει μεσοπρόθεσμα, σε βάθος δηλαδή πενταετίας, μακροπρόθεσμα όμως δεν λύνει το πρόβλημα διότι ο καπιταλισμός πάντα συσσωρεύει κεφάλαιο, άλλοτε πιο γρήγορα και άλλοτε πιο αργά, και με τόσο πολύ κεφάλαιο που έχει συσσωρεύσει στη διάρκεια των διακοσίων τελευταίων ετών, θα έπρεπε να εργάζονται όσοι αναζητούν εργασία. Σήμερα που η συσσώρευση κεφαλαίου έχει φτάσει σε υψηλότερο επίπεδο από ποτέ, έχουμε και τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπως μας λέει η μαρξιστική θεωρητική παράδοση (που είχε υποκατασταθεί μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ από την θεωρία του ιστορικού συμβιβασμού), είναι ότι η ανεργία υπάρχει επειδή οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής έχουν πολύ υψηλή απαίτηση κερδοφορίας, πολύ μεγάλες απαιτήσεις επί του προϊόντος. Σήμερα η επιδιωκόμενη κερδοφορία είναι σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, πράγμα που ο επιχειρηματίας, τα στελέχη που τον υπηρετούν και οι αστικές πολιτικές δυνάμεις το θεωρούν φυσικό και δίκαιο: γι' αυτούς είναι μια κανονικότητα ακριβώς όπως η δική μας κανονικότητα είναι ότι δεν μπορείς να έχεις μισθό κάτω από 800 ευρώ. Κατά τη δική τους αντίληψη είναι αντικανονικό μια επιχείρηση να κερδίζει λιγότερο απ' όσο κέρδιζε πριν από την κρίση (όταν είχε ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις ο χρηματοπιστωτικός τομέας) και για αυτόν τον λόγο δεν δέχονται να απασχολήσουν τους άνεργους παρά μόνο αν αυτοί περιορίσουν την απαίτησή τους πάνω στο προϊόν τόσο πολύ ώστε αυτό που θα περισσεύει να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο δεν δέχεται να απασχολήσει επιπλέον εργαζόμενους με τους όρους και τους μισθούς που ισχύουν σήμερα: θέλει αυτοί να επιδεινωθούν ακόμα περισσότερο. Πρέπει να λογαριαστούμε, λοιπόν, και με αυτές τις αυταπάτες που μας έρχονται από τη σοσιαλδημοκρατία και τον κεϊνσιανισμό.
Ένα ακόμη παράδειγμα: Μια ακόμα ιδέα που έρχεται από τον κεϊνσιανισμό, αφορά την κρίση, η οποία εμφανίζεται σαν φαινόμενο που μπορεί να διαρκεί για όσο καιρό υπάρχει ένα έλλειμμα ζήτησης. Ωστόσο, το έλλειμμα ζήτησης είναι ένας παράγοντας συντήρησης της κρίσης ο οποίος έχει μεγάλη ισχύ μέχρις ενός χρονικού σημείου, δρα δηλαδή στη μεσοπρόθεσμη διάρκεια. Στη μακροχρόνια διάρκεια, αυτό που γίνεται καθοριστικό είναι η εκκαθάριση των ασθενέστερων κεφαλαίων μέσω μιας διαδικασίας κοινωνικού δαρβινισμού κατά την οποία οι ισχυρότεροι κεφαλαιοκράτες κανιβαλίζουν τους ασθενέστερους. Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα: όσες επιχειρήσεις επέζησαν, έχουν κανιβαλίσει τους ανταγωνιστές τους, και η πελατεία των επιχειρήσεων που εξαφανίστηκαν, μεταφέρθηκε στις επιχειρήσεις που επέζησαν. Έτσι, αντιμετωπίζεται σταδιακά το έλλειμμα ζήτησης, η κερδοφορία μπορεί να ανεβαίνει, και έτσι μπορεί να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος ανάπτυξης μετά από μια κρίση. Στη σημερινή κρίση, όλες οι εκτιμήσεις είναι ότι στην Ελλάδα θα υπάρξει κατά τα επόμενα έτη μια αναιμική ανάκαμψη της τάξης του 2%, όταν περάσουν και οι δυσμενείς επιπτώσεις του μνημονίου Τσίπρα-Τσακαλώτου. Θα υπάρχει δηλαδή ένας ρυθμός ανάπτυξης που οι οικονομολόγοι θεωρούν στασιμότητα (με εξαίρεση τα δύο-τρία πρώτα χρόνια για τα οποία προβλέπεται υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης επειδή η οικονομία θα ξεκινήσει από πολύ χαμηλό επίπεδο). Με το ρυθμό αυτό, η ανεργία δεν θα μπορεί να μειωθεί: ίσως αυτό συμβεί τα πρώτα χρόνια, για να ισορροπήσει ωστόσο στη συνέχεια σε ένα πολύ υψηλό σημείο. Αυτό σημαίνει ότι οι μισθοί θα παραμείνουν χαμηλοί, γιατί θα πιέζονται από την ανεργία, σε αντίθεση με τα κέρδη, που θα παραμείνουν ψηλά. Αυτά συγκροτούν ένα νέο «μοντέλο ανάπτυξης», ένα καινούριο καθεστώς συσσώρευσης: ανάπτυξη με ανεργία και πολύ κακές συνθήκες για τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις. Ότι ο ελληνικός καπιταλισμός θα φύγει κάποια στιγμή από την ύφεση πρέπει να μας είναι γνωστό, και θα χρειαστεί να απαλλαγούμε από τη νοοτροπία που επικράτησε στον ΣΥΡΙΖΑ ότι αφού ο καπιταλισμός είναι σε κρίση, τώρα μπορούμε να κάνουμε πολιτική και να ενισχύσουμε τις δυνάμεις μας, ενώ εάν αρχίσει η ανάκαμψη της παραγωγής θα αποδυναμωθούν οι πολιτικές, ιδεολογικές και θεωρητικές μας βάσεις. Το κριτήριο για εμάς δεν μπορεί να είναι το δίπολο κρίση/ανάπτυξη, αλλά η θέση των εργαζόμενων τάξεων στη διανομή του προϊόντος, στην παραγωγή και στις σχέσεις πολιτικής ισχύος. Θα είναι μια δυσάρεστη έκπληξη για όσους διατηρούν το κριτήριο κρίση/ανάπτυξη να δουν τον Τσίπρα να θριαμβολογεί ότι έβγαλε την οικονομία από την ύφεση - τη στιγμή που για τους μισθούς, την ανεργία, τις συντάξεις και το κοινωνικό κράτος, η έξοδος αυτή δεν θα σημαίνει τίποτα ή σχεδόν τίποτα.
Η τρίτη ομάδα αυταπατών με τις οποίες πρέπει να λογαριαστούμε είναι αυτές που μας έρχονται από την Τρίτη Διεθνή, από την κομμουνιστική μας παράδοση. Παραδείγματος χάρη, η ιδέα ότι η αστική τάξη έχει περιοριστεί σε μια χούφτα πάμπλουτων καπιταλιστών - ολιγαρχών μας έρχεται από την Τρίτη Διεθνή μετά το θάνατο του Λένιν. Ειδικότερα σε εμάς, στην Ελλάδα, η ιδέα αυτή έρχεται από την εαμική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο λαός, η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, αποτελεί το κοινωνικό υποκείμενο της προόδου, της δημοκρατίας, του πατριωτισμού, ενώ στο αντίπαλο στρατόπεδο βρίσκεται μια μειονότητα πλουτοκρατίας, ολιγαρχίας (αργότερα μονοπωλίων ή εταιρικών ομίλων) που συμμαχεί με τον ιμπεριαλισμό και ευθύνεται για την εθνική υποτέλεια και την εξάρτηση. Χρειάζεται να ξαναδούμε, τώρα, ποιος είναι ο κύριος αντίπαλός μας, με ποιους κάνουμε συμμαχίες κ.ο.κ. Η αστική τάξη και οι σύμμαχοί της δεν είναι μια χούφτα ανθρώπων. Είναι ένα ολόκληρο «Μένουμε Ευρώπη» απέναντι στο κοινωνικό μπλοκ του ΟΧΙ, στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις, στους μισθωτούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τους άνεργους, τους πρεκάριους, τους φτωχούς.
Την ίδια προέλευση έχουν και οι αντιλήψεις περί παραγωγικής ανασυγκρότησης, η άποψη ότι πρέπει να αναπτύξουμε την παραγωγή, τις παραγωγικές δυνάμεις, να χρησιμοποιήσουμε την επιστημονικο-τεχνική πρόοδο. Η άποψη αυτή επικράτησε στον ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα διαπέρασε οριζόντια όλες τις συνιστώσες. Το σημαντικό, όμως, στην παραγωγική ανασυγκρότηση είναι οι παραγωγικές σχέσεις: οι σχέσεις που έχουν μεταξύ τους και με τα εργαλεία της δουλειάς τους οι παραγωγοί όταν εργάζονται, οι σχέσεις που έχουν με το προϊόν τους και με τη διάθεσή του, τη διανομή του μεταξύ επιχείρησης και εργαζομένων κ.λπ. Αν πάρουμε στα σοβαρά τη μαρξιστική μας παράδοση, στο ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης θα έπρεπε να λάβουμε υπόψη μας και όλες τις κοινωνικές ρυθμίσεις που χρειαζόμαστε: το νόμισμα, τον τραπεζικό τομέα, τις εργασιακές σχέσεις, τις μορφές της ιδιοκτησίας κ.λπ. Ποιος θα διοικεί; Θα αναθέσουμε στους καπιταλιστές που ξέρουν, υποτίθεται, τη δουλειά καλύτερα; Θα αναθέσουμε στο κράτος και σε κάποιους γραφειοκράτες που γνωρίζουν πώς να διοικούν; Θα υπάρχουν μορφές αυτοδιαχείρισης; Ποιος θα διαχειρίζεται το χρήμα; Θα είναι οι τράπεζες κρατικές; Αυτοί είναι μερικοί από τους πολλούς λόγους που το παραγωγικό σύστημα δεν μπορεί να απομονωθεί από ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων οι οποίες θα πρέπει να θεωρούμε στο εξής ότι αποτελούν συστατικά, δομικά στοιχεία της παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Πρέπει να λογαριαστούμε με όλα αυτά, μεταξύ μας, με τον εαυτό μας και το παρελθόν μας. Όχι για να διαχωριστούμε, αλλά για να χτυπάμε μαζί, βαδίζοντας όμως χωριστά.
4. Ένα αντιμνημονιακό μέτωπο της Αριστεράς: να χτυπάμε μαζί και ας βαδίζουμε χωριστά
Φαίνεται αδύνατο να μπορεί να συγκροτηθεί σήμερα πολιτική οργάνωση ή κόμμα του οποίου τα μέλη του θα είχαν ενιαία αντίληψη για όλα αυτά. Η μηχανική συγκόλληση πολιτικών ρευμάτων που δεν έχουν συζητήσει μεταξύ τους τις διαφορές τους ούτε καν στα βασικά στρατηγικά ζητήματα, θα μας οδηγούσε στο αποτυχημένο σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ, που ενώ ήταν μέτωπο παρίστανε το κόμμα, και με την ασάφεια αυτή διευκόλυνε την αυτονόμηση της ηγετικής του ομάδας. Στον ΣΥΡΙΖΑ υπήρχαν τρία, αν όχι τέσσερα κόμματα, με διαφορετική στρατηγική αντίληψη το καθένα, και στο τέλος έκανε ό,τι ήθελε η ηγετική ομάδα.
Υπάρχουν πράγματα που συντίθενται και πράγματα που δεν συντίθενται. Γι' αυτό νομίζω ότι αυτό που χρειαζόμαστε στην παρούσα συγκυρία είναι η μορφή του μετώπου, με τη συμμετοχή όλων των πολιτικών κομμάτων, οργανώσεων και μορφωμάτων, του καθενός με τη δική του αντίληψη. Σε ένα μέτωπο, σε ένα αριστερό αντιμνημονιακό μέτωπο, δεν θα χρειαστεί να λύσουμε τα μεγάλα ζητήματα της στρατηγικής. Ούτε περιμένει από εμάς ο κόσμος να εξηγήσουμε κυρίως τι είδους αποτελέσματα θα έφερνε μια ενδεχόμενη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα (παρόλο που εμείς πρέπει να το εξηγήσουμε). Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε, αντίθετα, ως Αριστερά που αντιπολιτεύεται την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, είναι να απαντήσουμε σε ερωτήματα με τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταπιάστηκε καν στο παρελθόν, διότι ακολουθούσε την τακτική της ανάθεσης. Να εξηγήσουμε, για παράδειγμα, σήμερα στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις με ποιο τρόπο θα υπερασπιστούμε το σπίτι του που κινδυνεύει με κατάσχεση ή πώς θα μπορέσουμε να παρέμβουμε στις δομές αλληλεγγύης και στα κινήματα. Όχι αναθέτοντας στο μέλλον τη λύση των προβλημάτων, με την κατάκτηση της εξουσίας από το κόμμα. Αλλά εδώ και τώρα, παράλληλα με ένα μεταβατικό κυβερνητικό πρόγραμμα υπέρβασης του καπιταλισμού.
* Κείμενο με βάση την ομιλία στην εκδήλωση της Δικτύωσης Ριζοσπαστικής Αριστεράς με τίτλο «Η ζωή μετά: το τρίτο Μνημόνιο, τις εκλογές, τον ΣΥΡΙΖΑ», που έγινε τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015 στην αίθουσα της ΕΔΟΘ, στη Θεσσαλονίκη.
πηγη: rproject.gr

Ο διάλογος εντός της Αριστεράς, ακόμη και όταν διεξάγεται με τρόπο καλόπιστο και διάθεση αληθινά συντροφική -πράγμα έτσι κι αλλιώς ασυνήθιστο-, χαρακτηρίζεται από μια μόνιμη τάση να διολισθαίνει σε εύκολες, ανέξοδες, όσο και αδιέξοδες δραματοποιήσεις. Τα πολιτικά επίδικα παύουν να αντιμετωπίζονται ως τέτοια, προσλαμβάνοντας για τους εμπλεκόμενους χαρακτήρα σχεδόν «υπαρξιακό». Από το σημείο αυτό και μετά, στο επίκεντρο τίθεται η αγωνιώδης προσπάθεια για τη δικαίωση της ιστορικής διαδρομής και των ιδεολογικών προϋποθέσεων ενός εκάστου, εις βάρος της έμφασης που πρέπει να δίνεται στη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.
Η συζήτηση για το νόμισμα εντός της Αριστεράς -μια συζήτηση που επί μακρόν είχε κατασταλεί και που είναι απολύτως απαραίτητο να γίνει- κινδυνεύει να πέσει θύμα αυτής ακριβώς της «υπαρξιακής» τροπής, προτού καν ξεκινήσει. Μια τέτοια εξέλιξη, εάν την αφήσουμε να παγιωθεί, θα αδικούσε τόσο τη συζήτηση, όσο και εμάς τους ίδιους. Σε όποιο ρεύμα κι αν ανήκουμε, η βασιλική οδός για τη δικαίωση της ιδεολογικής μας σκευής και της ιστορικής μας παρακαταθήκης δεν είναι άλλη από τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Άλλωστε, από την τριβή με τη συγκεκριμένη ανάλυση κανένα εννοιολογικό εργαλείο δε βγαίνει αλώβητο και κανένας στρατηγός δε βγαίνει νικητής αν επιμένει να χρησιμοποιεί απαράλλαχτα τα όπλα και τις τακτικές του προηγούμενου πολέμου.
Το θέμα του νομίσματος δε διαχωρίζει τους «διεθνιστές» από τη μια μεριά και τους «πατριώτες» από την άλλη. Αν βλέπουμε να ενεργοποιούνται «υπαρξιακά» αντανακλαστικά στη συζήτηση αυτή, τις διαχωριστικές γραμμές θα πρέπει μάλλον αλλού να τις αναζητήσουμε. Την ίδια τη συζήτηση για το νόμισμα, ως τέτοια, μπορούμε πλέον να τη διεξάγουμε αρκετά ψύχραιμα, έχοντας ήδη κατακτήσει ένα διευρυμένο πλαίσιο κοινών τόπων και παραδοχών, μετά και την επτάμηνη εμπειρία της πρώτης διακυβέρνησης Τσίπρα.
Πρώτα απ’ όλα, οι αντιλήψεις ότι μέσα στο πλαίσιο της Ευρωζώνης είναι εφικτή η ανατροπή των πολιτικών της λιτότητας δεν ηχούν καθόλου πειστικές πλέον. Την ίδια στιγμή, αντιλήψεις που ισχυρίζονται ότι η έξοδος από την Ευρωζώνη αποτελεί όχι μόνο την αναγκαία, αλλά και την ικανή συνθήκη για την ανατροπή των πολιτικών της λιτότητας είναι απόψεις που, χωρίς να απουσιάζουν εντελώς, σπανίζουν εντός της Αριστεράς – και ακόμα σπανιότερα διατυπώνονται ευθέως.
Το Σχέδιο Β για την Ευρώπη
Μια τελευταία, αναθεωρημένη και επί το ασθενέστερον αναδιατυπωμένη εκδοχή της πρώτης αντίληψης (ότι δηλαδή η Ευρωζώνη θα ήταν δυνατόν να επανασχεδιαστεί ριζικά εκ των έσω, μέσα από την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο) μπορεί κανείς να βρει στο κείμενο που επιγράφεται «Σχέδιο Β για την Ευρώπη» και φέρει τις υπογραφές των Γ. Βαρουφάκη, Ζ. Κωνσταντοπούλου, Ο. Λαφοντέν, Ζ.-Λ. Μελανσόν και Στ. Φασίνα. Μολονότι οι συντάκτες του κειμένου χαρακτηρίζουν το σχέδιό τους ως διεθνιστικό και ξορκίζουν το φάσμα της εθνικής αναδίπλωσης, προτείνοντας μια πανευρωπαϊκή διάσκεψη, είναι φανερό ότι (α) δε διστάζουν να περιγράψουν και πιθανές διεξόδους που απαιτούν τη χρήση νομισματικών εργαλείων και τεχνικών, που βρίσκονται εξ ορισμού στα χέρια του εθνικού κράτους, και (β) στρέφουν το βλέμμα στις εσωτερικές εξελίξεις συγκεκριμένων εθνικών κρατών, τα οποία θα μπορούσαν να παίξουν το ρόλο του «αδύναμου κρίκου» για το ξήλωμα της υπαρκτής Ευρωζώνης.
Πρόκειται λοιπόν για μια πρωτοβουλία που σίγουρα τείνει να υπερβεί τα μέχρι χτες εσκαμμένα του αριστερού ευρωπαϊσμού, μολονότι βεβαίως δεν ξεφεύγει ακόμα από τις επίμονες αυταπάτες του συγκεκριμένου ρεύματος. Επιπλέον, αν κρίνουμε από την έμφαση που δίνεται στην αναμονή των εξελίξεων στη Γαλλία, το κείμενο της πρωτοβουλίας μοιάζει να δυσπιστεί για τις δυνατότητες των μικρότερων χωρών της Ευρωζώνης να λειτουργήσουν σαν «αδύναμος κρίκος». Πέρα από το ότι είναι δύσκολο να φανταστούμε ποιες θα μπορούσαν να είναι οι θετικές εξελίξεις στη Γαλλία (γιατί σίγουρα η προσμονή δεν αφορά την πιθανή νίκη του Εθνικού Μετώπου), μια τέτοια αντίληψη -έστω κι αν δεν το συνειδητοποιεί- στην ουσία υποβιβάζει την ευρωπαϊκή περιφέρεια στο ρόλο της «αποικίας», που δε μπορεί να περιμένει την απελευθέρωσή της παρά μόνο από τις εξελίξεις στο αποικιακό κέντρο. Πρόκειται για μια αντίληψη που διατρέχει και τα παλιότερα γραπτά του Γ. Βαρουφάκη, η οποία ωστόσο έχει το προφανές μειονέκτημα να αφαιρεί κάθε νόημα από την πάλη στις χώρες της περιφέρειας, αφήνοντας παράλληλα ανεξήγητη την προσωπική εμπλοκή του ίδιου -προσωρινή έστω- στην πολιτική σκηνή μιας περιφερειακής χώρας.
Το Σχέδιο Κ. Λαπαβίτσα και Χ. Φλάσμπεκ
Αφήνοντας το στρατόπεδο των «ευρωκεντρικών», ας περάσουμε στο στρατόπεδο των θεωρούμενων ως «εθνοκεντρικών». Τον ίδιο περίπου καιρό με το «Σχέδιο Β για την Ευρώπη», δόθηκε στη δημοσιότητα το από μακρόν αναμενόμενο «Σχέδιο Κοινωνικής Αλλαγής και Εθνικής Ανασυγκρότησης για την Ελλάδα» των Κ. Λαπαβίτσα και Χ. Φλάσμπεκ. Πρόκειται για την εκλαϊκευμένη παρουσίαση ενός «οδικού χάρτη» για τη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση -ας μην το υποβαθμίζουμε- της παύσης εξυπηρέτησης του χρέους. Παρότι εξετάζεται επί τροχάδην το ενδεχόμενο μιας συναινετικής εξόδου από την Ευρωζώνη, το οποίο σωστά περιγράφεται ως απίθανο, οι συγγραφείς δικαιολογημένα επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στο σενάριο μιας συγκρουσιακής εξόδου.
Είναι προφανές ότι, προς μεγάλη απογοήτευση του φιλοθεάμονος κοινού, Κ. Λαπαβίτσας και Χ. Φλάσμπεκ αντιμετωπίζουν το εθνικό νόμισμα ως μέσο και όχι ως αυτοσκοπό. Ως μέσο για ποιο ακριβώς πράγμα όμως; Για την αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας («Εθνική Ανασυγκρότηση»), ή για την αύξηση του μεριδίου της εργασίας στον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο («Κοινωνική Αλλαγή»); Η απάντηση δεν είναι πάντοτε σαφής. Φυσικά, το ένα δεν αποκλείει κατ’ ανάγκην το άλλο. Ο καλόπιστος αναγνώστης ωστόσο αποκομίζει την εντύπωση ότι οι συγγραφείς, έστω κι αν δε χάνουν από το οπτικό τους πεδίο τη στόχευση της «Κοινωνικής Αλλαγής», στο επίκεντρο βάζουν τη στόχευση της «Εθνικής Ανασυγκρότησης», στην οποία φαίνεται να αποδίδουν τη λογική, αν όχι και τη χρονολογική, προτεραιότητα.
Ο κίνδυνος εδώ είναι σαφής: Αν ως προϋπόθεση για την αύξηση του μεριδίου της εργασίας στον κοινωνικά παραγόμενο πλούτο θέτουμε -έστω και υπόρρητα- την «αύξηση της πίτας», διολισθαίνουμε ασυναίσθητα στο έδαφος της κυρίαρχης ιδεολογίας και μπαίνουμε στον πειρασμό ν’ αποδεχτούμε «το 70% των Μνημονίων» ως απαραίτητο για την περιβόητη «ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας», ενώ παράλληλα βρισκόμαστε υποχρεωμένοι να εξηγήσουμε πώς ακριβώς θα επιτύχουμε το θαύμα μιας εθνικής οικονομικής ανάπτυξης μέσα σε συνθήκες παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, η οποία δε δείχνει να είναι παροδική.
Αν, από την άλλη μεριά, θέσουμε την ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου προς όφελος της εργασίας και εις βάρος του κεφαλαίου ως αυτοσκοπό -αλλά και ως λογική προϋπόθεση για την «αύξηση της πίτας», στο βαθμό που κάτι τέτοιο μας ενδιαφέρει-, τότε η έξοδος από την Ευρωζώνη δε θα είναι συγκρουσιακή μόνο απέναντι στο ευρωσύστημα, αλλά κυρίως απέναντι στην ελληνική αστική τάξη και στο αστικό μπλοκ εξουσίας του ελληνικού εθνικού κράτους. Και, ας μη γελιόμαστε: Όποιος το πάρει απόφαση να συγκρουστεί με την αστική τάξη και το συνολικό αστικό μπλοκ εξουσίας στη χώρα του, δε θα το κάνει ούτε για το νόμισμα ούτε για την «ανάπτυξη».
Και κάτι τελευταίο: Σε αντίθεση με την καρικατούρα του συρμού, διεθνισμός δεν είναι η παραγνώριση του εθνικού πλαισίου, ως του βασικού και κατεξοχήν πεδίου της ταξικής πάλης. Το πρώτο και πλέον θεμελιώδες διεθνιστικό καθήκον είναι η πάλη απέναντι στη «δική μας» αστική τάξη. Όλα τα άλλα έπονται.
πηγη: rproject.gr
Η αναγκαιότητα του άμεσου προγράμματος πάλης για το εργατικό κίνημα
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Γράφει ο Στωικός
Η αρνητική εμπειρία της περιόδου 2010-2012
Το ερώτημα που δημιουργήθηκε μετά το 2010 και με πιεστικό τρόπο αναζητά απαντήσεις, είναι, αν είναι ωφέλιμο για το λαϊκό κίνημα, να καταθέσει άμεσο πρόγραμμα πάλης, να παλεύει για προοδευτικές μεταρρυθμίσεις μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, μεταρρυθμίσεις και στόχους πάλης διαλεκτικά δεμένα με τον στρατηγικό του στόχο, ή αν οι άμεσες αυτές διεκδικήσεις και τα προγράμματα πάλης, οδηγούν στον οπορτουνισμό και στην ενσωμάτωση.
Εμείς, ως Εργατικός Αγώνας, από την πρώτη στιγμή υποστηρίξαμε ότι το λαϊκό κίνημα, αν θέλει να βρίσκεται στο προσκήνιο των εξελίξεων και να παίρνει ενεργά μέρος στην ταξική πάλη, θα πρέπει να οπλιστεί με άμεσο πρόγραμμα διεκδικήσεων (τακτικοί στόχοι), να παλεύει για προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, ενώ αν οι αντιθέσεις οξυνθούν –όπως συμβαίνει σήμερα στην περίοδο της κρίσης και τις πολιτικές των μνημονίων– θα πρέπει να προβάλει ακόμα και προωθημένους στόχους πάλης, με σκοπό να κερδίσει την πλειοψηφία του λαού με το μέρος του.
Στο ερώτημα «τι θα την κάνει αυτή τη πλειοψηφία, όταν έχουν ωριμάσει οι προϋποθέσεις για βαθιές ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνία και την οικονομία (όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα), αλλά δεν είναι ακόμα έτοιμες οι συνθήκες για σοσιαλιστική εξουσία;» την απάντηση έχει δώσει η ίδια η ζωή.
Το λαϊκό κίνημα, αν υπάρχουν ομαλές πολιτικές εξελίξεις και δεν επιχειρήσει η αστική αντίδραση βίαιη ανατροπή της λαϊκής θέλησης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μπορεί να στηρίξει κυβέρνηση των αντιμονοπωλιακών, αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων, η οποία, σε ένα σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα, θα κληθεί να υλοποιήσει ένα μεταβατικό πρόγραμμα προωθημένων ριζοσπαστικών αλλαγών, που όσο υλοποιείται, θα προβάλει στο προσκήνιο η αναγκαιότητα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, η αναγκαιότητα της επίλυσης του προβλήματος της πολιτικής εξουσίας.
Αν, αντίθετα, επιχειρηθεί αντιδημοκρατική εκτροπή από την αστική αντίδραση και κυρίως από τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα, κάτι που, αν λάβουμε υπόψη τη διεθνή εμπειρία, είναι και το πιθανότερο, το εργατικό και λαϊκό κίνημα, θα πρέπει να απαντήσει στην ένοπλη βία της αντίδρασης, με τα ίδια μέσα. Ένοπλα. Τα παραδείγματα των Δεκεμβριανών στην Ελλάδα το 1944, της Ισπανίας το 1936 και της Χιλής το 1973, μας δείχνουν, ότι αν δεν θέλουμε, για μια ακόμη φορά, να οδηγηθούμε σαν πρόβατα επί σφαγή, θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για όλα τα ενδεχόμενα και για όλες τις πιθανές εξελίξεις.
Τι πραγματικά θα συμβεί, αυτό εξαρτάται από το συσχετισμό της δύναμης των τάξεων τη συγκεκριμένη περίοδο, τις πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες που θα είναι σε θέση να δημιουργήσουν η εργατική και η αστική τάξη εν όψει της επικείμενης σύγκρουσης, η βέβαιη παρέμβαση του ιμπεριαλιστικού παράγοντα, η διεθνιστική αλληλεγγύη κλπ.
Αυτή είναι η μαρξιστική–λενινιστική προσέγγιση ενός δύσκολου και περίπλοκου θέματος, όπως οι θέσεις αρχής ενός επαναστατικού κόμματος, σε συνθήκες απότομης ανόδου της ταξικής πάλης σε περιβάλλον βαθιάς οικονομικής κρίσης και εφαρμογής σκληρών πολιτικών λιτότητας από την αστική τάξη και το διεθνή ιμπεριαλισμό.
Αντίθετα, οι θέσεις που προβάλει το σημερινό ΚΚΕ, συμπυκνώνονται στις δηλώσεις που έκανε στις 9/5/2011 η Α Παπαρήγα στην κρατική τηλεόραση, ότι «δεν υπάρχει φιλολαϊκή διέξοδος από την καπιταλιστική κρίση».
Οι θέσεις αυτές, οι οποίες παραπέμπουν την επίλυση όλων των προβλημάτων, στην ανατροπή του καπιταλισμού, είναι καταστροφικές για το επαναστατικό κίνημα, καθώς το καταδικάζουν να παρακολουθεί απλώς τις εξελίξεις, τη στιγμή που η δύναμη του βρίσκεται στην καθημερινή δράση. Δράση, ενταγμένη σε ένα ρεαλιστικό «μίνιμουμ» πρόγραμμα που θα αντανακλά τον συσχετισμό δύναμης των τάξεων και των ενδιάμεσων στρωμάτων τη συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς.
Αν η θέση αυτή είναι επιζήμια και καταστροφική σε περίοδο σταθερότητας του καπιταλιστικού συστήματος, είναι πολλαπλά επιζήμια και καταστροφική στις συνθήκες της τριπλής κρίσης (οικονομική, κοινωνική, πολιτική) με την οποία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη η αστική τάξη της χώρας. Γιατί, όταν το αστικό σύστημα εξουσίας παρουσιάζει ρωγμές, απαιτείται η μέγιστη δυνατή παρέμβαση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, είναι η ώρα της εγρήγορσης και της πιο αποφασιστικής δράσης, ώστε τα ρήγματα αυτά να διευρυνθούν όσο το δυνατό περισσότερο, αντί να παρακολουθείς τον καπιταλισμό να τα κλείσει, περιμένοντας το σοσιαλισμό…
Αν έχεις τη θέση, ότι, είτε σε συνθήκες ομαλότητας και σταθερότητας βρίσκεται ο καπιταλισμός, είτε σε συνθήκες κρίσης, δεν γίνεται τίποτα, και καλείς τον κόσμο να περιμένει την ώρα του… άγιου σοσιαλισμού, τότε είναι σίγουρο α), ότι δεν πρόκειται ποτέ να δεις το σοσιαλισμό β) προσφέρεις τις μέγιστες υπηρεσίες στο εκμεταλλευτικό σύστημα, καθώς, σε συνθήκες απορρύθμισης και αποσύνθεσης των συστατικών του μερών, κρατάς τις λαϊκές δυνάμεις σε αδράνεια και επί της ουσίας τις οδηγείς σε αποστράτευση.
Πώς θα είχε γραφεί η ιστορία σήμερα, αν μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση το Φλεβάρη του 1917 στη Ρωσία, το μπολσεβίκικο κόμμα και ο Λένιν, υποστήριζαν τη θέση, ότι σε συνθήκες του καπιταλισμού δεν υπάρχει καμία δυνατότητα φιλολαϊκής εξόδου και έριχναν το σύνθημα του σοσιαλισμού, που, κάποια στιγμή, θα έλθει στο μέλλον; Αντίθετα ο Λένιν (Γράμματα από μακριά) χαρακτήρισε την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη σαν «το πρώτο στάδιο της σοσιαλιστικής επανάστασης» και φυσικά δικαιώθηκε.
Η δυναμική του άμεσου πολιτικού προγράμματος πάλης
Στην αντιπαράθεση που έχουμε με την ηγεσία του σημερινού ΚΚΕ, συνήθως προσφεύγουμε στην εμπειρία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και στο μαρξιστικό–λενινιστικό έργο, το οποίο, σε θεωρητικό επίπεδο έχει ενσωματώσει το παγκόσμιο επαναστατικό γίγνεσθαι.
Και κάνουμε πολύ καλά, γιατί πως αλλιώς θα αντιμετωπίσει κανείς, αντεπαναστατικές, μικροαστικές, αριστερίστικες αντιλήψεις –οι οποίες σημειωτέον, εμφανίστηκαν μαζί με το εργατικό κίνημα αν δεν αντλήσει επιχειρήματα από την πολύ πλούσια και περιεκτική μαρξιστική–λενινιστική φιλολογία.
Αν και πάντα πρέπει να έχουμε κατά νου, ότι με την αρθρογραφία μας, δεν προσπαθούμε να πείσουμε τη σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, αλλά τον κόσμο που την ακολουθεί. Γιατί το οπορτουνιστικό ολίσθημα της ηγεσίας, δεν μπορεί να εξηγηθεί με το επιχείρημα ότι δεν γνωρίζει τον μαρξισμό–λενινισμό. Το ζήτημα είναι βαθύτερο. Ο Καούτσκι, είχε μελετήσει, ίσως βαθύτερα από κάθε άλλο στην εποχή του, τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς. Αυτό όμως, δεν τον απέτρεψε να διαστρεβλώσει τις θέσεις των δύο μεγάλων επαναστατών για το ζήτημα του κράτους, ενώ έφτασε στο σημείο να αποκρύψει τους τρεις τελευταίους τόμους του Κεφαλαίου (θεωρίες της υπεραξίας), στην προσπάθεια του να συγκαλύψει την οπορτουνιστική στροφή του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, στην ηγεσία του οποίου ηγούταν.
Στο συγκεκριμένο άρθρο, θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε την αναγκαιότητα του άμεσου πολιτικού προγράμματος πάλης, στηριζόμενοι στην πρόσφατη ελληνική εμπειρία. Αυτή της περιόδου 2010–2012, η οποία θα πρέπει να μελετηθεί καλύτερα από τις ζωντανές δυνάμεις του εργατικού κινήματος, γιατί μέσα στα δύο αυτά χρόνια της θύελλας, δημιουργήθηκαν –βάσιμα– μεγάλες προσδοκίες, οι οποίες όμως έδωσαν τη θέση τους στην απογοήτευση και στη διάψευση των ελπίδων.
Για τη μεταστροφή όμως από την ελπίδα στην απογοήτευση, θα πρέπει να δοθούν απαντήσεις. Πολιτικές απαντήσεις.
Η περίοδος 2010–2012, είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες της μεταπολιτευτικής περιόδου, γιατί
α) ξεκίνησε η εφαρμογή των λαοκτόνων μνημονίων, σαν αποτέλεσμα της βαθιάς κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και της ωμής επέμβασης του ιμπεριαλιστικού παράγοντα.
β) βγήκαν στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες λαού, οι οποίοι, για δεκαετίες ολόκληρες είχαν βυθιστεί στην αδράνεια και την πολιτική αδιαφορία.
γ) ξεκίνησε η αποδόμηση του δικομματικού συστήματος. Στις εκλογές του Μάη του 2012, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ μαζί έχασαν 2,5 εκατομμύρια ψήφους. Το ΠΑΣΟΚ έχει υποβιβαστεί σήμερα σε ένα μικρό, περιθωριακό κόμμα, χωρίς προοπτική επανάκαμψης, ενώ σε κρίση βρίσκεται και η ΝΔ. Παρά τις μικρότερες απώλειες που είχε σε σχέση με το ΠΑΣΟΚ σε πολιτικό και συνδικαλιστικό επίπεδο, τα όσα ευτράπελα συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες με τα στελέχη που διεκδικούν την ηγεσία του κόμματος, δεν θα πρέπει να αποδοθούν σε προσωπικές ιδιαιτερότητες, αλλά στην πολυσχιδή κρίση που ταλανίζει το κόμμα αυτό της αστικής τάξης ε) την περίοδο αυτή σημειώθηκε η μετάλλαξη της οικονομικής κρίσης σε πολιτική και κοινωνική. Η τριπλή αυτή κρίση είναι παρούσα και σήμερα και το γενεσιουργό αίτιο της αστάθειας που διατρέχει το σύνολο του αστικού πολιτικού συστήματος, αλλά –για άλλους λόγους– και το σημερινό ΚΚΕ.
Την περίοδο 2010–2012, υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις να εκδηλωθεί γενικευμένη λαϊκή αντεπίθεση, που θα έθιγε βασικές πλευρές της αναπαραγωγής του εκμεταλλευτικού συστήματος και θα άνοιγε το δρόμο της σοσιαλιστικής προοπτικής της ελληνικής κοινωνίας.
Οι «πάνω» σε βαθιά πολιτική και οικονομική κρίση, είχαν χάσει την ικανότητα χειραγώγησης του λαϊκού παράγοντα, ο οποίος αναζητούσε διεξόδους απεγκλωβισμού από το αστικό σύστημα εξουσίας.
Οι «κάτω» σε αναβρασμό. Στους δρόμους της Αθήνας και των άλλων πόλεων της χώρας, ξεχείλιζε η λαϊκή οργή, δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες λαού, έδιναν καθημερινά μάχες με τις δυνάμεις καταστολής. Τρομοκρατημένοι οι μηχανισμοί του κράτους και του παρακράτους, προσέφυγαν σε δολοφονικές προβοκάτσιες (εμπρησμός της Μαρφίν στις 5 Μάη του 2010, δολοφονική επίθεση «αναρχικών» στις δυνάμεις του ΠΑΜΕ στις 19 Νοέμβρη του 2011). Το αγωνιστικό όμως φρόνιμα του λαού δεν μπόρεσαν να το κάμψουν.
Είχε σημάνει η ώρα των μεγάλων ανατροπών, μέσα από τη συγκρότηση του κοινωνικό–πολιτικού μετώπου πάλης. Είχε σημάνει η ώρα της προώθησης των μεγάλων ριζοσπαστικών αντιμονοπωλιακών, αντιιμπεριαλιστικών, δημοκρατικών αλλαγών. Οι οποίες όμως για να πάρουν σάρκα και οστά, θα έπρεπε, μέσα από ένα αντίστοιχο πρόγραμμα εργατικών συμφερόντων, να γίνουν σημαία της λαϊκής πάλης. Στην κρίσιμη αυτή ώρα θα έπρεπε να καταδειχτεί με την μεγαλύτερη σαφήνεια, ότι η διέξοδος από την βαθιά καπιταλιστική κρίση και τις αδυσώπητες πολιτικές των μνημονίων, ήταν ακριβώς ένα πρόγραμμα βαθιών ριζοσπαστικών αλλαγών, που θα έφερνε τον λαϊκό παράγοντα στο προσκήνιο των εξελίξεων, θα έβαζε φραγμό στη δράση του μονοπωλιακού κεφαλαίου, και θα υπονόμευε τα θεμέλια του καθεστώτος της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης.
Ένα τέτοιο εργατικό πρόγραμμα δεν κατατέθηκε ποτέ. Στο ΚΚΕ από τα μέσα της δεκαετίας του 90 , είχαν αρχίσει να πνέουν οι άνεμοι της αντεπανάστασης (του αριστερισμού και της επανάστασης στα λόγια) Στην κρίσιμη αυτή περίοδο για το εργατικό κίνημα, κυριάρχησαν οι απόψεις του τύπου «δεν υπάρχει φιλολαϊκή διέξοδος από την καπιταλιστική κρίση».
Αποτέλεσμα; Το εργατικό και το λαϊκό κίνημα, σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και κρίσιμες στιγμές της ταξικής πάλης, βρέθηκε χωρίς πρόγραμμα οικονομικών και πολιτικών διεκδικήσεων, τη στιγμή που ο κόσμος στους δρόμους αναζητούσε τη διέξοδο από τη ζοφερή πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης και των σκληρών μνημονιακών πολιτικών.
Ποιος ωφελήθηκε από μια τέτοια στάση; Αναμφίβολα η αστική τάξη και το σύστημα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Όταν έχεις ένα λαό εξεγερμένο και, δεν του δείχνεις, ως όφειλες, το δρόμο που θα πρέπει να ακολουθήσει για να απαλλαγεί από τους εφιάλτες της καπιταλιστικής κρίσης και των μνημονίων που τον έχουν ζώσει, τότε, αντικειμενικά, στηρίξεις το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Όταν, ακόμα χειρότερα, του λες, ότι είναι μάταιοι και αναποτελεσματικοί οι σημερινοί αγώνες, τότε τον οδηγείς στην αποστράτευση και στην ηττοπάθεια.
Και ερχόμαστε τώρα στο κεντρικό θέμα του άρθρου. Στη τεράστια δυναμική που περικλείει μια πρόταση διεξόδου από μια πιεστική κατάσταση, όταν ο λαός έχει συνειδητοποιήσει την ανάγκη αλλαγών και ανατροπών από ένα πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, που εξόφθαλμα έρχεται σε αντίθεση και συγκρούεται με τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες του και τα συμφέροντα του.
Αφού ο πολιτικός φορέας του εργατικού κινήματος, δεν κατέθεσε πρόταση διεξόδου από την κρίση, αυτή ήρθε από αλλού, από το χώρο των μικροαστών. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για κατάργηση των μνημονίων και της λιτότητας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απηχούσε τις μεσοβέζικες και ταλαντευόμενες θέσεις των μικροαστικών στρωμάτων για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης και των εφαρμοζόμενων πολιτικών λιτότητας.
Οι μικροαστοί, οι αποκαλούμενοι και «μεσαία τάξη», είχαν χτυπηθεί και ίδιοι από τις πολιτικές του 1ου μνημονίου, οι οποίες είχαν καθαρά φιλομονοπωλιακό προσανατολισμό. Διαπίστωναν και οι ίδιοι ότι ο συνδυασμός άγρια φορολογία και βίαιη περικοπή κοινωνικών δαπανών που είχε ως συνέπεια τη συρρίκνωση του εισοδήματος των εργαζομένων, έπληττε και τους ίδιους, αφού οι πελάτες–εργαζόμενοι, λόγο οικονομικής αδυναμίας, σταμάτησαν να περνάνε το κατώφλι των καταστημάτων τους. Ο περιορισμός της ζήτησης, είχε δραματικές συνέπειες για τα μικρά και μεσαία εμπορικά καταστήματα και τις βιοτεχνίες, καθώς έκλειναν το ένα μετά το άλλο. Η καταστροφή κεφαλαίου που συνοδεύει τις οικονομικές κρίσεις και τα σκληρά προγράμματα λιτότητας, έπληξε πρώτα και κύρια τα μικρά αυτά εμπορικά καταστήματα και τις βιοτεχνίες. Είχαν, επομένως, κάθε λόγο να στηρίξουν μια πολιτική πρόταση που επαγγέλλονταν ότι θα σταματήσει τις πολιτικές λιτότητας και ότι θα καταργήσει τα επαχθή μνημόνια.
Από την άλλη, ο ριζοσπαστισμός των μικροαστικών στρωμάτων έχει όρια. Και στη προκειμένη περίπτωση τα όρια αυτά ήταν η μη αμφισβήτηση της θέσης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Γιατί, αν από τη μία πλευρά, τα μικροαστικά στρώματα αισθάνονται την καυτή ανάσα του μονοπωλιακού κεφαλαίου που απειλεί να τους καταπιεί, από την άλλη φοβούνται τις εξελίξεις που θα φέρουν στο προσκήνιο το εργατικό κίνημα. Το αίτημα του προλεταριάτου για μια κοινωνία χωρίς ταξική εκμετάλλευση, δεν τους βρίσκει σύμφωνους, γιατί, σε τελική ανάλυση και οι ίδιοι δεν είναι παρά μικροί καπιταλιστές οι οποίοι ζουν από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Μόνο που στο μοίρασμα της υπεραξίας έχουν οικτρά παράπονα, γιατί το συντριπτικά μεγάλο μέρος της καταλήγει στα ταμεία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, ενώ σε αυτούς αφήνουν ψίχουλα.
Και όμως η μεσοβέζικη και ταλαντευόμενη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, έμελλε να ταράξει τα νερά. Και αυτό φάνηκε καθαρά στη διπλή εκλογική αναμέτρηση το Μάη και τον Ιούνη του 2012, όπου σημειώθηκε πλήρης ανατροπή του πολιτικού σκηνικού. Ένα μικρό οπορτουνιστικό κόμμα, που μέχρι τότε κινούνταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, εκτινάχθηκε από το 4% στο 17% και στο 27%. Ο παλαιός δικομματισμός υπέστη δεινή ήττα, κυριολεκτικά συνετρίβη, καθώς ΝΔ και ΠΑΣΟΚ μαζί, έχασαν περί τα 2,5 εκατομμύρια ψήφους. Το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ προσγειώθηκε ανώμαλα στο 16% το Μάη και στο 13% τον Ιούνη, για να ακολουθήσει στη συνέχεια συνεχή υποχώρηση, η οποία το έφερε στην κατηγορία του «μικρού» κόμματος. Η ΝΔ το Μάη βυθίστηκε στο 19%, για να ανακάμψει τον Ιούνη στο 29%, όταν η ηγετική της ομάδα έριξε το πολωτικό σύνθημα της διασφάλισης της παραμονής της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, το οποίο ενεργοποίησε τα συντηρητικά ανακλαστικά των συντηρητικών στρωμάτων της κοινωνίας.
Ο ακροδεξιός εταίρος της κυβέρνησης Παπαδήμου, το ΛΑΟΣ έμεινε εκτός Βουλής, ενώ ένα νεοπαγές φιλοαστικό κόμμα, η ΔΗΜΑΡ, η οποία προήλθε από τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ –ως δεξιά τάση– μέσα στη γενικότερη σύγχυση και θολούρα είδε τα ποσοστά της να ξεπερνούν το 7% για να εξαφανιστεί στη συνέχεια από τον πολιτικό χάρτη, αφού ο λαός δεν της συγχώρεσε τη συμμετοχή στη τρικομματική κυβέρνηση που φτιάχτηκε μετά τις εκλογές του Ιούνη.
Ενδιαφέρον έχει να παρακολουθήσουμε την συμπεριφορά των εργατικών στρωμάτων στη διπλή αυτή πολιτική αναμέτρηση. Σε πλήρη σύγχυση και με προφανή αμηχανία τα εργατικά στρώματα –αφού ο πολιτικός φορέας της εργατικής τάξης, επικαλούμενος τον κίνδυνο του οπορτουνισμού, εγκατέλειψε την πολιτική μάχη, πετώντας την μπάλα στην εξέδρα– παρασύρθηκαν από το μικροαστικό ρεύμα, το οποίο κατέκλισε τις εργατικές συνοικίες της Αθήνας και των άλλων μεγάλων πόλεων της Ελλάδας όπου συγκεντρώνεται το εργατικό στοιχείο. Ο ΣΥΡΙΖΑ με υψηλά ποσοστά, αναδείχτηκε πρώτο κόμμα στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας και με ακόμα υψηλότερα στις εργατογειτονιές της Β΄ Πειραιά.
Όσο για το ΚΚΕ; Αυτό πλήρωσε το τίμημα των –πώς αλλιώς να το πεις;– τυχοδιωκτικών του επιλογών και από το 8,4% το Μάη, βυθίστηκε στο ταπεινωτικό 4,5% τον Ιούνη. Μυαλό όμως δεν έβαλαν. Ακολουθώντας την ίδια τυχοδιωκτική πολιτική, στις πρόσφατες εκλογές του Σεπτέμβρη, και παρά το γεγονός ότι το πολιτικό περιβάλλον ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκό –αστικό πολιτικό σύστημα σε κρίση, με τον ΣΥΡΙΖΑ να έχει μόλις ψηφίσει το 3ο μνημόνιο- σε σχέση με τις εκλογές του Γενάρη του 2015, απώλεσε περί τους 36.000 ψήφους εκ των οποίων οι 25.000 στα αστικά κέντρα, όπου οι συνέπειες της κρίσης και των εφαρμοζόμενων πολιτικών λιτότητας είναι ιδιαίτερα οδυνηρές για τα εργατικά–λαϊκά στρώματα.
Το συμπέρασμα είναι, ότι όταν γυρίζεις την πλάτη στην πολιτική, την γνήσια εργατική, επαναστατική πολιτική, αυτή εκδικείται, καθώς, με στοιχείο νομοτέλειας, σε οδηγεί στο περιθώριο των εξελίξεων.
πηγη: ergatikosagwnas.gr

Γράφει ο Π. Μωραΐτης
Η κεντρική επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ συζήτησε το περασμένο σαββατοκύριακο τη διαδικασία ανασυγκρότησης του κόμματος μετά τη νίκη στις εκλογές και τη διάσπαση του. Η διαδικασία αυτή θα ολοκληρωθεί με συνέδριο το πρώτο τρίμηνο του 2016 και ήταν εντελώς αναγκαία όχι τόσο για να συμπληρωθούν τα όργανα του που αποδεκατίστηκαν μετά την αποχώρηση της Αριστερής Πλατφόρμας αλλά πιο πολύ για να αλλάξει βαθιά ο χαρακτήρας του, να διαμορφωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ που θα υπηρετήσει να νέα κυβερνητικά καθήκοντα και το ρόλο που έχει να επιτελέσει στην κοινωνία, μετά το πέρασμα του στην πλευρά του μνημονίου και της αστικής πολιτικής.
Η ηγεσία του επιδιώκει να διαμορφώσει ένα άλλο ΣΥΡΙΖΑ πολύ διαφορετικό, εναρμονισμένο με τις σημερινές ανάγκες και τα καθήκοντα που θα αναλάβει. Από τη στιγμή που το κόμμα αυτό και κάθε κόμμα είναι μεν σημαντικό στοιχείο της πολιτικής ζωής, αλλά δεν είναι παρά το μέσον, πρέπει τα κάθε φορά χαρακτηριστικά του και οι ιδιότητες του να υπηρετούν τις πολιτικές ανάγκες που η πολιτική την οποία θα υπηρετήσει θέτει.
Ο ΣΥΡΙΖΑ γύρισε σελίδα και εξ αντικειμένου έχει μπροστά του ριζικά διαφορετικά καθήκοντα. Από αντιπολίτευση που επεδίωκε να αξιοποιήσει τη λαϊκή αντίθεση στα μνημόνια και τη λιτότητα, έγινε κυβέρνηση που μετά το πρώτο επτάμηνο έκανε στροφή 180 μοιρών, συμβιβάστηκε ολοκληρωτικά με την αστική τάξη, συμφώνησε και εφαρμόζει το μνημόνιο, δηλαδή το πολιτικό σχέδιο της.
Η πρώτη φάση της πορείας αυτής έκανε αναγκαίο ένα κόμμα πιο ανοιχτό στον λαό και τις ριζοσπαστικές ιδέες, με ανοχή στις εσωκομματικές τάσεις, ένα κόμμα που έπρεπε να μπορεί να πείσει και να συσπειρώσει τους δυσαρεστημένους από την κυβερνητική πολιτική. Σήμερα απαιτείται ένα κόμμα που αποφασιστικά θα στηρίξει την κυβερνητική πορεία, δεν θα επηρεάζεται εύκολα από τους εργαζόμενους που πλήττονται και τις διεκδικήσεις τους, ένα κόμμα με δύο λόγια πιο συντηρητικό κεντροαριστερό μνημονιακό, που υπηρετεί πολυεθνικά συμφέροντα, διεκδικεί ρόλο στην πολιτική της ΕΕ και χτυπά την πόρτα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.
Ενδεικτικά για το χάσμα που χωρίζει τα πριν από τα σημερινά καθήκοντά του και την απόσταση του ενός ΣΥΡΙΖΑ από τον άλλο θα θυμίσουμε τα εξής:
Στις προγραμματικές δηλώσεις της η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το Φλεβάρη του 2015 έθετε για έγκριση από τη βουλή ορισμένες πλευρές και μέτρα του προγράμματος της Θεσσαλονίκης: Θα καταργήσουμε τον ΕΝΦΙΑ, το 2015 δεν θα πληρωθεί ΕΝΦΙΑ, θεσπίζουμε αφορολόγητο 12.000 €, δεν θα μειωθούν οι κύριες ούτε οι επικουρικές συντάξεις, για τους συνταξιούχους κάτω των 700 € θα χορηγηθεί δέκατη τρίτη σύνταξη ως δώρο των Χριστουγέννων, ο κατώτερος μισθός θα αυξηθεί στα 751 € ως το 2016 κ.λπ..
Στις πρόσφατες προγραμματικές δηλώσεις του ο κ. Τσίπρας απέφυγε εντελώς κάθε συγκεκριμένη αναφορά και δέσμευση σε μέτρα και παροχές, θέτοντας τις τρεις βασικές προτεραιότητες της κυβέρνησής του: Τους επόμενους κρίσιμους είκοσι μήνες έχουμε μπροστά μας μετά την ταχύτατη και επιτυχή ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης τρεις άμεσες προτεραιότητες: Την απομείωση του χρέους, την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και τη δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος για να προσελκύσουμε ξένες ιδιωτικές επενδύσεις.
Τις δύο τοποθετήσεις εμφανώς τις χωρίζει χάος. Σήμερα προσπαθεί να δημιουργήσει ένα κόμμα που θα υπηρετήσει τη δεύτερη πολιτική, στην οποία προτεραιότητα έχουν οι τράπεζες και όχι οι εργαζόμενοι, προτεραιότητα έχει η ισοπέδωση των εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων για να προσελκυστούν επενδύσεις και όχι η στήριξη των εργαζομένων και η βελτίωση της ζωής τους, προτεραιότητα δεν έχει η διαφύλαξη των δημόσιων αγαθών, αλλά το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.
Επιπροσθέτως και στο πολιτικό επίπεδο φαίνεται ότι τροποποιούνται βαθιά οι πολιτικοί στόχοι του. Τότε επεδίωκε να υπογραμμίσει ορισμένα φιλολαϊκά χαρακτηριστικά, σήμερα προσεγγίζει την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία που φθάνει ως και την ένταξη του ΣΥΡΙΖΑ στη Σοσιαλιστική Διεθνή και επιπλέον να ηγεμονεύσει στον κεντροαριστερό, αντινεοφιλελεύθερο χώρο στο εσωτερικό της χώρας και να ελέγξει την πολιτική ζωή για αρκετά χρόνια, να γίνει απόλυτος κυρίαρχος. Είναι ενδεικτική η προσπάθεια του, τουλάχιστον στα λόγια, για σύμπηξη αντινεοφιλελεύθερου μετώπου, το οποίο θα περιλαμβάνει εκτός του ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι, ακόμη και την Ένωση Κεντρώων, θέλοντας αφενός μεν να προσδώσει μεγαλύτερο εύρος στις πολιτικές επιλογές του και αφετέρου αν οι ηγεσίες των κομμάτων αυτών αρνηθούν, που έτσι φαίνεται να γίνεται, να τις εκθέσει διαμορφώνοντας δεσμούς και γέφυρες με τους ψηφοφόρους και τους βουλευτές τους.
Για την υλοποίηση αυτών των στόχων απαιτείται ένα κόμμα καταρχήν πειθαρχημένο στο οποίο δεν θα υπάρχει θέση για ομάδες και ρεύματα, τουλάχιστον με προοδευτική και ριζοσπαστική κατεύθυνση, ένα κόμμα πραγματικά αρχηγικό, κατά το δυνατόν απρόσβλητο από τις λαϊκές διεκδικήσεις και τα αιτήματα, στο οποίο θα υπάρχουν μηχανισμοί συμβιβασμού ανάμεσα σε ομάδες, φιλοδοξίες και συμφέροντα. Ένα κόμμα «εναρμονισμένο με την κοινωνία στο οποίο θα συμμετέχουν όλοι όσοι το ψήφισαν και το στήριξαν ανεξάρτητα αν παλιότερα ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ αρκεί να συμφωνούν με τη σημερινή πολιτική του», όπως ο ίδιος ο κ. Τσίπρας ανέφερε στην ομιλία του. Με δύο λόγια ένα κόμμα που θα συμμετέχουν όσοι πολιτικά δέχονται ή συμβιβάζονται με τη δεξιά στροφή του σε όλα τα επίπεδα.
Η επίκληση του Γκράμσι για «κόμμα γνήσιο εκφραστή και οργανωτική των λαϊκών τάξεων που παίζει το ρόλο του συλλογικού διανοούμενου» δεν είναι παρά ιεροσυλία. Να ταυτίζει ο κ. Τσίπρας τις προθέσεις και τις επιδιώξεις του με αυτές μιας από τις πιο φωτεινές και ηρωικές προσωπικότητες του κομμουνιστικού κινήματος τον 20ο αιώνα.
Το σχέδιο είναι φιλόδοξο, ενδεχομένως η συγκυρία να ευνοεί την προώθηση του, ας περιμένουμε να δούμε τα αποτελέσματα. Σε κάθε περίπτωση όμως η στάση της κομμουνιστικής και ριζοσπαστικής αριστεράς και των πιο συνειδητών εργαζομένων θα βαρύνει στις εξελίξεις.
πηγη; ergatikosagwnas.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή