Σήμερα: 26/07/2026
Παρασκευή, 04 Μαρτίου 2016 00:00

ΚΡΙΣΙΜΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ

Γράφτηκε από τον

kantaras_mikro.jpg

Του ΤΑΣΟΥ ΚΑΝΤΑΡΑ*

Οι μαζικές αντιδράσεις ευρύτερων κοινωνικών ομάδων του πληθυσμού το τελευταίο διάστημα, αναδεικνύουν πάνω απ’ όλα μια πολύ κρίσιμη αντίφαση. Πως ενώ το 3ο μνημόνιο πήρε τον Αύγουστο ψήφο εμπιστοσύνης 222 βουλευτών, οι οποίοι ουσιαστικά συναποτελούν μια ευρύτερη μνημονιακή ασπίδα στην παρούσα Βουλή, δεν υπήρχε και πολύ περισσότερο δεν υπάρχει σήμερα, ίχνος αντίστοιχης κοινωνικής νομιμοποίησης.

Η ΛΑΕ προεκλογικά, με τον περιορισμένο χρόνο και τις ελάχιστες δυνατότητες που είχε, ανέδειξε αυτό το ζήτημα. Δηλαδή την ωμή πραγματικότητα των δεσμεύσεων του 3ου μνημονίου. Προειδοποιούσε για τα αδιέξοδα των μνημονιακών πολιτικών και τις κοινωνικές εκρήξεις που θα προκαλούσε η πορεία εφαρμογής αυτών των πολιτικών. Η εξέλιξη των πραγμάτων την δικαιώνουν απόλυτα. Βέβαια η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ φρόντισε να δημιουργήσει έντεχνα, ένα προφίλ «ευαισθησίας» σε σχέση με τους προηγούμενους κυβερνώντες. Έκλεισε το μάτι στην αμήχανη και αδύνατη να πιστέψει τις οβιδιακές μεταμορφώσεις της κοινωνία, με υποσχέσεις περί ισοδυνάμων, παράλληλων προγραμμάτων κλπ. Οι βουλευτές ιδιαίτερα της επαρχίας που σήμερα κρύβονται σαν τα ποντίκια σε σκοτεινές αίθουσες, έκαναν σημαία τους αυτές τις ψεύτικες «λεπτομέρειες», έτσι ώστε να μπορέσουν να υφαρπάξουν μια ψήφο ανοχής.

Τέτοια ψήφο πήρε η κυβέρνηση και από τους έχοντες σχέση με τον πρωτογενή τομέα. Κοινωνική ομάδα που είδε το εισόδημα της, να μειώνεται κατά 2,5 δις την πενταετία των μνημονίων. Που είδε το κόστος παραγωγής να αυξάνεται κατά 30%, το κόστος ενέργειας κατά 64% και τους φόρους κατά 93%! Που είδε το μερίδιο της παραγωγής στο συνολικό ΑΕΠ της χώρας, να πέφτει κάτω του 3%! Που το αρνητικό ισοζύγιο προϊόντων, ξεπέρασε τα 2 δις ανά έτος, με σοβαρές επιπτώσεις για το λαό και τη χώρα. Και όλα αυτά ως συνέπεια μόνο των δύο πρώτων μνημονίων. Τώρα βρισκόμαστε στη αρχή επιβολής των σφαγιαστικών μέτρων του 3ου μνημονίου ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που οι συνέπειες του θα προκαλέσουν ολοκληρωτική καταστροφή του πρωτογενούς τομέα, θα αποδεκατίσουν τους μικρομεσαίους παραγωγούς, θα ενισχύσουν τους νέο τσιφλικάδες και τις τράπεζες.

Αυτό θα γίνει μέσα από μια πλούσια μνημονιακή φαρέτρα:

  1. Με την υπαγωγή των αγροτών στο φορολογικό καθεστώς του ελεύθερου επαγγελματία. Που σημαίνει ότι οι αγρότες θα τηρούν βιβλίο εσόδων εξόδων και θα φορολογούνται με συντελεστή 26% από το πρώτο ευρώ, ενώ θα ισχύει προκαταβολή φόρου 100%.

  2. Με την κατάργηση της απαλλαγής από φόρο των επιδοτήσεων για ποσό έως 12.000 ευρώ.

  3. Με την κατάργηση της επιστροφής μέρους του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης για το αγροτικό πετρέλαιο, καθώς και την κατάργηση των επιστροφών ΦΠΑ.

  4. Με τον τριπλασιασμό των ασφαλιστικών εισφορών στον ΟΓΑ.

  5. Με την μείωση στο μισό της επιδότησης του πετρελαίου θέρμανσης για τον προϋπολογισμό του 2016.

  6. Με την αύξηση της τιμής του αγροτικού ρεύματος.

  7. Με την αύξηση του Φ.Π.Α των αγροτικών εφοδίων στο 23% από 13%.

  8. Με την αύξηση του Φ.Π.Α των συσκευασμένων αγροτικών προϊόντων στο 23%.

  9. Με ρυθμίσεις, που εξοντώνουν όσους εργαζόμενους η μικροεπαγγελματίες, χρησιμοποιούν την αγροτική ενασχόληση, ως συμπληρωματικό εισόδημα για να αντέξουν την βαρβαρότητα της κρίσης (κατά κύριο επάγγελμα αγρότες).

  10. Τέλος με όλες τις συνέπειες που θα φορτωθούν και οι παραγωγοί, όπως και τα υπόλοιπα χειμαζόμενα στρώματα, από τα συνολικά ψηφισθέντα μέτρα.

Η Λαϊκή Ενότητα (ΛΑΕ), σε μια όντως βασανιστική προσπάθεια που καταβάλλει λόγω του εξοστρακισμού της από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, άνοιξε ένα διάλογο με τους αγρότες και κτηνοτρόφους για τα τεράστια ζητήματα που τους απασχολούν. Κατέθεσε και συνεχώς εμπλουτίζει τις προγραμματικές επεξεργασίες της, οι οποίες έχουν να κάνουν με την απόκρουση των καταστροφικών πολιτικών και την ανάταση του πρωτογενούς τομέα. Περιγράφει τον οδικό χάρτη με τον οποίο μπορεί να υπάρξει ο εναλλακτικός δρόμος για τους μικρομεσαίους αγρότες και την κοινωνία. Την σημασία του πρωτογενούς τομέα στις συνθήκες που διέρχεται η χώρα και το ρόλο ατμομηχανή που μπορεί να παίξει αυτός στο πεδίο απεγκλωβισμού από τα δεσμά της Γερμανοκρατούμενης Ευρωζώνης.

Η περίφημη παραγωγική ανασυγκρότηση, δεν μπορεί παρά να κινείται στον αντίποδα της ακολουθούμενης μέχρι τώρα πολιτικής. Απαιτεί σχεδιασμό, ισχυρό και υπό εθνικό και κοινωνικό έλεγχο χρηματοπιστωτικό πυλώνα, ερευνητική και παραγωγική υποστήριξη, εθνικές πολιτικές που έρχονται και θα έρχονται σε σύγκρουση με τις νομισματικές εξαρτήσεις της χώρας. Που θα αμφισβητούν εκ των πραγμάτων τις κατευθύνσεις της λεγόμενης Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Οι συγκρούσεις αυτές, επί της ουσίας θα αμφισβητούν και την μειονεκτική θέση της χώρας στα πλαίσια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος (Ε.Ε), θέση που κόστισε δραματικά στην σημερινή της οικονομική κατάσταση.

Μιλάμε για μια «Κοινή» Αγροτική Πολιτική, η οποία έχει καταστεί ένα νεοφιλελεύθερο εργαλείο με το οποίο παραδόθηκε η αγροτική παραγωγή στην κερδοσκοπική ασυδοσία του εμποροβιομηχανικού κεφαλαίου. Με την υπογραφή διαχρονικά διμερών και περιφερειακών συμφωνιών «ελεύθερου εμπορίου» με τρίτες χώρες, με στόχο την προώθηση των βιομηχανικών εξαγωγών των κυρίαρχων της Ε.Ε και με θύμα την μικρομεσαία παραγωγή.

Το ερώτημα που τίθεται σήμερα ως επιτακτικό δίλλημα και το οποίο οφείλουν να το πάρουν υπόψη τους οι αγωνιζόμενοι αγρότες, κτηνοτρόφοι και αλιείς, είναι αν μπορούν να υλοποιηθούν τα δίκαια αιτήματα τους και ακόμη παραπέρα, αν μπορεί να «ζωντανέψει» και να αναπτυχθεί ο πρωτογενής τομέας, εντός ενός βάρβαρου αδιέξοδου και ατελείωτου μνημονιακού τούνελ; Εντός των σκληρών δεσμεύσεων της Ευρωφυλακής. Η απάντηση είναι σαφέστατη. Με κανένα τρόπο. Το κρίσιμο αυτό ερώτημα καθορίζει εν πολλοίς την εξέλιξη των κινητοποιήσεων, την στάση των εμπλεκομένων δυνάμεων, την στάση των κομμάτων, τις προσπάθειες απεγκλωβισμού που καταφανώς επιχειρούν από την μια δυνάμεις που εκφράζουν την οικονομική πυραμίδα της παραγωγής και από τη άλλη δυνάμεις που επιλέγουν το κομματικό επαναστατικό σημειωτόν μέχρι της ευλογημένης Δευτέρας Παρουσίας!

Μάταια προσπαθούν να ξεγελάσουν τους μικρούς και μεσαίους παραγωγούς οι οποίοι βρίσκονται σε πλήρη απόγνωση. Πολύ δε περισσότερο όλους αυτούς που το σκληρό περιοριστικό πλαίσιο τους έθεσε με το ένα πόδι ήδη εκτός παραγωγής. Το σχέδιο κοινωνικής ισοπέδωσης που επέβαλλε κατ αρχήν η τρόϊκα και σήμερα το κουαρτέτο, με στόχο την εξυπηρέτηση των πιστωτών, θα σαρώσει τα πάντα. Θα διαλύσει παντελώς τον αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα. Εκ των πραγμάτων, για την κοινωνία, για τα πληττόμενα λαϊκά στρώματα, για τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους η επιλογή είναι μία.

Η απόκρουση αυτού του σχεδίου, η αποτροπή της ολοκληρωτικής παραγωγικής καταστροφής. Σήμερα το καλό νέο είναι, πως ήδη βρισκόμαστε στο σημείο αφύπνισης όλου αυτού του κόσμου, που δεν άργησε να ξεπεράσει το μεγάλο σόκ του καλοκαιριού. Το αισιόδοξο μήνυμα που στέλνουν οι μεγαλύτερες σε ένταση και διάρκεια κινητοποιήσεις των αγωνιζόμενων αγροτών, κτηνοτρόφων, αλιέων, είναι πως η μεγάλη μάζα τους, δεν μπορεί πια να ποδογετηθεί από τις επικοινωνιακές ταχυδακτυλουργίες του πρωθυπουργού, τις επαναλαμβανόμενες κοτσάνες του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, τις μανούβρες των μεγαλοεπιχειρηματιών αγροτών και των πρόθυμων να δώσουν χείρα βοηθείας στην κυβέρνηση, υποστηρικτών της μετά θάνατον λαϊκής εξουσίας.

Το αδυσώπητο και αξεπέραστο για όλους αυτούς τους σαλτιμπάγκους δίλλημα, στο πώς δηλαδή θα βγεί ο αγροτικός κόσμος από το λάκκο που τον έριξαν οι αντιαγροτικές πολιτικές τους, θα επανέρχεται με μεγαλύτερη ένταση. Παρά την διαφαινόμενη αναδίπλωση, τον ήλιο που μας εγγυάται ο κ. Τσίπρας και το τσίπουρο που θέλει να μας ποτίσει ο Β. Μπούτας, το ποτάμι της οργής δεν γυρίζει πίσω. Ο αγώνας των αγροτών έχει δρόμο ακόμα, αλλά είναι «καταδικασμένος» να δικαιωθεί!

*Ο Τάσος Κανταράς είναι μέλος του Δ.Σ της ΚΕΔΕ και Αντιπροέδρος Επιτροπής Αγροτικής Ανάπτυξης

πηγη: iskra.gr

Παρασκευή, 04 Μαρτίου 2016 00:00

BREXIT ΙΣΟΝ ...ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ!

Γράφτηκε από τον

delastik_giorgos.jpg

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΕΛΑΣΤΙΚ*

Μόνο με …πολιτική επανάσταση εναντίον όλων των πολιτικών κομμάτων της Βρετανίας μπορούν οι Άγγλοι ψηφοφόροι να ψηφίσουν «Όχι» στο δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου, οδηγώντας έτσι την Αγγλία σε αποχώρηση από την ΕΕ. Οι Συντηρητικοί, μετά τη συμφωνία του Κάμερον με την ΕΕ, τάσσονται υπέρ της παραμονής της Βρετανίας στην ΕΕ. Οι Εργατικοί απειλούν τα πιο αφοσιωμένα «ευρωλαμόγια» του Ηνωμένου Βασιλείου, ακριβώς όπως οι σοσιαλιστές και οι σοσιαλδημοκράτες σε κάθε χώρα της ΕΕ. Υπέρ της παραμονής στην ΕΕ είναι και οι Φιλελεύθεροι, το σχεδόν ανύπαρκτο τρίτο βρετανικό κόμμα.

Μόνο μέσα στους κόλπους των Συντηρητικών – δηλαδή της αγγλικής Δεξιάς – έχει σημειωθεί αντίσταση κατά της παραμονής της Αγγλίας στην ΕΕ. Έξι από τους δεκαεννέα υπουργούς της κυβέρνησης Κάμερον τάχθηκαν ανοιχτά υπέρ του «Όχι», ενώ το κίνημα υπέρ της αποχώρησης της Βρετανίας από την ΕΕ απέκτησε και τον αδιαφιλονίκητο ηγέτη του. Πρόκειται για τον δεξιό δήμαρχο του Λονδίνου Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος αποφάσισε να τα ρισκάρει όλα προκειμένου να γίνει και αρχηγός των Συντηρητικών, ανατρέποντας τον ομοϊδεάτη του, Ντέιβιντ Κάμερον. Άλλωστε η καρατόμηση του Κάμερον θα γίνει αμέσως μόλις νικήσει το «Όχι», αν φυσικά υπάρξει τέτοια εξέλιξη, η οποία πλέον λόγω της στάσης του Κάμερον τοποθετείται στα όρια του πολιτικά αδύνατου. Αφού όλα τα πολιτικά κόμματα της Βρετανίας είναι υπέρ της παραμονής της χώρας τους στην ΕΕ, πώς είναι δυνατόν οι ψηφοφόροι τους να ψηφίσουν και μάλιστα κατά απόλυτη πλειοψηφία υπέρ της αποχώρησης; Πρακτικά αδύνατον, προφανώς, εκτός πια και αν παραστούμε μάρτυρες μιας πολιτικής επανάστασης των ψηφοφόρων εναντίον των ίδιων των κομμάτων τους και μάλιστα σε ένα θεμελιώδες ζήτημα, όπως σύσσωμη η αγγλική αστική τάξη τάσσεται υπέρ της παραμονής.

Θα χρειαστεί να περιμένουμε τέσσερις μήνες για να μάθουμε ποια θα είναι η απάντηση των Άγγλων ψηφοφόρων. Και μόνο το γεγονός όμως ότι την αντι-ΕΕ λύση την περιμένουμε από τη Δεξιά (!) και κατά κανένα τρόπο από τη σοσιαλιστική Κεντροαριστερά των Εργατικών, παρόλο που ο νέος ηγέτης των Εργατικών θεωρείται «πατερούλης» η από την ανύπαρκτη στην Αγγλία Αριστερά, είναι ενδεικτικό του αδιεξόδου στο οποίο οδηγείται ο αντι-ΕΕ αγώνας κυρίως στις χώρες του Βορρά της Ευρώπης, όπου τα αριστερά κόμματα έχουν μικρή ή περιθωριακή εκλογική επιρροή. Πόσο φιλολαϊκή μπορεί να είναι μια δεξιά αντι-ΕΕ πολιτική, με δεδομένο ότι τα δεξιά κόμματα εκφράζουν πρωτίστως τα συμφέροντα των αστικών τάξεων των αντίστοιχων κρατών και φυσικά αυτά θέλουν να προστατεύσουν πάνω απ’ όλα; Βεβαίως και η οικοδόμηση με οικονομικά μέσα του Τέταρτου Ράιχ της Γερμανίας θίγει τα συμφέροντα των αστικών τάξεων των υπόλοιπων χωρών της ΕΕ και γι’ αυτό αντιδρούν τώρα τα δεξιά κόμματα των κρατών αυτών. Αρκεί όμως αυτό για να προκύψει φιλολαϊκή πολιτική; Όχι βέβαια. Οι Συντηρητικοί της Αγγλίας άλλωστε τα συμφέροντα της αγγλικής αστικής τάξης προστάτευσαν. Πρώτα απ’ όλα προστάτευσαν τα συμφέροντα του Σίτι του Λονδίνου. Η Βρετανία ζήτησε να έχει δικαίωμα βέτο σε αποφάσεις των χωρών της Ευρωζώνης που θα επηρέαζαν τον χρηματοπιστωτικό τομέα σε κράτη που δεν αποτελούν μέρος της Ευρωζώνης, όπως είναι η Βρετανία. Ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ ήταν διαμετρικά αντίθετος με την πρόταση αυτή. Τελικά αυτό που συμφωνήθηκε ήταν ότι το Λονδίνο μπορεί να εγείρει μονομερώς το θέμα στους αρχηγούς των κυβερνήσεων που συναποτελούν τις συνόδους κορυφής, όταν κρίνει ότι κάποιες αποφάσεις της Ευρωζώνης εγκυμονούν κινδύνους διακρίσεων εις βάρος του Σίτι του Λονδίνου.

Το αγγλικό αστικό κράτος ωφελείται επίσης από τη μη χορήγηση επιδομάτων εργασίας ή επιδομάτων παιδιών, αν οι προερχόμενοι από τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ (και αυτό έχει εξαιρετική σημασία) μετανάστες δεν έχουν πρώτα υποστεί κρατήσεις επί τέσσερα χρόνια από το μισθό τους χωρίς να λαμβάνουν επιδόματα σχετιζόμενα με την εργασία τους. Υπέρ της αγγλικής αστικής τάξης είναι επίσης το δικαίωμα αυτοεξαίρεσης της Βρετανίας από τη «διαρκώς στενότερη ένωση» που ισχύει για τις άλλες χώρες – μέλη της ΕΕ. Οι Άγγλοι εργαζόμενοι δεν πήραν απολύτως τίποτα. Τους καλλιεργείται όμως ύπουλα το αίσθημα ανωτερότητας, αφού μόνο επειδή είναι Άγγλοι θα παίρνουν τα ίδια επιδόματα που έπαιρναν μέχρι τώρα, ενώ των «ξένων» Ευρωπαίων θα μειωθούν!

Η ουσία πάντως είναι ότι η συμφωνία ΕΕ-Αγγλίας καλλιεργεί το ρατσισμό μεταξύ Ευρωπαίων, οδηγεί σε διακρίσεις εις βάρος Ευρωπαίων πολιτών ανάλογα με τη χώρα προέλευσής τους και γενικά βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το γράμμα και το πνεύμα των ιδρυτικών συνθηκών της ΕΕ. Αυτό αποδεικνύει ότι η Γερμανία προκειμένου να οικοδομήσει το Τέταρτο Ράιχ της δεν διστάζει να παραβιάσει κάθε συνθήκη.

*Δημοσιεύθηκε στο ΠΡΙΝ την Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

tarpagkos.jpg

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Του ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ

Στις τέσσερεις δεκαετίες της μεταπολιτευτικής διαδρομής της ελληνικής κοινωνίας, η μεγάλη πλειονότητα της εργατικής τάξης και της μισθωτής εργασίας ευρύτερα, στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα της οικονομίας, επέλεξε την πολιτική της εκπροσώπηση είτε δια μέσου της σοσιαλδημοκρατίας, είτε στη σημερινή περίοδο δια μέσου της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Η μία διαδικασία κράτησε ένα μακρόχρονο διάστημα, με αφετηρία τις βουλευτικές εκλογές του 1977, όπου το ΠΑΣΟΚ είχε αναδειχθεί αξιωματική αντιπολίτευση με 27% της λαϊκής ετυμηγορίας, μέχρι την εκλογική αναμέτρηση του Ιουνίου 2012, όπου πλέον καταγράφηκε η κατάρρευση των σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών εκπροσωπήσεων των λαϊκών τάξεων. Η διατήρηση του ΠΑΣΟΚ στο κέντρο της πολιτικής ζωής της χώρας επί μια ολόκληρη 35ετία οφείλονταν κυρίως στο γεγονός ότι στη δεκαετία του 1980, όπου κατείχε την διακυβέρνηση επί δύο συνεχόμενες τετραετίες, άσκησε μια μεταρρυθμιστική πολιτική, μέσα στα πλαίσια βέβαια της σταθεροποίησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΕΙΣ ΤΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΕΩΝ

Έτσι ενδεικτικά δημιούργησε το εκτενές δίκτυο των τεχνολογικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, προχώρησε στην θεσμοθέτηση και εφαρμογή του ΕΣΥ, υλοποίησε τον εκδημοκρατισμό της συνδικαλιστικής νομοθεσίας, άσκησε μια στοιχειωδώς αναδιανεμητική εισοδηματική πολιτική κλπ. Έτσι, παρόλη την μεγάλη μεταστροφή του στα μέσα της δεκαετίας του 1990 προς το νεοφιλελευθερισμό, διατήρησε τις πολιτικές εργατικές του εκπροσωπήσεις επί μια ολόκληρη 20ετία, επειδή ακριβώς οι λαϊκές τάξεις, παρόλη αυτή την μεταστροφή, το έβλεπαν ως τον «φορέα φιλολαϊκής πολιτικής», απέναντι στην συντηρητική παράταξη που ανοιχτά υπερασπίζονταν τα συμφέροντα της αστικής τάξης και των ανώτερων μικροαστικών στρωμάτων. Η υιοθέτηση της μνημονιακής πολιτικής από την άνοιξη του 2010 και μέχρι το καλοκαίρι του 2012 επέφερε την απονομιμοποίηση της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, και οι εκλογές του Ιανουαρίου 2015 επισφράγισαν την μαζική μετατόπιση της κοινωνικής της βάσης προς τα αριστερά, και στην προκειμένη περίπτωση τον ΣΥΡΙΖΑ.

Παράλληλα, η μακροχρόνια κυριαρχία της σοσιαλδημοκρατίας βασίζονταν στις οργανικές σχέσεις που είχαν αναπτυχθεί ανάμεσα σε βασικές μορφές του εργατικού συνδικαλισμού (εργοστασιακά σωματεία, δημόσιοι υπάλληλοι, κοινωφελείς επιχειρήσεις) και στην πολιτική πρακτική του ΠΑΣΟΚ, τουλάχιστον στις δεκαετίες 1980 – 90. Δεν επρόκειτο δηλαδή απλά για την έκφραση των εκλογικών προτιμήσεων της πλειονότητας της εργατικής τάξης, αλλά ακόμη περισσότερο για την οργανική σύνδεση των κοινωνικών πρακτικών με την πολιτική διακυβέρνηση ή αντιπολίτευση της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτοί οι δεσμοί διατηρήθηκαν ακόμη και μέχρι σήμερα, παρόλη προφανώς την καταφανή παραφθορά και καθίζηση των αντίστοιχων θεσμικών συνδικαλιστικών εκπροσωπήσεων.

Στην σύγχρονη περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, προς τον οποίο πραγματοποιήθηκε η στροφή προς τα αριστερά των εργαζομένων στρωμάτων, τα πράγματα εξελίσσονται εντελώς διαφορετικά, γιατί ακριβώς απουσιάζουν και οι δύο όροι που είχαν κρατήσει την ελληνική σοσιαλδημοκρατία στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής της χώρας. Από τη μια πλευρά ο σχηματισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, αφότου εδώ και έναν χρόνο ανέλαβε την κυβερνητική διαχείριση, δεν άσκησε κανενός είδους κοινωνική αναδιανεμητική πολιτική, παρά τις περί του αντιθέτου δεσμεύσεις του, γιατί ακριβώς ήδη από το καλοκαίρι του 2012 είχε δρομολογήσει μια πορεία προσέγγισης με την αστική τάξη της χώρας και την ευρωπαϊκή ένωση των αστικών τάξεων, και υπόκλισης στα συμφέροντα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Το «να πληρώσουν οι πλούσιοι» ή η αποκατάσταση του κατώτατου μισθού και των αποδοχών των συλλογικών συμβάσεων εξοβελίστηκαν από το οπτικό πεδίο της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Απεναντίας με την εφαρμογή του 3ου μνημονίου όχι μόνον διατήρησε και συνέχισε την πολιτική εισοδηματικής λιτότητας σε βάρος των λαϊκών τάξεων, αλλά επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την φορολόγησή τους, δεν αντιμετώπισε την υπερμεγέθη ανεργία και μειώνει ακόμη παραπέρα τις ήδη αποψιλωμένες συντάξεις.

Αλλά και από την άλλη πλευρά, η Ριζοσπαστική Αριστερά δεν διαμόρφωσε σχέσεις οργανικής εκπροσώπησης των κυριαρχούμενων τάξεων, δηλαδή ανάδειξης ενδιάμεσων συνδικαλιστικών διαμεσολαβήσεων : Η παρουσία των εργατικών δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, παρόλη την σχετική τους ριζοσπαστικότητα, παρέμειναν περιθωριακό φαινόμενο, κάτω από την βαριά σκιά της εκλογικής επιρροής και εκπροσώπησης. Έτσι οι πολιτικές σχέσεις της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας (μια και άλλωστε η υπόσταση του κόμματος ΣΥΡΙΖΑ έχει εξανεμιστεί), με τα εκπροσωπούμενα λαϊκά στρώματα είναι εξαιρετικά εύθραυστες και περιορισμένης χρονικής εμβέλειας, σε σχέση με την ιστορική εμπειρία του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ αντιπροσώπευσε έναν αυθεντικό μεταρρυθμιστικό σχηματισμό, που είχε τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της σοσιαλδημοκρατίας : Αναδιανεμητική πολιτική και κοινωνικές εκπροσωπήσεις. Οδηγήθηκε στην χρεοκοπία γιατί υποκλίθηκε στις ανάγκες αποκατάστασης της κερδοφορίας ενός ελληνικού καπιταλισμού σε βαθειά κρίση, και εξ αυτού του λόγου έχασε την λαϊκή του νομιμοποίηση.

Απεναντίας ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αντιπροσωπεύει ένα τέτοιου είδους πολιτικό φαινόμενο, γιατί ούτε αναδιανεμητική πολιτική είχε το σθένος να εφαρμόσει, ούτε και εργατικές συνδικαλιστικές εκπροσωπήσεις να συγκροτήσει. Μ’ αυτή την έννοια δεν μπορεί να ταυτίζεται με την ιστορική σοσιαλδημοκρατία, παρόλο που κατέληξε και αυτός στη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξή του εφόσον απουσίαζαν τα δύο θεμελιώδη σοσιαλδημοκρατικά χαρακτηριστικά. Έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε περισσότερο η πολιτική έκφραση ενός λαϊκού ριζοσπαστισμού, συγκροτημένου στο έδαφος της αντιπαλότητας στη μνημονιακή πολιτική, που όμως από τη στιγμή που αναδείχθηκε σε αξιωματική αντιπολίτευση και έβαλε πλώρη για την κυβερνητική εξουσία, κυριαρχήθηκε από τμήματα των μικροαστικών τάξεων της διανοητικής εργασίας, τα οποία και αποτύπωσαν την δική τους εκσυγχρονιστική, φιλοευρωπαϊκή και αστική σε τελική ανάλυση ηγεμονία για την πορεία των πραγμάτων.

Η απονομιμοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής με όλα τα μνημονιακά μέτρα που εφαρμόζει δημιουργεί εκ νέου ρήγμα ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και στα εκπροσωπούμενα εργατικά στρώματα, που παραμένουν χωρίς πολιτική εκπροσώπηση στο επίπεδο άμυνας και προάσπισης των θεμελιωδών ταξικών τους συμφερόντων, γεγονός που καθιστά την Ριζοσπαστική Αριστερά στα σίγουρα σαφή μειοψηφία στο επίπεδο των λαϊκών προτιμήσεων. Εντούτοις αυτή η εκ των πραγμάτων «αποστασιοποίηση» της εργαζόμενης πλειοψηφίας, μετά την διπλή ιστορική ήττα του σοσιαλδημοκρατικού μεταρρυθμισμού και του μικροαστικού εκσυγχρονισμού, δεν μεταστρέφεται άμεσα προς άλλες κατευθύνσεις που θα μπορούσε να βαδίσει.

ΔΡΟΜΟΙ ΕΡΜΗΤΙΚΑ ΚΛΕΙΣΤΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ

Το ΚΚΕ το οποίο δεν αξιοποίησε ούτε στο ελάχιστο την λαϊκή στροφή προς τα αριστερά στα προηγούμενα χρόνια (απεναντίας είδε τις δυνάμεις του να συρρικνώνονται), συνεχίζει να αδυνατεί να αποτελέσει ελκτικό πόλο λαϊκής πολιτικής συσπείρωσης, παρόλη την φαινομένη «δυναμική» των ισχνών ούτως ή άλλως κοινωνικών του εκπροσωπήσεων. Αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι οι εργατικές συνειδήσεις δεν είναι αρκετά «ώριμες», ούτε στο ότι προκαλεί δέος με τις μεγάλες οικονομικές αλλαγές που ευαγγελίζεται. Απεναντίας τα λαϊκά στρώματα δεν το πλαισιώνουν, παρόλες τις μετακινήσεις που έχουν καταγραφεί στα τελευταία χρόνια γιατί : Συνεχίζει και προβάλλει ως πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης τον δεσποτικό κρατικό καπιταλισμό του «υπαρκτού σοσιαλισμού», πράγμα εξαιρετικά απωθητικό για τις εργατικές τάξεις της Δύσης. – Λειτουργεί πολιτικά θέτοντας την στρατηγική στο πεδίο της τακτικής, εξοβελίζοντας το σοσιαλιστικό μέλλον στο υπερπέραν και αδυνατώντας να συνδέσει οργανικά το κίνημα του ιστορικού παρόντος με μια αντικαπιταλιστική προοπτική κλπ.

Παράλληλα αυτός ο εργατικός κόσμος του ιδιωτικού τομέα, των συνταξιούχων, των ανέργων και της νεολαίας, αποδεικνύεται ότι σε καμία περίπτωση δεν μεταστρέφεται προς το νεοναζισμό της Χρυσής Αυγής, για πολλαπλούς λόγους : Πρώτα απ’ όλα γιατί διέπεται από μια ιστορική δημοκρατική παράδοση καθόλη τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους του 20ου αιώνα και από το γεγονός ότι έχει υποφέρει τα μέγιστα από δικτατορίες και διώξεις του κράτους της εθνικοφροσύνης. – Στη συνέχεια γιατί αυτό το πολιτικό μόρφωμα είναι πραγματικά εγκληματική οργάνωση (που εντούτοις κυκλοφορεί και δρα ελεύθερο, παρόλες τις ποινικές διώξεις που είχαν ασκηθεί), που δεν μπορεί να συσπειρώσει παρά λούμπεν κοινωνικά στοιχεία του «μαύρου μετώπου» (μηχανισμοί ασφαλείας, εθνικιστικά κέντρα, εκκλησιαστικοί κύκλοι) και παραφθαρμένες μερίδες της μικροαστικής τάξης. Είναι εντελώς διαφορετική η περίπτωση του γαλλικού Εθνικού Μετώπου, που δεν έχει αναδείξει σε καμία περίπτωση εγκληματικές δραστηριότητες και έχει κατορθώσει να προσελκύσει λαϊκά στρώματα που ιστορικά άφησε ακάλυπτα το γαλλικό ΚΚ.

Τέλος η «αποστασιοποίηση» των λαϊκών τάξεων από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να στραφεί προς την κλασική συντηρητική παράταξη της ΝΔ, γιατί από ιστορικό πολιτικό και κοινωνικό ένστικτο ο εργαζόμενος κόσμος νιώθει απέχθεια προς μια παράταξη που έχει συμβάλλει σε όλα τα δεινά της νεοελληνικής ιστορίας. Η ΝΔ δεν μπορεί να συγκεντρώνει παρά την στήριξη της αστικής τάξης και των μικρομεσαίων στρωμάτων, καθώς και τμήματος της δημοσιοϋπαλληλίας, και έτσι η απήχησή της έχει οροφή που δεν μπορεί να ξεπεράσει, τουλάχιστον με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα της. Άλλωστε είναι καθαρή και ανοιχτή η εχθρότητα της συντηρητικής παράταξης προς τον κόσμο των κυριαρχούμενων τάξεων, στον οποίο δεν μπορεί να δώσει καμία προοπτική.

ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Μ’ αυτά τα δεδομένα, πώς εμφανίζεται τελικά η κοινωνική «κατάσταση» της μισθωτής εργασίας στις σημερινές συνθήκες όπου επιχειρείται η υλοποίηση ενός νέου μνημονίου, στην ίδια τροχιά με εκείνα του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ;

1) Στο οικονομικό επίπεδο είναι χαρακτηριστική η εξαθλίωση που έχει καταλάβει μεγάλα τμήματα της εργαζόμενης πλειοψηφίας (άνεργοι, χαμηλοσυνταξιούχοι, εργαζόμενοι με ελαστική απασχόληση ή στην ζώνη της αδήλωτης εργασίας, χαμηλοσυνταξιούχοι, νεολαία απόφοιτη των ΑΕΙ και των ΤΕΙ κλπ.). Και ταυτόχρονα η ριζική υποβάθμιση των υπολοίπων στρωμάτων της μισθωτής εργασίας (εργαζόμενοι ιδιωτικού και δημόσιου τομέα κ.ά.) συμπληρώνει μια συνολική εικόνα που τείνει να έχει πλέον τριτοκοσμικά χαρακτηριστικά, και να οδηγείται ευθέως στην υποβάθμιση των λαϊκών τάξεων βαλκανικών χωρών στην τελευταία εικοσιπενταετία της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης (π.χ. Βουλγαρίας, Ρουμανίας).

2) Στο κοινωνικό επίπεδο, η μεγάλη πλειονότητα των λαϊκών στρωμάτων δεν διαθέτει πλέον συλλογικότητες ανάπτυξης συνδικαλιστικών πρακτικών, τουλάχιστον αμυντικής φύσης, αν όχι επιθετικής αντεπίθεσης. Με μοναδική εξαίρεση την λειτουργία συνδικαλιστικών εκπροσωπήσεων στον δημόσιο τομέα (όπου όμως η επαναπρόσληψη των υπαλλήλων που είχαν απολυθεί δημιουργεί μια αδράνεια και στασιμότητα), οι τρεις άλλες κατηγορίες (εργαζόμενοι καπιταλιστικής παραγωγής, άνεργοι και πλειοψηφικά νέοι, συνταξιούχοι), βρίσκονται αντικειμενικά σε καθεστώς ισχυρής καταστολής εξ αιτίας δύο παραγόντων : Από τη μια πλευρά της παραλυτικής επίδρασης των ανέργων επί της ενεργού εργασίας, της απουσίας συλλογικής δικτύωσης εντός των τάξεων της ανεργίας, και της δυσχέρειας κίνησης μεγάλου μέρους των συνταξιούχων για καθαρά αντικειμενικούς λόγους (καταπόνηση ζωής, ασθένειες κ.ά.). – Από την άλλη πλευρά, τα πλήγματα εισοδηματικής λιτότητας που έχουν καταφέρει οι μνημονιακές πολιτικές την τελευταία πενταετία, καθιστούν την δυνατότητα απεργιακής κινητοποίησης εξαιρετικά οδυνηρή από μισθολογική άποψη αν όχι απαγορευτική.

3) Τέλος, στο πολιτικό επίπεδο, συνεχίζεται η ενστικτωδώς ταξική στάση των εργαζομένων προς τα κλασικά αστικά πολιτικά κόμματα του μνημονιακού τόξου (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι), δηλαδή η απόρριψή τους. Εντούτοις, ο ανεπαρκής τρόπος προσέγγισης του κοινωνικού ζητήματος και της κίνησης των λαϊκών τάξεων από την πλευρά της παραδοσιακής κομμουνιστικής Αριστεράς δεν προσελκύει τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, ενώ οποιαδήποτε μεταστροφή τους προς το νεοναζισμό αποκρούεται με απέχθεια. Έτσι εκείνο που κυρίως κυριαρχεί ακόμη σήμερα είναι η απογοήτευση, η σύγχυση, η αποστασιοποίηση, η αδρανοποίηση, που υποδηλώνει μια στάση διάψευσης των προσδοκιών από την διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς όμως αυτό να οδηγεί την λαϊκή εκλογική του επιρροή, κατά τρόπο ενεργό, προς εναλλακτικούς ριζοσπαστικούς προσανατολισμούς και αριστερές εναλλακτικές λύσεις.

Αυτοί είναι οι λόγοι που στο πολιτικό προσκήνιο έχουν αναδειχθεί με αντίστοιχες ισχυρές κινητοποιήσεις μόνον τμήματα των μεσαίων και κατώτερων μερίδων των μικροαστικών τάξεων, ιδιαίτερα της διανοητικής (δικηγόροι, μηχανικοί) και της χειρωνακτικής (αγρότες) εργασίας, με αφορμή την κοινωνική αντιπαλότητα απέναντι στην ασφαλιστική μεταρρύθμιση που συνεχίζει την αποψίλωση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Τα στρώματα αυτά έχουν την δυνατότητα ως εκ της επαγγελματικής τους θέσης, να προχωρούν σε μακροχρόνια κινητοποίηση, που προφανώς έχει οικονομικό κόστος για τα ίδια, ωστόσο όμως δεν φτάνει στο σημείο που να προκαλεί ανήκεστο βλάβη στην παραγωγική τους κατάσταση (με την παρατεταμένη αποχή τους δεν χάνουν τους ελκυστήρες, τα χωράφια, το γραφείο ή την πελατεία τους). Η μισθωτή εργασία που βρίσκεται στην κατάσταση ισχυρής καταστολής, ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, αλλά και σε έναν βαθμό στο δημόσιο, αδυνατεί να βγει αγωνιστικά στο πολιτικό προσκήνιο, με αποτέλεσμα η συνολική συνδικαλιστική πίεση που έχει ασκηθεί στο τελευταίο δίμηνο Ιανουάριου – Φεβρουάριου 2016, να είναι μεν σημαντική, μακριά όμως από το αναγκαίο επίπεδο του να είναι αποτελεσματική.

Η ΑΝΕΦΙΚΤΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Μ’ αυτά τα δεδομένα δύο είναι οι προοπτικές πολιτικής έκφρασης ενός σημαντικού μέρους των λαϊκών στρωμάτων : Είτε η συνέχιση της διατήρησής τους στο πεδίο της εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, με παράλληλα φαινόμενα αδρανοποίησης και αποχής, είτε η μεταστροφή τους σε μια ριζοσπαστική εναλλακτική αντιμνημονιακή διέξοδο καθολικής κοινωνικής χειραφέτησης. Στην πρώτη περίπτωση, που βρίσκει το αντίστοιχό της στην κυβέρνηση της Κεντροαριστεράς του Δημοκρατικού Κόμματος στην Ιταλία, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα λειτουργεί βέβαια ως δύναμη της Αριστεράς, ρόλο που έχει εγκαταλείψει με την πολιτική του 3ου μνημονίου, αλλά ως κυβερνητική διαχείριση της Κεντροαριστεράς, που κατορθώνει να ισορροπεί ανάμεσα στα μνημονιακά μέτρα και σε μέτρα «ανακούφισης» των κοινωνικά «ασθενεστέρων και αδυνάμων». Εγκατάλειψη λοιπόν των μεγάλων ριζοσπαστικών προσδοκιών, γείωση στο πεδίο του «πολιτικού ρεαλισμού» και αποφυγή της επιδείνωσης των όρων ζωής και εργασίας των λαϊκών τάξεων με μέτρα που έχουν ως αναφορά την κοινωνική αλληλεγγύη και το πρόγραμμα ανθρωπιστικής βοήθειας (επιλεκτική χορήγηση στοιχειώδους διατροφής και ρεύματος όπως και νοσοκομειακής περίθαλψης σε ακραία αναξιοπαθούσες ομάδες του πληθυσμού).

Πιστεύεται δηλαδή ότι μ’ αυτό τον πολιτικό δυισμό θα αποτυπωθεί μια κεντροαριστερή φυσιογνωμία, που μέσα στις παρούσες συνθήκες (πιέσεων των θεσμών, προσφυγικής κρίσης, κινδύνων νέας χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης, ανόδου των ευρωπαϊκών εθνικισμών κλπ.), και το τελευταίο μνημόνιο θα μπορεί πιστά να εφαρμόζει, αλλά και να διαμορφώνει ένα στοιχειώδες «δίχτυ ασφαλείας» στα πιο εξαθλιωμένα τμήματα του πληθυσμού της χώρας. Μ’ αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα κατορθώσει να διατηρήσει ένα σημαντικό μέρος της προηγούμενης εκλογικής της επιρροής, να παραμείνει στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό ως ο δημοκρατικός φιλολαϊκός πόλος του σημερινού διπολισμού, και έτσι να ξεφύγει χωρίς μεγάλες απώλειες από τη διέλευση ανάμεσα στις συμπληγάδες πέτρες. Ωστόσο αποδεικνύεται ότι αυτός ο δυισμός είναι σαφέστατα ετεροβαρής, εφόσον με τα μέτρα που εφαρμόζει πλήττουν ισχυρά τα συμφέροντα όχι μόνον της εργατικής τάξης, αλλά και συνολικότερα των μεσαίων και κατώτερων μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου.

Τα παραδείγματα που προσφέρει η σύγχρονη πραγματικότητα αφθονούν: Εξαέρωση επικουρικών ταμείων και ισχυρή μείωση κυρίων συντάξεων με το νέο τρόπο υπολογισμού τους. – Διατήρηση και προσαύξηση των μέτρων φορολογικής επιβάρυνσης των εργαζομένων και συνταξιούχων, όπως η αυξημένη έμμεση φορολογία, ο φόρος επί της κατοικίας κ.ά. – Επιτάχυνση της εκχώρησης στο ιδιωτικό επιχειρηματικό κεφάλαιο των δημόσιων επιχειρήσεων που και παραγωγική λειτουργία εξασφαλίζουν, και κερδοφορία παρουσιάζουν κλπ. Τέτοιου είδους γενικευμένα πλήγματα που αφορούν την συντριπτική πλειονότητα της εργαζόμενης κοινωνίας, δεν μπορούν κατά κανέναν τρόπο να αντισταθμιστούν από μέτρα «παράλληλου προγράμματος», τη στιγμή που δεν αντιμετωπίζουν το μείζον ζήτημα της ανεργίας που προκαλεί τη λαϊκή εξαθλίωση, ούτε το πρόβλημα της νοσοκομειακής περίθαλψης (οι λίστες αναμονής έχουν διευρυνθεί, το ιατρικό προσωπικό σπανίζει, η υλικοτεχνική και φαρμακευτική υποδομή παραφθείρονται) κλπ.

Άλλωστε από την άλλη πλευρά οι απαιτήσεις του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου όπως αναδεικνύονται από τους θεσμικούς του εκπροσώπους (τράπεζες, ευρωπαϊκά όργανα κλπ.) στις ατελεύτητες διαδικασίες διαπραγμάτευσης, γίνονται ολοένα και πιο απαιτητικές. Και επειδή η απομείωση του δημόσιου χρέους, μετά την ολοκλήρωση της τρέχουσας αξιολόγησης αποτελεί μια «φαντασίωση» της σημερινής κυβέρνησης (απλά το μόνο που συζητείται είναι η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής και το ύψος των επιτοκίων), ουσιαστικά η εφαρμογή του 3ου μνημονίου γίνεται έτσι ώστε να διαμορφώνονται οι όροι υιοθέτησης ενός 4ου μνημονίου και ούτω καθεξής. Κατά συνέπεια η τροχιά στην οποία κινείται ο μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ εκφεύγει και του πεδίου της Κεντροαριστεράς «αλά ιταλικά» και προσγειώνεται ανώμαλα στο έδαφος της γυμνής αστικής διαχείρισης. Κι’ είναι αυτό που καθιστά συνεχώς εντονότερη την απονομιμοποίηση της κυβέρνησης σε σχέση με τις λαϊκές της εκπροσωπήσεις.

ΟΙ ΣΥΝΘΕΤΟΙ ΟΡΟΙ ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ

Αν λοιπόν η σημερινή κυβέρνηση οδηγείται στην απονομιμοποίησή της, και εφόσον άλλες διέξοδοι εμφανίζονται ανεδαφικές να ακολουθήσουν οι εργαζόμενες δυνάμεις, τότε ως μοναδική διέξοδος προβάλλει μια εναλλακτική λύση με αντιμνημονιακά, ριζοσπαστικά και αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά, που βασίζεται τόσο σε στόχους άμυνας του κινήματος, όσο και σε μεταβατικές ριζοσπαστικές επιδιώξεις, καθώς και σε μια γενική στρατηγική κατεύθυνση της καθολικής λαϊκής χειραφέτησης. Βέβαια μια τέτοια προοπτική δεν μπορεί να προκύψει αυτοματοποιημένα, αν δηλαδή δεν διαμεσολαβήσει η υλική πραγματοποίηση αυτής της απονομιμοποίησης, μια διαδικασία σύνθετη, όπως αυτή άλλωστε που είχε οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κατάκτηση της διακυβέρνησης της χώρας, με την απώλεια της νομιμοποίησης της μνημονιακής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Η εκ νέου στροφή των λαϊκών στρωμάτων προς τα αριστερά δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένη.

Οι παράγοντες που μπορούν να καθορίσουν μια τέτοια εξέλιξη στην σημερινή περίοδο είναι πολλαπλοί, μεταξύ των οποίων: Η αντιπολιτευτική κίνηση του κοινωνικού και εργατικού κινήματος. – Ένα ισχυρό ρεύμα διανοητικού διαφωτισμού των λαϊκών συνειδήσεων με όρους ανάλυσης και κριτικής της τρέχουσας πραγματικότητας. – Μια συστηματική επιχειρηματολογία που αποδομεί με πειστικούς όρους τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο των αστικών δυνάμεων. – Μια πολιτική πρόταση που διαμορφώνει συγκεκριμένα τους εναλλακτικούς όρους της γενικευμένης κοινωνικής χειραφέτησης. Απαιτείται η συνδρομή όλων αυτών των όρων προκειμένου να προαχθεί η διάρρηξη των σχέσεων εκπροσώπησης του ΣΥΡΙΖΑ με μεγάλα εργατικά και λαϊκά στρώματα.

Δεν μπορεί προφανώς να υπάρξει διέξοδος με την συνδρομή ενός και μόνον από αυτούς τους παράγοντες. Το αγωνιστικό κοινωνικό κίνημα όπως συμβαίνει σήμερα με το ασφαλιστικό νομοσχέδιο (αγρότες, δικηγόροι, εργαζόμενοι δημόσιου τομέα), ακόμη και αν κατορθώσει να επιφέρει την ακύρωση της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, δεν είναι αυτονόητα ικανό να ανοίξει εναλλακτικούς πολιτικούς δρόμους. Μια ενδεχόμενη αποχώρηση από τις νομισματικές και δημοσιονομικές ρυθμίσεις της ζώνης του ευρώ εξίσου δεν είναι από μόνη της επαρκής, αν δεν συνοδεύεται από βαθιούς αντικαπιταλιστικούς μετασχηματισμούς στο εσωτερικό του επιχειρηματικού τομέα της ελληνικής οικονομίας κλπ. Πρόκειται άρα για μια πολυσύνθετη διαδικασία κοινωνικής, πολιτικής και διανοητικής φύσης, στα πλαίσια της οποίας ο υποκειμενικός παράγοντας έχει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο. Απ’ αυτή την άποψη εκείνο που χρειάζεται ευθύς εξαρχής να επισημανθεί είναι το γεγονός ότι σ’ όλα αυτά τα πεδία της ταξικής διαπάλης ορθώνονται Γόρδιοι Δεσμοί που και πρέπει να επιλυθούν προκειμένου να ανοίξει ο εναλλακτικός ριζοσπαστικός δρόμος.

Α) Κατ’ αρχήν σ’ ό,τι αφορά την ίδια την κινηματική διάσταση της μισθωτής εργασίας και των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων των μικροαστικών τάξεων, σ’ όλη τη δίμηνη συγκυρία (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2016) της αντιπαράθεσης για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση, αναδείχθηκε μια μεγάλη ανισομέρεια, τέτοια που να υπονομεύει την αποτελεσματική έκβαση του κινήματος. Από τη μια πλευρά τα μικρομεσαία στρώματα της διανοητικής (δικηγόροι, μηχανικοί) και της χειρωνακτικής (αγρότες) εργασίας δρομολόγησαν κινητοποιήσεις παρατεταμένου χαρακτήρα (διακοπή λειτουργίας δικαστηρίων, αποκλεισμοί εθνικών οδών) με όρους δημοκρατικότητας (μπλόκα στην ύπαιθρο, επιτροπές αγώνα), που πραγματικά επέφεραν ισχυρό πλήγμα στην ασκούμενη κυβερνητική πολιτική.

Εντούτοις από την άλλη πλευρά, στη σφαίρα της μισθωτής εργασίας, με την σχετική εξαίρεση ορισμένων τομέων του δημοσίου (τοπική αυτοδιοίκηση, καθηγητές μέσης εκπαίδευσης), ο κύριος όγκος των εργατικών δυνάμεων (εργαζόμενοι ιδιωτικού τομέα, άνεργοι, αδήλωτη εργασία, συνταξιούχοι), δεν κατόρθωσαν να κινητοποιηθούν λόγω των καταστρεπτικών μνημονιακών πολιτικών (παράλυση εργαζομένων από την πίεση των ανέργων, αντικειμενική αδυναμία συνταξιούχων, διαλυτική κοινωνική κατάσταση ανέργων κλπ.). Έτσι, ακόμη και αν οι κινητοποιήσεις των πρώτων επιφέρουν ορισμένα αποτελέσματα, με δεδομένη την κατάσταση καταστολής που βρίσκονται τα δεύτερα, είναι δυσχερέστατη η διαμόρφωση των όρων της εναλλακτικής ριζοσπαστικής διεξόδου. Με ποιους τρόπους άρα μπορεί ο υποκειμενικός παράγοντας να ενεργοποιήσει την εργατική πλειοψηφία του πληθυσμού, να επιλύσει αυτό τον γρίφο ;

Β) Κατόπιν, σ’ ό,τι αφορά το πολιτικό επίπεδο στην ευρύτητά του, η προοπτική της αριστερής εναλλακτικής διεξόδου έχει να αντιμετωπίσει την μέχρι σήμερα ήττα και των τριών εκδοχών του προοδευτικού αριστερού κινήματος : Την χρεοκοπία της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, που από τον μεταρρυθμισμό κατέληξε στο νεοφιλελευθερισμό και στη μνημονιακή πολιτική, εξ ου και η εκλογική της κατάρρευση. – Την ήττα του ιστορικού κομμουνιστικού ανατολικού προτύπου του «υπαρκτού σοσιαλισμού» που έχει συμπαρασύρει και τα αντίστοιχα κομμουνιστικά κόμματα στην πολιτική περιθωριοποίηση. – Την αποτυχία της ελληνικής Ριζοσπαστικής Αριστεράς που από φορέας προώθησης μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων μετατράπηκε σε στυλοβάτη των πολιτικών των μνημονίων. Βέβαια η αιτία αυτών των ηττών στην ιστορία του λαϊκού κινήματος δεν προέρχεται ούτε από την φύση του κομμουνιστικού ή σοσιαλιστικού κινήματος ούτε από την ανεπάρκεια της μαρξιστικής θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού.

Καθοριστικός παράγοντας και στις τρεις αυτές περιπτώσεις (εμπειρίες ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ) στάθηκε το γεγονός ότι η κίνηση των λαϊκών τάξεων προς την επιζήτηση μεταρρυθμιστικών αλλαγών και στρατηγικών στόχων χειραφέτησης, ηγεμονεύτηκε ασφυκτικά από στρώματα των κυρίαρχων τάξεων του αστικού συνασπισμού εξουσίας, πράγμα που προκάλεσε την αποτυχία τους. Στο μεταρρυθμιστικό εργατικό κίνημα της μεταπολίτευσης ηγεμόνευσε η αστική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, που σε τελική ανάλυση επεδίωκε την μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης και εξουσίας. - Στο συνδικαλιστικό λαϊκό κίνημα της παραδοσιακής Αριστεράς ηγεμόνευσε η αντίληψη του «σοβιετικού σοσιαλισμού» του ΚΚΕ, που δεν ήταν παρά η επικυριαρχία της κρατικής, κομματικής και επιχειρηματικής γραφειοκρατίας επί της εργατικής τάξης, μέσα σ’ ένα πλαίσιο δεσποτικού κρατικού καπιταλισμού. – Στο ριζοσπαστικό κίνημα εργατικής εκπροσώπησης που ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, ηγεμόνευσε στην τριετή τελική περίοδο της εξέλιξής του (Ιούνιος 2012 – Ιούλιος 2015) η μικροαστική εκσυγχρονιστική πολιτική των νέων μικροαστικών τάξεων της διανοητικής εργασίας, που επέφερε την αστική ποδηγέτηση του φαινομένου.

Και στις τρεις περιπτώσεις οι δυνάμεις της εργατικής χειραφέτησης δεν στάθηκαν επαρκείς να αποκτήσουν τον συνολικό έλεγχο και να αποτυπώσουν την δική τους ηγεμονία. Έτσι σήμερα η αριστερή εναλλακτική διέξοδος (σε σχέση με τα μνημόνια, το δημόσιο χρέος, την κρίση υπερσυσσώρευσης, τον κορσέ της ζώνης του ευρώ κλπ.) έχει να επιτελέσει το τιτάνιο έργο της υπέρβασης αυτών των τριών ιστορικών χρεοκοπιών, προβάλλοντας στο προσκήνιο με εντελώς καινούριους όρους που να υπερβαίνουν τα υλικά χαρακτηριστικά των ετερογενών ηγεμονιών επί των λαϊκών εργατικών δυνάμεων. Αναδεικνύεται η επάρκεια και το σθένος να σηκωθεί αυτό το ιστορικό βάρος, τροφοδοτώντας ένα γενικευμένο κίνημα καθολικής χειραφέτησης και απελευθέρωσης, να ποιος είναι ένας δεύτερος γόρδιος δεσμός που έχουμε να λύσουμε.

Γ) Στη συνέχεια, καίριας σημασίας είναι τόσο ο διαφωτισμός του πολιτικού υποκειμένου, όσο και των εργατικών και λαϊκών συλλογικοτήτων από την κριτική μαρξιστική ανάλυση της σύγχρονης οικονομικής πραγματικότητας. Αυτό γιατί με αφετηρία το κρίσιμο μεταίχμιο του 1990 (κατάρρευση «υπαρκτού σοσιαλισμού», έναρξη νεοφιλελεύθερης επέλασης), κυριάρχησαν τα δόγματα και οι μυθολογίες της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, εκτοπίζοντας τις προηγούμενες μαρξιστικές επιρροές. Ακριβώς στη διάρκεια της δεκαπενταετίας του «μεταπολιτευτικού ριζοσπαστισμού» (1974 – 1989), είχε υπάρξει μια σχετική άνθιση των πολύμορφων ρευμάτων του μαρξισμού, με ισχυρές αποκλίσεις μεταξύ τους, όμως πάντοτε με την επιμονή στην μαρξιστική αναφορά: Ρεύματα του σοβιετικού, ανανεωτικού, σοσιαλιστικού, αντικαπιταλιστικού μαρξισμού, που προφανώς και αντιμάχονταν μεταξύ τους, ωστόσο διατηρούσαν ανοιχτό το πεδίο της λαϊκής ιδεολογικής αναζήτησης.

Εντούτοις ήδη από την δεκαετία του 1980 και κυρίως στο επόμενο διάστημα προέκυψε μία έντονη μεταστροφή ενσωμάτωσης των μαρξιστικών κριτικών ρευμάτων στους αστικούς κρατικούς μηχανισμούς και εξίσου στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποχαιρετούσαν τα επαναστατικά χαρακτηριστικά, την ανεξαρτησία και την έρευνα σε σχέση με την ίδια την εξέλιξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Η κατάρρευση προφανώς του ανατολικού κοινωνικού προτύπου, οι σοσιαλδημοκρατικές μεταλλάξεις των μεγάλων δυτικοευρωπαϊκών ΚΚ, καθώς και το αδιέξοδο του ενιαίου Συνασπισμού στο μεταίχμιο του 1990, ήταν αυτά που τροφοδότησαν την περιθωριοποίηση της μαρξιστικής αναλυτικής σκέψης. Επικράτησε έτσι μέχρι σήμερα μια αριστερή πολιτική στις διάφορες εκδοχές της, χωρίς όμως ιδιαίτερη διασύνδεση με την μαρξιστική θεωρία και πολιτική, με επιζήμιες πολιτικές συνέπειες. Δεν έχει να σκεφτεί κανείς παρά το ολοκληρωτικό διαζύγιο της πλειονότητας των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ με τον μαρξισμό, το εξοβελισμό του από κάθε κοινωνική και οικονομική ανάλυση, την επικράτηση έτσι του εμπειρισμού, γεγονός που συνέβαλε και αυτό στην μνημονιακή του μεταστροφή.

Φυσικά οι συνέπειες της σχετικής αποστασιοποίησης Αριστεράς και μαρξισμού είναι πολύμορφες. Αρκεί ένα και μόνον παράδειγμα για να το καταδείξει : Η αναφορά στα συνεχή μνημόνια ως αφετηρία της σημερινής λαϊκής εξαθλίωσης, και άρα της ανάγκης κατάργησής τους, ενώ πολιτικά είναι η ενδεδειγμένη και αναγκαία, δεν είναι επαρκής στην ερμηνεία των μνημονίων και στην αποτύπωση των όρων αποτελεσματικότητας μιας αντιμνημονιακής πολιτικής. Απεναντίας εκείνο που συμβαίνει είναι ότι στο επίκεντρο βρίσκεται εδώ και μια οκταετία η μεγάλη κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου με την τραγική συνέπεια της μαζικής ανεργίας, και η αστική τάξη της χώρας από κοινού με την ένωση των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, επέβαλαν τα μνημόνια για να εξασφαλίσουν την αντιμετώπιση της κρίσης από το επιχειρηματικό κεφάλαιο. Κατά συνέπεια ακόμη και αν τα μνημόνια ακυρωθούν, αυτό δεν μπορεί να έχει αποτελεσματικότητα παρά σε συνάρτηση με μια πολιτική που επιζητεί την έξοδο από την κρίση σε μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση προς όφελος της μισθωτής εργασίας και σε βάρος του κεφαλαίου. Στην πρώτη περίπτωση επικρατεί ένας εμπειρισμός, που φυσικά προσανατολίζει σε αναγκαίες αλλά ανεπαρκείς κατευθύνσεις, στην δεύτερη η μαρξιστική οικονομική ανάλυση της κρίσης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, που μπορεί να υποδείξει τους δρόμους υπέρβασής της από τη σκοπιά των λαϊκών τάξεων.

Το μεγαλύτερο μέρος των μαρξιστών διανοουμένων, διαφορετικών αποχρώσεων, έχουν μετατραπεί σε οργανικούς διανοουμένους των αστικών κρατικών μηχανισμών, ενώ οι εστίες λειτουργίας της οργανικής διανόησης της εργατικής τάξης είναι περιορισμένες. Στη σημερινή περίοδο η κρίση έχει αναδείξει μια «περίσσεια» διανοητικού δυναμικού στο πρόσωπο των δεκάδων χιλιάδων νέων που είναι κάτοχοι μιας μορφής πανεπιστημιακής γνώσης, και στερούνται των δυνατοτήτων απασχόλησης και άρα κοινωνικής ενσωμάτωσης και ανέλιξης στην κοινωνική ιεραρχία. Μπορεί μέσα στα πλαίσια αυτού του διανοητικού δυναμικού, που απορρίπτεται από το σημερινό σύστημα της αστικής κυριαρχίας, ν’ ανθίσει μια καινούρια άνοιξη του μαρξιστικού διαφωτισμού, απαραίτητης προϋπόθεσης για κάθε προοπτική γενικευμένης λαϊκής χειραφέτησης, να λειτουργήσει αυτό το δυναμικό ως «διαμεσολαβητής» μεταξύ της μαρξιστικής θεωρίας και της εργαζόμενης κοινωνίας;

πηγη: iskra.gr

Παρασκευή, 04 Μαρτίου 2016 00:00

Δραστική Μείωση του χρόνου εργασίας τώρα !!!

Γράφτηκε από τον

35wro.jpg

Των Θοδωρή Μουγιάκου και Χρίστου Ανδριανόπουλου*

Η νέα πραγματικότητα

Τον Οκτώβριο του 2014, οι σύμβουλοι στρατηγικής Ronald Berger δημοσίευσαν την έκθεση-έρευνα για τη γαλλική αγορά εργασίας με τίτλο «η μεσαία τάξη μπροστά στην ψηφιακή μετάβαση» [i]. Τα κεντρικά ευρήματα της έρευνας ήταν τα παρακάτω:

• «…Στη γαλλική αγορά εργασίας, 42% των επαγγελμάτων παρουσιάζουν πιθανότητα αυτοματοποίησης λόγω της διείσδυσης πληροφορικής στην οικονομία. Για πρώτη φορά, τα επαγγέλματα που αυτοματοποιούνται δεν είναι μόνο τα χειρωνακτικά. Οι διανοητικές εργασίες όλο και περισσότερο πραγματοποιούνται από εργαλεία πληροφορικής.

• 8,3 εκατομμύρια είναι ο αριθμός των θέσεων εργασίας που μπορεί να καταστραφεί μέχρι το 2025. Μια τέτοια εξέλιξη θα αποσταθεροποιούσε βαθιά τη γαλλική μεσαία τάξη, διότι θα επηρεαστούν κυρίως πολυάριθμες θέσεις εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών

• Η άνοδος της παραγωγικότητας λόγω της εισδοχής της πληροφορικής στην οικονομία θα μπορούσε να δημιουργήσει 30 δισεκατομμύρια ευρώ κρατικών εσόδων και 30 δισεκατομμύρια πρόσθετων ιδιωτικών επενδύσεων, υπό τη συνθήκη ότι το γαλλικό δημόσιο θα δεσμευτεί σε μια στρατηγική προσαρμογής της Γαλλίας στις προκλήσεις που θέτει η «ψηφιακή» επανάσταση…»

• Ένα χρόνο αργότερα, τον Οκτώβριο του 2016, η ρεφορμιστική CGT, η μεγαλύτερη γαλλική εργατική ομοσπονδία, ανακοίνωνε μια μεγάλη καμπάνια [ii] για το πέρασμα από το 35ώρο το 32ώρο. Ωστόσο, οι αιματηρές τρομοκρατικές επιθέσεις της 13 Νοεμβρίου ανέκοψαν βίαια οποιαδήποτε πιθανότητα ανοίγματος με σοβαρούς όρους της συζήτησης γύρω από αυτό το θέμα.

Όποιος παρακολουθεί τις συνέπειες της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών και κυρίως της πληροφορικής στην εργασία θα πρέπει να έχει μια σχετική δυσκολία να εκτιμήσει την εκτίναξη της παραγωγικότητας του συγχρόνου εργαζόμενου. Μπορούμε να αναφέρουμε ενδεικτικά ότι:

• Ένας σχεδιαστής οικοδομικών έργων πριν από 30 χρόνια για τη παραγωγή 10 σχεδίων, τα οποία δε μπορούσαν να τροποποιηθούν ή να διορθωθούν (χωρίς να χρειάζεται να τα ξανακάνει από την αρχή), χρειαζόταν περίπου ένα μήνα με το «πενάκι» και το χάρακα. Τέλη της δεκαετίας του 90 ο ίδιος εργαζόμενος μέσω των λογισμικών CAD μπορούσε να παράγει τα ίδια σχέδια σε ασύγκριτα μεγαλύτερη λεπτομέρεια και ακρίβεια, πιο γρήγορα και πιο ξεκούραστα. Αρχές του 2010 αρχίζει και εμφανίζεται η τεχνολογία του ΒΙΜ (Building Information Modeling) όπου με τη βοήθεια 3διάστατων σχεδιαστικών εργαλείων ενσωματώνονται όλα τα σχέδια (αρχιτεκτονικά, μηχανολογικά, ηλεκτρολογικά κ.α.) ενός έργου σε ένα ψηφιακό μοντέλο. Ταυτόχρονα, παρουσιάζεται η εξέλιξη του έργου ψηφιακά, βήμα βήμα, βελτιστοποιώντας την οργάνωση του εργοταξίου και τυχόν λάθη που η διόρθωση τους θα είχε μεγάλο οικονομικό και χρονικό κόστος.

• Η ανάπτυξη των drones πέρα από τη στρατιωτική βιομηχανία, ήδη καταργεί χιλιάδες επικίνδυνα πόστα εργασίας (εναερίτες, νυχτερινές βάρδιες κτλ.) λόγω των «ψηφιακών επιθεωρήσεων» σε μεγάλα έργα υποδομών (γέφυρες, σιδηροδρομικές γραμμές, πυλώνες μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, αυτοκινητόδρομοι κτλ.).
Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά παραδείγματα, ωστόσο η ουσία συμπυκνώνεται σε μια τάση αύξησης της ανεργίας, λόγω καταστροφής παλαιών ειδικοτήτων και θέσεων εργασίας, με ταυτόχρονη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Η εμπειρία δείχνει ότι η εφαρμογή του 35 ώρου στη Γαλλία βελτίωσε από τη μια σημαντικά τη ζωή ενός τμήματος των εργαζομένων, από την άλλη όμως χρησιμοποιήθηκε ως αφορμή για το πάγωμα των μισθών και ως εργαλείο για τη μαζική εξάπλωση των προσωρινών και ευέλικτων μορφών απασχόλησης, την ίδια στιγμή που ο δείκτης παραγωγικότητας ανέβαινε κατά 4%. Τελικά, ενώ περιορίστηκε η ανεργία στις αρχές του 2000, στη συνέχεια με το ξέσπασμα της κρίσης του 2008 επανήλθαν τα υψηλά ποσοστά.

Η προγραμματική αντεπίθεση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς

Στην εποχή της κρίσης στην Ελλάδα και την Ευρώπη, η απουσία ενός διακριτού προγράμματος της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς για το μετασχηματισμό της εργασίας συνιστά σημαντική έλλειψη. Στο αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα της Ανταρσύα γίνεται μια σύντομη αναφορά, χωρίς επί της ουσίας να ξεχωρίζει κάτι ή να δίνεται ειδικό βάρος. Αντιμετωπίζεται δυστυχώς σαν ένα ακόμα σημείο στη λίστα των «αυτονόητων», «δίκαιων» και «πάγιων» αιτημάτων.

Η λογική της αδράνειας και η «παραμονή» στα εργατικά «κεκτημένα» και τα δημοκρατικά δικαιώματα των προηγούμενων δεκαετιών μπορεί να θεωρείται «ασφαλής» πρακτική αλλά επί της ουσίας αποστεώνει τον πολιτικό αγώνα της εργατικής τάξης. Εξασθενεί τη αναγκαία πάλη για την κατάκτηση μέτρων γενικής ισχύος, μέτρων «από όλους, για όλους» απέναντι σε κράτος, ΕΕ και κεφάλαιο. Αφήνει χώρο αποκλειστικά στο κεφάλαιο και την εργοδοσία να διαμορφώνουν το δικό τους σύστημα «αξιών», τη δικιά τους ατζέντα και ιδεολογήματα σε σχέση με το χρόνο και τις σχέσεις εργασίας, τον ελεύθερο χρόνο κτλ.

Είμαστε στην εποχή όπου οι «δυνατότητες» μπορούν να συναντηθούν με τις «ανάγκες» της εργατικής τάξης. Το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα αναδεικνύει ένα τέτοιο «ρεαλισμό» και προωθεί μέτρα γενικής ισχύος υπέρ της εργασίας και κόντρα στην αντεργατική εκστρατεία κεφαλαίου και ΕΕ, όπως:

• Η άμεση και γενική καθιέρωση του 35ώρου σε πρώτη φάση με άμεσο στόχο τη σταδιακή μεταφορά προς το 32ώρο ή 30ώρο. 35ώρο με ενιαίο ωράριο 7 ωρών και 5 εργάσιμων ημερών την εβδομάδα χωρίς μείωση των αποδοχών. Αύξηση των ημερών άδειας για όλους-ες. Δραστική μείωση των ορίων συνταξιοδότησης

• 35ώρο και περαιτέρω μείωση του συνολικού αναγκαίου χρόνου στις 32 ή 30 ώρες εργασίας, με χτύπημα της ανεργίας και κατάργηση της ελαστικής απασχόλησης, αύξηση της σταθερής απασχόλησης για τη νεολαία για όλους τους εργαζόμενους.

• 35ώρο και περαιτέρω μείωση των ωρών εργασίας, σαν όρος βελτίωσης της υγείας και της ασφάλειας των εργαζόμενων. Για ισορροπία ανάμεσα σε προσωπική ζωή και εργασία, μείωση του κόστους και ενσωμάτωση μέρους του χρόνου μετακίνησης προς και από το χώρο εργασίας.

• 35ώρο και περαιτέρω μείωση του χρόνου εργασίας για να μειωθεί η ανισότητα και οι διακρίσεις στην εργασία απέναντι στις γυναίκες

• 35ώρο και περαιτέρω μείωση του χρόνου εργασίας ενάντια στις υπερωρίες και την εντατικοποίηση της εργασίας. Επιβολή καθορισμένου χρόνου εργασίας ειδικά στα τεχνικά επαγγέλματα και στη πνευματική εργασία, όπου οι εργαζόμενοι επί της ουσίας εργάζονται πάνω από 50 ώρες την εβδομάδα. 30ώρο για τους εργαζόμενους στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα

Η πάλη για τη μείωση του εργάσιμου χρόνου εντός των καπιταλιστικών πλαισίων δεν εξασφαλίζει από μόνη της τη καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας και του ύψους των μισθών. Είναι μια σχετική και προσωρινή νίκη. Διαφιλονικούμενη και υπό αίρεση κατάκτηση. Στα πλαίσια της καπιταλιστικής αγοράς από μόνο του και χωρίς τη πάλη του εργατικού κινήματος, μπορεί να μετατραπεί σε δούρειος ίππος για την εισαγωγή της ελαστικότητας στην εργασία. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι που έχουν αναφερθεί στα μέτρα για εβδομάδα 4 ή 3 εργάσιμων ημερών είναι γάλλοι και μεξικάνοι καπιταλιστές [iii]. Μόνο στα πλαίσια της επαναστατικής διαδικασίας μπορεί να θεωρείται μέτρο που προωθεί μόνιμα και σταθερά τα εργατικά συμφέροντα.

Θοδωρής Μουγιάκος και Χρίστος Ανδριανόπουλος, μέλη της επιτροπής ΑΝΤΑΡΣΥΑ Γαλλίας)

Σημειώσεις
________________________________________
[i] « LES CLASSES MOYENNES FACE À LA TRANSFORMATION DIGITALE. Comment anticiper? Comment accompagner?», Ronald Berger Strategy Consultants, Octobre 2014 http://www.rolandberger.fr/media/pdf/Roland_Berger_TAB_Transformation_Digitale-20141030.pdf

[ii] http://www.cgt.fr/Travailler-toutes-travailler-tous.html#Propositions-et-pistes-que-la-CGT-met-en-debat-avec-les-salarieψ σς -e-s

[iii] Ο δεύτερος πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου, ο μεξικάνος μεγιστάνας των τηλεπικοινωνιών Κάρλος Σλιμ προτείνει 33 ώρες εργασίας σε εργάσιμη εβδομάδα τριών ημερών και σύνταξη στα 70-75, http://www.challenges.fr/revue-de-presse/20140721.CHA6297/le-milliardaire-carlos-slim-defend-la-semaine-de-3-jours.html

ΠΗΓΗ: pandiera.gr

Παρασκευή, 04 Μαρτίου 2016 00:00

Λιγότερη δουλειά, δουλειά για όλους

Γράφτηκε από τον

dia-del-trabajo.jpg

"…πραγματικά πλούσιο είναι ένα έθνος που δουλεύει έξι αντί για δώδεκα ώρες"-Καρλ Μαρξ.

Πήρα αφορ­μή να γράψω αυτό το άρθρο από την πα­ρα­κά­τω εί­δη­ση. Σύμ­φω­να με έκ­θε­ση που πα­ρου­σιά­στη­κε στο πα­γκό­σμιο οι­κο­νο­μι­κό φό­ρουμ στο Ντα­βός, με θέμα: «Το μέλ­λον των θέ­σε­ων ερ­γα­σί­ας» κατά την «τέ­ταρ­τη βιο­μη­χα­νι­κή επα­νά­στα­ση» (που κα­λύ­πτει τη ρο­μπο­τι­κή, την να­νο­τε­χνο­λο­γία, την τρισ­διά­στα­τη εκτύ­πω­ση και τη βιο­τε­χνο­λο­γία), μέχρι το 2020 υπο­λο­γί­ζε­ται ότι θα χα­θούν πάνω από 5 εκα­τομ­μύ­ρια θέ­σεις ερ­γα­σί­ας, εξ αι­τί­ας των εξε­λί­ξε­ων στους το­μείς γε­νε­τι­κής, τε­χνη­τής νοη­μο­σύ­νης και ρο­μπο­τι­κής καθώς και άλλων τε­χνο­λο­γι­κών εφευ­ρέ­σε­ων.

Ση­μειώ­νε­ται ότι τα ευ­ρή­μα­τα προ­έ­κυ­ψαν από έρευ­να σε 15 οι­κο­νο­μί­ες ανε­πτυγ­μέ­νων χωρών που απα­σχο­λούν 1,9 δις ερ­γα­ζό­με­νους η πε­ρί­που το 65% του πα­γκό­σμιου ερ­γα­τι­κού δυ­να­μι­κού.

Αυτό ση­μαί­νει ότι οι άνερ­γοι στον πλα­νή­τη θα ξε­πε­ρά­σουν τα 210 εκα­τομ­μύ­ρια. Ήδη σή­με­ρα έχου­νε φτά­σει τα 202 εκατ. από 169 εκατ. που ήταν το 2007  πριν την πε­ρί­ο­δο της με­γά­λης κρί­σης.

Ο άν­θρω­πος από την πρώτη στιγ­μή της ύπαρ­ξής του στον πλα­νή­τη Γη, για να μπο­ρεί να επι­βιώ­νει έδινε μάχες με τα στοι­χειά της φύσης και προ­σπα­θού­σε να τα κα­θυ­πο­τά­ξει. Αυτή η εν­στι­κτώ­δη δράση τον έσπρω­χνε στο να κα­τα­σκευά­σει ερ­γα­λεία, μέσα πα­ρα­γω­γής και ενώ η  ανά­πτυ­ξη των μέσων πα­ρα­γω­γής τον βοη­θού­σε να ελευ­θε­ρώ­νε­ται από τα στοι­χεία της φύσης, να αντι­με­τω­πί­ζει τα φαι­νό­με­να και να γίνει ο κυ­ρί­αρ­χος του πλα­νή­τη Γη και να φι­λο­δο­ξεί να πα­τή­σει και σε άλ­λους πλα­νή­τες, η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία της αν­θρώ­πι­νης κοι­νω­νί­ας   πα­ρέ­με­νε και εξα­κο­λου­θεί  πα­ρα­μέ­νει κάτω από τη σκλα­βιά της ατο­μι­κής ιδιο­κτη­σί­ας των μέσων πα­ρα­γω­γής από τους λί­γους επι­κυ­ρί­αρ­χους. Δού­λος, πλη­βεί­ος, δου­λο­πά­ροι­κος και ερ­γά­της. Σαν απο­τέ­λε­σμα η πλειο­ψη­φία της αν­θρώ­πι­νης κοι­νω­νί­ας ζούσε και εξα­κο­λου­θεί να ζει με στε­ρή­σεις, την πείνα, την εξα­θλί­ω­ση και την ανερ­γία επει­δή ο πλού­τος συσ­σω­ρεύ­ο­νταν σ’ αυ­τούς που κα­τεί­χαν τα μέσα πα­ρα­γω­γής.

Είναι αλή­θεια ότι: «Η ιστο­ρία όλων των ως τα τώρα κοι­νω­νιών είναι ιστο­ρία των τα­ξι­κών αγώ­νων.

Ελεύ­θε­ρος και δού­λος, πα­τρί­κιος και πλη­βεί­ος, βα­ρό­νος και δου­λο­πά­ροι­κος, μά­στο­ρας και κάλ­φας, με μια λέξη κα­τα­πιε­στής και κα­τα­πιε­ζό­με­νος, βρί­σκο­νται σε ακα­τά­παυ­στη αντί­θε­ση με­τα­ξύ τους, έκα­ναν ένα  αδιά­κο­πο αγώνα, πότε σκε­πα­σμέ­νο, πότε ανοι­χτό, έναν αγώνα που τε­λεί­ω­νε κάθε φορά με τον επα­να­στα­τι­κό με­τα­σχη­μα­τι­σμό ολό­κλη­ρης της κοι­νω­νί­ας ή με την από κοι­νού κα­τα­στρο­φή των τά­ξε­ων που αγω­νί­ζο­νταν». (Κομ­μου­νι­στι­κό Μα­νι­φέ­στο υπο­γράμ­μι­ση δική μου)

Η βάση αυτού του αδιά­κο­που αγώνα ήταν το ασφυ­κτι­κό πλαί­σιο που οι υφι­στά­με­νες πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις δη­μιουρ­γού­σαν στην ανά­πτυ­ξη των μέσων πα­ρα­γω­γής, με απο­τέ­λε­σμα να στα­μα­τά η πρό­ο­δος και η ευ­η­με­ρία της κοι­νω­νί­ας.

Στην εποχή μας την εποχή του κα­πι­τα­λι­σμού που έχει ήδη ζωή τριών αιώ­νων η ανά­πτυ­ξη της τε­χνο­λο­γί­ας, των μέσων πα­ρα­γω­γής, δεν έχει προη­γού­με­νο σ’ όλη την μα­κραί­ω­νη ιστο­ρία της αν­θρω­πό­τη­τας. Μι­λά­με για τε­χνο­λο­γι­κές  επα­να­στά­σεις. Γιατί σύμ­φω­να με το Κομ­μου­νι­στι­κό Μα­νι­φέ­στο (που εξα­κο­λου­θεί να είναι επί­και­ρο): «Η αστι­κή τάξη δεν μπο­ρεί να υπάρ­χει χωρίς να επα­να­στα­τι­κο­ποιεί αδιά­κο­πα τα ερ­γα­λεία πα­ρα­γω­γής (….) Η συ­νε­χής ανα­τρο­πή της πα­ρα­γω­γής, ο αδιά­κο­πος κλο­νι­σμός όλων των κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων, η αιώ­νια αβε­βαιό­τη­τα και κί­νη­ση, δια­κρί­νουν την αστι­κή εποχή από όλες τις προη­γού­με­νες».

Οι τε­χνο­λο­γι­κές επα­να­στά­σεις δη­μιούρ­γη­σαν στην εποχή του κε­φα­λαί­ου  πλού­το εκατό φορές πιο πολύ από όσο μπό­ρε­σε ο άν­θρω­πος να δη­μιουρ­γή­σει κατά την προη­γού­με­νη μα­κραί­ω­νη ύπαρ­ξή του επί της Γης . Αλλά αυτό ο πλού­τος είναι συ­γκε­ντρω­μέ­νος στους 62 αν­θρώ­πους που κα­τέ­χουν τόσο πλού­το όσο 3,5 δις άν­θρω­ποι.

Η ανά­πτυ­ξη της τε­χνο­λο­γί­ας δεν βελ­τί­ω­σε τη ζωή των αν­θρώ­πων. Δεν τους απε­λευ­θέ­ρω­σε από τα δεσμά της ερ­γα­σί­ας, δεν αύ­ξη­σε τον ελεύ­θε­ρο χρόνο, δεν εξά­λει­ψε την φτώ­χεια, δεν εξά­λει­ψε την ανερ­γία, δεν αύ­ξη­σε τους μι­σθούς. Η εκ­με­τάλ­λευ­ση της ανερ­γί­ας έφερε την μαύρη ερ­γα­σία, την με­ρι­κή απα­σχό­λη­ση, τις ελα­στι­κές μορ­φές ερ­γα­σί­ας με τους μι­σθούς πεί­νας. Η ανά­πτυ­ξη της τε­χνο­λο­γί­ας δεν εξά­λει­ψε τους πο­λέ­μους και την με­τα­νά­στευ­ση. Αντί­θε­τα βελ­τί­ω­σε τα όπλα κα­τα­στρο­φής.

Ποια πρέ­πει να είναι η απά­ντη­ση του ερ­γα­τι­κού και λαϊ­κού κι­νή­μα­τος στην διό­γκω­ση της ανερ­γί­ας εξ αι­τί­ας της κρί­σης, εξ αι­τί­ας της ανά­πτυ­ξης της τε­χνο­λο­γί­ας; Κατ’ αρχή ΔΟΥ­ΛΕΙΑ ΛΙ­ΓΟ­ΤΕ­ΡΗ, ΔΟΥ­ΛΕΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ. Αυτό ση­μαί­νει ότι για την επι­βί­ω­ση της κοι­νω­νί­ας πρέ­πει να επα­να­φέ­ρου­με δυ­να­τά ξανά στην επι­φά­νεια την μεί­ω­ση των ωρών ερ­γα­σί­ας. Μεί­ω­ση των ωρών στο επί­πε­δο της εξά­λει­ψης της ανερ­γί­ας, χωρίς πε­ρι­κο­πή μι­σθών και ημε­ρο­μι­σθί­ων, πλήρη απα­σχό­λη­ση για όλους, κα­τάρ­γη­ση της με­ρι­κής απα­σχό­λη­σης.

Η κρίση ση­μαί­νει κα­τα­στρο­φή του υπερ­συσ­σω­ρευ­μέ­νου κε­φα­λαί­ου και ανερ­γία, οι επεν­δύ­σεις σε σύγ­χρο­νη τε­χνο­λο­γία φέρ­νουν ανερ­γία, κα­πι­τα­λι­σμός πλέον ση­μαί­νει βαρ­βα­ρό­τη­τα, γιατί  τα μέσα πα­ρα­γω­γής ασφυ­κτιούν μέσα στα πλαί­σια του κα­πι­τα­λι­σμού. Δεν υπάρ­χει για την πλειο­ψη­φία της κοι­νω­νί­ας πρό­ο­δος και βελ­τί­ω­ση της ζωής της. Είναι ανα­γκαίο για την επι­βί­ω­ση της κοι­νω­νί­ας να ελευ­θε­ρώ­σου­με τα μέσα πα­ρα­γω­γής από τα χέρια του κε­φα­λαί­ου να ανή­κουν σ’ όλους και σε κα­νέ­να, να κοι­νω­νι­κο­ποι­η­θούν.  Ο μόνος δρό­μος είναι ο Σο­σια­λι­σμός.  

ΠΗΓΗ! rproject.gr

rixianatr.jpg

Γράφει ο Γ. Μυλωνάς.

Tο προηγούμενο διάστημα από πολλές πλευρές είχε επισημανθεί ότι ο αγώνας εναντίον του τρίτου μνημονίου δεν έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως μια συνήθης κινητοποίηση. Ένας αγώνας που δίνεται στα πλαίσια γενικά της πορείας των αγώνων, τους οποίους η εργατική τάξη και ο λαός αποκτούν εμπειρίες, ο αγώνας «αποτελεί παρακαταθήκη» όπως ακούγεται τελευταία, έστω και αν δεν υπάρξουν χειροπιαστά αποτελέσματα. Ο αγώνας αυτός είχε και έχει πολύ ευρύτερη σημασία και για πολλούς λόγους.

Πρώτο. Η επιβολή των βαρβάρων μέτρων που περιλαμβάνει το 3ο μνημόνιο θα φέρει τον χειμαζόμενο εργαζόμενο λαό από τη βαρβαρότητα των προηγούμενων μνημονίων, τουλάχιστον την πλειοψηφία του, στην ολοκληρωτική εξαθλίωση και αυτό πέρα από τις τεράστιες κοινωνικές επιπτώσεις δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα συμβάλει θετικά στην ανάπτυξη του κινήματος. Με τις σημερινές συνθήκες μάλλον το αντίθετο θα συμβεί.

Δεύτερο. Για το εργατικό και το λαϊκό κίνημα ήταν και είναι μια ευκαιρία να δράσει και να αναστρέψει την πορεία φθοράς και απαξίωσης του, ιδιαίτερα αν έδινε με συνεπή και αποφασιστικό τρόπο τον αγώνα αυτόν. Αν δηλαδή ο αγώνας έπαιρνε μεγάλη ευρύτητα, συσπείρωνε ευρύτερα τμήματα της εργατικής τάξης και των μισθωτών γενικότερα και μαζί συμπαρατασσόταν όλες οι εργαζόμενες λαϊκές τάξεις και στρώματα, αν η αλληλεγγύη αναδεικνύονταν σε βασικό στοιχείο του, αν η εργατική τάξη και το κίνημα της αναδεικνύονταν σε ηγετική δύναμη του.

Τρίτο. Αν το κίνημα αυτό δεν διεκδικούσε τίποτε λιγότερο από την απόσυρση των μέτρων, την ακύρωση όλων των μνημονίων, τη διεκδίκηση μέτρων ουσιαστικής ανακούφισης του χειμαζόμενου λαού.

Τέταρτο. Αυτό φυσικά απαιτούσε ολοκληρωμένο σχέδιο ανάπτυξης και κλιμάκωσης των αγώνων με κατεύθυνση όχι κάποιες οριακές βελτιώσεις, αλλά τη συνολική απόσυρση των μέτρων. Να είναι ξεκάθαρο σε όλους ότι ο αγώνας στοχεύει όχι στο να δοθεί απλά, αλλά να κερδίσει. Αυτό φυσικά έχει πολλές προϋποθέσεις τις οποίες ο Εργατικός Αγώνας έχει κατ' επανάληψη επισημάνει. Εδώ να σημειώσουμε μόνο την ανάγκη ανάπτυξης του ιδεολογικού μετώπου και αμφισβήτησης της απόλυτης ιδεολογικής κυριαρχίας της αστικής.

Η μέχρι σήμερα πορεία των αγώνων είναι λίγο πολύ γνωστή. Η εργατική τάξη μπήκε καθυστερημένα στη δράση, στις 4 Φλεβάρη με μια απεργία καλύτερη από τις προηγούμενες κάτω όμως από τις απαιτήσεις της συγκυρίας και με ογκώδη συλλαλητήρια, πράγματι ελπιδοφόρα, που φανέρωσαν ανεβασμένες αγωνιστικές διαθέσεις από πλατιά τμήματα των εργατοϋπαλλήλων, των αγροτών, των εργαζομένων επιστημόνων και μικροαστικών στρωμάτων της πόλης.

Μέχρι τώρα 4 εβδομάδες μετά την πανελλαδική απεργία καμία απόφαση για κλιμάκωση των απεργιακών κινητοποιήσεων δεν υπάρχει. Διαβάσαμε πρόσφατα ότι το ΠΑΜΕ έκανε πρόταση στην Εκτελεστική Επιτροπή της ΓΣΕΕ για 48ωρη απεργία κατά την κατάθεση και συζήτηση του σχεδίου νόμου στη βουλή. Η κατάθεση του σχεδίου νόμου μπορεί να γίνει σε δεκαπέντε μέρες, μάλλον απίθανο, στο τέλος Μαρτίου, ή στο τέλος Απριλίου μπορεί και αργότερα. Μέχρι τότε το εργατικό κίνημα περιμένει δεν αναπτύσσει δράση, η απογοήτευση και η αίσθηση ότι η υπόθεση της απόκρουσης των μέτρων έχει τελειώσει απλά θα γίνει μια απεργία και ένα συλλαλητήριο, μάλλον επετειακού χαρακτήρα, για να κλείσει η υπόθεση.

Οι αγρότες, κατά βάση οι μικρομεσαίοι, έδωσαν ένα μαζικό και ηρωικό αγώνα. Οργάνωσαν εκατοντάδες μπλόκα σε κάθε γωνιά της χώρας για περισσότερο από σαράντα μέρες. Τον αγώνα τους χαρακτήρισε η μαχητικότητα και η αλληλεγγύη και συμπάθεια της μεγάλης πλειοψηφίας του εργαζόμενου λαού με κάθε τρόπο.

Και επειδή πολλή συζήτηση γίνεται για το αν υπήρχαν μεγαλύτερες δυνατότητες για τους αγωνιζόμενους αγρότες θα επισημάνουμε ότι πράγματι υπήρχαν σημαντικές αντικειμενικές δυσκολίες. Κυρίως ότι η πολυήμερη κινητοποίηση δημιούργησε σημαντική κούραση, ενώ η αδιαλλαξία της κυβέρνησης και ο εμπαιγμός από τα υπόλοιπα αστικά κόμματα που δήλωναν υποστηρικτές των αιτημάτων και του αγώνα τους, αλλά τους καλούσαν να μην οδηγούν τις εξελίξεις στα άκρα, να ανοίξουν του δρόμους γιατί συγκρούονται με την ελευθερία και τα συμφέροντα της υπόλοιπης κοινωνίας και της χώρας, ουσιαστικά υπονόμευαν τις αγωνιστικές διαθέσεις και τη μαχητικότητα τους.

Πέραν όμως αυτών των αντικειμενικών δυσκολιών υπάρχουν και οι σοβαρές αδυναμίες του αγροτικού κινήματος και των πολιτικών φορέων που έχουν ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του αγροτικού κινήματος και οι οποίες έπαιξαν τον καθοριστικό ρόλο.

Να επισημάνουμε καταρχήν την έλλειψη συντονισμού της δράση των αγροτών με το κίνημα των εργαζομένων και γενικότερα του λαού και την έλλειψη ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού. Και αυτό σε ένα ζήτημα όπου η δράση εναντίον του κυβερνητικού προσχεδίου νόμου και γενικότερα των μνημονικών μέτρων μπορούσε να αποτελέσει τη βάση μιας ευρύτατης και ισχυρής συσπείρωσης τους. Η αδυναμία αυτή δεν επέτρεψε τη μεγαλύτερη δυνατή πίεση στην κυβέρνηση. Είναι ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα που ακολουθεί τους αγώνες τις τελευταίες δεκαετίες.

Πολύ σημαντικό πρόβλημα αναδείχτηκε η διαίρεση και ο κατακερματισμός των αγροτών. Δεν παραγνωρίζουμε φυσικά την ύπαρξη σημαντικών κοινωνικοταξικών διαιρέσεων, ούτε των πολιτικών διαφορών που επιδρούν πάνω στη συμπεριφορά των αγροτών, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με τον διαχωρισμό των μπλόκων από τη δημιουργία τους ακόμα, με βάση πολιτικούς προσανατολισμούς και επιδιώξεις των ηγητόρων τους. Κυρίως αναφερόμαστε στην ανυπαρξία κάθε προσπάθειας να εκδηλωθεί ενιαία το κίνημα και οι αγώνες στη βάση των αναγκαίων διεκδικήσεων των αγροτών που ξεπηδούν από αυτή τη συγκυρία. Η επεξεργασία ενός πλαισίου διεκδικήσεων που απαντούσε στην επίθεση της κυβέρνησης και της τρόικας και μπορούσε να εκφράσει τη μεγάλη πλειοψηφία της μικρής και μεσαίας αγροτιάς, ώστε αυτή να εκφραστεί ενιαία. Εδώ υπάρχουν σοβαρές ευθύνες σε πολλές πλευρές.

Τα μπλόκα που συσπειρώνονταν γύρω από αυτό των Τεμπών φαίνεται ότι από το πρώτο διάστημα προσέβλεπαν στην πρόσκληση από πλευράς κυβέρνησης για διάλογο με καλύτερο πιθανό αποτέλεσμα την απόσπαση οριακών βελτιώσεων των διατάξεων του προσχεδίου. Τα μπλόκα που συντάχθηκαν με αυτό της Νίκαιας πρόβαλαν ένα πλαίσιο αιτημάτων με καρδιά την απόσυρση των φορολογικών και ασφαλιστικών διατάξεων του σχεδίου της κυβέρνησης, που όμως δεν περιλάμβανε σοβαρά ζητήματα, όπως ο αγώνας εναντίον της κοινής αγροτικής πολιτικής και γενικά πολιτικής της ΕΕ, ιδιαίτερα σήμερα που ο χαρακτήρας της ΕΕ, ως ένωσης του μονοπωλιακού κεφαλαίου και οι επιπτώσεις του είναι εμφανής στα μάτια των μικρών και μεσαίων αγροτών. Τα μπλόκα αυτά οδήγησαν σε κορύφωση την κινητοποίησή τους με το πανελλαδικό συλλαλητήριο στην Αθήνα, με προφανή στόχο να πιέσουν στην κυβέρνηση να καθίσει στο τραπέζι του διαλόγου, έστω και αν τα περιθώρια απόσπασης ορισμένων κατακτήσεων ήταν ανύπαρκτα. Αυτό είχε ήδη φανεί από τη συνάντηση των άλλων μπλόκων με τον πρωθυπουργό. Ήταν πλέον φανερό ότι από το σημείο εκείνο ετοιμάζονταν η αποκλιμάκωση και η επιστροφή των αγροτών στις εργασίες τους. Οι δηλώσεις των ηγετών των μπλόκων αυτών ήταν ουσιαστικά το σήμα για το κλείσιμο των κινητοποιήσεων. Απλώς μεσολάβησαν ορισμένες μέρες που τα μπλόκα διατηρήθηκαν ακόμη και διαλύθηκαν με συγκέντρωση στο Κιλελέρ.

Από πολλές πλευρές τίθεται το ερώτημα, το οποίο θα το ακούμε συχνά το επόμενο διάστημα: Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, δεν πήγαινε άλλο με τα μπλόκα και τις κινητοποιήσεις των αγροτών, έφθασαν στα όριά τους και το πλαίσιο των αντικειμενικών προϋποθέσεων κατέστησε τη συνέχιση των κινητοποιήσεων απαγορευτική; Είχαν εξαντλήσει δηλαδή όσες δυνατότητες υπήρχαν;

Η αστική τάξη δεν είναι παντοδύναμη, ιδιαίτερα σήμερα που αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες, παρόλο το θετικό υπέρ της συσχετισμό λόγω της κατάστασης του συνδικαλιστικού κινήματος και γενικότερα του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Ο εργαζόμενος λαός έχει τα δικά του όπλα και δεν είναι αμελητέα. Υπήρχαν και υπάρχουν σημαντικές προϋποθέσεις. Εκείνο που έλειψε και λείπει είναι ότι δεν υπάρχει η αναγκαία βούληση από τις πολιτικές δυνάμεις που δίνουν τον τόνο στο κίνημα και επηρεάζουν σημαντικά τα συνδικάτα και τους αγώνες.

Ο αστικοποιημένος συνδικαλισμός των ηγεσιών της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ και πολλών ομοσπονδιών και εργατικών κέντρων δεν έχει καμιά διάθεση και κανένα συμφέρον από την ανάπτυξη του κινήματος και το ξέσπασμα μεγάλων αγώνων που θα δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα στην κυβέρνηση και την αστική τάξη. Επιδιώκουν μόνο να υπερασπιστούν τις θέσεις τους, να διατηρήσουν τον έλεγχο των συνδικαλιστικών οργανώσεων και να κρατούν καθηλωμένη και υποταγμένη την εργατική τάξη. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά καθιστούν εντελώς ασύμβατες τις ηγεσίες αυτές με την ανάπτυξη μεγάλων αγώνων που αμφισβητούν την πολιτική του κεφαλαίου.

Από την άλλη τέτοια διάθεση δεν δείχνει ουσιαστικά ούτε το ΠΑΜΕ και τα «μετωπικά» σχήματα που στηρίζει το ΚΚΕ. Δεν είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνεται ότι η ιδιότυπη συμπόρευση με τις ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ δεν οδηγεί σε αγώνες μαζικούς και ανατρεπτικούς παρά μόνο σε σποραδικές ντουφεκιές, σε αγώνες χαμηλής έντασης και μιας ορισμένης συντήρησης δυνάμεων. Δεν είναι δυνατόν παρά τους όποιους αγώνες που αναπτύσσονται, σε πολλές περιπτώσεις σημαντικούς, να μην προκύπτει κάτι, καμία θετική εξέλιξη στο επίπεδο της συγκέντρωσης δυνάμεων, της συμπαράταξης ευρύτερων δυνάμεων πάνω σε μια ορισμένη βάση που απαντά στις ανάγκες και τις διεκδικήσεις του λαού και μάλιστα η συμπαράταξη αυτή να παίρνει μονιμότερα χαρακτηριστικά. Η βασική αιτία που εμποδίζει το ΚΚΕ και τις «μετωπικές» συσπειρώσεις του είναι οι ίδιες οι θέσεις και η πολιτική του. Από τη στιγμή που το ΚΚΕ προβάλλει ως γραμμή δράσης του στον αγροτικό χώρο τη συμπόρευση των αγροτών με την ΠΑΣΥ και εντελώς χωριστά από τις υπόλοιπες δυνάμεις και με θέσεις που δεν γίνονται αποδεκτές από ευρύτερες αγροτικές μάζες δεν επιδιώκει καμιά συμπαράταξη. Δεν επιδιώκει κοινή δράση και μέτωπο της μικρομεσαίας αγωνίας πάνω στο οποίο θα αναπτυχθούν οι αγώνες και θα στηριχθεί η δημιουργία συνδικαλιστικών οργάνων και συνδικαλιστικού κινήματος γενικότερα. Αποτέλεσμα είναι η εικόνα κατακερματισμού των μικρών και μεσαίων αγροτών και των αγώνων τους.

Όλοι γνώριζαν ότι ωρίμαζαν μεγάλοι αγώνες των αγροτών και γενικότερα των εργαζομένων και το κυριότερο το πλαίσιο των αιτημάτων που απαντούσε στην κυβερνητική επίθεση μπορούσε να είναι η βάση συσπείρωσης της μεγάλης πλειοψηφίας της μικρομεσαίας αγροτιάς. Καμία προσπάθεια δεν έγινε πριν από τους αγώνες να προετοιμαστεί το έδαφος για συζήτηση και διαμόρφωση ενός πλαισίου αιτημάτων που θα μπορούσε να συσπειρώσει ευρύτερα τους αγρότες.

Τέλειωσαν οι κινητοποιήσεις, η συνέχεια θα είναι ανάλογη με άλλες περιπτώσεις που τελείωναν μεγάλοι αγώνες τα τελευταία είκοσι χρόνια και καθένας να επέστρεφε στα δικά του, στις ασχολίες και το παραταξιακό συμφέρον και προσπαθούσε να αντιμετωπίσει όσο είναι δυνατό με άλλους τρόπους τα προβλήματα του. Φαίνεται πως σήμερα συμβαίνει το ίδιο. Τίποτε δεν δείχνει ότι ο αγώνας αυτός και το πλαίσιο πάνω στο οποίο δόθηκε θα αξιοποιηθεί ως βάση για μια μετωπική συσπείρωση που θα εκφραστεί σε όλη την Ελλάδα, μέσα στα συνδικαλιστικά όργανα και στους αγρότες και θα πάρει πραγματική υπόσταση.

ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr

AFISA1.jpg

Παρέμβαση στο Κερατσίνι ενάντια στο ασφαλιστικό έκτρωμα –  Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016 ώρα 18,30 Πλατεία Ζαρντέν

Συνδιοργάνωση:

Πανελλήνια Ένωση Ναυτών Εμπορικού Ναυτικού (ΠΕΝΕΝ)

Σύλλογος Εκπαιδευτικών Π.Ε. Κερατσινίου - Περάματος - "ΝΙΚΟΣ ΠΛΟΥΜΠΙΔΗΣ"

Σύλλογος Εργαζομένων Δήμου Κερατσινίου - Δραπετσώνας

Σωματείο Εργατοϋπαλλήλων Καπνοβιομηχανίας ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΥ

Συλλογικότητες της περιοχής

_μεγαλύτερο_δίκτυο_αιολικής_ενέργειας_στην_Ευρώπη_φτιάχνει_η_Νορβηγία.jpg

Την κατασκευή ενός γιγάντιου δικτύου αιολικής ενέργειας, του μεγαλύτερου στην Ευρώπη και τέταρτου μεγαλύτερου παγκοσμίως, ανακοίνωσε η Νορβηγία.

Το έργο Fosen Vind αποτελείται από έξι αιολικά πάρκα με συνολική ισχύ ενός γιγαβάτ, μεγαλύτερη από την ήδη εγκατεστημένη αιολική ισχύ στη Νορβηγία.

Το μεγαλύτερο αντίστοιχο αιολικό δίκτυο στον κόσμο είναι το αιολικό πάρκο Gansu στην Κίνα, το οποίο θα ξεπεράσει σε ισχύ τα έξι γιγαβάτ.

Το έργο Fosen Vind αναπτύσσει η κοινοπραξία Statkraft-TrønderEnergi και Nordic Wind Power. Η επένδυση έχει προϋπολογισμό 1,1 δισ. ευρώ και αποτελείται από τα αιολικά πάρκα Harbaksfjellet, Roan, Storheia, Kvenndalsfjellet, Geitfjellet και Hitra 2.

Τα αιολικά πάρκα θα κατασκευαστούν στη χερσόνησο Φόσεν της νοτιοδυτικής Νορβηγίας, το νησί Χίτρα στη δυτική ακτή και απέναντι στην περιοχή Σνίλφιορδ. Πρόκειται για τρεις περιοχές με πολύ υψηλό αιολικό δυναμικό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Εκτιμάται ότι το γιγάντιο αιολικό δίκτυο θα παράγει 3,4 τεραβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας κάθε χρόνο.

Η κατασκευή των αιολικών πάρκων θα ξεκινήσει κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2016 και θα ολοκληρωθεί έως το 2020.

Πηγή: econews

Tsipras-DNT.jpg

Του Δημήτρη Σταμούλη

Η κυβέρνηση Τσίπρα θα γίνει η μοναδική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια των έξι χρόνων που ο ελληνικός λαός βρίσκεται στο «γύψο» των μνημονίων, που θα έχει υπογράψει… δύο μνημόνια μέσα σε ένα χρόνο! Ενώ βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη το τρίτο μνημόνιο που υπέγραψε το περασμένο καλοκαίρι με το «κουαρτέτο» των δανειστών-ληστών, έχει καταθέσει ήδη και μάλιστα πριν το δημοψήφισμα του Ιουλίου, όπως αποδείχθηκε, αίτηση προς το ΔΝΤ για τη σύναψη νέου προγράμματος.

Η είδηση πέρασε στα «ψιλά», και κυρίως προβλήθηκε η κοινή απόφαση ελληνικής κυβέρνησης και ΔΝΤ να προχωρήσουν σε ακύρωση του «παλιού» προγράμματος με το ΔΝΤ, που είχε συναφθεί το 2012, στο όνομα υποτίθεται της «αποφυγής πληρωμής διοικητικών επιβαρύνσεων», καθώς από το 2014 η Ελλάδα δεν είχε εισπράξει ούτε ευρώ. Η ουσία είναι βέβαια ότι άμεσα έπρεπε να ανοίξει ο δρόμος για το νέο πρόγραμμα με το νέο όνομα Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (MEFP), το οποίο θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με το κείμενο της ευρωπαϊκής πλευράς (MoU), όπως ακριβώς συνέβη με τις περιπτώσεις των δύο πρώτων μνημονίων όπου τα δύο κείμενα συνυπήρχαν.

Η «σκληρή διαπραγμάτευση» λοιπόν του Α.Τσίπρα το περασμένο καλοκαίρι άνοιξε το δρόμο όχι μόνο για την υπαγωγή της Ελλάδας σε καθεστώς τρίτου μνημονίου, αλλά σε νέα δεσμά υποταγής στο ΔΝΤ, από το οποίο υποτίθεται ότι θα μας «απελευθέρωνε». Με βάση την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2015, «τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ που ζητούν χρηματοπιστωτική συνδρομή από τον ΕΜΣ αναμένεται να απευθύνουν, εφόσον είναι δυνατόν, ανάλογο αίτημα και στο ΔΝΤ. Αυτό αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου η Ευρωομάδα να συμφωνήσει σχετικά με νέο πρόγραμμα του ΕΜΣ. Επομένως, η Ελλάδα θα ζητήσει τη συνέχιση της στήριξης του ΔΝΤ (παρακολούθηση και χρηματοδότηση) από τον Μάρτιο του 2016».
Άρα, η σημερινή κυβέρνηση, όταν υπέγραφε τη συμφωνία με τον ΕΜΣ, είχε πλήρη επίγνωση ότι δεσμεύεται για την και πέραν του Μαρτίου του 2016 παραμονή του ΔΝΤ στην Ελλάδα, και για αυτό ψήφισε και το σχετικό νόμο 4334. Όποιος λοιπόν ζητά «αρωγή» από τον ΕΣΜ, ταυτόχρονα καταλήγει στους… κυνόδοντες του ΔΝΤ, καταλήγοντας σε νέο δάνειο, πακέτο με πρόγραμμα άγριας λιτότητας, κι όλα αυτά υπό το περίφημο αγγλικό δίκαιο, για το οποίο οδύρονταν ο Τσίπρας ως αντιπολίτευση.

Κατά τα άλλα, τα δήθεν «πυρά» κυβερνητικών στελεχών κατά του ΔΝΤ και όσων διαρρέουν τα παπαγαλάκια του ή αρθρογραφεί και απαιτεί ο περιβόητος Τόμσεν, που είχε εκπονήσει τα δύο πρώτα άγρια μνημόνια για την Ελλάδα, είναι «τζάμπα μαγκιές» και δεν πείθουν κανέναν. Έφτασε η κυβέρνηση στο επίπεδο να… γκρινιάζει, διά στόματος Γ. Δραγασάκη στο φόρουμ των Δελφών, ότι «υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης» και να…. παρατηρεί τους εκπροσώπους των δανειστών για την καθυστέρηση στην υλοποίηση του άγριου αντεργατικού προγράμματος της κυβέρνησης, αφού «έχουν δημιουργηθεί όλες οι προϋποθέσεις για να συνεχιστεί η αξιολόγηση»!

Για να πάρουμε όμως μια γεύση του τι περιμένει τον ελληνικό λαό από μια νέα συμφωνία με το ΔΝΤ, αρκεί να θυμίσουμε ορισμένα από όσα ξεστόμισε ο Τόμσεν προ ημερών με σχετικό άρθρο του. Απαίτησε τη λήψη μέτρων 9 δισ. ευρώ έως το 2019, με μειώσεις συντάξεων και «μεταρρύθμιση ασφαλιστικού». Κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να πάρει «δύσκολες πολιτικές αποφάσεις στους επόμενους μήνες», έτσι ώστε να «νούμερα να βγαίνουν». Παρά το γεγονός ότι οι δύο προηγούμενοι μνημονιακοί αντιασφαλιστικοί νόμοι του 2010 και του 2012 φέρουν την υπογραφή του, κάνει λόγο για «ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα που παραμένει σε οικονομικά- απλησίαστα και γενναιόδωρα (sic) επίπεδα».

ΔΝΤ και ΕΕ μπορεί να «τραβούν» διαρκώς το αυτί στην κυβέρνηση Τσίπρα, απαιτώντας το «κάτι παραπάνω», ωστόσο η τελευταία προχωρά ακάθεκτη σε όλο το πακέτο αντεργατικών μέτρων, σε ασφαλιστικό, φορολογικό, εργασιακό, ιδιωτικοποιήσεις και «κόκκινα» δάνεια. Εξ ου και οι «αναθεωρημένες» προτάσεις που έστειλε στους θεσμούς τόσο για τις αλλαγές στο ασφαλιστικό όσο και για την φορολογία εισοδήματος, προκειμένου να καλυφθεί η μνημονιακή υποχρέωση για μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 1,8 δισ. ευρώ, ή 1% του ΑΕΠ, το 2016. Όσο κι αν προβαίνει σε διαψεύσεις διά στόματος Κατρούγκαλου ότι δεν πρόκειται να περικόψει συντάξεις, γεγονός είναι ότι οι δανειστές επιμένουν πως απαιτούνται νέες, μεγάλες περικοπές στις κύριες και τις επικουρικές συντάξεις, και επέκταση του μοντέλου των εισφορών και του υπολογισμού της εθνικής σύνταξης που έχει προταθεί στους αγρότες και στους υπόλοιπους επαγγελματίες.

Aναφορικά με τις εισφορές – όπου η κυβέρνηση πλέον έχει «καταπιεί» την αρχική της πρόταση για αύξηση 1,0% των εργοδοτικών εισφορών- φαίνεται πως στην κυβέρνηση καταλήγουν σε ένα μοντέλο με διαφορετικές κλίμακες, η οποίες θα οδηγούν σταδιακά στο 20% και θα αποδίδουν χαμηλότερη εθνική σύνταξη, ανάλογα με το ύψος των εισφορών.

Αντίστοιχα σχεδιάζεται η εθνική σύνταξη να δίνεται με «δυο ταχύτητες», ανάλογα με τα χρόνια ασφάλισης, με αύξηση του ανώτατου ορίου της εθνικής σύνταξης από τα 15 χρόνια, που προέβλεπε το αρχικό σχέδιο Κατρούγκαλου, στα 20 χρόνια ασφάλισης, ενώ σε όσους βγουν με 15 χρόνια θα δίνεται ένα ξεροκόμματο 290 ευρώ. Όλα αυτά βέβαια με βάση τα πιο πρόσφατα σενάρια, που ανεξάρτητα πώς θα διατυπωθούν τελικώς, αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση Τσίπρα από τα πολλά «Yes men», θα καταλήξει να παρουσιάσει ένα ακόμα πιο αποκρουστικό ασφαλιστικό νομοσχέδιο στη βουλή.

Όσον αφορά τα εργασιακά, επίκειται η πλήρης εφαρμογή του μέτρου των επιχειρησιακών συμβάσεων μέχρι τον Ιούνιο και για το σκοπό αυτό, το υπουργείο Εργασίας όπως όλα δείχνουν, δε θα επεκτείνει την ισχύ των συλλογικών συμβάσεων στις επιχειρήσεις όπου δεν υπάρχει επιχειρησιακή σύμβαση, ενώ η γνωμοδότηση του ΣΕΠΕ θα έχει συμβουλευτικό (δηλαδή, διακοσμητικό) χαρακτήρα. Να θυμίσουμε δε ότι ήδη έχει ψηφιστεί το λοκ άουτ.

Σε σχέση με τα κόκκινα δάνεια, ΔΝΤ και άλλοι «θεσμοί», απαιτούν την πλήρη απελευθέρωση της αγοράς και ουσιαστικά κατάργηση ακόμα και της όποιας προστασίας σε μερικούς δανειολήπτες προέβλεπε ο νόμος Κατσέλη, ανοίγοντας το δρόμο σε έναν Αρμαγεδδώνα για τη λαϊκή πρώτη κατοικία. Οι δανειστές θέλουν όλα τα δάνεια να μπορούν να πωληθούν σε funds, ενώ η κυβέρνηση μετατοπίζει τις… κόκκινες γραμμές της σε κάποια όρια εξαίρεσης. Στις ράγες του απόλυτου ξεπουλήματος έχει τεθεί και το νέο υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων, το οποίο θα απορροφήσει ΤΑΙΠΕΔ, ΤΧΣ και ΕΤΑΔ, με αποτέλεσμα τον ακόμα μεγαλύτερο έλεγχο από μέρους των δανειστών της διαδικασίας ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας που έχει απομείνει, με την κυβέρνηση να φέρεται διατεθειμένη ακόμα και ξένο γκαουλάιτερ να αποδεχτεί για τη θέση του προέδρου του ΔΣ!

Ο κόσμος της εργασίας, οι εργαζόμενοι, οι φτωχομεσαίοι αγρότες, οι μπλοκάκηδες αυτοαπασχολούμενοι, οι νέοι και οι άνεργοι ασφαλώς τίποτα θετικό δεν έχουν να αναμένουν από τις εξελίξεις των επόμενων ημερών. Η κυβέρνηση με τους ελιγμούς της στο ασφαλιστικό, ιδίως των αγροτών και των επιστημόνων, και με την αμέριστη αρωγή των ξεπουλημένων συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, αλλά και με τα πισωγυρίσματα των δυνάμεων του ΚΚΕ στα αγροτικά μπλόκα, προσπαθεί να κερδίσει χρόνο και να επιφέρει αποκλιμάκωση και των αγώνων, αλλά κυρίως της «ψυχολογίας» της σύγκρουσης που ενέπνεε τον κόσμο που όλο αυτό το διάστημα δίνει τον αγώνα του στους δρόμους, στις απεργίες, και στα μπλόκα. Σοβαρότατες είναι οι ευθύνες και στο εργατικό μέτωπο, των δυνάμεων του ΠΑΜΕ –αλλά και της ΛΑΕ, όπως φάνηκε στην ΑΔΕΔΥ- που αντί να συμβάλουν σε ένα ανεξάρτητο κέντρο αγώνα με τις δυνάμεις τους και σε απεργιακή κλιμάκωση, αβαντάρουν το κλίμα εκτόνωσης, αρνούμενες να ψηφίσουν απεργιακή πρόταση στο πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου, και αρκούμενες απλώς σε 48ωρη απεργία «όταν και εφόσον» κατέβει το νομοσχέδιο.

Όμως ο κόσμος του αγώνα είναι εδώ! Η συνέλευση αγώνα της Αθήνας με δεκάδες σωματεία και συλλογικότητες, οι πρωτοβουλίες συντονισμών σωματείων σε Θεσσαλονίκη και άλλες περιοχές της χώρας αλλά και της Αττικής, μπορούν να λειτουργήσουν ως πυροκροτητής απρόσμενων εξελίξεων, και να θέσουν επί τάπητος άμεσα το ζήτημα της κλιμάκωσης για την αποτροπή του νομοθετικού εκτρώματος, και την πραγματοποίηση ενός πρώτου αποφασιστικού πλήγματος στην κυρίαρχη πολιτική της κυβέρνησης.

Δημοσιεύθηκε στο ΠΡΙΝ, 28.02.2016

katroygalos_delfoi.jpg

Με αφορμή την τοποθέτηση Κατρούγκαλου στο οικονομικό φόρουμ των Δελφών, σε σχέση με το ασφαλιστικό και την πρόταση που διατύπωσε για δημιουργία Επαγγελματικών Ταμείων, η Πανελλήνια Ομοσπονδία Προσωπικού στος Οργανισμούς Κοικωνικής ΠΟλιτικής (ΠΟΠΟΚΠ) εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:

«Σύμφωνα με δημοσιεύματα ο υπουργός Κατρούγκαλος στη σημερινή του τοποθέτηση στο οικονομικό συνέδριο των Δελφών εκτός από τις συνήθεις ανακρίβειες και τις δημαγωγικές κορώνες, αποφάσισε να «απασφαλίσει» μια ακόμα ακραία νεοφιλελεύθερη αντιασφαλιστική βόμβα.

Συγκεκριμένα δήλωσε «ανοιχτός» σε συζητήσεις που αφορούν στη δημιουργία Επαγγελματικού Ταμείου για επιστήμονες και ελεύθερους επαγγελματίες, στους οποίους θα δοθεί η δυνατότητα απαλλαγής από την υποχρεωτική ασφάλιση στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ).

Αυτό εκτός των άλλων σημαίνει την εξαίρεση των τρεχουσών εισφορών τους από τον διανεμητικό μηχανισμό του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης και επιβεβαιώνει τις πάγιες θέσεις και τους φόβους της Ομοσπονδίας μας.

Δεδομένου δηλαδή ότι, η αναλογική σύνταξη που θα απονέμει το νέο υπέρ-ταμείο θα εξαρτάται μόνο από τις εισφορές χωρίς καμιά εγγύηση από το κράτος, αυτή θα στηρίζεται κυρίως στις εισφορές των μισθωτών του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. Από αυτές δηλαδή τις εισφορές θα λαμβάνουν τα ψίχουλα της αναλογικής και οι 500000 περίπου σημερινοί συνταξιούχοι του ΟΑΕΕ και του ΕΤΑΑ αφού οι εισφορές των εν ενεργεία συναδέλφων τους θα είναι εκτός συστήματος και θα τις διαχειρίζεται το νέο τους Επαγγελματικό Ταμείο. Το επόμενο στάδιο βέβαια θα αφορά στη συνολική απαλλαγή της εργοδοσίας από τη «συμμετοχή» στις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζόμενων. Η «πίτα» δηλαδή της αναλογικής σύνταξης θα συρρικνωθεί συνολικά τουλάχιστον κατά 70%. Η ιδιωτική ασφάλιση θα αποτελεί πλέον μονόδρομο και η αποστολή τους θα έχει «εκτελεστεί».

Αυτό λοιπόν το πολιτικό σχέδιο που βρίσκεται σε εξέλιξη αποτελεί τη μεγάλη παγίδα για παλαιούς και νέους συνταξιούχους αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο της Εργασίας κι ας αφήσουν τα ψέματα και την παραπληροφόρηση για τους «ενιαίους κανόνες» και τις «κόκκινες γραμμές».

Ο Σπράος «ζει» κι αυτός τους οδηγεί…

πηγη:pandiera.gr

Σελίδα 1372 από 1527
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή