Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Έξι (αλησμόνητοι ή μισοξεχασμένοι) «άθλοι» του Κ. Σημίτη, του Διονύση Ελευθεράτου

Εξιδανικεύσεις, αγιογραφίες, αλλά και εύστοχες επισημάνσεις: Πολλά ειπώθηκαν και γράφτηκαν για τον «μεγάλο εκσυγχρονιστή» Κώστα Σημίτη, μετά τον θάνατό του. Εμείς εδώ θα επικεντρωθούμε σε έξι νευραλγικά θέματα του οικονομικού και εργασιακού πεδίου, λαμβάνοντας υπόψη τι αναφέρθηκε κατά κόρο και τι δεν συζητήθηκε (κατά τη γνώμη μας) επαρκώς τις τελευταίες ημέρες, όταν και «επανήλθε» στη δημόσια σφαίρα η περίοδος 1996 – 2004. Τα έξι θέματα που προτάσσουμε αντιστοιχούν σε ισάριθμα κατ’ ευφημισμό επιτεύγματα της εποχής Σημίτη.
«Άθλος» πρώτος: Το άλμα της ανεργίας και οι «απασχολήσιμοι»
Όπως μας πληροφορεί η ΕΣΥΕ, στην περίοδο 1985 – 1991 η επίσημη ανεργία κυμαινόταν από 7% έως 7,8% (μέσος ετήσιος όρος της εξαετίας7,5%). Μοιραία επήλθε μεγάλο σοκ το 1992 και 1993, όταν η ανεργία ανέβηκε στο 8,7% και 9,7% αντίστοιχα, κάνοντας θρύψαλα τις προεκλογικές (1990) διακηρύξεις του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη για γενναία τόνωση της απασχόλησης. Τόνωση, μάλιστα, με δεκάδες χιλιάδες «καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας», κυρίως στον τριτογενή τομέα (αυτά έταζε).
Η δεύτερη μεγάλη εκτίναξη της ανεργίας έγινε επί πρωθυπουργίας Κ. Σημίτη. Η πρώτη κυβέρνησή του, τον Ιανουάριο του 1996, την «παρέλαβε» στο 10% (1995), αλλά η «εκσυγχρονιστική πρόοδος» την ανέβασε στο 11,7% το 1999 και την κράτησε στο 11,2% το 2000.
Στην τριετία 2001 – 2003 ο μέσος όρος της ήταν 9,9%. Η πτώση εκείνη οφειλόταν κατά βάση στο «γκάζι» που πατούσε τότε ο κατασκευαστικός τομέας (κυρίως αυτός), λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Έστω κι έτσι, όμως, η «γκαζωμένη» οικονομική δραστηριότητα εκείνης της τριετίας δεν απέφερε μείωση της ανεργίας, παρά μόνο στα επίπεδα του 1994 – 1995. Δεν το λες και επιτυχία…
Ας σημειωθεί ότι οι στατιστικές της ανεργίας στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη, έχοντας ήδη ευθυγραμμιστεί με το αγγλοσαξονικό μοντέλο καταγραφής, εκλάμβαναν ως κανονικό εργαζόμενο όποιον είχε έστω και μία ώρα δουλειάς την εβδομάδα.
Με την πρώτη ματιά, η ανάταση της ανεργίας την περίοδο του καθαρόαιμου νεοφιλελεύθερου Κων. Μητσοτάκη ήταν εξηγήσιμη, αλλά μυστηριώδης παραμένει η αντίστοιχη του σοσιαλ- φιλελεύθερου (χωρίς εισαγωγικά κι ας φωνάζουν όσο θέλουν οι αγιογράφοι) Κ. Σημίτη.
Επί πρωθυπουργίας Μητσοτάκη πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο οι δείκτες που επηρέαζαν την απασχόληση (μεταποίηση, ιδιωτικές επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου κ.α.), με κορωνίδα την μεγάλη επιβράδυνση των αναπτυξιακών ρυθμών και τελικά την ύφεση το 1993. Ύφεση, για πρώτη φορά από το 1987. Αλλά την περίοδο του κυβερνώντος «εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ» τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά.
Ο Κ. Σημίτης ανέλαβε τα ηνία της κρατικής εξουσίας, ενώ η ελληνική οικονομία είχε μόλις εισέλθει σε έναν ανοδικό κύκλο. Τα επόμενα χρόνια, ως το 2006, υπήρξαν περίοδος εντυπωσιακής μεγέθυνσης που όμως, όπως έμελλε να αποδειχθεί αργότερα με οδυνηρό τρόπο, διέθετε βάσεις αδύναμες, αν όχι σαθρές.
Ο «προκαθήμενος» του «εκσυγχρονισμού» ταύτισε τη θητεία του με μια ανάπτυξη βασισμένη σε διαρκείς προτροπές για κατανάλωση, σε πιστωτική επέκταση και στις εισροές κοινοτικών πόρων (οι τρόποι αξιοποίησης πολλών εξ αυτών θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν αντικείμενο μεγάλης συζήτησης). Βασισμένη, επίσης, στη «μέθη» των Αγώνων του 2004 και των μεγάλων προσδοκιών για κατοπινά «βιώσιμα, μόνιμα οφέλη». Η προσγείωση στην πραγματικότητα ήταν ανώμαλη (1), αλλά έως και το 2004 ώθηση δόθηκε. Όπως, για να μην ξεχνιόμαστε, δόθηκαν για τη διοργάνωση των Αγώνων ποσά που υπερέβησαν έξι φορές τον αρχικό προϋπολογισμό (2).
Κάποια «καμπανάκια» ηχούσαν, λχ το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο «συνέτριβε» ιστορικά ρεκόρ από το 1998 και μετά. Λίγοι, όμως, έδιναν σημασία σε τέτοιες «λεπτομέρειες»… Οι αναπτυξιακοί δείκτες ήταν ισχυροί, ομοίως και η χίμαιρα η οποία, δια μέσου ενός θηριώδους επικοινωνιακού μηχανισμού, έταζε διαρκή βελτίωση της ζωής όλων. Είτε από «κανονικό δρόμο» είτε από τη Σοφοκλέους, όπου έδρευε το Χρηματιστήριο.
Υπό τις συνθήκες εκείνες, η υψηλή ανεργία φάνταζε παράταιρη προς την φαινομενικά ακάθεκτη ανάπτυξη. Στην πραγματικότητα, ήταν πρόγευση από «σκηνές προσεχώς». Μια ένδειξη για τα υλικά «φούσκας», με τα οποία είχε φτιαχτεί η ευφορία της εποχής.
Κάτι ακόμη: Την ανεργία, τότε, δεν την τιθάσευσαν (ούτε καν τυπικά) οι ρυθμίσεις για περισσότερη «εργασιακή ευελιξία». Εκείνες που είχαν ως προμετωπίδα τον όρο του Κ. Σημίτη «απασχολήσιμοι».
Οι «απασχολήσιμοι» ήταν εκείνοι που έπρεπε να αποδεχθούν πολλά. Ότι ανά πάσα στιγμή θα άλλαζαν αντικείμενο εργασίας. Ότι θα εργάζονταν εκ περιτροπής. Ότι θα είχαν δουλειές προσωρινές ή μερικής απασχόλησης – και οτιδήποτε ακόμη θα εμφάνιζε ως αναπόφευκτο η εκάστοτε επίκληση στις «νέες προκλήσεις των καιρών».
Η αλήθεια είναι ότι κατά την περίοδο του «εκσυγχρονισμού» η μερική απασχόληση στην Ελλάδα υστερούσε κατά πολύ του μέσου όρου της ΕΕ. Πολλοί θα αναθεμάτιζαν για την εν λόγω υστέρηση το «καλομαθημένο», «απροσάρμοστο» εγχώριο εργατικό δυναμικό. Καλό θα ήταν, προτού το κάνουν, να συγκρίνουν τις αποδοχές που εξασφάλιζε στην Ελλάδα και στην ΕΕ η μερική απασχόληση, η οποία – ειρήσθω εν παρόδω- εδώ εκτινάχθηκε προς τα πάνω αργότερα, στις άγριες εποχές των μνημονίων. Ως λύση ανάγκης βεβαίως, όχι ως επιλογή που συνεκτιμούσε άλλες παραμέτρους (πχ συνδυασμό αξιοπρεπών αποδοχών με περισσότερο ελεύθερο χρόνο).
Πλουσιότατο ήταν το νομοθετικό έργο των κυβερνήσεων Σημίτη για την επέκταση της «ευέλικτης εργασίας». Σταχυολογούμε: Ο Ν. 2639/98 μεταξύ άλλων παρείχε τη δυνατότητα να φαλκιδεύονται κλαδικές συμβάσεις (τον συμπλήρωσε ο Ν. 2874/2000). Την ευχέρεια να καταργούνται δια νόμου συλλογικές συμβάσεις και γενικοί κανονισμοί εργασίας σε δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς παρέσχε ο Ν. 2579/98.
Με τον Ν. 2956 /01 διαμορφώθηκε το πρώτο ειδικό καθεστώς δανεισμού εργαζομένων μέσω Εταιρειών Προσωρινής Απασχόλησης. Με τον Ν. 3174/03 επεκτάθηκε η μερική απασχόληση στο Δημόσιο.
Όλες εκείνες οι ρυθμίσεις – και μερικές ακόμη – παρουσιάζονταν ως ισχυρά όπλα εναντίον της ανεργίας, αλλά, όπως είδαμε, τα αποτελέσματα υπήρξαν από μηδαμινά έως πενιχρά.
Ο «συνήγορος» του Κ. Σημίτη μπορεί να επιστρατεύσει μια ορθή διαπίστωση, μόνο που αυτή είναι περισσότερο κόλαφος παρά υπερασπιστική γραμμή: Ότι υπήρχε και εκτεταμένη εργασία, αδήλωτη. Περισσότερα στις αράδες που ακολουθούν.
«Άθλος» δεύτερος: Η «μαύρη εργασία» γίνεται «κανονικότητα»
Στα χρόνια της «εκσυγχρονιστικής» δόξας θέριεψε – όσο ποτέ άλλοτε, νωρίτερα – η ανασφάλιστη, αδήλωτη εργασία, κυρίως εκείνη την οποία παρείχαν οι οικονομικοί μετανάστες από την Αλβανία.
Ακούσια «στρέβλωση», λόγω ολιγωρίας (μόνιμης;) και ανεπαρκειών (αξεπέραστων;) κάποιων ελεγκτικών μηχανισμών; Ας μας επιτραπεί να μην είμαστε τόσο εύπιστοι. Να πιστεύουμε ότι δεν επρόκειτο για ατύχημα διαρκείας, αλλά την εκούσια, συνειδητή αναγωγή – αναγκαστικά σιωπηρή, αλλά μάλλον εμφανή – της «μαύρης» εργασίας σε «αναπτυξιακό μοχλό».
Όλοι θυμόμαστε, μεταξύ άλλων, πόσο ανθεκτικός στο χρόνο και ακατάβλητος αποδείχθηκε ο πολυδαίδαλος γραφειοκρατικός μηχανισμός που εμπόδιζε μαζικά μετανάστες να νομιμοποιηθούν, καθώς η μία υπηρεσία απαιτούσε χαρτιά που δεν παρείχε η άλλη. Είναι δε πασίγνωστο ότι, εκτός από την ολική υπήρχε και η μερική «μαύρη» εργασία. Πχ, μετανάστες που είχαν δουλέψει για 300 ένσημα αναγκάζονταν σε μαζικότατη κλίμακα να αρκεστούν στα 150, όσα δηλαδή τους «κολλούσε» ο εργοδότης προκειμένου να ανανεωθεί η πράσινη κάρτα τους.
Λίγο αργότερα, το 2001, όταν οι αλλοδαποί στην Ελλάδα ανέρχονταν (σύμφωνα με την απογραφή του ίδιου έτους) σε 763.000, ψηφίστηκε νέος νόμος που τους αφορούσε. Ο Ν. 2910/01. Ερευνητές της ελληνικής αγοράς εργασίας (Απ. Καψάλης, Γιάννης Κουζής κ.α.) συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι ο νόμος εκείνος, μολονότι για άλλα ζητήματα απέκλινε από τη δρακόντεια λογική προηγούμενων ρυθμίσεων, δεν εμπόδιζε τη διαιώνιση της αδήλωτης και ανασφάλιστης δουλειάς.
Είναι «κομμάτι» δύσκολο να αποδεχθεί κανείς ότι στον έκτο χρόνο της θητείας της η «εκσυγχρονιστική» διακυβέρνηση δεν διέθετε – ακόμη- την απαιτούμενη εμπειρία και τεχνογνωσία για να εξαλείψει ή τουλάχιστον να συρρικνώσει δραστικά το φαινόμενο. Προφανώς επιθυμούσε αυτήν την παράλληλη, εκτεταμένη – αν και τυπικά αθέατη – αγορά εργασίας, η οποία, σε τελική ανάλυση πρόσφερε «πλεονεκτήματα» που παρείχε και η νόμιμη «ευελιξία».
Μπορεί, λοιπόν, να καμαρώνει ο «εκσυγχρονισμός »… Χάρη σε αυτόν ρίζωσε και εμπεδώθηκε για τα καλά η αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία που το 2009, στις παραμονές της υπαγωγής μας στα μνημόνια, υπολογιζόταν στο 22%. Είχε ήδη προλάβει να «πάρει μπόι»…
«Άθλος» τρίτος: Πολλαπλά πλήγματα στα ασφαλιστικά Ταμεία και το ρεκόρ… θράσους
Βαριά πλήγματα υπέστησαν τα ασφαλιστικά ταμεία εξ αιτίας του «συνδυασμού που σκοτώνει», δηλαδή της υψηλής ανεργίας και της ραγδαία αυξανόμενης αδήλωτης εργασίας. Επιπρόσθετα τραύματα, όμως, προκάλεσε η διαδικασία που «πέταξε» ένα τμήματα των αποθεματικών στη «ρουλέτα» των τραπεζικών και χρηματιστηριακών παραγώγων.
Αυτός ο δρόμος άνοιξε επί πρωθυπουργίας Κων. Μητσοτάκη και… διαπλατύνθηκε επί Σημίτη (ρότα φυσιολογική, εδώ που τα λέμε – όπως σε αρκετά θέματα). Με το Νόμο 2042 του 1992 ορίστηκε ότι επιτρεπόταν να επενδυθεί «σε ακίνητα και κινητές αξίες» ετησίως το 20% των κατατεθειμένων σε τράπεζες διαθέσιμων κεφαλαίων των Ταμείων. Επί Σημίτη, τον Ιανουάριο του 1999, το ποσοστό αυτό ανέβηκε στο 23% (Ν. 2676).
Αργότερα, το 2003, έγινε ακόμη μεγαλύτερη η σύνδεση των αποθεματικών με χρηματιστηριακά παράγωγα υψηλού ρίσκου. Ας μείνουμε όμως στο 2002: Όπως έχει επισημανθεί στον Τύπο, στην τριετία 1999 – 2002 τα Ταμεία έχασαν 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ εξ αιτίας της… (μετα)μοντέρνας, της βουτηγμένης στη «νεωτερικότητα» μεθόδου για την «αξιοποίηση» της περιουσίας τους.
Για να έχουμε ένα μέτρο αποτίμησης του ειδικού βάρους που είχε, τότε, το ποσό των χαμένων 3,5 δισ. ευρώ, σημειώνουμε ότι ήταν κατά 1,3 δισ. υψηλότερο του αρχικού (άλλο θέμα πού έφθασε μετά) προϋπολογισμού των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 – χωρίς τα έξοδα του Οργανισμού «Αθήνα 2004».
Κι όμως… Σε μια τέτοια περίοδο, όταν – το ξαναλέμε – όλα τούτα συνενώνονταν με τη διόγκωση της αδήλωτης εργασίας, όταν πλήθαιναν τα ρεπορτάζ για πάμπολλες ανείσπρακτες εισφορές (με φορείς του Δημοσίου να φιγουράρουν σε θέσεις «βαρβάτων» οφειλετών), η κυβέρνηση Σημίτη έθετε στην ημερήσια διάταξη την «επίλυση του ασφαλιστικού» με τις περικοπές που προβλέπονταν στο πασίγνωστο «σχέδιο Γιαννίτση» (2001)… Εδώ οι λέξεις «κυνισμός» και «θράσος» είναι λίγες…
Το ίδιο θράσος, όμως, χαρακτήρισε στα κατοπινά χρόνια τις περισσότερες αναφορές όλου του «ακραίου κέντρου» στο ασφαλιστικό και ειδικά στο νομοσχέδιο Γιαννίτση. Η καθεστωτική νοσταλγία που περιέβαλε αυτό το σχέδιο είναι εξηγήσιμη: Τη «μεταρρύθμιση» εκείνη τη ματαίωσε μια δυναμική κοινωνική – λαϊκή κινητοποίηση, άρα ο «όχλος» πρέπει να νιώσει βαριά ένοχος…
Δεν είναι φυσικά αντικείμενο του παρόντος σημειώματος κάποια ανάλυση του ασφαλιστικού, όσο κι αν μια τέτοια «ακτινογράφηση», από εποχή σε εποχή, θα παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον (ιδίως αν υπενθύμιζε και τα πορίσματα των αναλογιστικών μελετών που έγιναν από διεθνείς φορείς, κατά παραγγελία της κυβέρνησης Σημίτη το 2003 και εκείνης του Καραμανλή, αργότερα). Ούτε είναι στόχος μας εδώ να καταγράψουμε μισές αλήθειες κι ολόκληρα ψέματα. Δεν μπορούμε ωστόσο να αγνοήσουμε την «επικοινωνιακή σταυροφορία» (ήταν πολύ επίμονη στα χρόνια των μνημονίων κι εν μέρει «κρατάει» ακόμη) που προσδίδει διαστάσεις τραγωδίας στη ματαίωση της «μεταρρύθμισης» του 2001.
«Αν είχε εφαρμοστεί το σχέδιο Γιαννίτση…». Ε, τι θα είχε συμβεί ή αποφευχθεί; Οι πλέον ακράτητοι από τους «ακροκεντρώους» ισχυρίζονταν πως δεν θα φορτωνόμασταν καν μνημόνια, διότι «κυρίως το κόστος του ασφαλιστικού μας έριξε στα βράχια». Ω, ναι, κάθε ημέρα της εβδομάδας κηρυσσόταν και άλλος «βασικός ένοχος», αναλόγως των προπαγανδιστικών αναγκών – και στόχων- της στιγμής. Πότε η γενική βουλιμία μας (η δική μας και του Πάγκαλου), πότε οι διορισμοί, πότε το κόστος λειτουργίας των νοσοκομείων, πότε οι ιδιοκτήτες τυροπιτάδικων που δεν έκοβαν απόδειξη κλπ. Ε, να μην φταίνε και οι συντάξεις μας;
Οι κάπως πιο συγκρατημένοι «ακροκεντρώοι» δεν μας είπαν ότι θα αποφεύγαμε τη βίαιη «δημοσιονομική προσαρμογή» εάν είχαμε αποδεχθεί το σχέδιο Γιαννίτση. Μας είπαν ότι το ασφαλιστικό θα άντεχε περισσότερο στη «φουρτούνα» των μνημονίων και εντεύθεν. Κάπως δύσκολο να το δεχθεί κανείς, εκτός αν ξέχασε ότι «φουρτούνα» εκείνη έφερε, όχι μόνο το PSI, αλλά και τη δραματική αντιστροφή στην αναλογία εργαζομένων – μη εργαζομένων στην ελληνική κοινωνία.
Βάσει των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, το 2008 είχαμε 4,5 εκατομμύρια εργαζόμενους και 3,8 εκατομμύρια που εντάσσονταν στο φάσμα των οικονομικά ανενεργών (ηλικιωμένοι, παιδιά, κ.α) και των ανέργων. Όμως τον Ιούνιο του 2012 καταγράφονταν 3,7 εκατομμύρια εργαζόμενοι έναντι 4,6 εκατομμυρίων του αθροίσματος ανέργων (1,2 εκατ.) και μη ενεργών οικονομικά (3,4 εκατ.). Είναι ολοφάνερο τι σήμαινε για το ασφαλιστικό αυτή εξέλιξη, όπως επίσης και η πτώση των μισθών και των συνακόλουθων εισφορών.
Θα ήταν, όντως, διαφορετικά τα πράγματα από το 2010, εάν είχε εφαρμοστεί το σχέδιο Γιαννίτση»: Λιγότερες συντάξεις παππούδων και γιαγιάδων θα επαρκούσαν για να τα «κουτσοβολέψουν» οικογένειες, χτυπημένες από την ανεργία και την εισοδηματική καθίζηση.
«Άθλος» τέταρτος: Η εισοδηματική ανισότητα σε επίπεδα… αλλοτινά
Στις αρχές φθινοπώρου του 1999, δημοσιεύθηκε μια στατιστική της Eurostat που έτυχε κάποιας προβολής σε μικρή, μόνο, μερίδα του Τύπου. Η Ελλάδα δεν κατατασσόταν δεύτερη (μετά την Πορτογαλία) στην ΕΕ μόνο σε ποσοστό φτωχών νοικοκυριών, αλλά δεύτερη και σε εισοδηματική ανισότητα. Το εισόδημα του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ήταν 6,7 φορές μεγαλύτερο από εκείνο του φτωχότερου 20%.
Ο πιο διαδεδομένος δείκτης εισοδηματικής ανισότητας είναι ο συντελεστής Gini. Αυτός μετρά πόσο απέχει η διανομή του εισοδήματος από την πλήρη ισότητα (που αντιστοιχεί στο μηδέν) ως την μέγιστη ανισότητα (τη μονάδα). Άρα, όσο μεγαλύτερη είναι η τιμή του, τόσο μεγαλύτερη ανισότητα αντανακλά.
Στην Ελλάδα ο συντελεστής Gini μετράται συστηματικά από το 1974 και μετά. Το 1974 μετρήθηκε στο 0,382 (εικαζόταν μάλιστα ότι νωρίτερα, επί χούντας, υπερέβαινε το 0,4). Στη μεταπολιτευτική εποχή μειώθηκε αισθητά και το 1981- 82 έπεσε στο 0,309. Στη συνέχεια κατέγραψε μικρότερες αυξομειώσεις, για να… πεταχτεί όμως στο 0,322 το 1998 – 99 (3). Κι επεφύλαξε νέα «εκτίναξη» το 2002 – 03, όταν και έφθασε στο 0,347 (4). Με άλλα λόγια, ο «εκσυγχρονισμός» έφερε την εισοδηματική ανισότητα σε επίπεδα προ του 1981.
Δειλά – δειλά, μετά το 1999 άρχισε να ακούγεται και να γράφεται ο όρος «δυο Ελλάδες», ως απάντηση στο ιδεολογικό τοτέμ της οικονομικά «ισχυρής Ελλάδας». Υποτίθεται ότι η «κοινωνική συνοχή» ήταν ένας από τους σταθερούς στόχους της «κεντροαριστεράς» τύπου Μπλερ ή Σημίτη. Και αποδείχθηκε διακήρυξη – ανέκδοτο.
«Άθλος» πέμπτος: Χρηματιστηριακό σκάνδαλο 1997- 1999
Ηχεί απίστευτο, αλλά ειπώθηκε κι αυτό: Ότι δεν επρόκειτο για σκάνδαλο, διότι καμία κυβέρνηση, ως εκ της θέσεώς της, δεν θα μπορούσε να πει στον κόσμο να σταματήσει να παίζει ή να προσέχει πώς παίζει. Ότι όλα επαφίονταν στην κρίση των ατόμων, που αν αποδείχθηκαν αφελή, αδαή ή μεθυσμένα από το όραμα του γρήγορου πλουτισμού, κανείς άλλος δεν τους φταίει…
Αν το ποινικό δίκαιο υιοθετούσε μια τέτοια «λογική», τότε θα έπαυε να διώκει σχεδόν κάθε απάτη, εφ’ όσον η επιτυχία της προϋποθέτει την αφέλεια, την ανοησία ή έστω την απροσεξία των θυμάτων.
Ολοφάνερο είναι το σόφισμα στο οποίο βασίζεται αυτό το «ξέπλυμα». Διότι το θέμα με το καθεστώς Σημίτη δεν είναι ότι απέφυγε να συμβουλεύσει τους «μεθυσμένους» να συγκρατηθούν , αλλά πως δεν σταμάτησε να τους κερνά αλκοόλ, διαβεβαιώνοντάς τους συνεχώς ότι τα καλύτερα στη Σοφοκλέους ήταν μπροστά…
Το έκανε ο ίδιος ο Κ. Σημίτης και μάλιστα από το βήμα της ΔΕΘ. Το έκανε τουλάχιστον έντεκα (!) φορές με δηλώσεις και συνεντεύξεις του ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Γιάννος Παπαντωνίου. Δεν σταμάτησε, μάλιστα, ούτε όταν – το φθινόπωρο του 1999 – άρχισε το «κραχ».
Ακόμη και στις 28 Μαρτίου 2000, δηλαδή δώδεκα μέρες πριν από τις βουλευτικές εκλογές, ο Γ. Παπαντωνίου δήλωνε πως το Χρηματιστήριο θα ξεπερνούσε τη «νευρικότητά του» (sic). Και πως θα ακολουθούσε άνοδος. «Το οποίο σημαίνει ότι όσοι είναι στο Χρηματιστήριο θα είναι κερδισμένοι», έλεγε ανερυθρίαστα. Νωρίτερα ο Ν. Χριστοδουλάκης διατύπωνε και… μανιφέστο, εκείνο του «μετοχικού λαϊκού καπιταλισμού». Και μετά ήρθε το «φταίτε εσείς που μας πιστέψατε…».
Δεν υπήρξε παρόμοιο χρηματιστηριακό σκάνδαλο στην Ελλάδα του 20ου αιώνα. Ήταν το δεύτερο τόσο μεγάλο, από καταβολής νεοελληνικού κράτους. Το πρώτο παραπέμπει στα έτη 1872 – 1874, σε μία καλοστημένη παγίδα του τραπεζίτη και «ευεργέτη» Ανδρέα Συγγρού.
Η κεντρική εξουσία της παλιάς εκείνης εποχής δεν είχε τόσο άμεση ανάμειξη στο κόλπο. Δεν φώναζαν υπουργοί στον κόσμο «αγοράστε, θα ανέβει κι άλλο…». Ο εμβρυώδης ελληνικός καπιταλισμός του 1870 είχε ασφαλώς κουσούρια, ευνοιοκρατία και διαπλοκή, αλλά όχι και Σημίτη – Παπαντωνίου να υποδαυλίζουν αυτοπροσώπως την «τρέλα» των κατοπινών θυμάτων.
Έστω κι έτσι, το 1874 η κυβέρνηση Δεληγεώργη έπεσε, καθώς δεν μπορούσε να αντέξει την κατακραυγή και το στίγμα ότι επέτρεψε στον Συγγρό να παίξει τέτοιο βρόμικο παιχνίδι. Ο «εκσυγχρονισμός» του 1996 και εντεύθεν ήταν πολύ πιο χοντρόπετσος και… προστατευμένος.
«Άθλος» έκτος: Η ένταξη στην ΟΝΕ, ως βραβείο σε …ανύπαρκτο διαγωνισμό και μοχλός για «σύγκλιση»
Μια από τις λέξεις που είχαν κολλήσει σαν τσιμπούρια στην καθεστωτική φρασεολογία καθ’ οδόν προς την ένταξη στην Οικονομική Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), αλλά και μετά από αυτήν, ήταν η «επιβράβευση». Υποτίθεται ότι με την ένταξη επιβραβευόταν η ελληνική οικονομία για τις «μεταρρυθμιστικές» προόδους και το νοικοκύρεμά της (έργο «εκσυγχρονισμού», βεβαίως – βεβαίως).
Όχι, δεν θα αντιτάξουμε εδώ αναλύσεις για «πειραγμένα» στοιχεία και αλχημείες. Θα θέσουμε κατ’ ευθείαν το ερώτημα: Υπήρξε, τότε, έστω και μία χώρα που θέλησε να μπει στην ΟΝΕ και είδε κλειστή την πόρτα; Καμία. Τι συνέβαινε, λοιπόν; Διέθεταν «οικονομίες – κούκλες» όλες οι υποψήφιες για ένταξη χώρες; Αστεία πράγματα…
Τα τυπικά κριτήρια τα πληρούσε το Λουξεμβούργο και ακόμη ένα, το πολύ δυο, κράτη. Η Γερμανία όμως ήθελε τότε να «μαντρώσει» στο δικό της… μαγαζί όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες, ώστε να τις εντάξει στη «σφαίρα επιρροής της» – ανταγωνιζόταν άλλωστε με τις ΗΠΑ γι’ αυτό.
Τα όποια προβλήματα θα γεννούσαν οι ανεπάρκειες, καθώς και η ανομοιομορφία στα χαρακτηριστικά των επί μέρους οικονομιών, θα «λύνονταν» αργότερα. Στην ελληνική περίπτωση, η Κομισιόν άρχισε από το 2002 (δηλαδή αμέσως μετά την ένταξη) να εκφράζει ζωηρές αμφιβολίες για την ακρίβεια των σχετικών με τις δημόσιες συναλλαγές στοιχείων, τα οποία ανακοίνωνε η κυβέρνηση Σημίτη.
Κατά συνέπεια, η διαδικασία ένταξης χωρών στην ΟΝΕ (εμείς συμμετείχαμε στο 3ο στάδιο) δεν έμοιαζε με πραγματική εξεταστική διαδικασία. Έμοιαζε με μια «κούρσα», στην οποία θα λάμβαναν τιμητικές πλακέτες όλοι όσοι συμμετείχαν.
Δυο άλλες λέξεις που δέθηκαν άρρηκτα με την τελική ευθεία για την ένταξη στην Ευρωζώνη ήταν «Κασσάνδρες» και «σύγκλιση». Με την πρώτη «κατακεραυνώνονταν» όσοι προέβλεπαν κύμα ακρίβειας με την άφιξη του νέου, του κοινού νομίσματος. Γνωστό είναι αν δικαιώθηκαν ή όχι.
Όσο για το όραμα της σύγκλισης, αυτό περιλάμβανε και την «εισοδηματική σύγκλιση με τα κράτη του ευρωπαϊκού Βορρά». Κάτι που ηχεί ως πικρό ανέκδοτο στις ημέρες μας, όταν γνωρίζουμε (και με τη «βούλα» της Eurostat) ότι σε όρους αγοραστικής δύναμης ο μέσος μισθός στην Ελλάδα είναι 27ος στην ΕΕ, δηλαδή τελευταίος – και με αρκετά αισθητή απόσταση από τους άλλους της «ουράς».
Οι υπερασπιστές της πολιτικής Κ. Σημίτη θα πουν φυσικά πως το πράγμα «στράβωσε αργότερα», ότι οι μετέπειτα κυβερνήσεις δεν αξιοποίησαν όπως έπρεπε το «πολύτιμο εργαλείο» της ένταξής μας στην ΟΝΕ, κ.α. Δεν θα κάνουμε εδώ μια αξιολογική αποτίμηση ανά περίοδο. Μπορούμε όμως να «ζουμάρουμε» στην εκπνοή της πρωθυπουργικής θητείας του Κ. Σημίτη, για να δούμε αν είχε αρχίσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα κάποια τέτοια σύγκλιση.
Βάσει και στοιχείων της ΕΕ που δημοσιεύθηκαν το 2004 (El Pais, 25/3/2004), τίποτα τέτοιο δεν διαφαινόταν. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο μέσος ελληνικός μισθός αντιστοιχούσε στο 41% του γερμανικού, όταν περιοριζόταν στο 1,9% η απόκλιση στην παραγωγικότητα της εργασίας (που στην Ελλάδα κατέγραφε ανοδική τροχιά από το 1994), ανάμεσα στις δυο χώρες. Με την Ισπανία είχαμε παρεμφερείς επιδόσεις στην παραγωγικότητα, αλλά στη χώρα αυτή ο μέσος μισθός ήταν κατά 12,1% υψηλότερος του ημέτερου. Κι όλα αυτά, με τον αριθμό των εργάσιμων ωρών να είναι στην Ελλάδα κατά 15% μεγαλύτερος από όσο στην ΕΕ.
Είναι αλήθεια ότι σταδιακά προχώρησε σε ορισμένες παραδοχές το πάλαι ποτέ «μονολιθικό», ενθουσιώδες και σίγουρα ευρύτατο φάσμα των υποστηρικτών της ένταξης στην ΟΝΕ. Ακούστηκε και γράφηκε πχ πως το τόσο σκληρό ευρώ αποδείχθηκε βαρύ για την ελληνική οικονομία, καθώς και ότι η κυβέρνηση Σημίτη θα έπρεπε να είχε πιέσει για μια άλλη ισοτιμία ανάμεσα στο κοινό νόμισμα και την απελθούσα δραχμή.
Να μία ακόμη αιτίαση, εκπορευόμενη από τα χείλη ή τα πληκτρολόγια ανθρώπων που διάνθισαν με κάποια «ναι μεν, αλλά» το τελικό τους συμπέρασμα πως χρειαζόταν η ένταξή μας στην ΟΝΕ: Ότι με το ευρώ δόθηκε το έναυσμα για υπερδανεισμό και υπερχρεώσεις στο εξωτερικό. Ενδιαφέρουσα παραδοχή για ένα φαινόμενο που είχε στενότατη σχέση με τη χρεοκοπία του 2009 -10. Αλλά λίγο καθυστερημένη.
Κάπως έτσι, το κέντρο βάρους της σχετικής επιχειρηματολογίας μετατοπίστηκε σε περισσότερο αμυντικές θέσεις. Απομακρύνθηκε αρκετά από το «ευρώ – ευλογία» και στάθηκε στο «ό,τι και αν έγινε, είτε καλώς είτε κακώς, αν φύγουμε τώρα από την ευρωζώνη θα καταστραφούμε» . Μετατόπιση που κουβαλά ψήγματα έμμεσων ομολογιών.
Για περισσότερες τέτοιες παραδοχές, ποιος ξέρει, μπορεί να περιμένουμε χρόνια ή και δεκαετίες. Τότε, ίσως, που οι εγχώριες οικονομικές και πολιτικές ελίτ θα ψάχνουν για νέες «μεγάλες ιδέες», ικανές ν’ αντικαταστήσουν τον «ευρωπαϊσμό». Λέμε, ίσως…
Σημειώσεις – παραπομπές
(1) Για μια συνοπτική αλλά εμπεριστατωμένη καταγραφή προσδοκιών και οφέλους κατά τομέα (τουρισμός, κατασκευές, κλπ), βλ. «Ο Τιτανικός της Ολυμπιάδας», έρευνα στην «Ελευθεροτυπία», 13/3/2010.
(2) Κόστος 13 δισ. ευρώ «έδειξε» το πόρισμα της επιτροπής που είχε επικεφαλής τον Πέτρο Δούκα, πρώην υφυπουργό Οικονομικών.
(3) Πηγή: Έρευνα Μητράκου – Τσακλόγλου.
(4) Πηγή: «Εισοδηματική ανισότητα και δείκτης Gini στην Ελλάδα», των Διον. Κουλλόλλι – Δημη. Μιχαηλίδη, βλ. Πίνακα για τα έτη 1995 – 2021
Πηγή: kommon.gr
Οι άνεμοι Σάντα Άνα ξύπνησαν την Οικολογία του Φόβου

Ο απολογισμός των πυρκαγιών στην Καλιφόρνια είναι ζοφερός με περισσότερους από 20 νεκρούς τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, 12.000 κατοικίες κατεστραμμένες και πάνω από 150.000 στρέμματα με βλάστηση να έχουν γίνει στάχτη. Η Παλισέιντς, η μεγαλύτερη από τις 4 πυρκαγιές που «κατατρώνε» την Καλιφόρνια ξέσπασε στις 7 Ιανουαρίου. Η δεύτερη μεγαλύτερη πυρκαγιά είναι η Ίτον στα βόρεια της πόλης γύρω από την Πασαντίνα, η οποία έχει κάψει 14.117 στρέμματα και έχει περιοριστεί μόλις κατά 15%.
Αυτές οι δύο πυρκαγιές, σύμφωνα με την Πυροσβεστική, θεωρούνται οι πιο καταστροφικές στην ιστορία της κομητείας του Λος Άντζελες. Οι συνεχιζόμενες πυρκαγιές ενδέχεται να αποδειχθούν οι πιο δαπανηρές στην αμερικανική ιστορία. Η AccuWeather εκτιμά πως οι ζημιές θα έχουν αξία που θα κυμανθεί από τα 135 ως τα 150 δισεκατομμύρια δολάρια.
Στα καμένα δεν υπάρχει κάποιος σκελετός κτιρίου που να έχει αντέξει. Στον χάρτη τα Παλισέιντς είναι ακριβές περιοχές ενώ στο Ίτον και Χερστ είναι οι φτωχογειτονιές.

Σε μεγάλο βαθμό, η παραπάνω δυστοπική εικόνα ήταν αναμενόμενη. «Οι πυρκαγιές στη συγκεκριμένη περιοχή είναι πραγματικά πολύ συχνές. Η εποχικότητα των ανέμων Santa Ana είναι αυτή ακριβώς που διανύουμε- φθινόπωρο και χειμώνας, τους πιο ψυχρούς μήνες του έτους. Και έτσι έχουμε αυτά τα περιστατικά, τα οποία είναι συχνά στην περιοχή, ακόμα κι αυτή την περίοδο που βρισκόμαστε έξω από το μισό ζεστό του έτους. Βέβαια, η τωρινή είναι μια εξαιρετικά ακραία κατάσταση» σημειώνει ο πυρομετεωρολόγος Γιώργος Παπαβασιλείου, μέλος των ομάδων FLAME και meteo του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.
Εξηγώντας περαιτέρω τον μηχανισμό της καταστροφής, ο κ. Παπαβασιλείου σημειώνει τα εξής: «Αν η έλευση αυτών των ενισχυμένων ανέμων συνδυαστεί με προηγηθείσα περίοδο ξηρασίας και απουσία βροχοπτώσεων, όπως συμβαίνει στην Καλιφόρνια, τότε το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό. Τότε, το ‘κοκτέιλ’ ξηρασίας και Santa Ana ανέμων είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει μεγάλη καταστροφή. Οι συνθήκες ήταν λοιπόν πολύ ευνοϊκές για μια μεγάλη καταστροφή. Μιλάμε για θυελλώδεις ανέμους, με ταχύτητα μεγαλύτερη από 60 χιλιόμετρα και ριπές πάνω από 120 χιλιόμετρα. Άνεμοι καταβατικοί που κατεβαίνουν από υψηλότερα υψόμετρα προς τα χαμηλά. Καθώς κατεβαίνουν θερμαίνονται και ξηραίνονται. Έτσι, τα πύρινα μέτωπα τρέχουν με πολύ μεγάλη ταχύτητα, παράγοντας διαρκώς καύτρες που τα λαμπαδιάζουν όλα μέσα σε δευτερόλεπτα».
Σύμφωνα με τον κ. Παπαβασιλείου, η διαφορά των τωρινών πυρκαγιών σε σχέση με προγενέστερες στην ίδια περιοχή είναι πως η αρχική πυρκαγιά ξέσπασε κοντά σε κατοικημένες περιοχές και ουσιαστικά σε μεγάλο βαθμό ο «χαρακτήρας» της ήταν αυτός μιας αστικής πυρκαγιάς και λιγότερο μιας δασικής. «Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι εξαιρετικά δύσκολο έως ακατόρθωτο να την ελέγξεις. Και να είχαν νερό τα πυροσβεστικά οχήματα δεν θα τα κατάφερναν. Ζωές παλεύουν να σώσουν και περιουσίες».
Σε αυτό το σημείο, ο κ. Παπαβασιλείου αναφέρει πως η Ελλάδα «μοιράζεται πολλά κοινά στοιχεία με την Καλιφόρνια, μετεωρολογικά, κλιματολογικά αλλά και από άποψη τοπογραφίας. Μια παρόμοια περίπτωση συνδυασμού καταβατικών, ενισχυμένων ανέμων και ιδιαίτερης τοπογραφίας ήταν η δική μας περίπτωση στο Μάτι. Δυστυχώς στην Καλιφόρνια, τα σπίτια είναι όλα ξύλινα άρα πάρα πολύ εύφλεκτα. Η ξηρασία και η έλλειψη βροχοπτώσεων δείχνουν πόσο καταστροφική είναι η δράση της κλιματικής αλλαγής».

Η «Οικολογία του φόβου»
Για το παράδοξο γεγονός πως στην τόσο εύφλεκτη Καλιφόρνια, τα σπίτια είναι ξύλινα, ο καθηγητής Ανθρώπινης και Εφαρμοσμένης Γεωγραφίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Κωστής Χατζημιχάλης έκανε μια ενδιαφέρουσα ανάρτηση για τη ζοφερή κατάσταση στην άλλη πλευρά του πλανήτη.
«Στην Καλιφόρνια με τη συχνή παρουσία σεισμών, οι κατασκευές μέχρι τρεις ορόφους επιτρέπεται να είναι ξύλινες, ως λιγότερο ευάλωτες σε σεισμούς. Ο τρόπος κατασκευής με το ‘κοκκινόξυλο’ από τα δάση του βορρά, μοιάζει με τα δικά μας παραδοσιακά ‘τσατιά’, ένα δίκτυο από κάθετα και διαγώνια δοκάρια με πυρίμαχες επενδύσεις εσωτερικά και εξωτερικά ενώ στο εσωτερικό του σκελετού τοποθετούνται η μόνωση και τα ηλεκτρικά δίκτυα. Οι κατασκευές αυτές είναι και πιο φτηνές και πιο γρήγορες από αντίστοιχες με μπετόν ή σίδερο, αλλά βέβαια πιο εύφλεκτες. Σεισμοί-πυρκαγιές: γλιτώνεις από τον λύκο αλλά σε τρώει η αρκούδα».
Δεν είναι βέβαια μόνο οι ξύλινες κατασκευές το πρόβλημα. Ο Μάικ Ντέιβις (Mike Davis) στο βιβλίο του «Ecology of Fear» (Οικολογία του Φόβου), περιγράφει με μοναδικό τρόπο την άπληστη υφαρπαγή της καλιφορνέζικης γης και του ελάχιστου νερού από τις εταιρίες real estate, τη μετατροπή ερήμων σε αγροτικές περιοχές, την αστικοποίηση χαμηλής πυκνότητας και την ψευδαίσθηση ενός ανέμελου τρόπου ζωής, μέσω του κινηματογράφου, σε βάρος της άνυδρης φύσης που «πρέπει» να μοιάζει Μεσογειακή. Κάθε χρόνο, οι ζεστοί άνεμοι Σάντα Άνα που έρχονται από το εσωτερικό προς τις παραλίες φέρνουν τις πυρκαγιές ενώ τα «υγρά φιλιά» που στέλνει η Χαβάη φέρνουν από τη θάλασσα κατακλυσμούς από βροχές. Καλώς ήλθατε στην κατασκευασμένη Οικολογία του Φόβου.
Πηγή: kosmodromio.gr
Στη Βουλή η καταγγελία της ΠΕΝΕΝ εναντίον της εταιρίας Plaxiven Consulting Ε.Π.Ε.

Παραθέτουμε στη συνέχεια αναφορά προς τον Υπουργό Ε.Ν. που κατέθεσε ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος:

Ιός HMPV: Μάθετε τα πάντα για τον γνωστό ιό που «ξύπνησε» μνήμες πανδημίας
Ένας ειδικός θέτει τον ιό HMPV στο μικροσκόπιο και επιχειρεί μέσα από 11 ερωταπαντήσεις να αναδείξει τεκμηριωμένα και ψύχραιμα το επιδημιολογικό του προφίλ και τον υγειονομικό κίνδυνο

Ο ανθρώπινος μεταπνευμονοϊός (Human Metapneumovirus, HMPV), βρίσκεται στο προσκήνιο το τελευταίο διάστημα, ωστόσο μετρά τουλάχιστον 24 χρόνια επιδημιολογικής παρουσίας και δραστηριότητας – εντοπίστηκε στις αρχές του 2001. Έκτοτε, όπως όλοι οι ιοί, προκαλεί ιογενείς λοιμώξεις, κυρίως από τα τέλη του φθινοπώρου ως τις αρχές της άνοιξης.
Η εφετινή έξαρση του HMPV στην Κίνα ανέσυρε μνήμες από την περίοδο της πανδημίας κορωνοϊού, όπως είχε συμβεί και πέρυσι με το μυκόπλασμα που προκαλούσε πνευμονία σε παιδιά. Τα περιστατικά που ταυτοποιήθηκαν θετικά στον ιό HMPV, στη Θεσσαλονίκη την περασμένη Τετάρτη προκάλεσαν επίσης ανησυχία.
Το ΘΕΜΑ με την επιστημονική συνδρομή του παθολόγου, κ. Γιώργου Παππά, θέτει τον ιό HMPV στο μικροσκόπιο και επιχειρεί μέσα από 11 ερωταπαντήσεις να αναδείξει τεκμηριωμένα και ψύχραιμα το επιδημιολογικό του προφίλ και τον υγειονομικό κίνδυνο.
1) Τι γνωρίζουμε για τον ιό ΗMPV;
Είναι ένας ιός, που ανήκει στην ίδια οικογένεια με τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό (RSV) και ανακαλύφθηκε το 2001 στην Ολλανδία. Προκαλεί λοιμώξεις του ανώτερου, αλλά και του κατώτερου αναπνευστικού. Παλαιότερες ελληνικές μελέτες έδειξαν ότι 5-7,5% των περιπτώσεων γριπώδους συνδρομής σε παιδιά ως 5 ετών προκαλούνται από τον HMPV, όπως και 10% των εξάρσεων χρόνιας πνευμονοπάθειας σε ενήλικες. Πλέον στην Ελλάδα, σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), επιτηρείται σε συνδυασμό και με άλλα παθογόνα του αναπνευστικού σε 15 νοσοκομεία. Πέρυσι, η κυκλοφορία του ΗMPV ήταν υψηλή τον Φεβρουάριο, με κορύφωση στις αρχές Απριλίου, και μειώθηκε αισθητά από τα τέλη Ιουνίου. Εφέτος, τα δεδομένα δείχνουν πως η κυκλοφορία του ιού παραμένει (προς το παρόν) πολύ χαμηλή.
2) Πόσο σοβαρός είναι ο ιός ΗMPV; Μπορεί να έχει μεταλλαχθεί στην Κίνα;
Ιστορικά ο HMPV δεν έχει δείξει υψηλή τάση για μεταλλάξεις και προσαρμογές. Ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, έχει ζητήσει ενδελεχή εργαστηριακό έλεγχο του περιστατικού στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να διαπιστωθεί αν πρόκειται για κάποιο νέο διαφορετικό στέλεχος -τέτοιο στέλεχος πάντως δεν έχει περιγραφεί προς το παρόν ανά τον κόσμο, ούτε στην Κίνα όπου παρατηρείται πρόσφατα μια σχετική, εποχική, έξαρση.
3) Ποια είναι τα συμπτώματα της λοίμωξης που προκαλεί;
Συνήθως προκαλεί συμπτώματα παρόμοια με εκείνα του κοινού κρυολογήματος, δηλαδή βήχα, καταρροή ή ρινική συμφόρηση, πονόλαιμο, πυρετό. Όταν η λοίμωξη επεκταθεί στο κατώτερο αναπνευστικό, τα συμπτώματα μπορεί να εκδηλώνονται με συριγμό, επίμονο βήχα, δύσπνοια. Ωστόσο, δεν υπάρχουν διαγνωστικά τεστ τύπου self test. Η διάγνωση γίνεται κυρίως με τη χρήση του film array (δυνατότητα ταυτοποίησης πολλαπλών ιών μέσω επιχρίσματος από τον φάρυγγα ή τη ρινική κοιλότητα) σε συγκεκριμένα νοσοκομεία.
4) Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο αν μολυνθούν;
Ο κίνδυνος επιπλοκών μετά τη μόλυνση με τον ιό ΗMPV είναι μεγαλύτερος για τα παιδιά 5 ετών και κάτω, για άτομα άνω των 65 χρόνων, άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα και για πάσχοντες από ΧΑΠ ή άσθμα, ανεξάρτητα από την ηλικία.
5) Ποιες είναι οι συχνότερες επιπλοκές;
Είναι η μέση ωτίτιδα, η βρογχιολίτιδα, η βρογχίτιδα, η πνευμονία και η επιδείνωση του άσθματος ή της ΧΑΠ. Μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να οδηγήσουν σε νοσηλεία. Υπολογίζεται ότι σχεδόν 500.000 άνθρωποι άνω των 65 ετών χρειάζονται ετησίως νοσηλεία από HMPV παγκοσμίως. Οι περιπτώσεις αυτές μπορεί να είναι συχνά σοβαρές, με θνητότητα που πλησιάζει το 8%.
6) Πόσο διαρκεί η νόσηση που προκαλεί ο ιός HMPV;
Οι περισσότεροι άνθρωποι αναρρώνουν μέσα σε περίπου επτά έως δέκα ημέρες. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται κατά το διάστημα αυτό ώστε να εντοπιστεί έγκαιρα η τυχόν επιδείνωση των συμπτωμάτων ή κάποια δευτερογενής μικροβιακή λοίμωξη.
7) Πώς μεταδίδεται ο ιός;
Όπως και οι άλλοι αναπνευστικοί ιοί, ο ανθρώπινος μεταπνευμονοϊός μπορεί να μεταδοθεί με τις εκκρίσεις από τον βήχα και το φτάρνισμα, τη στενή προσωπική επαφή με το μολυσμένο άτομο, το άγγιγμα αντικειμένων ή μολυσμένων επιφανειών και στη συνέχεια η επαφή με το το στόμα, τη μύτη ή τα μάτια.
8) Πόσες ημέρες μπορεί να είναι κάποιος μολυσματικός και να μεταδίδει τον ιό;
Το διάστημα για τη μετάδοση του ΗMPV είναι 4–5 ημέρες (με εύρος 3–7 ημέρες).
9) Πρέπει να απομονώνεται όποιος μολύνθηκε και νοσεί;
Όπως σε όλες τις αναπνευστικές λοιμώξεις, η τήρηση των μέτρων προστασίας τόσο για τον ίδιο τον ασθενή όσο και για τους άλλους γύρω του, είναι πολύ σημαντική ώστε να μη δημιουργούνται νέες αλυσίδες μετάδοσης. Οι απλοί κανόνες υγιεινής, δηλαδή η χρήση μάσκας και ο περιορισμός των επαφών επί συμπτωμάτων, ο αερισμός των χώρων, το τακτικό πλύσιμο των χεριών, και η αποφυγή κοινής χρήσης αντικειμένων, είναι επαρκείς. Υπογραμμίζεται ότι πρέπει να αποφεύγεται η επαφή των ασθενών με άτομα που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες.
10) Πώς αντιμετωπίζεται η ασθένεια; Μπορεί να χορηγηθούν αντιβιοτικά;
Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία. Η αντιμετώπιση είναι συμπτωματική, με υγρά, αντιπυρετικά, ξεκούραση, αποσυμφορητικά ή αντιβηχικά. Δεν χορηγούνται αντιβιοτικά διότι τα αντιβιοτικά θεραπεύουν μόνο βακτήρια. Δεδομένου ότι ο HMPV είναι ιός, τα αντιβιοτικά δεν δρουν. Αντιβιοτικά χορηγούνται μόνο για τη θεραπεία τυχόν δευτερογενών λοιμώξεων.
11) Αποκτά κάποιος ανοσία αν νοσήσει ή κινδυνεύει να κολλήσει ξανά;
Η ανοσία από τον HMPV φθίνει στον χρόνο, οπότε η επαναλοίμωξη με τον ΗMPV συμβαίνει συχνά κατά τη διάρκεια της ζωής, όπως συμβαίνει με τους περισσότερους εποχικούς ιούς. Ανοσία μέσω εμβολιασμού δεν υπάρχει γιατί δεν έχει αναπτυχθεί ακόμη εμβόλιο.
Πηγή: ygeiamou.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή