Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Τι θα πει ότι «το προσφυγικό είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας και κυριαρχίας»;

Απέναντι σ’ αυτόν τον αγριανθρωπισμό, που εκκρίνεται από όλους τους πόρους του συστήματος, η Αριστερά και το κίνημα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες χρωστούν μια καθαρή και στιβαρή απάντηση: αλληλεγγύη στους πρόσφυγες χωρίς όρους.
«Η κατάσταση στην πατρίδα μας, κάθε μέρα γίνεται πιο κρίσιμη. Η Ελλάδα δέχεται, πέρα από τις δυνάμεις της, αλλεπάλληλα κύματα προσφύγων και μεταναστών. Η συνοχή της Ευρώπης δέχεται ισχυρά πλήγματα. Ένα μεγάλο παγκόσμιο και ευρωπαϊκό πρόβλημα με ανθρωπιστική διάσταση τείνει να εξελιχθεί σε μείζον θέμα εθνικής ασφάλειας και τελικά εθνικής κυριαρχίας για την Ελλάδα».
Κυριάκος Μητοστάκης, 24/2/2016
Στα χρόνια της επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού, ιδιαίτερα στην περίοδο της «ωρίμανσής» του, που στην Ελλάδα ταυτίζεται με την περίοδο διακυβέρνησης του Κώστα Σημίτη και μετέπειτα του Κώστα Καραμανλή, όταν ένα θέμα «αναβαθμίζεται» σε «εθνικό», αυτό σημαίνει ότι αίρεται πάνω από τις πολιτικές διαφωνίες, ότι σε αυτό δεν χωρούν διαφορετικές απόψεις και λύσεις, ότι εκφεύγει της σφαίρας της πολιτικής κριτικής, της πολιτικής και προγραμματικής σύγκρουσης, ότι του αρμόζουν «εθνικές» λύσεις που κατά κάποιο τρόπο είναι αυτονόητες και κοινές. Λύσεις που, στο βαθμό που είναι -και πρέπει να είναι- «εθνικές», εξυπακούεται ότι πρέπει να αποτελούν κοινό τόπο για όλους/ες όσοι/ες θέλουν το «καλό της πατρίδας».
Μάθαμε τότε πως όταν το καθεστώς δημιουργεί τους πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους για την αναβάθμιση ενός ζητήματος σε «εθνικό», στήνει μια πολιτική παγίδα για την επιβολή λύσεων με βάση το υποτιθέμενο «εθνικό αυτονόητο», που κανείς δεν δικαιούται να αμφισβητήσει - επί ποινή να γίνει απόβλητος της «εθνικής συναίνεσης» και του «εθνικού κορμού».
Μια τέτοια ακριβώς συνθήκη τείνει να δημιουργηθεί στο ζήτημα των προσφύγων. Η μνημονιακή κυβέρνηση, η μνημονιακή αντιπολίτευση, τα μίντια και οι opinion makers του συστήματος, σε αγαστή συνεργασία, εργάζονται για να διαμορφώσουν το «κλίμα», δηλαδή τις κατάλληλες ιδεολογικές και πολιτικές προϋποθέσεις, ώστε το ζήτημα των προσφύγων να «αναβαθμιστεί» σε «εθνικό»: ζήτημα «εθνικής ασφάλειας», ζήτημα «εθνικής κυριαρχίας» κ.λπ. Η σύγκληση του συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών είναι η συνήθης τα τελευταία χρόνια τελετουργία για μια τέτοια «αναβάθμιση».
Όλοι εναντίον όλων, με σημαία το «εθνικό συμφέρον»…
Η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι από αυτή την άποψη χαρακτηριστική. Τι είπε; Ότι ένα πρόβλημα που ξεκίνησε σαν ανθρωπιστικό, τώρα τείνει να γίνει μείζον πρόβλημα εθνικής ασφάλειας και εθνικής κυριαρχίας. Από ποιον απειλείται η εθνική ασφάλεια και κυριαρχία λοιπόν; Όχι από το ΝΑΤΟ, αφού κυβέρνηση και αντιπολίτευση το καλούν να αναλάβει μια ώρα αρχύτερα και πιο αποφασιστικά το έργο της «επιτήρησης» κατά των μεταναστών στο Αιγαίο. Από ποιον λοιπόν; Οι εθναμύντορες της μνημονιακής συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης δείχνουν με το δάκτυλο σε δύο κατευθύνσεις: την Τουρκία και τις χώρες του βορειοδυτικού βαλκανικού τόξου μέχρι και την Αυστρία. Προφανώς, δεν αναμένουμε κάποια επιθετική ενέργεια, στρατιωτική εισβολή κ.λπ. από αυτές τις χώρες. Όσο για την πάγια θεωρία ότι το ΝΑΤΟ λειτουργεί σαν «Δούρειος Ίππος» της Τουρκίας, οι Τούρκοι στρατηγοί έχουν άλλη γνώμη: θεωρούν ότι η συμφωνία για να αναλάβει το ρόλο επιτήρησης και εντοπισμού των προσφυγικών ροών στο Αιγαίο δεν εξυπηρετεί τα «εθνικά» συμφέροντα της Τουρκίας, γι’ αυτό αρνούνται στο ΝΑΤΟ έναν τέτοιο ρόλο…
Σε τι συνίσταται λοιπόν η απειλή κατά της «εθνικής ασφάλειας» και «εθνικής κυριαρχίας»; Είναι προφανές: στο ότι η μεν Τουρκία δεν κρατάει διά της βίας όλους τους πρόσφυγες στη δική της επικράτεια αλλά τους αφήνει να περνούν στην απέναντι όχθη του Αιγαίου, οι δε χώρες του βορειοδυτικού βαλκανικού «τόξου» σε συνεργασία με την Αυστρία θέλουν να μειώσουν, να φιλτράρουν ή και να σταματήσουν τις ροές των προσφύγων από τα σύνορά τους.
Εν τέλει, λοιπόν, το «πρόβλημα εθνικής ασφάλειας και εθνικής κυριαρχίας» είναι οι πρόσφυγες! Ένα «πρόβλημα» που κάθε χώρα πετάει σαν μπαλάκι στην επόμενη ή χρεώνει στην προηγούμενη στη διαδρομή της οδύσσειας από τη Συρία μέχρι την κεντρική Ευρώπη. Η Ελλάδα ζητάει να μείνουν όλοι στην Τουρκία - με τη βία, πώς αλλιώς; Η Τουρκία, που έχει ήδη 2-3 εκατομμύρια πρόσφυγες στο έδαφός της, παζαρεύει όχι μόνο χρηματοδότηση αλλά κυρίως «ανταλλάγματα» στα δικά της «εθνικά θέματα», αυξομειώνοντας τις ροές από τη μία όχθη του Αιγαίου στην άλλη σαν διαπραγματευτικό χαρτί. Αλλά, δεδομένου αυτού, γιατί η Ελλάδα «δικαιούται» να είναι απλώς χώρα διέλευσης προσφύγων, ενώ η Τουρκία πρέπει να είναι «αποθήκη ψυχών»; Τι ζητούν οι Έλληνες υπερασπιστές των «εθνικών δικαίων» από το τουρκικό μιλιταριστικό καθεστώς της Τουρκίας; Είτε να δολοφονεί μαζικά τους πρόσφυγες στα σύνορα με τη Συρία ώστε να μη μπαίνουν καθόλου στου τουρκικό έδαφος είτε να γίνει αποκλειστικά η Τουρκία ένα μεγάλο στρατόπεδο προσφύγων; Όσο για το γεγονός ότι αυξομειώνει τις ροές των προσφύγων με στόχο να διαπραγματευτεί «ανταλλάγματα», ποια είναι η κατηγορία εδώ; Ότι κρατάει στο έδαφός της πρόσφυγες στο έδαφός της με τη βία (αλλιώς δεν έχει νόημα η κατηγορία περί αυξομείωσης των ροών με στόχο τα όποια ανταλλάγματα) ή ότι δεν κρατάει όλους τους πρόσφυγες με τη βία;
Από την άλλη, όσο προσεγγίζουμε προς την κεντρική Ευρώπη, τόσο περισσότερο οι χώρες αισθάνονται την «απειλή» να γίνουν χώρες τελικού προορισμού. Αντιλαμβανόμενες λοιπόν με τη σειρά τους το πρόβλημα σαν πρόβλημα «εθνικής ασφάλειας και κυριαρχίας» (όλοι τελικά αυτό διεκδικούν, όλοι εναντίον όλων), θέλουν είτε να μειωθεί αποφασιστικά ο αριθμός των προσφύγων που περνά τα σύνορά τους είτε και να κλείσουν εντελώς τα σύνορα. Διαισθανόμενες ότι η Ελλάδα θέλει να είναι απλώς χώρα διέλευσης, πιέζουν τις χώρες της διαδρομής ανάμεσα στην Ελλάδα και την κεντρική Ευρώπη να ενισχύσουν τα «φίλτρα» στα δικά τους σύνορα, απειλώντας τες ότι αν δεν το κάνουν, θα γίνουν οι ίδιες «αποθήκες ψυχών»… Αυτή είναι η υλική βάση της συμμαχίας μεταξύ της Αυστρίας και των χωρών της βορειοδυτικής Βαλκανικής.
Η Τουρκία ως χώρα πρώτης υποδοχής, η Ελλάδα ως χώρα δεύτερης υποδοχής, οι «ενδιάμεσες» χώρες των Βαλκανίων και οι κεντροευρωπαϊκές χώρες τελικού προορισμού είναι τέσσερις κατηγορίες χωρών που, καθεμιά με το δικό της τρόπο και για τους δικούς της λόγους, θέλουν να ξεφορτωθούν τους πρόσφυγες σαν «περιττό βάρος», σαν απρόσκλητους «εισβολείς» ή και σαν «βαρβάρους».
Όταν η «απειλή για την εθνική ασφάλεια και κυριαρχία» είναι οι πρόσφυγες…
Πέρα από υποκριτικές κραυγές και θρήνους, σε όλες τις περιπτώσεις αυτό που θεωρείται εν τέλει «απειλή για την εθνική ασφάλεια και κυριαρχία» είναι οι πρόσφυγες. Τόσοι «ορκισμένοι ανθρωπιστές» είναι γενναιόδωρα πρόθυμοι να επιτρέψουν στους πρόσφυγες να διέλθουν από τη χώρα τους, αλλά όχι και να παραμείνουν σε αυτήν. Ωστόσο, οι πρόσφυγες είναι αδύνατον να ταξιδεύουν μέχρι το τέλος του χρόνου, ούτε να είναι για όλες τις χώρες απλώς… διερχόμενοι: κάποτε κάπου πρέπει να εγκατασταθούν. Ποιος θα αποφασίσει πόσοι και πού;
Εν μέρει το αποφάσισαν οι ίδιοι οι πρόσφυγες: καταβάλλοντας τεράστιο κόστος κακουχιών και οδύνης, για να σπάσουν τόσα διαδοχικά σύνορα, κατάφερε ένα τμήμα τους να φτάσει σε χώρες τελικού προορισμού - τουλάχιστον μέχρι να ζυμωθούν οι κοινωνίες τόσο πολύ με το φόβο της «απειλής», ώστε να «νομιμοποιηθούν» οι κυβερνήσεις να ασκήσουν ωμές ή και δολοφονικές πρακτικές απώθησης. Είναι τα τετελεσμένα της πρώτης περιόδου, όταν δεν είχαν ακόμη κλείσει τα σύνορα, στα οποία οι άρχουσες τάξεις των κρατών της Ευρώπης θέλουν να βάλουν άμεσα ένα τέλος.
Εν μέρει το αποφασίζουν οι κυβερνήσεις των επιμέρους χωρών σε συνδυασμό με την πολιτική των ιμπεριαλιστικών θεσμών (από την Κομισιόν μέχρι το ΝΑΤΟ).
Αυτοί οι διαφορετικοί και ανταγωνιστικοί μεταξύ τους «μηχανισμοί», από τη μια η πίεση των προσφύγων και του κινήματος αλληλεγγύης και από την άλλη τα τείχη και φράκτες των καθεστώτων, θα βγάλουν τελικά μια συνισταμένη σαν τελικό αποτέλεσμα. Όσο ο πόλεμος στη Συρία συνεχίζεται και συνεχίζει να παράγει προσφυγικές μάζες που παίρνουν το δρόμο για τη Δύση, τόσο περισσότερο θα αρχίσει να εξαφανίζεται η κατηγορία των χωρών «απλής διέλευσης» των προσφύγων. Κάθε χώρα της μαρτυρικής διαδρομής από τη Συρία μέχρι την κεντρική Ευρώπη είναι υποψήφια να φιλοξενήσει έναν αριθμό προσφύγων για αρκετό χρόνο, ένα μέρος τους ίσως και για πάντα.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση σε αυτό. Και μπροστά σε αυτό χρειάζονται καθαρές απαντήσεις. Αυτό το ζήτημα και η απάντηση ή οι απαντήσεις που θα δοθούν σε αυτό, καθορίζουν τη νέα φάση του προσφυγικού.
Μετά την «αγορά» και το «ενιαίο νόμισμα», αποτυγχάνει και η Σένγκεν
Πώς θα καθορίσει την κατανομή στις επιμέρους χώρες των προσφύγων που θα «μείνουν αρκετό διάστημα ή και για πάντα»; Η «ελεύθερη αγορά» της Σένγκεν; Μα αυτή δεν άντεξε ούτε μερικούς μήνες. Άρκεσε να «σηκώσουν ανάστημα» η Αυστρία και χώρες των Βαλκανίων για να γίνει κουρελόχαρτο μέσα σε λίγες μέρες απόφαση κοτζάμ Συνόδου Κορυφής. Τώρα, μικρομεσαίες χώρες της Ευρώπης περιφέρουν τα ρετάλια της σε κοινή θέα και κανείς δεν μπορεί να κάνει το παραμικρό πέρα από «αυστηρές συστάσεις»… Τι είναι αυτό που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας; Λίγα χρόνια αφότου κατέρρευσε ο μύθος της «αγοράς» (που αντί για μηχανισμός βέλτιστης κατανομής των πόρων, αποδείχτηκε δυνάστης των κοινωνιών και «οργανωτής» της μαζικής εξαθλίωσης) και του «ενιαίου νομίσματος» (που αποδείχτηκε ότι έχει διαφορετική πραγματική αξία για κάθε χώρα-μέλος, αλήθεια που σε περιπτώσεις όπως της Ελλάδας αναδείχτηκε στις τραγικές της διαστάσεις), καταρρέει τώρα και ο μύθος της Σένγκεν, μαζί και η ίδια.
Τα τύμπανα των «εθνικών συμφερόντων» ξεκουφαίνουν την ούτως ή άλλως ασθενική ακοή της γηραιάς ηπείρου. Και μέσα σε αυτή την επιβλητική παρέλαση των «εθνικών συμφερόντων», λάμπουν η εθνικιστική ακροδεξιά, οι ρατσιστές και οι φασίστες, ιδιαίτερα στην κεντρική και κεντροανατολική Ευρώπη. Το προσφυγικό ρεύμα ήταν το κατάλληλο «κέντρισμα» για να φουντώσει η πολιτική και κοινωνική δυναμική τέτοιων πολιτικών δυνάμεων και ρευμάτων, επιβάλλοντας την αντιπροσφυγική και αντιμεταναστευτική πολιτική ατζέντα και ρηγματώνοντας το επίσημο πολιτικό σύστημα ακόμη και στην ίδια τη Γερμανία. Η «βασιλεία» της Μέρκελ, που άντεξε και μάλιστα ενισχύθηκε στα χρόνια της κρίσης, απειλείται τώρα από το «προσφυγικό», καθώς το ρατσιστικό μέτωπο PEGIDA μαζικοποιείται και προβαίνει σε ανοιχτά και δολοφονικά πογκρόμ κατά των προσφύγων, το ξενοφοβικό AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) αναδεικνύεται τρίτη πολιτική δύναμη στις δημοσκοπήσεις και η δημοτικότητα της Μέρκελ πέφτει για πρώτη φορά σε επίπεδα κάτω από 40%. Ο γερο-τυφλοπόντικας της κρίσης και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, που τα τελευταία χρόνια εκτραχύνθηκαν σε ακραίες - μνημονιακές, έχει σε τέτοιο βαθμό υποσκάψει τα βάθρα της ιμπεριαλιστικής «Ευρώπης», ώστε η έρπουσα κρίση ηγεμονίας να τείνει τώρα να εξελιχτεί σε ανοιχτή κρίση συνοχής της Ε.Ε. Η «οικονομία», που μονοπώλησε τις εξελίξεις στην εξαετία της κρίσης 2009-2015, τώρα δίνει τη σκυτάλη στην πολιτική, η οποία μπαίνει από την κυρίως είσοδο στις πλάτες του προσφυγικού κύματος.
Με, ή αύριο και χωρίς Ευρωζώνη και Ευρωπαϊκή Ένωση, τουλάχιστον όπως τις γνωρίσαμε μέχρι σήμερα, ένας νέος, σκληρός κόσμος ανατέλλει αναπόφευκτα για την ευρωπαϊκή ήπειρο – και όχι μόνο. Η σκληρότητα απέναντι στους πρόσφυγες είναι το διαπιστευτήριο αυτού του νέου σκληρού κόσμου της ακραίας λιτότητας, του ιμπεριαλισμού, του ρατσισμού, του φασισμού και του πολέμου.
Δεν είναι οι πρόσφυγες που διαλύουν την Ευρώπη, αλλά η λιτότητα και η ιμπεριαλιστική κυριαρχία, που επιστρατεύουν όλα τα μέσα (νεοαποικιοκρατική εκμετάλλευση, εκβιασμούς, κρατικό αυταρχισμό και κράτος «έκτακτης ανάγκης», Ευρώπη-«φρούριο») και γεννούν όλα τα τέρατα (ρατσισμό, ακροδεξιά, φασισμό) καθώς αναπαράγονται μέσα στην κρίση παρατείνοντας τη διάρκεια της ζωής τους σαν ιστορικά ζόμπι.
Μνημόνιο και προσφυγικό, ευρώ και Σένγκεν: ο σκληρός κόσμος του καπιταλισμού της κρίσης
Για την Ελλάδα, ο νέος, σκληρός κόσμος της «Ευρώπης» της κρίσης και της καπιταλιστικής παρακμής ανέτειλε με το πρώτο μνημόνιο τον 2010 και, ύστερα από τη σύντομη ανάπαυλα της πρώτης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ανάμεσα στον Ιανουάριο και τον Ιούλιο του 2015, «επιβεβαιώθηκε» με ακόμη σκληρότερο τρόπο. Τώρα τα καραβάνια των προσφύγων ξεσκίζουν τη μάσκα αυτής της φτιασιδωμένης Ευρώπης και αποκαλύπτεται το αποκρουστικό πρόσωπο των εθνικών ανταγωνισμών όλων εναντίον όλων. Η μακρά προεργασία του νεοφιλελευθερισμού στα χρόνια από το 1980 και ύστερα, κυρίως όμως η μαζική χρήση του «δόγματος του σοκ» της ακραίας λιτότητας στα χρόνια της κρίσης, με ένα γενναίο ιστορικό άλμα προς τα πίσω, επαναφέρουν τον καπιταλισμό στις σταθερές του 18ου και του 19ου αιώνα. Σε αυτό τον καπιταλισμό οι υπερεθνικές ενώσεις δεν μπορεί παρά να έχουν τα χαρακτηριστικά της ιμπεριαλιστικής αυτοκρατορίας, της φυλακής των λαών.
Η πορεία προς μια τέτοια ιμπεριαλιστική - αυτοκρατορική σκλήρυνση και παρακμή ταυτόχρονα είναι αναπότρεπτη.
Δεν φταίνε σε αυτό κάποιοι λάθος υπολογισμοί - παρόλο που ασφαλώς υπήρξαν και θα υπάρξουν ακόμη πολλοί τέτοιοι. «Φταίει» που, στην προσπάθειά του να επιβιώσει από τη δομική του κρίση χωρίς να διαθέτει ηγεμονικό σχέδιο, ο καπιταλισμός - ιμπεριαλισμός δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να ενισχύει τις τυφλές δυνάμεις καταστροφής και κυριαρχίας.
Δεν έχει κανένα νόημα να κλαίμε πάνω στο πτώμα της Σένγκεν, της αγοράς ή του ευρώ. Ούτως ή άλλως, ποτέ δεν υπήρξαν «για μας», αλλά πάντα και μόνο «ενάντιας σε μας». Δεν υπάρχει επιστροφή στην «προτεραία κατάσταση». Πρέπει να μάθουμε να ζούμε σε έναν τέτοιο κόσμο με το μόνο τρόπο που αρμόζει στην Αριστερά: παλεύοντας για να τον ανατρέψουμε!
Η μόνη απάντηση: αλληλεγγύη άνευ όρων!
Ύστερα από όλα αυτά, ας επιστρέψουμε στους πρόσφυγες για να θέσουμε το αναπόφευκτο ερώτημα, χωρίς την απάντηση του οποίου δεν υπάρχει πολιτική γενικά και αριστερή πολιτική ιδιαίτερα: είμαστε ικανοί για την εύκολη αλληλεγγύη προς διερχομένους ή και για τη δύσκολη αλληλεγγύη για όσους θα αναγκαστούν ή θα θελήσουν να μείνουν εδώ για πολύ καιρό ή και για πάντα; Τα σκυλιά του συστήματος ουρλιάζουν στ’ αυτιά μας: «Φανήκαμε ανθρωπιστές και γενναιόδωροι, αλλά τώρα το ζήτημα πάει πολύ πέρα από τον ανθρωπισμό (μας), γίνεται ζήτημα εθνικής ασφάλειας και εθνικής κυριαρχίας…». Η φράση μένει μετέωρη αλλά ξέρουμε πώς καταλήγει: «προ των υπέρτερων εθνικών συμφερόντων, είμαστε αναγκασμένοι να γίνουμε και ολίγον ρατσιστές»… Κάποιοι άλλοι διαλαλούν ευθαρσώς τη ρατσιστική τους πραμάτεια. Κάποιοι το πάνε ακόμη παραπέρα: αφού δεν μπορούμε να τους σκοτώσουμε, θα τους κλείσουμε σε στρατόπεδα, υπό τη διαχείριση του στρατού, που καλό είναι έτσι να βγει στους δρόμους… Η στρατιωτικοποίηση και η κτηνωδία προς τους πρόσφυγες θα επεκταθούν αναπόφευκτα. Περισσότερη στρατιωτικοποίηση, περισσότερο κράτος «έκτακτης ανάγκης», περισσότερη κτηνωδία, περισσότερα στρατόπεδα, περισσότεροι στρατοπεδάρχες και δεσμοφύλακες, περισσότεροι Πορτοσάλτε, ίσως και «ολίγη» Χρυσή Αυγή που σε τέτοιες περιστάσεις μπορεί κι αυτή να είναι «χρήσιμη» - είναι «εθνικώς επιβεβλημένα».
Απέναντι σ’ αυτόν τον αγριανθρωπισμό, που εκκρίνεται από όλους τους πόρους του συστήματος, η Αριστερά και το κίνημα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες χρωστούν μια καθαρή και στιβαρή απάντηση: αλληλεγγύη στους πρόσφυγες χωρίς όρους: όχι «υπό τον όρο» ότι θα διέρχονται μόνο και δεν θα παραμένουν στη χώρα, όχι «υπό τον όρο» ότι θα παραμένουν λίγοι κι όχι «πολλοί», όχι υπό τον όρο να εγκλειστούν σε στρατόπεδα για να μη δημιουργούν «προβλήματα ασφάλειας». Και φυσικά όχι «υπό τον όρο» ότι πρώτα ή έστω παράλληλα θα δοθεί μια λύση στις βαθύτερες αιτίες του προβλήματος - τέλος του πολέμου στη Συρία, τέλος της εξαθλίωσης. Αλληλεγγύη άνευ όρων!
Χωρίς Σένγκεν και ευρώ μπορούμε και θα αναγκαστούμε να ζήσουμε – οπότε ας κάνουμε τα πλάνα μας με βάση αυτή την προοπτική. Χωρίς ανθρωπιά και χωρίς αλληλεγγύη θα γίνουμε τα ερπετά αυτού του νέου κόσμου της καπιταλιστικής παρακμής. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι πιο βρόμικες και αντιλαϊκές λύσεις έρχονται όταν το καθεστώς καταφέρνει να πείσει ότι ο εχθρός των φτωχών είναι οι εξαθλιωμένοι. Γι’ αυτό, μεταξύ άλλων, πρέπει να αντισταθούμε σε οποιαδήποτε απόπειρα να περάσει σε δεύτερη μοίρα ο αγώνας ενάντια στο Ασφαλιστικό και το τρίτο μνημόνιο και να κλείσουμε το δρόμο σε τυχόν «εθνικές» κυβερνητικές λύσεις με καταλύτη την «εθνικοποίηση» του προσφυγικού ζητήματος.
Όχι, το προσφυγικό δεν είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας, είναι ζήτημα ανθρωπισμού, απόδοσης ασύλου, αλληλεγγύης. Όχι, δεν είμαστε «ικανοί» μόνο για την εύκολη αλληλεγγύη προς διερχομένους, αλλά και για τη δύσκολη αλληλεγγύη προς τους παραμένοντες. Εξαλείφοντας τις αιτίες που γέννησαν τη θηριώδη ανεργία πάνω από 25% και σχεδόν 60% στους νέους, καταργώντας τα μνημόνια και ανατρέποντας τη λιτότητα, αποτινάσσοντας τον ιμπεριαλιστικό ζυγό της Ευρωζώνης και της Ε.Ε., μπορούμε να μοιραστούμε το υστέρημά μας με τους πρόσφυγες, αφού πρώτα απαλλοτριώσουμε τα υπερκέρδη αυτών που πλούτισαν από το «πάρτι» των προηγούμενων δεκαετιών.
Η συμμαχία των εργαζομένων και των φτωχών με τους εξαθλιωμένους είναι το μόνο «σχέδιο συμμαχιών», είναι η δική μας πατρίδα. Και μπορεί να είναι νικηφόρο, αρκεί να παλέψουμε με όλες μας τις δυνάμεις ενάντια στη ρατσιστική και ιμπεριαλιστική κτηνωδία!
ΠΗΓΗ: rproject.gr
Ένα «μυστικό» που δεν ήταν ποτέ μυστικό

Γράφει ο Γιώργος Πετρόπουλος.
Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται εξήντα χρόνια από το 20ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Ένα συνέδριο που έμεινε στην Ιστορία από ένα γεγονός. Στο πλαίσιο των εργασιών του, από τον τότε γ.γ. της Κ.Ε. του Κόμματος, Ν. Χρουστσόφ, εκφωνήθηκε η πασίγνωστη πια «Μυστική Έκθεση», βάσει της οποίας όχι μόνο το σοβιετικό κόμμα αλλά και ολόκληρο το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ερχόταν σε ρήξη με την εποχή Στάλιν. Ακριβώς γι' αυτό το γεγονός το 20ο Συνέδριο μπορεί να μην ήταν το σημαντικότερο στην Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης και του σοβιετικού Κ.Κ. αλλά σίγουρα είναι το πιο πολυσυζητημένο.
Το Συνέδριο πραγματοποιήθηκε στο διάστημα από 14 έως 25 Φεβρουαρίου του 1956, με τη συμμετοχή αντιπροσώπων που εκπροσωπούσαν 6.796.000 τακτικά και πάνω από 419.000 δόκιμα κομματικά μέλη. Τις εργασίες του παρακολούθησαν 55 αντιπροσωπείες ξένων κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων («Ιστορία του ΚΚΣΕ», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1976, σελ. 668). Ανάμεσά τους και η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ με επικεφαλής τον Ν. Ζαχαριάδη, τον οποίο το σοβιετικό κόμμα -όσο διαρκούσαν οι εργασίες του Συνεδρίου- παρέπεμψε σε μια διεθνή επιτροπή έξι κομμουνιστικών κομμάτων η οποία και τον απέπεμψε από γ.γ. της Κ.Ε. του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος.
Σε μια κλειστή συνεδρίαση
Η «Μυστική Έκθεση» -ο τίτλος της οποίας ήταν «Για την προσωπολατρία και τις συνέπειές της»- εκφωνήθηκε από τον Ν. Χρουστσόφ σε πρωινή κλειστή σύνοδο του Συνεδρίου, στις 25 Φεβρουαρίου του 1956. Η απόφαση για κλειστή συνεδρίαση είχε ληφθεί την παραμονή της έναρξης του συνεδρίου (13/2/1956) από το προεδρείο της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ. Στην κλειστή σύνοδο του συνεδρίου συμμετείχαν οι σύνεδροι αλλά και προσκεκλημένοι που είχαν διωχθεί επί Στάλιν και που πρόσφατα είχαν απελευθερωθεί και αποκατασταθεί στο κόμμα. Οι αντιπροσωπείες ξένων κομμάτων και δημοσιογράφοι δεν κλήθηκαν να παρακολουθήσουν την κλειστή σύνοδο (Ζόρες και Ρόι Μεντβέντιεφ: «Ο άγνωστος Στάλιν», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2004, σελ. 159).
Σύμφωνα με τα επίσημα σοβιετικά ιστορικά στοιχεία, στη σύνοδο δεν κρατήθηκαν στενογραφημένα πρακτικά και μετά την εκφώνηση της «Μυστικής Έκθεσης» από τον Χρουστσόφ αποφασίστηκε να μην ακολουθήσει συζήτηση αλλά να βγει απόφαση του συνεδρίου πάνω στο θέμα και να δημοσιευτεί. Επίσης αποφασίστηκε η «Μυστική Έκθεση» να σταλεί στις κομματικές οργανώσεις για ενημέρωση, αλλά να μη δημοσιευτεί στον επίσημο σοβιετικό και κομματικό Τύπο. Λίγες ημέρες αργότερα, την 1η Μαρτίου του 1956, η «Μυστική Έκθεση» δόθηκε στο προεδρείο και στους γραμματείς της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ, διορθώθηκε συντακτικά και στιλιστικά, προστέθηκαν σε αυτήν οι πηγές των ντοκουμέντων στα οποία αναφερόταν, καθώς και φράσεις τις οποίες ο εισηγητής είχε πει εκτός κειμένου. Επίσης, σε ορισμένα σημεία του κειμένου καταγράφηκαν οι αντιδράσεις των παρευρισκόμενων συνέδρων, κατά τη διάρκεια της εκφώνησής της, στη σύνοδο της 25ης Φεβρουαρίου (χειροκροτήματα, επιφωνήματα κ.λπ.). Αυτό σημαίνει ότι μαγνητοφωνημένα ή και μαγνητοσκοπημένα πρακτικά κρατήθηκαν.
Την τελική απόφαση για τη «Μυστική Έκθεση» την έλαβε το προεδρείο της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ στις 5 Μαρτίου του 1956. Η απόφαση αυτή έλεγε: «1. Να προτείνουμε στις περιφερειακές επιτροπές και στις Κ.Ε. των κομμουνιστικών κομμάτων των σοσιαλιστικών δημοκρατιών να ενημερώσουν όλα τα μέλη του κόμματος, της κομμουνιστικής νεολαίας, αλλά και μη κομματικές συγκεντρώσεις των εργαζομένων, των υπαλλήλων και των μελών των κολχόζ σχετικά με την εισήγηση του συν. Χρουστσόφ Ν.Σ. ‘‘Για την προσωπολατρία και τις συνέπειές της''. 2. Η εισήγηση του συν. Χρουστσόφ να αποσταλεί στις κομματικές οργανώσεις με την ένδειξη ‘‘όχι προς δημοσίευση” και να αφαιρεθεί από την μπροσούρα η ένδειξη ‘‘άκρως απόρρητο''».
Το ενδιαφέρον στοιχείο που πρέπει να κρατήσουμε από αυτή την απόφαση είναι ότι η περίφημη «Μυστική Έκθεση Χρουστσόφ» αποχαρακτηρίστηκε κι έπαψε να είναι μυστική, δηλαδή απόρρητη, μόλις δέκα ημέρες μετά την εκφώνησή της στο 20ό Συνέδριο («Νέα της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ», τεύχος 3/1989, όπως αναφέρεται στην ελληνική έκδοση: «Ν.Σ. Χρουστσόφ: «Για την προσωπολατρία και τις συνέπειές της», μετάφραση Δ. Τριανταφυλλίδης, Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις, Αθήνα 2007, σελ. 5-6).
Η έκθεση προκάλεσε σοκ στη σοβιετική κοινωνία
Μετά την προαναφερόμενη απόφαση του προεδρείου της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ, η έκθεση διαβάστηκε σε όλες τις κομματικές οργανώσεις, όπως επίσης και σε όλες τις οργανώσεις της κομμουνιστικής νεολαίας, σε συγκεντρώσεις κομματικών και εξωκομματικών στους χώρους δουλειάς και στις περιφέρειες κ.ο.κ. Οι αντιδράσεις ήταν ποικίλες. Οι συζητήσεις ήταν αδύνατο να αποφευχθούν. Το σοκ ήταν αρκετά ισχυρό. Στην παρουσίαση της έκθεσης, σε πολλές συνεδριάσεις στελεχών, στη Μόσχα και στο Λένινγκραντ, παραβρέθηκε και μίλησε ο ίδιος ο Χρουστσόφ. Στη Γεωργία, ιδιαίτερη πατρίδα του Στάλιν, και συγκεκριμένα στην Τιφλίδα, οι αντιδράσεις πήραν τη μορφή εξέγερσης. Από τις 5 έως τις 10 Μαρτίου του 1956 η πόλη βρισκόταν σε πλήρη αναταραχή με καθημερινές διαδηλώσεις. Στις 10 Μαρτίου επενέβησαν ο στρατός και η αστυνομία, με αποτέλεσμα να επανέλθει ο έλεγχος που, όμως, στοίχισε πολλούς νεκρούς και τραυματίες.
Ο συγκλονισμός που έφερε στη σοβιετική κοινωνία η γνωστοποίηση της έκθεσης ήταν μεγάλος και τα προσωπικά δράματα καθόλου λίγα. Διωχθέντες και διώκτες της προηγούμενης εποχής Στάλιν έπρεπε να βρουν μια ισορροπία συμβίωσης στη νέα πραγματικότητα, καθώς οι πρώτοι απελευθερώνονταν από τους χώρους κράτησης και οι δεύτεροι ήταν υπόλογοι απέναντι τους. Επιπλέον, η ίδια η σοβιετική ηγεσία υπό τον Ν. Χρουστσόφ -που πρωταγωνίστησε ώστε η σοβιετική κοινωνία να υποστεί το σοκ της «Μυστικής Έκθεσης»- επί Στάλιν ήταν στην ηγεσία του κράτους και του κόμματος, άρα συνυπεύθυνη για όσα κατήγγειλε. Πώς θα λογοδοτούσε;
Για όλα αυτά επιλέχθηκε η μέση οδός. Κατ' αρχήν ελήφθησαν μέτρα ώστε οι αντιδράσεις να μην ξεφύγουν πέρα από ορισμένα όρια. Έτσι, εμποδίστηκε οποιαδήποτε διερεύνηση της περιόδου Στάλιν πέραν των ορίων που έθετε η έκθεση. Οι αποκαταστάσεις πρώην διωχθέντων γίνονταν χωρίς δημοσιότητα. Για μια σειρά ηγετικά στελέχη του Σοβιετικού Κόμματος (π.χ. Μπουχάριν, Κάμενεφ, Ζινόβιεφ κ.ά.) δεν έγιναν αναθεωρήσεις των δικών της περιόδου 1936-1939. Οι πρώην διώκτες δεν οδηγήθηκαν ποτέ στη Δικαιοσύνη. Στον Χρουστσόφ αποδίδονται δύο επιλογές: Η μία ότι είπε πως το κόμμα δεν θα προετοίμαζε ποτέ μια «νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου». Η δεύτερη αφορά τον τρόπο με τον οποίο δικαιολόγησε τον εαυτό του και τους συντρόφους του για το παρελθόν τους επί Στάλιν. Σε μια συνεδρίαση στελεχών -κατά την παρουσίαση της έκθεσης- έλαβε ένα ανώνυμο σημείωμα που έλεγε: «Πώς μπόρεσες εσύ, ένα μέλος του Π.Γ., να επιτρέψεις να συμβούν τέτοια φρικτά εγκλήματα στη χώρα μας;». Η αντίδραση του Χρουστσόφ ήταν να δικαιολογήσει την ανωνυμία του ερωτώντος επικαλούμενος τον φόβο του τελευταίου. «Εκείνος που το έγραψε φοβάται», είπε ο Χρουστσόφ. Και πρόσθεσε: «Αυτό συνέβαινε και σε μας με τον Στάλιν» (Ζόρες και Ρόι Μεντβέντιεφ, στο ίδιο, σελ. 159- 184).
Πολύ γρήγορα, η σοβιετική ηγεσία έκανε ένα ακόμα βήμα ελέγχου της κατάστασης. Ενώ στη «Μυστική Έκθεση» δεν γινόταν καμία αναφορά σε θετικά του Στάλιν, ξαφνικά άρχισαν να προβάλλονται και οι θετικές αναφορές ως αντίβαρο σε όσα η έκθεση του καταμαρτυρούσε. Στις 30 Ιουνίου του 1956 δημοσιοποιήθηκε η απόφαση της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ «Για την κατανίκηση της προσωπολατρίας και των συνεπειών της», η οποία ανάμεσα σε άλλα είχε και τούτη την αναφορά: «Κατέχοντας για πολύ χρονικό διάστημα τη θέση του γενικού γραμματέα της Κ.Ε. του κόμματος, ο I. Β. Στάλιν αγωνιζόταν δραστήρια με άλλους καθοδηγητικούς παράγοντες για την πραγματοποίηση των λενινιστικών υποθηκών. Ο Στάλιν ήταν αφοσιωμένος στον μαρξισμό-λενινισμό και καθοδήγησε σαν θεωρητικός και μεγάλος οργανωτής του αγώνα του κόμματος εναντίον των τροτσκιστών, των δεξιών οπορτουνιστών, των αστών εθνικιστών, εναντίον των μηχανορραφιών της καπιταλιστικής περικύκλωσης. Μέσα σ’ αυτή την πολιτική και Ιδεολογική πάλη, ο Στάλιν απόκτησε μεγάλο κύρος και δημοτικότητα. Ωστόσο, με τ’ όνομά του άρχισαν εσφαλμένα να συνδέονται όλες οι μεγάλες νίκες μας. Οι επιτυχίες που κέρδισαν το κομμουνιστικό κόμμα και η Σοβιετική χώρα, τα προσωπικά εγκώμια ζάλισαν το κεφάλι του Στάλιν. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες άρχισε να δημιουργείται σιγά σιγά ή λατρεία της προσωπικότητας του Στάλιν» («Η Προσωπολατρία και οι συνέπειές της», εκδόσεις ΓΝΩΣΗ, σελ. 48). Στο 21ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, τον Φεβρουάριο του 1959, δεν έγινε καμία αναφορά στην περίοδο Στάλιν. Το θέμα επανήλθε στο 22ο Συνέδριο του κόμματος, τον Οκτώβριο του 1961. Τρία χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1964, ο Ν. Χρουστσόφ αντικαταστάθηκε στην ηγεσία του ΚΚΣΕ από τον Λ. Μπρέζνιεφ.
Η διαρροή στη Δύση και η δημοσιοποίηση στην Ελλάδα
Για τη «Μυστική Έκθεση» Χρουστσόφ, ο δυτικός κόσμος πληροφορήθηκε πολύ γρήγορα. Αμέσως μετά το 20ό Συνέδριο υπήρξαν δημοσιεύματα στον δυτικό Τύπο, που έκαναν λόγο για την ύπαρξη ενός τέτοιου ντοκουμέντου και δίνονταν περιλήψεις από το περιεχόμενό του. Ολόκληρη η έκθεση δόθηκε στη δημοσιότητα στις 4 Ιουνίου του 1956 από το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι -όπως αναφέρεται στα ρεπορτάζ των ελληνικών εφημερίδων εκείνων των ημερών- δήλωσαν ότι η «Μυστική Έκθεση» έφτασε στα χέρια τους από «εμπιστευτική πηγή», αλλά ταυτόχρονα κράτησαν και επιφυλάξεις περί της αυθεντικότητας του κειμένου. Γενικά δεν αρνήθηκαν την αυθεντικότητα, αλλά με τον τρόπο που τοποθετήθηκαν κρατούσαν επιφυλάξεις για το αν είχαν το πλήρες κείμενο στα χέρια τους κι αν το αντίγραφό τους ήταν απολύτως πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου. Στα στοιχεία που δημοσιοποίησαν, το σύνολο του ντοκουμέντου αποτελούνταν από 25.000 λέξεις. Το ρωσικό κείμενο ήταν 58 σελίδες και η μετάφρασή του στα αγγλικά 82. Επίσης, από τους Αμερικανούς δημοσιοποιήθηκε ότι η «Μυστική Έκθεση» εκφωνήθηκε από τον Χρουστσόφ στο 20ό Συνέδριο στις 25-2-1956.
Ολόκληρη η «Μυστική Έκθεση», όπως δόθηκε από τους Αμερικανούς, δημοσιεύτηκε σε συνέχειες και σε ελληνική μετάφραση, σε τουλάχιστον τρεις ελληνικές εφημερίδες: στο «Βήμα» (από 8 έως 14 Ιουνίου 1956), στην «Καθημερινή» (το ίδιο διάστημα) και στην «Ελευθερία» (από 8 Ιουνίου έως 1 Ιουλίου 1956). Λίγο αργότερα, (μέσα στο 1956), η «Μυστική Έκθεση» κυκλοφόρησε και σε μια μπροσούρα 80 σελίδων, υπό τον τίτλο «Νικήτα Κρούτσεφ: Ο Αληθινός Στάλιν». Η έκδοση αυτή δεν έφερε κανένα στοιχείο εκδότη παρά μόνο την ένδειξη «Αθήνα 1956». Επίσης δεν υπήρχε καμία εισαγωγή. Υπήρχαν όμως 26 υποσημειώσεις, που από τον τρόπο που είναι γραμμένες φαίνεται πως αξιοποιούσαν εκείνες του σοβιετικού πρωτοτύπου. Η γλώσσα της έκθεσης, στην έκδοση αυτή, ήταν δημοτική, σε αντίθεση με εκείνη που χρησιμοποίησαν οι εφημερίδες, που ήταν απλή καθαρεύουσα. Ποιος προχώρησε σε αυτή την έκδοση παραμένει ακόμα μυστήριο. Οι αριστεροί, τότε, τη θεωρούσαν δουλειά των αμερικανικών υπηρεσιών σε συνεργασία με τα επιτελεία των ελληνικών αντικομμουνιστικών υπηρεσιών του κράτους.
Εν πάση περιπτώσει, τώρα πια, έχοντας γνώση του σοβιετικού πρωτοτύπου της έκθεσης, μπορούμε με απόλυτη βεβαιότητα να πούμε πως στα χέρια των Αμερικανών, το 1956, έφτασε ακριβές αντίγραφο της «Μυστικής Έκθεσης». Και μάλιστα το τελικό, όπως διορθώθηκε και συμπληρώθηκε από τους Σοβιετικούς την 1η Μαρτίου του 1956, καθώς στο κείμενο που δημοσιοποίησε το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών περιλαμβάνονται οι αντιδράσεις των συνέδρων στα διάφορα σημεία της εκφώνησής του από τον Χρουστσόφ. Με δεδομένο ότι το κείμενο αποχαρακτηρίστηκε από τη σοβιετική ηγεσία σχεδόν αμέσως και έπαψε να είναι άκρως απόρρητο και με δεδομένο ότι ελήφθησαν μέτρα ώστε να μην αναπαράγεται σε αντίγραφα (υπήρχε ελεγχόμενος αριθμός αντιγράφων κατά τη διαδικασία της ενημέρωσης των μελών του Σοβιετικού Κόμματος και των εξωκομματικών), μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι η έκθεση διέρρευσε στη Δύση με σχέδιο ή με την ανοχή της σοβιετικής ηγεσίας υπό τον Ν. Χρουστσόφ.
Η νέα γραμμή του ΚΚΣΕ για ρήξη με το παρελθόν
Ενδεχομένως ο τελευταίος και οι επιτελείς του ήθελαν να στείλουν ένα μήνυμα στη Δύση για την αλλαγή πραγμάτων στη χώρα τους, αλλά και να επιδράσουν με τη νέα γραμμή ρήξης με το παρελθόν επί Στάλιν πάνω στα κομμουνιστικά κόμματα, στην Αριστερά και στο διεθνές εργατικό κίνημα. Αν αυτός ήταν ο στόχος, μπορούμε να πούμε ότι επιτεύχθηκε, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος. Ο συγκλονισμός των κομμουνιστών και των αριστερών ήταν μεγάλος. Από το 20ό Συνέδριο και μετά οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με την Κίνα μπήκαν σε αντίστροφη μέτρηση ρήξης. Σε διάφορα κομμουνιστικά κόμματα έγιναν αλλαγές -μικρότερες ή μεγαλύτερες, δεν έχει σημασία- στην ηγεσία τους και τίποτα δεν ήταν ίδιο με πριν. Σε ό,τι αφορά το ΚΚΕ, ο Ν. Ζαχαριάδης καθαιρέθηκε από γ.γ. της Κ.Ε. Αλλά αυτό οι Σοβιετικοί το είχαν αποφασίσει πριν εκφωνηθεί η έκθεση στο 20ό Συνέδριο. Η καθαίρεσή του, όμως, ήταν μέσα στο πνεύμα των αλλαγών που το συνέδριο επέφερε. Το αποτέλεσμα ήταν το ΚΚΕ να βιώσει μια σιωπηρή διάσπαση σε υποστηρικτές και επικριτές του Ζαχαριάδη. Η διάσπαση αυτή δεν πήρε ποτέ οργανωτική μορφή, καθώς το ΚΚΕ ήταν τότε παράνομο κι επειδή η αίγλη της Σοβιετικής Ένωσης ήταν ακόμα ισχυρή, ειδικά για τον κόσμο που μαχόταν στην Ελλάδα σε καθεστώς αστυνομικών διώξεων. Χωρίς αμφιβολία, η «Μυστική Έκθεση» άνοιξε τον «ασκό του Αιόλου» και απελευθέρωσε ανέμους που το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα κατάφερε ένα διάστημα να ηρεμήσει, αλλά ουδέποτε να ελέγξει πλήρως. Αυτό φάνηκε ακόμη πιο καθαρά με την περεστρόικα του Μ. Γκορμπατσόφ, όταν η συζήτηση γύρω από την περίοδο Στάλιν επανήλθε, για να φανεί πως ο λογαριασμός με το παρελθόν ήταν ακόμα ανοικτός.
Αρχική δημοσίευση: efsyn.gr
Οι «παντός καιρού» δηλώσεις της Αλ. Παπαρήγα

Γράφει ο Κωνσταντίνος Παπαναγιώτου.
Οι σημερινές θέσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ όχι μόνο δεν έχουν σχέση με τις ανάγκες της εργατικής τάξης και του κινήματος αλλά και καμιά σχέση με τις θέσεις που είχε το ίδιο το κόμμα. Η διολίσθηση των θέσεων του ΚΚΕ ίσως δεν είναι ευκρινής αν ειδωθεί αποσπασματικά. Είναι, όμως, ξεκάθαρη αν συγκριθεί με παλιότερες θέσεις. Σήμερα επιχειρούμε μια πρώτη ανάγνωση παρακολουθώντας τις «παντός καιρού» δηλώσεις του προσώπου που από την ανώτατη καθοδηγητικά θέση έδωσε το δικό του στίγμα σ’ αυτή τη μετάλλαξη. Της επί σειρά ετών ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΚΕ Αλέκας Παπαρήγα. Ας ξετυλίξουμε το νήμα προς τα πίσω:
Στα τέλη του 2015, η Αλέκα Παπαρήγα, μιλώντας στην εκδήλωση των κλαδικών οργανώσεων της ΚΟ Μακεδονίας για τα διδάγματα του Οχτώβρη του 1917, θέλησε να υπερασπιστεί την σημερινή πολιτική του κόμματος δηλαδή την εγκατάλειψη του μετώπου. Σημείωσε μεταξύ άλλων:
«Ο αγώνας που κατευθύνεται στο σοσιαλισμό, ο ίδιος ο σοσιαλισμός δεν είναι για μας ένα εικόνισμα, ένας αόριστος «τελικός» σκοπός, που κάπου κάποτε θα έλθει από μόνος του. Απαιτείται επαναστατική στρατηγική που στηρίζεται στο χαρακτήρα της εποχής μας, ως εποχής περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, η αδιαπραγμάτευτη θέση ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δεν υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο και πολιτικό καθεστώς, ότι το Κόμμα δεν συμμετέχει σε αστικές κυβερνήσεις, σε κυβερνήσεις αστικής διαχείρισης».
Και παρακάτω: «Η αντίθεση επανάσταση ή μεταρρύθμιση εκφράζεται και στις γραμμές του εργατικού κινήματος ως αντίθεση της ταξικής γραμμής με την αστική, τη ρεφορμιστική και την οπορτουνιστική. Ο στόχος των τελευταίων είναι ένας: Η πολύπλευρη χειραγώγηση, ώστε το εργατικό κίνημα, το λαϊκό κίνημα να περιορίζονται στα στενά όρια της γραμμής πίεσης για καλύτερους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης, για κάποια ψίχουλα που θα πέσουν από το τραπέζι των μονοπωλίων, να αποδέχονται βουβά την κατάργηση των κατακτήσεων σε συνθήκες κρίσης. Οι αστικές, μικροαστικές και οπορτουνιστικές αντιλήψεις, ανεξάρτητα από τις διαφορές και ανταγωνισμούς στο επίπεδο των πολιτικών τους φορέων, προβάλλουν ότι η λαϊκή κυριαρχία πραγματοποιείται με τις εθνικές εκλογές, επομένως δεν έχει σημασία η εξωκοινοβουλευτική πάλη, η ταξική πάλη, ανάλογα, θεωρείται εχθρική ή ανεδαφική».
Τέλος: «Δυστυχώς, μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση, το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα επεξεργάσθηκε διαφορετικές στρατηγικές για τα Κομμουνιστικά Κόμματα ανάλογα με τον βαθμό ανάπτυξης του καπιταλισμού και τη θέση της χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, σε αντίθεση με το χαρακτήρα της εποχής. Αυτή η επιλογή κόστισε πολύ, κυρίως είχε μακροπρόθεσμη επίδραση, γεννούσε αντιφάσεις και συγχύσεις, καθώς υιοθετήθηκε η επαναστατική διαδικασία των δύο σταδίων, και στη συνέχεια διάφοροι τύποι εργατικών κυβερνήσεων και ενδιάμεσων, μεταβατικών πολιτικών καθεστώτων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ούτε περίεργο που οι σύγχρονοι οπορτουνιστές ασκούν πολεμική στο Κόμμα μας, γιατί αποκατέστησε τον επαναστατικό του χαρακτήρα με την κατάργηση των δύο σταδίων, στο 15ο Συνέδριο του 1996 και πιο ολοκληρωμένα στο 19ο Συνέδριο του 2013».
Στο σημείο αυτό, είναι ενδιαφέρον να δούμε τι είπαν για το θέμα των συμμαχιών και την νέα πολιτική του ΚΚΕ όπως υιοθετήθηκε στο 19ο Συνέδριο, ο τέως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος και γραμματέας της ΚΟ του ΚΚΕ Αντώνης Σκυλλάκος και ο δημοσιογράφος Νίκος Μογιόπουλος στον προσυνεδριακό διάλογο. Απόψεις που τελικά τις πλήρωσαν με τον αποκλεισμό τους από το 19ο συνέδριο, αφού δεν εξασφάλισαν την ιδιότητα του συνέδρου μέσα από τις εκλογικές διαδικασίες στις κομματικές οργανώσεις τους:
Αντ. Σκυλλάκος: «Αν θέλουμε συσπείρωση ευρύτερων μαζών, θα πρέπει να συγκεντρωθούν όσο το δυνατόν περισσότερες δυνάμεις, που θίγονται ή καταστρέφονται από τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό, που υφίστανται στο «πετσί» τους την κρατική καταστολή. Δεν είναι δυνατόν σε συνθήκες καπιταλισμού, οι πλατιές λαϊκές μάζες να αποκτήσουν αντικαπιταλιστική συνείδηση και να συμφωνούν με το ΚΚΕ στη δικτατορία προλεταριάτου.»
Ν. Μπογιόπουλος: «Με αυτήν την (μη) πολιτική συμμαχιών ‘πλησιάζουμε’ το σοσιαλισμό μόνο ως αντικατοπτρισμό. Η Λαϊκή Συμμαχία, που δεν είναι πολιτική, δεν συμμετέχει σε εκλογικές μάχες, που απορρίπτει όσους διαφοροποιούνται από το ΚΚΕ (Θέση 67), που «έχει μια ορισμένη μορφή διαμόρφωσης με τη δράση σε κοινό πλαίσιο των ΠΑΜΕ, ΠΑΣΕΒΕ, ΠΑΣΥ, ΜΑΣ», είναι «συμμαχία» μόνο με τον εαυτό μας.»
Αυτά συνοπτικά όσον αφορά το θέμα γύρω από την πολιτική του κόμματος σύμφωνα με τις αποφάσεις του 19ου Συνέδριου.
Ας πάμε πίσω. Στο 15ο Συνέδριο:
«…Στις γραμμές του Μετώπου εντάσσονται δυνάμεις ανομοιογενείς από άποψη κοινωνικής θέσης και ιδεολογικοπολιτικής στάσης. Αντανακλώνται διαφορετικές τάσεις, σε ό,τι αφορά την προοπτική και το σκοπό της αντιιμπεριαλιστικής, αντιμονοπωλιακής πάλης.
Η ανάπτυξη των κοινωνικοπολιτικών αναμετρήσεων, των ταξικών συγκρούσεων, θα φέρνει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας. To KKE κατευθύνει τη δράση του, ώστε η αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή πάλη να αναπτύσσεται και να βαθαίνει η αντικαπιταλιστική συνείδηση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Το ΚΚΕ σταθερά προσπαθεί να πείθει ότι δεν αρκεί να φύγουν τα αστικά κόμματα και οι σύμμαχοί τους από το τιμόνι της διακυβέρνησης. Πρέπει να ανατραπεί το αστικό κράτος και οι μηχανισμοί του. Να δημιουργηθεί μια νέα λαϊκή εξουσία, που δεν είναι άλλη από τη σοσιαλιστική.
Σε συνθήκες κορύφωσης της ταξικής πάλης, επαναστατικής ανόδου του λαϊκού κινήματος, όταν η επαναστατική διαδικασία έχει ξεκινήσει, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση, ως όργανο λαϊκής εξουσίας, που έχει την έγκριση και τη συγκατάθεση του αγωνιζόμενου λαού, χωρίς γενικές εκλογές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Αυτή η κυβέρνηση θα ταυτίζεται, ή θα τη χωρίζει τυπική απόσταση από την εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.
Σε συνθήκες ταξικών αναμετρήσεων και μεγάλης φθοράς στην επιρροή των αστικών κομμάτων και των συμμάχων τους, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων με βάση το κοινοβούλιο χωρίς να έχουν διαμορφωθεί ακόμα οι όροι για το επαναστατικό πέρασμα.
Η δρομολόγηση κυβερνητικών μέτρων που στοχεύουν στην ανακούφιση του λαού, ενάντια στο πολυεθνικό κεφάλαιο, στην εξάρτηση και τη συμμετοχή της χώρας στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, είναι δυνατόν να συσπειρώνει και να πείθει για την ανάγκη γενικότερης ρήξης.
Το ΚΚΕ επιδιώκει μια τέτοια κυβέρνηση, με τη δράση της και τη γενικότερη λαϊκή παρέμβαση, να συμβάλει στην έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας. Το διάστημα μέσα στο οποίο θα κριθεί αν η κυβέρνηση θα προχωρήσει προς τα εμπρός δε θα είναι μακρόχρονο. Η πείρα δείχνει ότι θα είναι βραχύχρονο. Αν οι εξελίξεις δεν πάρουν θετική πορεία, τότε η κυβέρνηση θα ανατραπεί, κάτω από την αντίδραση της κυρίαρχης τάξης και την ιμπεριαλιστική παρέμβαση. Η ανατροπή της δε σημαίνει υποχρεωτικά συνολικό πισωγύρισμα. Μπορεί να γίνει παράγοντας για να κατανοηθεί βαθύτερα η ανάγκη ριζικής ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος».
.
Τέλος ας πάμε πολύ πίσω. Στον Ιούνιο του 1991:
«Οι ιδέες της περεστρόικα απαντούν στις απαιτήσεις της αναδιοργάνωσης του σοσιαλισμού, συμβάλλουν σημαντικά στην ανάπτυξη της σύγχρονης θεωρίας του…σοσιαλισμού, έκαναν το σοσιαλισμό πιο ελκυστικό». Αλέκα Παπαρήγα Ιούνιος 1991
Κατά τα άλλα η Αλέκα Παπαρήγα έχει μόνιμα στο στόχαστρο της τους οπορτουνιστές και όποιους κατά την ίδια κάνουν "υπονομευτική δουλειά" στο ΚΚΕ, όπως ο Εργατικός Αγώνας.
Σαν επίλογο παραθέτω απόσπασμα από την διακήρυξη της Κίνησης Κομμουνιστών-Εργατικός Αγώνας:
«Το ΚΚΕ, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα με την ευθύνη των καθοδηγητικών του οργάνων, δεν μπορεί να επιτελέσει τον ιστορικό του ρόλο, να οργανώσει τους καθημερινούς αγώνες για την επιβίωση του λαού, να προωθήσει την ενότητα της εργατικής τάξης και τη συμμαχία της με τα άλλα εκμεταλλευόμενα και καταπιεσμένα τμήματα της κοινωνίας, να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας. Με τη σημερινή του πολιτική, την τακτική που εφαρμόζει, τις ιδεολογικές και πολιτικές του αντιλήψεις, το πρόγραμμα που ψήφισε στο τελευταίο συνέδριο του, την αναθεώρηση της ιστορίας του που προωθεί, μόνο ως σεχταριστικός φορέας, ο οποίος εξ αντικειμένου δρα ανασχετικά στους αγώνες και στην ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, μπορεί να λειτουργήσει.
Ελπίδα και προοπτική μπορεί να υπάρχει: Μόνο με ένα κόμμα που, στηριγμένο στον Μαρξισμό - Λενινισμό, θα μελετάει την σύγχρονη πραγματικότητα και θα γενικεύει μέσα από αυτή αντί να την προσαρμόζει σε σχήματα και γενικεύσεις καταστάσεων που προηγήθηκαν».
Τα συμπεράσματα δικά σας.
ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr
Ένα σχόλιο για την πολιτική διακήρυξη της ΛΑΕ

Του Πάνου Δαμέλου
Θετικές διεργασίες και προβληματισμοί είναι σε εξέλιξη στη βάση της ΛΑΕ, όπως φαίνεται από το κείμενο 30 μελών από όλη την Ελλάδα, όπου ζητούν μεταξύ άλλων ξεκάθαρη θέση κατά της ΕΕ, δημοκρατική συγκρότηση και συμμαχίες προς τα αριστερά. Από την άλλη, χθες η ηγεσία της ΛΑΕ δημοσίευσε μία πολυσέλιδη διακήρυξη που σε γενικές γραμμές επαναλαμβάνει το πολιτικό πλαίσιο του Σεπτέμβρη και δείχνει σαφή τάση πρώτα να κατοχυρωθεί, σε επίπεδο κοινωνίας, τόσο η ηγεσία όσο και η πολιτική γραμμή, ώστε μετά να γίνει ένα συνέδριο ουσιαστικά επικύρωσης (και οι οργανωμένες δυνάμεις που φιλοδοξούν να αποτελέσουν την «αριστερή πλατφόρμα» -και όχι ηγεμονική τάση- εντός της ΛΑΕ, δυστυχώς φαίνεται να συναινούν και πρακτικά να συμβάλλουν σε αυτό).
Για την ίδιο τη διακήρυξη θα μπορούσαν να γραφτούν διάφορα. Συνολικά αναπαράγει αυτούσιες όλες τις προβληματικές πλευρές του ΣΥΡΙΖΑ του 2012, με κάποια καλοδεχούμενα προχωρήματα (έξοδος από ευρώ και ΝΑΤΟ, εθνικοποιήσεις χωρίς αποζημιώσεις στο μεγάλο κεφάλαιο) τα οποία όμως δεν αλλάζουν τη συνολική εικόνα: Η φυσιογνωμία που επιχειρείται να κατοχυρωθεί από την ηγεσία της ΛΑΕ είναι αυτή της συνεπούς σοσιαλδημοκρατίας. Όλο το κείμενο διαπνέεται από άκρατο κυβερνητισμό, ουσιαστικά περιγράφει τι θα κάνει η… κυβέρνηση της ΛΑΕ, πώς θα ξαναπιάσει το νήμα που άφησε ο ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούλη του ’15 μετά το δημοψήφισμα (μέχρι τότε μάλλον πήγαιναν όλα καλά – αφού και η ηγεσία του Αριστερού Ρεύματος συμμετείχε και νομιμοποιούσε…). Συνεχίζει να αρνείται να μιλήσει για τη φύση της ΕΕ και ρίχνει τα πάντα στους σημερινούς συσχετισμούς εντός της: Λέει πως το δίλημμα που ΙΣΩΣ να τεθεί είναι «σύγκρουση με τη σημερινή Ε.Ε. ή εγκατάλειψη του προοδευτικού, ριζοσπαστικού μας προγράμματος» – μήπως να το ξανασκεφτούμε, αφού αύριο μπορεί να μετατραπεί σε μία άλλη Ε.Ε.; Υπάρχει καλύτερη Ε.Ε. και τη θέλουμε; Δεν μπορώ να μη σχολιάσω και το σλόγκαν «για μια νέα Ελλάδα σε μια άλλη Ευρώπη» – δεν θέλω να γίνω κακεντρεχής αλλά ειλικρινά μου θύμισε την αφίσα του Ανδρέα Παπανδρέου που έλεγε «για μια Ελλάδα που αγαπάμε σε μια Ευρώπη που θέλουμε». Θα αναμετρηθεί η αριστερά επί της ουσίας με την ηγεμονική αφήγηση των «Μένουμε Ευρώπη» και της Ε.Ε.-«Ευρώπης των λαών» ή θα κοροϊδεύουμε – και θα κοροϊδευόμαστε; Για το χρέος, η θέση της διακήρυξης είναι «…στάση πληρωμών για τη διαγραφή του “παράνομου, επονείδιστου και επαχθούς χρέους”- όπως αυτό περιγράφεται στο πόρισμα της αρμόδιας επιτροπής της Βουλής- ή τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους του». Δηλαδή το χρέος είναι «παράνομο, επονείδιστο και επαχθές» αλλά η κυβέρνηση της ΛΑΕ μπορεί και να δεχθεί να πληρώσουμε π.χ. το 40%; Όσο για τους μετανάστες, συνεχίζει να αρνείται να μιλήσει για πολιτικά μέτρα όπως νομιμοποίηση και μιλάει γενικά για «πολιτική ανθρωπισμού».
Αυτά είναι τα πολύ βασικά, θα μπορούσε κανείς να σχολιάσει πολλά σημεία ακόμη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως για μένα είναι η ουσία της πολιτικής πρότασης, η εναπόθεση των ελπίδων εκ νέου στην… «κυβέρνηση της αριστεράς» (παρά τις διακηρύξεις κατά του κυβερνητισμού – και ο ΣΥΡΙΖΑ αυτά έλεγε άλλωστε) και ο περιορισμός σε μία σοσιαλδημοκρατική πρόταση (παρά τις θολές παραπομπές στον «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» – ξανά, και ο ΣΥΡΙΖΑ τα ίδια έλεγε, παραπέμποντας επί της ουσίας τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό στις καλένδες, λέγοντας ότι τώρα προέχει να «σώσουμε την οικονομία»).
Ελπίζω ότι οι άνθρωποι που στήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ δεν θα ξανακάνουν το ίδιο λάθος, θα δουν πού οδήγησε το κίνημα, την αριστερά και εν τέλει την κοινωνία η αναμονή της κυβερνητικής λύσης από τα πάνω, ότι δεν θα χτίσουν εκ νέου έναν φορέα ανάθεσης και σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, έναν φορέα που θα υπόσχεται εύκολες λύσεις χωρίς πολλές ρήξεις «επειδή αλλιώς τρομάζει ο κόσμος». Επειδή λοιπόν εμείς νομίζουμε ότι ο Μαρξ… δεν έλεγε βλακείες, ας τον θυμηθούμε:
«Οι κομμουνιστές θεωρούν ανάξιό τους να κρύβουν τις απόψεις και τις προθέσεις τους. Δηλώνουν ανοιχτά ότι οι σκοποί τους μπορούν να πραγματοποιηθούν μονάχα με τη βίαιη ανατροπή όλου του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος.»
(από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο)
Κι επειδή αν πρέπει να κρατήσουμε ένα μάθημα από την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι, αν δεν κοιτάς εκεί που θέλεις να πας, στο τέλος θα πας εκεί που κοιτάς… Αυτή τη φορά, ας το πάρουμε αλλιώς.
ΠΗΓΗ: pandiera.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή