Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Αυτά είναι τα χάλια μας…

Γράφει ο Δανης Παπαβασιλείου
Την προχωρημένη εξαθλίωση του ελληνικού λαού δείχνουν τα στοιχεία της Eurostat, της επίσημης στατιστικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δόθηκαν την Παρασκευή 16/10/2015 στη δημοσιότητα. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά πάνω από ένας στους τρεις Έλληνες (3,8 εκατ. άνθρωποι) είτε είναι φτωχός, είτε ζει σε κατάσταση ένδειας (στερούμενος βασικά αγαθά), είτε ζει σε οικογένεια της οποίας κανένα μέλος δεν έχει «κανονική» δουλειά!
Και ενώ (βάσει των στοιχείων) έπρεπε να έχει σημάνει συναγερμός για την επιβίωση του ελληνικού λαού, κάποιοι επιμένουν ότι μπορούμε να πάμε ακόμα… χειρότερα. Η κυβέρνηση και οι άλλες μνημονιακές δυνάμεις με όσα λένε και όσα ψηφίζουν, δείχνουν ότι όχι απλώς αγνοούν το μέγεθος του προβλήματος, αλλά διατίθενται να δώσουν και τη «χαριστική βολή» σε ένα λαό που έχει γονατίσει πλέον, που αντιμετωπίζει μια άνευ προηγουμένου ανθρωπιστική καταστροφή.
Πάντως, τα στοιχεία της Eurostatείναι απολύτως συγκρίσιμα με τα στοιχεία της κατάστασης που επικρατεί σε μια χώρα μετά από πόλεμο…
Ας δούμε λοιπόν την «εικόνα» που σχηματίζουν οι αριθμοί και τα ποσοστά, λαμβάνοντας υπόψη ότι όπως σε κάθε στατιστική μέτρηση, έτσι και σ΄ αυτή, οι μέσοι όροι και οι ποσοστιαίες αναλογίες κρύβουν συνήθως μια κατάσταση πολύ χειρότερη για τους φτωχότερους.
Στην Ελλάδα λοιπόν του 2015:
- Το 22,1% του πληθυσμού ζει κάτω από το επίσημο όριο της φτώχειας.
- Το 21,5% του πληθυσμού ζει σε κατάσταση ένδειας.
- Το 17,2% του πληθυσμού ζει σε οικογένεια αντιμέτωπη με τον κίνδυνο της ανεργίας.
Για να έχετε μια πληρέστερη άποψη περί τίνος πρόκειται, παραθέτουμε τα κριτήρια βάσει των οποίων η Eurostatκατατάσσει τους ανθρώπους ως προς τα όρια της φτώχειας, της ένδειας και του κινδύνου της ανεργίας.
Έτσι, φτωχός θεωρείται αυτός που έχει εισόδημα μικρότερο του 60% του μέσου εθνικού εισοδήματος.
Σε κατάσταση ένδειας ζει κάποιος που στερείται βασικά αγαθά.
Οικογένεια με τον κίνδυνο της ανεργίας είναι η οικογένεια της οποίας κανένα μέλος δεν εργάζεται «κανονικά».
Αξίζει ακόμα να δούμε σε ποια θέση βρίσκεται, συγκριτικά, η Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως προς τους συγκεκριμένους δείκτες.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα στοιχεία της Eurostat, στις χώρες μέλη της Ε.Ε, oμέσος όρος των ανθρώπων που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας είναι 17,2%, σε συνθήκες ένδειας 8,9% και σε οικογένειες με τον «κίνδυνο της ανεργίας» 11,1%.
Όπως προκύπτει, το συμπέρασμα δεν είναι μπορεί να αφορά μόνο στην απελπιστική κατάσταση του ελληνικού λαού, όπως αυτή εκφράζεται από το δείκτη της ένδειας, ο οποίος στη χώρας μας είναι σχεδόν τριπλάσιος από το μέσο κοινοτικό όρο!
Το συμπέρασμα αφορά και στη γενικότερη κατάσταση στην Ε.Ε, αφού το ποσοστό των «φτωχών» είναι ιδιαίτερα υψηλό (17,2%), ακόμα και στις πλουσιότερες χώρες μέλη, εξαιτίας των πολιτικών που ασκούνται με τα ίδια γενικά χαρακτηριστικά. Το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή το 24,4% του πληθυσμού της Ε.Ε, δηλαδή 122 εκατομμύρια άνθρωποι, ζουν αντιμέτωποι με μια τουλάχιστον από τις τρεις καταστάσεις (φτώχεια, ένδεια, άνεργη οικογένεια) δείχνει τη φύση και το χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πηγή: imerodromos.gr
«Σοφοί» και δεμένοι ενάντια στην κοινωνική ασφάλιση

Γράφει ο Ευτύχης Προκοπίδης
Μετά την πρόσφατη ψήφιση του πολυνομοσχεδίου για τα προαπαιτούμενα κατ’ επιταγή του τρίτου μνημονίου, (N. 4336/2015) που ψήφισαν πριν τις εκλογές 222 βουλευτές των κομμάτων της σημερινής κυβέρνησης, ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, της ΝΔ, του ΠΟΤΑΜΙΟΥ, του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, ένα πολυνομοσχέδιο που ανοίγει την αυλαία για τον αρμαγεδώνα της νέας αντιλαϊκής κυβερνητικής πολιτικής, τώρα και πάλι κατ’ επιταγή του προαναφερόμενου μνημονίου, η κυβέρνηση ετοιμάζεται να φέρει προς ψήφιση ένα νέο αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο που θα ξεθεμελιώνει ό,τι έχει απομείνει από την κοινωνική ασφάλιση και συνταξιοδότηση.
Ήδη με το νόμο του μνημονίου επιβλήθηκε αναδρομικά από 1/7/2015, νέα αύξηση της εισφοράς για την «υγεία» σε κύριες και επικουρικές συντάξεις κατά 2% και 3% αντίστοιχα, επί των ονομαστικών συντάξεων που υπήρχαν πριν το 2009!!! δηλ. σε χρηματικά ποσά μη υπαρκτά για τους συνταξιούχους!!! Επίσης με τον ίδιο νόμο ενεργοποιήθηκαν και ήδη ισχύουν αναδρομικά από 1/1/2015 οι διατάξεις περί βασικής και αναλογικής σύνταξης των αντιασφαλιστικών νόμων «Λοβέρδου» ν3863/2010 και ν3865/2010 που στη συνέχεια, τώρα, με το πρόσφατο πολυνομοσχέδιο για τα προαπαιτούμενα επικαιροποιήθηκαν.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι με βάση αυτούς τους νόμους, ο εργάσιμος βίος για πλήρη συνταξιοδότηση ανεβαίνει στα 40 χρόνια εργασίας και ταυτόχρονα στα 62 χρόνια ηλικίας. Η σύνταξη θα τεμαχίζεται σε βασική των 360€, κυμαινόμενη ανάλογα με το ΑΕΠ και σε αναλογική, ανάλογα με τα χρόνια εργασίας και με βάση το μέσο όρο των μισθών όλου του εργάσιμου βίου. Δηλαδή στην καλύτερη περίπτωση η πλήρης σύνταξη θα είναι συνολικά περί τα 700€. Αν όμως δεν υπάρχουν τα 40 χρόνια εργασίας, τότε τα χρόνια ηλικίας ανεβαίνουν στα 67 που και αυτά δεν θα μένουν στατικά αφού από το 2022 και μετά, ανά τριετία θα ανεβαίνουν με βάση το προσδόκιμο ζωής, επομένως η ηλικία συνταξιοδότησης θα είναι 67+++ και βέβαια η σύνταξη θα είναι ανάλογα με τα χρόνια εργασίας ποσοστιαίο μέρος της προαναφερόμενης βασικής και αναλογικής σύνταξης. Αν τώρα προσθέσουμε και το γεγονός ότι οι προαναφερόμενοι νόμοι προβλέπουν ότι η κρατική συνταξιοδοτική δαπάνη από το 16% που ήταν το 2010 θα πρέπει κάθε χρόνο να μειώνεται ώστε το 2060 να πέσει στο 2,5% του ΑΕΠ, τότε καταλαβαίνουμε ότι, και εξαιτίας της ανεργίας που καθιστά αδύνατη τη συμπλήρωση των 40 χρόνων εργασίας αλλά και με δεδομένη την προαναφερόμενη μείωση της κρατικής δαπάνης για τη συνταξιοδότηση, οι συντάξεις ουσιαστικά καταργούνται και μάλιστα πολύ γρήγορα. Ίσως και από το 2018 και μετά σύμφωνα και με τα γραφόμενα στο πρόσφατο πόρισμα των λεγόμενων σοφών. Το δεδομένο λοιπόν της ενεργοποίησης και επικαιροποίησης αυτών των νόμων σημαίνει ότι αυτοί οι νόμοι, παραμένουν και αποτελούν το εφαλτήριο για τη χαριστική βολή σε όσα συνταξιουχικά δικαιώματα έχουν απομείνει, όπως άλλωστε εμφαίνεται και στο πόρισμα των λεγόμενων σοφών.
Σε αυτό το πόρισμα, μεταξύ άλλων, προβλέπεται νέο σύστημα προκαθορισμένων εισφορών με ατομικούς λογαριασμούς και αβέβαιο το τελικό ποσό σύνταξης. επαναϋπολογισμός των παλαιών και νέων συντάξεων με νέο τρόπο με κατά πολύ χαμηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης που κυμαίνονται γύρω στο 50% των μισθών, οι οποίοι μισθοί ξανά, θα καρατομηθούν καίρια σύμφωνα και με τα πρόσφατα δημοσιεύματα για το νέο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων που ετοιμάζεται να ψηφίσει η κυβέρνηση μέσα στο Δεκέμβρη. Εγγύηση μόνο ενός προνοιακού βοηθήματος, της λεγόμενης εθνικής σύνταξης και μάλιστα με την επιβολή εισοδηματικών κριτηρίων. Ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων με ισοπέδωση προς τα κάτω συντάξεων και παροχών. Κατάργηση της επικουρικής σύνταξης και αντικατάστασής της με τα διαβόητα επαγγελματικά ταμεία.
Μέσα και από το σημερινό πόρισμα και οι σημερινοί κυβερνώντες και συγκυβερνώντες, στοχεύουν να αφαιρέσουν από την Κοινωνική Ασφάλιση το κοινωνικό της μέρος, να τη μετατρέψουν σε πλήρως ανταποδοτική και το δικαίωμα στην Ασφάλιση να καταντήσει ατομική υπόθεση. Έτσι θα ανοίξουν το δρόμο για ακόμα μεγαλύτερη κερδοφορία των ασφαλιστικών εταιρειών και των επιχειρηματιών της Υγείας, που αντιμετωπίζουν την Ασφάλιση ως εμπόρευμα.
Όλα τα διαλαμβανόμενα στο πόρισμα σε συνάρτηση και με τους νόμους 3863, 3865 του 2010 που πολλές διατάξεις τους στο πόρισμα επισπεύδονται, αποτελούν το μπούσουλα και το απεχθές κράμα του νέου συνταξιοδοτικού συστήματος που απεργάζεται η κυβέρνηση. Αντικειμενικά δύο είναι οι αφετηρίες αντιμετώπισης του κοινωνικοασφαλιστικού – συνταξιοδοτικού συστήματος. Η μια με βάση το δίκιο των εργαζομένων με την ανάδειξη των πολιτικών ευθυνών όλων των μέχρι τώρα κυβερνήσεων και με απαίτηση για πλήρη και αξιοπρεπή κοινωνική ασφάλιση – συνταξιοδότηση όλων των εργαζομένων και η άλλη με βάση το «δίκιο» των ενόχων μέχρι τώρα πολιτικών για την έξοδο του βάρβαρου εκμεταλλευτικού κοινωνικοοικονομικού συστήματός τους από την οικονομική κρίση που το παραδέρνει.
Μόνο που αυτή η δεύτερη αντιμετώπιση συνεπάγεται την εξόντωση των εργαζομένων και συνταξιούχων. Σ’ αυτήν τη ρότα λοιπόν και η σημερινή κυβέρνηση, δανειζόμενη την αποκρουστική πρακτική των προηγούμενων κυβερνήσεων, καταφεύγει στα ίδια τερτίπια που αυτές οι κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν για τον εμπαιγμό των εργαζομένων και συνταξιούχων. Κατά πρώτο, κάποιους ανθρώπους- ενεργούμενα της και η σημερινή κυβέρνηση, τους βάφτισε σοφούς και τους ανέθεσε να επεξεργαστούν πόρισμα για τις συντάξεις. Το ίδιο ακριβώς δηλ. που είχε κάνει και ο υπουργός του ΠΑΣΟΚ Γιαννίτσης το 2001. Μάλιστα μερικά πρόσωπα της τότε επιτροπής του Γιαννίτση φιγουράρουν και στη σημερινή επιτροπή «σοφών» της σημερινής κυβέρνησης. Με αυτόν τον τρόπο και αυτή η κυβέρνηση, όπως και οι προκάτοχες της, αποβλέπει να ξεγελάσει τους εργαζόμενους, υποβάλλοντας τους την ιδέα ότι τάχα οι «γνώστες», οι «επαΐοντες», οι «ειδήμονες», οι «σοφοί» που τα γνωρίζουν όλα, έχουν δίκιο και πρέπει επομένως να γίνουν δεκτά τα λεγόμενά τους, οι «σοφίες» τους.
Κατά δεύτερο, αναβιώνει τον αλήστου μνήμης κοινωνικό διάλογο - απάτη που η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εγκαινίασε για την εξαπάτηση των εργαζομένων. Μόνο που η σημερινή κυβέρνηση, αυτήν την πολιτική ατιμία δεν τη λέει διάλογο αλλά «διαβούλευση» με τους φορείς, πιστεύοντας ότι έτσι θα πετύχει το σφαγιασμό των εργαζομένων με τη συναίνεσή τους.
Κατά τρίτο, βάζει σε ενέργεια τον δοκιμασμένο από τις προηγούμενες κυβερνήσεις, φασιστικό κοινωνικό αυτοματισμό λέγοντας ότι θα περικόψει τις άνω των 1000 ή 800€ συντάξεις, υποκρινόμενη ότι το κύριο μέλημά της είναι η σωτηρία των χαμηλοσυντιαξιούχων που τους κατατάσσει στο ποσό των κάτω των 1000€ ή 800 € ονομαστικά μεικτά. Δηλαδή επιβάλλει στους φτωχούς να πληρώσουν τις συντάξεις των φτωχότερων, επιδιώκοντας έτσι να στρέψει τους μεν ενάντια στους δε και η ίδια να μείνει στο απυρόβλητο. Ξέχασε ότι τέτοιες τακτικές και τέτοιες μεθοδεύσεις, όταν τις εφάρμοζαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, τα στελέχη και μέλη του ΣΥΡΙΖΑ τις κατακεραύνωναν εμπράκτως, αποδοκιμάζοντας, με λόγια και με έργα, τους υπουργούς και τους βουλευτές των προηγούμενων κυβερνήσεων στους δρόμους, στις πλατείες, στις ταβέρνες και όπου αλλού τους έβρισκαν. Τώρα, μετά την ακραία φιλομνημονιακή τους μετάλλαξη, τώρα που έμπρακτα μετατράπηκαν σε Πέμπτη φάλαγγα ενάντια στους εργαζόμενους, αυτά τα κυβερνητικά στελέχη πιστεύουν ότι δεν θα εισπράξουν τα επίχειρα αυτής της αντεργατικής τους μετάλλαξης; Πιστεύουν ότι δε θα υποστούν όλα εκείνα που ίδιοι δίδαξαν πρώτοι, διαπομπεύοντας τους προκατόχους τους; Πάντως η ζωή έχει δείξει πως πάντα η πραγματικότητα εκδικείται τους επίορκους.
Μετά απ’ όλα αυτά, εκείνο που προέχει είναι η δυναμική συγκέντρωση και συσπείρωση όλων εκείνων των δυνάμεων που προκρίνουν την αντιμετώπιση του κοινωνικοασφαλιστικού–συνταξιοδοτικού προβλήματος από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων, η συσπείρωση όλων εκείνων των δυνάμεων που είναι φύσει και θέσει με το δίκιο των εργαζομένων, έχοντας ως αφετηρία τους τη δυναμική εναντίωση στους αίτιους και συναίτιους της διάλυσης του ασφαλιστικού συστήματος με τη διαχρονική διασπάθιση των αποθεματικών των ταμείων προς δόξα της υπερκερδοφορίας του κεφαλαίου.
Εκείνο που προέχει είναι ότι πρέπει να συνειδητοποιηθεί από ευρύτερες μάζες ότι το ζήτημα αυτό είναι κύρια βαθιά πολιτικό και όχι στενά μόνο οικονομικό. Ότι ειδικά στις σημερινές συνθήκες είναι ένα ζήτημα κλειδί για να προταχθεί από ένα Μέτωπο ευρύτερων δυνάμεων που θα έχει στο στόχαστρό του την ανατροπή όλων των μνημονιακών αντιλαϊκών πολιτικών, ως αναγκαία βήματα στην πορεία για συνολικές φιλολαϊκές ανατροπές και στο επίπεδο της εξουσίας και στο επίπεδο της οικονομίας. Η αναγκαιότητα αυτή αναδείχνεται σήμερα περίτρανα και με δραματικό τρόπο με δεδομένη τη διάλυση του συνδικαλιστικού κινήματος μέσα από την πολιτική και πρακτική του κυβερνητικού, του εργοδοτικού και γραφειοκρατικού συνδικαλισμού. Η ΓΣΕΕ κατά πρώτο λόγο, μπροστά σε ένα τέτοιο κεφαλαιώδες ζήτημα συναινεί εγκληματικά με την κυβέρνηση, δια της σιωπής και της παθητικότητας. Η ΑΔΕΔΥ, μετά την πολύχρονη συναινετική πορεία της, τώρα απλά ψελλίζει. Το ΠΑΜΕ συνεχίζει τη μοναχική, απομονωτική πεπατημένη ως οργανωτικοϊδεολογικός βραχίωνας, ως παράρτημα του ΚΚΕ. Και η ηγεσία του ΚΚΕ εμμένει στην αντιδιαλεκτική, σεχταριστική γραμμή του που προτάσσει το στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού, ως άμεση λύση, σε μια τέτοια στιγμή που η ίδια η ζωή, ειδικά από το 2012 και μετά, την απέρριψε τραγικά. Επιμένει σε αυτήν την γραμμή, υιοθετώντας τον παραλογισμό που λέει: όταν η πραγματικότητα δε συμφωνεί μαζί μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα. Έτσι στην πραγματικότητα ο άμεσος σοσιαλισμός είναι μόνο μια επιθυμία που όμως δεν «πατά» ούτε κατά διάνοια στο σήμερα, αφού από την ηγεσία του κόμματος δεν του δίνεται ένας «δρόμος» μια τακτική που να μας οδηγήσει σ’ αυτόν και επομένως, εκ των πραγμάτων και το ασφαλιστικό και τα άλλα άμεσα ζωτικά, λαϊκά προβλήματα, παραπέμπονται στο αόρατο μέλλον. Έτσι βέβαια διασύρεται και στο όνομα της δικαίωσης του, αδικείται το μέλλον της ανθρωπότητας, ο ίδιος ο σοσιαλισμός.
Απόρροια αυτής της πρακτικής είναι και η στάση αυτού του κόμματος σήμερα απέναντι στο ασφαλιστικό που αν και το περιγράφει ως πρόβλημα, όμως, στην πράξη ακυρώνει κάθε άμεση λύση αφού, με την προαναφερόμενη λογική του, δεν το εντάσσει σε ένα κοινωνικοπολιτικό μέτωπο άμεσων λύσεων, άμεσων επειγόντων ζητημάτων για την επιβίωση του λαού. Σε ένα μέτωπο δηλαδή που θα συσπειρώσει τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού. Γιατί δεν το κάνει αυτό; Δεν το κάνει γιατί πιστεύει ανόητα ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί άμεσα και τότε θα δοθεί και οριστική λύση στο κοινωνικοασφαλιστικό ζήτημα; Δεν το κάνει γιατί σε ένα τέτοιο μέτωπο φοβάται ότι θα ηγεμονεύσουν οπορτουνιστικές λογικές για δυνατότητα εξανθρωπισμού του καπιταλισμού; Αν ισχύει το πρώτο, τότε αντικειμενικά συνδράμει στη διαιώνιση του καπιταλισμού αφού αυτό αντίκειται στη μαρξιστικολενινιστική θεωρία και στην παγκόσμια επαναστατική πρακτική. Αν ισχύει το δεύτερο, τότε σημαίνει ότι η ίδια η ηγεσία του κόμματος δεν είναι πεισμένη ότι μπορεί σε ένα τέτοιο μέτωπο να πείσει για το δίκαιο και το ρεαλισμό των επιχειρημάτων της και επομένως από μια άλλη αφετηρία και πάλι συνδράμει στη διαιώνιση του καπιταλισμού τον οποίο υποτίθεται θέλει να ανατρέψει.
Αλλά επειδή η ζωή επιβάλλει να λύνονται έτσι ή αλλιώς τα ώριμα κάθε φορά ζητήματα και επειδή, ειδικά σε τέτοιες ιστορικές στιγμές που ζούμε σήμερα, οι ομφαλοσκοπήσεις αποβαίνουν μοιραίες και η ιστορία θα κρίνει τον καθένα για την στάση του την κάθε χρονική στιγμή, δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο. Τώρα και οι συλλογικές και οι ατομικές ευθύνες είναι τεράστιες και καθοριστικές. ΜΑΖΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΜΑΧΗΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΜΕ ΜΑΖΙΚΟΥΣ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΡΙΟ. ΜΑΧΗΤΙΚΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΩΡΑ.
ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr
Η Υγεία στο μάτι του κυκλώνα- O ρόλος του ΠΟΥ, η έκθεση για τις διαγνωστικές εξετάσεις και τι θα πράξει το υπουργείο Υγείας;

Το Rproject, φέρνει στο φως την έκθεση των εκπροσώπων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), η οποία, αν και ακολουθεί τη βασική πεπατημένη για οριζόντιες περικοπές, δεν παύει να συμπεριλαμβάνει ορισμένα ενδιαφέροντα στοιχεία, κυρίως για το καρτέλ που έχουν στήσει οι τέσσερις – πέντε μεγαλύτερες ιδιωτικές αλυσίδες στον χώρο των διαγνωστικών και απεικονιστικών εξετάσεων. Ενώ μεταξύ άλλων η μελέτη αποκαλύπτει τους όρους τιμολογιακής πολιτικής που έχουν επιβάλει τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα και τις δύο ταχύτητες (από τη μια, γδάρσιμο των δημόσιων οικονομικών που διαχειρίζεται και διοχετεύει ο ΕΟΠΥΥ στο σύστημα υγείας και από την άλλη, εξαιρετικά χαμηλές τιμές στις μεταξύ των ιδιωτικών τους κέντρων συναλλαγές και αλληλοεξυπηρετήσεις), οι μέχρι τώρα προτάσεις του ΕΟΠΥΥ, που απηχούν φυσικά και την τιμολογιακή πολιτική που επιθυμεί το υπουργείο Υγείας να διαμορφώσει, απέχουν πάρα πολύ από μια δραστική και αποτελεσματική μείωση των υπέρογκων κερδών του ιδιωτικού τομέα από τις διαγνωστικές εξετάσεις.
Ο χώρος της Υγείας βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα του Μνημονίου. Δίπλα στο κουαρτέτο των γνωστών «θεσμών» (Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ΔΝΤ και ΟΟΣΑ) στην Υγεία, έχει προστεθεί ήδη από τις μέρες της συγκυβέρνησης ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), με κλιμάκιο στελεχών του, που έχει εγκατασταθεί στην οδό Αριστοτέλους.
Το κλιμάκιο αυτό, με επικεφαλής τον βέλγο καθηγητή, Βιμ φαν Λερμπέργκε, έχει εκπονήσει κατά καιρούς διάφορες μελέτες για την κατάσταση της Υγείας στην Ελλάδα και προτείνει – αν δεν προσπαθεί να επιβάλει – διάφορες «μεταρρυθμίσεις» στον χώρο. Ήταν χαρακτηριστικός ο ρόλος του κλιμακίου και προσωπικά του κ. Λερμπέργκε όταν η συγκυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ με υπουργό Υγείας, τον Άδωνη Γεωργιάδη, είχε φέρει στη Βουλή προς ψήφιση τον νόμο για το Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (ΠΕΔΥ), (ν.4238/2014). Ο κ. Λερμπέργκε εμφανίστηκε στη Βουλή, στη διάρκεια της ακρόασης των φορέων, υπεραμύνθηκε του γράμματος και του πνεύματος του τότε σχεδίου νόμου, και γενικά επικρότησε την πολιτική υποβάθμισης της δημόσιας υγείας στη χώρα.
Από τον περασμένο Μάιο, ο ΠΟΥ έχει προχωρήσει σε μια πολλαπλώς ενδιαφέρουσα μελέτη για την οικονομική κατάσταση του ΕΟΠΥΥ, επικεντρωμένος στο κόστος των διαγνωστικών εξετάσεων και τους τρόπους περιορισμού του ( RATIONALISATION AND COST-CONTAINMENT OF DIAGNOSTIC LABORATORY TESTS, 26.5.2015), η οποία, αν και ακολουθεί τη βασική πεπατημένη για οριζόντιες περικοπές, δεν παύει να συμπεριλαμβάνει ορισμένα ενδιαφέροντα στοιχεία, κυρίως για το καρτέλ που έχουν στήσει οι τέσσερις – πέντε μεγαλύτερες ιδιωτικές αλυσίδες στον χώρο των διαγνωστικών και απεικονιστικών εξετάσεων. Ας ξεκινήσουμε από όσα προτείνει ο ΠΟΥ: Μια δέσμη μέτρων, με άμεσο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα, με βασικό στόχο τη μείωση του όγκου και συνακόλουθα του κόστους των διαγνωστικών εξετάσεων που αποζημιώνει ο ΕΟΠΥΥ κατά 45% σε σχέση με το 2014 (380 εκατομμύρια ευρώ), και σε απόλυτους αριθμούς, τη συγκράτηση της δαπάνης, σταθερά, στα 195-210 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο από το 2016 και μετά. Στα μέτρα άμεσου χαρακτήρα, που ο ΠΟΥ θα ήθελε να έχουν εφαρμοστεί ήδη από τα τέλη του Σεπτεμβρίου περιλαμβάνονται μια νέα μορφή παραπεμπτικού σημειώματος με προκαθορισμένες εξετάσεις και κόστος, ηλεκτρονικό σύστημα κόκκινου συναγερμού των ελεγκτών του ΕΟΠΥΥ όταν τα όρια τιμών και όγκου εξετάσεων ξεπερνιούνται από τον εκάστοτε γιατρό και πρωτόκολλα θεραπειών και συνοδευτικών διαγνωστικών εξετάσεων, ανά πάθηση και κύκλο εξετάσεων, κατά τα διεθνή πρότυπα.
Από τα χρηματικά κεφάλαια που θα εξοικονομηθούν, και μόνο από αυτά, το κλιμάκιο του ΠΟΥ θεωρεί ότι θα επιτευχθεί και η αποτελεσματική κάλυψη του αντίστοιχου κόστους για τις διαγνωστικές εξετάσεις των ανασφάλιστων, σύμφωνα και με τις σχετικές διακηρύξεις της ηγεσίας του υπουργείου Υγείας για ίση μεταχείριση και πρόσβαση των ανασφάλιστων πολιτών. Εκείνο που αποσιωπάται, τόσο από τον ΠΟΥ όσο κυρίως από το υπουργείο Υγείας είναι το πώς θα ανταποκριθούν οι ανασφάλιστοι πολίτες στο σταθερά σημαντικά υψηλό ποσοστό συμμετοχής, που αποτελεί τροχοπέδη και για τους κατ’ όνομα ασφαλισμένους πολίτες – ασθενείς – δικαιούχου τους ΕΟΠΥΥ, στην πραγματοποίηση των εξετάσεων και τη σωστή και τακτική τήρηση και παρακολούθηση φαρμακευτικών ή άλλων συνταγών και θεραπειών.
Η έκθεση του ΠΟΥ ξεκινά με τις διαπιστώσεις των συντακτών για τις αιτίες του αυξημένου όγκου και κόστους των διαγνωστικών εξετάσεων στην Ελλάδα. Πρώτη, καταγράφεται η υπερπροσφορά γιατρών εξειδικευμένων στον εργαστηριακό κλάδο, καθώς ο αριθμός τους φθάνει στα 3.809 άτομα, ο υψηλότερος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έξι φορές περισσότερα από όσα δραστηριοποιούνται στη Γαλλία και τρεις φορές περισσότερα από τον μέσο όρο των αντίστοιχων ειδικοτήτων στις χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν διευκρινίζεται όμως, όντας και ένα από τα σημεία προχειρότητας της έκθεσης, πόσοι από αυτούς τους εργαστηριακούς γιατρούς είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, πόσοι εργάζονται – αν εργάζονται – στα δημόσια νοσοκομεία και τις εργαστηριακές μονάδες του ΠΕΔΥ – αν και όπου υπάρχουν – και πόσοι βρίσκονται σε πραγματικό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας ειδικά μέσα στις μεγάλες αλυσίδες του χώρου. Και αυτή η διάκριση είναι σημαντική προκειμένου να μην προκαλούνται φθηνές εντυπώσεις ως προς το αυξημένο κόστος της υγειονομικής περίθαλψης στην Ελλάδα, ως απόρροια μιας δήθεν αυξημένης προσφοράς υψηλά αμειβόμενου και σε καθεστώς ελεύθερου επαγγελματία ιατρικού προσωπικού, που θα μπορούσε να προκαλεί συνθήκες καρτέλ στο χώρο – το καρτέλ, όπως έμμεσα ομολογεί παρακάτω και η έκθεση, στο σκέλος των τιμών, έχουν συγκροτήσει οι τέσσερις – πέντε αλυσίδες του χώρου.
Κατόπιν παρουσιάζεται η επικρατούσα κατάσταση στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα. Τονίζεται και εξαντλείται εκεί η όποια αναφορά, ότι ο δημόσιος τομέας δεν διαθέτει εργαστήρια και κέντρα διαγνωστικών και απεικονιστικών εξετάσεων με τον πλέον κατάλληλο και σύγχρονο εξοπλισμό. Δεν γίνεται καμιά απολύτως μνεία στη σταθερά χαμηλή χρηματοδότηση του συστήματος, και φυσικά, στη μεγάλη τρύπα που προκλήθηκε στο σύστημα από το κλείσιμο εργαστηριακών μονάδων του πάλαι ποτέ ΙΚΑ – ΕΟΠΥΥ και σήμερα ΠΕΔΥ. Παράλληλα αναφέρεται ότι ο ιδιωτικός τομέας εμφανίζει την εικόνα, ενώ στα σχετικά μητρώα επιχειρήσεων να καταγράφονται τουλάχιστον 4.000 εργαστήρια, στην πραγματικότητα ενεργά να είναι λιγότερα από 2.500, με πέντε μεγάλες αλυσίδες να μονοπωλούν τον χώρο και ταυτόχρονα να διαθέτουν συμβάσεις κυρίως μεταφοράς και εξέτασης επιμέρους δειγμάτων με πολλά, μικρότερα εργαστήρια – με ό, τι αυτό συνεπάγεται για το τελικό κόστος των εξετάσεων, σύμφωνα πάντα με την έκθεση του ΠΟΥ.
Στη συνέχεια, η έκθεση κάνει λόγο για «παραλογισμό» στον τρόπο παραπομπής και τον όγκο των διενεργούμενων εξετάσεων, καθώς κατά τα 2/3 δεν είναι απαραίτητες ή είναι ακόμη και ακατάλληλες για την πάθηση ή την ασθένεια, που υποτίθεται ότι αφορούν. Ο ΠΟΥ υποστηρίζει ότι η εν λόγω εικόνα προκύπτει από το γεγονός ότι απουσιάζει ένα σύστημα ποιοτικά κατηγοριοποιημένων στοιχείων και πρωτοκόλλων θεραπείας, υπάρχει έλλειμμα εκπαίδευσης , μετεκπαίδευσης και εξοικείωσης των κλινικών γιατρών, που προχωρούν στη σύνταξη των παραπεμπτικών – για διαγνωστικές εξετάσεις – σημειωμάτων, με τις τελευταίες εξελίξεις (ιατρικές και τεχνολογικές), ενώ στη συνολική εικόνα των περιττών αλλά κοστοβόρων εξετάσεων συντελεί το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι ασθενείς πραγματοποιούν τις ίδιες εξετάσεις «δύο ή τρεις φορές, προκειμένου να αποκτήσουν μια δεύτερη ή τρίτη γνώμη». Σε αυτό βέβαια το φαινόμενο έχει συντελέσει και η επιβολή του πλαφόν στις εξετάσεις και τη συνταγογράφηση ανά γιατρό και πράξεις, καθώς ασθενείς κάνουν συνήθως από την αρχή κύκλους εξετάσεων, όταν πρέπει να καταφύγουν σε γιατρούς που πρώτη φορά τους εξετάζουν, με μοναδικό κριτήριο το γεγονός ότι δεν έχουν καλύψει το όριο του μηνιαίου πλαφόν τους. Ο ΠΟΥ δεν συνυπολογίζει αυτές τις παραμέτρους.
Τέλος, στο κρίσιμο θέμα των υψηλών τιμών των διαγνωστικών εξετάσεων, επισημαίνεται ότι είναι κυρίως αποτέλεσμα των πιέσεων και της επιρροής των μεγάλων αλυσίδων ιδιωτικών κέντρων, αλλά και των μικρότερων μονάδων, προς τις «αρμόδιες, υγειονομικές αρχές», οι οποίες στερούνται διαπραγματευτική ισχύ και ικανότητες, λόγω «νομοθετικών και άλλων αδυναμιών». Ο ΠΟΥ σιωπά ως προς το ποιες είναι οι «αρμόδιες, υγειονομικές αρχές», οι οποίες δεν διαθέτουν την ανάλογη, διαπραγματευτική ισχύ προκειμένου να επιβάλουν ένα νέο πλαίσιο τιμολόγησης. Το καρφί όμως προς τις ηγεσίες του υπουργείου Υγείας, παλιότερες και σημερινές, είναι κάτι περισσότερο από οφθαλμοφανές.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στο σημείο αυτό ο ΠΟΥ επισυνάπτει έναν πίνακα με τις 30 δημοφιλέστερες στην Ελλάδα διαγνωστικές εξετάσεις, οι οποίες συναποτελούν το 80% του συνολικού όγκου των εξετάσεων, και συγκρίνει το κόστος τους, ανά μονάδα, με το κόστος σε τέσσερις, άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Σουηδία, Πορτογαλία, Ιταλία, Γαλλία), με το κόστος που ο ΕΟΠΥΥ προτείνει για τον αναθεωρημένο Κανονισμό Παροχών του, αλλά και κυρίως με τις τιμές που δίνουν τέσσερις αλυσίδες ιδιωτικών κέντρων – χωρίς να τις κατονομάζει – όταν αυτές αγοράζουν υπηρεσίες εκτέλεσης αυτών των διαγνωστικών και απεικονιστικών πράξεων από μικρά, ιδιωτικά εργαστήρια, κάτι που συμβαίνει εξαιρετικά συχνά και αφορά σχεδόν τον ίδιο αριθμητικό σύνολο εξετάσεων.
Για παράδειγμα, οι τρανσαμινάσες αίματος στοιχίζουν στην Ελλάδα (με τη συμμετοχή του ασθενή), 3,5, με την αναθεώρηση που προτείνεται, 2,8, στην Σουηδία, 0,7, στην Πορτογαλία, 1,0, στην Ιταλία, 2,7 και στη Γαλλία, 3,0. Η τιμή χονδρικής των τεσσάρων αλυσίδων είναι στο 0,7 του ευρώ. Η γενική αίματος 2,9, προτείνεται μείωση στα 2,6, στη Σουηδία τιμάται στο 1,7, στην Πορτογαλία, στα 5,0, στην Ιταλία, 4,3 και στη Γαλλία, 7,8. Οι ιδιωτικές αλυσίδες στην Ελλάδα αγοράζουν χονδρική στο 1,7. Οι τιμές πάντα σε ευρώ ανά μονάδα εξέτασης.
Το χάος της απόστασης ειδικά ανάμεσα στις τιμές που πληρώνει ο ΕΟΠΥΥ και σε αυτές που πληρώνουν χονδρική οι μεγάλες αλυσίδες του κλάδου αποτυπώνεται καλύτερα στα σύνολα που καταβλήθηκαν το 2014. Για παράδειγμα, οι γενικές αίματος κόστισαν στον ΕΟΠΥΥ περίπου 14 εκατομμύρια ευρώ, ενώ οι αλυσίδες του κλάδου πλήρωσαν χονδρική περίπου 9 εκατομμύρια ευρώ. Για τον προσδιορισμό της χοληστερόλης, ο ΕΟΠΥΥ πλήρωσε περίπου 20 εκατομμύρια ευρώ, οι αλυσίδες δίνουν περίπου 4 εκατομμύρια ευρώ – πάντα για τον ίδιο όγκο εξετάσεων. Για τον προσδιορισμό σακχάρου στο αίμα – γλυκόζη, ο ΕΟΠΥΥ κατέβαλε περίπου 8 εκατομμύρια ευρώ, οι μεγαλοεπιχειρηματίες αγόρασαν χονδρική περίπου στο 1,7 εκατομμύρια ευρώ. Η ίδια κατάσταση επικρατεί και στις υπόλοιπες 27 εξετάσεις που περιλαμβάνει ο πίνακας του ΠΟΥ.
Αυτά είναι τα στοιχεία της μελέτης, που κατά τα άλλα αναγνωρίζει επίσης ότι η μέχρι σήμερα πολιτική του clawback και των οριζόντιων περικοπών και πλαφόν έχει οξύνει τα «πολιτικά προβλήματα», όπως τα χαρακτηρίζει, όλων των κυβερνήσεων, και έχει αποτύχει, εν τοις πράγμασι, καθώς δεν επιλύθηκε το πρόβλημα των δαπανών! Και αυτό γιατί προκάλεσαν, ειδικά τα μέτρα του πλαφόν εξετάσεων ανά γιατρό και πράξη, δυσαρέσκεια και ταλαιπωρία στους ασθενείς που έπρεπε να αναζητούν σε μηνιαία βάση γιατρούς που δεν θα είχαν καλύψει το πλαφόν εξετάσεων και συνταγογράφησης, ξεκινώντας, όπως ήδη έχει αναφερθεί και σε πλείστες φορές και περιπτώσεις, από την αρχή τον κοστοβόρο και χρονοβόρο κύκλο των εξετάσεων. Παρόλα αυτά, η λογική των συντακτών της μελέτης, αν και δεν δίνουν σαφείς κατευθύνσεις πέρα από τη δέσμη μέτρων που προαναφέρθηκε, δεν ξεφεύγει από τη βασική λογική οριζόντιων περικοπών ή επαφίεται στο υπουργείο Υγείας και τη (νέα) ηγεσία του ΕΟΠΥΥ να δουν τι ακριβώς θα πράξουν.
Και εκεί αρχίζουν τα κυβερνητικά «δύσκολα». Γιατί ενώ μεταξύ άλλων η μελέτη αποκαλύπτει – και πως θα μπορούσε να καλυφθεί κάτω από το χαλί και το χάλι της Υγείας!; - τους όρους τιμολογιακής πολιτικής που έχουν επιβάλει τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα και τις δύο ταχύτητες (από τη μια, γδάρσιμο των δημόσιων οικονομικών που διαχειρίζεται και διοχετεύει ο ΕΟΠΥΥ στο σύστημα υγείας και από την άλλη, εξαιρετικά χαμηλές τιμές στις μεταξύ των ιδιωτικών τους κέντρων συναλλαγές και αλληλοεξυπηρετήσεις), οι μέχρι τώρα προτάσεις του ΕΟΠΥΥ που απηχούν φυσικά και την τιμολογιακή πολιτική που επιθυμεί το υπουργείο Υγείας να διαμορφώσει, απέχουν πάρα πολύ από μια δραστική και αποτελεσματική μείωση των υπέρογκων κερδών του ιδιωτικού τομέα από τις διαγνωστικές εξετάσεις.
Αυτή φυσικά η κερδοφορία του ιδιωτικού τομέα βασίζεται τόσο στις σκόπιμες ελλείψεις και την υποβάθμιση ετών του δημόσιου τομέα όσο και στην μεταφορά του οικονομικού βάρους στον κάθε ασθενή, μέσω των προσαυξημένων συμμετοχών, τις οποίες καλείται, κάθε φορά, να καταβάλει, άμεσα, απευθείας, σε «ζεστό» χρήμα, μόλις ολοκληρώνει τις εξετάσεις του και προτού βγει από την πόρτα του ιδιωτικού διαγνωστικού κέντρου. Και από τη στιγμή που η συγκυβέρνηση έχει αποδεχθεί το βασικό και κυρίαρχο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής (συρρίκνωση μέχρις εξαφανίσεως του κοινωνικού κράτους, εξοντωτικές επιβαρύνσεις στην πλάτη του ασθενή, πλήρη παράδοση της υγείας στον ιδιωτικό τομέα, συνθήκες εργασιακής εξαθλίωσης και εξουθένωσης στο προσωπικό), είναι προφανές ότι οι τελικές, κυβερνητικές αποφάσεις δεν θα απέχουν από το μοτίβο των νεοφιλελεύθερων επιταγών. Εξάλλου, για οποιαδήποτε «νέα» παρέμβαση και στον χώρο της Υγείας, η συγκυβέρνηση και οι «υγειονομικές αρχές», όπως γράφει και ο ΠΟΥ, θα πρέπει να πάρουν την άδεια και την έγκριση του κουαρτέτου των δανειστών και επικυρίαρχων, σταθμίζοντας ταυτόχρονα και τις επιδιώξεις του καρτέλ του ιδιωτικού τομέα.
ΠΗΓΗ: rproject.gr
Πόρισμα για το ασφαλιστικό: Σοφίες κατά δικαιωμάτων

Του Βασίλη Μηνακάκη
Νεοφιλελεύθερη σάλτσα για να περάσουν οι περικοπές
Το περιεχόμενο του Πορίσματος δεν αποτελείται από άγνωστες προτάσεις που έπεσαν ξαφνικά σε «άγραφο χάρτη». Πρόκειται για νεοφιλελεύθερες προτάσεις που έχουν πίσω τους τα αντιασφαλιστικά νομοθετήματα Λοβέρδου-Κουτρουμάνη της πρώτης μνημονιακής περιόδου -αλλά και τα προμνημονιακά του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ-, ενσωματώνουν τις δεσμεύσεις του τρίτου μνημονίου και προλειαίνουν το έδαφος για τον νέο ασφαλιστικό νόμο που έχει δεσμευτεί ότι θα ψηφίσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μέσα στον Δεκέμβρη. Για την ακρίβεια, ο κύριος σκοπός του είναι να στήσει το «επιστημονικό» υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα πατήσει ο νόμος αυτός, το δικαιολογητικό πλαίσιο που θα τον κάνει αποδεκτό σε όσο το δυνατόν ευρύτερα στρώματα εργαζομένων, συνταξιούχων και νέων.
Η κατεύθυνση της ριζικής αναμόρφωσης που προτείνεται γίνεται ορατή από τις «παθογένειες» που εντοπίζουν οι «Σοφοί» στο υπάρχον ασφαλιστικό μοντέλο. Από την πρώτη κιόλας σελίδα μάς λένε ότι «δεν είναι βιώσιμο», χωρίς ωστόσο να μιλούν για τα 70 δις που λεηλάτησε τα προμνημονιακά χρόνια από τα ταμεία η «τριάδα των ληστών» (κράτος, τράπεζες, εργοδότες), για τα 15 δις που εξανεμίστηκαν με το κούρεμα του PSI, για ό,τι χάθηκε με τα σκάνδαλα τύπου ΤΕΑΔΥ. Αντιθέτως, αποδίδουν τη μη βιωσιμότητά του στην πίεση των συνδικαλιστικών-επαγγελματικών οργανώσεων, στον κατακερματισμό του συστήματος και τις διαφοροποιήσεις μεταξύ των ταμείων, στο πελατειακό σύστημα που οδηγούσε σε «επίμονη τάση διόγκωσης των δαπανών», στην έλλειψη ισότητας μεταξύ των γενεών και εντός της ίδιας γενεάς, στη σύγχυση μεταξύ ασφάλισης και αλληλεγγύης-πρόνοιας κ.λπ.
Με οδηγό αυτήν την άποψη, το πόρισμα προτείνει «επαναδιαπραγμάτευση των θεμελιακών κοινωνικών επιλογών» και ένα «μεγάλο εθνικό σχέδιο για την κοινωνική ασφάλιση», που «θα αποτελέσει το επιστέγασμα των διαχρονικών (και ανεπιτυχών) παραμετρικών μεταρρυθμίσεων» καθώς, όπως αναφέρει, οι νόμοι Λοβέρδου-Κουτρουμάνη του 2010 «δεν ήταν μια ικανοποιητική απάντηση στο πρόβλημα», ήταν μια «ημιτελής μεταρρύθμιση» που «δεν προσάρμοσε τη βασική λογική του συστήματος στα νέα δεδομένα».
Η προτεινόμενη τομή ντύνεται, βέβαια, με φληναφήματα για ένα νέο κοινωνικό ή συνταξιοδοτικό συμβόλαιο μεταξύ των γενεών, για ισότητα, γενναιόδωρη κοινωνική σύνταξη, εγγύηση ενός μέσου επιπέδου ευημερίας κ.λπ. Όλα αυτά καταρρέουν εν ριπή οφθαλμού στις ίδιες τις σελίδες του Πορίσματος, που ισχυρίζεται ότι οι συντάξεις για άτομα με πλήρη επαγγελματική διαδρομή δεν είναι ιδιαίτερα χαμηλές (!) και ξεκαθαρίζει ότι οι πληρωμές συντάξεων (δηλαδή οι λαϊκές ανάγκες) βρίσκονται σε ανταγωνισμό με τις ανάγκες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.
Ας δούμε όμως τα κεντρικά στοιχεία του Πορίσματος.
Πρώτα απ’ όλα συγκεκριμενοποιείται η πρόβλεψη του νόμου Λοβέρδου-Κουτρουμάνη για χωρισμό της σύνταξης σε δύο μέρη: την εγγυημένη από το κράτος εθνική ή κοινωνική σύνταξη, η οποία στόχο έχει να προστατεύσει κυρίως τα άτομα που ζουν κάτω από το ανεκτό όριο διαβίωσης (τους χαμηλόμισθους), και την αναλογική ή ανταποδοτική, που βασίζεται σε ένα σύστημα εικονικών ατομικών λογαριασμών.
Η εθνική σύνταξη -όπως προβλέπει το μνημόνιο- θα δίνεται μόνο σε όποιον έχει συμπληρώσει τα 67 χρόνια. Το δε ύψος της -που αρχικά υπολογιζόταν στα 360 ευρώ- δεν θα είναι σταθερό. Θα μειώνεται όσο αυξάνεται η αναλογική σύνταξη είτε το ατομικό ή οικογενειακό εισόδημα του δικαιούχου. Επιπλέον, θα μειώνεται όταν δεν εκπληρώνονται οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις των μνημονίων (οπότε θα επιπίπτει η λαιμητόμος των «αυτόματων οικονομικών σταθεροποιητών») ή όταν δεν είναι ισοσκελισμένοι οι ασφαλιστικοί προϋπολογισμοί (οπότε η εθνική σύνταξη θα μπαίνει στην προκρούστεια κλίνη της «ρήτρας μηδενικού ελλείμματος»). Η εθνική σύνταξη θα χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από τον προϋπολογισμό – στην ουσία από τη φορολογία των λαϊκών στρωμάτων που εισφέρουν το μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων.
Η αναλογική-ανταποδοτική σύνταξη, από την άλλη, στηρίζεται στη σύνδεση εισφορών-παροχών και μπορεί να την πάρει κάποιος όποτε επιθυμεί. Στη χρηματοδότησή της δεν συμμετέχει η πολιτεία, ενώ δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένα ούτε το ποσοστό συμμετοχής των εργοδοτών. Το ύψος της στηρίζεται στις εισφορές όλου του ασφαλιστικού βίου και όχι των τελευταίων χρόνων δουλειάς – γεγονός που οδηγεί σε μείωση της σύνταξης. Επιπλέον, δεν καθορίζεται συγκεκριμένα τι ποσοστό επί των αποδοχών θα είναι η σύνταξη (ποσοστό αναπλήρωσης).
Η αναλογική σύνταξη θα διαμορφώνεται από τις εισφορές που θα καταβάλλει ο εργαζόμενος καθ’ όλη την εργασιακή του ζωή. Οι εισφορές αυτές θα συσσωρεύονται σε έναν ατομικό λογαριασμό, ο οποίος όμως θα είναι εικονικός, μιας και από τα χρήματα αυτά θα παρέχονται οι συντάξεις στους τωρινούς συνταξιούχους.
Σύνταξη αναλόγως το χρέος και το έλλειμμα
Η αναλογική σύνταξη προβάλλεται ως η μεγάλη καινοτομία της «Επιτροπής Σοφών». Μερικές… λεπτομέρειές της, όμως, είναι αποκαλυπτικές.
Το ύψος της δεν είναι σταθερό. Εξαρτάται από το κεφάλαιο που έχει συσσωρευτεί στο λογαριασμό του εργαζόμενου τη στιγμή της αποχώρησής του από την εργασία. Με τη σειρά του, το ύψος του κεφαλαίου αυτού εξαρτάται από το εικονικό επιτόκιο με το οποίο τοκίζονται οι εισφορές του. Αν αυτό, όπως λέγεται, κινείται παράλληλα με τη μεταβολή του ΑΕΠ, είναι φανερό ότι σε περιόδους ύφεσης και αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης το κεφάλαιο του ασφαλιζόμενου θα μειώνεται. Επιπλέον, αν τα αποθεματικά που θα δημιουργηθούν «αξιοποιηθούν» σε διάφορα χρηματοπιστωτικά προϊόντα -όπως σαφέστατα προτείνει το Πόρισμα-, υπάρχει εμφανής κίνδυνος περαιτέρω μείωσης της σύνταξης αν αυτή η επένδυση αποβεί ζημιογόνα. Γι’ αυτό πολύ… σοφά οι «Σοφοί» δεν υπόσχονται ένα εγγυημένο από το κράτος ύψος αναλογικής σύνταξης, αλλά μιλούν απλώς για εγγύηση της λειτουργίας ενός τέτοιου συστήματος από το κράτος.
Δεν προχωρούν σε τέτοια υπόσχεση και για δύο ακόμη λόγους που τους αναφέρουν ευθαρσώς. Ο πρώτος είναι οι «αρνητικές δημογραφικές και οικονομικές εξελίξεις», οι οποίες θα ενεργοποιήσουν τους ενσωματωμένους στο νέο σύστημα αυτόματους σταθεροποιητές (= αυτόματοι κόφτες που θα μειώνουν τις συντάξεις). Ο δεύτερος έχει να κάνει με το πού θα συγκεντρώνονται αυτοί οι λογαριασμοί. Στόχος, αναφέρει το Πόρισμα, δεν είναι η συγκέντρωσή τους σε έναν ασφαλιστικό κουμπαρά, αλλά η «πλήρης ενσωμάτωση των εσόδων των ασφαλιστικών οργανισμών στη φορολογική διοίκηση». Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Σκεφτείτε μόνο τι έγινε το πρώτο εξάμηνο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όταν «σκουπίστηκαν» στην κυριολεξία τα λιγοστά εναπομείναντα αποθεματικά των ταμείων για να αποπληρωθούν ληξιπρόθεσμες δόσεις προς το ΔΝΤ. Αν αυτή η αφαίμαξη έγινε σε συνθήκες που ο ασφαλιστικός και ο φορολογικός κουμπαράς δεν ταυτίζονται, φανταστείτε τι μπορεί να γίνει όταν θα αποτελούν «κοινό ταμείο» σε συνθήκες δημοσιονομικής πειθαρχίας και τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το ύψος της αναλογικής σύνταξης.
Ενοποίηση προς τα κάτω
Η ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων αποτελεί κεντρικό ζήτημα στο Πόρισμα της «Επιτροπής Σοφών» – όπως, άλλωστε, και στο τρίτο μνημόνιο και στη φιλολογία των κρατούντων το τελευταίο διάσημα. Προβάλλεται μάλιστα με λογικοφανή επιχειρήματα: ως λύση που θα εξασφαλίσει τη δικαιοσύνη, την ισότιμη μεταχείριση μεταξύ των γενεών και εντός της ίδιας γενεάς, την αντιμετώπιση του κατακερματισμού, τη μείωση των λειτουργικών δαπανών, την «ανοσία» (sic!) απέναντι σε πιέσεις επαγγελματικών ομάδων για εξαιρέσεις και ειδικά καθεστώτα.
Ποιος, ωστόσο, μπορεί να πιστέψει ότι αυτός είναι ο πραγματικός τους στόχος; Χωρίς αμφιβολία κανείς. Ο πραγματικός τους στόχος -η ενοποίηση προς τα κάτω της ασφαλιστικής «προστασίας» και προς τα πάνω της ασφαλιστικής επιβάρυνσης των εργαζομένων- αποκαλύπτεται, μεταξύ άλλων, από τα εξής στοιχεία: από το γεγονός ότι τα προτεινόμενα ενιαία ποσοστά εισφορών οδηγούν από τη μια σε τριπλασιασμό της εισφοράς ορισμένων κατηγοριών (π.χ. αγρότες) και, από την άλλη, όπως αρκετές φορές αναφέρεται στο Πόρισμα, σε «ανακαθορισμό» -στα απλά ελληνικά, μείωση- των συντάξεων των ήδη συνταξιούχων στη βάση των νέων κανόνων του συστήματος.
Υποζύγια
Βασικός κανόνας του νέου συστήματος είναι ότι το μεγαλύτερο αν όχι όλο το βάρος της ασφαλιστικής προστασίας πρέπει να φορτωθεί στους ίδιους τους εργαζόμενους, έμμεσα ή άμεσα.
Αυτοί θα πληρώνουν για την εθνική σύνταξη, μέσω της φορολογίας.
Αυτοί θα συνεισφέρουν στη δημιουργία του αποθεματικού κεφαλαίου που θα καλύπτει τα ελλείμματα του συστήματος, είτε με εισφορά στους υψηλά αμειβόμενους (όσους παίρνουν πάνω από 1.000 ευρώ, αν κρίνουμε από το τι θεωρείται υψηλή σύνταξη) είτε με τραπεζικό φόρο.
Αυτοί θα επιφορτίζονται το συντριπτικά μεγαλύτερο -αν όχι όλο- μέρος των εισφορών που θα τροφοδοτήσουν την αναλογική σύνταξη.
Τέλος αυτοί θα εισφέρουν με το παραπάνω τον οβολό τους -αν και όταν έχουν- στα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης. Πρόκειται για ταμεία που είναι προαιρετικά (αποτελούν, δηλαδή, φορείς συμπληρωματικής ασφάλισης, ωστόσο έχουν «γενναία φορολογική ενθάρρυνση» και ενδέχεται να αποτελούν μια διέξοδο για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να αναζητήσουν συνταξιοδοτικά κάτι καλύτερο από αυτό που τους παρέχει το άθροισμα εθνικής και αναλογικής σύνταξης.
Δημοσιεύτηκε στο Πριν στις 18 Οκτώβρη 2015
- Τελευταια
- Δημοφιλή