Μέχρι πριν από έναν περίπου μήνα, τα επιτόκια και οι αγορές κινούνταν σε ασύμβατες τροχιές: τα επιτόκια ανέβαιναν, ενώ οι αγορές έπεφταν. Τον τελευταίο μήνα, όμως, οι τροχιές είναι συμβατές: οι αγορές ανεβαίνουν, παρά τις προβλέψεις για περαιτέρω άνοδο των επιτοκίων αλλά και για έναρξη, οσονούπω, του προγράμματος ποσοτικής σύσφιγξης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Τα χρηματιστήρια ανεβαίνουν, οι αποδόσεις των ομολόγων πέφτουν, τα ισχυρά αλλά πιο υποτιμημένα σε σχέση με το δολάριο νομίσματα (ευρώ, βρετανική λίρα) ανατιμώνται. Πόσο «λογικό» και, κυρίως, πόσο βιώσιμο είναι αυτό και ποια θα είναι η συνέχεια; Τελείωσε η bear market (καθοδική φάση των αγορών) και εισήλθαμε αισίως σε φάση bull market (ανοδική) ή πρόκειται για προσωρινή ανάκαμψη, την οποία θα ακολουθήσει νέα πτωτική φάση;
Οι πιο αισιόδοξοι ή όσοι έχουν λόγους να εμφανίζονται αισιόδοξοι υποστηρίζουν το πρώτο, ακόμη και όταν παραδέχονται ότι το πρώτο τετράμηνο του 2023 θα υπάρξει μεγάλη επιβράδυνση και πιθανότατα ύφεση στις ισχυρές οικονομίες. Από την άλλη, μεγάλες επενδυτικές τράπεζες δημοσιοποιούν εκθέσεις, οι οποίες εκτιμούν το δεύτερο. Εκ μέρους της Morgan Stanley, o θεωρούμενος «πιο επιτυχημένος αναλυτής της Wall Street», Μάικ Γουίλσον, εκτιμά ότι ο αμερικανικός βιομηχανικός Δείκτης S&P500 θα γνωρίσει σημαντική πτώση έως και 30% στο πρώτο τετράμηνο του 2023, λόγω της πτώσης των κερδών, ως αποτέλεσμα της ύφεσης.
Η Goldman Sachs, με ενημερωτικό της σημείωμα, διαπιστώνει ταχεία αποσυμφόρηση στη διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων σε σημαντικά διεθνή λιμάνια -σαφής ένδειξη ότι η παγκόσμια ζήτηση εμφανίζει ραγδαία κάμψη και εισερχόμαστε σε ύφεση-, συστήνοντας στους επενδυτές μεγάλη προσοχή.
Η Deutsche Bank συνηγορεί επίσης υπέρ μιας νέας μεγάλης πτώσης του S&P500 κατά 25%, στις 3.250 μονάδες από 3.900 που είναι σήμερα (υπερδιπλάσια από την πρόσφατη άνοδο κατά 12% από τα μέσα Οκτωβρίου μέχρι σήμερα).
Ωστόσο, απείρως μεγαλύτερη βαρύτητα έχουν οι δηλώσεις των «μεγάλων αφεντικών» των κεντρικών τραπεζών, του κ. Τζερόμ Πάουελ της αμερικανικής ομοσπονδιακής κεντρικής τράπεζας και της κ. Κριστίν Λαγκάρντ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Ο αλέκτωρ του Πάουελ και της Λαγκάρντ… ελάλησε
Ο κ. Πάουελ μίλησε για «πόνο» (όχι μόνο ως αποτέλεσμα αλλά και ως συνειδητή επιδίωξη της ανόδου των επιτοκίων), ενώ η κ. Λαγκάρντ δήλωσε ότι «δεν έχουμε τελειώσει ακόμη» με τις αυξήσεις επιτοκίων και ίσως δεν έχουμε ακόμη δει τα υψηλά του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη! Η κ. Λαγκάρντ, επίσης, επαναλαμβάνει ακούραστα την προτροπή προς τις κυβερνήσεις των χωρών - μελών να μη λαμβάνουν μέτρα (στήριξης) που αντιστρατεύονται το νόημα και τους στόχους της αντιπληθωριστικής πολιτικής.
Το μήνυμα είναι σαφές: πρέπει να υπάρξει «πόνος» -και μάλιστα… πολύς- και πρέπει να βιωθεί… χωρίς αναισθητικό για να υπάρξει το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Το ερώτημα είναι: ποιο είναι το προσδοκώμενο αποτέλεσμα; Αν ο στόχος είναι όχι απλώς να μειωθεί λίγο ο πληθωρισμός αλλά να «τσακιστεί» η βάση αναπαραγωγής των πληθωριστικών προσδοκιών, τότε ο «πόνος» πρέπει να είναι πολύς. Αν ο πληθωρισμός σταθεροποιηθεί και μετεωρίζεται σε επίπεδα, παραδείγματος χάριν, 30% κάτω από τα σημερινά, όχι μόνο θα έχουμε στασιμοπληθωρισμό ή και υφεσο-πληθωρισμό, αλλά οι πληθωριστικές προσδοκίες θα παραμείνουν.
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σαφές ότι η άνοδος των αγορών δεν λειτουργεί υπέρ της κάμψης και του παγώματος των πληθωριστικών προσδοκιών, αλλά στην αντίθετη κατεύθυνση. Ο «πόνος» που απομένει αφορά και τις αγορές…
Τέλος, παρότι οι καθαυτό οικονομικοί παράγοντες είναι σημαντικοί, εξίσου σημαντικοί είναι και οι κοινωνικοπολιτικοί παράγοντες. Οι κεντρικοί τραπεζίτες το γνωρίζουν αυτό πολύ καλά -και το έχουν δηλώσει. Το συμπέρασμά τους είναι ότι ο πληθωρισμός έχει μεγάλη δύναμη αποσταθεροποίησης του κοινωνικοοικονομικού στάτους, πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι ο αποπληθωρισμός.
Οι αγορές σύντομα θα αναγκαστούν να κινηθούν ασύμβατα με τα επιτόκια, δηλαδή σε καθοδική τροχιά. Και το μεγάλο δίλημμα είναι αν η πολιτική των κεντρικών τραπεζών θα ανασχέσει την κοινωνικοπολιτική αποσταθεροποίηση ή θα την προκαλέσει και επιδεινώσει…
Πηγή: efsyn.gr

