Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
ΕΛΣΤΑΤ: Το προφίλ του Έλληνα τουρίστα – Πώς ταξιδεύει και πού διαμένει

Σε 4,8 εκατομμύρια ανήλθαν οι Έλληνες όλων των ηλικιών που πραγματοποίησαν τουλάχιστον ένα ταξίδι πέρυσι, ενώ πραγματοποιήθηκαν 8,3 εκατ. ταξίδια, σημειώνοντας αύξηση 10,9% και 30,2%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με τα στοιχεία του 2021
Το σύνολο των διανυκτερεύσεων ανήλθε σε 79,5 εκατ. και οι δαπάνες σε 3.328,6 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 14,1% και 51,5%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με τα στοιχεία του 2021.
Σύμφωνα επίσης με την έρευνα ποιοτικών χαρακτηριστικών ημεδαπών τουριστών της ΕΛΣΤΑΤ, τα άτομα ηλικίας 15 ετών και άνω που πραγματοποίησαν τουλάχιστον ένα ταξίδι ανήλθαν σε 4 εκατομμύρια, ενώ πραγματοποιήθηκαν 6,9 εκατ. ταξίδια, σημειώνοντας αύξηση 13,6% και 32,9%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με τα στοιχεία του 2021. Το σύνολο των διανυκτερεύσεων των ατόμων αυτών ανήλθε σε 68,6 εκατ. και οι δαπάνες σε 3.096,2 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 14,3% και 53,5%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με τα στοιχεία του 2021.
Από τα παραπάνω ταξίδια των ατόμων ηλικίας 15 ετών και άνω, το 96% αφορούσε σε ταξίδια που πραγματοποιήθηκαν για προσωπικούς λόγους (ανάπαυση, αναψυχή- διακοπές, επίσκεψη σε συγγενείς και φίλους, λοιποί προσωπικοί λόγοι) και το 4% σε ταξίδια που πραγματοποιήθηκαν για επαγγελματικούς λόγους. Από τη σύγκριση των στοιχείων των ταξιδιών που πραγματοποιήθηκαν για προσωπικούς λόγους το 2022 με τα αντίστοιχα του 2021, παρατηρείται αύξηση 13,3% στα άτομα που πραγματοποίησαν τουλάχιστον ένα ταξίδι, 31,7% στον αριθμό των ταξιδιών, 13,9% στις διανυκτερεύσεις και 52,2% στις δαπάνες.
Αναφορικά με τα άτομα που ταξίδεψαν για προσωπικούς λόγους, η σημαντικότερη αύξηση, σε απόλυτες τιμές, παρατηρείται στις ηλικίες 25- 44 ετών (14,3%). Στις ηλικίες αυτές η αύξηση των ταξιδιών ανήλθε σε 39,7%, των διανυκτερεύσεων σε 21,8% και των δαπανών σε 64,4%.
Ως προς τη διάρκεια διαμονής των προσωπικών ταξιδιών, η σημαντικότερη αύξηση, σε απόλυτες τιμές, παρατηρείται στον αριθμό των ταξιδιών διάρκειας από 4- 7 διανυκτερεύσεις κατά 39,5% στα ταξίδια και κατά 39,2% στις διανυκτερεύσεις.
Τα περισσότερα προσωπικά ταξίδια πραγματοποιήθηκαν με χερσαία μέσα μεταφοράς (4,4 εκατ. ταξίδια) και δευτερευόντως με θαλάσσια μέσα (1,3 εκατ. ταξίδια). Από τη σύγκριση των στοιχείων αυτών σε σχέση με τα αντίστοιχα του 2021, η σημαντικότερη αύξηση, σε απόλυτες τιμές, παρατηρείται στα ταξίδια που πραγματοποιήθηκαν με χερσαία μέσα μεταφοράς (18,7%).
Το 56,2% των προσωπικών ταξιδιών πραγματοποιήθηκε σε μη ενοικιαζόμενα καταλύματα, κυρίως ιδιόκτητες εξοχικές κατοικίες και καταλύματα που παρέχονται δωρεάν από συγγενείς και φίλους. Τα εν λόγω ταξίδια αντιστοιχούν στο 74,1% του συνολικού αριθμού των διανυκτερεύσεων. Τα ταξίδια σε καταλύματα που παρέχονται δωρεάν από συγγενείς και φίλους και λοιπά μη ενοικιαζόμενα καταλύματα, αυξήθηκαν κατά 43,1%, και οι αντίστοιχες διανυκτερεύσεις κατά 33,8%.
Για τα προσωπικά ταξίδια µε διαμονή σε ενοικιαζόμενα καταλύματα (43,8% των προσωπικών ταξιδιών), κύριος τύπος καταλύματος σε ποσοστό 61%, ήταν τα ξενοδοχεία και παρόμοια καταλύματα. Τα ταξίδια με διαμονή σε ξενοδοχεία και παρόμοια καταλύματα παρουσίασαν αύξηση κατά 33,5% και οι αντίστοιχες διανυκτερεύσεις κατά 25,3% το 2022 σε σχέση με το 2021.
Πηγή: enikonomia.gr
Σχεδόν μηδενικές δαπάνες για την πολιτική προστασία!

Αποκαλυπτική ακτινογραφία της αξιοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης από το «Παρατηρητήριο» του Ινστιτούτου «ΕΝΑ»
5 δισ. διαθέσιμοι πόροι λιμνάζουν στους ειδικούς λογαριασμούς της ΤτΕ • Αγνωστο πώς θα επιτευχθεί ο στόχος για απορρόφηση κονδυλίων 3,6 δισ. μέχρι το τέλος του χρόνου, από τον οποίο εξαρτάται απόλυτα η επίτευξη για αύξηση του ΑΕΠ πάνω από 2%, όπως προσδοκά η κυβέρνηση.
Μόλις το 6% των συνολικών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης ύψους 30,5 δισ. ευρώ είχαν πραγματικά απορροφηθεί και καταλήξει στους τελικούς δικαιούχους μέχρι το τέλος του Ιουνίου, τρία ολόκληρα χρόνια από την έγκριση του ελληνικού Σχεδίου, του περίφημου «Ελλάδα 2.0». Αυτό είναι το σημαντικότερο και άκρως ανησυχητικό εύρημα του τελευταίου Focus Report του «Παρατηρητηρίου Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτκότητας και ΕΣΠΑ», το οποίο λειτουργεί στο πλαίσιο του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ» (ολόκληρη η έκθεση θα αναρτηθεί στο enainstitute.org).
Αυτό το ισχνό 6% της πραγματικής απορρόφησης (και 20% λογιστικής απορρόφησης) αντιστοιχεί σε μόλις 2 δισ. πραγματικών πληρωμών, έναντι 4 δισ. λογιστικών πληρωμών και 11 δισ. διαθέσιμων πόρων, δηλαδή επιδοτήσεων και δανείων που έχει ήδη εισπράξει η ελληνική κυβέρνηση από το καλοκαίρι του 2021 μέχρι σήμερα. Αυτό σημαίνει ότι πόροι 5 δισ. ευρώ που έχουν εκταμιευτεί λιμνάζουν στον ειδικό λογαριασμό της ΤτΕ ή των τραπεζών οι οποίες έχουν αναλάβει την αξιολόγηση των επιχειρηματικών επενδυτικών σχεδίων που διεκδικούν τα φθηνά δάνεια του Ταμείου.

Η εικόνα αυτή κάθε άλλο παρά δικαιολογεί την αυταρέσκεια της κυβέρνησης στη διαχείριση του Ταμείου. Και γίνεται ακόμη χειρότερη με ένα επιπλέον στοιχείο που συναντά την εφιαλτική επικαιρότητα των πυρκαγιών: από τα 12 έργα και υποέργα του συσταθέντος μετά την καταστροφική πυρκαγιά στην Εύβοια Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας που έχουν ενταχθεί μέχρι και τον περασμένο Μάρτιο στο Ταμείο Ανάκαμψης, συνολικού προϋπολογισμού 187,4 εκατ. ευρώ, μέχρι και τις 30 Ιουνίου δεν είχε υλοποιηθεί σχεδόν κανένα! Οι δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί ήταν μόλις 938.000 και αφορούν στην παροχή «τεχνικής βοήθειας» (υποθέτουμε συμβουλευτικής) για δράσεις του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης, που παραμένει ακόμη σχεδόν πουκάμισο αδειανό.
Για τα έργα ουσιαστικής πυροπροστασίας (προμήθεια εξοπλισμού, οχημάτων, αεροσκαφών, ψηφιακών συστημάτων διαχείρισης κ.λπ.) δεν έχουν γίνει ακόμα πληρωμές και το ίδιο ισχύει ακόμη και με τη στέγαση των περίφημων 13 περιφερειακών κέντρων πολιτικής προστασίας, που υποτίθεται ότι θα αποτελούσαν τα αυτιά και τα μάτια του υπουργείου σε όλη τη χώρα. Η αναβαθμισμένη σε υπουργείο «πολιτική προστασία» παρέμεινε κωφή, τυφλή και παροπλισμένη, όπως αποδεικνύεται από την ολέθρια διαχείριση των καταστροφικών πυρκαγιών του Ιουλίου.

Από τις επιμέρους επισημάνσεις του 4ουFocus Report του Παρατηρητήριου (που συντάσσεται με την επιστημονική ευθύνη των Παναγιώτη Κορκολή και Ευγενίας Φωτονιάτα) ξεχωρίζουν οι εξής:
● Το ύψος των πόρων που έχει στη διάθεσή της η χώρα και δεν έχουν ενεργοποιηθεί φτάνει τα 5 δισ. ευρώ. Η λογιστική απορρόφηση των συνολικών πόρων του «Ελλάδα 2.0» είναι 20%, και η πραγματική μόλις 6%.
● Από τον Αύγουστο του 2021 μέχρι σήμερα έχουν εκταμιευτεί από την Ε.Ε. προς τη χώρα μας 11,09 δισ. (5,75 δισ. επιδοτήσεις και 5,36 δισ. δάνεια). Εκκρεμεί το τρίτο αίτημα πληρωμής 1,72 δισ. (επιδοτήσεις) που εφόσον εκταμιευτεί θα αυξήσει τους συνολικούς διαθέσιμους πόρους σε 12,8 δισ. ευρώ.
● Ενώ από το σύνολο του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (προϋπολογισμός, Ταμείο Ανάκαμψης, συγχρηματοδοτούμενα έργα ΕΣΠΑ) στο πρώτο εξάμηνο του έτους έχει υλοποιηθεί το 36,88%, για το Ταμείο Ανάκαμψης έχει πραγματοποιηθεί μόλις το 9,67% (354 εκατ. έναντι ετήσιου στόχου 3,6 δισ. ευρώ). Χρειάζεται κάποιο θαύμα για να πιαστεί ο στόχος τους επόμενους πέντε μήνες.
● Στο σκέλος των επιδοτήσεων του ΤΑΑ οι πραγματικές δαπάνες μέχρι τέλη Ιουνίου ήταν 1,482 δισ. (περίπου 8% επί του συνόλου). Αλλά και στο σκέλος των δανείων που διατίθενται για χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων μέσω 9 συνεργαζόμενων τραπεζών, η απόδοση δεν είναι καλύτερη: μέχρι τώρα έχουν υποβληθεί για έγκριση 425 επενδυτικά σχέδια προϋπολογισμού 15,7 δισ. ευρώ (6,4 δισ. πόροι Ταμείου, 3,8 δισ. ίδια κεφάλαια των επενδυτών, 5,5 δισ. κεφάλαια των τραπεζών), από τα οποία συμβασιοποιήθηκαν τα 178 (42% με προϋπολογισμό 6,8 δισ.). Από τα 2,7 δισ. ευρώ των δανειακών κεφαλαίων του «Ελλάδα 2.0» που έχουν συμβασιοποιηθεί έχουν εκταμιευτεί προς τις επιχειρήσεις, μόλις τα 398,2 εκατ., δηλαδή το 3,1% των συνολικών δανειακών πόρων.
● Το μέσο ποσό δανείου ανά επενδυτικό σχέδιο είναι 29 εκατ. ευρώ, που είναι μάλλον απαγορευτικό, για τις πολύ μικρές, μικρές και τις περισσότερες μεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις. Αυτό επιβεβαιώνει ότι στρατηγική επιλογή του «Ελλάδα 2.0» είναι η ενίσχυση κυρίως των μεγάλων επιχειρήσεων και ομίλων. Διόλου τυχαία, η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη δημοσιοποιήσει τη λίστα των 100 πιο ωφελούμενων από τους πόρους του ΤΑΑ, όπως προβλέπει ο κανονισμός διαχείρισής και περιμένει η Κομισιόν από τον περασμένο Απρίλιο.
● Συνολικά στο σχέδιο «Ελλάδα 2.0» έχουν ενταχθεί μέχρι τώρα 681 έργα συνολικού προϋπολογισμού 27,9 δισ. ευρώ. Ανάμεσα στους 4 επιμέρους πυλώνες του Σχεδίου, τη χειρότερη επίδοση από άποψη πραγματοποιημένων δαπανών έχουν οι «Ιδιωτικές Επενδύσεις και μετασχηματισμός της οικονομίας» (μόλις 8% των συνολικών πόρων). Λίγο καλύτερα πάνε η Πράσινη Μετάβαση (11%), η Ψηφιακή Μετάβαση (18%) και η Απασχόληση-Κοινωνική Συνοχή (18%).
Η στατιστική της διαχείρισης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης παραμένει εξαιρετικά προβληματική, παρά τις κυβερνητικές θριαμβολογίες και πέρα από την επίσης προβληματική κατανομή των κονδυλίων. Ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψη ότι μεγάλο μέρος της προσδοκώμενης ανάπτυξης φέτος επενδύεται στο πέρασμα των πόρων 5 δισ. που λιμνάζουν από τους ειδικούς λογαριασμούς της ΤτΕ στην πραγματική οικονομία. Σε αυτό άλλωστε βασίζονται και οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ και της Κομισιόν.
Αν αυτό δεν συμβεί μέχρι το τέλος του χρόνου, σε συνδυασμό με το ανυπολόγιστο κόστος των πυρκαγιών και τη διάψευση των μεγάλων προσδοκιών από τον τουρισμό, τόσο λόγω τιμών όσο και λόγω περιβαλλοντικών πληγμάτων, το κοντέρ του ΑΕΠ είναι απίθανο να γράψει το 2% και πλέον που θέλει η κυβέρνηση. Επιπλέον, με τόσο προβληματική επίδοση στην απορροφητικότητα, αναρωτιέται κανείς με τι φόντα θα εγκρίνει η Ε.Ε. το ελληνικό αίτημα για πρόσθετους πόρους 5 δισ. από την ανακατανομή κονδυλίων του Ταμείου στο πλαίσιο του REPowerEU και της επίσπευσης της ενεργειακής απεξάρτησης από τη Ρωσία.
Πηγή: efsyn.gr
Καταστροφή για την Ελλάδα οι νέες βάσεις των ΗΠΑ στο Αιγαίο

Στο νομοσχέδιο για τον προϋπολογισμό Άμυνας των ΗΠΑ, η Βουλή των Αντιπροσώπων πρόσθεσε παράγραφο για «την δυνατότητα δημιουργίας νέων βάσεων των ΗΠΑ στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στα νησιά». Ο δουλοπρεπής εγχώριος Τύπος και τα παπαγαλάκια της πρεσβείας που έχουν προνομιακή θέση στα media, παρουσίασαν την είδηση με σχεδόν θριαμβευτικό τόνο. Παρά το ότι η χώρα έχει ευθυγραμμιστεί με την πολιτική των ΗΠΑ σε βαθμό υποτέλειας, αυτή η εξέλιξη έχει μια νέα διάσταση. Δεν την είχαν ζητήσει οι ΗΠΑ μέχρι πρόσφατα.
Ήταν επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ όταν οι ΗΠΑ ζήτησαν την επέκταση των Αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα, και η τότε κυβέρνηση σε μια ακόμη επίδειξη υποτέλειας είχε συμφωνήσει. Οι ΗΠΑ είχαν μέχρι το 2018 μια βάση στην Ελλάδα, την Σούδα, και ζήτησαν επίσημα άλλες τρεις: στην Αλεξανδρούπολη, στην Λάρισα και στο Στεφανοβίκειο.
Αυτή η κίνηση εντασσόταν στις ενέργειες για ενίσχυση της παρουσίας των ΗΠΑ στο χώρο της Βαλκανικής, στα πλαίσια της περικύκλωσης της Ρωσίας σε μια όξυνση των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων που οι ΗΠΑ σχεδίαζαν μεθοδικά. Επίσης ήταν και μια κίνηση προληπτική, σε περίπτωση που η Τουρκία δεν συντασσόταν πλήρως με τα σχέδια των ΗΠΑ. Ο Ερντογάν δεν ξεχνούσε τον ρόλο των ΗΠΑ στο πραξικόπημα εναντίον του, ούτε οι ΗΠΑ την άρνηση διέλευσης Αμερικανικών στρατευμάτων για άνοιγμα δεύτερου μετώπου στον πόλεμο του Κόλπου.
Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είχε συμφωνήσει για την επέκταση των βάσεων, αλλά δεν πρόλαβε να την υλοποιήσει λόγω εκλογών. Το μόνο σημείο που είχε μείνει μετέωρο ήταν ότι οι ΗΠΑ ζητούσαν κ την αποθήκευση πυρηνικών στην βάση του Αράξου, ενώ ο τότε υπουργός Άμυνας Π. Καμμένος είχε προτείνει την Κάρπαθο, σε μια προσπάθεια να χρυσώσει το χάπι μέσω της αφελούς προσέγγισης ότι θα ακύρωνε την σύμβαση της Λωζάνης για την στρατιωτικοποίηση των νησιών.
Η κυβέρνηση της ΝΔ όχι μόνο υπέγραψε την επέκταση των βάσεων των ΗΠΑ, αλλά προχώρησε κ σε ένα σκαλί παραπάνω μετατρέποντας την συμφωνία για τις βάσεις σε αορίστου χρόνου αντί της ετήσιας ανανέωσης που ίσχυε. Λίγο η δουλοπρέπεια του επίσημου πολιτικού συστήματος που διογκώθηκε με τα μνημόνια, λίγο ο συμβιβασμός του ΣΥΡΙΖΑ, λίγο η ύπαρξη κάτι σκανδάλων που ενέπλεκαν την ΝΔ (πχ Novartis, κλπ), η συμφωνία πέρασε χωρίς μεγάλες αντιδράσεις και φυσικά χωρίς ανταλλάγματα για την χώρα.
Δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστική απόδειξη της έκπτωσης του πολιτικού προσωπικού της χώρας από την δήλωση του πρωθυπουργού Κ Μητσοτάκη στην Βουλή ότι η παρουσία Αμερικανικών βάσεων προστατεύει την εδαφική ακεραιότητα της χώρας από την Τουρκία. Δηλαδή πάλι καλά που μας έκαναν χάρη οι ΗΠΑ.
Αφού οι ΗΠΑ πήραν ότι ήθελαν και μάλιστα τζάμπα, γιατί προκύπτει τώρα θέμα νέων βάσεων και μάλιστα φωτογραφίζοντας και τα νησιά; Οι ΗΠΑ είχαν αποφύγει στο παρελθόν γιατί δεν ήθελαν (ούτε θέλουν σήμερα) να προκαλέσουν την Τουρκία για βάσεις στα νησιά ιδιαίτερα του Ανατολικού Αιγαίου. Έχουν βάσεις σε όλο το μήκος της Ελληνικής Επικράτειας από τον Βορρά (Αλεξανδρούπολη), την Κεντρική Ελλάδα (Λάρισα, Μαγνήσια) και νότο (Κρήτη). Τι θα προσφέρει περισσότερο μια βάση στην Σκύρο δίπλα από την Λάρισα, ή στην Λήμνο δίπλα από την Αλεξανδρούπολη;
Γιατί τώρα ανοίγει αυτό το θέμα;
Η απάντηση πρέπει να ιδωθεί μέσα από το πρίσμα της πολιτικής των ΗΠΑ στην περιοχή και της επιλογής για όξυνση των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Η πρώτη προτεραιότητα των ΗΠΑ στην περιοχή είναι μια συμφωνία μεταξύ Ελλάδας - Τουρκίας που θα μειώνει τις αντιθέσεις στην περιοχή, και η πιθανή δημιουργία μικρών βάσεων των ΗΠΑ θα έχει το ρόλο του τοπικού επιτηρητή. Μια συμφωνία που για τον χώρο του Αιγαίου θα είναι σίγουρα ετεροβαρής για την χώρα.
Η δεύτερη αιτία πρέπει να αναζητηθεί στην απόφαση των ΗΠΑ να οξύνουν την αντιπαράθεση με τον άξονα Κίνας- Ρωσίας, και να χρησιμοποιήσουν την χώρα σαν προκεχωρημένο φυλάκιο σε περίπτωση μη πλήρους εναρμόνισης της Τουρκίας. Σε αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται φυσικά για βάσεις πλησίον της Τουρκίας που δήθεν θα δημιουργηθούν για την προστασία της χώρας από τους «απέναντι», αλλά νησιά όπως η Σκύρος ή βάσεις όπως του Αράξου με μεταφορά πυρηνικών από το Ιντσιρλίκ.
Το επίσημο πολιτικό προσωπικό, και η αστική τάξη της Ελλάδας μας οδηγεί είτε σε έναν ετεροβαρή συμβιβασμό με την Τουρκία με μόνο ωφελημένη τις ΗΠΑ και πιθανόν κάποιες πολυεθνικές στους υδρογονάνθρακες, είτε σε ρόλο προκεχωρημένου φυλακίου με κακές σχέσεις με τον υπόλοιπο κόσμο πλην της λεγόμενης Δύσης.
Το στοίχημα είναι να αρθρωθεί από την Αριστερά μια διαφορετική οπτική που θα ξεκινά από την μη σύνταξη της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και δεν θα έχει σαν όραμα την μετατροπή της σε μια νεα «Μεσογειακή Χαβάη» των τουριστών της Δύσης και των στρατιωτικών της εγκαταστάσεων.
Πηγή: kommon.gr
Έρευνα για τα ακίνητα: Πήρε μπροστά η κτηματαγορά με την ανάπτυξη - Πάνω 40% οι τιμές πώλησης την τελευταία 5ετία
Δείτε πίνακες - Λίγο κάτω από 2.000 ευρώ το τ.μ. κατά μέσο όρο για αγορά και 8,6 ευρώ το τ.μ. η ενοικίαση Μεγάλη ζήτηση από τους ξένους και πάνβ από 750.000 τα «άδεια σπίτια» - Πώς επηρεάζει το Airbnb – Μειώθηκε από το 85% στο 73% το ποσοστό ιδιοκατοίκησης

Μέσα σε μια πενταετία, από τα τέλη του 2018, χρονιά όπου ξεκίνησε η ανάκαμψη της εγχώριας κτηματαγοράς μετά την κατάρρευση της δημοσιονομικής κρίσης, μέχρι και σήμερα, οι τιμές πώλησης των σπιτιών πανελλαδικά, όπως εμφανίζονται στις αγγελίες, έχουν αυξηθεί αισίως κατά 40%, με μία μέση ζητούμενη τιμή για όλη την Ελλάδα λίγο χαμηλότερα των 2.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Λίγο μικρότερη είναι η άνοδος στα ενοίκια, όπου η μέση ζητούμενη τιμή είναι στα 8,6 ευρώ ανά τ.μ., αυξημένη σε σύγκριση με το 2018 κατά 32%.
Από τις αγγελίες μέχρι την πλέον επίσημη πηγή, την Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά και τους μεσίτες, όλοι οι δείκτες αποτυπώνουν το νέο αξιοσημείωτο ράλι που συντελείται το τελευταίο διάστημα στο εγχώριο real estate. Ενα ράλι το οποίο έχει να κάνει αναμφισβήτητα με την ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης τόσο από την Ελλάδα όσο και το εξωτερικό: «Μία πρόταση τα λέει όλα: ο ρυθμός απορρόφησης των ακινήτων, και άρα της ζήτησης, δεν είναι ο ίδιος με τον ρυθμό διάθεσης», δηλώνει στο «business stories» του «ΘΕΜΑτος» o πρόεδρος του Συλλόγου Μεσιτών Αττικής Λευτέρης Ποταμιάνος.
Ο ίδιος προσθέτει ότι ακόμη και τώρα που η αγορά είναι σε τροχιά ανάκαμψης, ο αριθμός των νεόδμητων κατοικιών υπολείπεται σημαντικά, στο 1/4 ή 1/5 αυτών της περιόδου προ της δημοσιονομικής κρίσης της χώρας, έως και το 2008. Υπολογίζεται ότι για εκείνη τη δεκαετία, προ του 2008, έβγαιναν κάθε χρόνο στην αγορά κοντά στις 34.000 νέες κατοικίες, αριθμός που τώρα είναι πέριξ των 7.000-7.500, έχοντας πάντως αυξηθεί σε σχέση με την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης, την περίοδο 2009-2018, που ήταν σχεδόν στο 1/10 έναντι της χρυσής περιόδου της κτηματαγοράς.

Γενικευμένο έλλειμμα
Το μεγάλο γενικευμένο έλλειμμα στην αγορά σε συνδυασμό με το σαφώς μεγαλύτερο εισαγόμενο ενδιαφέρον από ξένους, οι οποίοι συγκρίνουν τις τιμές στην Ελλάδα με την υπόλοιπη Ευρώπη και διαπιστώνουν ότι στη χώρα μας είναι πιο ελκυστικές, συντηρεί τη συνεχιζόμενη άνοδο των τιμών σε όλα τα επίπεδα - και μάλιστα με επιταχυνόμενους ρυθμούς για τους πρώτους μήνες του 2023.
Μία άνοδος που έρχεται κόντρα με τις εκτιμήσεις πριν από έναν χρόνο, όταν άπαντες στην αγορά (αναλυτές, τράπεζες και μεσίτες) έκαναν λόγο για μία διαφαινόμενη αύξηση μεν μέσα το 2023, αλλά επιβράδυνση των ρυθμών ανόδου μέσα στο έτος λόγω της ενεργειακής κρίσης, των πιέσεων από τις καταναλωτικές δαπάνες και της αύξησης των επιτοκίων που κάνει πιο ακριβά τα στεγαστικά.
Ετσι, μόνο στις αγγελίες, εκτός των στοιχείων των τραπεζών δηλαδή, η μέση ζητούμενη τιμή πώλησης σε όλη την Ελλάδα με βάση τα στοιχεία από το δίκτυο του Spitogatos (www.spitogatos.gr) είναι στο β’ τρίμηνο του 2023 στα 1.923 ευρώ ανά τ.μ. έχοντας αυξηθεί κατά 9,9% σε σύγκριση με το αντίστοιχο του 2022, ενώ πριν ακριβώς από μία πενταετία, το β’ τρίμηνο του 2018, ήταν στα 1.375 ευρώ ανά τ.μ. (+40%). Ως προς τις ενοικιάσεις, η μέση ζητούμενη τιμή είναι τώρα στα 8,6 ευρώ ανά τ.μ., με άνοδο κατά 7,1% μέσα σε έναν χρόνο και κατά 32% σε σχέση με τα 6,3 ευρώ ανά τ.μ. το 2018.
Εστω κι αν οι ιδιοκτήτες στις αγγελίες μπορεί να δηλώνουν ελαφρώς «τσιμπημένες» ζητούμενες τιμές, κατά 10%-15% λόγω του παζαριού που είθισται, η μεγάλη άνοδος δεν παύει να είναι πραγματικότητα ακόμη και για ένα πολύ τυπικό σπίτι 15ετίας και άνω, επιφάνειας 80 -100 τ.μ., που ζητούνται κατά κόρον και πολύ περισσότερο τώρα που τρέχει και το πρόγραμμα «Σπίτι μου» για την αγορά κατοικιών με καλύτερους όρους από νέους έως 39 ετών.
Ενδεικτικά, με βάση τα στοιχεία του Συλλόγου Μεσιτών Αττικής (e-akinita.gr με τη συνεργασία της iarts), στο κέντρο της Αθήνας, στην Κυψέλη, η μέση τιμή από τις αγγελίες για ένα τέτοιο ακριβώς διαμέρισμα φτάνει τώρα τα 1.850 ευρώ ανά τ.μ., στου Γκύζη ξεπερνά τα 2.000 ευρώ ανά τ.μ. και στο Παγκράτι τα 2.700 ευρώ ανά τ.μ. Για τα σπίτια δε που μπορεί να αποφέρουν εισόδημα στους ιδιοκτήτες τους, σε γειτονιές που προσφέρονται για βραχυχρόνια μίσθωση σε τουρίστες, π.χ. στο Κουκάκι και το Καλλιμάρμαρο, οι τιμές ξεπερνούν τα 3.300 ευρώ ανά τ.μ., ενώ στο ακριβό Κολωνάκι τα 3.700 ευρώ ανά τ.μ.

Σε απελπισία νέοι και φοιτητές
Από πλευράς των υποψηφίων αγοραστών, είναι χαρακτηριστική η... απελπισία όπως εκφράζεται σε δίκτυα αγγελιών και ιδιοκτητών: «Αναζητώ σπίτι από 90 τ.μ., οπωσδήποτε με δύο υπνοδωμάτια, σε περιοχές Ίλιον, Πετρούπολη, Γαλάτσι, Άνω Κυψέλη, Βύρωνα, Χολαργό, Παπάγου, Χαλάνδρι, Γέρακα, Αγία Παρασκευή, έχω προέγκριση του πρόγραμματος «Σπίτι μου» εδώ κι ένα μήνα περίπου και η προθεσμία είναι δύο μήνες για να βρω ακίνητο για αγορά - όποιος μπορεί ας βοηθήσει».
«Εχω προέγκριση 150.000 ευρώ και ενδιαφέρομαι για αγορά σπιτιού από περίπου 80 τετραγωνικά με δύο υπνοδωμάτια σε κατάσταση που να μπορεί κανείς να μπει μέσα σε περιοχές Σεπόλια, Περιστέρι, Ίλιον, Αιγάλεω, Νίκαια, Κορυδαλλό, Πέραμα και γύρω περιοχές. Η αλήθεια είναι πως μέχρι τώρα δεν βρίσκω κάτι, ούτε έχω ακούσει και κάποιον να βρήκε, αλλά η... προσπάθεια συνεχίζεται».
Στην απελπισία των υποψήφιων νέων, ενδιαφερόμενων αγοραστών έρχονται να προστεθούν και οι ενοικιαστές - και ειδικά αυτή την περίοδο και οι φοιτητές. Σε σχέση με τη φοιτητική κατοικία μάλιστα έχουν αρχίσει να διαμορφώνονται νέα ήθη και έθιμα στην αγορά, με προτίμηση στη συγκατοίκηση όπως διαπιστώνει ο κ. Δομίνικος Πρίτης, ιδρυτής και διευθύνων της πλατφόρμας MyRoomie.gr, η οποία επιτρέπει στους χρήστες να δημιουργήσουν προφίλ, να αναζητήσουν αγγελίες και να επικοινωνήσουν με πιθανούς συγκατοίκους: Και σημειώνει: «Με βάση πρόσφατη μελέτη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), η μέση τιμή ενοικίου για ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στην Αθήνα έχει αυξηθεί κατά 10% το τελευταίο έτος, έχοντας δυσκολέψει πολλούς φοιτητές να αντέξουν οικονομικά ένα αποκλειστικά δικό τους σπίτι για να ζήσουν, ειδικά στις μεγάλες πόλεις.
Επιπλέον, σύμφωνα με την Eurostat, οι τιμές των ενοικίων στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 10,4% το έτος έως τον Μάρτιο του 2023, η υψηλότερη ετήσια αύξηση από το 2008». Το γεγονός της ανόδου των τιμών σε συνδυασμό με τον πληθωρισμό που έχει κάνει ακριβότερο το κόστος ζωής στρέφει ολοένα και περισσότερους φοιτητές στην επιλογή της συγκατοίκησης.
Υπερδιπλάσιες είναι τώρα σε σχέση με 5 χρόνια πριν οι ζητούμενες τιμές στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, φτάνοντας τα 2.120 ευρώ ανά τ.μ. από 1.000 ευρώ προ πενταετίας
«Χάος» με το υφιστάμενο απόθεμα
Την ίδια στιγμή κι ενώ το έλλειμμα τόσο για αγορά όσο και για ενοικίαση είναι παραπάνω από εμφανές, η αγορά προτάσσει ολοένα και περισσότερο το θέμα των κλειστών ή κατασχεμένων οικιστικών ακινήτων που θα μπορούσαν, εφόσον διατεθούν στην αγορά, να αυξήσουν το απόθεμα: «Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων κάνει λόγο μεν για έναν αριθμό κοντά στα 750.000 ακίνητα όλων των κατηγοριών που εμφανίζονται ως κενά, ωστόσο ουδείς γνωρίζει τον ακριβή αριθμό ειδικά των οικιστικών ακινήτων και πού βρίσκονται όλα αυτά», επισημαίνει ο κ. Ποταμιάνος αναφερόμενος ακριβώς στο έλλειμμα του στοκ.
«Πέρα από τα ακίνητα που μπορεί να μην έχουν ένα ξεκάθαρο καθεστώς ως προς τα κληρονομικά τους ή τα ακίνητα που βρίσκονται στα χέρια του Δημοσίου -η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου για παράδειγμα έχει ένα χαρτοφυλάκιο με πάνω από 70.000 ακίνητα όλων των ειδών που μένουν αναξιοποίητα, συμπεριλαμβανομένων και κατοικιών-, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καμία καταγραφή για τα ακίνητα που βρίσκονται στα funds και τους servicers. Λεπτομερή στοιχεία δεν υπάρχουν ούτε για τις τιτλοποιήσεις των κόκκινων δανείων και ενώ την ίδια στιγμή, με βάση τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό ιδιοκατοίκησης έχει πέσει κοντά στο 73% από πάνω από 85% που ήταν το 2006. Επομένως ένας μεγάλος αριθμός ακινήτων όλα αυτά τα χρόνια έχει αλλάξει χέρια- είναι σαφές ότι χρειάζεται μία χαρτογράφηση και καταγραφή», προσθέτει ο ίδιος.
Το μειούμενο ποσοστό ιδιοκατοίκησης ενισχύει την άποψη όσων κάνουν λόγο για το συνεχώς ενισχυόμενο μερίδιο της Generation Rent, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται η νέα γενιά αυτών που, μην έχοντας τη δυνατότητα να αγοράσουν δικό τους σπίτι, έχουν μεγαλύτερη εξάρτηση από τα ενοίκια, πληρώνοντας μάλιστα συχνά πιο ακριβά για σπίτια χαμηλών προδιαγραφών. Ακριβώς η Generation Rent, που έχει εξελιχθεί σε παγκόσμια τάση για τους νέους, εκφράζει τώρα τον περιορισμό των εναλλακτικών επιλογών αυτόνομης στέγασης λόγω των μεγάλων δυσκολιών αγοράς ιδιόκτητης κατοικίας και -επιπλέον- της περιορισμένης διαθεσιμότητας κοινωνικής στέγασης.
«Μία πρόταση τα λέει όλα: Ο ρυθμός απορρόφησης των ακινήτων -και άρα της ζήτησης- δεν είναι ο ίδιος με τον ρυθμό διάθεσης», δηλώνει στο «b.s.» o πρόεδρος του Συλλόγου Μεσιτών Αττικής, Λευτέρης Ποταμιάνος
Από τα στοιχεία του δικτύου του Spitogatos για τα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας προκύπτει ενδεικτικά ότι σε μία πενταετία, από το 2018, οπότε και ξεκίνησε η άνοδος της αγοράς, οι τιμές πώλησης στις αγγελίες δείχνουν ένα +62% στο κέντρο της Αθήνας, έχοντας φτάσει τώρα κατά μέσο όρο τα 1.887 ευρώ από 1.162 στο τέλος Ιουνίου του 2018, +57% στα πιο ακριβά νότια προάστια με μία μέση τιμή τώρα στα 3.511 ευρώ ανά τ.μ. από τα 2.233 ευρώ ανά τ.μ. προ πενταετίας, +68% στον πιο φθηνό Πειραιά, όπου πάντως οι ζητούμενες τιμές είναι τώρα στα 1.917 ευρώ ανά τ.μ. από μόλις 1.139 ευρώ ανά τ.μ. προ πενταετίας.
Υπερδιπλάσιες είναι τώρα σε σχέση με 5 χρόνια πριν οι ζητούμενες τιμές στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, φτάνοντας τα 2.120 ευρώ ανά τ.μ. από τα 1.000 ευρώ προ πενταετίας κ.ο.κ. Στα ενοίκια, είναι εντυπωσιακή η άνοδος μέσα σε μία πενταετία στις φθηνότερες περιοχές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Στα δυτικά προάστια της πρωτεύουσας η άνοδος των ενοικίων είναι στο +52,6% με μία μέση ζητούμενη τιμή πλέον στα 7,63 ευρώ από μόλις 5 ευρώ το 2018 και στα ανατολικά στο +40,6%, ενώ πάνω από 50% είναι η άνοδος στα προάστια του Πειραιά και το υπόλοιπο της Αττικής. Το αντίστοιχο συμβαίνει και στη Θεσσαλονίκη, όπου στους πιο φθηνούς περιφερειακούς δήμους και στο υπόλοιπο του νομού η αύξηση των τιμών των ενοικίων είναι από 38%-42%.
Σε σχέση με την άνοδο των τιμών, πάντως, η αγορά υποστηρίζει ότι δεν τίθεται σε αυτή τη συγκυρία θέμα φούσκας λόγω ακριβώς της ζήτησης, η οποία τροφοδοτείται και από τους ξένους. Γενικότερα τώρα, η συντριπτική πλειονότητα των αγοραστών πληρώνει μετρητοίς, «με τους Ελληνες να διαθέτουν κατά μέσο όρο μέχρι ένα ποσό γύρω στις 250.000 ευρώ, ενώ οι ξένοι διαθέτουν μεγαλύτερο budget», αναφέρει ο κ. Ποταμιάνος.
Το υψηλό ενδιαφέρον από ξένους είναι και παραμένει αυτή τη στιγμή σε μεγάλο βαθμό ένας από τους βασικούς παράγοντες για την άνοδο των τιμών τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ο Ελληνας υποψήφιος αγοραστής έχει να ανταγωνιστεί τον ξένο, ο οποίος θεωρεί γενικότερα ελκυστικές τις τιμές των ελληνικών ακινήτων και σε αρκετές περιπτώσεις δεν έχει την επιμέρους γνώση ώστε να κρίνει την «τσιμπημένη» τιμή, αγοράζοντας τελικά ψηλότερα σε σύγκριση με τον Ελληνα.
Για το 2022, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία από την Τράπεζα της Ελλάδος, οι καθαρές εισπράξεις από αγορές ακινήτων από ξένους επενδυτές ανήλθαν σε 2 δισ. ευρώ, σημειώνοντας μέση ετήσια αύξηση 68%, ενώ το θετικό μομέντουμ συνεχίζεται και εντός του 2023: η ΤτΕ έχει καταγράψει μόνο για το α' τρίμηνο του 2023 καθαρά ξένες άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα για αγορά ακινήτων ύψους μισού δισ. ευρώ με σημαντικό θετικό ετήσιο ρυθμό αύξησης στο +32,9%, «συνεχίζοντας τη δυναμική πορεία του προηγούμενου έτους», όπως αναφέρεται από τους αναλυτές της τράπεζας.
Συγκρίνοντας τις τιμές σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές, οι ξένοι εξακολουθούν να βλέπουν ευκαιρίες στην Ελλάδα ακόμη και στα πολύ ακριβά νότια προάστια της Αθήνας ή στα πρωτοκλασάτα νησιά σε Αιγαίο και Ιόνιο, ακόμη και όταν οι αξίες φτάνουν στο καθόλου ευκαταφρόνητο των 10.000 ευρώ ανά τ.μ. ή και πιο πάνω. To γεγονός αυτό σε συνδυασμό και με το ράλι που έχει σημειωθεί ειδικά το τελευταίο διάστημα στο πρόγραμμα «Χρυσή Βίζα» (Golden Visa) για τη χορήγηση αδειών διαμονής σε αγοραστές ακινήτων τρίτων χωρών εν όψει της εξαγγελθείσας αύξησης του κατώτατου ορίου αγοράς από τις 250.000 στις 500.000 ευρώ σε συγκεκριμένες περιοχές της Αθήνας (βόρεια, νότια κέντρο) και σε νησιά όπως η Μύκονος και η Σαντορίνη, οδηγούν στην εκτίμηση ότι φέτος θα ξεπεραστεί το περσινό νούμερο των 2 δισ. ευρώ ως προς τις καθαρές εισπράξεις από αγορές ακινήτων από ξένους επενδυτές.
«Σε σχέση με τη φοιτητική κατοικία έχουν αρχίσει να διαμορφώνονται νέα ήθη και έθιμα στην αγορά, με προτίμηση στη συγκατοίκηση», διαπιστώνει ο κ. Δομίνικος Πρίτης, ιδρυτής και διευθύνων της πλατφόρμας MyRoomie.gr
Η αρχική παράταση που δόθηκε στη «Χρυσή Βίζα» τον περασμένο Απρίλιο, με χρονικό περιθώριο έως τις 31 Ιουλίου για την καταβολή του 10% της προκαταβολής για την αγορά ακινήτου, έχει εκτοξεύσει τις τελευταίες εβδομάδες τις αγορές ακινήτων από τρίτους επενδυτές (Κινέζους, Τούρκους, Λιβανέζους κ.ο.κ.), πολύ περισσότερο δε από τη στιγμή που ο διπλασιασμός του κατώτατου ορίου αγοράς αφορά τις περιοχές υψηλού ενδιαφέροντος, όπως το κέντρο και τα νότια.
Οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές επισπεύδουν τις αποφάσεις τους σε μια περίοδο όπου άλλες ευρωπαϊκές χώρες (βλ. Πορτογαλία) κλείνουν τις κάνουλες των δικών τους προγραμμάτων. Στην αγορά έχουν επιστρέψει μετά την πανδημία και οι Κινέζοι, που αποτελούν και την πρώτη εθνικότητα -μακράν- με μερίδιο 61,6% επί του συνόλου των αδειών διαμονής, και έπονται οι Τούρκοι με μερίδιο στο 1/10 των Κινέζων, στο 6,6%.
Είναι χαρακτηριστικό ότι για το πρώτο πεντάμηνο του 2023, με βάση τα στοιχεία από το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, ο συνολικός αριθμός των αιτήσεων για χορηγήσεις αδειών από τρίτους επενδυτές ανέρχεται στις 3.900, από 1.444 το αντίστοιχο περσινό πρώτο πεντάμηνο (όπου όμως έλειπαν λόγω των ταξιδιωτικών περιορισμών της πανδημίας οι Κινέζοι). Αν το νούμερο αυτό πολλαπλασιαστεί με το κατώτατο όριο αγοράς των 250.000 ευρώ, προκύπτει ένα μίνιμουμ συνολικών αγορών ακινήτων στα 975 εκατ. ευρώ στο πρώτο πεντάμηνο του 2023.
Eνδιαφέρον έχουν και τα στοιχεία του δικτύου του Spitogatos για τις αναζητήσεις από τους χρήστες του εξωτερικού για αγορά ακινήτων στην Ελλάδα φέτος. Οι τρεις χώρες με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα είναι πρώτη η Γερμανία, δεύτερο το Ηνωμένο Βασίλειο και ακολουθούν οι ΗΠΑ. Πανελλαδικά, οι περιοχές με τις περισσότερες αναζητήσεις από το εξωτερικό είναι κατά σειρά το κέντρο της Αθήνας, η Χαλκιδική, τα νότια προάστια της Αθήνας, τα προάστια της Θεσσαλονίκης και στην πέμπτη θέση οι Κυκλάδες, ενώ όσον αφορά τον τύπο κατοικιών που προτιμώνται περισσότερο είναι καταρχάς οι μονοκατοικίες, έπονται τα διαμερίσματα και εν συνεχεία οι βίλες.
Επικεντρώνοντας ειδικά στη ζήτηση από ξένους για τα ελληνικά νησιά φέτος, από τα στοιχεία του δίκτυου του Spitogatos προκύπτει ότι στην πρώτη θέση, όπως είναι εύλογο, έρχονται οι Κυκλάδες, ακολουθούν οι Σποράδες, ενώ λόγω της εγγύτητας στην Αθήνα είναι πολλές οι αναζητήσεις για τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Στις Κυκλάδες, η χώρα με τις περισσότερες αναζητήσεις, προφανώς λόγω του μεγάλου αριθμού των ομογενών, αλλά και όχι μόνο, είναι οι ΗΠΑ, ενώ ο τύπος κατοικίας που προτιμάται περισσότερο είναι οι μονοκατοικίες. Μονοκατοικίες αναζητούν περισσότερο οι ενδιαφερόμενοι και για τις Σποράδες, όπου οι Βρετανοί βρίσκονται στην πρώτη θέση από πλευράς αναζητήσεων, όπως και στα νησιά του Αργοσαρωνικού.

Ο ρόλος της βραχυχρόνιας μίσθωσης (Airbnb)
Η αύξηση σε ενοίκια και τιμές πώλησης έχει να κάνει -σε συγκεκριμένες περιοχές της Αθήνας, αλλά και εκτός πρωτεύουσας, σε δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς όπως π.χ. στα Χανιά- και με την ανάκαμψη της βραχυχρόνιας μίσθωσης, τα αλλιώς λεγόμενα Airbnb. Εστω κι αν η βραχυχρόνια μίσθωση δεν έχει φτάσει ακόμη τα επίπεδα του 2019, με τις καταχωρήσεις τώρα να είναι κοντά στις 105.000 πανελλαδικά (μειωμένες κατά 9,5% σε σύγκριση με την περίοδο προ πανδημίας), είναι γεγονός ότι οι κρατήσεις στη συγκεκριμένη αγορά για φέτος το καλοκαίρι κινούνται με διψήφιους ρυθμούς, ακόμη και πάνω από 40% για την περίοδο έως και τον Οκτώβριο σε σχέση με πέρυσι.
Στην Αθήνα ο αντίστοιχος αριθμός, με βάση τα στοιχεία της γνωστής εταιρείας αναλύσεων στις βραχυχρόνιες μισθώσεις ΑirDNA, η οποία τα επεξεργάζεται από τις δημοφιλείς πλατφόρμες Airbnb και VRBO, κινείται πέριξ των 11.700 καταχωρίσεων, με τον μεγάλο όγκο να συγκεντρώνεται στο κέντρο της πόλης, ενώ στην Κρήτη το αντίστοιχο νούμερο ξεπερνά τις 26.200.
Το γεγονός μάλιστα της... επιστροφής της αγοράς των βραχυχρόνιων τουριστικών μισθώσεων φαίνεται ότι έχει κινητοποιήσει το κυβερνητικό επιτελείο, το οποίο έχει προαναγγείλει τη ρύθμιση της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό έχουν πέσει στο τραπέζι προτάσεις για συγκεκριμένους όρους και διαχωρισμό των μικροϊδιοκτητών από τις μεγάλες εταιρείες διαχείρισης, εμπλοκή των δήμων για επιβολή χρονικών ορίων ως προς τη μίσθωση των κατοικιών για βραχυχρόνια μίσθωση κ.ά.
Πηγή: protothema.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή