Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Η κρίση της Ευρωζώνης και της ΕΕ και το νέο «αφήγημα» των κυρίαρχων ελίτ για τη σωτηρία τους (*)

Την τελευταία δεκαετία, η βαθιά κρίση του καπιταλιστικού συστήματος ήταν ταυτόχρονο και κρίση της νεοφιλελεύθερης «παγκοσμιοποίησης» και ιδιαίτερα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Παράλληλα η δράση του νόμου της ανισόμετρης οικονομικής ανάπτυξης, μεταξύ χωρών και περιοχών, επέφερε σημαντικές ανακατατάξεις οικονομικής δύναμης και πολιτικής ισχύος, τόσο μεταξύ των ισχυρών καπιταλιστικών κέντρων (ΗΠΑ – ΕΕ – Ιαπωνίας), όσο και των αναδυόμενων οικονομιών (Κίνας-Ρωσίας-Ινδίας, κ.ά).
-
Η κρίση της Ευρωζώνης και η διεύρυνση των ανισοτήτων
Ειδικότερα η κρίση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με την αυξανόμενη απόκλιση αντί τη σύγκλισης οικονομιών, την διεύρυνση των εισοδηματικών και περιφερειακών ανισοτήτων, την υψηλή ανεργία, τη διόγκωση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, τις ακραίες πολιτικές λιτότητας και το αυξανόμενο «έλλειμμα» δημοκρατικής νομιμοποίησης των επιλογών, έχουν οδηγήσει σε αυξανόμενη φτωχοποίηση τα λαϊκά στρώματα και σε ουσιαστική συρρίκνωση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας (ιδιαίτερα στις αδύναμες χώρες όπως η Ελλάδα), θέτοντας γενικότερο ζήτημα βιωσιμότητας της Ευρωζώνης και της ΕΕ. Από την άλλη η απόφαση αποχώρησης της Βρετανίας από την ΕΕ αποδυναμώνει αντικειμενικά τη θέση της ΕΕ στο διεθνή χώρο, ενώ οι αντιθέσεις με τη προεδρεία Τραμπ (η συμφωνία ΤΤΙΡ, εμπορικό πλεόνασμα Γερμανίας, δαπάνες ΝΑΤΟ, κ.ά), οι «τριβές» μεταξύ χωρών της ΕΕ στο «μεταναστευτικό» και οι γεωπολιτικές εντάσεις (Ουκρανία, Μ. Ανατολή), σε συνδυασμό με τη μηδενική ή πολύ ασθενική ανάπτυξη συνολικά της ΕΕ και ιδιαίτερα της ευρωζώνης, εντείνουν τα κρισιακά φαινόμενα του «ευρωπαϊκού οικοδομήματος».
Διάγραμμα: Κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε χώρες της Ευρωζώνης (ως % του Γερμανικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ)
Στην Ελλάδα το κατά κεφαλή εισόδημα έπεσε κάτω και από τα επίπεδα πριν από την ένταξη στη «ζώνη του Ευρώ»
*Προσωρινά στοιχεία
Πηγή: AMECO.Επεξεργασία Στοιχείων
-
Η απάντηση των κυρίαρχων ελίτ στην κρίση της ΟΝΕ και ΕΕ
Οι κυρίαρχες ελίτ των Βρυξελλών, κυρίως Βερολίνου και Παρισίων, μέσω των τελευταίων προτάσεων της Κομισιόν, επιχειρούν μια εφ‘ όλης της ύλης απάντηση στην κρίση της ΟΝΕ και της ΕΕ. Ειδικότερα η «Έκθεση των πέντε προέδρων» (Συνόδου Κορυφής, Κομισιόν, Ευρωκοινοβουλίου, ΕΚΤ, Eurogroup) και η «Λευκή Βίβλος για το μέλλον της Ευρώπης» με πέντε εξειδικευμένα κείμενα («τιθάσευση παγκοσμιοποίησης», «εμβάθυνση ΟΝΕ», «κοινωνική διάσταση Ευρώπης», «ευρωπαϊκή άμυνα» και «ίδιοι πόροι»), προσπαθούν να δώσουν ένα «νέο αφήγημα» για την προοπτική της Ευρωζώνης και της ΕΕ. Ωστόσο οι λύσεις που προτείνουν αναπαράγουν τους ανισότιμους όρους συμμετοχής, χωρών και λαών, στην διαδικασία της «ευρωπαϊκής ενοποίησης» (καπιταλιστικής ολοκλήρωσης), ενώ στηρίζονται στις ίδιες αρχές και ίδια «υλικά» που οικοδομήθηκε ως τώρα η ΟΝΕ και η ΕΕ. Στην ουσία οι προτάσεις των 5 προέδρων και η «Λευκή Βίβλος για το μέλλον της Ευρώπης» έχουν ως βάση το «Ευαγγέλιο του νεοφιλελευθερισμού», υπό την ηγεμονία του ευρωπαϊκού χρηματιστικού κεφαλαίου, κυρίως του γερμανικού και γαλλικού.
Συγκεκριμένα οι κυριότερες ιδέες που περιέχονται στο κείμενο για τη «τιθάσευση της παγκοσμιοποίησης», σε ότι αφορά το εξωτερικό της ΕΕ, είναι η επιδίωξη μιας παγκόσμιας τάξης βασισμένης στην πολυμερή συνεργασία, τους κοινούς κανόνες ανταγωνισμού και στις συντονισμένες πολιτικές. Πρόκειται για τη στρατηγική προώθησης των οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων των ηγέτιδων δυνάμεων της ΕΕ, μέσω της «παγκόσμιας διακυβέρνησης», με το άνοιγμα των εθνικών αγορών στις ξένες επενδύσεις και την προστασία τους με δημιουργία «πολυμερών επενδυτικών δικαστηρίων» ICS (Investment Court System) στη λογική των ISDS (Investor State Dispute Settlement). Προώθηση των «συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου» τύπου CETA, TTIP, TiSA, κά, την επιβολή κοινών κανόνων ανταγωνισμού, αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής, την προστασία του περιβάλλοντος, τα κοινωνικά πρότυπα κ.ά.
Ως προς το εσωτερικό της ΕΕ, η «τιθάσευση της παγκοσμιοποίησης» σημαίνει προετοιμασία της Ένωσης και των κρατών-μελών, μέσω της επένδυσης στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στη δια βίου μάθηση, στην ανάπτυξη δεξιοτήτων και στην κινητικότητα της εργασίας, καθώς και αναπροσαρμογές των κοινωνικών και εργασιακών προτύπων κά. Στην ουσία οι προτάσεις της Κομισιόν αποτελούν τη νεοφιλελεύθερη αφήγηση της ευρωπαϊκής ελίτ, στην αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της παγκοσμιοποίησης, σε όφελος κυρίως των ευρωπαϊκών πολυεθνικών και σε βάρος των εργαζόμενων και ευρωπαϊκών λαών.
Στο δεύτερο κείμενο για την «εμβάθυνση της ΟΝΕ» και την υπέρβαση των σημερινών αδιεξόδων της ευρωζώνης – ευρώ, η Επιτροπή προτείνει: α) την σύγκλιση των οικονομιών με την ολοκλήρωση της χρηματοοικονομικής και δημοσιονομικής ένωσης, β) τη λογοδοσία και ενίσχυση των θεσμικών οργάνων της ΟΝΕ, γ) την ένταξη στην ΟΝΕ όλων των χωρών της ΕΕ και δ) τη διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων. Ειδικότερα ως το 2019, προτείνει την πανευρωπαϊκή διαχείριση των κόκκινων δανείων, τη δημοσιονομική στήριξη του Ταμείου Εξυγίανσης Τραπεζών, την υιοθέτηση πανευρωπαϊκής εγγύησης καταθέσεων, την απελευθέρωση της ευρωπαϊκής αγοράς κεφαλαίων στα πρότυπα των ΗΠΑ, την υιοθέτηση μιας μορφής ευρωομολόγων, διαβαθμισμένα σύμφωνα με το ρίσκο, για τα οποία κάθε χώρα θα είναι υπεύθυνη στην αποπληρωμή τους, κά. Για μετά το 2019, προτείνει σειρά θεσμικών και οικονομικών αλλαγών, όπως το μεγαλύτερο συντονισμό των οικονομικών, φορολογικών και κοινωνικών πολιτικών, τη δημιουργία θέσης Ευρωπαίου υπουργού οικονομικών, την μετατροπή του ESM σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, κ.ά. Ωστόσο οι περισσότερες από αυτές τις ιδέες – ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι έδιναν μια προσωρινή καπιταλιστική διέξοδο – έχουν ακουστεί και στο παρελθόν και έχουν απορριφθεί «μετ’ επαίνων», πρώτα απ’ όλα από τη Γερμανία και ήδη προβάλλονται ανοιχτά αντιρρήσεις με την επαναφορά τους και μάλιστα από θεσμικούς παράγοντες.
Όσον για το κείμενο «κοινωνική διάσταση της Ευρώπης», παρ’ ότι αναγνωρίζεται ότι η ΕΕ δεν έχει αποκλειστική αρμοδιότητα στα θέματα κοινωνικής πολιτικής (εργασιακές σχέσεις, ασφαλιστικά συστήματα, κ.ά), ωστόσο προτείνει τη στενότερη συνεργασία και κοινά πρότυπα κοινωνικού κράτους και εργασιακών σχέσεων. Το ζήτημα βέβαια δεν είναι η «στενότερη συνεργασία» αλλά η πολιτική κατεύθυνση των αλλαγών και κατά πόσο απαντούν στις αυξανόμενες ανισότητες, την υψηλή ανεργία, τη γήρανση του πληθυσμού, κά. Το κείμενο έμμεσα πλην σαφώς δίνει καθαρή νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση. Προτρέπει τα κράτη μέλη να διεξάγουν μια «ανοικτή συζήτηση σχετικά με την ικανότητα των οικονομικών και κοινωνικών συστημάτων να ανταποκρίνονται στις ατομικές και συλλογικές ανάγκες της κοινωνίας». Με άλλα λόγια, η συζήτηση για την «κοινωνική διάσταση της Ευρώπης» δεν είναι τίποτα άλλο, από το σχέδιο παραπέρα αποδιάρθρωσης (ότι έχει απομείνει) από το κοινωνικό κράτος και τις εργασιακές σχέσεις όπως τις γνωρίσαμε πριν από το 2000.
Ειδικότερα στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και των σύγχρονων προκλήσεων της παγκοσμιοποίησης, προβάλλεται η υπεράσπιση τριών γενικών αρχών: α) ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στην αγορά εργασίας, β) δίκαιες συνθήκες εργασίας και γ) προστασία και κοινωνική ένταξη των πολύ αδυνάτων. Ωστόσο πουθενά δεν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά ή κατεύθυνση για τη διασφάλιση κατώτατου μισθού, επιδομάτων ανεργίας, σύνταξης, κοινωνικής προστασίας και άλλα θεμελιώδη εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα. Αντίθετα η εφαρμογή των Μνημονίων αποτελούν το όχημα επιβολής ακραίων μέτρων λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας. Αυτήν την εμπειρία των Μνημονίων την μετατρέπουν σε θεσμικές αλλαγές στο όνομα θωράκισης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και του ενιαίου νομίσματος.
Από την άλλη, το κείμενο για την «ευρωπαϊκή άμυνα» στηρίζεταιστηβασική ιδέα, ότι η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης περνάει μέσα από τη δημιουργία ισχυρού «στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος», με την αύξηση των κονδυλίων για στρατιωτικούς σκοπούς (οπλικά συστήματα, έρευνα, κ.ά) και τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς στον τομέα παραγωγής και προμήθειας πολεμικού υλικού. Στο κείμενο υπάρχουν όλα τα πιθανά σενάρια «ενισχυμένης» αμυντικής συνεργασίας, μέχρι την «κοινή πολιτική άμυνας και ασφάλειας», τα οποία προβλέπουν αύξηση στρατιωτικών δαπανών σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο ΝΑΤΟ. Επίσης προβλέπουν την ενίσχυση της διεθνούς στρατιωτικής παρουσίας της ΕΕ, την στενότερη συνεργασία των υπηρεσιών ασφαλείας των χ-μ, τον αυξημένο ρόλο των ισχυρών κρατών, κ.ά. Είναι φανερό ότι ο δρόμος της «στρατιωτικοποίησης» της ΟΝΕ και της ΕΕ, αποτελεί καθαρά μια αντιδραστική εξέλιξη που αντιστρατεύεται τα ζωτικά συμφέροντα των λαών και εργαζόμενων της Ευρώπης.
Τέλος στο κείμενο για τους «ίδιους πόρους», ομολογείται η τάση συρρίκνωσης τους σε ποσοστό του ΑΕΠ των χωρών της ΕΕ (από 1,18% το 1999, σε 0,98% το 2015) και η αδυναμία τους να ανταποκριθούν σε νέες απαιτήσεις που προκύπτουν από την παγκοσμιοποίηση, την ψηφιακή τεχνολογία, τις δημογραφικές αλλαγές, την οικονομική σύγκλιση, κοινωνική συνοχή, κλιματική αλλαγή, βιώσιμη ανάπτυξη, μείωση ανεργίας, κά. Ωστόσο τα σενάρια για το μέλλον των ιδίων πόρων, κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση από τις ανάγκες των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Η αναζήτηση κονδυλίων για κάλυψη των νέων αναγκών, επικεντρώνεται κυρίως στη μείωση των κονδυλίων προς την γεωργία και πολιτική συνοχής (περιφερειακή ανάπτυξη, κοινωνική πολιτική, κ.ά), ενώ αντίθετα η αύξηση των κονδυλίων για στρατιωτικούς σκοπούς θεωρείται δεδομένη. Ακόμα και το πιθανό σενάριο αύξησης των «ιδίων πόρων» παραμένει ασαφές, χωρίς καμιά συγκεκριμένη αναφορά για αύξηση τους (πχ. στο 2% ή 5% του ΑΕΠ). Κατά συνέπεια όλα τα «σχέδια» για το ξεπέρασμα της βαθειάς κρίσης της ΟΝΕ και ΕΕ, αποτελούν σε μεγάλο βαθμό «σχέδια επί χάρτου» γιατί αναπαράγουν όλα τα στοιχεία διαιώνισης της κρίσης.
-
Το νέο αφήγημα, η «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων»
Το βασικό συμπέρασμα που βγαίνει από τα κείμενα των πολιτικών προθέσεων της Κομισιόν, είναι ότι η μελλοντική πορεία των θεσμικών αλλαγών της ΕΕ και της Ευρωζώνης, θα είναι στην κατεύθυνση της αυστηρότερης εποπτείας των οικονομιών των χωρών-μελών και πειθάρχησης τους στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, της στενότερης εποπτείας των εθνικών προϋπολογισμών, περιορισμού της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας, της στρατιωτικοποίησης των οικονομιών και ενίσχυσης της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας της ΕΕ. Από την άλλη αναπαράγεται το τεράστιο δημοκρατικό έλλειμμα νομιμοποίησης των επιλογών. Σε πρόσφατη συνέντευξη του ο Ευρωπαίος Επίτροπος Π. Μοσκοβισί κατήγγειλε με αγανάκτηση (!) το «ογκώδες δημοκρατικό έλλειμμα στην Ευρωζώνη», το οποίο οφείλει να καλυφθεί με βάση τις προτάσεις της Επιτροπής. Δηλ. με «περισσότερες ενημερώσεις (!) των κοινοτικών οργάνων, του Ευρωκοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων».! Στην ουσία ωστόσο, δεν γίνεται απολύτως κανένα βήμα κάλυψης του τεράστιου «δημοκρατικού ελλείμματος» στη λήψη των αποφάσεων, ούτε με την ενίσχυση του αποφασιστικού ρόλου του Ευρωκοινοβουλίου, ούτε με το σεβασμό της λαϊκής κυριαρχίας και της βούλησης των λαών και εργαζόμενων της ΕΕ.
Η βαθύτερη φιλοσοφία της μελλοντικής ΕΕ, βρίσκεται στο κείμενο των «πέντε προέδρων» και συγκεκριμένα στο κείμενο «πολιτικών προθέσεων» της Κομισιόν που ονομάζεται «Λευκή Βίβλος σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης». Εκεί καταγράφονται 5 πιθανά σενάρια για τη μελλοντική πορεία της Ένωσης, τα οποία ξεκινούν από μια χαλαρή εμπορική ένωση με κοινή αγορά και φτάνουν στη στενότερη οικονομική και πολιτική ένωση. Αν υποθέσουμε ότι υπήρχε σενάριο για ομοσπονδιακή δομή της ΟΝΕ και ΕΕ, τύπου ομοσπονδιακής δομής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι πρόκειται για ένα βιώσιμο σχέδιο έστω και με καπιταλιστικούς όρους. Ωστόσο δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο, διότι το ενδεχόμενο προώθησης του προσκρούει στις έντονες αντιθέσεις των κυρίαρχων ελίτ της ΕΕ. Το πιθανότερο σενάριο που διαφαίνεται, είναι αυτό της «Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων», το οποίο σε γενικές γραμμές πρόβαλλε εμφαντικά ο νέος πρόεδρος της Γαλλίας Ε. Μακρόν, μιλώντας στους πρεσβευτές της Γαλλίας τον Αύγουστο ’17.
Ειδικότερα ο Μακρόν τάχτηκε υπέρ μιας «επανιδρυόμενης Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων», όσων επιθυμούν να προχωρήσουν πιο μακριά τη σύγκλιση των οικονομιών τους, φωτογραφίζοντας στην ουσία μια νέα γερμανογαλλική συμμαχία, η οποία θα δεσπόζει σε μια διαιρεμένη σε πολλά σχήματα και ταχύτητες των χ-μ της ΕΕ. Ειδικότερα μίλησε για «πρωτοπορία των προθύμων», δηλ. των πιο ισχυρών οικονομιών που θα οδηγούν την άμαξα, ενώ οι άλλες χώρες θα έχουν ουσιαστικά το ρόλο του άφωνου συνοδοιπόρου (κάτι σαν ρόλο «αρχαίου χορού» στις ελληνικές τραγωδίες) στα πλαίσια μιας ποικιλίας καθεστώτων συνεργασίας. Επίσης τάχτηκε υπέρ της μεγαλύτερης αυτονομίας της ευρωζώνης από την υπόλοιπη ΕΕ, μέσω ξεχωριστού Κοινοβουλίου και Προϋπολογισμού, καθώς και την ενίσχυση της οικονομικής και νομισματικής σύγκλισης, των φορολογικών και κοινωνικών πολιτικών, τους αυστηρότερους κανόνες στις κρατικές προμήθειες, προστασία της ψηφιακής αγοράς από επιθετικές εξαγορές κ.ά.
Τέλος ο Μακρόν τάχτηκε υπέρ της δημιουργίας Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου και θέσης υπουργού Οικονομικών υπό προϋποθέσεις, καθώς και υπέρ της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης της αγοράς εργασίας. (Ήδη σε σχετικό Ν/Σ που έχει καταθέσει στη γαλλική Βουλή δίνει τι στίγμα των επιλογών του). Επίσης υψηλά στην ατζέντα του Μακρόν είναι η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής άμυνας, παράλληλα με την οικοδόμηση της κοινής ενεργειακής πολιτικής κ.ά. Οι θέσεις του Μακρόν εκφράζουν κατ’ εξοχήν τα συμφέροντα του γαλλικού χρηματιστικού κεφαλαίου αλλά και συνολικά των ευρωπαϊκών πολυεθνικών, που τάσσονται υπέρ της προώθησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με βάση τα δόγματα του νεοφιλελευθερισμού.
Μετά τις γερμανικές εκλογές και το σχηματισμό της νέας γερμανικής κυβέρνησης, οι ιδέες της νέας θεσμικής συγκρότησης της ΕΕ θα πάρουν πιο συγκεκριμένη μορφή, βάζοντας τέλος στην ενιαία ΟΝΕ και την ΕΕ όπως την ξέραμε, έτσι κι αλλιώς μη βιώσιμη, αλλά που θα κινείται σε πιο αντιδραστική κατεύθυνση στις προσδοκίες και τα συμφέροντα των λαών και εργαζόμενων της ΕΕ. Ιδιαίτερα για την Ελλάδα και τις άλλες περιφερειακές χώρες, μια τέτοια εξέλιξη επιφυλάσσει μια δυσμενή θέση στο τραίνο της «Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων», σε βάρος του ελληνικού λαού, της ελληνικής κοινωνίας και συνολικά της χώρας.!
Παρ’ ότι οι κατευθύνσεις της υποτιθέμενης «νέας Ευρώπης» είναι φανερές, από διάφορες πλευρές ακούγονται μεν κριτικά σχόλια τα οποία ωστόσο εξαντλούνται εντός των ορίων της παρούσας αρχιτεκτονικής καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις για «βελτιώσεις» και βαθμιαίες μεταρρυθμίσεις σε βάθος χρόνου, με τελικό αποτέλεσμα την αλλαγή της σημερινής δομής της ΟΝΕ και ΕΕ. Επιστρατεύονται μάλιστα και επιχειρήματα ότι ακόμα και μικρά βήματα να γίνουν προς την ενοποίηση, είναι σε κάθε περίπτωση προτιμότερα από τον «κατακερματισμό» και τη διάλυση του σημερινού οικοδομήματος. Πρόκειται για αντιλήψεις που ουσιαστικά στηρίζουν την πεμπτουσία της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, για μια Ευρώπη των πολυεθνικών και των κυρίαρχων ευρωπαϊκών ελίτ, σε βάρος των λαών και των εργαζόμενων. Το πραγματικό δίλημμα που τίθεται δεν είναι μεταξύ «εθνικής αναδίπλωσης» και «ολοκλήρωσης», ή μεταξύ «κατακερματισμού» και «ενοποίησης», αλλά των όρων και προϋποθέσεων αξιοποίησης των πλεονεκτημάτων της διεθνοποίησης των οικονομιών και της συνεργασίας μεταξύ χωρών και λαών.
-
Η εναλλακτική στρατηγική της ισότιμης συνεργίας
Η κρίση του οικοδομήματος της ΟΝΕ και ΕΕ και οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αντιμετώπιση της, δυστυχώς δεν ανοίγουν δρόμους υπέρβασης της κρίσης με όρους λαών και εργαζόμενων. Στην ουσία πρόκειται για προτάσεις «αναπαλαίωσης» ενός αντιδημοκρατικού οικοδομήματος που κινείται σε αντιδραστικότερη κατεύθυνση. Προβάλλει κατά συνέπεια η ανάγκη αναζήτησης των μορφών και των όρων της φερέγγυας συνεργασίας μεταξύ χωρών και λαών. Σε ότι αφορά τις μορφές, αυτή μπορεί να γίνεται τόσο μέσα από διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες, όσο και από συμφωνίες διακυβερνητικής συνεργασίας, καθώς επίσης με τη δημιουργία συνομοσπονδιών ανεξάρτητων κρατών. Ωστόσο σε ότι αφορά το χαρακτήρα τους, θα πρέπει να διασφαλίζουν την ισότιμη συνεργασία και το αμοιβαίο όφελος, την πολιτική νομιμοποίηση με άμεση προσφυγή στη βούληση των λαών, καθώς και το δικαίωμα της εισόδου και εξόδου από αυτές, με απόφαση των κυρίαρχων λαών.
Κατά συνέπεια σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η προώθησης μιας εναλλακτικής στρατηγικής διεθνούς συνεργασίας, θα πρέπει να στηρίζεται στην ισότιμη και αμοιβαία επωφελή συνεργασία μεταξύ χωρών και λαών (εντός και εκτός της ΕΕ), με τη διασφάλιση των θεμελιωδών δημοκρατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, καθώς και το σεβασμό της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας κάθε χώρας. Δηλαδήμια Ένωση ευρωπαϊκών κρατών που θα προάγει την οικονομική σύγκλιση και τη κοινωνική συνοχή, τη βιώσιμη ανάπτυξη και την περιβαλλοντική προστασία, τη δικαιότερη κατανομή εισοδήματος, τη μείωση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων, την εξασφάλιση πλήρους απασχόλησης, την προστασία των θεμελιωδών εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, την αναβάθμιση των αντιπροσωπευτικών θεσμών, ουσιαστική συμμετοχή των εργαζόμενων στα κέντρα λήψης αποφάσεων, πολιτική ειρήνης και ισότιμης συνεργασίας με όλες τις χώρες, κά. Μόνο στα πλαίσια μιας τέτοιας Ευρώπης, κυρίαρχων λαών και κρατών, μπορούν να διασφαλιστούν ζωτικά συμφέροντα των εργαζόμενων και των λαϊκών στρωμάτων, η ειρηνική συμβίωση και η γόνιμη συνεργασία μεταξύ χωρών.
Προβάλλει ένα ερώτημα, το οποίο έρχεται από παλιά, αλλά απαιτεί με βάση τις νεώτερες εξελίξεις, μια σύγχρονη απάντηση. Ποια είναι καλύτερη τακτική εκ μέρους του λαϊκού κινήματος, για να ανοίξει με επιτυχία ο συγκεκριμένος δρόμος; Προωθώντας τις διαδικασίες της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης υπό την ηγεμονία του χρηματιστικού κεφαλαίου και παράλληλα οι χώρες και οι λαοί από κοινού να προσπαθήσουν να προωθήσουν με βελτιώσεις το «όραμα μιας άλλης Ευρώπης»; Τι μας διδάσκει η 60χρονη εμπειρία της «ευρωπαϊκής ενοποίησης»; Ότι η ανάπτυξη του λαϊκού και κυρίως του αριστερού κινήματος σε κάθε χώρα της ΕΕ, είναι άνιση και κατά συνέπεια είναι εξωπραγματικό το «σενάριο» της ανάδειξης σε όλες τις χώρες ταυτόχρονα αριστερών κυβερνήσεων για να προωθήσουν το «εναλλακτικό σχέδιο». Από την άλλη, το αντιδραστικό οικοδόμημα του ευρωσυστήματος με την ενδυνάμωση των μηχανισμών ελέγχου και καταπίεσης, γίνεται πιο ισχυρό και κάνει πιο δύσκολη (ουσιαστικά ανέφικτη) την παραπάνω επιδίωξη. Αντίθετα είναι σαφώς πιο ρεαλιστική η προοπτική της αποδέσμευσης, μιας ή περισσοτέρων χωρών με το ευρωσύστημα, η αποδυνάμωση του και η επιτάχυνση των διαδικασιών συνολικής ανατροπής του και δημιουργία των προϋποθέσεων επαναθεμελίωσης του με όρους ισότιμης συνεργασίας κρατών και με σεβασμό της κυριαρχικής βούλησης των λαών και εργαζόμενων.
Ειδικότερα για την Ελλάδα, η συμμετοχή της στην ΟΝΕ ήταν και παραμένει μια μεγάλη περιπέτεια. Ιδιαίτερα από την περίοδο επιβολής των Μνημονίων ο ελληνικός λαός βιώνει μια πρωτοφανή καταστροφή, από οικονομική, κοινωνική, δημογραφική και άποψη κυριαρχικών δικαιωμάτων. Τα Μνημόνια που εφαρμόστηκαν με τις οδηγίες της ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ-ΕΜΣ και τη στήριξη της εγχώριας ελίτ, έχουν οδηγήσει σε φτωχοποίηση πάνω από το μισό του ελληνικού λαού, καταβαράθρωση της οικονομίας, εξανδραποδισμό της νεολαία και βάναυση καταπάτηση της λαϊκής κυριαρχίας. Στο δημοψήφισμα του 2015, πάνω από το 61% του ελληνικού λαού απόρριψε την επιβολή ενός νέου Μνημονίου και σήμερα με την ευθύνη των υπερεθνικών θεσμών, της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και όλων των κομμάτων του Μνημονιακού τόξου, μαζί της οικονομικής ελίτ και των κυρίαρχων media, βιώνουμε την εφαρμογή του Γ’ Μνημονίου, αλλά και την επιβολή ενός Δ’ άτυπου Μνημονίου, με πρωτοφανείς δεσμεύσεις σε βάθος δεκαετιών. Είναι αποκαλυπτική μια πρόσφατη δήλωση του επιτρόπου Μοσκοβισί (4.9.17) για τον «σκανδαλώδη τρόπο επιβολής των Μνημονίων στην Ελλάδα», αλλά ταυτόχρονα και η πολύ κυνική του δήλωση, ότι «η Ελλάδα θα βρίσκεται σε καθεστώς επιτροπείας, χωρίς δικαίωμα ψήφου στα κοινοτικά όργανα μέχρι να ξεπληρώσει το 75% των δανείων (176 δις που έχει λάβει)».!
Η επιβολή των Μνημονιακών μέτρων και η ουσιαστική απώλεια εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, είναι ο «φόρος αίματος» που πληρώνει ο ελληνικός λαός στην πολιτική της «πάση θυσία» παραμονή στην Ευρωζώνη, η οποία εξυπηρετεί μόνο τα συμφέροντα της εγχώριας ελίτ και των κυρίαρχων ελίτ Βρυξελών και Βερολίνου. Για άνοιγμα του δρόμου εξόδου από την κρίση σε όφελος του λαού και της χώρας, χρειάζεται η εφαρμογή δέσμης μέτρων σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, στα πλαίσια ενός «μεταβατικού προγράμματος» που θα εφαρμόσει μια αληθινά λαϊκή κυβέρνηση.
Συνοπτικά οι βασικοί άξονες ενός τέτοιο προγράμματος είναι:
Αναστολή πληρωμής του δημόσιου χρέους με στόχο τη δραστική μείωση του.
Έξοδο από την Ευρωζώνη, ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας και όλων των μοχλών άσκησης οικονομικής πολιτικής, μαζί και της χαμένης εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας.
Εθνικοποίηση τραπεζικού συστήματος και μετατροπή της Τράπεζας Ελλάδος σε δημόσια κεντρική τράπεζα.
Μείωση ιδιωτικού χρέους νοικοκυριών και επιχειρήσεων με βάση κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια.
Εφαρμογή προγράμματος ανάπτυξης και δημοσίων επενδύσεων με στόχο την ανάκαμψη της οικονομίας και δραστική μείωση της ανεργίας.
Ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης μισθών και συντάξεων, για τόνωση της αγοράς και της εγχώριας παραγωγικής δραστηριότητας.
Εφαρμογή φορολογικής πολιτικής αναδιανομής εισοδήματος υπέρ των μισθωτών, συνταξιούχων και λαϊκών στρωμάτων, με δραστικό έλεγχο της φοροδιαφυγής και της κατάργησης των προνομιών ολιγαρχίας.
Επαναφορά στο δημόσιο έλεγχο των κερδοφόρων ΔΕΚΟ και επέκταση τους σε στρατηγικές κλάδους και τομείς, κάτω από συλλογικό δημοκρατικό έλεγχο και κοινωνικό σχεδιασμό.
Αναπροσανατολισμός της κοινωνικο-οικονομικής δραστηριότητας με έμφαση την κάλυψη βασικών κοινωνικών αναγκών, μείωση της κατανάλωσης πολυτελών ειδών και αύξηση δαπανών για υγεία, πρόνοια, εκπαίδευση, κατοικία, πολιτισμό, περιβάλλον, κά.
Ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του κράτους με την αναβάθμιση των αντιπροσωπευτικών θεσμών, δημιουργία θεσμών λαϊκής συμμετοχής και εργατικού ελέγχου, κά.
Εφαρμογή πολυδιάστατης και ανεξάρτητης εξωτερική πολιτικής, ισότιμης και αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας με όλες τις χώρες κα πρώτα απ’ όλα με τις ευρωπαϊκές, βαλκανικές και μεσογειακές.
Είναι προφανές ότι η προώθηση αυτής της δέσμης ριζοσπαστικών μέτρων – μεταβατικό πρόγραμμα με ορίζοντα το σοσιαλισμό – προϋποθέτει την ανάπτυξη ισχυρού κινήματος αντίστασης και ανατροπής των μνημονιακών μέτρων και την ανάδειξη μιας γνήσιας λαϊκής κυβέρνησης, που με την ενεργή στήριξη των εργαζόμενων και του ελληνικού λαού, καθώς την αλληλεγγύη των ευρωπαϊκών λαών και κινημάτων, θα το κάνει πράξη, ανοίγοντας ελπιδοφόρους ορίζοντες στην ελληνική κοινωνία και κυρίως στη νέα γενιά, καθώς στους λαούς και εργαζόμενους της Ευρώπης.!
(*) Βασικά σημεία εισήγησης με θέμα: «Η στρατηγική της ισότιμης συνεργασίας, απάντηση των περιφερειακών χωρών της ΕΕ στις διαδικασίες παγκοσμιοποίησης και ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», που έγινε στην 23η Σύνοδοτων Ευρωπαίων Οικονομολόγων (Euro–MemoGroup), για μια «Εναλλακτική Πολιτική στην Ευρώπη», που πραγματοποιήθηκε στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθήνας, στις 28-29 Σεπτέμβρη 2017.
**Ο Γιάννης Τόλιος είναι διδάκτωρ Οικονομικών, μέλος του ΠΣ της ΛΑ.Ε.
Πηγή: iskra.gr
Το ΝΑΡ για το «Μέτωπο της Αριστεράς» − Μια συντροφική κριτική

Θόδωρος Μαράκης
Με το παρόν άρθρο μας θα θέλαμε να συμβάλουμε στο διάλογο για «την εξαιρετικά επίκαιρη συζήτηση για το θέμα του “Μετώπου της Αριστεράς”», διάλογο ο οποίος άνοιξε με την αξιέπαινη έκδοση του περιοδικού της “Μαρξιστικής Σκέψης” (τ. 23 Ιούνιος-Σεπτέμβριος 2017).
Ο έμμεσος διάλογος στις σελίδες της Μ. Σκέψης, αναπτύσσεται από τους εκπροσώπους των πιο σημαντικών οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, μέσα από τις απαντήσεις που δίνουν στις εννέα κοινές ερωτήσεις που το περιοδικό τους θέτει.
Τοποθετούμαστε κριτικά πρώτα απ’ όλα στις απόψεις που εκφράζει το στέλεχος και εκπρόσωπος του ΝΑΡ σύντροφος Δραγανίγος, επειδή το ΝΑΡ είναι από τις πιο σημαντικές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και οι απόψεις του καθαρίζουν σε μεγάλο βαθμό τις απόψεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Άλλο «Ενιαίο Μέτωπο», άλλο «Μέτωπο της Αριστεράς»
Θεωρούμε σκόπιμο να ξεκινήσουμε την τοποθέτησή μας με την διευκρίνηση ότι: Στις σημερινές δοσμένες συνθήκες της χώρας μας ο όρος «Ενιαίο Μέτωπο» και το περιεχόμενο του δεν συμπίπτουν με τον όρο και το περιεχόμενο του «Μετώπου της Αριστεράς».
Η Κομμουνιστική Διεθνής με την «Τακτική του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου» καλούσε σε ενότητα στη δράση τα μαζικά κόμματα της εργατικής τάξης με στόχο, η συνεργασία τους, να έφερνε σε κοινούς αγώνες την μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης ή στη χειρότερη περίπτωση ένα μεγάλο μέρος από την μάζα του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Σ’ αυτή την περίπτωση το «Μέτωπο της Αριστεράς» και το «Ενιαίο Μέτωπο» ήταν όροι ταυτόσημοι.
Στην εποχή που διανύουμε μια τέτοια περίπτωση θα είχαμε αν είχαμε συνεργασία ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ όταν ο τελευταίος ήταν στην αντιπολίτευση. Όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο σ/φος Α. Παγιάτσος στη σελ. 39 της εν λόγω έκδοσης, το Ενιαίο Μέτωπο
«Δεν αφορά τη “συνάντηση” μικρών οργανώσεων της “αντικαπιταλιστικής” (ένας όχι και τόσο δόκιμος όρος) ή “επαναστατικής” ή “μαρξιστικής” Αριστεράς. Αφορά τη συνεννόηση ανάμεσα σε μαζικές ή τουλάχιστον ημι-μαζικές οργανώσεις που έχουν αναφορά στο εργατικό κίνημα και τα κοινωνικά κινήματα για την ανάπτυξη των αγώνων ενάντια στις πολιτικές του κεφαλαίου».
Μέτωπο της Αριστεράς σήμερα = μέτωπο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς
Έτσι, στη σημερινή συγκυρία, όταν κάποιος αναφέρεται και προτείνει το «Μέτωπο της Αριστεράς» αυτό που αντικειμενικά εννοεί και επιδιώκει είναι την ενότητα στη δράση των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς − μιας και το ΚΚΕ αρνείται οποιαδήποτε συνεργασία και κοινή δράση με οποιονδήποτε.
Ενότητα στη δράση μέσα στο εργατικό-λαϊκό κινήματος σε όλα τα επίπεδα: στα συνδικάτα, στις απεργίες, στις απεργιακές φρουρές, στις γειτονιές, στις συγκεντρώσεις, στην τοπική αυτοδιοίκηση, στο αντιφασιστικό-αντιρατσιστικό και γενικά σε όλα τα κινήματα όπου αυτά αναπτύσσονται.
Ποια καθήκοντα για το «μέτωπο της Αριστεράς»;
Με βάση τα πιο πάνω, πάμε στη πρώτη ερώτηση της Μ. Σκέψης, η οποία ζητάει τη γνώμη των εκπροσώπων των διαφορετικών οργανώσεων πάνω στο «ζήτημα του Μετώπου των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής-αντιμνημονιακης Αριστεράς (που) έρχεται εκ των πραγμάτων στο προσκήνιο» καθώς «η κρίση και η άγρια λιτότητα συνεχίζονται αμείωτες».
Παρ’ ότι η ερώτηση είναι σύντομη και συγκεκριμένη η απάντηση του σ. Δραγανίγου πλατειάζει σε ζητήματα στρατηγικής σημασίας που αφήνουν κενά και προκαλούν ερωτήματα και σύγχυση, πράγμα που δείχνει ότι δυσκολεύεται να δώσει σαφή, άμεση απάντηση. Ξεκινάει με
«…το ζήτημα της συσπείρωσης δυνάμεων για την ανατροπή της πολιτικής και της κυβέρνησης ”από κάτω και από αριστερά”, με στόχο να μην εφαρμοστούν ποτέ τα ψηφισμένα μέτρα της δεύτερης αξιολόγησης, γίνεται ακόμα πιο επιτακτικό».
Η ανατροπή της κυβέρνησης «από κάτω και από αριστερά» είναι κάτι που μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους, αλλά… παραπέμπει στο μάξιμουμ, παραπέμπει στο ζήτημα της εργατικής εξουσίας (δικτατορία του προλεταριάτου) και δεν είναι δυνατό να περιορισθεί μόνο στο «να μην εφαρμοστούν ποτέ τα ψηφισμένα μέτρα της δεύτερης αξιολόγησης».
Για να φτάσουμε μέχρι εκεί, την «ανατροπή από τα κάτω και αριστερά», χρειάζεται να μιλήσουμε για ζητήματα δύσκολα και σύνθετα, όπως αυτά που σημειώνει ο σύντροφος παρακάτω:
«Η ανατροπή αυτή προϋποθέτει μια μεγάλη συγκέντρωση δυνάμεων πρώτα απ’ όλα στο εργατικό και λαϊκό κίνημα», «ταξική ανασυγκρότηση», «το ξεπέρασμα του αστικοποιημένου συνδικαλισμού των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ», την «δημιουργία νέων συνδικάτων», την «ανασυγκρότηση των υπαρχόντων πάνω σε ταξική βάση», τον «οριζόντιο συντονισμό των πρωτοβάθμιων σωματείων… στην κατεύθυνση ενός ανεξάρτητου κέντρου αγώνα… είναι ο πρώτος όρος για να συγκροτηθεί μια άλλη αριστερά».
Αν και εφ’ όσον ανασυγκροτήσουμε τα υπάρχοντα σωματεία σε ταξική βάση, πράγμα που επίσης μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους, το ξεπέρασμα του αστικού συνδικαλισμού των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ θα έχει λυθεί, οπότε δεν θα χρειάζεται το ανεξάρτητο κέντρο συντονισμού.
Όμως το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι: Με ποιο οργανωτικό και πολιτικό τρόπο θα δώσουμε τη μάχη για να πετύχουμε τα παραπάνω; Η απάντηση που δίνει ο σ/φος είναι:
«Σ’ αυτή την κατεύθυνση κρίσιμο ζήτημα είναι η κοινή δράση όλων των μαχόμενων δυνάμεων της Αριστεράς, της αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής Αριστεράς, της ΛΑΕ, του ΚΚΕ, για την οικοδόμηση ενός αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής».
Καμία διαφωνία.
Από την στιγμή βέβαια που το ΚΚΕ-ΠΑΜΕ κρατάει αντιενωτική στάση είναι αναγκαίο να προχωρήσουμε στην οικοδόμηση του «Μετώπου της Αριστεράς» με τις υπόλοιπες δυνάμεις. Το «μέτωπο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς» ασφαλώς θα πρέπει να συνεχίσει να καλεί ανελλιπώς και επισταμένως το ΚΚΕ-ΠΑΜΕ για ενότητα στη δράση, κι ας επιμένει να αρνείται η ηγεσία του τελευταίου.
Και αφού πρώτα καλεί για «συσπείρωση των πολιτικών δυνάμεων» για την συγκρότηση «πολιτικού μετώπου» για να πετύχει «ριζική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μέσα στο ευρύτερο λαϊκό αριστερόστροφο, αντιμνημονιακό ρεύμα σε βάρος του αστικά μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ και συνολικά του αστικού μπλοκ….». (σελ 9)
«Απαιτείται, με άλλα λόγια ένα μέτωπο όλων των δυνάμεων που υπερβαίνουν τις “κεϋνσιανές” λύσεις φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού. Ένα αντικαπιταλιστικό μέτωπο» (σελ 10 υπογρ. δική μας).
Ναι στο «αντικαπιταλιστικό μέτωπο» – αν μπορεί να υπάρξει
Εμείς δηλώνουμε έτοιμοι θα προσχωρήσουμε στο «αντικαπιταλιστικό μέτωπο» αν η συγκυρία του επιπέδου συνείδησης «μέσα στο ευρύτερο λαϊκό, αριστερόστροφο, αντιμνημονιακό ρεύμα…» στο οποίο σύμφωνα με το σ/φο πρέπει να πετύχουμε τη «ριζική αλλαγή του συσχετισμού δύναμης» μας επιτρέψει τη συσπείρωση των δυνάμεων πάνω σε αντικαπιταλιστική βάση!
Αλλά η ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος και ιδιαίτερα αυτή των επαναστάσεων του 1905 και του Φλεβάρη του 1917 δείχνει ότι τα μέτωπα χτίζονται πάνω στη βάση της δοσμένης συνείδησης των λαϊκών μαζών και όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες μας.
Συγκεκριμένα τα Σοβιέτ του 1905 και του Φλεβάρη του 1917 δεν ήταν αντικαπιταλιστικά μέτωπα! Τα Σοβιέτ του Φλεβάρη του 17 έγιναν αντικαπιταλιστικά μετά από την 7μηνη δράση των Μπολσεβίκων σ’ αυτά!!
Πιο άμεσο και επίκαιρο παράδειγμα είναι τα Σωματεία, οι Ομοσπονδίες, τα Εργατικά Κέντρα, τα οποία είναι «μέτωπα, ενιαία εργατικά» και ο στόχος πρέπει είναι να τα ανασυγκροτήσουμε σε ταξική βάση γιατί στη πλειοψηφία τους δεν είναι αντικαπιταλιστικά! Δεν τους γυρίζουμε την πλάτη επειδή δεν έχουν στο πρόγραμμά τους την έξοδο από τη ΕΕ!
Συμπέρασμα
Το συμπέρασμα και η απάντηση στην ερώτηση σ/φοι του ΝΑΡ είναι ότι: Επιβάλλεται εκ των πραγμάτων να προχωρήσουμε σήμερα σ’ ένα μέτωπο των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής−αντιμνημονιακής Αριστεράς, στη βάση των προγραμματικών σημείων που είναι δυνατό να συμφωνήσουμε σήμερα.
Διευκρίνιση: «μέτωπο» σημαίνει συμφωνία για κοινή δράση, όχι πολιτικό ομόσπονδο φορέα τύπου ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή ΛΑΕ. Ο Λένιν έλεγε μέτωπο σημαίνει «Χτυπάμε μαζί βαδίζουμε χωριστά».
Είναι αναμφίβολο ότι ένα κοινό μέτωπο δράσης των οργανώσεων της Αριστεράς με κορμό την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τη ΛΑΕ, θα πιέζει την βάση του ΚΚΕ για την αναγκαιότητα της ενότητας στη δράση. Ένα τέτοιο μέτωπο θα έχει σίγουρα επιτυχίες, γιατί θα δώσει την προοπτική της ενότητας, γιατί οι αγώνες στα σωματεία για την αλλαγή των συσχετισμών θα γίνουν πιο αποτελεσματικοί, γιατί ο αγώνας στις γειτονιές θα αποκτήσει μεγαλύτερη δυναμική και όλα αυτά μαζί θα αφυπνίζουν το κίνημα και θα μαζικοποιούν το Μέτωπο.
Πηγή: pandiera.gr
Βρώμικος ρόλος Στουρνάρα: Κήρυκας μαζικών πλειστηριασμών, βγάζει «λάδι» την Τρ. Πειραιώς

Να επιταχύνουν τις προσπάθειες εξυγίανσης του χαρτοφυλακίου τους, προχωρώντας σε πωλήσεις και βιώσιμες ρυθμίσεις δανείων, καθώς και σε πλειστηριασμούς (!), καλεί τις τράπεζες ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, σε συνέντευξή του στην “Καθημερινή της Κυριακής”, μετά τη μεταστροφή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, για την οποία εκφράζει ικανοποίηση.
Όπως σημειώνει, «πρέπει να πείσουμε ότι μπορούμε να εξασφαλίσουμε αποτελεσματική λειτουργία του συνολικού πλαισίου εξυγίανσης του ιδιωτικού χρέους.
Και σε αυτό συμπεριλαμβάνονται: η διενέργεια πλειστηριασμών, ηλεκτρονικών ή μη, η σωστή εφαρμογή του πλαισίου προστασίας των δανειοληπτών, καθώς και η πλήρης αξιοποίηση του εξωδικαστικού συμβιβασμού.
Στο πλαίσιο αυτό, οι υποχρεώσεις των τραπεζών είναι βεβαίως αυξημένες: με τόσες θετικές αλλαγές, είναι βέβαιο ότι οι τράπεζες θα κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για την ταχύτερη εξυγίανση των δανειακών χαρτοφυλακίων τους.
Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν δικαιολογίες για καθυστερήσεις».
Παράλληλα, όπως αναφέρει, «είναι αναγκαίο να αναληφθούν πρωτοβουλίες αποτελεσματικότερης συνεργασίας μεταξύ των τραπεζών και συντονισμού των προσπαθειών τους για επίλυση υποθέσεων αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων και κλάδων».
Ακόμη, ο κ. Στουρνάρας χαρακτηρίζει ακραία την προσέγγιση του ΔΝΤ για τις τράπεζες και υποστηρίζει ότι η υιοθέτησή της θα οδηγούσε σε αύξηση του δημόσιου χρέους κατά 6% του ΑΕΠ και εθνικοποίηση των τραπεζών, χωρίς λόγο.
Όπως αποκαλύπτει, ο ίδιος επικοινώνησε με το Ταμείο και φυσικά με την ΕΚΤ για το θέμα το προηγούμενο διάστημα.
Για την επίσπευση των στρες τεστ της ΕΚΤ σημειώνει ότι μπορούν να καταλήξουν σε θετικά συμπεράσματα για τις τράπεζες, χωρίς -πάντως- να απαντά κατηγορηματικά στο ερώτημα αν έχει αποκλειστεί ενδεχόμενο νέας ανακεφαλαιοποίησης.
Προειδοποιεί ότι αν υπάρξει “καθαρή έξοδος” της χώρας από το μνημόνιο, χωρίς αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητάς της, οι τράπεζες θα πληρώσουν υψηλό κόστος, καθώς θα χρειαστεί να επιστρέψουν στο ακριβό σύστημα έκτακτης χρηματοδότησης (ELA).
Ακόμη, ο διοικητής της ΤτΕ μιλά ακόμη για παραβίαση κανόνων της κοινής λογικής στην περίπτωση του Ελληνικού, αλλά και για την ανάγκη να εκπλήξουμε θετικά τις αγορές, ολοκληρώνοντας γρήγορα την αξιολόγηση.
Κατά τον ίδιο « η έγκαιρη ολοκλήρωση της αξιολόγησης έχει μόνο θετικές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία γενικότερα και στον τραπεζικό τομέα ειδικότερα».
Εκτιμά ότι το εκλογικό αποτέλεσμα στη Γερμανία δεν δημιουργεί εμπόδια για το στόχο αυτό και σημειώνει πως «είναι σαφές ποιες υποχρεώσεις έχουμε και είναι στο χέρι μας να ολοκληρώσουμε τα βήματα αυτά το συντομότερο δυνατόν.
Είναι νομίζω μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να εκπλήξουμε θετικά τις αγορές, αφού μάλιστα είναι απ΄ όλους επιθυμητό να υπάρξει «καθαρή έξοδος» μετά το τέλος του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018».
Έκλεισε το θέμα της Τράπεζας Πειραιώς
Σε ερώτηση σχετικά με το πόρισμα της ΤτΕ για τον έλεγχο που διενήργησε στην Τράπεζα Πειραιώς, ο κ. Στουρνάρας αναφέρει πως “είναι αλήθεια ότι υπάρχει ένα σύνολο ευρημάτων όπως αυτά προέκυψαν από τον έλεγχο που έγινε στην Τράπεζα Πειραιώς με τη διευκρίνιση ότι σκοπός του δεν ήταν η διενέργεια AQR”.
Ο ίδιος εκτιμά ότι “είναι θετικό το γεγονός ότι η νέα διοίκηση της τράπεζας συνεργάστηκε αποτελεσματικά με την ΤτΕ και προέβη έγκαιρα σε όλες τις απαραίτητες αλλαγές και ενέργειες για την ακρίβεια των λογιστικών καταστάσεων”.
Όπως σημειώνει ο κ. Στουρνάρας, “οι δυνητικές ζημιές που αναγνώρισε η Τράπεζα Πειραιώς έχουν αποτυπωθεί στις λογιστικές καταστάσεις του 2016 με σχηματισμό σχετικών προβλέψεων”.
“Πέραν αυτού, η νέα διοίκηση της τράπεζας υλοποιεί πρόγραμμα διοικητικής αναδιάρθρωσης, καθώς και επικαιροποίησης κανονισμών και πολιτικών, με στόχο την ενίσχυση, συνολικά, της εταιρικής διακυβέρνησης”, κατέληξε ο κ. Στουρνάρας.
Πηγή: iskra.gr
Με μεγάλη επιτυχία έγινε η εκδήλωση της ΠΕΝΕΝ για τα 100 χρόνια από την Σοσιαλιστική Επανάσταση του Οκτώβρη 1917 στην Ρωσία
Με μεγάλη επιτυχία και εντυπωσιακή συμμετοχή οργανώθηκε και έγινε στην κατάμεστη αίθουσα Συνελεύσεων της ΠΝΟ από την Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ εκδήλωση για την επέτειο των 100 χρόνων από την Οκτωβριανή Επανάσταση στην Ρωσία με θέμα «100 χρόνια από την Ρωσική Σοσιαλιστική Επανάσταση – Διδάγματα και μηνύματα για το εργατικό κίνημα της χώρας μας».
Ομιλητές ήταν ο Πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ που στην παρέμβασή του αναφέρθηκε στην επίδραση του μεγάλου Οκτώβρη στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας μας.
Συμμετείχαν στην εκδήλωση οι παρακάτω:
- Πάνος Γκαργκάνας (ΣΕΚ – ΑΝΤΑΡΣΥΑ)
- Θανάσης Κάνιαρης (Κίνηση Κομουνιστών - Εργατικός Αγώνας)
- Δημήτρης Μπελάντης (Μέλος Δ.Σ Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας)
- Τάσος Σταυρόπουλος (Γραμματέας του Σχεδίου Β΄)
- Γιάννης Τόλιος (Μέλος της Γραμματείας της ΛΑ.Ε)
- Άγγελος Χάγιος (ΝΑΡ – ΑΝΤΑΡΣΥΑ)
Στην εκδήλωση της ΠΕΝΕΝ προσκλήθηκε και το ΚΚΕ, του οποίου η ηγεσία αποφάσισε να μην συμμετέχει το συγκεκριμένο κόμμα στην εκδήλωση της ΠΕΝΕΝ…..
Το άνοιγμα της εκδήλωσης έκανε ο Γ.Γ της ΠΕΝΕΝ Νίκος Κροκίδης.
Στην συνέχεια δημοσιεύουμε την παρέμβαση του Προέδρου της ΠΕΝΕΝ. Αύριο θα αναρτηθούν στην ιστοσελίδα της ΠΕΝΕΝ σε βιντεοσκοπημένη μορφή όλες οι ομιλίες που έγιναν στην διάρκεια της εκδήλωσης.
Η Σοσιαλιστική Επανάσταση του Οκτώβρη και η επίδρασή του στο Εργατικό κίνημα της χώρας μας
Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα της Ελλάδας πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση
Δύο σχόλια πριν την παρέμβασή μας:
- 1)Δεχθήκαμε αυτές τις μέρες κριτική από άσπονδους φίλους σχετικά με «τι δουλειά έχει ένα εργατικό Σωματείο να πραγματοποιεί εκδήλωση για την Οκτωβριανή Επανάσταση;»
Δεν κρύψαμε ποτέ τις ιδέες και τις απόψεις μας και όλα αυτά τα χρόνια αποτελούμε αναπόσπαστο τμήμα του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος και με τους αγώνες μας έχουμε αποδείξει διαχρονικά ότι δεν είμαστε ταξικά – πολιτικά ουδέτεροι, παρά το γεγονός ότι δεν είμαστε ενταγμένοι σε κανένα κομματικό σχήμα – κόμμα. Αντίθετα είμαστε στρατευμένοι στην υπόθεση της εργατικής τάξης και στην τελική αποστολή της, όπως αυτή περιγράφεται από τον Κ. Μαρξ στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο».
- 2)Όσον αφορά την επιχείρηση που οργάνωσε η Χρυσαυγίτικη συμμορία για την καταστροφή της αφισοκόλλησης αλλά και της επίθεσης εναντίον μέλους του συνεργείου της ΠΕΝΕΝ, δεν μας κάνει εντύπωση, αφού είμαστε στην πρώτη γραμμή της πάλης ενάντια στον νεοναζισμό, την ξενοφοβία και τον ρατσισμό. Η πάλη μας αυτή θα συνεχισθεί και θα κλιμακωθεί μέχρι η νεοφασιστική οργάνωση και τα τάγματα εφόδου καταδικαστούν για την εγκληματική τους δράση και ταυτόχρονα να απομονωθούν ιδεολογικά, πολιτικά και κοινωνικά από τους εργαζόμενους και τον λαό.
*****
Από την δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους ξεκινάει μια αργόσυρτη και βασανιστική ανάπτυξη του καπιταλισμού.
Με την επανάσταση του 1821 δημιουργούνται οι πρώτες βιομηχανικές μονάδες κυρίως στα αστικά κέντρα της ελεύθερης Ελλάδας.
Η Μεταξουργία στην Ύδρα το 1836, στην Σπάρτη το 1837. Περίπου το 1840 σε Άνδρο – Λαμία – Κάρυστο δημιουργούνται εργοστάσια υαλουργίας, αλευροβιομηχανία, πριονιστήριο.
Την περίοδο αυτή η Σύρος παρουσιάζει σημαντική για την εποχή ανάπτυξη ναυπηγικής. Στα χρόνια 1840-1865 ναυπηγήθηκαν 1394 πλοία διαφόρων τύπων, το 1845 στα ναυπηγία εργάζονταν πάνω από 1500 εργάτες.
Μετά το 1850 με την είσοδο στην Ελλάδα του εμπορομεσιτικού κεφαλαίου των Ελλήνων των παροικιών και την ανάπτυξη του εφοπλιστικού κεφαλαίου στα νησιά αρχίζει και δημιουργείται ορισμένη χρηματική συσσώρευση που ένα τμήμα της επενδύεται σε μεταποιητικές βιομηχανίες.
Είναι τα χρόνια που εισάγεται η ατμοκίνηση ως δύναμη στην παραγωγή και έτσι αρχίζει η μετατροπή της βιοτεχνικής χειροτεχνικής παραγωγής σε βιομηχανική.
Με την εμφάνιση της βιομηχανίας εμφανίζονται και τα πρώτα τμήματα της βιομηχανικής εργατικής τάξης. Είναι προφανές ότι εργάτες υπήρχαν και πριν την επανάσταση του 1821, αργότερα όμως πλήθυναν με την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους, δουλεύοντας βασικά στα εμπορικά πλοία, σε μαγαζιά, βιοτεχνίες, αλλά το εργατικό κίνημα απέκτησε κύρος και υπόσταση όταν εμφανίστηκαν και άρχισαν να οργανώνονται οι βιομηχανικοί εργάτες.
Ιδιαίτερη ανάπτυξη της βιομηχανίας στην χώρα μας σημειώνεται στην δεκαετία 1870-1880 και σύμφωνα με τα στοιχεία το 1876 υπήρχαν στην χώρα πάνω από 247 παραγωγικές μονάδες ειδών επισιτισμού που απασχολούνταν 6616 εργάτες, 248 παραγωγικές μονάδες ειδών ένδυσης και οικιακής χρήσης με 10115 εργάτες, 51 μονάδες επεξεργασίας μετάλλου, μηχανουργία και ναυπηγεία με 3500 εργάτες, 18 μεταλλευτικές και μεταλλουργικές μονάδες με 4800 εργάτες και 114 μικρομεσαίες παραγωγικές μονάδες με 1350 εργάτες.
Την ίδια περίοδο η ελληνική ναυτιλία διαθέτει περίπου 5000 ιστιοφόρα συνολικής χωρητικότητας 260000 κόρων. Αυτήν την εποχή δημιουργείται το πρώτο σιδηροδρομικό δίκτυο στην χώρα.
Η ανάπτυξη αυτή του σύγχρονου καπιταλισμού φέρνει και την αριθμητική αύξηση της εργατικής τάξης και την εμφάνιση του βιομηχανικού προλεταριάτου ως καινούργιο παράγοντα στην πολιτική ζωή και βαθμιαία θα αρχίσει να συνειδητοποιείται ως τάξη, να οργανώνεται και να παλεύει.
Ακριβώς σε αυτήν την περίοδο ιδρύονται τα πρώτα εργατικά Σωματεία. Από τα καταστατικά τους προκύπτει πως έχουν μικτό – συντεχνιακό χαρακτήρα, κάτι δηλαδή μεταξύ συντεχνίας και συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Σε αυτά ανήκαν και οι εργοδότες και μάλιστα σε πολλά εκλέγονταν και Πρόεδροι….
Σκοπός των τότε Σωματείων ήταν η προστασία του επαγγέλματος και των συντεχνιακών τους συμφερόντων. Ταυτόχρονα όμως άρχισαν να διαφέρουν από τις συντεχνίες στον βαθμό που χρησιμοποιούσαν μορφές ταξικής πάλης όπως η απεργία.
Την περίοδο 1879-1880 και 1882 με την ανάπτυξη της εργατικής τάξης έχουμε και τα πρώτα ξεσπάσματα αγωνιστικών δράσεων και απεργιών στην Σύρο και τον Πειραιά.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι πριν ακόμη αρχίσει η συνδικαλιστική οργάνωση των εργατών, το οικονομικό κατεστημένο ανησυχεί από την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην Ευρώπη και προσπαθεί να αποτρέψει την ταξική πάλη στην χώρα μας συμβουλεύοντας τους εργάτες να είναι υπάκουοι στα αφεντικά τους…..
Οι συμβουλές και οι παραινέσεις δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν την συνδικαλιστική οργάνωση των εργατών ούτε φυσικά την ανάπτυξη της ταξικής πάλης, ούτε στην χώρα μας, ούτε πουθενά, διότι όπως έγραψε ο Β.Ι.Λένιν: «Η εμφάνιση των συνδικάτων, των μαζικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, είναι το νομοτελειακό αποτέλεσμα της ανάπτυξης του καπιταλισμού, της ιστορικής εξέλιξης του εργατικού κινήματος.
Η εργατική τάξη που η εμφάνισή της τόσο στην χώρα μας όσο και διεθνώς συνδέεται άμεσα με την εμφάνιση και ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, πρέπει να αντιτάξει στην δύναμη του κεφαλαίου την δύναμη της δικής της ένωσης. Αυτή είναι η αντικειμενική δύναμη της ιστορίας».
«Τα συνδικάτα», γράφει ο Λένιν, «ήταν μια γιγάντια πρόοδος της εργατικής τάξης στο αρχικό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού, ένα πέρασμα από την κατάσταση διασποράς και αδυναμίας των εργατών στα πρώτα στοιχεία της ταξικής συνένωσης».
«Όταν άρχισε να αναπτύσσεται η ανώτατη μορφή ταξικής συνένωσης του προλεταριάτου (…..) τα συνδικάτα άρχισαν να δείχνουν αναπόφευκτα μερικά αντιδραστικά σημάδια, κάποια συντεχνιακή στενότητα, κάποια τάση προς την άρνηση της πολιτικής, κάποιο πνεύμα ρουτίνας κ.λπ. Πουθενά όμως στον κόσμο η ανάπτυξη του προλεταριάτου δεν έγινε και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς παρά μόνο μέσω των συνδικάτων, με την αλληλεπίδραση των συνδικάτων και του κόμματος της εργατικής τάξης».
Ο Λένιν υποστηρίζει με σαφήνεια ότι σε αντιδιαστολή με το κόμμα, τα συνδικάτα πρέπει να είναι πλατιές οργανώσεις ικανές να συνενώσουν ακόμη και τους καθυστερημένους εργάτες που κατανοούν μόνο την ανάγκη της συνένωσης για την πάλη ενάντια στα αφεντικά και την κυβέρνηση.
Οι εργάτες στην χώρα μας και σε διάφορες άλλες χώρες άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι εάν ήθελαν να επιβιώσουν από την βάρβαρη καπιταλιστική εκμετάλλευση έπρεπε να αντιπαλέψουν τους εργοδότες τους οργανώνοντας απεργίες και ανεβάζοντας βαθμιαία την πάλη τους όλο και σε ανώτερες μορφές, με τους συνδικαλιστικούς αγώνες τους, την πολιτική τους δράση και την εξέγερση για την ανατροπή του καπιταλισμού.
Οι πρώτες διαμαρτυρίες, απεργίες και εργατικοί ξεσηκωμοί που σημειώθηκαν στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα επρόκειτο κυρίως για αυθόρμητα ξεσπάσματα και όχι συνειδητά και οργανωμένα. Ήταν ωστόσο το πρώτο ξύπνημα της συνείδησής τους.
Ο απεργιακός αυθορμητισμός ήταν κατά βάθος η εμβρυακή μορφή της ταξικής συνείδησής τους όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Λένιν «…….. το αυθόρμητο στοιχείο δεν αποτελεί στην ουσία τίποτα άλλο παρά εμβρυακή μορφή του συνειδητού. Ακόμη και οι πρωτόγονοι ξεσηκωμοί εκφράζανε σε ένα βαθμό το ξύπνημα της συνείδησης, οι εργάτες έχαναν την προαιώνια πίστη τους στο απαρασάλευτο του καθεστώτος που τους συνέθλιβε. Άρχισαν, δεν θα έλεγα καταλαβαίνουν, μα να νοιώθουν την ανάγκη της συλλογικής αντίστασης και να εγκαταλείπουν αποφασιστικά την δουλική υποταγή στους προϊσταμένους τους».
Ο ρόλος της αστικής τάξης και η προσπάθεια χειραγώγησης των Συνδικάτων
Οι προσπάθειες οργάνωσης της εργατικής τάξης της χώρας μας δεν αφήνουν καθόλου αδιάφορη την αστική τάξη στην Ελλάδα, αυτή δεν παρακολουθεί απλά ως θεατής τις εκδηλώσεις και τους αγώνες του εργατικού κινήματος και την δράση των σοσιαλιστών. Βλέπει σε αυτά τους κινδύνους, προσπαθεί να κρατήσει τους εργάτες κάτω από την πολιτική κυριαρχία της μέσω διαφόρων φιλελεύθερων- σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, δημιουργώντας μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα μια εργατική αριστοκρατία.
Βασικός στόχος της εργατικής αριστοκρατίας των «εργατοπατέρων» στο συνδικαλιστικό κίνημα ήταν πάντα η διαιώνιση της πολιτικής κηδεμονίας της αστικής τάξης πάνω στους εργάτες με την προπαγάνδιση της ταξικής συνεργασίας.
Το κόμμα των φιλελευθέρων και ο αρχηγός του Ελευθέριος Βενιζέλος για πολλά χρόνια εκμεταλλεύτηκε το γεγονός της ψήφισης του νόμου 281 (βασικός νόμος για την οργάνωση του συνδικαλιστικού κινήματος που απαγόρευε τα μικτά σωματεία εργατών – εργοδοτών) για να προβληθεί ως «φιλεργατικός», ως άνθρωπος δήθεν που ενδιαφέρεται για τα δίκαια της εργατικής τάξης.
Η αλήθεια όμως είναι ότι η κυβέρνηση Βενιζέλου αναγκάστηκε από την πίεση των εργατικών και γενικότερα των λαϊκών αγώνων που ξέσπασαν μετά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913 να ψηφίσει τον νόμο 281 καθώς και άλλα νομοθετήματα τα οποία αναφέρονταν στην βελτίωση των όρων εργασίας και στις συνδικαλιστικές ελευθερίες. Από την άλλη ο ίδιος ο Βενιζέλος ομολόγησε ότι το έκανε αυτό μπροστά στο ενδεχόμενο κάποιας εργατικής εξέγερσης και επανάστασης η οποία θα υποχρέωνε την αστική τάξη σε πολύ περισσότερες και μεγαλύτερες παραχωρήσεις…….
Στο τέλος του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα, στο διεθνές εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα σημειώνονται σοβαρές εξελίξεις. Οι μικροαστοί γραφειοκράτες της Β΄διεθνούς – πολιτικοί και συνδικαλιστές – διαποτισμένοι από το δηλητήριο του ρεφορμισμού του Μπερστάϊν, ζαλισμένοι από την απατηλή εικόνα που δημιουργούσε ο αναπτυσσόμενος καπιταλισμός κατέληγαν όλο και περισσότερο στο συμπέρασμα ότι ο Μαρξισμός ήταν πια ξεπερασμένος, ότι η οικονομική θεωρία του Μαρξ ήταν πια ανεφάρμοστη και επομένως οι εργάτες θα αναζητήσουν την απελευθέρωσή τους όχι στην ρήξη και την επαναστατική πάλη για την κατάργηση του καπιταλισμού αλλά στην βαθμιαία μέσω μεταρρυθμίσεων μετατροπή σε σοσιαλισμό ενώ την ίδια εποχή οι μπολσεβίκοι στην τσαρική Ρωσία προετοίμαζαν το προλεταριάτο για την επανάσταση και την κατάκτηση της εξουσίας!!!
Για να φανεί καλύτερα ο ρόλος των δεξιών ρεφορμιστών και σοσιαλδημοκρατών στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα σημειώνουμε ενδεικτικά ότι το 1869ο σοσιαλδημοκράτης Αλεξάντερ Μιλλεράν γίνεται υπουργός στην κυβέρνηση Βαλντέκ - Ρουσσώ, στην οποία μετέχει και ο σφαγέας των εργατών της Παρισινής Κομμούνας, στρατηγός Γκαλιφέ.
Την ίδια περίοδο οι γραφειοκράτες εργατοκάπηλοι των συνδικάτων στην Γερμανία, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Αυστρία, ΗΠΑ και πολλών άλλων χωρών παίζουν σοβαρό ρόλο στην έκρηξη του Α΄ παγκόσμιου πολέμου παίρνοντας θέση μαζί με τους ηγέτες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων υπέρ της «δικής τους» αστικής τάξης στα πρόθυρα του ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Ο γνωστός «εργατοπατέρας» Λέγκεν στη Γερμανία είναι ο πρώτος που άνοιξε το δρόμο προς την ανοικτή προδοσία των συμφερόντων της εργατικής τάξης, κηρύσσοντας την ταξική ειρήνη, και ψηφίζοντας τις πολεμικές πιστώσεις.
Στο έργο του «Ο ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού» ο Λένιν αναφέρει σχετικά με τις θεωρίες του Κάουτσκι και των οπαδών του.
«Εμείς δεν μπορούμε - και κανένας δεν μπορεί - να καθορίσουμε ακριβώς ποιά μερίδα συγκεκριμένα του προλεταριάτου ακολουθεί και θα ακολουθήσει τους σοσιαλσωβινιστές και τους οπορτουνιστές. Αυτό θα το δείξει μόνο η πάλη, αυτό θα το κρίνει οριστικά μόνο η σοσιαλιστική επανάσταση. Ωστόσο ξέρουμε με βεβαιότητα ότι οι «υπερασπιστές της πατρίδας» στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο εκπροσωπούν μόνο μια μειοψηφία. Και για το λόγο αυτό χρέος μας είναι, αν θέλουμε να παραμείνουμε σοσιαλιστές, να πηγαίνουμε πιο κάτω και πιο βαθιά, προς τις πραγματικές μάζες: εδώ βρίσκεται όλη η σημασία της πάλης ενάντια στον οπορτουνισμό και όλο το περιεχόμενο αυτής της πάλης. Ξεσκεπάζοντας τους οπορτουνιστές και τους σοσιαλσωβινιστές, και δείχνοντας ότι στην πράξη προδίνουν και ξεπουλάνε τα συμφέροντα της μάζας, ότι υπερασπίζουν τα προσωρινά προνόμια μιας μειοψηφίας εργατών, ότι διοχετεύουν τις αστικές ιδέες και την αστική επιρροή, ότι στην πράξη είναι σύμμαχοι και πράκτορες της αστικής τάξης - διδάσκουμε έτσι τις μάζες να γνωρίζουν τα πραγματικά πολιτικά συμφέροντά τους και να παλεύουν για το σοσιαλισμό και για την επανάσταση μέσα απ’ όλες τις μακρόχρονες και βασανιστικές περιπέτειες των ιμπεριαλιστικών πολέμων και των ιμπεριαλιστικών ανακωχών.
Να εξηγούμε στις μάζες το αναπόφευκτο και την ανάγκη της διάσπασης με τον οπορτουνισμό, να τις διαπαιδαγωγούμε για την επανάσταση με τον ανελέητο αγώνα ενάντια σ’ αυτόν, να χρησιμοποιούμε την πείρα του πολέμου για την αποκάλυψη κάθε αχρειότητας της εθνικοφιλελεύθερης εργατικής πολιτικής, και όχι για τη συγκάλυψή της, να η μοναδική μαρξιστική γραμμή στο εργατικό κίνημα του κόσμου».
Η επίδραση του Οκτώβρη του 1917 στο συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας μας
Ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος που ξέσπασε το 1914 όξυνε έντονα και απότομα τις κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις. Μέσα στην θύελλα αυτού του πολέμου ξεσπά η μεγάλη Οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ρωσία.
Το κόμμα των Μπολσεβίκων με επικεφαλής τον Λένιν οδηγεί το προλεταριάτο σε μιας τεράστιας σημασίας κοσμοϊστορική νίκη που ανοίγει νέους δρόμους και ορίζοντες για την παγκόσμια εργατική τάξη για όλη την ανθρωπότητα, τον δρόμο του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Οι εργατικές και λαϊκές μάζες των ευρωπαϊκών χωρών που ήταν αντικείμενο καταπίεσης και εκμετάλλευσης δέχθηκαν την άμεση επίδρασή της, μπήκαν σε κίνηση και άρχισε μια σημαντική άνοδος του επαναστατικού και εργατικού κινήματος στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο.
Η νίκη των μπολσεβίκων και της σοσιαλιστικής επανάστασης ασκεί καθοριστική επίδραση και στο εργατικό κίνημα της χώρας μας, το οποίο μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) και στην διάρκεια του Α΄ παγκόσμιου πολέμου σημειώνει σημαντική άνοδο.
Η σημαντική αύξηση της αριθμητικής δύναμης της εργατικής τάξης, αποτέλεσμα της ανοδικής πορείας της Βιομηχανίας , η ανάπτυξη της δράσης των σοσιαλιστών εργατών και η ισχυρή επίδραση της Οκτωβριανής επανάστασης, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την συνδικαλιστική συσσωμάτωση, την ίδρυση δηλαδή κεντρικού συνδικαλιστικού καθοδηγητικού οργάνου στην Ελλάδα και για την συγκρότηση ενιαίου επαναστατικού κόμματος της ελληνικής εργατικής τάξης.
«Οι αντικειμενικές συνθήκες, η ανάπτυξη του καπιταλισμού και της εργατικής τάξης, η όλο και μεγαλύτερη αντίθεση ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο και, κυρίως, η νικηφόρα Οκτωβριανή Επανάσταση συνέβαλαν στην ανάπτυξη των σοσιαλιστικών ιδεών στην Ελλάδα. Η εργατική τάξη άρχισε να συνειδητοποιεί περισσότερο ότι για να διεξάγει με επιτυχία τον αγώνα για τα συμφέροντά της, πρέπει να συνενωθεί σε καλά συγκροτημένες οργανώσεις» .
Για τον σκοπό αυτό στις 21 Οκτώβρη 1918 άρχισε τις εργασίες του στην Αθήνα και στην συνέχεια στον Πειραιά το Πανελλαδικό εργατικό συνέδριο με την συμμετοχή 182 αντιπροσώπων που εκπροσωπούν τα 214 από τα 320 εργατικά Σωματεία με 65000 μέλη από τον συνολικό αριθμό των 80000 οργανωμένων εργατών.
Κατά την συζήτηση του καταστατικού και ιδιαίτερα των προγραμματικών αρχών της ΓΣΕΕ εκφράστηκαν διάφορες απόψεις που τελικά διαμορφώθηκαν σε τρεις βασικούς πόλους – παρατάξεις. Τους υποστηρικτές του ταξικού συνδικαλισμού, τους ρεφορμιστές και τους αναρχοσυνδικαλιστές.
Οι οπαδοί του ταξικού συνδικαλισμού υποστήριξαν ότι οι εργάτες, σαν ιδιαίτερη κοινωνική τάξη, έπρεπε, όχι μόνο να συσπειρωθούν σε ταξικά επαγγελματικά σωματεία, έξω από οποιαδήποτε αστική πολιτική επιρροή και να παλεύουν για τη διεκδίκηση των οικονομικών τους συμφερόντων, αλλά και να επιδιώξουν να οργανωθούν και πολιτικά σε σοσιαλιστικό κόμμα που θα είχε σκοπό να οδηγήσει την εργατική τάξη στην πάλη για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας. Μία βδομάδα αργότερα στις 4/10 (17-23 Νοέμβρη του ίδιου χρόνου) προχώρησαν στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού κόμματος Ελλάδας (ΣΕΚΕ) το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε ΚΚΕ.
Οι ρεφορμιστές, με τους οποίους ευθυγραμμίστηκαν οι αναρχοσυνδικαλιστές, τάχθηκαν ενάντια στην αρχή της πάλης των τάξεων και υποστήριξαν ότι η εργατική τάξη έπρεπε να μην αναμιγνύεται στην πολιτική, αλλά να επιδιώκει μόνο τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών της ζωής της.
Η κυβέρνηση Βενιζέλου ανέχτηκε την ίδρυση της ΓΣΕΕ παρόλο ότι υπήρχε ο στρατιωτικός νόμος ελπίζοντας, όπως γράφει σχετικά με το θέμα ο Δημήτρης Λιβιεράτος, «ότι θα κυριαρχήσει, τη στιγμή που αρκετοί από τους επικεφαλής συνδικαλιστές ήταν οπαδοί του κόμματός του».
Έπειτα από σκληρή πολιτική κσι ιδεολογική αντιπαράθεση, το Συνέδριο της ΓΣΕΕ, με ψήφους 158 υπέρ (σε σύνολο 180), 21 κατά και μία λευκή, υιοθέτησε την αρχή της πάλης των τάξεων και του μαχητικού αγώνα των εργατών και υπαλλήλων, μακριά από κάθε κηδεμονία - και τις δίκαιες διεκδικήσεις τους.
Η επικράτηση στην συνομοσπονδία της αρχής της πάλης των τάξεων απετέλεσε μια μεγάλη νίκη του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος, η οποία επηρέασε αποφασιστικά την κατοπινή πορεία του εργατικού κινήματος της χώρας μας.
Η πάλη του ταξικού συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος στα 100 χρόνια από την σοσιαλιστική επανάσταση στην Ρωσία πέρασε μπόρες, θύελλες και καταιγίδες. Η δικτατορία Μεταξά, η κατοχή, ο εμφύλιος, το μετεμφυλιακό καθεστώς της βίας, της καταπίεσης και της καταστολής, η επτάχρονη φασιστική χούντα και ακολούθως η 33χρονη μεταπολιτευτική περίοδος.
Σε αυτήν την 100χρονη πορεία αντιμετώπισε διώξεις, επιθέσεις, φυλακίσεις, εξορίες. Η πορεία του ταξικού εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος ήταν και είναι στενά συνυφασμένη με την μαχόμενη επαναστατική ριζοσπαστική αριστερα!!! Παρά τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες είχε τεράστια συμβολή σε κατακτήσεις όπως είναι οι ΣΣΕ, το 8ωρο, το 5ήμερο, η θεσμοθέτηση της κοινωνικής ασφάλισης, η πάλη για τα εργατικά δικαιώματα, τις συνδικαλιστικές ελευθερίες, την ασφάλεια και υγιεινή στους χώρους δουλειάς, στους κοινωνικούς και δημοκρατικούς αγώνες για την ειρήνη τον αφοπλισμό. Συμμετείχε ενεργά στο αντιπολεμικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Πάλεψε για την εθνική ανεξαρτησία, τον απεγκλωβισμό της χώρας από τις ιμπεριαλιστικές λυκοσυμμαχίες, βρέθηκε σε σκληρή αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του ρεφορμισμού, του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, της ταξικής συνεργασίας, της εργασιακής ειρήνης, του κοινωνικού εταιρισμού. Απέκρουσε σταθερά τις συντεχνιακές αντιλήψεις στο εσωτερικό του κινήματος και διάφορες ρεφορμιστικές αντιλήψεις που έχουν την καταγωγή τους στον ρεφορμισμό του 20ου αιώνα. Πάλεψε και παλεύει με συνέπεια ενάντια στο εγχώριο και πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο, βάζει σταθερά μπροστά τις εργατικές και λαϊκές ανάγκες και τα συμφέροντά τους, είναι σε διαρκή πόλεμο με το μεγάλο κεφάλαιο, τους πολιτικούς και συνδικαλιστικούς του εκπροσώπους.
Αγωνίζεται για την ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος, την αλλαγή των συσχετισμών, την ένταξη στα Σωματεία των χιλιάδων μη οργανωμένων εργαζομένων, για ένα μαζικό μαχητικό ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα το οποίο δεν θα διεκδικεί μόνο καλύτερες συνθήκες δουλειάς και αμοιβής αλλά θα θίγει και θα αμφισβητεί την εξουσία του μεγάλου κεφαλαίου, που θα συμπορεύεται με τις αριστερές δυνάμεις που έχουν υιοθετήσει από πλευράς προγραμματικής αλλά και στρατηγικής και τακτικής την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο για να ανοίξει ο δρόμος για την χειραφέτηση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων για μια σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική που θα έχει στο επίκεντρο τον εργαζόμενο, τις σύγχρονες ανάγκες του και θα υπηρετεί τα συμφέροντά του.
Η παταγώδης αποτυχία του λεγόμενου «αριστερού» εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ, η σταδιακή προσαρμογή του, η σύμπλευση και η συμπόρευσή του με τις δυνάμεις του μεγάλου κεφαλαίου, το αλυσόδεμα της χώρας και του λαού με τα δεσμά των μνημονίων και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της αστικής τάξης, πρέπει και οφείλει να δημιουργήσει ευρύτερους προβληματισμούς στο αριστερό κομμουνιστικό και ριζοσπαστικό χώρο αλλά και στους εργαζόμενους της χώρας μας.
Η τεράστια πείρα της Οκτωβριανής σοσιαλιστικής επανάστασης δείχνει ότι χωρίς επαναστατικό κόμμα, χωρίς ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα και σωστή στρατηγική και τακτική, χωρίς οργανωμένο μαχητικό μαζικό εργατικό ταξικό κίνημα, όποια απόπειρα αριστερής και κομμουνιστικής προοπτικής είναι καταδικασμένη σε ήττα.
Η εργατική τάξη της χώρας μας και ο ταξικός της πόλος – τμήμα εμπνέεται από την μεγάλη Οκτωβριανή επανάσταση, τις ιδέες και τα οράματά της και ανεξάρτητα από την πορεία που είχε η οικοδόμηση της νέας κοινωνίας και την όποια γνώμη μπορεί να έχει κανείς για αυτή την απόπειρα σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αναμφισβήτητα η Οκτωβριανή επανάσταση θεωρούμε ότι άνοιξε ένα καινούργιο ελπιδοφόρο δρόμο για την παγκόσμια εργατική τάξη και τους λαούς όλου του κόσμου.
*********************************///////////////////****************************************
Εκδήλωση - συζήτηση για τα 100 χρόνια από την σοσιαλιστική επανάσταση στην Ρωσία. Ανοικτό κάλεσμα της Διοίκησης της ΠΕΝΕΝ προς τα μέλη της, τους Ναυτεργάτες γενικότερα και τους Συνταξιούχους του ΝΑΤ
Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ σας καλεί να πάρετε μέρος στην ανοιχτή εκδήλωση – συζήτηση στις 17 Οκτώβρη 2017, στις 6 μ.μ στην αίθουσα συνελεύσεων της ΠΝΟ (Κολοκοτρώνη 132 – 2ος όροφος) στον Πειραιά με θέμα: «Η Ρώσικη Επανάσταση του Οκτώβρη 1917, επίκαιρα διδάγματα και μηνύματα για το εργατικό κίνημα της χώρας μας».
Η εκδήλωση θα αρχίσει στις 6 μ.μ και θα τελειώσει στις 10 μ.μ.
Μετά το τέλος των ομιλιών θα υπάρχουν ερωτήσεις των παρισταμένων και απαντήσεις από τους ομιλητές.
Το Δ.Σ της ΠΕΝΕΝ

- Τελευταια
- Δημοφιλή