Πολύ λίγα, πολύ αργά
Τον Ιούνιο, μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προέτρεψαν την Κομισιόν, το κοντινότερο σε κυβέρνηση όργανο που διαθέτει η Ευρώπη, να αποχωρήσει από τη Συνθήκη Ενέργειας ώστε να κράτη-μέλη της ΕΕ να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν αλλαγές στις ενεργειακές τους πολιτικές που θα συμβαδίζουν με τις δεσμεύσεις τους υπό τη Συμφωνία του Παρισιού.
Τον περασμένο μήνα ο ΟΗΕ προειδοποίησε πως, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι τα εκβιομηχανισμένα κράτη θα τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους για περικοπή εκπομπών, ο κόσμος οδεύει προς μια αύξηση θερμοκρασιών κατά 2,5 °C και μια καταστροφική κλιματική κατάρρευση.
Όμως η αποχώρηση από τη Συνθήκη θα άφηνε τα μέλη της ΕΕ ανοιχτά σε νομικές ενέργειες για ζημιές για τις επόμενες δύο δεκαετίες.
Η Κομισιόν έχει αντ’ αυτού προτείνει μεταρρυθμίσεις που θα συζητηθούν στο συνέδριο της Συνθήκης για τον Χάρτη Ενέργειας που πρόκειται να διεξαχθεί αργότερα αυτόν τον μήνα στη Μογγολία. Οι αλλαγές στη Συνθήκη είναι σχεδιασμένες για να καθησυχάσουν χώρες όπως η Γερμανία που αντιδρούν ολοένα και περισσότερο σε αυτήν.
Η πρόταση θα επέτρεπε στα κράτη-μέλη της ΕΕ να αποκλείσουν από τη συνθήκη κάθε νέα επένδυση σε ορυκτά καύσιμα. Θα μπορούσαν επίσης να μειώσουν την ευθύνη τους για τις υπάρχουσες επενδύσει στα 10 έτη ή «το αργότερο έως το 2040».
Οι κλιματικοί ακτιβιστές προειδοποιούν πως η δράση της ΕΕ είναι πολύ λίγη, πολύ αργά. Οι αλλαγές στη Συνθήκη απαιτούν ομοφωνία και στο παρελθόν έχουν πάρει χρόνια για να ολοκληρωθούν. Και οι ακτιβιστές προειδοποιούν επίσης πως το πλάνο των Βρυξελλών, ακόμα κι αν τελικά συμφωνηθεί, θα επιτρέψει στους επενδυτές να στήσουν γραφεία σε άλλες δικαιοδοσίες, όπως της Βρετανίας ή της Ελβετίας, από όπου θα μπορούν να ξεκινήσουν νέα αιτήματα αποζημιώσεων.
Η Κορνέλια Μάαρφιλντ, της οργάνωσης Climate Action Network Europe, δήλωσε στο Energy Monitor αυτόν τον μήνα: «Είναι απίστευτο πως η ΕΕ συμφώνησε να κλειδώσει την προστασία των ορυκτών για τουλάχιστον μία ακόμα δεκαετία. Αυτό σημαίνει πως οι χώρες θα συνεχίσουν να ξοδεύουν χρήματα των φορολογούμενων στην αποζημίωση των εταιρειών ορυκτών καυσίμων αντί να καταπολεμήσουν την κλιματική αλλαγή και να μετακινηθούν σε ένα ανανεώσιμο σύστημα ενέργειας».
Προειδοποίησε επίσης πως η μεταρρύθμιση της Συνθήκης θα άφηνε την Ευρώπη και άλλα μέλη της ακόμα εκτεθειμένα σε αγωγές αποζημίωσης για άλλες ρυπαντικές, μη-ορυκτές πηγές ενέργειας, όπως το υδρογόνο και η βιομάζα.
Οι οργανώσεις κλιματικής δράσης απαιτούν μια συντονισμένη μαζική αποχώρηση από τη Συνθήκη, που ουσιαστικά θα την καθιστούσε άκυρη — δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοια διάθεση από τους Ευρωπαίους ηγέτες.
Ενεργειακός πόλεμος
Τα προβλήματα με την ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης έχουν ενταθεί επίσης από τον τρέχοντα πόλεμο στην Ουκρανία. Αυτός έχει στείλει στα ύψη τις τιμές ενέργειας — όπως και τα κέρδη της βιομηχανίας ενέργειας. Έχει κάνει επίσης την Ευρώπη να αναζητά εναγωνίως νέες πηγές ενέργειας, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται αποστολές υπεράφθονου αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), αποτέλεσμα της αύξησης της εξόρυξης με υδραυλική ρωγμάτωση (fracking). Τέτοιες αποστολές έχουν υπερδιπλασιαστεί το τελευταίο έτος.
Μια νέα έκθεση 50 οργανώσεων σημειώνει ότι οι εταιρείες ορυκτών καυσίμων είναι «χαρούμενες να εκμεταλλευτούν» το χάος στην παγκόσμια αγορά ενέργειας που έχει προκληθεί από τον πόλεμο, διοχετεύοντας τα κέρδη τους στην υδραυλική ρωγμάτωση και σε νέες εγκαταστάσεις για την εξαγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Η μεταστροφή αυτής της ευημερίας των ορυκτών καυσίμων θα κατέληγε πιθανότατα σε νέες αγωγές αποζημίωσης υπό τη Συνθήκη Ενέργειας τα επόμενα χρόνια.
Ο γενικός γραμματέας της Συνθήκης για τον Χάρτη Ενέργειας έχει αναφερθεί στον πόλεμο στην Ουκρανία ως έναν λόγο γιατί οι χώρες της ΕΕ θα πρέπει να μην αποχωρήσουν από αυτήν, ισχυριζόμενος ότι μια τέτοια κίνηση θα προσέθετε στην ενεργειακή ανασφάλεια της Ευρώπης καθώς θα ανταγωνιζόταν τους εναλλακτικούς στη Ρωσία παρόχους ορυκτών καυσίμων, όπως το Αζερμπαϊτζάν.
Στην πραγματικότητα, όμως, η Συνθήκη είναι βαθιά συνδεδεμένη με τις ρίζες του πολέμου και τις συνεχιζόμενες επιπτώσεις του — όλες τους καταστροφικές για το περιβάλλον.
Στη δεκαετία του 2000, η συνθήκη παρείχε το φόντο σε έναν ενεργειακό πόλεμο μεταξύ της Ρωσίας και της Ουκρανίας, καθώς οι δύο οικονομίες συνέχιζαν να δυσκολεύονται στον απόηχο της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης.
Η Μόσχα είχε εξαγριωθεί από την αποτυχία του Κιέβου να αποπληρώσει τα χρέη του στις παροχές αερίου, και το κατηγορούσε επίσης για κλοπή αερίου κατά τη μεταφορά του προς την Ευρώπη, τον μεγαλύτερο πελάτη της Ρωσίας. Ως απάντηση, η Ρωσία έκλεισε δύο φορές την παροχή μέσω του δικτύου της στην Ουκρανία, τη δεύτερη φορά — στις αρχές του 2009 — στερώντας το αέριο και από την Ευρώπη. Ο αποκλεισμός ήρθε κατά τη διάρκεια ενός από τους πιο κρύους χειμώνες της Ευρώπης.
Οι επενδυτές στον ρωσικό γίγαντα αερίου Gazprom και την εθνική υπηρεσία κοινής ωφέλειας της Ουκρανίας Naftogaz ξόδεψαν χρόνια σε διάφορες διαμάχες στα ειδικά δικαστήρια. Ήταν η αποτυχία της Συνθήκης να επιλύσει αυτές τις διαφορές που οδήγησε τη Μόσχα να αποχωρήσει από τη Συνθήκη το 2009.
Αυτές οι εντάσεις επιδείνωσαν τον διχασμό ανάμεσα στους Ουκρανούς πολιτικούς που κοιτούσαν προς τη Μόσχα για ασφάλεια, συμπεριλαμβανόμενης της ενεργειακής ασφάλειας, και σε αυτούς που προτιμούσαν να συμμαχήσουν με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Εν τέλει αυτός ο διχασμός, και ο Ουκρανικός εμφύλιος που προκάλεσε, πυροδότησε την εισβολή της Ρωσίας και συνέβαλε στην απόφαση των ΗΠΑ και της Ευρώπης να αναμειχθούν ευθέως στον πόλεμο προμηθεύοντας όπλα στην Ουκρανία.
Εκρήξεις αγωγών
Οι ευρωπαϊκές ανησυχίες για την ασφάλεια των προμηθειών αερίου από τη Ρωσία μέσω της Ουκρανίας οδήγησαν στην κατασκευή δύο αγωγών — Nord Stream 1 και 2 — από τη Ρωσία απευθείας στη Γερμανία μέσω της Βαλτικής Θάλασσας. Ο πρώτος άνοιξε το 2011, ενώ ο δεύτερος ολοκληρώθηκε το 2021.
Όμως αυτό απλά παραμέρισε τα προβλήματα που προκαλούνται από τη Συνθήκη Ενέργειας για επόμενο χρονικό διάστημα. Καθώς η Δύση ενέτεινε την εχθρικότητά της προς τη Ρωσία, ειδικά έπειτα από την εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο, η Γερμανία βρέθηκε παγιδευμένη στη μέση.
Εάν αποδεχόταν το ρωσικό αέριο μέσω του Nord Stream για οικιακή θέρμανση και βιομηχανική χρήση, ρίσκαρε να έρθει σε σύγκρουση με το πρόγραμμα κυρώσεων της Δύσης. Όμως αν υπαναχωρούσε στη συμφωνία για τους αγωγούς, θα μπορούσε να μηνυθεί υπό τους όρους της Συνθήκης από τις Ευρωπαϊκές εταιρείες που έχουν επενδύσει στο πρόγραμμα.
Όπως σημείωσε η πρώην υπουργός Περιβάλλοντος της Γερμανίας, Σβένγια Σούλτσε, τον περασμένο Φεβρουάριο για το πρόβλημα της χώρας της: «Ρισκάρουμε επίσης να καταλήξουμε σε διεθνή ειδικά δικαστήρια με αιτήματα αποζημίωσης εάν σταματήσουμε το πρόγραμμα». Αντίθετα, η Γερμανία προσπάθησε να αγοράσει χρόνο καθυστερώντας την έγκριση του Nord Stream 2.
Το δίλημμα του Βερολίνου για το πώς να προχωρήσει επιλύθηκε επιτέλους όταν μια σειρά εκρήξεων δημιούργησε τρύπες και στους δύο αγωγούς. Η Ρωσία έχει αποκλειστεί από τις έρευνες, ενώ η Γερμανία, η Σουηδία και η Δανία έχουν κρατήσει μέχρι στιγμής μυστικά τα ευρήματά τους.
Η Σουηδία έχει πει πως δεν μπορεί επίσημα να μοιραστεί πληροφορίες από την έρευνά της λόγω «εθνικής ασφάλειας».
Όλα αυτά θα έπρεπε να είναι λόγος βαθιάς ανησυχίας. Η Συνθήκη Ενέργειας δεν δρα μονάχα ως μεγάλο αντικίνητρο στο πολυπόθητο «πράσινο new deal», αλλά επίσης βοηθά στη διαιώνιση των ίδιων ενεργειακών συγκρούσεων και πολέμων που έχουν υποσκάψει την πρόοδο προς τη διεθνή συνεργασία που είναι απαραίτητη για την περικοπή των εκπομπών.
Οι ειδικοί συμφωνούν πως ο πλανήτης είναι στο απόλυτο χείλος ενός κλιματικού γκρεμού αν δεν παρθεί άμεση δράση για την περικοπή εκπομπών. Κι όμως, η νομική αρχιτεκτονική της ενεργειακής ρύθμισης γεννά την καχυποψία και τον ανταγωνισμό, βάζοντας το ένα κράτος αντιμέτωπο με το άλλο — και αντιμέτωπα με το μέλλον της ανθρωπότητας.
Πηγή: info-war.gr





