Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Οι αφετηρίες του «Ενιαίου Μετώπου»

του Αντώνη Δραγανίγου
Αναγκαία πλευρά μιας επαναστατικής τακτικής
Στην εισήγηση «Θέσεις για την παγκόσμια κατάσταση και τα καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς» (έγινε από τον Τρότσκι) η κατάσταση αποτυπωνόταν έτσι: «στον χρόνο που μεσολάβησε ανάμεσα στο 2ο και στο 3ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς μια σειρά εξεγέρσεις και αγώνες της εργατικής τάξης καταλήγουν σε μερική ήττα (προέλαση του Κόκκινου Στρατού στην Βαρσοβία τον Αύγουστο του 1920, κίνημα του ιταλικού προλεταριάτου τον Σεπτέμβρη του 1920, εξέγερση των γερμανών εργατών τον Μάρτη του 1921). Η πρώτη μεταπολεμική περίοδος διακρίνεται από το στοιχείο της επιθετικής φύσης του, την σημαντική ασάφεια των μεθόδων και των σκοπών του και τον εξαιρετικό πανικό που είχε καταλάβει τις κυρίαρχες τάξεις. Η περίοδος αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι σε μεγάλο βαθμό έχει πια περάσει». (Από το «3η Διεθνής, τα 4 πρώτα Συνέδρια», εκδ. Εργατική Πάλη σελ. 240).
Η αιτία για αυτές τις ήττες, σύμφωνα με την εισήγηση, ήταν ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας και των αντιδραστικών συνδικάτων, που παρέμειναν μέχρι το τέλος πιστοί στη σωτηρία του καπιταλισμού, δίνοντας στην αστική τάξη την ευκαιρία να αρχίσει την ένοπλη αντεπανάστασή της με τις πρώιμες φασιστικές ορδές να εμφανίζονται στη Γερμανία, στην Ιταλία, τις ΗΠΑ και αλλού.
Από την άλλη πλευρά η «σταθεροποίηση» ήταν «σχετική». Η πρώιμη καπιταλιστική ανάπτυξη της πρώτης μετά τον πόλεμο διετίας είχε περάσει, οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί για τα βάρη του πολέμου εκτινάχθηκαν στο έπακρο, οδηγώντας σε νέα βάσανα την εργατική τάξη και τους λαούς και, τέλος, το κύρος της Οκτωβριανής Επανάστασης και η επίδραση της σοβιετικής εξουσίας ήταν στα ύψη αποτελώντας έναν μόνιμο, παγκόσμιας σημασίας, επαναστατικό παράγοντα.
Για να εκτιμήσει κανείς την πολιτική του Ενιαίου Μετώπου (στο εξής ΕΜ) πρέπει, λοιπόν, να εξετάσει σε ποιες συνθήκες εμφανίστηκε, ποιες ήταν οι προϋποθέσεις της, πως συνδέεται με τη συνολική πολιτική των επαναστατικών δυνάμεων την περίοδο εκείνη, ποια ήταν τα βασικά της στοιχεία και, τέλος, πως μπορεί να υπάρξει δημιουργική αξιοποίησή της στο σήμερα.
Η πολιτική του «Ενιαίου Μετώπου» διατυπώθηκε συστηματικά στο 3ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), που πραγματοποιήθηκε από τις 22 Ιουνίου έως τις 12 Ιούλη του 1921 στην Μόσχα, πάνω σε μια καμπή του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος. Το πρώτο επαναστατικό κύμα μετά τον πόλεμο είχε περάσει με μια σειρά σημαντικές ήττες για το προλεταριάτο. Ο καπιταλισμός είχε εισέλθει σε μια περίοδο «σχετικής σταθεροποίησης».
Σύνθημα ενότητα και αγώνας
Στις συνθήκες αυτές το καθήκον που έθετε η Διεθνής ήταν αυτό της προετοιμασίας για τη νικηφόρα έκβαση της επανάστασης, στα νέα επερχόμενα κύματα της, οικοδομώντας τις προϋποθέσεις που δεν υπήρξαν στο πρώτο κύμα: μια ισχυρή προλεταριακή πρωτοπορία σε στενή σχέση με την πλειοψηφία της εργατικής τάξης.
Στην εισήγηση «Θέσεις πάνω στην τακτική» ( Καρλ Ράντεκ) το ζήτημα τίθεται ως εξής:
«Πώς θα κερδίσουμε την πλειοψηφία της εργατικής τάξης με την πλευρά του κομμουνισμού και πώς θα οργανώσουμε το πιο δραστήριο τμήμα του προλεταριάτου για την επερχόμενη πάλη για τον κομμουνισμό… Το 3ο Συνέδριο της ΚΔ ξαναπιάνεται ξανά με το ζήτημα των τακτικών που πρέπει να ακολουθηθούν σε μια περίοδο επαναστατικών εξελίξεων, σε μια ολόκληρη σειρά χωρών, καθώς έχουν δημιουργηθεί πολλά μεγάλα Κομμουνιστικά Κόμματα, που ωστόσο δεν έχουν πάρει πουθενά στα χέρια τους την πραγματική ηγεσία των εργατικών μαζών στον πραγματικά επαναστατικό αγώνα» (ό.π., σελ. 258).
Το Συνέδριο κατέληξε σε τρία βασικά συνθήματα, διατύπωσε δηλαδή μια τακτική με τρεις βασικές πλευρές, που μόνο στην ενότητά τους μπορεί κανείς να τις κατανοήσει. Στην τελική «Έκκληση της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ προς τους προλετάριους όλων των χωρών» διατυπώνονται έτσι: (ό.π., σελ. 369-371).
Σύνθημα πρώτο: «Προς τις μάζες» «Δεν θα νικήσουμε αυτούς τους προδότες (σημ. την σοσιαλδημοκρατία και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία) με θεωρητικά επιχειρήματα για την δημοκρατία κα την δικτατορία, αλλά αν ασχοληθούμε με τα ζητήματα του ψωμιού, του μεροκάματου, του ρουχισμού και της στέγασης των εργατών…. Η πρώτη μεγάλη μάχη για την ηγεσία… είναι η μάχη για την ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος: ο αγώνας εναντίον της αντεργατικής Διεθνούς του Άμστερνταμ και υπέρ της Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς.»! (ό.π.).
Σύνθημα δεύτερο: «Προχωρούμε μπροστά σε νέες και σπουδαίες μάχες. Εξοπλιστείτε για τον επόμενο αγώνα».. «…Η παγκόσμια επανάσταση πλησιάζει. Όλο το υπόβαθρο του παγκόσμιου καπιταλισμού καταρρέει. Το δεύτερο σύνθημα του 3ου Παγκόσμιου Συνεδρίου της ΚΔ προς τους προλετάριους όλου του κόσμου είναι τούτο: «Προχωρούμε μπροστά σε νέες και σπουδαίες μάχες. Εξοπλιστείτε για τον επόμενο αγώνα». (ό.π.σελ. 369). Η προετοιμασία για επαναστατικό αγώνα με την αστική τάξη… Να το δεύτερο σύνθημα μάχης της ΚΔ.
«Οικοδομήστε το ενιαίο αγωνιστικό προλεταριακό μέτωπο». Αυτό ήταν το τρίτο σύνθημα του Συνεδρίου.. Με τα λόγια της «Έκκλησης»: «Η παγκόσμια μπουρζουαζία εξοπλίστηκε ως τα δόντια… Η ΚΔ πρέπει να αντιτάξει το δικό της σχέδιο δράσης απέναντι στην στρατηγική της μπουρζουαζίας. Απέναντι στα χρηματοκιβώτια του παγκόσμιου κεφαλαίου που χρησιμοποιεί τους πάνοπλους ληστοσυμμορίτες του ενάντια στο οργανωμένο προλεταριάτο, η ΚΔ διαθέτει ένα σίγουρο όπλο: τις μάζες του προλεταριάτου, το ενιαίο μέτωπο του προλεταριάτου…» (ό.π., σελ 370).
Άρα στην πολιτική αντίληψη του 3ου Συνεδρίου της ΚΔ το ΕΜ αποτελούσε μια πλευρά της επαναστατικής τακτικής για την κατάκτηση της εργατικής πλειοψηφίας ενάντια στην αστική τάξη και τον ρεφορμισμό («προς τις μάζες»), για την διεξαγωγή του επαναστατικού αγώνα με τρόπο νικηφόρο («εξοπλιστείτε για τον επόμενο αγώνα…»).
Αυτή η λογική διαπερνά σαν κόκκινη κλωστή όλες τις πλευρές της τακτικής του Ενιαίου Μετώπου, δηλαδή το πρόγραμμα, το ζήτημα της ενότητας της εργατικής τάξης, και τις πολιτικές σχέσεις της ΚΔ με τα ρεφορμιστικά ρεύματα.
Πρώτα από όλα το πρόγραμμα. Περιεχόμενο της πολιτικής πρότασης του 3ου Συνεδρίου ήταν όχι το μίνιμουμ πρόγραμμα των ρεφορμιστών, αλλά το αναγκαίο «μεταβατικό» πρόγραμμα της εργατικής τάξης.
Στην εισήγησή του «Θέσεις πάνω στην τακτική» (Ράντεκ) αναφέρεται: «…τα κομμουνιστικά κόμματα δεν προτείνουν κανένα μίνιμουμ πρόγραμμα που θα χρησιμεύσει στην ενίσχυση και την βελτίωση των κλονιζόμενων θεμελίων του καπιταλισμού. Η καταστροφή αυτού του συστήματος παραμένει ο κύριος σκοπός τους. …τα κομμουνιστικά κόμματα δεν πρέπει να ασχολούνται με την βιωσιμότητα και την ανταγωνιστική ικανότητα της καπιταλιστικής βιομηχανίας, αλλά με την φτώχια του προλεταριάτου, που δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει άλλο ανεχτή». Και ολοκληρώνει: «Στην θέση του μίνιμουμ προγράμματος των κεντριστών και των ρεφορμιστών, η ΚΔ τοποθετεί τον αγώνα για τις συγκεκριμένες διεκδικήσεις του προλεταριάτου, διεκδικήσεις που, στο σύνολό τους, αμφισβητούν την αστική εξουσία, οργανώνουν το προλεταριάτο και χαράσσουν τα διάφορα στάδια της πάλης για την προλεταριακή δικτατορία» (3η Διεθνής…, σελ. 269).
Θεμέλιο της πολιτικής του «ΕΜ» ήταν το ζήτημα της ενότητας της εργατικής τάξης. Η περίοδος μετά τον πόλεμο χαρακτηριζόταν από μια ραγδαία άνοδο των συνδικαλισμένων εργατών –έτσι που το σύνολο σχεδόν της εργατικής τάξης ήταν συνδικαλισμένοι, (σήμερα συνδικαλισμένο είναι το 6% των εργατών στον ιδιωτικό τομέα), την δημιουργία νέων μορφών εργατικής οργάνωσης (εργατικά συμβούλια) και την σφοδρή σύγκρουση με την 2η και την 2 1/2 Διεθνή που έχτισαν την κίτρινη συνδικαλιστική διεθνή του Άμστερνταμ για να ελέγξουν και να διατηρήσουν σε αντεπαναστατική κατεύθυνση τον μηχανισμό των συνδικάτων.
Πάγια θέση των κομμουνιστών για την δουλειά στην εργατική τάξη ήταν «δουλεύουμε όπου είναι τάξη», ενάντια στην εργατική αριστοκρατία, την συνδικαλιστική γραφειοκρατία και την κίτρινη συνδικαλιστική διεθνή του Άμστερνταμ.. Προϋπόθεση γι’ αυτό ήταν η ήττα των αντιλήψεων που οδηγούσαν στην απόσπαση από την εργατική τάξη και την δημιουργία «επινοημένων», «καθαρών» συνδικάτων», διαπάλη που αναπτύσσεται με τον «αριστερισμό».
Ήδη από το 2ο Συνέδριό της, η ΚΔ εκτιμούσε ότι «τα περισσότερα συνδικάτα -στον πόλεμο- αποτελούσαν μέρος του στρατιωτικού μηχανισμού της αστικής τάξης». Το 3ο Συνέδριο επαναλαμβάνει αντίστοιχες εκτιμήσεις. «Η συνδικαλιστική διεθνής του Άμστερνταμ αποτελεί σήμερα το κύριο στήριγμα του παγκόσμιου καπιταλισμού…» (ό.π., σελ. 337).
Με βάση τα παραπάνω καθόριζε τα καθήκοντα των κομμουνιστών στο εργατικό κίνημα ως εξής: «Στην περίοδο που μας έρχεται, το κύριο καθήκον όλων των κομμουνιστών είναι να διεξάγουν έναν σταθερό και ρωμαλέο αγώνα για να κατακτήσουν την πλειοψηφία των συνδικαλισμένων. Οι κομμουνιστές δεν πρέπει να αποθαρρύνονται από τις αντιδραστικές τάσεις που εκδηλώνονται σήμερα στα εργατικά συνδικάτα αλλά πρέπει να προσπαθούν να υπερνικήσουν όλη την αντίσταση και με την ενεργητική συμμετοχή τους στους καθημερινούς αγώνες να κερδίσουν τα συνδικάτα με το μέρος του κομμουνισμού» (ό.π.).
Τι σήμαινε αυτό για το 3ο Συνέδριο; Πρώτον, την ίδρυση της «Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς» (ΚΣΔ), η οποία ιδρύθηκε ακριβώς την περίοδο του 3ου Συνεδρίου (που αποφάσισε την τακτική του ΕΜ). Και δεύτερο, την μάχη μέσα στην εργατική τάξη (και μέσα στα μαζικά αντιδραστικά συνδικάτα) για να κερδηθούν στον επαναστατικό αγώνα, σε όλη την γραμμή του μετώπου: Στο περιεχόμενο διεκδικήσεων ώστε η αστική τάξη να φορτωθεί τα βάρη του πολέμου, στην ταξική ανασυγκρότηση με ξεπέρασμα του συντεχνιακού κατακερματισμού, την συνέχιση της παραγωγής παρά την θέληση του εργοδότη με καταλήψεις των εργοστασίων και επιβολή εργατικού ελέγχου, τις μαχητικές μορφές δράσης από απεργίες μέχρι μορφές ανταρτοπολέμου και σωμάτων αυτοάμυνας απέναντι στην ένοπλη αντεπανάσταση κ.ά.), (βλ «πρόγραμμα δράσης» που πρότεινε το 3ο Συνέδριο της ΚΔ προς την ΚΣΔ (ό.π., σελ. 338-342).
Η Κόκκινη Συνδικαλιστική Διεθνής (ΚΣΔ) δεν ήταν ο «εργατικός βραχίονας της Διεθνούς», αν και ορισμένες απολυτότητες στην σχέση ΚΣΔ και ΚΔ μπορούσαν να οδηγήσουν εκεί. Στην ΚΣΔ προσχώρησαν οργανώσεις που αντιστοιχούσαν σε 17 εκατ. εργάτες, λίγο λιγότερους από ό,τι η κίτρινη διεθνής του Άμστερνταμ. Έως και το «αναρχοσυνδικαλιστικό» ρεύμα συμμετείχε στο ιδρυτικό συνέδριο.
Η ΚΔ, που έδινε πραγματικά μάχη για την ηγεσία της εργατικής τάξης, επεδίωκε να επιδράσει στην εργατική πλειοψηφία συγκροτώντας με αυτοτελή τρόπο το ταξικό επαναστατικό ρεύμα μέσα στο εργατικό κίνημα και ταυτόχρονα αντιπάλευε με αποφασιστικότητα τις γελοιότητες των «αριστερών» που έφευγαν από τα μαζικά συνδικάτα στο όνομα των «μαζών», αλλά χωρίς αυτές.
Η λογική του ΕΜ δεν ήταν τακτική για τη «ενότητα με τον ρεφορμισμό», για ουρά της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας στο όνομα «ενότητας των συνδικάτων», οδηγία για «εισοδισμό» στα μαζικά ρεφορμιστικά ρεύματα. Ήταν το αντίθετο. Ήταν πολιτική που βάθαινε το ρήγμα με αυτούς, αλλά με τρόπο και τακτική που να την καταλάβαιναν οι εργάτες, που σε επαφή με την συνείδησή τους και τον πόθο τους για ενότητα, να επιτρέπει στο επαναστατικό ρεύμα να κατακτήσει έμπρακτα την ηγεσία τους.
Η σχέση με τα ρεφορμιστικά ρεύματα
Η λογική του ΕΜ δεν ήταν μόνο μια λογική «ενότητας στην δράση», ούτε αποκλειστικά «ενότητας από τα κάτω». Αντίθετα, περιελάμβανε στο οπλοστάσιό του όλα τα όπλα και της «από τα πάνω» απεύθυνσης στα ρεφορμιστικά ρεύματα με στόχο την ενίσχυση της εργατικής ενότητας στον επαναστατικό αγώνα και την αποκάλυψη του ρόλου των ρεφορμιστών ηγετών μπροστά στις εργατικές μάζες.
Στο 3ο Συνέδριο ο ίδιος ο Λένιν αναπτύσσει ισχυρή επιχειρηματολογία υπέρ του «ανοιχτού γράμματος» που έστειλε η ΚΕ του ΕΚΚΓ προς τους εργάτες της Γερμανίας και τις ηγεσίες του Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας (ΣΚΓ) και του Ανεξάρτητου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας (ΑΣΚΓ) για ενιαίο αγώνα κατά της ενισχυόμενης αντίδρασης και της επίθεσης του κεφαλαίου, σαν «υπόδειγμα πολιτικής ενέργειας» και «πρακτικής μεθόδου κατάκτησης της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης», ενάντια στην κριτική των «αριστερών» που το κατακεραύνωναν.
Από την μια ζητούσε την διαγραφή από το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα των ρεφορμιστών ηγετών τύπου Τουράτι –που έπαιξαν προδοτικό ρόλο στο επαναστατικό κίνημα των συμβουλίων στην Β. Ιταλία- και επιτίετο στις κεντριστικές απόψεις που δεν ξέκοβαν μαζί τους, και από την άλλη άνοιγε μέτωπο με όσους «υπερβάλλουν στην πάλη ενάντια στον κεντρισμό», «ξεπερνάνε τα όρια» και τον έχουν «αναγάγει σε σπορ»!
Η πολιτική του ΕΜ εμπεριέχει σαν ουσιαστικό στοιχείο μια πολιτική απέναντι στα ρεφορμιστικά ρεύματα, που στην μεθοδολογία της ΚΔ –και συνολικά του λενινιστικού ρεύματος- υπάγονταν σε ορισμένες βασικές αρχές: πρώτον, τον αυστηρό διαχωρισμό των επαναστατικών ρευμάτωναπό τα ρεφορμιστικά ρεύματα και την συνεχή ιδεολογική διαπάλη με αυτά. Δεύτερο, την σαφή εκτίμηση για τον ρόλο του κάθε ρεφορμιστικού ρεύματος. Τρίτον, τον συστηματικό διαχωρισμό των πιο ριζοσπαστικών από αυτά –που μπορούσαν να συνεισφέρουν με τον τρόπο τους- στον επαναστατικό αγώνα και την αναζήτηση συμμαχιών μαζί τους, από τα πιο συντηρητικά που στήριζαν το καθεστώς.
Όταν μέσα στην δίνη της γερμανικής επανάστασης διασπάστηκε το ΓΣΚ σε μια ανοιχτά αστική και σε μια αντιφατική ρεφορμιστική πτέρυγα (το ΑΣΚΓ), ο Λένιν καλούσε τους κομμουνιστές «να ψάξουν και να βρουν την κατάλληλη μορφή, για έναν συμβιβασμό… με τα εκατοντάδες χιλιάδες μέλη αυτού του κόμματος που φεύγουν από τους Σάιντεμαν και τραβούν γρήγορα προς τον κομμουνισμό (..), που από την μια θα διευκόλυνε και θα επιτάχυνε την απαραίτητη απόλυτη συγχώνευση με αυτή την πτέρυγα και που από το άλλο μέρος δεν θα εμπόδιζε καθόλου τους κομμουνιστές να διεξάγουν τον ιδεολογικοπολιτικό τους αγώνα ενάντια στην οπορτουνιστική δεξιά πτέρυγα των Ανεξάρτητων» (Ο Αριστερισμός, σελ. 63).
Με βάση την λογική του ΕΜ πάρθηκαν μεγάλης κλίμακας πολιτικές πρωτοβουλίες όπως η «Συνδιάσκεψη των 3 Διεθνών», ενώ στο 4ο Συνέδριο της ΚΔ η λογική του ΕΜ αναπτύχθηκε και συνδέθηκε με την προβληματική του συνθήματος της «εργατικής κυβέρνησης».
Γύρω από την καθεμία από αυτές τις επιλογές έγινε μεγάλη συζήτηση και αντιπαράθεση στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος, όχι αδικαιολόγητη. Η αναγκαία κριτική αποτίμηση όμως όλης αυτής της εμπειρίας δεν μπορεί να μας κάνει να απορρίψουμε τον επαναστατικό της πυρήνα.
Ορισμένα συμπεράσματα για σήμερα
Όπως και όλες οι επιλογές των επαναστατικών ρευμάτων, έτσι και η λογική του Ενιαίου Μετώπου-μπορούν εύκολα να διαστρεβλωθούν, αν «βγουν έξω» από το ιστορικό πλαίσιο που τις γέννησε, οπότε γίνονται βορά στον «εκλεκτικισμό».
Υπάρχουν δυνάμεις της αριστεράς που την παράδοση αυτή την αποσιωπούν ολοκληρωτικά. Λες και δεν υπήρξε ποτέ. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι το σημερινό ΚΚΕ. Στις ιδεολογικές αφετηρίες της πολιτικής του είναι περισσότερο τα ιδεολογικά σχήματα της 3ης περιόδου της «σταλινικής» ΚΔ, αυτό το αμάγαλμα «οικονομισμού», συμβιβασμού με τις δυνάμεις του συστήματος και απόλυτου σεχταρισμού απέναντι σε κάθε εν δυνάμει σύμμαχο, ιδίως απέναντι σε αντικαπιταλιστικές και επαναστατικές τάσεις και ρεύματα.
Άλλες πολιτικές δυνάμεις, όπως η ΛΑΕ, δεν έχουν -και δεν διεκδικούν να έχουν- επαναστατική πολιτική. Ο ορίζοντάς τους φτάνει έως τις φιλολαϊκές αλλαγές στα όρια του καπιταλισμού. Οι δυνάμεις «επαναστατικής αναφοράς» στο εσωτερικό της επικαλούνται το ΕΜ για να δικαιολογήσουν την υποταγή τους σε ένα ρεφορμιστικό πρόγραμμα και μέτωπο, όπως έγινε στο παρελθόν, με τις δυνάμεις που μπήκαν στον ΣΥΡΙΖΑ ή στήριζαν το «ΠΑΣΟΚ χωρίς αυταπάτες».
Το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κάνουν μια συστηματική προσπάθεια να αφομοιώσουν στις σημερινές συνθήκες τα διδάγματα της επαναστατικής τακτικής και σε αυτά τα πλαίσια και της πολιτικής του ΕΜ.
Καθορίζουν τον πολιτικό στόχο του σήμερα, την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης με στόχο την προσέγγιση της επανάστασης. Υπερασπίζονται σθεναρά την αυτοτέλεια της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής αριστεράς και την πλήρη διάκρισή τους από τα ρεφορμιστικά ρεύματα.
Παλεύουν για την αγωνιστική ταξική ενότητα της εργατικής τάξης στην πάλη για την ανατροπή της επίθεσης, με κάλεσμα στις μαχόμενες δυνάμεις της αριστεράς (αντικαπιταλιστικής και ρεφορμιστικής), σε αντιπαράθεση με τον αστικοποιημένο εργοδοτικό συνδικαλισμό. Παλεύει για την ανεξάρτητη συγκρότηση του ταξικού ρεύματος σε όλα τα επίπεδα (π.χ., συντονισμοί πρωτοβάθμιων σωματείων κ.ά.).
Αναζητά δρόμους συμμαχίας –με πολιτικές πρωτοβουλίες τόσο από «πάνω», όσο και «από κάτω» («πολιτικές συνεργασίες») με εκείνες τις τάσεις και τους αγωνιστές που διαφοροποιούνται και τείνουν να υπερβούν τις διαχειριστικές ρεφορμιστικές απόψεις στην προοπτική της «αναγκαίας συγχώνευσης» μαζί τους στο αντικαπιταλιστικό μέτωπο / πόλο.
Τα συμπεράσματα για το σήμερα δεν προκύπτουν αυτόματα. Η συζήτηση για το ΕΜ έχει σαν στόχο να αποκαταστήσει την «νομιμότητα» μιας μεγάλης παράδοσης χαμένης κάτω από την λήθη της μετέπειτα ήττας των επαναστατικών ιδεών ή συκοφαντημένης από δεξιές πρακτικές στο όνομά της.
Πηγή: ΠΡΙΝ
Η Ελλάδα πρωταθλήτρια στις μειώσεις μισθών στην ΕΕ

Την περίοδο κατά την οποία η ανεργία στην Ελλάδα βρέθηκε στο υψηλότερο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι μισθοί στη χώρα μας γνώρισαν τη μεγαλύτερη πτώση.
Κατά την περίοδο 2010-2015, οι μέσες πραγματικές αποδοχές στην Ελλάδα υποχώρησαν σε ποσοστό 20,1%, ενώ στις χώρες της Ευρωζώνης σημειώθηκε αύξηση της τάξης του 2,8%.
Ειδικότερα, σημαντικές σωρευτικές αυξήσεις, που κυμαίνονται από 7,4% έως 40,5% των μέσων πραγματικών μισθών, σημειώνονται σε χώρες της κεντρικής και της ανατολικής Ευρώπης (Σλοβακία, Πολωνία, Βαλτικές Χώρες και Βουλγαρία).
Αυξήσεις παρατηρούνται επίσης σε χώρες όπως η Σουηδία (9,1%), η Γερμανία (6,9%), η Γαλλία (6,7%), το Λουξεμβούργο (5,8%), η Τσεχία (5,7%) και η Μάλτα (4,8%).
Αντίθετα, κατά την ίδια περίοδο, μικρές σχετικά σωρευτικές μειώσεις των μέσων πραγματικών αποδοχών σημειώνονται, σύμφωνα με το Έθνος, σε χώρες όπως η Αυστρία (0,5%), η Ιταλία (1,8%), η Ρουμανία (1,9%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (3,7%), ενώ πολύ μεγαλύτερες σωρευτικές μειώσεις σημειώνονται στην Ιρλανδία (4,1%), στην Ισπανία (4,2%), στην Ουγγαρία (5,9%), στην Κροατία (6,4%) στην Πορτογαλία (7,5%), και ιδιαίτερα στην Κύπρο (10,4%) και στην Ελλάδα (20,1%).
πηγη: enikonomia.gr
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ

του Βασίλη Λιόση
Πρόσφατα διαβάσαμε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών του καταξιωμένου συγγραφέα Διονύση Χαριτόπουλου. Το εν λόγω κείμενο φέρει τον τίτλο «Μόνο οι προλετάριοι έχουν πατρίδα», πραγματεύεται την έννοια του πατριωτισμού και ανάμεσα στα άλλα στο πώς την αντιμετώπισε το κομμουνιστικό κίνημα. Ο Χαριτόπουλος αντιμετωπίζει ορισμένες πλευρές του ζητήματος εύστοχα, ενώ για άλλες έχουμε τις ενστάσεις μας. Θα επιχειρήσουμε, λοιπόν, μία καταγραφή των συμφωνιών και των αντιρρήσεών μας.
Γράφει ο Χαριτόπουλος: «[…] Η πραγματικότητα διέψευσε το Μαρξ και τη Ρόζα, ότι οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα. Οι εξελίξεις απέδειξαν πως οι προλετάριοι και πατρίδα έχουν και την υπερασπίζονται μέχρι θανάτου».
Κατ΄ αρχάς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, όντως αναφέρεται πως οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα, αλλά οι Μαρξ-Ένγκελς διαφοροποιούνται από την έννοια της πατρίδας όπως αυτή την χειριζότανε το κεφάλαιο. Απόδειξη είναι ότι στο ίδιο το Κομμουνιστικό Μανιφέστο αναφέρεται πως η εργατική τάξη πρέπει να εξυψωθεί σε εθνική δύναμη απελευθέρωσης.
Κατά δεύτερο, η Ρόζα, αν και μεγάλη επαναστάτρια δεν απέφυγε τα λάθη στο εθνικό ζήτημα. Στην προσπάθειά της να αντιπαρατεθεί με τη σοσιαλδημοκρατία που είχε υιοθετήσει αστικά ιδεολογήματα, έπεσε σε μία ιδεολογική παγίδα. Είναι χαρακτηριστική η θέση της για την Πολωνία και η απάντηση που της έδωσε ο Λένιν. Η Ρόζα έθετε άμεσα ζήτημα κοινωνικής επανάστασης στην Πολωνία, παραβλέποντας το εθνικοανεξαρτησιακό ζήτημα που ταλάνιζε τον πολωνικό λαό, αφού η Πολωνία ήταν αποικία της Ρωσίας. Ο Λένιν από την πλευρά του δεν αρνιόταν το καθήκον της αυτοδιάθεσης. Επομένως, στους κόλπους των Μαρξιστών υπήρχαν σοβαρές διαφοροποιήσεις που δε μας επιτρέπουν τη διατύπωση ενός γενικευμένου συμπεράσματος με βάση το οποίο οι επαναστάτες εν γένει έπεσαν σε κάποιο βαρύ λάθος σχετικά με την έννοια του πατριωτισμού.
Μένοντας στο Λένιν, πρέπει να πούμε πως σωστά διαφοροποιήθηκε στο ζήτημα της υπεράσπισης της πατρίδας κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Αυτό γιατί επρόκειτο για μία πολεμική σύρραξη που προκάλεσε ο ιμπεριαλισμός κι έσυρε τις υπόλοιπες χώρες στο σφαγείο του πολέμου. Πάντως, ο Λένιν φροντίζει να δει και διαφοροποιήσεις, σημειώνοντας πως στην περίπτωση της Σερβίας, τίθεται ζήτημα υπεράσπισης της πατρίδας. Επιπλέον, δεν απαρνιόταν το ζήτημα του πατριωτισμού, αφού έλεγε χαρακτηριστικά ότι «σε εμάς τους Ρώσους δεν είναι ξένη η έννοια της εθνικής υπερηφάνειας».
Ωστόσο, ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος δεν ήταν μία απλή επανάληψη του Α΄. Υπήρχαν δυο βασικά στοιχεία που διαφοροποιούσαν την κατάσταση: η ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης και η ύπαρξη του ναζιστικού τέρατος που απειλούσε την ανθρωπότητα με μία επιστροφή στο Μεσαίωνα. Τότε, το κομμουνιστικό κίνημα πολύ σωστά έθεσε το ζήτημα της υπεράσπισης της σοσιαλιστικής πατρίδας αλλά και κάθε πατρίδας που κινδύνευε από το φασισμό. Αυτή ακριβώς η τακτική ήταν που γιγάντωσε τα κομμουνιστικά κόμματα, συγκροτήθηκαν μεγάλα αντιστασιακά ρεύματα και η εξουσία κερδήθηκε σε σειρά χωρών.
Βεβαίως, για να είμαστε δίκαιοι, ο Χαριτόπουλος διευκρινίζει πως «Άλλωστε οι μαρξιστές δεν ήταν ποτέ εναντίον των εθνών, αλλά εναντίον των κρατών. Δεν ήταν αφελείς. Τα έθνη δεν μπορούν να καταργηθούν. Ακόμη και για τα κράτη δεν προέβλεπαν άμεση κατεδάφιση, αλλά σταδιακή, αργή απονέκρωση των μηχανισμών τους σε βάθος χρόνου, για να σβήσουν από μόνα τους όταν πια δεν θα είναι απαραίτητα».
Παρακάτω ο Χαριτόπουλος επισημαίνει: «Αυτό που συνέβη είναι ότι, αντί να διεθνοποιηθεί το κίνημα, διεθνοποιήθηκε το κεφάλαιο. Κι αφού πλέον “το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα”, πατρίδα έχουν μόνο οι προλετάριοι. […]».
Το κεφάλαιο πράγματι δεν έχει πατρίδα, με την έννοια ότι τοποθετείται όπου θεωρεί ότι διευκολύνεται η μεγιστοποίηση των κερδών του. Βεβαίως έχει εθνική βάση με την έννοια της έδρας και του κράτους που λειτουργεί υπέρ του. Σίγουρα, όμως, η έννοια της πατρίδας νοηματοδοτείται (ή πρέπει να νοηματοδοτείται) εντελώς διαφορετικά για το κεφάλαιο και την εργατική τάξη και το λαό. Για το κεφάλαιο η πατρίδα είναι μια υποτιθέμενη ιστορική συνέχεια του αίματος και συχνά καταλήγει στην ανωτερότητα της φυλής, ενώ η πραγματικότητα αντιστρέφεται πλήρως όταν η υπεράσπιση της πατρίδας ταυτίζεται με τα συμφέροντα της ολιγαρχίας. Οι «πατριώτες» εφοπλιστές, για παράδειγμα, ναυπηγούν τα πλοία τους εκτός Ελλάδας. Για την εργατική τάξη πατριωτισμός σημαίνει υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας της, των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας, της παιδείας, της υγείας, των εργασιακών σχέσεων, του βιοτικού επιπέδου του λαού. Εν τέλει, συμφωνούμε με την παραπάνω διαπίστωση του Χαριτόπουλου.
Εκεί, όμως, που συμφωνούμε εμφατικά με το Χαριτόπουλο, είναι όταν γράφει: «Την αμφισβήτηση πατρίδας και έθνους λογικά την αναμένει κανείς μόνο από κάποιον ένθερμο οπαδό της παγκοσμιοποίησης. Κάποιον εκπρόσωπο του διεθνούς κεφαλαίου που τα θεωρεί εμπόδιο στις μπίζνες του. Το απογοητευτικό είναι ότι μερίδα της Αριστεράς συντάσσεται με τις θέσεις τους. Ο πατριωτισμός του ανθρώπου διαβάλλεται ως απεχθής εθνικισμός.
»Η λέξη “πατριώτης” κατέληξε ύποπτη. Σημαίνει ρίζα, μνήμη, ιστορία. Όλα ανώφελα στην παγκόσμια αγορά. Όπως μας εξηγούν αλαζονικά, δεν υπάρχει πατρίδα, είναι απλώς στο φαντασιακό μας. […]».
Δεν ξέρουμε ποιες πολιτικές δυνάμεις εντάσσει ο Χαριτόπουλος στο τόξο της Αριστεράς και δεν είναι άλλωστε αυτό το θέμα μας. Εντελώς κωδικοποιημένα θα αναφερθούμε σε κάποιες ελληνικές πολιτικές δυνάμεις που δεν εντάσσονται όλες στην Αριστερά, για να δούμε το πώς αντιμετωπίζουν την έννοια του πατριωτισμού.
Το ΠΑΣΟΚ και ιδιαίτερα το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη, υπήρξε εκείνη η πολιτική δύναμη που προώθησε τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου στο έπακρο και χλεύασε την έννοια του πατριωτισμού μέσω των ταλιμπάν-εκσυγχρονιστών.
Η ΝΔ, η κλασική αστική πολιτική δύναμη, παρουσιάζει τον πατριωτισμό ως μία υπερταξική έννοια που καλύπτει όλο το έθνος και κάνει συχνά ανιστόρητες αφηγήσεις.
Το ΚΚΕ μέσα από τα ντοκουμέντα του υπογραμμίζει πως η υπεράσπιση της πατρίδας έχει νόημα μόνο σε σοσιαλιστικές συνθήκες, ενώ το πρώτο γράμμα του Ζαχαριάδη με το οποίο καλείται ο ελληνικός λαός να υπερασπίσει την πατρίδα του, θεωρείται οπορτουνισμός.
Το ΝΑΡ αναφέρεται σε πατριωτισμό με εργατικό περιεχόμενο, στενεύοντας την έννοια του πατριωτισμού, αφού ο πατριωτισμός αφορά στα λαϊκά στρώματα κι όχι μόνο στο προλεταριάτο.
Οι τροτσκιστικές ομάδες βάλλουν μετά μανίας σε όποιον αναφερθεί στην ανάγκη ενός αντιιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού πατριωτικού μετώπου και σε ζητήματα εθνικής ανεξαρτησίας. Παντού και πάντα αντικαπιταλισμός.
Η ΛΑΕ διαπράττει το λάθος «ανάποδα». Υπερτονίζει το πατριωτικό σε βάρος του ταξικού, αλλά ακόμη κι αυτό το πατριωτικό στοιχείο που προβάλλει είναι ανολοκλήρωτο, αφού διστάζει να θέσει θέμα εξόδου από την ΕΕ.
Οι αναρχικοί ή τουλάχιστον ένα μέρος τους έχουν γεμίσει τους τοίχους της Αθήνας με συνθήματα κατά της πατρίδας και του πατριωτισμού.
Ο ΣΥΡΙΖΑ με το τρίτο μνημόνιο δέσμευσε την Ελλάδα και το λαό της για τα επόμενα 99 χρόνια, ενώ η βουλευτής του Άννα Βαγενά με απύθμενο θράσος αναρωτήθηκε «τι είναι τα 99 χρόνια μπροστά στα 400 χρόνια τουρκοκρατίας»;
Απέναντι από όλους αυτούς η Χρυσή Αυγή που αξιοποιεί το κενό (και θα το αξιοποιήσει κι άλλο), παραπλανεί σημαντικά τμήματα του ελληνικού λαού και δημιουργεί αυταπάτες ότι είναι η μόνη πατριωτική δύναμη. Ασφαλώς, η Χρυσή Αυγή ουδεμία σχέση έχει με τον πατριωτισμό, αφού πρόκειται για υποστηρικτές των ναζί και των συνεργατών τους, δηλαδή των δολοφόνων του ελληνικού λαού κατά την περίοδο της κατοχής, και αφού πρόκειται για σφουγγοκωλάριους του εφοπλιστικού κεφαλαίου.
Οι ευθύνες της Αριστεράς (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΛΑΕ) μπορεί να αποδειχτούν ιστορικές. Ειδικά στο ζήτημα του πατριωτισμού παρουσιάζουν ιδεολογικοπολιτικές αγκυλώσεις. Ο Χαριτόπουλος έχει δίκιο, όταν λέει πως ο πατριωτισμός δεν είναι μία λαϊκή συλλογική φαντασίωση. Ο πατριωτισμός, μπορεί και πρέπει να αποτελέσει ένα σκαλοπάτι για να ανέβει ψηλότερα η πολιτική και ταξική συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων. Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό, τότε έστω και άθελά του δουλεύει υπέρ των πιο συντηρητικών και οπισθοδρομικών δυνάμεων.
πηγη: kordatos.org
Ταξίδια τρόμου... Οταν τα κύματα «σκεπάζουν» πλοία, εν μέσω θύελλας

Αυτές είναι οι πραγματικές μάχες που δίνουν ναυτικοί με τα κύματα, εν μέσω θυελλωδών ανέμων, σε ωκεανούς προκειμένου να φέρουν εις πέρας το έργο τους και με ασφάλεια να φτάσουν στο επόμενο λιμάνι...
πηγη: dokari.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή