Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Ο χρόνος των εκλογών και ο κίνδυνος πολέμου με την Τουρκία

Βρισκόμαστε, χωρίς αμφιβολία, στο πιο επικίνδυνο σημείο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, τουλάχιστο μετά την κρίση των Ιμίων του 1996.
Το κλίμα που τώρα επικρατεί μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας είναι πρόσφορο είτε για στρατιωτικό επεισόδιο, που μπορεί όμως να έχει μείζονες επιπτώσεις, όπως και εκείνο των Ιμίων (που μας οδήγησε στη συμφωνία Χόλμπρουκ, τη Μαδρίτη, τον Οτσαλάν και το Σχέδιο Ανάν), είτε για γενικευμένη καταστρεπτική σύρραξη.
Είναι πρόσφορο γιατί αν, ακόμα και από λάθος, καταρριφθεί ένα αεροσκάφος ή βυθιστεί ένα πλοίο της μίας ή της άλλης πλευράς, η πλευρά που θα το χάσει θα βρεθεί υπό τεράστια πολιτική πίεση, ιδίως σε προεκλογική περίοδο, να απαντήσει στρατιωτικά και κλιμακώνοντας. Αυτό κινδυνεύει να θέσει τις δύο πλευρές σε αυτοτροφοδοτούμενη συγκρουσιακή τροχιά και δεν ξέρουμε πού και αν θα σταματήσει η κλιμάκωση, στο μέτρο μάλιστα που οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν σήμερα τον ολοκληρωτικό έλεγχο της Τουρκίας που διέθεταν στο παρελθόν, ενώ η διεθνής αστάθεια αλλά και η ρευστότητα στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Άγκυρας έχει φτάσει σε πρωτοφανή ύψη.
Τα όπλα που διαθέτουν Ελλάδα και Τουρκία σήμερα έχουν πολύ μεγαλύτερη καταστρεπτική ισχύ από ό,τι στο παρελθόν. Το κόστος μιας γενικευμένης σύρραξης θα είναι πολύ μεγαλύτερο από το ενδεχόμενο «κέρδος» ενός «νικητή». Σημειωτέον ότι η Ελλάδα έχει μόνο να χάσει από μια σύγκρουση, εκτός αν κάποιος είναι αρκετά παλαβός για να πιστεύει ότι θα πάρουμε την Πόλη ή τη Σμύρνη ή ότι θα διαλύσουμε την Τουρκία. Ευτυχώς δεν υπάρχουν σήμερα τόσοι και τόσο μουρλοί.
Καλό θα είναι επίσης όποιος θέλει να αναλύει την κατάσταση στην περιοχή μας να θυμάται και την τραγική κατάσταση της Ελλάδας, ως κοινωνίας και κράτους. Οι μόνοι που δεν τη σκέφτονται είναι το πολιτικό και εκδοτικό προσωπικό της, μεσοαστικής ή και μεγαλοαστικής κοινωνικής θέσης και ψυχολογίας, οι οποίοι όντως δείχνουν να βρίσκονται κυριολεκτικά στον κόσμο τους. Ακόμα και στις ιδιωτικές συζητήσεις τους δεν θίγεται σχεδόν ποτέ η γενική κατάσταση της χώρας, αλλά μόνο το ποιος θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές.
Ανεξαρτήτως όμως και αυτού του παράγοντα, ένας γενικός πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας σήμερα δεν θα έχει νικητή. Θα έχει μόνο ηττημένους.

Πόλεμος: Κάτω από ποιους όρους και για ποιο σκοπό;
Χρειάζεται στο σημείο αυτό να ξεκαθαρίσουμε την άποψή μας για τον πόλεμο.
Φυσικά η Ελλάδα πρέπει να πάει σε πόλεμο και να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα στη διάθεσή της, αν η Τουρκία επιχειρήσει την κατάληψη της Θράκης, της Χίου, του Καστελόριζου ή της ελεύθερης Κύπρου. Γιατί, αν δεν το κάνει, θα παύσει να υπάρχει εντελώς ως κράτος και ο ελληνικός λαός θα γνωρίσει τη μεγαλύτερη τραγωδία της νεώτερης ιστορίας του.
Όπως έπρεπε να κάνει πόλεμο το 1974 για να σώσει την Κύπρο. Αν άλλωστε ήταν από πριν αποφασισμένη να τον κάνει, δεν θα γινόταν τίποτα στο νησί.
Βέβαια άλλο αυτό και άλλο το να επιτεθεί η Ελλάδα πρώτη, είτε γιατί έχει δήθεν «πληροφορίες» από δήθεν «συμμάχους» πως θα της επιτεθεί η Τουρκία, όπως παρ’ολίγον να συμβεί το 2018.
Όσοι εξαίρουν (και δεν είναι λίγοι δυστυχώς, ιδίως στους αμυντικούς κύκλους) τις επιδόσεις του Ισραήλ στον «προληπτικό πόλεμο» κατά το παρελθόν, μεταφέρουν αστόχαστα στα ελληνοτουρκικά τα μοντέλα τελείως διαφορετικών κρατών σε τελείως διαφορετικές καταστάσεις. Άλλωστε, το Ισραήλ δεν έχει χρησιμοποιήσει αυτή τη μέθοδο τα τελευταία τριάντα χρόνια εναντίον των Αράβων και τον ένα πόλεμο που έκανε ευθέως κατά της Χεζμπολάχ στον Λίβανο το 2006 τον έχασε. Τους Αμερικανούς έβαλε να κάνουν τους πολέμους στη Μέση Ανατολή και αυτούς αγωνίζεται, με νύχια και με δόντια, εδώ και δύο δεκαετίες σχεδόν να σπρώξει κατά του Ιράν. Το σχέδιο όλων αυτών των πολέμων το επεξεργάστηκαν οι Νεοσυντηρητικοί, υπό την καθοδήγηση και με χρηματοδότηση του Μπέντζαμιν Νετανιάχου (βλ. την κομβικής σημασίας έκθεση A Clean Break: A New Strategy for Securing the Realm), που είχε όμως την ευφυία (και τη δυνατότητα) να κρατήσει τη χώρα του εντελώς έξω και από τις συρράξεις και από την ευθύνη για αυτές. Well done, που λένε και οι Αμερικανοί.
Μια ιστορική υπενθύμιση
Επειδή έχει πολύ κρίσιμη σημασία να θυμόμαστε όσα μας συνέβησαν, νομίζουμε καλό είναι να υπενθυμίσουμε δύο πράγματα για το πώς φτάσαμε στην κατάληψη της μισής Κύπρου το 1974, την εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού από τον Βορρά του νησιού και αυτό που ο πτέραρχος Κουρής ονόμασε πεντηκονταετή «ψυχρό πόλεμο» Ελλάδας και Τουρκίας. Έναν πόλεμο που συνέβαλε, λόγω του τρόπου που διεξήχθη από την Αθήνα και του χαρακτήρα της ελληνικής ολιγαρχίας, και στην κλιμάκωση της διαφθοράς και της διαπλοκής στο πολιτικό σύστημα και στην οικονομική κατάρρευση της πατρίδας μας.
Έχει αυτό σημασία, γιατί είναι οι ίδιοι βαθύτεροι παράγοντες, ιδίως η ξένη εξάρτηση, η αναπηρία του κράτους μας και οι αδυναμίες του κοινωνικού μας σχηματισμού συνολικά, που δρουν στο ιστορικό μας υπόβαθρο, προκαλώντας όμως κάθε φορά διαφορετικά αποτελέσματα, ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Δύο ήταν οι προϋποθέσεις για να τεθεί σε εφαρμογή το διπλό έγκλημα (χουντικό πραξικόπημα και τουρκική απόβαση) στην Κύπρο.
Η πρώτη ήταν να υπάρχει στρατιωτική δικτατορία στην Ελλάδα και για αυτό έγινε το 1967 η δικτατορία του Παπαδόπουλου, την οποία προετοίμασε η απομάκρυνση του λαοπρόβλητου πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου το 1965 και η Αποστασία. Μία από τις πρώτες ενέργειες της χούντας του Παπαδόπουλου ήταν η απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο.
Σημειωτέον ότι ένας Ισραηλινός αξιωματούχος που επισκέφθηκε την Ελλάδα για να συζητήσει το Κυπριακό με τους Έλληνες πολιτικούς είχε την προφητική ικανότητα να προβλέψει από τότε, στην έκθεση που υπέβαλε στο ισραηλινό Υπουργείο Εξωτερικών, ότι αυτό το ζήτημα μπορεί να λυθεί μόνο όταν στην Ελλάδα κυβερνά μια κυβέρνηση που δεν θα δίνει λογαριασμό στο λαό.
Η δεύτερη προϋπόθεση ήταν ο ασφυκτικός έλεγχος όλου του ελληνικού στρατεύματος, από τον βαθμό του λοχαγού και πάνω, από τους Αμερικανούς. Έλεγχος που απεδείχθη περίτρανα, όταν ο Ιωαννίδης κατάλαβε ότι τον γέλασαν και θέλησε να επιτεθεί στην Τουρκία, για να διαπιστώσει ότι κανείς δεν τον υπάκουε πια. Ο δικτάτωρ, αναθρεμμένος στο σχολείο της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής Ελλάδας-προτεκτοράτου, στο σχολείο δηλαδή της ΚΥΠ, της CIA, του Gladio και του ΙΔΕΑ και μην αντέχοντας να αποκηρύξει τους δασκάλους του, αυτούς στους οποίους αφιέρωσε όλη του τη ζωή και που υπηρέτησε πιστά, νομίζοντας ότι έτσι υπηρετεί την Ελλάδα, πέθανε χωρίς να μιλήσει για το τι συνέβη. Γιατί, όπως είπε, «αν μιλήσω θα γίνουν όλοι οι Έλληνες κομμουνιστές».

Από την Κύπρο στην Exxon
Το ξαναλέμε: Ασφαλώς θα πρέπει να πάμε σε πόλεμο για να υπερασπίσουμε την ελληνική επικράτεια και την ελεύθερη Κύπρο (που, κατά τρόπο εγκληματικά ανόητο, η κυβέρνηση δεν περιέλαβε στην ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία). Γιατί είμαστε οι Έλληνες ήδη με την πλάτη στον τοίχο, όχι μόνο στα ελληνοτουρκικά, αλλά σε όλα τα «μέτωπα», την οικονομία, την κοινωνία, την ηθική και τον πολιτισμό, τη δημογραφία. Δεν αντέχουμε άλλη μεγάλη ήττα, θα διαλυθούμε εντελώς. Ούτε μπορεί να υπάρξει Ελλάδα χωρίς Αιγαίο ή χωρίς Κύπρο.
Αν όμως δεν πήγαμε σε πόλεμο για να σώσουμε τους Έλληνες της Κύπρου το 1974, θα ήταν ασφαλώς γελοίο, τυχοδιωκτικό και αυτοκτονικό συνάμα να πάμε τώρα σε πόλεμο (όπως παρ’ ολίγον να μας συμβεί το 2020) για τον ισραηλινό «αγωγό-φάντασμα» EastMed, που δεν επρόκειτο να γίνει ποτέ ή διεκδικώντας μια ΑΟΖ μέχρι τον πλανήτη Άρη, που δεν θα μας έδινε ποτέ κανένα Διεθνές Δικαστήριο (και την οποία παραχωρήσαμε οι ίδιοι, σε ένα αποκορύφωμα ασυναρτησίας, εμμέσως στην Τουρκία δια της συμφωνίας Δένδια με την Αίγυπτο, που αναγνώρισε μόνο 70% επήρεια στην Κρήτη). Ή να πάμε σε πόλεμο για να προστατεύσουμε τις γεωτρήσεις της Exxon ή γιατί κάποιοι ενδεχομένως θέλουν να τα βάλουν με το καθεστώς Ερντογάν (προσοχή, όχι με την Τουρκία την ίδια) δι’ αντιπροσώπων.
Και επειδή πολλά λέγονται εσχάτως για την Εxxon, η εταιρεία αυτή έχει ισχύ όσο πολλά κράτη μαζί, αλλά και καθοριστική επιρροή στην πολιτική των ΗΠΑ. Αν θέλουμε να παραχωρήσουμε τα κοιτάσματά μας στην εταιρεία αυτή, εννοείται ότι το λιγότερο που θα πρέπει να ζητήσει κανείς είναι να φροντίσει για την άμυνα των εκμεταλλεύσεων αυτών. Ας μην ανησυχούν οι ιθύνοντες, έχει τον τρόπο της.
Πηγή: kosmodromio.gr
Απόλυτα δικομματική προεκλογική ατζέντα θέλουν ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ

▸ Μεθοδεύσεις «θωράκισης» απέναντι σε αναταράξεις.
To άρθρο γράφτηκε πριν την κατάθεση πρότασης δυσπιστίας από τον ΣΥΡΙΖΑ κατά της κυβέρνησης την Τετάρτη.
Η τρέχουσα περίοδος είναι χρόνος «ξεδιπλώματος» προεκλογικού σχεδιασμού για τα δύο κόμματα που αποτελούν τους βασικούς πόλους του συστήματος. Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ σκοπεύουν να καθορίσουν πλήρως και με κλασσικές «συνταγές δικομματισμού» την πολιτική ατζέντα, ώστε σε αυτήν να κυριαρχεί το στοιχείο της σκανδαλολογίας, της αντιπαράθεσης «ηθικών όρων» και να μην υπάρχει χώρος για τα ζητήματα που σχετίζονται με τις λαϊκές ανάγκες και κυρίως τις λαϊκές διεκδικήσεις.
Η Νέα Δημοκρατία, στον προεκλογικό πολιτικό της λόγο καλείται να ενοποιήσει δύο αντιφατικά στοιχεία: Την προαναγγελία του ότι ουσιαστικά ποντάρει στη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, που θα γίνει με το σύστημα «ενισχυμένης αναλογικής» το οποίο ψήφισε η ίδια, και την ανάγκη να διατηρήσει ψηλά τα ποσοστά της στην πρώτη κάλπη. Το κυβερνών κόμμα φοβάται τη χαλαρότητα της ψήφου στην πρώτη κάλπη, ωστόσο δεν μπορεί να διαμορφώσει ένα σενάριο «κυβερνητικής λύσης» από τις πρώτες εκλογές. Για τον λόγο αυτό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη φροντίσει να δώσει το σχετικό μήνυμα. Όπως είπε στη συνέντευξη που παραχώρησε στο Πρώτο Θέμα: «Στη δεύτερη κάλπη, που είναι η κάλπη της ενισχυμένης αναλογικής, αν οι πολίτες μας δώσουν το ποσοστό το οποίο προσδοκώ, θα έχουμε τη δυνατότητα να κυβερνήσουμε μόνοι μας. Αν μας κατευθύνουν προς μια κυβέρνηση συνεργασίας, θα σεβαστούμε τη βούληση τους. Αλλά στη δεύτερη κάλπη. Το τονίζω. Αλλά η πρώτη κάλπη είναι κρίσιμη γιατί θα στείλει το μήνυμα ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα». Μάλιστα, τόνισε ότι «η πρώτη κάλπη είναι αυτή η οποία τελικά θα διαμορφώσει τις πολιτικές εξελίξεις, η δεύτερη πιστεύω ότι θα επικυρώσει το αποτέλεσμα της πρώτης κάλπης».
Η ΝΔ θα επιδιώξει με τον κύριο όγκο των δυνάμεων της να προσεγγίσει τον λεγόμενο «χώρο του κέντρου», με τις γνωστή ρητορεία περί «επιτυχημένης τετραετίας» παρά τις κρίσεις και τις υποσχέσεις για ανάπτυξη. Παράλληλα όμως θα προσπαθήσει να κρατήσει αλώβητη και τη δεξιά πλευρά της, στην οποία πιέζεται πολύ. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται τόσο το «ελευθέρας» που έδωσε στα στελέχη της να παραβρεθούν στην κηδεία του Κ. Γκλύξμπουργκ όσο και η νομοθετική ρύθμιση που ετοιμάζει προκειμένου να μην μπορέσει να κατέλθει στις εκλογές το κόμμα του Κασιδιάρη. Τέλος, το κυβερνών κόμμα ποντάρει πολλά και στον χρόνο των εκλογών. Ανάλογα με το αν τελικά θα εκτιμήσει πως την συμφέρει η μεγάλη ή η μικρότερη συμμετοχή, όπως και με κριτήριο την «απόδοση» της διαμοίρασης των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης, θα αποφασιστεί αν οι εκλογές θα ξεκινήσουν Απρίλιο με ορίζοντα τα τέλη Μαΐου ή τον Μάιο με ορίζοντα τον Ιούλιο.
Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρείται ήδη το ζήτημα των υποκλοπών να παραμείνει και ει δυνατόν να κυριαρχήσει στην προεκλογική ατζέντα. Όχι μόνον ως φθοροποιό στοιχείο της κυβέρνησης στο «κεντρώο» κοινό, αλλά και ως το δεδομένο που αποτρέπει την προοπτική κυβερνητικής συμμαχίας της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Στην αξιωματική αντιπολίτευση εκτιμούν ότι αν περιοριστεί η δυνατότητα της Νέας Δημοκρατίας να σχηματίσει κυβέρνηση περιορίζεται παράλληλα και η πολιτική δυναμική της. Επίσης, φαίνεται να εκτιμάται ότι ενισχύεται έτσι και το σενάριο μιας συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ μετά από προγραμματική συμφωνία. Αυτό δηλαδή που είναι και το βασικό σενάριο του ΣΥΡΙΖΑ.
Πηγή: prin.gr
Υδρογονάνθρακες: Τι δείχνουν τα πρώτα ευρήματα από Κρήτη

Προ των πυλών και νέοι επενδυτές – Υψηλές προσδοκίες από τα κοιτάσματα αερίου της Κρήτης
Υψηλές είναι οι προσδοκίες από τα κοιτάσματα φυσικού αερίου στις δύο θαλάσσιες παραχωρήσεις της Κρήτης», σύμφωνα με αρμόδιες κυβερνητικές πηγές.
Αξιωματούχοι οι οποίοι ενημερώνονται από τις εργασίες της κοινοπραξίας ExxonMobil – HelleniqEnergy στα θαλάσσια blocks «Δυτικά της Κρήτης» και «Νοτιοδυτικά της Κρήτης» σημείωναν χθες το βράδυ στο περιθώριο εκδήλωσης της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ) για τη νέα εταιρική ταυτότητα της, πως «οι γεωλογικές δομές του υπεδάφους των παραχωρήσεων δημιουργούν ελπίδες για την ύπαρξη κοιτασμάτων ικανών να καλύψουν ακόμη και ενεργειακές ανάγκες της Ευρώπης».
Οι ίδιες πηγές υποστήριζαν πως «εφόσον τα ευρήματα επιβεβαιωθούν με γεωτρήσεις οι ποσότητες αερίου μπορούν να καλύψουν το ενεργειακό κενό της Γηραιάς Ηπείρου, ακόμα και με την πλήρη απεξάρτηση του ρωσικού φυσικού αερίου». Υπενθυμίζεται ότι πρόσφατη μελέτη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΙΕΑ) έκανε λόγο για κενό 30 δις. κυβικών μέτρων ετησίως, ακόμη κι αν επιστρατευτούν βιοαέρια, υδρογόνο και φυσικό αέριο από άλλες πηγές. Κενό το οποίο θα υφίσταται για 10 χρόνια.
Οι σεισμικές
Οι ίδιοι αξιωματούχοι λένε επίσης ότι «η κοινοπραξία που έχει μισθώσει τις δύο θαλάσσιες παραχωρήσεις της Κρήτης αναμένεται να ολοκληρώσει το πρόγραμμα της πρόσκτησης δισδιάστατων σεισμικών ερευνών εντός του Φεβρουαρίου». Άλλες πηγές θέλουν το “Sanco Swift” να έχει κάνει αυτές τις μέρες παύση των εργασιών της εκτέλεσης σεισμικών ερευνών λόγω των καιρικών συνθηκών στη θαλάσσια περιοχή και να επανέλθει με τη βελτίωση τους.

Αναφορικά με το αν θα απαιτηθούν και εργασίες τρισδιάστατων σεισμικών ερευνών, πηγές άφηναν ανοιχτό το ενδεχόμενο ώστε να μην χρειαστεί η εκτέλεση τους.
Η πρώτη γεώτρηση
Πάντως, στην κυβέρνηση υπάρχει η εικόνα πως η πρώτη δοκιμαστική γεώτρηση στην Κρήτη δεν αναμένεται πριν το τέλος του 2024: «Στις αρχές του 2025 είναι πιθανό, κι εφόσον τα σεισμικά δεδομένα επιβεβαιώσουν το βαθμό εμπορευσιμότητας των ποσοτήτων να πραγματοποιηθεί η πρώτη δοκιμαστική γεώτρηση», συμπλήρωναν χαρακτηριστικά αρμόδιες πηγές.
Νέοι επενδυτές
Αναφορικά με το ενδεχόμενο οι εταιρείες που είναι operators των blocks σε Κρήτη και Ιόνιο Πέλαγος να συνομιλούν για την έλευση επενδυτών, οι ίδιοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης παρέπεμπαν για απαντήσεις σε αυτούς.
Ωστόσο, στέλνουν το μήνυμα πως «η Ελλάδα είναι ανοιχτή στην έλευση και άλλων επενδυτών για αυτές τις παραχωρήσεις». Υπενθυμίζεται ότι πληροφορίες από τη βιομηχανία του upstream θέλουν τον έτερο αμερικανικό πετρελαϊκό κολοσσό, τη Chevron να βρίσκεται σε συζητήσεις με την HelleniqEnergy για τα οικόπεδα του Ιονίου Πελάγους που διαχειρίζεται μόνη της, «Ιόνιο» και «block 10».
Το ρεκόρ
Στη διάρκεια της χθεσινής εκδήλωσης για το rebranding της ΕΔΕΥΕΠ, ο πρόεδρος Ρίκαρντ Σκούφιας επισήμανε στην ομιλία του πως η Ελλάδα πέτυχε μία μοναδική επίδοση σε παγκόσμιο επίπεδο: «Σε οκτώ μήνες διενεργήθηκαν επτά σεισμικές έρευνες σε θαλάσσιες παραχωρήσεις, όταν τα προηγούμενα 10 χρόνια είχαν γίνει μόλις δύο».
Από την πλευρά του ο διευθύνων σύμβουλος Άρης Στεφάτος με την ομιλία του περιέγραψε το όραμα της ΕΔΕΥΕΠ που είναι «να συμβάλλει στην περιφερειακή ειρήνη αλλά και στην ασφαλή μετάβαση της χώρας και της Ευρώπης στην κλιματικά ουδέτερη της εποχής». Αναφέρθηκε δε και στις νέες αρμοδιότητες της ΕΔΕΥΕΠ εκτός της έρευνας των υδρογονανθράκων. Αυτές είναι η ανάπτυξη των υπεράκτιων αιολικών πάρκων και η υπόγεια αποθήκευση αέριων ρύπων του θερμοκηπίου.
Ψήφος εμπιστοσύνης
Από τη μεριά του ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κώστας Σκρέκας τόνισε πως το φυσικό αέριο θα είναι απαραίτητο για τα επόμενα 30 χρόνια μέχρι το 2050 οπότε και έχει τεθεί ο στόχος των εκπομπών μηδενικών ρύπων.
Ο ίδιος έδωσε έμφαση στην απόφαση της κυβέρνησης να ερευνηθεί ο ορυκτός πλούτος της χώρας, ενώ υπογράμμισε την εμπιστοσύνη με την οποία έχουν αγκαλιάσει την Ελλάδα οι ενεργειακοί όμιλοι ExxonMobil, Energean και Helleniq Energy.
Πηγή: tovima.gr
«Απεργίες ντελίβερι» διαρκείας για την προάσπιση του δημόσιου σχολείου στην Πορτογαλία

Ένα μόλις χρόνο μετά τις εθνικές εκλογές και σε ένα κλίμα πολιτικής συναίνεσης, βρίσκεται σε εξέλιξη ένας σημαντικός αγώνας διαρκείας των εκπαιδευτικών της Πορτογαλίας. Ένας αγώνας που εκφράζει όλη την οργή τους ενάντια στην κυβερνητική πολιτική διαφορετικών κυβερνήσεων, οι οποίες εδώ και αρκετές δεκαετίες έχουν βάλει στο στόχαστρο τη Δημόσια Εκπαίδευση, αλλά και τον τομέα της υγείας και όλες τις κοινωνικές και δημόσιες δομές του κράτους.
Η σημερινή κυβέρνηση –ακολουθώντας την πορεία όλων των προηγούμενων για πάνω από 20 χρόνια– σκοπεύει να εκμεταλλευτεί την πρόσφατη απόλυτη πλειοψηφία της στο κοινοβούλιο για να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στη δημόσια εκπαίδευση (και στο ΕΣΥ).
Τα καταστροφικά πλήγματα που δέχθηκε κατά καιρούς η Δημόσια Εκπαίδευση ήταν αλλεπάλληλα. Ειδικά την εποχή του Ζοζέ Σώκρατες1 (πρωθυπουργού το Σοσιαλιστικού Κόμματος/Partido Socialista από το 2005-2011), με υπουργό Παιδείας τη Μαρία Ντε Λούρδες Ροντρίγκες, η κυβέρνηση ξεκίνησε μια πραγματική σταυροφορία λάσπης κατά των εκπαιδευτικών, λέγοντας ότι έχουν πάρα πολλές διακοπές, αποκαλώντας τους τεμπέληδες, υποστηρίζοντας ότι είναι υπεράριθμοι κλπ. Στη συνέχεια ακολούθησε το δίδυμο Πάσους Κοέλιου2 και Πάουλο Πόρτας3, που έκανε απολύσεις εκπαιδευτικών, αφού για την κυβέρνηση του PSD4/CDS5 εξακολουθούσαν να είναι «υπεράριθμοι».
Το πρώτο χτύπημα ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 από τον «αλησμόνητο» πολιτικό Καβάκο Σίλβα6, πειθαρχημένο μαθητή της Παγκόσμιας Τράπεζας ο οποίος, μαζί με τον Κότριμ Φιγκέιρεδο7, τον Αντρέ Βεντούρα8, τον Ντιαμαντίνο Ντουράιο9, τη Μανουέλα Φερρέιρα Λέιτε10 και άλλους, ξεκίνησαν την επίθεση στη δημόσια εκπαίδευση, επιβάλλοντας μια νέα σκληρή διπλή φορολογία (φόρους και τέλη) σε οικογένειες και φοιτητές για τη χρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης και τη μισθοδοσία των καθηγητών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αποσύροντας έτσι την υποχρέωση του κράτους και προκαλώντας τεράστια αύξηση των διδάκτρων που επωμίστηκαν οι πολίτες.
Το πορτογαλικό κράτος ακολουθεί μια ακραία νεοφιλελεύθερη γραμμή, η οποία στηρίζεται από το PS11, το PSD/CDS, το IL12 και τη Chega13, θεωρώντας ότι το κράτος οφείλει μόνο να εξυπηρετεί το γιγαντιαίο «δημόσιο» χρέος (μόνο το 2022 έχουν ήδη καταβληθεί 6 δισ. σε διεθνείς πιστωτές) και να μεριμνά για τη συντήρηση δικαστηρίων, αστυνομίας και στρατού.
Αντίθετα οι δημόσιες υπηρεσίες του χώρου της υγείας και της εκπαίδευσης έχουν μπει στο στόχαστρο της κυβέρνησης που επιδιώκει τη διάλυσή τους και την παράδοσή τους στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Εάν περάσει η μεταρρύθμιση που προωθείται στη δημόσια εκπαίδευση θα επηρεάσει άμεσα το ένα τρίτο του διδακτικού προσωπικού, το οποίο θα προσλαμβάνεται απευθείας σε τοπικό επίπεδο από τα σχολικά συμβούλια, στο πλαίσιο των λεγόμενων «διακοινοτικών κοινοτήτων», καταργώντας τον σημερινό τρόπο πρόσληψης με διαγωνισμό, και ανοίγοντας τον δρόμο σε ρουσφετολογικές προσλήψεις φίλων, κομματικών «κολλητών», και συγγενών δημάρχων, δημοτικών συμβούλων κλπ . Επίσης, η μείωση του προϋπολογισμού για τον δημόσιο τομέα (την ώρα που αυξάνονται οι στρατιωτικές δαπάνες) και η διατήρηση χαμηλών μισθών, θα εξωθήσουν τους επαγγελματίες να φύγουν στον ιδιωτικό τομέα, συμβάλλοντας κι αυτά στην ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης. Να σημειώσουμε ακόμη ότι το 40% των επενδύσεων για την υγεία που προέρχεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό διοχετεύεται σε ιδιωτικά νοσοκομεία ενώ λείπουν χρήματα στο ΕΣΥ και στο Δημόσιο Σχολείο.
Οι Πορτογάλοι εκπαιδευτικοί και το μη εκπαιδευτικό προσωπικό των δημόσιων σχολείων διαδηλώνουν και απεργούν δυναμικά και συντονισμένα, με αφορμή εξαγγελίες της κυβέρνησης για αλλαγή στον τρόπο τοποθετήσεων στα σχολεία και μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων σε τοπικό επίπεδο. Οι προσλήψεις, σχεδιάζεται να γίνονται με επιλογή από συμβούλια διευθυντών, σε επίπεδο σχολείων ή δημοτικών αρχών, και με βάση το «προφίλ δεξιοτήτων» των υποψηφίων, διαδικασία η οποία εφαρμόζεται ήδη για το μη διδακτικό σχολικό προσωπικό. Όπως καταγγέλλουν τα εκπαιδευτικά σωματεία, η διαδικασία έρχεται για να εντείνει την εργασιακή και πολιτική ομηρία όσων δουλεύουν στα σχολεία, ενώ θα αυξήσει την περιφερειακή ανισότητα στην εκπαίδευση και θα υποβιβάσει ακόμη περισσότερο την ποιότητα του δημόσιου σχολείου.

Τα αιτήματα που θέτει το εκπαιδευτικό κίνημα είναι πολύ περισσότερα: υπολειτουργία σχολείων λόγω ελλείψεων προσωπικού, υποχρηματοδότηση, μακροχρόνια αδιοριστία και περιπλάνηση και συμβάσεις ομηρίας του εκπαιδευτικού και μη προσωπικού, μισθοί 650 ευρώ, επισφάλεια όλων των κλάδων που εργάζονται στα σχολεία (διοικητικό προσωπικό, σχολικοί ψυχολόγοι, λογοθεραπευτές κλπ), μη ένταξη όλων των εργαζόμενων στο ίδιο συνταξιοδοτικό καθεστώς, εργατικά ατυχήματα, σύστημα προσλήψεων που υποβαθμίζει τα πτυχία, γήρανση του διδακτικού προσωπικού, σύστημα ποσοστώσεων για την προαγωγή σε κλιμάκια.
Το λυπηρό σε όλα αυτά είναι η επαίσχυντη θέση των μεγαλύτερων συνδικάτων που ελέγχονται από το Κομμουνιστικό Κόμμα Πορτογαλίας αλλά και των κομμάτων της κοινοβουλευτικής αριστεράς, με μόνη εξαίρεση την Ένωση όλων των επαγγελματιών της εκπαίδευσης STOP, η οποία δημιουργήθηκε τον Ιούνιο του 2018, και στέκεται δίπλα στους εκπαιδευτικούς σε αυτόν τον αγώνα και έχει προκαλέσει ανατροπές που έχουν καταπλήξει τους πάντες.
Σε αυτό το περιβάλλον, χωρίς κόμματα και χωρίς τις ομοσπονδίες το STOP ένα μικρό συνδικάτο, με 1300 μέλη, έχει ταράξει την νηνεμία που πνέει στο συνδικαλιστικό κίνημα στην Πορτογαλία, ξεκινώντας δυναμικές και μαζικές απεργιακές κινητοποιήσεις τον Δεκέμβριο και ανακοινώνοντας τη συνέχισή τους για όλο τον Γενάρη.
Παντού – από το βορρά έως το νότο της χώρας και με τη βοήθεια των λεγόμενων κοινωνικών δικτύων – οι εκπαιδευτικοί άρχισαν να οργανώνονται, να συνδέονται μεταξύ τους και να πραγματοποιούν καθιστικές διαμαρτυρίες μπροστά από τα σχολεία τους (ή ομάδες σχολείων) και τα δημαρχεία των αντίστοιχων δήμων. Η διαδικασία ήταν διαρκής και οδήγησε στο κάλεσμα σε εθνική διαδήλωση στις 14 Ιανουαρίου, η οποία υπήρξε μεγαλειώδης. Σε ορισμένες περιοχές της χώρας συμμετείχαν ολόκληρα σχολεία, με πανό, σημαίες και συνθήματα, μεταξύ των οποίων κυριάρχησαν : “Ήρθε η ώρα, ήρθε η ώρα να φύγει ο υπουργός! “- “Το σχολείο ενώθηκε δεν θα ηττηθεί ποτέ”.

Σε αντίθεση με τα μεγάλα συνδικάτα που το κατηγορούν για τις μορφές πάλης που επιλέγει, το STOP έχει καταφέρει να συνενώσει τους εργαζόμενους σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης αλλά και τους μη εκπαιδευτικούς, προτείνοντας ένα πρόγραμμα απεργιακών κινητοποιήσεων που χαρακτηρίζεται από πολυμορφία, πρωτοτυπία και δυναμισμό, κάτι που επιτρέπει να διατηρείται ζωντανή η απεργία για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Έτσι, η πρωτόγνωρη μορφή απεργίας που εφαρμόζει, η «Απεργία ντελίβερυ», όπως την αποκαλούν, δίνει τη δυνατότητα σε κάθε εκπαιδευτικό να επιλέγει τόσο την ημέρα και όσο και τη διάρκεια της απεργίας του. Μπορεί για παράδειγμα κάποιος να απεργήσει μία ημέρα και κάποιος άλλος τρεις.
Ο απρόβλεπτος αυτός ξεσηκωμός έχει ταρακουνήσει την κυβέρνηση, με τον Υπουργό Παιδείας να δηλώνει πως θα ελέγξουν τη νομιμότητα της απεργίας, και να θέτει θέμα για το απεργιακό ταμείο του συνδικάτου, με προφανή την πρόθεσή του να κηρύξει την απεργία παράνομη. Ως απάντηση στις απειλές του υπουργού, διπλασιάστηκαν οι διαδηλωτές οι οποίοι το Σάββατο 14/1 έφτασαν σχεδόν τους 100.000.
Εκτός όμως από την πίεση που υφίσταται η κυβέρνηση, τα μεγάλα συνδικάτα έχουν και αυτά πιεστεί εξαιρετικά από αυτήν την εξέλιξη. Ωστόσο, οι ηγεσίες των συνδικάτων της μεγαλύτερης συνομοσπονδίας που αποτελεί μέρος της CGTP (Fenprof), – μιας μεγαλύτερης ακόμα “συνδικαλιστικής πλατφόρμας” που απαρτίζεται από επτά άλλα συνδικάτα – δεν έχουν επενδύσει πραγματικά σε αυτές τις κινητοποιήσεις. Κατηγορούνται μάλιστα ότι, αντί να συμμετέχουν στις δράσεις που οργανώθηκαν με πρωτοβουλία του STOP, κάνουν συγκεντρώσεις οι οποίες θα μπορούσαν να συγχέονται με τις ήδη προκηρυγμένες από το STOP συγκεντρώσεις, σε μια προσπάθεια να διαλύσουν τους εκπαιδευτικούς.
Παρότι αναγνωρίζουν ότι οι εκπαιδευτικοί έχουν κάθε λόγο να κινητοποιηθούν, δεν συμμετείχαν στην διοργάνωση αυτών των κινητοποιήσεων, και στις 6 Ιανουαρίου, οκτώ συνδικαλιστικές οργανώσεις (ASPL, FENPROF, PRÓ-ORDEM, SEPLEU, SINAPE, SINDEP, SIPE e SPLIU), προτιμώντας ένα παράλληλο σχέδιο δράσης, κατέθεσαν στο Υπουργείο Παιδείας προειδοποίηση για κυλιόμενη, ανά γεωγραφική περιοχή, απεργία 18 ημερών, από τις 16 Ιανουαρίου ως τις 8 Φεβρουαρίου, ξεκινώντας από τον νότο προς τον βορρά, αλλά και τοπικές διαδηλώσεις που θα κορυφωθούν σε μια πανεκπαιδευτική διαδήλωση στις 11 Φεβρουαρίου και συγκέντρωση έξω από το υπουργείο Παιδείας στη Λισσαβώνα.
Σήμερα, Παρασκευή 20 Ιανουαρίου, χιλιάδες εκπαιδευτικοί συγκεντρώθηκαν μπροστά από το υπουργείο Παιδείας, όπου συναντήθηκαν εκπρόσωποι των συνδικάτων με τον υπουργό. Το αποτέλεσμα των συναντήσεων ήταν αναμενόμενο και οι εκπαιδευτικοί δήλωσαν πως δεν σταματάνε τον αγώνα. Η εκ περιτροπής απεργία κατά περιφέρειες έφτασε στην Μπραγκάνσα σε ποσοστό «μεταξύ 90 και 95%». Και στην υπόλοιπη χώρα πολλά σχολεία είναι κλειστά. Στο Καραζέντα ντε Ανσιάγιες το ποσοστό της απεργίας έφτασε το 90%, στη Βίλα Φλορ το 70%, στο Μακέντο ντε Καβαλέιρος και στο Βινχάις το 100%, στο Μιράντα Ντο Ντούρο το 99%, στο Μογκαντούρο το 90%.
Να σημειώσουμε ότι ο Σύλλογος Φοιτητών της Ανώτατης Εκπαιδευτικής Σχολής του Πολυτεχνείου του Πόρτο με χθεσινή ανακοίνωση του (Πέμπτη 19/1) εκφράζει την αλληλεγγύη του «στους αγώνες που δίνονται στη χώρα για την αξιοπρέπεια του Δημόσιου Σχολείου και όλων των εργαζομένων του», καταγγέλλοντας την τεράστια μείωση του προϋπολογισμού για την Παιδεία, τη διάλυση του Δημόσιου Σχολείου, που προκλήθηκε από διάφορους Υπουργούς και Κυβερνήσεις, τις επισφαλείς τοποθετήσεις, την μη αναγνώριση όλης της προϋπηρεσίας των εκπαιδευτικών, την έλλειψη επαγγελματιών ψυχοκοινωνικής υγείας και βοηθών, την αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τάξη, τα παρωχημένα προγράμματα σπουδών, το κλείσιμο σχολείων και άλλα.
Σημειώσεις
1 Ζοζέ Σόκρατες Καρβάλιο Πίντου ντε Σούζα: πρωθυπουργός της Πορτογαλίας από το 2005 έως το 2011. Τη χρονιά της εκλογής του έγινε ο πρώτος σοσιαλιστής ηγέτης που διασφάλισε την απόλυτη πλειοψηφία στην πορτογαλική Βουλή. Το 2011 παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία, με αφορμή την καταψήφιση των μέτρων λιτότητας στον απόηχο της οικονομικής κρίσης.
2 Πέδρο Πάσους Κοέλιου: εκλέχθηκε στις 26 Μαρτίου 2010 και έγινε πρωθυπουργός της σοσιαλιστικής κυβέρνησης ένα χρόνο αργότερα (PSD)
3 Πάουλο Πόρτας: υπουργός εξωτερικών της κυβέρνησης Πάσους Κοέλιου, που ανέλαβε τη θέση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης με ευθύνη να συντονίζει την οικονομική πολιτική και τις σχέσεις με την (διεθνή) ”τρόικΑ”» των πιστωτών της Πορτογαλίας (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ)
4 PSD: Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Πορτογαλίας, κεντροδεξιό κόμμα ιδρύθηκε το 1974, δύο εβδομάδες μετά την Επανάσταση των Γαρυφάλλων.
5CDS– Λαϊκό Κόμμα / CDS–PartidoPopular: είναι το παραδοσιακό συντηρητικό, Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα.
6 Ανίμπαλ Καβάκο Σίλβα: υπηρέτησε ως πρωθυπουργός της σοσιαλιστικής κυβέρνησης για δέκα χρόνια (1985-1995), στα οποία θέσπισε ένα οικονομικά φιλελεύθερο σύστημα. Μετά την κάθοδό του, το κόμμα έχασε τις εκλογές του 1995 (PSD)
7 Κότριμ Φιγκέιρεδο: πρόεδρος του ακροδεξιού κόμματος Iniciativa Liberal (IL)
8 Αντρέα Βεντούρα: ιδρυτής του πολιτικού κόμματος “CHEGA” που αυτοπροσδιορίζεται ως “οικονομικά φιλελεύθερος, εθνικιστής πολιτιστικά και συντηρητικός σε θέματα ηθών”
9 Ντιαμαντίνο Ντουράιο : υπουργός Παιδείας στη XII Συνταγματική Κυβέρνηση , ως ανεξάρτητος, σε κυβέρνηση PSD , μεταξύ 1991 και 1992, δέχθηκε έντονες αντιδράσεις για την εφαρμογή του Γενικού Διαγωνισμού Πρόσβασης (PGA) και των διδάκτρων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση .
10 Μανουέλα Φερρέιρα Λέιτε : Ηγέτης του συντηρητικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος
11 PS: Σοσιαλιστικό Κόμμα
12 IL (Iniciativa Liberal / Φιλελεύθερη Πρωτοβουλία): ακροδεξιό φιλελεύθερο κόμμα που δημιουργήθηκε το 2017.
13 Chega: λαϊκίστικο και ρατσιστικό ακροδεξιό κόμμα που δημιουργήθηκε το 2019
Πηγή: prin.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή