Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Μνημονιακή κανονικότητα

Κάνοντας ένα μικρό άλμα στο χρόνο και πηγαίνοντας στο 2015, τέτοιες μέρες, θα βρούμε τη χώρα στις παραμονές μιας εκλογικής μάχης στην οποία δέσποζε το δίλημμα «μνημόνιο-αντιμνημόνιο», ενώ στην πολιτική αρένα πρωταγωνιστούσαν νέοι παίχτες, γεννημένοι στα χρόνια της πολιτικής κρίσης.
Η νεοναζιστική ΧΑ είχε μεταμορφωθεί σε κοινοβουλευτική δύναμη των τετρακοσίων χιλιάδων ψήφων, ο Καμμένος είχε γίνει αρχηγός κόμματος, ένας μικρομεσαίος τηλεαστέρας είχε δημιουργήσει κόμμα (με τις ευλογίες -αν όχι κατ’ εντολήν- των μιντιαρχών) για να μαζέψει τμήμα από τις διαρροές του καταρρέοντος ΠΑΣΟΚ ώστε να μην πάει κι αυτό στον ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν φυσικά η μεγάλη αποκάλυψη της μνημονιακής περιόδου.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ο αναμενόμενος νικητής, ξεπερνώντας το 36%, οχτώμισι μονάδες πάνω από τη ΝΔ του Σαμαρά. Στην προεκλογική περίοδο τα είχε δώσει όλα: κατάργηση των μνημονίων και των εφαρμοστικών τους νόμων με ένα άρθρο σε ένα νόμο, κατώτατος μισθός στα 751 ευρώ (χωρίς υποκατώτατο), κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη, σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων και ακύρωση όσων είχαν γίνει κτλ. (όλοι τα θυμόμαστε, δε χρειάζεται να τα επαναλάβουμε).
Η συνέχεια είναι επίσης γνωστή. Ο ΣΥΡΙΖΑ σχημάτισε κυβέρνηση με το ακροδεξιό μόρφωμα του Καμμένου, στο όνομα του αντιμνημονιακού μετώπου. Αφού «διαπραγματεύτηκε σκληρά» επί εξάμηνο, όχι με τους δανειστές, αλλά με τον ελληνικό λαό που έπρεπε να τον πείσει ότι «δεν υπήρχε άλλη λύση», ο ΣΥΡΙΖΑ υπέγραψε το τρίτο μνημόνιο. Πήγε αμέσως στις εκλογές, ξανανίκησε με τις ευλογίες της Μέρκελ, του Σόιμπλε, του Ολάντ, του Γιούνκερ και του Μοσκοβισί και εξακολουθεί να κυβερνά μέχρι σήμερα, αποτελώντας τη μακροβιότερη από τις μνημονιακές κυβερνήσεις.
Είναι ειρωνεία της τύχης το ότι η υποχρέωση του ΣΥΡΙΖΑ να υπογράψει και να κυρώσει τη Συμφωνία των Πρεσπών οδήγησε σε διαζύγιο με τον Καμμένο και στη συγκρότηση μιας νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας με τσόντες κυρίως από το κόμμα του Καμμένου. Αν δεν υπήρχε αυτή η υποχρέωση, που σίγουρα δεν την είχαν στα «υπόψη» οι Τσιπροκαμμένοι όταν ξεκινούσαν την κυβερνητική τους συνεργασία, θα συνεργάζονταν αρμονικά μέχρι το τέλος και ο Καμμένος θα είχε το ίδιο προεκλογικό αφήγημα (παραμύθι δηλαδή) με τον Τσίπρα: «έξοδος από τα Μνημόνια και επιστροφή στην κανονικότητα». Από μια άποψη, όμως, το σημερινό διαζύγιο μας δίνει και ένα μέτρο εκτίμησης των πολιτικών εξελίξεων. Καμμένος και Τσίπρας δεν τα έσπασαν απ’ αφορμή το τρίτο Μνημόνιο ή κάποιες από τις αξιολογήσεις του, που συνοδεύονταν από πακέτα σκληρών αντιλαϊκών και αντεργατικών διατάξεων. Τα έσπασαν απ’ αφορμή ένα ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, που το είχαν βαφτίσει παλαιότερα «εθνικό θέμα» και επί του οποίου μπορεί να ασκηθεί εθνικιστική σπέκουλα. Πάνω στο ίδιο θέμα άσκησαν την πιο σκληρή αντιπολίτευσή τους (σε ρητορικό επίπεδο πάντοτε) και η ΝΔ με το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ. Το τρίτο Μνημόνιο το ψήφισαν όλοι μαζί, στις αξιολογήσεις περιόριζαν την κριτική τους στην κυβέρνηση στο ότι καθυστερεί και μπορεί να μην καταφέρει να τις κλείσει, τώρα σήκωσαν τις παντιέρες «της εθνικότητας και της σημαίας».
Εχει σημασία να τονιστεί ότι και τα δύο αυτά κόμματα, κυρίαρχα κόμματα του δικομματισμού από τη Μεταπολίτευση μέχρι το 2010-11, δεν έχουν καμιά επί της ουσίας διαφωνία με τον ΣΥΡΙΖΑ στο λεγόμενο «Σκοπιανό». Αυτή την πολιτική υποστήριζαν εδώ και χρόνια κι αν ήταν στην κυβέρνηση θα έκαναν τα ίδια. Βρήκαν όμως την ευκαιρία να σπεκουλάρουν αντιπολιτευτικά πάνω σ’ αυτό και μόνο το ζήτημα, που ικανοποιεί μια διπλή συνθήκη: από τη μια, επιτρέπει τον πολιτικό έλεγχο λαϊκών στρωμμάτων μέσω του πιο χυδαίου, του πιο σκοταδιστικού εθνικισμού και, από την άλλη, αφήνει στο απυρόβλητο την ασκούμενη πολιτική, η οποία είναι καθορισμένη από τα επιτελεία της ΕΕ, σε άμεση συνεργασία με τις ιμπεριαλιστικές πρωτεύουσες και με την ελληνική κεφαλαιοκρατία.
Και μη μας φέρει κανείς δηλώσεις της ΝΔ ή του ΠΑΣΟΚ, που κατακεραυνώνουν μέτρα που ψήφισε η κυβέρνηση των Τσιπροκαμμένων. Αυτός είναι ο ρόλος τους ως αντιπολίτευση. Διαφορετικά, θα είχαν φτιάξει μια κυβέρνηση όλων των μνημονιακών κομμάτων, με τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται για το σύστημα (θα άφηνε ένα τεράστιο πολιτικό κενό, το οποίο πάντοτε δημιουργεί ερωτηματικά για το ποιος θα το γεμίσει). Την πραγματική πολιτική που υπηρετούν τα αστικά κόμματα μπορείς να τη δεις όταν αυτά βρίσκονται στην κυβέρνηση ή σε κρίσιμες στιγμές, που ο κομματικός ανταγωνισμός παραχωρεί τη θέση του σε αναγκαστική συναίνεση. Μια αναδρομή στη μνημονιακή δεκαετία είναι αρκετά διδακτική ως προς αυτό.
Το 2009, ξέροντας ότι η κρίση θα χτυπήσει άγρια τον ελληνικό καπιταλισμό, ο Καραμανλής δραπέτευσε κυριολεκτικά από τις κυβερνητικές ευθύνες. Η «βόμπα» έσκασε στα χέρια του Γιωργάκη Παπανδρέου, ο οποίος από το «λεφτά υπάρχουν» οδηγήθηκε στο πρώτο Μνημόνιο. Ο Σαμαράς, που είχε καταφέρει (πιο εύκολα απ’ όσο θα περίμενε κανείς) να πάρει τη ΝΔ από τα χέρια της Ντόρας, οργάνωνε τότε τα «Ζάππεια» και μιλούσε για «διαφορετικό μείγμα οικονομικής πολιτικής». Στους γερμανούς και γάλλους ομοϊδεάτες του, που τον πίεζαν να στηρίξει την πολιτική Παπανδρέου, απαντούσε με νόημα πως αυτός πρέπει να κάνει αντιπολίτευση, διαφορετικά αντιπολίτευση θα κάνει το «πεζοδρόμιο».
Σε ενάμιση χρόνο ο Σαμαράς αναγκάστηκε να μπει στην κυβέρνηση Παπαδήμου, η οποία στον βραχύ βίο της υπέγραψε το δεύτερο Μνημόνιο και το περιβόητο PSI. Πίεσε να γίνουν οι εκλογές το 2012, φοβούμενος ότι από μια παράταση της θητείας της κυβέρνησης Παπαδήμου το κόμμα του θα έβγαινε «τσουροφλισμένο» όσο και το ΠΑΣΟΚ. Οι εκλογές του 2012 απέδειξαν ότι δεν είχε άδικο. Κατάφερε να σχηματίσει κυβέρνηση μετά από επαναληπτικές εκλογές, σε συμμαχία με το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ του Κουβέλη. Ολος ο αντιπολιτευτικός χώρος έμεινε ελεύθερος για τον ΣΥΡΙΖΑ και το κόμμα του Καμμένου. Το προηγούμενο πολιτικό σύστημα είχε αποσυντεθεί και το πολιτικό σκηνικό χτιζόταν με «νέα» υλικά.
ΣΥΡΙΖΑ και Καμμένος ήταν σταθερά στην αντιπολίτευση. Ο Κουβέλης έψαχνε τρόπο να φύγει από τη συγκυβέρνηση, γιατί έβλεπε ότι η ΔΗΜΑΡ απομονώνεται από τους ψηφοφόρους που το 2012 της είχαν δώσει ανέλπιστα υψηλό ποσοστό. Κάποια στιγμή την έκανε και στη συνέχεια, εκτιμώντας σωστά τις προοπτικές, προσέγγισε τον ΣΥΡΙΖΑ και βοήθησε να τελειώσει μια ώρα γρηγορότερα τη θητεία της η κυβέρνηση των Σαμαροβενιζέλων. Τότε ξεπετάχτηκε ένα νέο σοσιαλφιλελεύθερο μόρφωμα, το Ποτάμι, ένα ακόμα γέννημα της πολιτικής κρίσης του συστήματος, με στόχο να μαζέψει κάποιες από τις διαρροές του εξαϋλωνόμενου ΠΑΣΟΚ, για να μην πάνε όλες στον ΣΥΡΙΖΑ.
Το 2015, τέσσερα χρόνια σαν σήμερα, οι συσχετισμοί στο πολιτικό σκηνικό άλλαξαν άρδην. Ο ΣΥΡΙΖΑ σχημάτισε κυβέρνηση μαζί με τον Καμμένο. Οι νεοναζιστές πλησίασαν τις 400.000 ψήφους και αναδείχτηκαν τρίτο κόμμα. Ακολούθησε σε απόσταση αναπνοής το Ποτάμι, ενώ το ΠΑΣΟΚ περιορίστηκε σε 4,68% και ήταν το τελευταίο κόμμα που μπήκε στη Βουλή (μετά τον Περισσό και τον Καμμένο). Σε ένα εξάμηνο οι Τσιπροκαμμένοι είχαν ψηφίσει το τρίτο Μνημόνιο, με τη στήριξη ΝΔ, Ποταμιού και ΠΑΣΟΚ (είναι το Μνημόνιο που είχε την πιο ευρεία κοινοβουλευτική στήριξη) και μολονότι η «βοηθητική» τριάδα ζητούσε από τον Τσίπρα να συνεχίσει ως κυβέρνηση μειοψηφίας, αυτός -με την άδεια της Μέρκελ- πήγε σε εκλογές τον Σεπτέμβρη του 2015, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν από την τεράστια αποχή (σχεδόν 45%), άλλαξαν ελαφρά το συσχετισμό ανάμεσα στα μνημονιακά κόμματα (το ΠΑΣΟΚ ήρθε τέταρτο, μετά τους νεοναζιστές, το Ποτάμι έκτο, μετά τον Περισσό, και ο Καμμένος μόλις που διασώθηκε με 3,69%) και προσέθεσαν στο εξουσιαστικό μωσαϊκό την καρικατούρα του Λεβέντη. Ενας εκπρόσωπος της μεταμεσονύκτιας trash tv ήταν η τελευταία -όπως δείχνουν τα πράγματα- τερατογένεση της μνημονιακής περιόδου.
Στις επόμενες εκλογές το σκηνικό μάλλον θα αποκτήσει λιγότερη ρευστότητα και περισσότερη σταθερότητα. Τα κόμματα-πυροτεχνήματα της μνημονιακής περιόδου (Ποτάμι, Καμμένος, Λεβέντης) πνέουν τα λοίσθια. Ισως να εξαφανιστούν όλα, ίσως κάποιο να καταφέρει να σώσει για μια φορά ακόμα την παρτίδα. Ο νέος δικομματισμός είναι πιο συγκροτημένος από τις προηγούμενες φορές, με ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ -χωρίς να έχει μεγάλες φιλοδοξίες- μπορεί να κερδίσει το κατιτίς του, ο Περισσός θα κινηθεί στο επίπεδό του ως ο σταθερός αστικός πόλος της ρεφορμιστικής φλυαρίας (και μόνο φλυαρίας), ενώ ερωτηματικό είναι το ποσοστό που θα πάρουν οι νεοναζί, οι οποίοι σε ψήφους χάνουν σταθερά μετά το 2012, ενώ τελευταία περνούν εσωτερική κρίση (ενόψει και της δίκης τους που βαδίζει προς το τέλος της).
Οσα σημειώθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο δεν αποτελούν «εκλογικές προβλέψεις». Ούτε η στήλη το συνηθίζει ούτε η εφημερίδα μας. Τις τάσεις προσπαθήσαμε να περιγράψουμε, για να φτάσουμε σ’ αυτό που αποτελεί την ουσία του παρόντος σημειώματος. Σε λιγότερο από δέκα χρόνια, το πολιτικό σκηνικό άλλαξε εντελώς. Αποσυντέθηκε, ανασυστάθηκε με διαφορετικούς τρόπους, παρέμεινε ρευστό και τώρα τείνει να σταθεροποιηθεί και πάλι. Οι αλλαγές υπήρξαν τεκτονικές. Αρκεί να σκεφτούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, που το 2009 πήρε μόλις 4,6%, έγινε πρώτο κόμμα και το ΠΑΣΟΚ, που το 2009 πήρε σχεδόν 44%, έπεσε κάποια στιγμή κάτω από το 5%.
Τι δεν άλλαξε; Η ακολουθούμενη πολιτική. Κόμματα αποσυντέθηκαν και νέα κόμματα γεννήθηκαν, κυβερνήσεις διαδέχτηκαν η μία την άλλη με υποσχέσεις που κυμαίνονταν από «επαναδιαπραγμάτευση των όρων του Μνημονίου» μέχρι «κατάργηση του Μνημονίου και όλων των εφαρμοστικών του νόμων, με ένα νόμο σε ένα άρθρο», όμως η μνημονιακή πολιτική συνεχίστηκε αδιατάρακτη. Το πλέον αξιοσημείωτο είναι αυτή η συνέχεια. Κάθε καινούργιο Μνημόνιο ψηφιζόταν με τη ρητή επισήμανση ότι αποτελεί συνέχεια των προηγούμενων. Και οι αξιολογήσεις στο πλαίσιο του κάθε Μνημόνιου συμπλήρωναν την αντιλαϊκή πολιτική με νέα μέτρα, χωρίς να καταργούν οτιδήποτε από τα προηγούμενα.
Είναι χαρακτηριστική η περίοδος του πρώτου εξάμηνου των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, όταν υποτίθεται ότι αμφισβητούνταν το μνημονιακό πλαίσιο. Δεν άλλαξε ούτε μια διάταξη του μνημονιακού πλαισίου. Ολα συνεχίστηκαν να εφαρμόζονται κανονικά. Μέχρι που ολοκληρώθηκε το θέατρο της «σκληρής διαπραγμάτευσης» (με κορύφωσή του το κάλπικο δημοψήφισμα), υπογράφηκε το τρίτο Μνημόνιο και οι πρώτοι εφαρμοστικοί νόμοι-καταπέλτες, για ν’ ακολουθήσουν έκτοτε τα πάντα την κανονική (μνημονιακή) τους πορεία. Θυμηθείτε και κάτι ακόμα. Από τους ισχυρισμούς περί «εκβιασμού» και «συμφωνίας με το πιστόλι στον κρόταφο», του Ιούλη 2015, οι συριζαίοι βαθμιαία πέρασαν στο… καμάρι για το δικό τους Μνημόνιο, που το παρουσίαζαν σαν… πορεία εξόδου από τα Μνημόνια.
Εχουμε κατ’ επανάληψη αναλύσει την ουσία του μετα-Μνημόνιου, που εκτείνεται μέχρι το 2060, με διάφορες φάσεις, αλλά ο χώρος δεν επιτρέπει να επαναληφθούμε. Περνάμε, λοιπόν, κατευθείαν στο συμπέρασμα. Η «επιστροφή στην κανονικότητα», αγαπημένο σλόγκαν των συριζαίων, με το οποίο θα βαδίσουν μέχρι τις εκλογές (κουνώντας ως δέλεαρ κάποια «μερεμέτια» που αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της μνημονιακής πολιτικής) δεν αναφέρεται σε τίποτ’ άλλο εκτός από τη μνημονιακή κανονικότητα. Η οικονομική και κοινωνική πολιτική είναι αυστηρά καθορισμένες (τα περιβόητα «ματωμένα πλεονάσματα» αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο), ο ελληνικός καπιταλισμός έχει ανασυγκροτηθεί σε άκρως συντηρητική βάση και οι κοκορομαχίες των αστικών κομμάτων και των πολιτικών ηγετών τους αφορούν την «κουτάλα» της εξουσίας και όχι την αλλαγή της πολιτικής στη μια ή την άλλη κατεύθυνση.
Πέτρος Γιώτης – «ΚΟΝΤΡΑ»
πηγη: vathikokkino.gr
Ο καλύτερος φίλος του Αλέξη - Όταν ο Τσίπρας αποκάλεσε «καλύτερο χορηγό» του ΣΥΡΙΖΑ τον Κ.Μητσοτάκη

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΙΒΙΤΣΑΝΟΣ
Όχι πώς δεν το είχαμε αντιληφθεί, είναι όμως άλλο να στο λέει ο πρωθυπουργός και μάλιστα σε συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών στην Βουλή: Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ο καλύτερος χορηγός του ΣΥΡΙΖΑ!
Ο Αλέξης Τσίπρας λοιπό το είπε ξεκάθαρα στην συζήτηση για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης, την Τετάρτη το βράδυ. Έχοντας τον Κυριάκο «στα σκοινιά», λίγο πριν πάρει τους 151 ψήφους που είχαν «κλείσει» από τις προηγούμενες μέρες: «Όταν ο κ. Μητσοτάκης έρχεται εδώ και λέει ότι η Κυβέρνηση Σαμαρά έσωσε την Ελλάδα, αλλά εμείς τη βυθίσαμε, νομίζω ότι είναι ο καλύτερος χορηγός της δικής μας πολιτικής».
Μάλιστα ο πρωθυπουργός το έκανε ακόμη καλύτερο στην συνέχεια, απευθυνόμενος στον αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας: «Έχετε επιλέξει αυτήν τη στρατηγική; Μας κάνετε εξαιρετικά καλό, κύριε Μητσοτάκη. Συνεχίστε. Είστε ο καλύτερος χορηγός μας όσο υπερασπίζεστε τη διακυβέρνηση του κυρίου Σαμαρά».
Αδιέξοδα
Φυσικά όλοι καταλαβαίνουμε που πατάνε στην πραγματικότητα οι ισχυρισμοί του Αλέξη Τσίπρα. Στα αδιέξοδα της Νέας Δημοκρατία που βλέπει την πολιτική την οποία πιστεύει βαθιά να υλοποιείται σε όλα τα επίπεδα: Ιδιωτικοποιήσεις, υπερταμείο, λιτότητα, σχέσεις Ελλάδας-ΗΠΑ. Το απέδειξε η πρόσφατη επίσκεψη της ‘Αγκελα Μέρκελ που έδινε συγχαρητήρια στον ΣΥΡΙΖΑ ενώ διαφωνούσε με τις επιλογές της Ν.Δ στην συμφωνία των Πρεσπών. Όμως ακόμη και σε αυτό το θέμα που η Ν.Δ δηλώνει αντίθετη, είναι αναγκασμένη να μασάει τα λόγια της. Να ψελλίζει διάφορα ασήμαντα για την σύνθεση των επιτροπών της Βουλής, ενώ είναι υπέρ της λύσης με σύνθετη ονομασία. Ενώ θέλει με κάθε θυσία να μην της μείνει το θέμα στα χέρια. Όμηρος ταυτόχρονα των εσωτερικών συσχετισμών της με τον Α.Σαμαρά να έχει το «πάνω χέρι» ακόμη.
Το σχέδιο
Με αφορμή αυτό άλλωστε ο Αλέξης Τσίπρας, μιλώντας στην Βουλή, ανέλυσε ευθέως και το προεκλογικό του σχέδιο: « Η μετατόπιση της Νέας Δημοκρατίας, προς τα άκρα της δεξιάς ρητορικής δημιουργεί ένα τεράστιο κενό σε αυτό που ονομάζαμε «μεσαίο χώρο». Δεν εκφράζεται από πουθενά. Το δίλημμα, λοιπόν, που τίθεται είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Δημοκρατία διαμορφώνουν έναν νέο διπολισμό».
Πάντα χορηγός
Όμως ο πρωθυπουργός – πάνω στην φούρια του να πετύχει μία ακόμη κοινοβουλευτική επιτυχία – είπε και μια σημαντική αλήθεια. Θυμήθηκε το περίφημο καλοκαίρι του 2015. Τότε που η Ν.Δ έδωσε μαζί με το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι τις ψήφους τους για να περάσει το 3ο μνημόνιο. Όπως είπε «ήσασταν οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις, που τον Ιούλιο του 2015, όταν από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, που αριθμούσε εκατόν σαράντα εννιά, έφυγαν όχι ένας, δύο ή τρεις, αλλά έφυγαν τότε είκοσι πέντε ψουλευτές και ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε με εκατόν είκοσι τέσσερις, και προφανώς με το συγκυβερνών κόμμα, τους Ανεξάρτητους Έλληνες, δεν είχε καμία πλειοψηφία, τι μας λέγατε τότε; Μας λέγατε ότι «Είναι κουρελού η Κυβέρνηση. Να φύγετε. Να κάνετε αμέσως εκλογές. Να προχωρήσετε σε ψήφο εμπιστοσύνης»; Μας λέγατε:«Συνεχίστε με εκατόν είκοσι τέσσερις»».
Πράγματι λοιπόν, ήταν και τότε η Ν.Δ «χορηγός».
πηγη: imerodromos.gr
Νέες αυξήσεις στα τιμολόγια του ρεύματος ετοιμάζει η ΔΕΗ τσακίζοντας τα λαϊκά νοικοκυριά

Να αυξήσει και πάλι τα τιμολόγια του ρεύματος εξετάζει η ΔΕΗ, σύμφωνα με δήλωση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας, Μανώλη Παναγιωτάκη.
Όπως είπε, «η ΔΕΗ δεν μπορεί πλέον να απορροφά τις επιβαρύνσεις. Χρειάζεται αύξηση στα τιμολόγια η οποία θα είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και δικαιότερη», σε μια προσπάθεια να χρυσώσει το χάπι για το νέο χαράτσι που περιμένει τα λαϊκά νοικοκυριά, που ήδη στενάζουν με τις αλλεπάλληλες αυξήσεις τα τελευταία χρόνια.
Οι επιβαρύνσεις, που επικαλείται ο πρόεδρος της ΔΕΗ, αφορούν, ανάμεσα σε άλλα, το αυξημένο κόστος ρύπων που καταβάλλει η ΔΕΗ και που στο μεγαλύτερο μέρος του επιδοτεί τους επενδυτές των ΑΠΕ, αλλά και τη στήριξη των βιομηχανικών τιμολογίων. Και οι δύο αυτοί παράγοντες που επιβαρύνουν το κόστος θα συνεχίσουν να υφίστανται, αφού είναι δεδομένη η προσήλωση της κυβέρνησης στις πολιτικές της ΕΕ, που ενισχύει τις «πράσινες μπίζνες», όπως επίσης και στη στήριξη του ενεργειακού κόστους των μεγάλων βιομηχανικών ομίλων.
Ο επικεφαλής της ΔΕΗ προσδιόρισε χρονικά τη λήψη των αποφάσεων για την αναπροσαρμογή των τιμολογίων στο επόμενο δεκαπενθήμερο και τη συνέδεσε με τις επαφές που προγραμματίζονται το Φλεβάρη με διεθνείς επενδυτές για την έξοδο της ΔΕΗ στις αγορές η οποία αποσκοπεί στην άντληση 250-300 εκατ. ευρώ που θα χρησιμοποιηθούν μεταξύ άλλων για την αποπληρωμή ομολόγου που λήγει το Μάη.
Την ίδια στιγμή, η διαδικασία ιδιωτικοποίησης των λιγνιτικών μονάδων σε Φλώρινα και Μεγαλόπολη, που αποδυναμώνουν ακόμη περισσότερο το χαρτοφυλάκιο της ΔΕΗ, ενισχύοντας έτσι την τάση για αύξηση των τιμολογίων, «προχωρά κανονικά» και το πιθανότερο είναι ότι οι προσφορές των υποψήφιων επενδυτών θα κατατεθούν την προβλεπόμενη ημερομηνία στις 23 Γενάρη.
Ήδη τις προηγούμενες μέρες έγινε γνωστό ότι το σχέδιο μείωσης του προσωπικού στις υπό ιδιωτικοποίηση μονάδες, κατ' απαίτηση των επενδυτικών ομίλων, μέσω «εθελούσιας εξόδου», πρόωρων συνταξιοδοτήσεων και μετακίνησης σε άλλες θέσεις της επιχείρησης, έπιασε τον προβλεπόμενο στόχο.
πηγη: 902.gr
Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία κέρδισαν 980 δισ. ευρώ εξαιτίας των χαμηλών επιτοκίων!

Από το 2008, οπότε και ξέσπασε η οικονομική κρίση, οι τρεις ισχυρότερες οικονομίες της ευρωζώνης κέρδισαν εξαιτίας των χαμηλών επιτοκίων δανεισμού περίπου 980 δισ. ευρώ.
Στην πρώτη θέση η Γερμανία, η οποία κέρδισε 368 δις ευρώ! Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε πάνω από 10% του γερμανικού ΑΕΠ (!) όπως αναφέρει η γερμανική εφημερίδα «Handelsblatt». Η Γερμανία δεν είναι όμως η μόνη χώρα που ωφελήθηκε τόσο πολύ από τη μείωση των επιτοκίων. Μεγαλύτεροι κερδισμένοι ήταν επίσης η Γαλλία που «γλίτωσε» 350 δις ευρώ σε τόκους και η Ιταλία με 262 δις ευρώ.
Στα πλαίσια της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού η κρίση δημιούργησε ευκαιρίες υπερκερδών. Τα 980 δισ ευρώ που κέρδισαν Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία ισοδυναμούν με τρεις φορές το δημόσιο χρέος της Ελλάδας!!!
H περίφημης «κρίσης χρέους» που φέρεται ότι χτύπησε την Ευρώπη από το 2008, οδήγησε χώρες στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και αποτέλεσε το πρόσχημα για να επιβληθούν μέτρα λιτότητας και σάρωμα των εργατικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων είχε και μεγάλους κερδισμένους.
Η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού για μια σειρά χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία (που μπήκαν και σε καθεστώς μνημονίου) αλλά και της Ισπανίας, οδήγησαν «αγορές» και «επενδυτές» προκειμένου να ασφαλίσουν τα κεφάλαια τους να δανείζουν με χαμηλό επιτόκιο στις ισχυρές οικονομίες της Ευρωζώνης.
Τα περιβόητα Spreads (επιτόκια δανεισμού) των κρατικών ομολόγων που ξαφνικά έγιναν γνωστά και στο τελευταίο χωριό της Ελλάδας, μειώθηκαν για τις δυνατές καπιταλιστικές οικονομίες της Ευρώπης και αυξήθηκαν για τις ανίσχυρες. Ενώ, για παράδειγμα, η Γερμανία, σύμφωνα με τη «DW» προσέφερε μέση απόδοση ύψους 4,2% σε επενδυτές το 2007, το επιτόκιο δανεισμού της σημείωνε έκτοτε συνεχή υποχώρηση φτάνοντας το 2018 στο 1,5%.
Η καπιταλιστική Γερμανική οικονομία ήταν η πλέον ευνοούμενη. Εξαιτίας της σημαντικής αυτής μείωσης η Γερμανία κατέβαλε όλο και λιγότερα για την εξυπηρέτηση του χρέους της. Εκτιμάται μάλιστα ότι η εξοικονόμηση θα ήταν αρκετά μεγαλύτερη, εάν τα προηγούμενα χρόνια το Βερολίνο προχωρούσε σε μεγαλύτερο δανεισμό αντί να ήταν τόσο σθεναρά προσηλωμένo στην επίτευξη πλεονασμάτων!
H άλλη όψη του νομίσματος
Ωστόσο τα τεράστια κέρδη τα καρπώθηκε αποκλειστικά το μεγάλο κεφάλαιο. Βιομήχανοι και κεφαλαιοκράτες δανείζονται «φθηνό» χρήμα που όταν μετατρέπεται σε κεφάλαιο αυξάνει την κερδοφορίας τους.
Την ίδια στιγμή η «κρίση χρέους» οδήγησε τα τελευταία χρόνια την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη μείωση των επιτοκίων σε μηδενικά επίπεδα. Για τους αποταμιευτές η συγκεκριμένη εξέλιξη ήταν ιδιαίτερα δυσμενής…
Μόνον το 2017, σύμφωνα με την «DW» οι χρηματικές περιουσίες των Γερμανών «συρρικνώθηκαν» κατά 38 δις ευρώ! Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, οι συνολικές απώλειες των Γερμανών καταθετών λόγω των χαμηλών επιτοκίων ισοδυναμούν με την εξοικονόμηση των 368 δισ. ευρώ που πέτυχε το ίδιο διάστημα το γερμανικό κράτος. Χρήματα που φυσικά δεν δόθηκαν ποτέ πίσω στο λαό μέσω κοινωνικών πολιτικών, αφού η λιτότητα και οι περικοπές ήταν στην ημερήσια διάταξη αλλά στους επιχειρηματικούς ομίλους στο όνομα των επενδύσεων και της «τόνωσης» της ανάπτυξης…
πηγη: imerodromos.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή