Σήμερα: 16/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

capitalism-is-crisis.jpg

Η λογική που διαπνέει όλο το σχέδιο νόμου είναι: δεν προσφέρουν τίποτα οι προληπτικοί έλεγχοι στην προστασία της Δημόσιας Υγείας, αποτελούν «βάρος», βάζουν εμπόδια στις επενδύσεις... άρα δεν χρειάζονται!

Σε όλες σχεδόν τις πλευρές του πολιτικού φάσματος (από τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ), η «ανάπτυξη» τοποθετείται στο επίκεντρο των θέσεων και προσανατολισμών τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις συνοδεύεται από την αναφορά στην «παραγωγική ανασυγκρότηση». Εξυπονοείται δηλαδή ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται να τεθεί σε αναπτυξιακή τροχιά, στο βαθμό που έχει υποστεί μια πολύχρονη ύφεση με αρνητικούς ρυθμούς «ανάπτυξης», και ότι επειδή έχει «στρεβλά» χαρακτηριστικά, αυτά χρειάζεται να ανασυγκροτηθούν, έτσι ώστε η παραγωγική διαδικασία στη χώρα να προσλάβει «ορθολογικά» χαρακτηριστικά. Εντούτοις εδώ και μια σχεδόν δεκαετία, από την έκρηξη της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης του 2008, και παρόλες τις ετήσιες προβλέψεις ότι από τον επόμενο χρόνο θα επέρχονταν η «ανάπτυξη», πράγμα που συνέχεια διαψεύδεται από τις εξελίξεις, το μόνο που έχει επιτευχθεί είναι η μετάβαση από τους αρνητικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς στην μηδενική στασιμότητα (0% – 1%).

Ως αιτιολογία της σημερινής «υπανάπτυξης» προβάλλεται η επίκληση της «κρίσης», κατά έναν τρόπο αφηρημένο και ουδέτερο, είτε οι «εσφαλμένες» πολιτικές των κομμάτων της αστικής διαχείρισης (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ), είτε η επιβολή της συνεχούς λιτότητας, η οποία και απαιτείται να τερματιστεί, τη στιγμή που ψηφίστηκε και τέταρτο μνημόνιο που συνεχίζει την υφεσιακή πολιτική, είτε η συνεχής εφαρμογή των μνημονιακών νόμων και ρυθμίσεων, είτε η λειτουργία των όρων της ζώνης του ευρώ που παράγει εκ της φύσεώς της την «υπανάπτυξη». Μ’ αυτό τον τρόπο συσκοτίζονται οι αφετηρίες της επταετούς μέχρι σήμερα οικονομικής καταστροφής του ενός – τετάρτου του παραγωγικού δυναμικού, δηλαδή το μείζον πολιτικό γεγονός της τελευταίας δεκαετίας που αντιπροσωπεύει η κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου και τα ολέθρια αποτελέσματα που έχει επιφέρει η διαχείρισή της από τις καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις.

Πραγματικά ο ελληνικός καπιταλισμός, εν αντιθέσει με την πρώτη δεκαετία του 2000 που είχε ενταχθεί στην ΟΝΕ και στην ευρωζώνη, βρέθηκε εξ αιτίας της κρίσης υπερσυσσώρευσης σε εξαιρετικά δυσμενή θέση. Έτσι από το 2000 μέχρι το 2010, το ελληνικό επιχειρηματικό κεφάλαιο καταγράφει μια σταθεροποιημένη τροχιά σ’ ένα περιβάλλον ετήσιας ανάπτυξης που φτάνει το 3% του ΑΕΠ. Παίρνοντας υπ’ όψιν και τους τέσσερεις βασικούς παραγωγικούς τομείς (βιομηχανία, εμπόριο, τράπεζες, λοιπές υπηρεσίες), το ενεργητικό τους σχεδόν διπλασιάζεται σ’ αυτή τη δεκαετία, (από τα 334 δισεκατ. ευρώ στα 634 δισεκατ. ευρώ, συμπεριλαμβάνοντας όμως και τον κερδοφόρο τότε τραπεζικό τομέα). Η κερδοφορία του εταιρικού τομέα της οικονομίας διατηρείται σε ένα σταθερό επίπεδο των 11 δισεκατ. ευρώ ετησίως, ενώ ο δείκτης αποδοτικότητας του κεφαλαίου εμφανίζεται σαφώς θετικός σε ποσοστό περί το 11%. Από εκεί και πέρα ήταν η αδυναμία κερδοφόρου αξιοποίησης ενός πλεονάζοντος μέρους του κεφαλαίου, και η έναρξη της πορείας κατακρίμνησης των κερδών της μεγάλης πλειονότητας των επιχειρήσεων.

Έτσι, από το 2010 τίθενται σε κίνηση οι εκκαθαριστικοί μηχανισμοί της κρίσης, δηλαδή ξεκινά η απαξίωση και η εξουδετέρωση των πλέον ζημιογόνων κεφαλαίων (μαζικό κλείσιμο επιχειρήσεων και τριπλασιασμός του ποσοστού της ανεργίας), και επιβάλλεται η εφαρμογή των αλλεπάλληλων μνημονίων με κύριο αντικείμενο : Αφενός την επιβολή δρακόντειων δημοσιονομικών ρυθμίσεων που να διασφαλίζουν την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους (που η αστική τάξη αποκλειστικά δημιούργησε δια μέσου των πολιτικών και κρατικών της εκπροσώπων), και αφετέρου την σταδιακή υποβάθμιση και απορρύθμιση της εργασίας (ενεργών εργαζομένων, ανέργων, συνταξιούχων, νεολαίας). Ήδη από το 2010 η κερδοφορία των ελληνικών εταιριών μετατρέπεται σε ζημίες ύψους – 3,8 δισεκατ. ευρώ και αρνητική αποδοτικότητα του κεφαλαίου (-3,5%), ενώ το 2011 διευρύνεται σε – 7,6 δισεκατ. ευρώ και ακόμη μεγαλύτερη μείωση του αποδοτικότητας του κεφαλαίου (-6,8%).

Η αστική πολιτική εξουσία (αρχικά ΠΑΣΟΚ, στη συνέχεια ΝΔ και σήμερα ΣΥΡΙΖΑ), σε πλήρη σύμπλευση με τα ευρωπαϊκά οικονομικά κέντρα, επιφορτίστηκε το έργο της αποκατάστασης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, με μια διαδικασία που ενώ διασφάλιζε αυτό τον στόχο, ταυτόχρονα επέφερε την υποβάθμιση της μισθωτής εργασίας και την εξαθλίωση των λαϊκών τάξεων. Αυτό υλοποιήθηκε με την πολιτική των μνημονίων, πολιτική που συνεχίζεται με αμείωτη ένταση και σήμερα, προκαλώντας την μείωση των μισθών, την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, το συνεχές ροκάνισμα των συντάξεων, την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, την υπέρμετρη λαϊκή φορολόγηση κλπ. Η σταθερή και άκαμπτη αυτή πολιτική άρχισε να αποδίδει καρπούς σταδιακά στην πενταετία 2010 – 15, αποκαθιστώντας την κερδοφορία της πλειονότητας των ελληνικών επιχειρήσεων από το 2015. Το μόνο που «αναπτύχθηκε» δηλαδή ήταν η κερδοφορία του κεφαλαίου, συνοδευόμενη από την εργατική υποβάθμιση, σε ένα περιβάλλον οικονομικής στασιμότητας.

Έτσι στην τελευταία καταγεγραμένη οικονομική χρήση του 2015, παρόλο που το ΑΕΠ παρουσίασε στασιμότητα, και παρόλο που ο συνολικός κύκλος εργασιών 16.168 επιχειρήσεων (από τις 23 χιλιάδες συνολικά) μειώθηκε κατά 3% από τα 131,6 δισεκατ. ευρώ του 2014 στα 127,9 δισεκατ. ευρώ, εντούτοις καταγράφηκε αύξηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας εξ αιτίας κυρίως της μείωσης του κόστους των πωλήσεων (εργατικό κόστος). Τα συνολικά μικτά κέρδη αυξήθηκαν κατά 9%, φτάνοντας τα 27 δισεκατ. ευρώ. Ως εκ τούτου σηματοδοτήθηκε μια εντυπωσιακή επάνοδος στην κερδοφορία, με εγγραφή κερδών (προ φόρων) 2,1 δισεκατ. ευρώ σε σχέση με τα 196 εκατομ. ευρώ του 2014, και με το 62% των επιχειρήσεων σε κερδοφορία. Αν τώρα πάρουμε το σύνολο του εταιρικού τομέα της οικονομίας (23 χιλιάδες επιχειρήσεις), και δούμε αποκλειστικά τις κερδοφόρες, τότε προκύπτει μια καθαρή κερδοφορία 6,7 δισεκατ. ευρώ το 2015 από 5,7 δισεκατ. ευρώ το 2014 (το 38% των εταιριών που ήταν ζημιογόνες κατέγραψαν ζημίες 4,4 δισεκατ. ευρώ και 5,4 δισεκατ. ευρώ αντίστοιχα).

Προκύπτει έτσι ότι η ανάταξη και λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας γίνεται στη βάση της ολοσχερούς μνημονιακής υποβάθμισης της μισθωτής εργασίας. Αυτό πλέον αντιπροσωπεύει μια ακλόνητη σταθερά στην πολιτική των αστικών κομμάτων και στην κυβερνητική διαχείριση του ΣΥΡΙΖΑ. Οποιαδήποτε ενδεχόμενη ριζοσπαστική αποκατάσταση μισθών, συντάξεων, δικαιωμάτων κλπ. θα τροποποιήσει ριζικά τους όρους της αναπαραγωγής της αστικής τάξης. Η καπιταλιστική ανάκαμψη έγινε και συνεχίζει να πραγματοποιείται με μια συστηματική αναδιανομή εισοδήματος σε βάρος της εργατικής τάξης και προς όφελος των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Γι’ αυτό, οποιαδήποτε μορφή «ανάπτυξης» και αν προκύψει, δεν θα βασίζεται παρά στην μετατροπή του ελληνικού χώρου σε μια τεράστια ειδική οικονομική ζώνη, κατά τα βουλγαρικά και ρουμανικά πρότυπα.

Εκείνο που στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι η παράταση της οικονομικής στασιμότητας, με συνεχή όμως μείωση και υποβάθμιση της μισθωτής εργασίας. Μια στασιμότητα (ακόμα και ενδεχόμενη μικρή αναπτυξιακή ανάκαμψη) όπου διασφαλίζεται η σχετική καπιταλιστική κερδοφορία με την συνεχή μείωση του εργατικού κόστους. Βέβαια μια τέτοια κατάσταση, ενώ διασφαλίζει την αναπαραγωγή των κερδοφόρων κεφαλαίων, συνεχίζει να είναι ζημιογόνος για σημαντικό μέρος (38%) των επιχειρήσεων, από τις οποίες ένα μέρος θα συνεχίσει να εκκαθαρίζεται (η ανεργία θα παραμένει σταθερά σε υψηλά επίπεδα), ενώ ένα άλλο επιχειρεί το πέρασμά του στην κερδοφορία με την κοινωνική υποβάθμιση των εργαζομένων και σχετικές αναδιαρθρώσεις.

Σε κάθε περίπτωση με τα υπάρχοντα δεδομένα (υποτίμηση της εργασίας και αποπληρωμή τόκων και χρεολυσίων του δημόσιου χρέους), η όποια «ανάπτυξη» θα κινείται σε μηδενικά σχεδόν επίπεδα, με σαφείς συνέπειες στη στασιμότητα του ΑΕΠ, την διατήρηση της μεγάλης ανεργίας, τους εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς, τη συρρίκνωση της κατανάλωσης, την αναπαραγωγή δηλαδή ενός κοινωνικού τέλματος, εντός του οποίου όμως η πλειονότητα των κεφαλαίων έχει κατορθώσει να αναταχθεί και να διασφαλίζει μια κερδοφορία. Κατά συνέπεια η επίκληση της «ανάπτυξης» έχει κυριολεκτικά μυθολογικά και προσχηματικά χαρακτηριστικά : η αναφορά στις επενδύσεις ξένων κεφαλαίων που θα επιφέρουν την οικονομική αναζωογόνηση ανήκει στην ίδια φαντασιακή επιχειρηματολογία. Κι’ αυτό γιατί δεν είναι τα κεφάλαια που λείπουν από την ελληνική οικονομία, τα οποία και υπάρχουν, αλλά δεν επενδύονται λόγω της εξαιρετικά περιορισμένης ζήτησης προϊόντων και υπηρεσιών εξ αιτίας της μείωσης της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Επιπρόσθετα, αυτό κι’ αν ακόμη συμβεί απαιτεί ως προϋπόθεση την εξολοκλήρου συντριβή της αμοιβής και των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης, όπως και την πλήρη ιδιωτικοποίηση των δημόσιων δραστηριοτήτων. Τέλος τέτοιες επενδύσεις απαιτούν την ύπαρξη ενός υψηλά εξειδικευμένου και αποτελεσματικού «συλλογικού εργάτη», πράγμα που έχει σήμερα διαταραχθεί λόγω του κλεισίματος πολλών επιχειρήσεων και εξ αιτίας της αναγκαστικής μετανάστευσης του νέου επιστημονικού και τεχνικού δυναμικού της χώρας.

Άρα με την διατήρηση των υπαρκτών και ακλόνητων για την αστική πολιτική σταθερών παραμέτρων της κοινωνικής υποτίμησης της εργασίας και της συνεχούς αφαίμαξης της οικονομίας από την εξυπηρέτηση του υπέρμετρου δανεισμού, δεν πρόκειται να δρομολογηθεί κανενός είδους αναπτυξιακή ανάκαμψη, σταθεροποιώντας μια κατάσταση στασιμότητας . Η ιδιοποίηση της σύγχρονης καπιταλιστικής κερδοφορίας, παράλληλα με την μεταφορά εισοδήματος από την ελληνική κοινωνία στο τοκογλυφικό κεφάλαιο των δανειστών, εκ των πραγμάτων αναπαράγει το τέλμα και το αδιέξοδο. Οι δυνάμεις της αστικής ταξικής κυριαρχίας δεν μπορούν να αναπαραχθούν σήμερα παρά στο έδαφος της συνεχώς διευρυνόμενης υποβάθμισης των λαϊκών τάξεων.

Συνεπώς η θέση της ελληνικής οικονομίας σε αναπτυξιακή τροχιά απαιτεί ισχυρές τομές στην ίδια τη δομή της καπιταλιστικής παραγωγής, την απαρχή και συνέχιση του μετασχηματισμού των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, πράγμα που προϋποθέτει βαθιές τροποποιήσεις του ταξικού και πολιτικού συσχετισμού των δυνάμεων, ταυτόχρονα προφανώς με την παύση πληρωμών και την ριζική απομείωση του δημόσιου χρέους, που η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, παρόλη την ψήφιση δύο μνημονίων μέσα σε έναν χρόνο, αδυνατεί να προωθήσει. Η τροποποίηση των παραγωγικών σχέσεων προβάλει ως μοναδική εναλλακτική λύση για την απελευθέρωση και την πλήρη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η «ανάπτυξη» βασισμένη στην κοινωνική υπανάπτυξη φαίνεται ότι δεν μπορεί να δρομολογηθεί, έτσι ώστε μόνον η κοινωνική αναβάθμιση και δικαιοσύνη μπορεί να θεμελιώσει μια αναπτυξιακή τροχιά.

Αναλυτικότερα στοιχεία της εξέλιξης των επιχειρηματικών μεγεθών του ελληνικού καπιταλισμού και πλευρών της κρίσης και ανασύνταξής του σε:

  1. ICAP «Η Ελλάδα σε αριθμούς 2017» και όλων των προηγούμενων ετών.

  2. Ανέστης Ταρπάγκος «Κέρδη και ζημίες στη μνημονιακή εποχή», Εποχή 4-Νοεμβρίου-2012.

  3. «Ελληνικός καπιταλισμός 1981 – 1999 : Από την κρίση υπερσυσσώρευσης στην ανάκαμψη», Αυγή 5-Μαρτίου-2013.

  4. «Ελληνικός καπιταλισμός 2000 – 2013 : Από την σταθεροποιημένη ανάπτυξη στην κρίση», Αυγή 29-Μαρτίου-2013.

  5. «Η καπιταλιστική κερδοφορία κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης», Αυγή 24-Αυγούστου-2013.

  6. «Ο παραπαίων ελληνικός καπιταλισμός», Αυγή 31-Ιανουαρίου-2014.

  7. «Τα κέρδη επανέρχονται για το κεφάλαιο», Εποχή 23-Νοεμβρίου-2014.

  8. «Ελληνικός καπιταλισμός : Φως στην άκρη του τούνελ ;», Αυγή 12-Νοεμβρίου -2015.

  9. «Παραγωγική ανασυγκρότηση και σχέσεις παραγωγής», Αυγή 18-Νοεμβρίου-2015.

πηγη: ergasianet.gr

-ατυχήματα.jpg

Αύξηση των εργατικών ατυχημάτων καταγράφεται από το 2013 και μετά ως απόρροια της οικονομικής κρίσης ενώ το πρώτο τρίμηνο του 2017, παρατηρείται μία αύξηση του 15% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.

«Ειδικά, από το 2013 και μετά», όπως διαπιστώνουν, «τα εργατικά ατυχήματα στη χώρα μας καταγράφουν αύξηση, γεγονός που συνδέεται χρονικά με την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, αλλά και τη μείωση των κονδυλίων για τη λήψη μέτρων ασφάλειας από πλευράς των επιχειρήσεων, σε μία προσπάθεια περιστολής του λειτουργικού κόστους τους.

Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία που παρουσιάζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Επιθεωρητών Εργασίας (Π.Ο.Σ.ΕΠ.Ε.) Κλεάνθης Χατζηνικολαΐδης, τα οποία περιλαμβάνουν συγκεκριμένους αριθμούς για τα εργατικά ατυχήματα που συνέβησαν, κυρίως, από το 2010 μέχρι σήμερα, αναδεικνύοντας, παράλληλα, τα πιο επικίνδυνα επαγγέλματα-κλάδους, αλλά και τους συνήθεις τραυματισμούς.

«Aν θεωρήσουμε ότι το 2010 είναι η χρονιά αφετηρίας με την υπαγωγή μας στο μνημόνιο, τα εργατικά ατυχήματα που δηλώθηκαν στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), ήταν 5.721. Το 2016, ο αντίστοιχος αριθμός εργατικών ατυχημάτων ανήλθε στα 6.500» σημειώνει ο κ. Χατζηνικολαΐδης.

«Αυτό που έχει ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι, από το 2013 και μετά, έχουμε μία σταθερή αύξηση των εργατικών ατυχημάτων για κάθε έτος γύρω στο 10%. Ενώ στα έτη 2011 και 2012 παρατηρήθηκε μείωση των δηλωθέντων εργατικών ατυχημάτων, από το 2013 και μετά, παρατηρείται αύξηση» παρατηρεί ο κ. Χατζηνικολαΐδης.

Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι πως γίνεται τα έτη 2011 και 2012 να έχουμε μείωση των εργατικών ατυχημάτων και μετά να εμφανίζεται κάθε χρόνο η αύξηση του 10%.

Σύμφωνα με τον κ. Χατζηνικολαΐδη, η εξήγηση είναι απλή και επικεντρώνεται κυρίως σε δύο αιτίες: «Η πρώτη αιτία σχετίζεται με το γεγονός ότι, μέχρι το 2008 έστω και το 2009, οι επιχειρήσεις, στο πλαίσιο των επενδύσεών τους για εκσυγχρονισμό, επένδυαν σε νέο εξοπλισμό, που πληρούσε και τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές περί μέτρων ασφάλειας της εργασίας και, γενικώς, συντηρούσαν με μεγαλύτερη επιμέλεια το όποιο σύστημα ασφάλειας της εργασίας εφάρμοζαν.

Η δεύτερη αιτία σχετίζεται με τη μείωση της οικοδομής. Είχε και αυτή τη συμμετοχή της στη μείωση των εργατικών ατυχημάτων και, κυρίως, αυτών που αφορά τις πτώσεις από ύψος. Με βάση τα παραπάνω, αυτή η θετική επίπτωση αποτυπώθηκε και στη μείωση των εργατικών ατυχημάτων.

Από το 2010 και μετά, η μείωση σε επενδύσεις και εκσυγχρονισμό είχε ως επίπτωση, μεταξύ άλλων και στην αύξηση των εργατικών ατυχημάτων και, ειδικότερα, τα έτη 2013 έως και 2016, παρόλο που είχαμε κατακόρυφη πτώση της οικοδομής και μείωση του ΑΕΠ της χώρας κατά 30% περίπου, άρα και της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Γενικά, έχουμε παρατηρήσει ότι, με το ξεκίνημα της κρίσης, από τα πρώτα έξοδα που περιόρισαν οι επιχειρήσεις, ήταν αυτά που αφορούσαν τη λήψη μέτρων ασφάλειας της εργασίας, συμπεριλαμβανομένων και των επενδύσεων σε νέο εξοπλισμό εργασίας».

Ανάλογη πορεία, όπως επισημαίνει, ακολουθούν και τα θανατηφόρα ατυχήματα. Συγκεκριμένα, «το 2013, τα θανατηφόρα ατυχήματα ήταν 65, το 2014: 63, το 2015: 67 και το 2016: 73. Μία αύξηση 10% περίπου κάθε χρόνο, αν εξαιρέσουμε μία ανεπαίσθητη πτώση το 2014» προσθέτει.

Υπογραμμίζει δε ότι τα αίτια των θανατηφόρων ατυχημάτων, ως έναν βαθμό, διαφοροποιούνται από τα αίτια των δηλωθέντων ατυχημάτων και οι τρεις κυριότερες αιτίες είναι πτώση από ύψος, ηλεκτρικό ρεύμα και παθολογικά αίτια.

«Σήμερα, που μιλάμε, ήδη, για το πρώτο τρίμηνο του 2017, παρατηρείται μία αύξηση 15%, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2016 στα δηλωθέντα εργατικά ατυχήματα.

Ειδικότερα, το 2016, είχαμε, στο πρώτο τρίμηνο, 1.421 δηλωθέντα εργατικά ατυχήματα σε όλη τη χώρα, ενώ, για το 2017, ανήλθαν στα 1.608. Βλέποντας την εξέλιξη των εργατικών ατυχημάτων, εκτίμησή μου είναι ότι, για το 2017, θα ξεπεράσουμε τα 7.000 δηλωθέντα ατυχήματα. Είναι μεγάλος ο αριθμός αυτός» σχολιάζει.

πηγη: iskra.gr

oktovriani.jpg

Παναγιώτης Μαυροειδής*

Για τους ταξικούς και ιδεολογικούς αντιπάλους του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, η Οκτωβριανή επανάσταση ήταν μια χωροχρονική ιδιαιτερότητα σε παρωχημένες ιστορικές συνθήκες, παγωμένες κοινωνικά σε μια καθυστερημένη χώρα, με καθοριστικό ρόλο στην πραξικοπηματική δράση των μπολσεβίκων του Λένιν που έδρασαν έτσι ενάντια στον ορθόδοξο μαρξισμό και τις νομοτέλειές του. Μια ιδιαιτερότητα που εν τέλει έδωσε τη θέση της στην κανονικότητα με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989-1991.
Οφείλουμε και είμαστε σε θέση να αναμετρηθούμε με αυτό τον αντι-ιστορικό και ταξικά ιδιοτελή ισχυρισμό.
 Πριν απ΄ όλα, πρέπει   να ξεχωρίσουμε τα ιστορικά και τα διαχρονικά στοιχεία, ώστε να γίνει η σωστή συζήτηση.  Έτσι ώστε να είμαστε και αποφασιστικοί αλλά και τεκμηριωμένοι στον ισχυρισμό μας ότι η Οκτωβριανή αποτέλεσε έκφραση μιας δυνατότητας που συναρτάται με μια αναγκαιότητα και τάση που αναδύεται στον σύγχρονο καπιταλισμό, δυνατότητα που όχι μόνο είναι ενεργή σήμερα, αλλά και πλέον ώριμη.
Η Οκτωβριανή επανάσταση ωστόσο δεν έγινε κατά τύχη, ούτε με τη χρονική, ούτε με την εδαφική/χωρική έννοια.
Ο Οκτώβρης του 1917 είχε πίσω  το Φλεβάρη του 1917, αλλά  και το νικηφόρο επαναστατικά 1917 είχε πίσω του  το 1905, όπου οι μάζες «έχασαν» αλλά «έμαθαν»  να κάνουν επανάσταση, αλλά και να οργανώνονται σε ανεξάρτητα όργανα που ήταν τα Σοβιέτ.
Η  επανάσταση (με τη στενή έννοια, της κατάληψης της εξουσίας) δεν τέλειωσε, απλά άρχισε με τον Οκτώβρη. Ακολούθησε ο εμφύλιος και η ιμπεριαλιστική επέμβαση έως το 1921.  Το ζήτημα της επανάστασης ως δρόμου για την επίλυση των δημοκρατικών και κοινωνικών ζητημάτων με επικεφαλής αυτή ή την άλλη τάξη και την ταξική διαπάλη μεταξύ των τάξεων,  ήταν ζήτημα μαζικής κοινωνικής πρακτικής, πολιτικής ζύμωσης και θεωρητικής διαπάλης για δεκαετίες στη Ρωσία. Είναι σκόπιμη διαστρέβλωση η ταύτιση της  Οκτωβριανής επανάστασης με την «έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα» ως κάποιο μονόπρακτο, σχεδόν πραξικόπημα, χωρίς ιστορικό βάθος, έκφραση αναγκαιότητας ή επαναληψιμότητα.
Η Ρωσική επανάσταση δεν ήταν ένα τυχαίο συμβάν στη χώρα των μουζίκων, αλλά ένα πιθανό ενδεχόμενο μέσα σε άλλα, δηλαδή την εκδήλωση ή/και τη νίκη και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες εκείνη την περίοδο. Και ως γνωστόν, η  πιθανότητα διέπεται από νόμους, όχι νευτώνειους, αλλά διέπεται από νόμους.
Κανένας δεν μπορούσε να υπογράψει ότι η Οκτωβριανή επανάσταση θα νικούσε ή ότι υποχρεωτικά θα εκφυλιζόταν στη συνέχεια. Ούτε ότι δε θα νικούσε η επανάσταση στη Γερμανία. Ο συνειδητός υποκειμενικός παράγοντας έπαιξε και παίζει πάντα τεράστιο ρόλο σε όλες τις περιπτώσεις.
Μιλώντας λοιπόν σήμερα για την Οκτωβριανή επανάσταση, θα λέγαμε πως δεν έχουμε ανάγκη, ούτε μια αγιογραφία, ούτε πολύ περισσότερο κάποιο πανικόβλητο πολιτικό και θεωρητικό  μηδενισμό  που αποτελεί συμμετρικό σημείο της εξιδανίκευσης.
Η στάση μας καθορίζεται από τις εξής αφετηρίες:
α. Σεβασμός και περηφάνεια για τη μεγάλη εργατική κομμουνιστική απόπειρα πού όρισε μια νέα εποχή, εντός της πλέον ώριμης φάσης της οποίας είμαστε τώρα,
β. Απροκατάληπτη μελέτη, τόσο για τις προϋποθέσεις της νίκης της το 1917, όσο και για τις αιτίες της αντίστροφης μετάβασης και της κατάρρευσης το 1989-1991
γ. Ερευνούμε, συζητούμε και δρούμε, πάντα με τη ματιά στο σήμερα, από τη σκοπιά της εργατικής και κοινωνικής χειραφέτησης, της σύγχρονης κομμουνιστικής απελευθέρωσης, ενάντια στον καπιταλισμό της εποχής μας.
Εμείς για τις κοινωνικές επαναστάσεις δε συζητάμε ως  θεολάτρες, ούτε αφηρημένα ιδεοληπτικά, αλλά στο μέτρο που θεωρούμε ότι εκφράζουν την κίνηση και ειδικά τα άλματα της ανθρώπινης κοινωνίας για ένα καλύτερο κόσμο και ακόμη πιο ειδικά στο βαθμό που συμπυκνώνουν τη δυνατότητα της εργαζομένης κοινωνικής πλειοψηφίας  να βελτιώνει αποφασιστικά αλλά και να ορίζει τις συνθήκες της ύπαρξης της.
Έχουμε να αναστοχαστούμε  πολλά για την Οκτωβριανή επανάσταση.
Δυο ωστόσο, είναι  τα χοντρικά ερωτήματα.
Τι έγινε το 1917; Γιατί νίκησε η επανάσταση στη Ρωσία, ενώ δεν έγινε το ίδιο αλλού;
Τι έγινε μετά το  1917; Διότι σήμερα δεν υπάρχει ΕΣΣΔ. Τα μεγάλα ιστορικά πισωγυρίσματα στα οποία συχνά υποχρεούνται νέο-εμφανιζόμενα  κοινωνικοοικονομικά συστήματα δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο στην ιστορία. Το καπιταλιστικό σύστημα  χρειάστηκε εκατοντάδες χρόνια μετά την ανάδυσή του στο προσκήνιο της ιστορίας για να στερεωθεί σχετικά. Το εντυπωσιακότερο στοιχείο  με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και των υπολοίπων χωρών του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού»,  δεν είναι η κοινωνική και πολιτική παλινδρόμηση (που ουσιαστικό κυοφορείτο δεκαετίες πριν) προς τον καπιταλισμό, αλλά το γεγονός ότι  χαρακτηρίστηκε από παντελή σχεδόν έλλειψη υπεράσπισης του καθεστώτος, έστω από κάποιο τμήμα των εκατομμυρίων ανθρώπων της εργασίας τους οποίους υποτίθεται ότι είχε στο κέντρο της προσοχής του.
Το πρώτο  ζήτημα που  βγαίνει έντονα από την πείρα της οκτωβριανής και ειδικά από την απότομη στροφή του περίφημου έργου του Λένιν για τις   «Θέσεις του Απρίλη» (Απρίλιος 2017), είναι η δεσμευτική αφετηρία των μπολσεβίκων, από τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των άλλων σύμμαχων λαϊκών στρωμάτων. Η λενινιστική στρατηγική είναι ακριβέστατη ως προς αυτό. Βαθιά, διαλεκτική -όχι θρησκευτική- πίστη στην ανάγκη αλλά και τη  δυνατότητα και το δικαίωμα   της εργατικής τάξης να μπει στο τιμόνι της κοινωνικής εξέλιξης και ειδικότερα της επαναστατικής διαδικασίας στη Ρωσία. Αυτό μάλιστα  σε μια χώρα όπου η εργατική τάξη αποτελούσε το δυναμικό αποφασιστικό παράγοντα,  αλλά όχι τον πλειοψηφικό!  Στο πλαίσιο αυτό ο Λένιν, τον Απρίλη του 2017, δηλαδή μόλις δυο μήνες (!) μετά τη δημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη,  κηρύσσει το «τέλος της δημοκρατικής φάσης». Παράδοξο από μια άποψη.
Ακόμη πιο αντιφατικό, φαινομενικά αντιφατικό: Μιλάει για προλεταριακή πλέον επανάσταση και σοβιετική εξουσία «τύπου κομούνας», την ίδια στιγμή που διευκρινίζει ότι δεν προτείνει άμεση εφαρμογή σοσιαλισμού, αλλά βήματα προς αυτόν. Αυτά δε τα βήματα ή μέτρα, διατυπωμένα αργότερα στο κείμενο «Η  καταστροφή που μας απειλεί» (Σεπτέμβριος 2017), είναι σαφέστατα γραμμένα με τη ματιά στο πως θα μετρήσουν αυτά για τα εργατικά στρώματα, οδηγώντας τόσο σε μια άμεση βελτίωση της θέσης τους, όσο  και σε μια απότομη ταύτιση τους, σε ενεργό ρόλο μέσα στην επαναστατική διαδικασία. Τεράστια η πολιτική διαφορά ανάμεσα στην αλγεβρική/διαλεκτική αντίληψη της ταξικής πάλης και της πολιτικής και  στην τυπική/αριθμητική ευτέλειά της που ήθελε πρώτα να λύνονται τα προβλήματα αυτά από την αστική τάξη στο όνομα της ανωριμότητας να επιλυθούν σε σοσιαλιστικό πλαίσιο και έπειτα να τεθεί το θέμα του δεύτερου σοσιαλιστικού σταδίου.
Η οκτωβριανή επανάσταση ήταν μια εργατική, προλεταριακή επανάσταση, ένα τεράστιο ρήγμα στον ιστορικό χώρο/χρόνο, που άνοιξε μια νέα εποχή, εντός της ώριμης φάσης της οποίας είμαστε σήμερα.
Η εργατική τάξη και δικαιούται και δύναται. Αυτό μας είπε ο Οκτώβρης…
Η επαναστατική πολιτική δεν είναι τέτοια, αν δεν είναι εργατική πολιτική, αν δεν έχει σαφή ταξικό κοινωνικό καθορισμό. Μόνο αυτό το στοιχείο θα δώσει τη δυνατότητα των κοινωνικών συμμαχιών και του αντίστοιχου μετώπου για τη νίκη της επανάστασης.
Τα παραπάνω ισχύουν σε πολλαπλάσιο βαθμό σήμερα στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο, με τη διαμόρφωση μιας  σαφώς πλειοψηφικής και περισσότερο μορφωμένης, αλλά και πλέον κατακερματισμένης και πολυσύνθετης εργατικής τάξης.
Μιλώντας για προλεταριακή επανάσταση στη Ρωσία το 1917,  ο Λένιν και ο  μπολσεβικισμός γενικότερα  κάνουν μια τεράστια τομή σε σχέση με το  «ορθόδοξο» ρεύμα της Ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.
Οι ιδεολόγοι της δεξιάς τάσης  σοσιαλδημοκρατίας της εποχής  ήταν βαθιά πεισμένοι πώς ή κα­πιταλιστική ανάπτυξη όχι απλά  δημιουργούσε  τη βάση για τη σοσιαλιστική μετατροπή της κοινωνίας, αλλά και πώς αυτή η εξέλιξη θα γινόταν προοδευτικά και ειρηνικά  μέσα από την υπερανάπτυξη του καπιταλισμού και της διαρκούς ανόδου της κρατικής παρέμβασης στο πλαίσιο του.
Τι δεν έβλεπαν; Στο εσωτερικό  του μονοπωλιακού καπιταλισμού/ιμπεριαλισμού, μαζί με την άνοδο των παραγωγικών δυνάμεων μετασχηματίζονταν και οι παραγωγικές κοινωνικές σχέσεις. Ο καπιταλισμός της εποχής εκείνης, όπως και κάθε εποχής, αλλάζοντας, αλλάζει και την εργασία που είναι αφενός ο δυνάμει νεκροθάφτης του, μα και ο βασικός τροφοδότης του. Η επαναστατική δυνατότητα δεν   αποτελεί μαθηματική συνάρτηση της έντασης  και της μορφής ανάπτυξης του καπιταλισμού, μα ούτε και του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Και οι δύο αυτές πλευρές αποτελούν το υλικό και αντικειμενικό πεδίο εντός του οποίου εγγράφεται η επαναστατική παρέμβαση του υποκειμενικού παράγοντα, η οποία ασφαλώς δε μπορεί να είναι ιστορικά «αυθαίρετη», αλλά ούτε κα να αγνοεί την ανάγκη της συγκεκριμένης διαμόρφωσης επαναστατικής στρατηγικής.
Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι πολέμησαν με πάθος αυτή την άρνηση της επανάστασης από μεριάς της σοσιαλδημοκρατίας  και της νυσταλέας αντίληψής της περί γραμμικής εξέλιξης και προοδευτικής μετάλλαξης  του κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού  σε σοσιαλισμό.
Η μεγάλη αντίφαση είναι ότι, ενώ  η νίκη της Ρωσικής Επανάστασης σηματοδότησε  το θρίαμβο της αντίληψής τους και της επιλογής της ρήξης με τη σοσιαλδημοκρατία, όρισε ταυτόχρονα  και τα όρια της διαφοροποίησης αυτής.
Σε ότι αφορά την εξέλιξη και τελική διαμόρφωση του καθεστώτος της ΕΣΣΔ,  οι αντιφάσεις και τα λάθη σε θέματα που αφορούν τη διαλεκτική των  παραγωγικών  δυνάμεων  και παραγωγικών  σχέσεων, όσο και την διαλεκτική αντικειμενικών  συνθηκών  και παρέμβασης του υποκειμενικού παράγοντα, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις επιλογές  των επαναστατικών δυνάμεων στη Ρωσία μετά την Οκτωβριανή επανάσταση.
Μόλις λίγους μήνες μετά την Οκτώβρη του 1917, τον Απρίλιο της ερχόμενης χρονιάς,  ο Λένιν παρουσίαζε την εισήγηση για τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας. Με τη γνωστή πολιτική ακρίβεια που τον χαρακτήριζε, μεταξύ των άλλων τόνιζε:
«Αν  σκεφτείτε έστω και λίγο τι θα σήμαινε στη Ρωσία, στη Σοβιετική Ρωσία, η εξασφάλιση των βάσεων ενός τέτοιου κρατικού καπιταλισμού (σ.σ. σαν αυτόν της Γερμανίας), τότε κάθε άνθρωπος πού είναι στα καλά του και δεν έχει παραγεμίσει το κεφάλι του με αποσπάσματα αληθειών παρμένα από τα βιβλία, θα μπορούσε να πει ότι ό κρατικός καπιταλισμός είναι για μας η σωτηρία» 
Και από άλλα κείμενα της ίδιας περιόδου προκύπτει η πεποίθηση  ότι  η παραγωγική μορφή του κρατικού καπιταλισμού όπως  αναπτύχθηκε μέσα απ’ τον καπιταλισμό, και ακόμη περισσότερο αυτή της οποίας τη δημιουργία θα ενθάρρυνε η σοβιετική εξουσία,  θα μπορούσε να θεωρηθεί –προσωρινά φυσικά- σαν η βάση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, μαζί οπωσδήποτε με τον σοσιαλιστικό τομέα. Η υπόθεση που γινόταν ήταν ότι η   μορφή του κρατικού καπιταλισμού θα μπορούσε να εξαρτήσει παραγωγικά  όλες τις κατώτερες (αναχρονιστικές) μορφές της κοινωνικής παραγωγής, να  τις εκμεταλλευτεί έτσι  για την εκβιο­μηχάνιση, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για το σοσιαλισμό. Το εργαλείο της εφαρμογής αυτής της πολιτικής και η ταυτόχρονα η σιγουριά της ορθής εφαρμογής, θεωρήθηκε πως ήταν  η υπάρχουσα εργατική εξουσία.
Σχηματικά: Σοσιαλισμός = Εργατική εξουσία ως πολιτική μορφή+ κρατικοκαπιταλιστική οικονομική παραγωγική δομή.
Το κληρονομήσαμε, ακόμη πιο εκχυδαϊσμένα:  Σοσιαλισμός = Μονοκομματική εξουσία+ κράτος.
Ο Λένιν δεν αναφερόταν  μόνο στα υπολείμματα των παλιών καπιταλιστών, αλλά στη δημιουργία νέων μέσω του κρατικού καπιταλισμού και της Νέας Οικονομικής Πολιτικής.
«να μη προσπαθήσουμε να απαγορεύσουμε ή να εμποδίσουμε την ανάπτυ­ξη του καπιταλισμού, αλλά να προσπαθήσουμε να την κατευθύνου­με στο κανάλι του κρατικού καπιταλισμού (…). Είναι δυνατό να συνδυαστεί, να συνενωθεί, να συμβιβαστεί το Σοβιετικό κράτος, ή δικτατορία του προλεταριάτου με τον κρατικό καπιταλισμό; Φυσικά είναι δυνατό.»
Εδώ πλέον η  πεποίθηση ότι η εκβιομηχάνιση και γενικά η ταχύτατη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, με κάθε τρόπο και κόστος, θα δημιουργήσει την απαραίτητη βάση για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, είναι εδραία.
Και πάλι σχηματικά: Σοσιαλισμός =Εξηλεκτρισμός/βιομηχανία+Σοβιέτ
Τηρουμένων των αναλογιών, στην ουσία επέστρεφε η άποψη  ότι  ο κρατικός καπιταλισμός του μονοπωλιακού σταδίου αποτελούσε  όχημα μα και προϋπόθεση της κοινωνικής επανάστασης. Μιας και αυτή η εξέλιξη του καπιταλισμού  στην καθυστερημένη Ρωσία δεν είχε υπάρξει, θα μπορούσε προσωρινά να την επιταχύνει η ίδια η σοβιετική εξουσία. Η τομή επομένως με την κλασσική σοσιαλδημοκρατία έμοιαζε να είναι μετέωρη.
Οι μέθοδοι της κρατικοκαπιταλιστικής παραγωγής θεωρήθηκε πως προσέφεραν την εγγύηση για την αποτελεσματική λειτουργία της νέας κρατικής εξουσίας. Υποτιμήθηκε το γεγονός  ότι αυτές οι μέθοδοι ήταν προϊόντα συγκεκριμένων κοινωνικών συνθηκών και δε μπορούσαν να μεταφερθούν άμεσα στη μεταβατική κοινωνία, ούτε να μπουν δίπλα στις σοσιαλιστικές μεθόδους του σχεδιασμού και του εργατικού ελέγχου.
Αντίθετα, παράλληλα και σχεδόν αναγκαστικά,  με την εφαρμογή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (αλλά όχι μόνο), υποτιμήθηκαν και σταδιακά παραγκωνίστηκαν οι συγκεκριμένες μορφές  κοινωνι­κής χειραφέτησης, όπως υπήρχαν σε σπερματική κατάσταση στη Ρωσία, οι  οποίες ώθησαν στην επανάσταση, αλλά και επιταχύνθηκαν στο πλαίσιο της (απαλλοτριώσεις επιχειρήσεων από τους εργάτες, μορφές εργατικού ελέγχου, εργατικές επιτροπές στην παραγωγή κ.α).
Η Νέα Οικονομική Πολιτική ήταν βέβαια  προσωρινή. Τυπικά,  η καθολική (και βίαιη σε ένα βαθμό) κολεκτιβοποίηση έλυσε τα όποια προβλήματα επιτυχώς. Οι παλιοί και αναχρονιστικοί  τύποι παραγωγής που αναφέρονταν στη μικροαστική μάζα και τους μεσαίους αγρότες σαρώθηκαν. Η συνταγή έδειχνε να πετυχαίνει. Ποιος τύπος παραγωγής επωφελήθηκε ωστόσο; Κατά τη γνώμη μας αυτό που εξασφαλίστηκε ήταν ακριβώς η ήττα του εν δυνάμει σοσιαλιστικού τομέα, μέσω της σύμφυσής του με την εσωτερική ουσία του κρατικοκαπιταλιστικού τομέα και της μετάλλαξής του σε ένα νέο ανέκδοτο αλλά εκμεταλλευτικό τύπο παραγωγής. Οι τυπικές ως προς τα εσωτερικά τους χαρακτηριστικά καπιταλιστικές διευθυντικές λειτουργίες «επικάθησαν» στα Σοβιέτ και τις εργοστασιακές επιτροπές, η αντικατάσταση της παλιάς ιεραρχίας στις επιχειρήσεις, οδήγησε σε νέες μορφές εργοστασιακής δεσποτείας. Ο εργατικός έλεγχος όχι  μόνο καταργήθηκε αλλά αντικαταστάθηκε από  όργανα  ελέγχου των εργατών.
Κρίνοντας το καθεστώς της ΕΣΣΔ από την σταθεροποίηση του και μετά στην αρχή της δεκαετίας του 1930 και το πρώτο πεντάχρονο πλάνο, προκύπτει ότι το πρόβλημα με τη εκμεταλλευτική φύση του νέου καθεστώτος δε σχετίζεται  με την (προσωρινή) Νέα Οικονομική Πολιτική που ακολούθησε τη φάση του «πολεμικού κομμουνισμού», ούτε με τα υπολείμματα των καπιταλιστών της παλιάς εποχής, ούτε με την επιβίωση του αναχρονιστικού αγροτικού και μικροαστικού στοιχείου, αλλά ακριβώς εντοπίζεται στον βασικό, κρατικό, υποτιθέμενο σοσιαλιστικό τύπο παραγωγής, καθώς και την πολιτική δομή που τον υπηρετούσε και αναπαρήγαγε,  που πρέπει να μελετηθούν εκτενέστερα.
Τι θέση είχε η εργατική τάξη στην ΕΣΣΔ,  εντός αυτής  της οικονομικής παραγωγικής μορφής και αντίληψης;
Οπωσδήποτε, το μετεπαναστατικό σοβιετικό καθεστώς είχε το αποτύπωμα της εργατικής   επανάστασης και των εργατικών κατακτήσεων, σε κάθε φάση του. Τόσο στην πρώτη περίοδο που οι τάσεις σοσιαλιστικού προσανατολισμού και κοινωνικής χειραφέτησης της εργασίας επιχειρούσαν να πάρουν το συνολικό προβάδισμα, όσο και στην μετέπειτα εξέλιξή του.
Η νέα άρχουσα τάξη στην ΕΣΣΔ είχε σχέσεις ενός ιδιότυπου «κοινωνικού συμβολαίου»  με την εργατική τάξη. Στήριζε την αναπαραγωγή της σε αυτήν, επιβάλλοντας ταυτόχρονα τον αποκλεισμό της από κάθε ενεργό ρόλο τόσο στη διαδικασία της παραγωγής, όσο και της ευρύτερης πολιτικής ζωής.  Το κίνημα των εργοστασιακών επιτροπών που αναζητούσε νέους δρόμους και ρόλους, παραγκωνίστηκε από την αρχή, κάτω και από την πίεση της πολεμικής προσπάθειας. Ένας παραγκωνισμός που δεν αποδείχτηκε προσωρινός. Τα συνδικάτα στην ουσία καταργήθηκαν, καθώς αποτέλεσαν τμήμα του μηχανισμού που «γεννούσε» καθήκοντα και νόρμες και «ήλεγχε» την απόδοση, παρά αντιπροσώπευαν με σχετικά ανεξάρτητο τρόπο εργατικά συμφέροντα. Και φυσικά το Κόμμα, «χάθηκε», ως φορέας εργατικής χειραφέτησης μέσω από τη σύμφυσή τους με ένα όλο και πιο γραφειοκρατικό και «ξένο» κράτος, παρότι το τελευταίο κρατούσε τις σημαίες της εργατικής τάξης.
Το αντίτιμο των κοινωνικών καταχτήσεων, αυτό του πολιτικού αποκλεισμού που οδηγούσε σε πολιτική παθητικότητα, ήταν βαρύ για την εργατική τάξη. Ταυτόχρονα, η εργασιακή και πολιτική απάθεια, απότοκα της αποξένωσης από την εργασιακή διαδικασία και το προϊόν της, από ένα σημείο και μετά επέστρεφε ως επιβραδυντικός παράγοντας για την εξουσία, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο.
Κεντρική θέση στην εξέλιξη της υποτελούς τελικά θέσης της εργατικής τάξης στην ΕΣΣΔ, είχε η εισαγωγή του συστήματος Τέιλορ στην οργάνωση της εργασίας, η εντατικοποίηση μαζί με τη καθολική σχεδόν εφαρμογή της «δουλειάς με το κομμάτι», αλλά και η πρωτοφανής κουλτούρα εξύμνησης της  εργασίας, της απόλυτης πειθαρχίας και της θυσίας για αυτήν αντί για την απελευθέρωσή και περιορισμό της.
Η εντατικοποίηση της εργασίας που εγκαινίασε  η «πρωτοβουλία του Σταναχοβισμού» (αλλά και άλλες όπως τα «κόκκινα Σάββατα), στα μέσα της δεκαετίας του 1930, διαμόρφωσαν προοδευτικά ένα πλαίσιο αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, με ακόμη μεγαλύτερη αποξένωση των εργαζομένων.
Σημαντική πλευρά της θέσπισης υλικών κινήτρων για την αύξηση της παραγωγικότητας ήταν η διαμόρφωση συστημάτων ατομικής αξιολόγησης της αποδοτικότητας των εργαζομένων. Έτσι η αμοιβή με το κομμάτι αναδεικνύεται στην κυρίαρχη μορφή μισθού στον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Σύμφωνα με την Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ το 1953 στην ΕΣΣΔ δούλευαν με το κομμάτι τα 77% του συνόλου των εργατών της βιομηχανίας.
Το ερώτημα της κοινωνικής φύσης του συστήματος της ΕΣΣΔ έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονων αντιπαραθέσεων και μέσα στον μαρξιστικό κομμουνιστικό χώρο, τόσο πριν όσο και μετά την διάλυση της.  Το ότι οι ταξικοί και ιδεολογικοί αντίπαλοι ταυτίζουν αυτά τα καθεστώτα (και την αποτυχία τους βέβαια) με τον κομμουνισμό, είναι κατανοητό ότι γίνεται με σκοπιμότητα. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι δε έγινε και τίποτα εκεί και απλά είχαμε ένα «κρατικό καπιταλισμό».
Κατά τη γνώμη μας, η  Οκτωβριανή επανάσταση σηματοδότησε την ιστορική εμφάνιση της κομμουνιστικής δυνατότητας. Αυτή ωστόσο ανέπτυξε περιορισμένη μορφή, έμεινε ανολοκλήρωτη, δεν έκανε το ποιοτικό βήμα της πλήρους ανατροπής των εκμεταλλευτικών σχέσεων και τελικά μετατράπηκε στο αντίθετό της. Το «σπέρμα» της δυνατότητας της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και της κοινωνικής διεύθυνσης της παραγωγής, που περιέκλειε αρχικά αυτή η κίνηση, όπως και το «σπέρμα» της εργατικής δημοκρατίας, καταπνίγηκαν. Ως αποτέλεσμα συνδυασμού αντικειμενικών δυσκολιών και επιλογών του υποκειμενικού παράγοντα, διαμορφώθηκαν νέες εκμεταλλευτικές δομές που σταδιακά παγιοποιήθηκαν και μια νέα ταξική κυριαρχία διαμορφώθηκε. Η κοινωνία αυτή δεν έγινε ποτέ σοσιαλιστική, πολύ περισσότερο «ανεπτυγμένη σοσιαλιστική» ή/και κομμουνιστική.  Η  επαναστατική διαδικασία από ένα σημείο και μετά ακολούθησε οπισθοδρομική πορεία και τελικά η σοβιετική κοινωνία μετατράπηκε σε ταξική εκμεταλλευτική κοινωνία με ιδιότυπες καπιταλιστικές σχέσεις.
Ο  «υπαρκτός σοσιαλισμός» αποτέλεσε ένας ιδιόμορφο τρόπο παραγωγής, ανέκδοτο ιστορικά. Ήταν εξ αρχής μια κοινωνία με «ερώτημα μετάβασης». Με διαταραγμένα ορισμένα καπιταλιστικά χαρακτηριστικά δεν προσομοίαζε στον κλασικό καπιταλισμό. Μέσα από την ωρίμανση και όξυνση των βασικών αντιφάσεων της,  μετά από παρατεταμένη περίοδο «αφανούς» συνήθως ταξικής διαπάλης και οικονομικής στασιμότητας, κινήθηκε προς την  ολοκλήρωση της εξάλειψης του ρήγματος της Οκτωβριανής Επανάστασης.
Ανιχνεύοντας ερωτήματα για τον κομμουνισμό στην εποχή μας και τις επαναστάσεις για αυτόν, θα βοηθούσε αν κοιτάζαμε και πάλι με κριτικό τρόπο την εμπειρία του  1917.
Το κείμενο με τις  «Θέσεις του Απρίλη», από φωνές μέσα στην Κεντρική Επιτροπή στο  Μπολσεβίκικο κόμμα,  χαρακτηρίστηκε ως το «παραλήρημα ενός τρελού».
Σε αυτό λοιπόν το «παραλήρημα»,  ο Λένιν  στην ουσία έλεγε το εξής:
«Εργατική εξουσία, όλη η εξουσία στα Σοβιέτ,  παρότι δε θα κάνουμε σοσιαλισμό εδώ και τώρα».
«Μια στο καρφί και μια στο πέταλο», θα έλεγε κάποιος.
Αλλά και ξανά μια στο καρφί,  καθώς αυτός ο ηγέτης που τόσο εύκολα οι τότε πάπες του ορθόδοξου μαρξισμού χαρακτήρισαν ως  ‘’βολονταριστή’’ ,  συνέχιζε λέγοντας ότι ναι μεν δε θα κάνουμε άμεσα σοσιαλισμό, αλλά η προσωρινή κυβέρνηση πρέπει να ανατραπεί επειδή είναι «αστική κυβέρνηση, κυβέρνηση του κεφαλαίου».  Ακόμη και σε αυτό το ζήτημα  του πολέμου, το τόσο παλλαϊκό και πανδημοκρατικό, επέμενε εξαιρετικά να συμπυκνώσει την καθολική αντίθεση εναντίον της,  υποστηρίζοντας ότι δε μπορεί να σταματήσει τον πόλεμο, «ακριβώς επειδή είναι αστική κυβέρνηση». Και με τη γνωστή αθυροστομία του τόνιζε:
«όποιος επιχειρεί να πείσει μια αστική κυβέρνηση να σταματήσει ένα ιμπεριαλιστικό πόλεμο, είναι σα να κάνει μαθήματα ηθικής σε ένα ιδιοκτήτη μπουρδέλου»
Η Οκτωβριανή επανάσταση επομένως δεν ήταν γενικά εργατική αλλά και με συγκεκριμένη αντικαπιταλιστική στόχευση. Ήταν  επανάσταση ενάντια στον αστικό κόσμο, την κοινωνική και πολιτική εξουσία του. Η αντικαπιταλιστική οπτική, όσο λοιδορία και αν δέχεται σήμερα, δεν ταυτίζεται με κάποια αριστερίστικη δήθεν βιασύνη για τον  κομμουνιστικό μετασχηματισμό όπως διαμαρτύρονται οι «αντι-σεχταριστές» όλου του κόσμου. Αντίθετα, θέτει την κατεύθυνση, το στόχο, ορίζει τον αντίπαλο, άρα και τη φύση των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Άλλο συμμαχίες σωτηρίας για την «παραγωγική ανασυγκρότηση για να σωθεί η χώρα, να μεγαλώσει πίτα  και μετά βλέπουμε» και άλλο  αντικαπιταλιστικό εργατικό μέτωπο.
Μα και η ίδια η αντικαπιταλιστική σοσιαλιστική  επανάσταση, ενώ αποτελεί όχι απλά βήμα, αλλά άλμα προς την πλήρη  νίκη της διαρκούς επανάστασης για τον κομμουνιστικό μετασχηματισμό, δεν ταυτίζεται με αυτόν. Εμείς όμως  κάνουμε αυτή τη διάκριση για να την υπερασπιστούμε και όχι για να τη διαστρέψουμε ως τέτοια. Διότι είναι της μόδας η διαστροφή της εμπειρίας του Οκτώβρη για να δικαιολογηθεί η άρνηση της επαναστατικής στρατηγική σήμερα. Είναι γνωστό το σχήμα του συρμού: «Τι ήταν ο Οκτώβρης; Τρία απλά,  κοινωνικά, άμεσα κατανοητά αιτήματα: Ψωμί, ειρήνη, γη!» Πρόκειται για  μισή αλήθεια, άρα  για  μεγάλο ψέμα, διότι ταυτόχρονα ήταν αυτά μαζί με το «όλη η εξουσία στα σοβιέτ» και το στόχο της ανατροπής της αστικής κυβέρνησης η οποία παρεμπιπτόντως ήταν και  «αριστερή» και «επαναστατική» η ίδια (μιας προηγούμενης φάσης).
Σήμερα ωστόσο, δικαιολογείται να   έχουμε «εμμονή» με την υπεράσπιση της επανάστασης (με όποιο χαρακτήρα), τη στιγμή  μάλιστα που  ταυτίζεται στην κοινή συνείδηση με τη  βία ή/και με την ένοπλη εμφύλια σύρραξη και όλα τα συνακόλουθα δεινά;
Παρά την τεράστια αυτοτελή σημασία που έχει στη συζήτηση και στην ταυτότητα των πολιτικών ρευμάτων το ζήτημα της επανάστασης, πρέπει να δούμε πως τελικά είναι  παράγωγο στοιχείο της  κομμουνιστικής στόχευσης.
Είμαστε με την επανάσταση, ακριβώς επειδή δε θα μας πουν «περάστε παρακαλώ για να εφαρμόσετε τον κομμουνισμό για τον οποίο μιλάτε και τους μετασχηματισμούς  που αυτός πραγματοποιεί για να λυθούν  τα κοινωνικά προβλήματα».
Μα και δε θα γίνει καμία επανάσταση, όσα σχέδια και όρκοι πίστης και αν υπάρχουν σε αυτήν, αν δεν ανακαλύπτουμε το δρόμο της τεκμηρίωσης και πολιτικής εκπαίδευσης του κόσμου, τόσο για την κομμουνιστική αναγκαιότητα στην εποχή μας, όσο και για τη δυνατότητά της.
Η εργατική αντικαπιταλιστική επανάσταση στη Ρωσία (αλλά και στη Γερμανία, Ουγγαρία και αλλού), νοηματοδοτήθηκε, ζυμώθηκε, προετοιμάστηκε, νίκησε αρχικά, δοκίμασε βήματα στη συνέχεια,  με βάση την πεποίθηση και επιστημονική τεκμηρίωση για την αναγκαιότητα  των κομμουνιστικών λύσεων στην ανθρωπότητα.
Για τη γενικευμένη κοινοκτημοσύνη όλου του πλούτου με κατάργηση της εκμετάλλευσης, της ταξικής διαίρεσης και ιδιοκτησίας,
για τη διπλή απελευθέρωση του  χρόνου (με τη μείωση του εργάσιμου υπέρ του ελεύθερου και την αλλαγή του δεσποτικού χαρακτήρα του εργάσιμου),
για την εργατική λαϊκή αυτοδιεύθυνση ως ριζική απάντηση στο ερώτημα της δημοκρατίας,
για την πραγματική ισοτιμία των δυο φύλων,
την αρμονική συμβίωση με το περιβάλλον και όχι τη δουλική  κατάκτηση και καταστροφή του,
την ειρηνική συνύπαρξη λαών, εθνών και ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.
Είμαστε με την επανάσταση,  διότι καμία τάξη δεν παραιτείται ιστορικά από τα προνόμια και την εξουσία της.
Ο Λένιν δεν έγραψε βιβλίο για απλά για την επανάσταση, αλλά για το «Κράτος και την επανάσταση». Η επανάσταση είναι αφενός αναγκαία και αφετέρου έχει ένα συγκεκριμένο, αποφασιστικό περιεχόμενο, στο ζήτημα της πολιτικής εξουσίας, ακριβώς επειδή υπάρχει κράτος. Αστικό κράτος, με συγκεκριμένο χαρακτήρα σε κάθε εποχή και στάδιο του καπιταλισμού. Το αστικό κράτος δεν κυβερνάται, δεν είναι ουδέτερο εργαλείο που αναζητά τιμονιέρη ή μνηστήρα.
Υπάρχει δυνατότητα για ένα νέο κομμουνισμό που να αντιστοιχεί στην εποχή μας;
Αν η νίκη του Οκτώβρη το 1991 όρισε μια εποχή για τον καπιταλισμό, αυτή των νικηφόρων εργατικών επαναστάσεων, η κατάρρευση του 1987-1991 δεν όρισε καμία αντίστοιχη και τουλάχιστον όχι το «τέλος της ιστορίας» και την αδιατάρακτη καπιταλιστική συνέχεια.
Σήμερα,  το αίτημα του κομμουνισμού είναι ενεργό τόσο, όσο  και ακόμη περισσότερο είναι ενεργή  και η χαίνουσα  πληγή της ιστορικής κρίσης και αποτυχίας του καπιταλισμού. Η  στρατηγική του κομμουνισμού της εποχής μας, όχι μόνο παραμένει ενεργή αλλά επανανοηματοδοτείται με βάση τα χαρακτηριστικά του αντιθετικού «αδελφού» του, δηλαδή του σύγχρονου καπιταλισμού που καλείται να ανατρέψει. 
Η αναγκαιότητα  και δυνατότητα ενός ώριμου κομμουνισμού, στηρίζεται σήμερα  από τη μια στην ενίσχυση των υλικών όρων και την αφόρητη αντίθεση μεταξύ της έκρηξης παραγωγής κοινωνικού πλούτου και δυνατότητας για δημιουργική, λιγότερη, χειραφετημένη εργασία και ανεπτυγμένο κοινωνικό συλλογικό πολιτισμό και, από την άλλη,  στον κανιβαλισμό, την έξαρση της καπιταλιστικής επιθετικότητας προς εξασφάλιση της ιδιοποίησης και της εμπορευματοποίησης, αλλά και στα αναβαθμισμένα χαρακτηριστικά της σύγχρονης εργατικής τάξης.
Θα μπορούσαμε άραγε σήμερα να παρακάμψουμε το ερώτημα της επανάστασης;
Ο σύγχρονος, καθολικός, ολοκληρωτικός  καπιταλισμός, πέρα από τις δικές μας συζητήσεις,  κατάφερε θανάσιμο πλήγμα στις αυταπάτες του ειρηνικού σοσιαλιστικού μετασχηματισμού δια της μακρόχρονης συσσώρευσης μεταρρυθμίσεων, με εργαλείο μάλιστα μια κυβέρνηση εντός της συνέχειας του αστικού κράτους.
Οι μόνες «μεταρρυθμίσεις» που ανέχεται ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός είναι οι αντιμεταρρυθμίσεις, σαν τις μνημονιακές που ζούμε. Η συσσώρευση πλούτου και κρατικής δύναμης του μεγάλου κεφαλαίου διαρκώς εντείνεται. Ο καπιταλισμός για να ζήσει είναι υποχρεωμένος να καταστρέψει τις καταχτήσεις όχι μόνο της ρωσικής αλλά και της γαλλικής επανάστασης. Άρα να μεταλλαχθεί αντιδραστικά ο ίδιος.
Η  επαναστατική αναγκαιότητα ενισχύεται επίσης και απ’ την υπέρμετρη αντιδραστικοποίηση του καπιταλισμού σε όλα τα επίπεδα, σαρώνοντας αξίες αλληλεγγύης, κατεδαφίζοντας δημοκρατικές καταχτήσεις, θαλασσοπνίγοντας μετανάστες, απειλώντας την παγκόσμια ειρήνη, βιάζοντας το  περιβάλλον. Αλίμονο αν δε το βλέπουμε αυτό. Η  τάση αυτή (την εκφράζει ουσιαστικά και συμβολικά ο Τραμπ), δεν αποτελεί ανορθογραφία, αλλά μορφή μετάβασης προς ένα υπεραντιδραστικό καπιταλισμό.
Αν ένας συλλογικός διανοούμενος έγραφε το «Κράτος και επανάσταση» στην εποχή μας, θα τόνιζε δύο και τρεις φορές το ζήτημα του αστικού κράτους ως σιδερόφρακτου συνεκτικού γενικού επιτελείου της αστικής τάξης αλλά και των διεθνικών υπερκρατικών όπλων του κεφαλαίου όπως είναι η ΕΕ ή το ΝΑΤΟ,  και άρα δύο και τρεις φορές το ζήτημα της επανάστασης, άρα της επαναστατικής στρατηγικής και επομένως της τακτικής που πρέπει να την υπηρετεί.
Η  επανάσταση στην εποχή μας είναι μάλλον πιο δύσκολη υπόθεση, αλλά και επιτακτικότερη και αμεσότερη ως μοναδική κοινωνική  εναλλακτική της βαρβαρότητας του καπιταλισμού.
Το κόμμα των  Μπολσεβίκων και πριν τον Οκτώβρη και μετά είχε ως αντικειμενικό πεδίο το γεγονός ότι έπρεπε να ανατρέψει ένα καθυστερημένο καπιταλισμό και επί των φτωχών ερείπιων του να οικοδομήσει η εργατική τάξη μια κομμουνιστική κοινωνία.
Εμείς ή μάλλον ένα σύγχρονο κόμμα κομμουνιστικής απελευθέρωσης ως συλλογικός ηγεμόνας, αντίθετα,  δεν έχουμε απέναντι το ζήτημα της υπανάπτυξης του καπιταλισμού αλλά  της υπερανάπτυξής του (μαζί και της σήψης του), έτσι που να αντιστοιχεί ακόμη περισσότερο στις αναλύσεις του Κεφαλαίου του Μαρξ, που φέτος συμπληρώνονται 150 χρόνια από την έκδοσή του.
Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση, ειδικά για τους νεολαίους κομμουνιστές και κομμουνίστριες που επιλέγουν σήμερα την επαναστατική κομμουνιστική στράτευση.
 
*Το κείμενο βασίζεται στην εισήγηση που αναπτύχθηκε στη συζήτηση για την Οκτωβριανή Επανάσταση στο φεστιβάλ των ΑΝΑΙΡΕΣΩΝ στη Θεσσαλονίκη στις 4/6/2017. Οι αναφορές για τις αιτίες της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στην ΕΣΣΔ αναπτύσσονται διεξοδικά σε αναλυτικό κείμενο σε αφιέρωμα για την Οκτωβριανή Επανάσταση της Θεωρητικής έκδοσης «Τετράδια Μαρξισμού για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση» (Τέταρτο Τεύχος, Ιούνιος 2017)
 
πηγη: pandiera.gr

_Αντ.jpg

Η δήλωση του Υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφανκ Σόϊμπλε την περασμένη Παρασκευή σε φόρουμ της κρατικής ραδιοτηλεόρασης WDRΒερολίνο, ότι ο Τσίπρας και η κυβέρνησή του «εξακολουθεί να επιμερίζει το βάρος των μέτρων στα πιο αδύναμα στρώματα» και καταλογίζοντας προσωπικά στον Έλληνα Πρωθυπουργό ευθύνη διότι «βγήκε με την υπόσχεση να καταργήσει τα φορολογικά προνόμια για τους εφοπλιστές αλλά τελικά δεν έκανε τίποτα», όπως ήταν επόμενο, τροφοδότησε ένα νέο κύκλο αντιπαράθεσης που αποτελεί συνέχεια προηγούμενων παρόμοιων δηλώσεων του γνωστού Σόϊμπλε και άλλων Γερμανών αξιωματούχων που θέτουν στο στόχαστρο τα εφοπλιστικά προνόμια για τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ στο προεκλογικό του πρόγραμμα μιλούσε για την κατάργησή τους.

Η παρέμβαση αυτή προκάλεσε την απάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού, του αρμόδιου κυβερνητικού εκπροσώπου, του Υπουργού Ε.Ν αλλά και για πρώτη φορά δημόσια του Προέδρου της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ) Θεόδωρου Βενιάμη.

Ταυτόχρονα διατυπώθηκαν διάφορα σχόλια και ερμηνείες σχετικά με αυτήν την τοποθέτηση του Σόϊμπλε. Ορισμένοι είδαν στην παρέμβαση αυτή προσπάθεια του Σόϊμπλε να εκθέσει την κυβέρνηση από τα «αριστερά» για το γεγονός ότι φορτώνει τα βάρη στα εργατικά και λαϊκά στρώματα και παράλληλα αφήνει ανέπαφο το καθεστώς φοροασυλίας και των λοιπών προνομίων που έχει θεσμοθετηθεί για το εφοπλιστικό κεφάλαιο στον χώρο της Ναυτιλίας. Ορισμένοι άλλοι είδαν ότι η παρέμβαση Σόϊμπλε αποσκοπεί στο χτύπημα και την υπονόμευση της ελληνικής ναυτιλίας και της πρωτοκαθεδρίας που έχει αυτή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αφού κατέχει περίπου το 50% του ευρωπαϊκού στόλου.

Η κυβέρνηση με τις δηλώσεις Τζανακόπουλου – Κουρουμπλή στην ουσία προσπάθησε να μεταθέσει τις ευθύνες, για τις πολιτικές που εφαρμόζονται στην χώρα, στην Γερμανία και προσωπικά στον Σόϊμπλε. Ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας έκανε ένα βήμα παραπάνω αφού την αιχμή Σόϊμπλε την εξέλαβε και την ερμήνευσε ότι ο Σόϊμπλε ζητάει να παρθούν μέτρα ενάντια στους εφοπλιστές και ταυτιζόμενος μαζί τους ισχυρίζεται ούτε λίγο ούτε πολύ ότι σε συνεννόηση η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου με τους εταίρους κατέληξαν για την οικιοθελή συνεισφορά των εφοπλιστών στην διάρκεια του προγράμματος να αυξηθεί η φορολογία τους σε εθελοντική βάση χωρίς να αλλάξει στο ελάχιστο το θεσμικό φορολογικό σύστημα για τους εφοπλιστές. Μάλιστα στην ίδια δήλωσή του απευθύνει και το ερώτημα (προφανώς προς αφελείς;) εάν η φορολογία είναι μικρή τότε γιατί οι εφοπλιστές έχουν 750 πλοία στην ελληνική σημαία και τα υπόλοιπα 4500 του ελληνόκτητου στόλου σε άλλες σημαίες;

Ακολούθως την σκυτάλη πήρε ο Πρόεδρος της ΕΕΕ ο οποίος σχολιάζοντας τις δηλώσεις Σόιμπλε ισχυρίστηκε «ότι αυτές είναι προκλητικά αβάσιμες» έκανε αναφορά ότι «αυτό που ενοχλεί είναι η δύναμη και η ισχύς της ελληνικής ναυτιλίας», υπεραμύνθηκε της εθελοντικής συνεισφοράς στην φορολόγησή τους ενώ επέκρινε την «Γερμανική ναυτιλιακή πολιτική που παρά τις ευνοϊκές ρυθμίσεις σε όλα τα επίπεδα κρίνεται ως αποτυχημένη».

Τέλος κατηγόρησε τον γερμανό Υπουργό ότι προσπαθεί να «τορπιλίσει τους στενούς δεσμούς της ελληνικής ναυτιλίας με τον τόπο της» ενώ κλείνοντας σημείωσε στην ίδια γραμμή πλεύσης με την κυβέρνηση ότι ο Σόϊμπλε «δεν επιθυμεί να δει την Ελλάδα σε αναπτυξιακή πορεία»!!

Η δήλωση του Προέδρου της Ε.Ε.Ε είναι εξόχως αποκαλυπτική και το μόνο που χρειάζεται να προσθέσουμε εμείς είναι ότι υπερασπίζεται με συνέπεια τα ταξικά συμφέροντα του εφοπλιστικού κεφαλαίου

Σχετικά με όλα τα παραπάνω πρέπει κατ’ αρχήν να σημειώσουμε ότι ο Σόϊμπλε, η Μέρκελ, η Γερμανική κυβέρνηση είναι οι τελευταίοι που μπορούν να κάνουν αναφορά για τα δεινά που έχουν υποστεί οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και τα αδύναμα λαϊκά στρώματα από τις ασκούμενες μνημονιακές πολιτικές αφού η Γερμανοκρατούμενη Ευρώπη είναι αυτή που κατ’ εξοχή επιβάλει την αδυσώπητη λιτότητα, είναι οι αρχιτέκτονες του σκληρού και άγριου καπιταλιστικού νεοφιλελευθερισμού, των περικοπών και μειώσεων μισθών, συντάξεων, κοινωνικών και ασφαλιστικών παροχών και της κατεδάφισης των εργασιακών σχέσεων στην χώρα μας. Όπως επίσης με αυτές τις βάρβαρες πολιτικές τσακίζουν τα εργατικά, λαϊκά και κοινωνικά δικαιώματα και σε πολλές ακόμη ευρωπαϊκές χώρες (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Γαλλία) καθώς και σε άλλες του σκληρού πυρήνα της Ε.Ε και της ζώνης του ευρώ. Οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις σε συνδυασμό με το μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού δεν αφήνουν άθικτη καμία χώρα της Ε.Ε σε ότι αφορά τα εργατικά δικαιώματα.

Είναι επίσης προφανές ότι η υποκρισία και ο φαρισαϊσμός Σόϊμπλε σχετικά με τον «πόνο του» για τα αδύναμα στρώματα που υφίστανται τις εξοντωτικές κυβερνητικές πολιτικές αποσκοπεί στο να κρύψει την αλήθεια η οποία είναι στο έδαφος της Ευρωπαϊκής κοινής ναυτιλιακής πολιτικής η Γερμανική πολιτική ελίτ, στηρίζει τα συμφέροντα του Γερμανικού εφοπλιστικού κεφαλαίου το οποίο λειτουργεί στα πλαίσια της Ε.Ε ανταγωνιστικά με το αντίστοιχο ελληνικό τμήμα του εφοπλισμού.

Στο πλαίσιο αυτό την τελευταία 3ετία διεξάγεται έλεγχος από τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα και την επιτροπή ανταγωνισμού σχετικά με το ισχύον φορολογικό σύστημα που εφαρμόζει η χώρα μας στην ναυτιλία.

Από τα όσα διαρρέουν από τις σχετικές συζητήσεις προκύπτει ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις στο θεσμικό και φορολογικό σύστημα για το εφοπλιστικό κεφάλαιο του παρέχει προνόμια τα οποία κρίνονται ως αθέμιτες πρακτικές στην άσκηση της επιχειρηματικής του δράσης συγκριτικά με τα όσα ισχύουν στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές ναυτιλιακές χώρες μεταξύ των οποίων και η Γερμανία.

Το έργο της παραπάνω επιτροπής ολοκληρώνεται τις επόμενες ημέρες και καθόλου τυχαίο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτή η αντιπαράθεση διεξάγεται στην παρούσα χρονική συγκυρία…..  

Ταυτόχρονα το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο που έχει επενδύσει πολλά στην κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, βλέποντας τον κίνδυνο η φοροασυλία του να βρίσκεται σε κίνδυνο, οργανώνει την άμυνά του και προβαίνει σε προειδοποιητικές βολές προς τους Γερμανούς διότι και η Γερμανική κυβέρνηση παρέχει και εξασφαλίζει αντίστοιχα προνόμια τόσο στην Ναυτιλία (εφοπλιστές) όσο και στην Ναυπηγική της βιομηχανία!

Επίσης οι έλληνες εφοπλιστές έχοντας ως στενό σύμμαχο την ελληνική κυβέρνηση, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και το υπόλοιπο συστημικό πολιτικό προσωπικό, τονίζουν την ανάγκη να μην αναδειχθούν οι διαφορές μεταξύ τους στις πολιτικές των χωρών της Ευρώπης αλλά από κοινού να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο που προέρχεται από την νοτιοανατολική Ασία, Κίνα κ.λπ!!!

Τα ανταγωνιστικά συμφέροντα βρίσκονται κατά συνέπεια στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης ενώ το πολιτικό σύστημα τόσο στις δύο χώρες (Ελλάδα – Γερμανία) όσο και στις υπόλοιπες διαγκωνίζεται για την υπεράσπιση, την εδραίωση αλλά και την παραπέρα ενίσχυση της μεγαλοαστικής τους τάξης που σε αυτήν είναι πρωταγωνιστικός ο ρόλος του εφοπλιστικού κεφαλαίου.

Αναφορικά με την ελληνική Ναυτιλία, αντίθετα με τις κορώνες περί «εφοπλιστικού και επιχειρηματικού δαιμονίου» που διαφημίζουν τόσο οι εφοπλιστές για τον εαυτό τους όσο και το πολιτικό τους προσωπικό, η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική.

Μεταπολεμικά οι αστικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας, συμπεριλαμβανομένης και της φασιστικής χούντας, θέσπισαν και κατοχύρωσαν ένα ιδιαίτερα προνομιακό θεσμικό πλαίσιο στην ποντοπόρο ναυτιλία παρέχοντας και εξασφαλίζοντας προκλητικά προνόμια στο εφοπλιστικό κεφάλαιο, μοναδικά στην Ευρώπη και στον κόσμο, που του επέτρεψαν να αναπτυχθεί και να κυριαρχήσει στον διεθνή ναυτιλιακό στίβο.

Ιδιαίτερα το φορολογικό σύστημα ακόμη και σήμερα καμιά χώρα της Ευρώπης δεν το έχει θεσπίσει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το μοντέλο αυτό δεν το αντέγραψαν σε μεγάλο βαθμό διάφορες παραδοσιακές Ναυτιλιακές χώρες της Ευρώπης.

Η φορολογία επί του τονάζ, όπως είναι στο θεσμικό πλαίσιο, στην ουσία απαλλάσσει φορολογικά τους έλληνες εφοπλιστές και τους παρέχει συνταγματικά πλήρη φορολογική ασυλία.

Η φορολογική ασυλία (59 φοροαπαλλαγές είναι καταμετρημένες στον νόμο 27/75) σε συνδυασμό με την μαύρη ανασφάλιστη και χαμηλόμισθη εργασία που χαρακτηρίζει την ποντοπόρο ελληνική και ελληνόκτητη ναυτιλία, οι χαμηλές δαπάνες – εισφορές για την κοινωνική ασφάλιση, η δημιουργία ενός Υπουργείου που λειτουργεί για την εξυπηρέτηση των αναγκών και συμφερόντων τους, η απλόχερη βοήθεια των εκάστοτε κυβερνήσεων στα διεθνή φόρα, η ύπαρξη ενός μηχανισμού Προξενικών Λιμεναρχείων που και αυτά είναι στην υπηρεσία των επιχειρηματικών τους συμφερόντων διαμορφώνει ένα πλαίσιο επιχειρηματικής δράσης το οποίο μόνο με χώρες σημαιών ευκαιρίας μπορεί να συγκριθεί!!

Ο βίαιος εξοστρακισμός δεκάδων χιλιάδων ελλήνων ναυτικών από την ποντοπόρο ναυτιλία που αποτελούσε έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1990 τον κύριο δεσμό με την χώρα σε συνδυασμό με όλα τα προαναφερόμενα προνόμια οδηγεί σε πλήρη κατάρρευση όλη την επιχειρηματολογία του εφοπλιστικού κεφαλαίου ενώ δείχνει ότι ακόμη και σε συνθήκες βαθειάς κοινωνικής και οικονομικής κρίσης όπως αυτή που διέρχεται η χώρα και ο λαός μας αυτοί εξακολουθούν να λειτουργούν παρασιτικά και θύματα των αντιλαϊκών πολιτικών (ΕΕ – ΔΝΤ – Ελληνικών κυβερνήσεων) είναι οι εργαζόμενοι και τα πλατιά λαϊκά στρώματα.

Η επαναλαμβανόμενη εφοπλιστική προπαγάνδα περί διπλασιασμού της φορολογίας τους σε εθελοντική βάση είναι σταγόνα στον ωκεανό σε σύγκριση με τα δισεκατομμύρια της κερδοφορίας που αποκομίζουν από αυτό το άθλιο αντιλαϊκό θεσμικό πλαίσιο.

Τα εφοπλιστικό κεφάλαιο πέρα από τους ισχυρούς και μακροχρόνιους δεσμούς του με τις αστικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας μας, το θεσμοθετημένο σύστημα επιχειρηματικής ασυδοσίας έχουν αντίστοιχες προσβάσεις και στο ναυτεργατικό κίνημα της χώρας μας από την πλειοψηφία της ΠΝΟ η οποία έχει «υπογράψει» μια ιδιότυπη εργασιακή ειρήνη και υποταγή αφήνοντας παντελώς έξω από το στόχαστρο οποιασδήποτε αναφοράς και δράσης το μεγάλο εφοπλιστικό κεφάλαιο της ποντοπόρου ναυτιλίας.

Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την κατάσταση που επικρατεί στην Διεθνή Οργάνωση Μεταφορών (ITF) η οποία με την σειρά της έχει μετατραπεί σε μια αδίστακτη κερδοσκοπική συνδικαλιστική γραφειοκρατία με μοναδικό σκοπό να εισπράττει το χαράτσι από τους εκατοντάδες χιλιάδες χαμηλόμισθους Ναυτικούς των τρίτων χωρών για να τους εξασφαλίζει όρους και συνθήκες εργασιακής γαλέρας, αποτελεί και την διέξοδο (με αυτό απείλησε στην δήλωσή του ο Βενιάμης) για το ελληνικό κομπραδόρικο εφοπλιστικό κεφάλαιο να καταφύγει σε άλλες σημαίες ευκαιρίας που του παρέχουν μεγαλύτερη ευελιξία, ασυδοσία στην ναυτιλιακή επιχειρηματική δραστηριότητα!!!

Από την ταξική σκοπιά των εργατικών συμφερόντων κρίνεται αναγκαία περισσότερο από ποτέ η οργάνωση, η δράση και ο αγωνιστικός προσανατολισμός όλων εκείνων των συνδικαλιστικών δυνάμεων που αμφισβητούν την κυριαρχία, την παντοδυναμία και την ασυδοσία του εφοπλιστικού κεφαλαίου, επιβάλλεται οι δυνάμεις αυτές να συμπτύξουν ένα κοινό μέτωπο πάλης ενάντια στο καθεστώς των σημαιών ευκολίας, ενάντια στις συνθήκες γαλέρας, για ίδια δικαιώματα που θα ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες των Ναυτεργατών ανεξάρτητα από χώρα προέλευσης, χρώμα, φυλή, θρήσκευμα.

Σε αυτόν τον κοινό και συντονισμένο αγώνα πρέπει να συμπορευτούν όλες οι εργατικές δυνάμεις στον νευραλγικό τομέα των μεταφορών (Ναυτιλία - Λιμάνια – Ναυπηγοεπισκευή - εργαζόμενοι στις οδικές, αεροπορικές, σιδηροδρομικές μεταφορές) με στόχο να αντισταθούν στην λαίλαπα της καπιταλιστικής και νεοφιλελεύθερης επίθεσης σε βάρος των δικαιωμάτων τους.

Η ελπίδα και η προοπτική βρίσκεται στην κοινή πάλη των Ναυτεργατών και των εργαζομένων σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο. Σε αυτή την κατεύθυνση είναι προσανατολισμένη η αγωνιστική δράση της ΠΕΝΕΝ και σε αυτήν πρέπει να συσπειρωθεί και ο ναυτεργατικός μας κόσμος.    

Νταλακογεώργος Αντώνης

Το άρθρο του Προέδρου της ΠΕΝΕΝ δημοσιεύτηκε στην efsyn.gr στις 5/6/2017

Σελίδα 3752 από 4478
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή