Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Καπιταλιστική ανάπτυξη και κοινωνική υποτίμηση

Σε όλες σχεδόν τις πλευρές του πολιτικού φάσματος (από τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ), η «ανάπτυξη» τοποθετείται στο επίκεντρο των θέσεων και προσανατολισμών τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις συνοδεύεται από την αναφορά στην «παραγωγική ανασυγκρότηση». Εξυπονοείται δηλαδή ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται να τεθεί σε αναπτυξιακή τροχιά, στο βαθμό που έχει υποστεί μια πολύχρονη ύφεση με αρνητικούς ρυθμούς «ανάπτυξης», και ότι επειδή έχει «στρεβλά» χαρακτηριστικά, αυτά χρειάζεται να ανασυγκροτηθούν, έτσι ώστε η παραγωγική διαδικασία στη χώρα να προσλάβει «ορθολογικά» χαρακτηριστικά. Εντούτοις εδώ και μια σχεδόν δεκαετία, από την έκρηξη της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης του 2008, και παρόλες τις ετήσιες προβλέψεις ότι από τον επόμενο χρόνο θα επέρχονταν η «ανάπτυξη», πράγμα που συνέχεια διαψεύδεται από τις εξελίξεις, το μόνο που έχει επιτευχθεί είναι η μετάβαση από τους αρνητικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς στην μηδενική στασιμότητα (0% – 1%).
Ως αιτιολογία της σημερινής «υπανάπτυξης» προβάλλεται η επίκληση της «κρίσης», κατά έναν τρόπο αφηρημένο και ουδέτερο, είτε οι «εσφαλμένες» πολιτικές των κομμάτων της αστικής διαχείρισης (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ), είτε η επιβολή της συνεχούς λιτότητας, η οποία και απαιτείται να τερματιστεί, τη στιγμή που ψηφίστηκε και τέταρτο μνημόνιο που συνεχίζει την υφεσιακή πολιτική, είτε η συνεχής εφαρμογή των μνημονιακών νόμων και ρυθμίσεων, είτε η λειτουργία των όρων της ζώνης του ευρώ που παράγει εκ της φύσεώς της την «υπανάπτυξη». Μ’ αυτό τον τρόπο συσκοτίζονται οι αφετηρίες της επταετούς μέχρι σήμερα οικονομικής καταστροφής του ενός – τετάρτου του παραγωγικού δυναμικού, δηλαδή το μείζον πολιτικό γεγονός της τελευταίας δεκαετίας που αντιπροσωπεύει η κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου και τα ολέθρια αποτελέσματα που έχει επιφέρει η διαχείρισή της από τις καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις.
Πραγματικά ο ελληνικός καπιταλισμός, εν αντιθέσει με την πρώτη δεκαετία του 2000 που είχε ενταχθεί στην ΟΝΕ και στην ευρωζώνη, βρέθηκε εξ αιτίας της κρίσης υπερσυσσώρευσης σε εξαιρετικά δυσμενή θέση. Έτσι από το 2000 μέχρι το 2010, το ελληνικό επιχειρηματικό κεφάλαιο καταγράφει μια σταθεροποιημένη τροχιά σ’ ένα περιβάλλον ετήσιας ανάπτυξης που φτάνει το 3% του ΑΕΠ. Παίρνοντας υπ’ όψιν και τους τέσσερεις βασικούς παραγωγικούς τομείς (βιομηχανία, εμπόριο, τράπεζες, λοιπές υπηρεσίες), το ενεργητικό τους σχεδόν διπλασιάζεται σ’ αυτή τη δεκαετία, (από τα 334 δισεκατ. ευρώ στα 634 δισεκατ. ευρώ, συμπεριλαμβάνοντας όμως και τον κερδοφόρο τότε τραπεζικό τομέα). Η κερδοφορία του εταιρικού τομέα της οικονομίας διατηρείται σε ένα σταθερό επίπεδο των 11 δισεκατ. ευρώ ετησίως, ενώ ο δείκτης αποδοτικότητας του κεφαλαίου εμφανίζεται σαφώς θετικός σε ποσοστό περί το 11%. Από εκεί και πέρα ήταν η αδυναμία κερδοφόρου αξιοποίησης ενός πλεονάζοντος μέρους του κεφαλαίου, και η έναρξη της πορείας κατακρίμνησης των κερδών της μεγάλης πλειονότητας των επιχειρήσεων.
Έτσι, από το 2010 τίθενται σε κίνηση οι εκκαθαριστικοί μηχανισμοί της κρίσης, δηλαδή ξεκινά η απαξίωση και η εξουδετέρωση των πλέον ζημιογόνων κεφαλαίων (μαζικό κλείσιμο επιχειρήσεων και τριπλασιασμός του ποσοστού της ανεργίας), και επιβάλλεται η εφαρμογή των αλλεπάλληλων μνημονίων με κύριο αντικείμενο : Αφενός την επιβολή δρακόντειων δημοσιονομικών ρυθμίσεων που να διασφαλίζουν την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους (που η αστική τάξη αποκλειστικά δημιούργησε δια μέσου των πολιτικών και κρατικών της εκπροσώπων), και αφετέρου την σταδιακή υποβάθμιση και απορρύθμιση της εργασίας (ενεργών εργαζομένων, ανέργων, συνταξιούχων, νεολαίας). Ήδη από το 2010 η κερδοφορία των ελληνικών εταιριών μετατρέπεται σε ζημίες ύψους – 3,8 δισεκατ. ευρώ και αρνητική αποδοτικότητα του κεφαλαίου (-3,5%), ενώ το 2011 διευρύνεται σε – 7,6 δισεκατ. ευρώ και ακόμη μεγαλύτερη μείωση του αποδοτικότητας του κεφαλαίου (-6,8%).
Η αστική πολιτική εξουσία (αρχικά ΠΑΣΟΚ, στη συνέχεια ΝΔ και σήμερα ΣΥΡΙΖΑ), σε πλήρη σύμπλευση με τα ευρωπαϊκά οικονομικά κέντρα, επιφορτίστηκε το έργο της αποκατάστασης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, με μια διαδικασία που ενώ διασφάλιζε αυτό τον στόχο, ταυτόχρονα επέφερε την υποβάθμιση της μισθωτής εργασίας και την εξαθλίωση των λαϊκών τάξεων. Αυτό υλοποιήθηκε με την πολιτική των μνημονίων, πολιτική που συνεχίζεται με αμείωτη ένταση και σήμερα, προκαλώντας την μείωση των μισθών, την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, το συνεχές ροκάνισμα των συντάξεων, την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, την υπέρμετρη λαϊκή φορολόγηση κλπ. Η σταθερή και άκαμπτη αυτή πολιτική άρχισε να αποδίδει καρπούς σταδιακά στην πενταετία 2010 – 15, αποκαθιστώντας την κερδοφορία της πλειονότητας των ελληνικών επιχειρήσεων από το 2015. Το μόνο που «αναπτύχθηκε» δηλαδή ήταν η κερδοφορία του κεφαλαίου, συνοδευόμενη από την εργατική υποβάθμιση, σε ένα περιβάλλον οικονομικής στασιμότητας.
Έτσι στην τελευταία καταγεγραμένη οικονομική χρήση του 2015, παρόλο που το ΑΕΠ παρουσίασε στασιμότητα, και παρόλο που ο συνολικός κύκλος εργασιών 16.168 επιχειρήσεων (από τις 23 χιλιάδες συνολικά) μειώθηκε κατά 3% από τα 131,6 δισεκατ. ευρώ του 2014 στα 127,9 δισεκατ. ευρώ, εντούτοις καταγράφηκε αύξηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας εξ αιτίας κυρίως της μείωσης του κόστους των πωλήσεων (εργατικό κόστος). Τα συνολικά μικτά κέρδη αυξήθηκαν κατά 9%, φτάνοντας τα 27 δισεκατ. ευρώ. Ως εκ τούτου σηματοδοτήθηκε μια εντυπωσιακή επάνοδος στην κερδοφορία, με εγγραφή κερδών (προ φόρων) 2,1 δισεκατ. ευρώ σε σχέση με τα 196 εκατομ. ευρώ του 2014, και με το 62% των επιχειρήσεων σε κερδοφορία. Αν τώρα πάρουμε το σύνολο του εταιρικού τομέα της οικονομίας (23 χιλιάδες επιχειρήσεις), και δούμε αποκλειστικά τις κερδοφόρες, τότε προκύπτει μια καθαρή κερδοφορία 6,7 δισεκατ. ευρώ το 2015 από 5,7 δισεκατ. ευρώ το 2014 (το 38% των εταιριών που ήταν ζημιογόνες κατέγραψαν ζημίες 4,4 δισεκατ. ευρώ και 5,4 δισεκατ. ευρώ αντίστοιχα).
Προκύπτει έτσι ότι η ανάταξη και λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας γίνεται στη βάση της ολοσχερούς μνημονιακής υποβάθμισης της μισθωτής εργασίας. Αυτό πλέον αντιπροσωπεύει μια ακλόνητη σταθερά στην πολιτική των αστικών κομμάτων και στην κυβερνητική διαχείριση του ΣΥΡΙΖΑ. Οποιαδήποτε ενδεχόμενη ριζοσπαστική αποκατάσταση μισθών, συντάξεων, δικαιωμάτων κλπ. θα τροποποιήσει ριζικά τους όρους της αναπαραγωγής της αστικής τάξης. Η καπιταλιστική ανάκαμψη έγινε και συνεχίζει να πραγματοποιείται με μια συστηματική αναδιανομή εισοδήματος σε βάρος της εργατικής τάξης και προς όφελος των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Γι’ αυτό, οποιαδήποτε μορφή «ανάπτυξης» και αν προκύψει, δεν θα βασίζεται παρά στην μετατροπή του ελληνικού χώρου σε μια τεράστια ειδική οικονομική ζώνη, κατά τα βουλγαρικά και ρουμανικά πρότυπα.
Εκείνο που στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι η παράταση της οικονομικής στασιμότητας, με συνεχή όμως μείωση και υποβάθμιση της μισθωτής εργασίας. Μια στασιμότητα (ακόμα και ενδεχόμενη μικρή αναπτυξιακή ανάκαμψη) όπου διασφαλίζεται η σχετική καπιταλιστική κερδοφορία με την συνεχή μείωση του εργατικού κόστους. Βέβαια μια τέτοια κατάσταση, ενώ διασφαλίζει την αναπαραγωγή των κερδοφόρων κεφαλαίων, συνεχίζει να είναι ζημιογόνος για σημαντικό μέρος (38%) των επιχειρήσεων, από τις οποίες ένα μέρος θα συνεχίσει να εκκαθαρίζεται (η ανεργία θα παραμένει σταθερά σε υψηλά επίπεδα), ενώ ένα άλλο επιχειρεί το πέρασμά του στην κερδοφορία με την κοινωνική υποβάθμιση των εργαζομένων και σχετικές αναδιαρθρώσεις.
Σε κάθε περίπτωση με τα υπάρχοντα δεδομένα (υποτίμηση της εργασίας και αποπληρωμή τόκων και χρεολυσίων του δημόσιου χρέους), η όποια «ανάπτυξη» θα κινείται σε μηδενικά σχεδόν επίπεδα, με σαφείς συνέπειες στη στασιμότητα του ΑΕΠ, την διατήρηση της μεγάλης ανεργίας, τους εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς, τη συρρίκνωση της κατανάλωσης, την αναπαραγωγή δηλαδή ενός κοινωνικού τέλματος, εντός του οποίου όμως η πλειονότητα των κεφαλαίων έχει κατορθώσει να αναταχθεί και να διασφαλίζει μια κερδοφορία. Κατά συνέπεια η επίκληση της «ανάπτυξης» έχει κυριολεκτικά μυθολογικά και προσχηματικά χαρακτηριστικά : η αναφορά στις επενδύσεις ξένων κεφαλαίων που θα επιφέρουν την οικονομική αναζωογόνηση ανήκει στην ίδια φαντασιακή επιχειρηματολογία. Κι’ αυτό γιατί δεν είναι τα κεφάλαια που λείπουν από την ελληνική οικονομία, τα οποία και υπάρχουν, αλλά δεν επενδύονται λόγω της εξαιρετικά περιορισμένης ζήτησης προϊόντων και υπηρεσιών εξ αιτίας της μείωσης της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Επιπρόσθετα, αυτό κι’ αν ακόμη συμβεί απαιτεί ως προϋπόθεση την εξολοκλήρου συντριβή της αμοιβής και των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης, όπως και την πλήρη ιδιωτικοποίηση των δημόσιων δραστηριοτήτων. Τέλος τέτοιες επενδύσεις απαιτούν την ύπαρξη ενός υψηλά εξειδικευμένου και αποτελεσματικού «συλλογικού εργάτη», πράγμα που έχει σήμερα διαταραχθεί λόγω του κλεισίματος πολλών επιχειρήσεων και εξ αιτίας της αναγκαστικής μετανάστευσης του νέου επιστημονικού και τεχνικού δυναμικού της χώρας.
Άρα με την διατήρηση των υπαρκτών και ακλόνητων για την αστική πολιτική σταθερών παραμέτρων της κοινωνικής υποτίμησης της εργασίας και της συνεχούς αφαίμαξης της οικονομίας από την εξυπηρέτηση του υπέρμετρου δανεισμού, δεν πρόκειται να δρομολογηθεί κανενός είδους αναπτυξιακή ανάκαμψη, σταθεροποιώντας μια κατάσταση στασιμότητας . Η ιδιοποίηση της σύγχρονης καπιταλιστικής κερδοφορίας, παράλληλα με την μεταφορά εισοδήματος από την ελληνική κοινωνία στο τοκογλυφικό κεφάλαιο των δανειστών, εκ των πραγμάτων αναπαράγει το τέλμα και το αδιέξοδο. Οι δυνάμεις της αστικής ταξικής κυριαρχίας δεν μπορούν να αναπαραχθούν σήμερα παρά στο έδαφος της συνεχώς διευρυνόμενης υποβάθμισης των λαϊκών τάξεων.
Συνεπώς η θέση της ελληνικής οικονομίας σε αναπτυξιακή τροχιά απαιτεί ισχυρές τομές στην ίδια τη δομή της καπιταλιστικής παραγωγής, την απαρχή και συνέχιση του μετασχηματισμού των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, πράγμα που προϋποθέτει βαθιές τροποποιήσεις του ταξικού και πολιτικού συσχετισμού των δυνάμεων, ταυτόχρονα προφανώς με την παύση πληρωμών και την ριζική απομείωση του δημόσιου χρέους, που η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, παρόλη την ψήφιση δύο μνημονίων μέσα σε έναν χρόνο, αδυνατεί να προωθήσει. Η τροποποίηση των παραγωγικών σχέσεων προβάλει ως μοναδική εναλλακτική λύση για την απελευθέρωση και την πλήρη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η «ανάπτυξη» βασισμένη στην κοινωνική υπανάπτυξη φαίνεται ότι δεν μπορεί να δρομολογηθεί, έτσι ώστε μόνον η κοινωνική αναβάθμιση και δικαιοσύνη μπορεί να θεμελιώσει μια αναπτυξιακή τροχιά.
Αναλυτικότερα στοιχεία της εξέλιξης των επιχειρηματικών μεγεθών του ελληνικού καπιταλισμού και πλευρών της κρίσης και ανασύνταξής του σε:
-
ICAP «Η Ελλάδα σε αριθμούς 2017» και όλων των προηγούμενων ετών.
-
Ανέστης Ταρπάγκος «Κέρδη και ζημίες στη μνημονιακή εποχή», Εποχή 4-Νοεμβρίου-2012.
-
«Ελληνικός καπιταλισμός 1981 – 1999 : Από την κρίση υπερσυσσώρευσης στην ανάκαμψη», Αυγή 5-Μαρτίου-2013.
-
«Ελληνικός καπιταλισμός 2000 – 2013 : Από την σταθεροποιημένη ανάπτυξη στην κρίση», Αυγή 29-Μαρτίου-2013.
-
«Η καπιταλιστική κερδοφορία κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης», Αυγή 24-Αυγούστου-2013.
-
«Ο παραπαίων ελληνικός καπιταλισμός», Αυγή 31-Ιανουαρίου-2014.
-
«Τα κέρδη επανέρχονται για το κεφάλαιο», Εποχή 23-Νοεμβρίου-2014.
-
«Ελληνικός καπιταλισμός : Φως στην άκρη του τούνελ ;», Αυγή 12-Νοεμβρίου -2015.
-
«Παραγωγική ανασυγκρότηση και σχέσεις παραγωγής», Αυγή 18-Νοεμβρίου-2015.
πηγη: ergasianet.gr
Aυξάνονται τα εργατικά ατυχήματα στην Ελλάδα- 15% περισσότερα το α’ τρίμηνο του 2017

Αύξηση των εργατικών ατυχημάτων καταγράφεται από το 2013 και μετά ως απόρροια της οικονομικής κρίσης ενώ το πρώτο τρίμηνο του 2017, παρατηρείται μία αύξηση του 15% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
«Ειδικά, από το 2013 και μετά», όπως διαπιστώνουν, «τα εργατικά ατυχήματα στη χώρα μας καταγράφουν αύξηση, γεγονός που συνδέεται χρονικά με την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, αλλά και τη μείωση των κονδυλίων για τη λήψη μέτρων ασφάλειας από πλευράς των επιχειρήσεων, σε μία προσπάθεια περιστολής του λειτουργικού κόστους τους.
Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία που παρουσιάζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Επιθεωρητών Εργασίας (Π.Ο.Σ.ΕΠ.Ε.) Κλεάνθης Χατζηνικολαΐδης, τα οποία περιλαμβάνουν συγκεκριμένους αριθμούς για τα εργατικά ατυχήματα που συνέβησαν, κυρίως, από το 2010 μέχρι σήμερα, αναδεικνύοντας, παράλληλα, τα πιο επικίνδυνα επαγγέλματα-κλάδους, αλλά και τους συνήθεις τραυματισμούς.
«Aν θεωρήσουμε ότι το 2010 είναι η χρονιά αφετηρίας με την υπαγωγή μας στο μνημόνιο, τα εργατικά ατυχήματα που δηλώθηκαν στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), ήταν 5.721. Το 2016, ο αντίστοιχος αριθμός εργατικών ατυχημάτων ανήλθε στα 6.500» σημειώνει ο κ. Χατζηνικολαΐδης.
«Αυτό που έχει ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι, από το 2013 και μετά, έχουμε μία σταθερή αύξηση των εργατικών ατυχημάτων για κάθε έτος γύρω στο 10%. Ενώ στα έτη 2011 και 2012 παρατηρήθηκε μείωση των δηλωθέντων εργατικών ατυχημάτων, από το 2013 και μετά, παρατηρείται αύξηση» παρατηρεί ο κ. Χατζηνικολαΐδης.
Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι πως γίνεται τα έτη 2011 και 2012 να έχουμε μείωση των εργατικών ατυχημάτων και μετά να εμφανίζεται κάθε χρόνο η αύξηση του 10%.
Σύμφωνα με τον κ. Χατζηνικολαΐδη, η εξήγηση είναι απλή και επικεντρώνεται κυρίως σε δύο αιτίες: «Η πρώτη αιτία σχετίζεται με το γεγονός ότι, μέχρι το 2008 έστω και το 2009, οι επιχειρήσεις, στο πλαίσιο των επενδύσεών τους για εκσυγχρονισμό, επένδυαν σε νέο εξοπλισμό, που πληρούσε και τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές περί μέτρων ασφάλειας της εργασίας και, γενικώς, συντηρούσαν με μεγαλύτερη επιμέλεια το όποιο σύστημα ασφάλειας της εργασίας εφάρμοζαν.
Η δεύτερη αιτία σχετίζεται με τη μείωση της οικοδομής. Είχε και αυτή τη συμμετοχή της στη μείωση των εργατικών ατυχημάτων και, κυρίως, αυτών που αφορά τις πτώσεις από ύψος. Με βάση τα παραπάνω, αυτή η θετική επίπτωση αποτυπώθηκε και στη μείωση των εργατικών ατυχημάτων.
Από το 2010 και μετά, η μείωση σε επενδύσεις και εκσυγχρονισμό είχε ως επίπτωση, μεταξύ άλλων και στην αύξηση των εργατικών ατυχημάτων και, ειδικότερα, τα έτη 2013 έως και 2016, παρόλο που είχαμε κατακόρυφη πτώση της οικοδομής και μείωση του ΑΕΠ της χώρας κατά 30% περίπου, άρα και της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Γενικά, έχουμε παρατηρήσει ότι, με το ξεκίνημα της κρίσης, από τα πρώτα έξοδα που περιόρισαν οι επιχειρήσεις, ήταν αυτά που αφορούσαν τη λήψη μέτρων ασφάλειας της εργασίας, συμπεριλαμβανομένων και των επενδύσεων σε νέο εξοπλισμό εργασίας».
Ανάλογη πορεία, όπως επισημαίνει, ακολουθούν και τα θανατηφόρα ατυχήματα. Συγκεκριμένα, «το 2013, τα θανατηφόρα ατυχήματα ήταν 65, το 2014: 63, το 2015: 67 και το 2016: 73. Μία αύξηση 10% περίπου κάθε χρόνο, αν εξαιρέσουμε μία ανεπαίσθητη πτώση το 2014» προσθέτει.
Υπογραμμίζει δε ότι τα αίτια των θανατηφόρων ατυχημάτων, ως έναν βαθμό, διαφοροποιούνται από τα αίτια των δηλωθέντων ατυχημάτων και οι τρεις κυριότερες αιτίες είναι πτώση από ύψος, ηλεκτρικό ρεύμα και παθολογικά αίτια.
«Σήμερα, που μιλάμε, ήδη, για το πρώτο τρίμηνο του 2017, παρατηρείται μία αύξηση 15%, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2016 στα δηλωθέντα εργατικά ατυχήματα.
Ειδικότερα, το 2016, είχαμε, στο πρώτο τρίμηνο, 1.421 δηλωθέντα εργατικά ατυχήματα σε όλη τη χώρα, ενώ, για το 2017, ανήλθαν στα 1.608. Βλέποντας την εξέλιξη των εργατικών ατυχημάτων, εκτίμησή μου είναι ότι, για το 2017, θα ξεπεράσουμε τα 7.000 δηλωθέντα ατυχήματα. Είναι μεγάλος ο αριθμός αυτός» σχολιάζει.
πηγη: iskra.gr
Η Οκτωβριανή επανάσταση και ο κομμουνισμός στην εποχή μας

Παναγιώτης Μαυροειδής*
Ο Οκτώβρης του 1917 είχε πίσω το Φλεβάρη του 1917, αλλά και το νικηφόρο επαναστατικά 1917 είχε πίσω του το 1905, όπου οι μάζες «έχασαν» αλλά «έμαθαν» να κάνουν επανάσταση, αλλά και να οργανώνονται σε ανεξάρτητα όργανα που ήταν τα Σοβιέτ.
α. Σεβασμός και περηφάνεια για τη μεγάλη εργατική κομμουνιστική απόπειρα πού όρισε μια νέα εποχή, εντός της πλέον ώριμης φάσης της οποίας είμαστε τώρα,
β. Απροκατάληπτη μελέτη, τόσο για τις προϋποθέσεις της νίκης της το 1917, όσο και για τις αιτίες της αντίστροφης μετάβασης και της κατάρρευσης το 1989-1991
γ. Ερευνούμε, συζητούμε και δρούμε, πάντα με τη ματιά στο σήμερα, από τη σκοπιά της εργατικής και κοινωνικής χειραφέτησης, της σύγχρονης κομμουνιστικής απελευθέρωσης, ενάντια στον καπιταλισμό της εποχής μας.
Ακόμη πιο αντιφατικό, φαινομενικά αντιφατικό: Μιλάει για προλεταριακή πλέον επανάσταση και σοβιετική εξουσία «τύπου κομούνας», την ίδια στιγμή που διευκρινίζει ότι δεν προτείνει άμεση εφαρμογή σοσιαλισμού, αλλά βήματα προς αυτόν. Αυτά δε τα βήματα ή μέτρα, διατυπωμένα αργότερα στο κείμενο «Η καταστροφή που μας απειλεί» (Σεπτέμβριος 2017), είναι σαφέστατα γραμμένα με τη ματιά στο πως θα μετρήσουν αυτά για τα εργατικά στρώματα, οδηγώντας τόσο σε μια άμεση βελτίωση της θέσης τους, όσο και σε μια απότομη ταύτιση τους, σε ενεργό ρόλο μέσα στην επαναστατική διαδικασία. Τεράστια η πολιτική διαφορά ανάμεσα στην αλγεβρική/διαλεκτική αντίληψη της ταξικής πάλης και της πολιτικής και στην τυπική/αριθμητική ευτέλειά της που ήθελε πρώτα να λύνονται τα προβλήματα αυτά από την αστική τάξη στο όνομα της ανωριμότητας να επιλυθούν σε σοσιαλιστικό πλαίσιο και έπειτα να τεθεί το θέμα του δεύτερου σοσιαλιστικού σταδίου.
Η εργατική τάξη και δικαιούται και δύναται. Αυτό μας είπε ο Οκτώβρης…
Τι δεν έβλεπαν; Στο εσωτερικό του μονοπωλιακού καπιταλισμού/ιμπεριαλισμού, μαζί με την άνοδο των παραγωγικών δυνάμεων μετασχηματίζονταν και οι παραγωγικές κοινωνικές σχέσεις. Ο καπιταλισμός της εποχής εκείνης, όπως και κάθε εποχής, αλλάζοντας, αλλάζει και την εργασία που είναι αφενός ο δυνάμει νεκροθάφτης του, μα και ο βασικός τροφοδότης του. Η επαναστατική δυνατότητα δεν αποτελεί μαθηματική συνάρτηση της έντασης και της μορφής ανάπτυξης του καπιταλισμού, μα ούτε και του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Και οι δύο αυτές πλευρές αποτελούν το υλικό και αντικειμενικό πεδίο εντός του οποίου εγγράφεται η επαναστατική παρέμβαση του υποκειμενικού παράγοντα, η οποία ασφαλώς δε μπορεί να είναι ιστορικά «αυθαίρετη», αλλά ούτε κα να αγνοεί την ανάγκη της συγκεκριμένης διαμόρφωσης επαναστατικής στρατηγικής.
«Αν σκεφτείτε έστω και λίγο τι θα σήμαινε στη Ρωσία, στη Σοβιετική Ρωσία, η εξασφάλιση των βάσεων ενός τέτοιου κρατικού καπιταλισμού (σ.σ. σαν αυτόν της Γερμανίας), τότε κάθε άνθρωπος πού είναι στα καλά του και δεν έχει παραγεμίσει το κεφάλι του με αποσπάσματα αληθειών παρμένα από τα βιβλία, θα μπορούσε να πει ότι ό κρατικός καπιταλισμός είναι για μας η σωτηρία»
«να μη προσπαθήσουμε να απαγορεύσουμε ή να εμποδίσουμε την ανάπτυξη του καπιταλισμού, αλλά να προσπαθήσουμε να την κατευθύνουμε στο κανάλι του κρατικού καπιταλισμού (…). Είναι δυνατό να συνδυαστεί, να συνενωθεί, να συμβιβαστεί το Σοβιετικό κράτος, ή δικτατορία του προλεταριάτου με τον κρατικό καπιταλισμό; Φυσικά είναι δυνατό.»
Εδώ πλέον η πεποίθηση ότι η εκβιομηχάνιση και γενικά η ταχύτατη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, με κάθε τρόπο και κόστος, θα δημιουργήσει την απαραίτητη βάση για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, είναι εδραία.
Και πάλι σχηματικά: Σοσιαλισμός =Εξηλεκτρισμός/βιομηχανία+Σοβιέτ
«Εργατική εξουσία, όλη η εξουσία στα Σοβιέτ, παρότι δε θα κάνουμε σοσιαλισμό εδώ και τώρα».
«Μια στο καρφί και μια στο πέταλο», θα έλεγε κάποιος.
«όποιος επιχειρεί να πείσει μια αστική κυβέρνηση να σταματήσει ένα ιμπεριαλιστικό πόλεμο, είναι σα να κάνει μαθήματα ηθικής σε ένα ιδιοκτήτη μπουρδέλου»
Παρά την τεράστια αυτοτελή σημασία που έχει στη συζήτηση και στην ταυτότητα των πολιτικών ρευμάτων το ζήτημα της επανάστασης, πρέπει να δούμε πως τελικά είναι παράγωγο στοιχείο της κομμουνιστικής στόχευσης.
Για τη γενικευμένη κοινοκτημοσύνη όλου του πλούτου με κατάργηση της εκμετάλλευσης, της ταξικής διαίρεσης και ιδιοκτησίας,
για τη διπλή απελευθέρωση του χρόνου (με τη μείωση του εργάσιμου υπέρ του ελεύθερου και την αλλαγή του δεσποτικού χαρακτήρα του εργάσιμου),
για την εργατική λαϊκή αυτοδιεύθυνση ως ριζική απάντηση στο ερώτημα της δημοκρατίας,
για την πραγματική ισοτιμία των δυο φύλων,
την αρμονική συμβίωση με το περιβάλλον και όχι τη δουλική κατάκτηση και καταστροφή του,
την ειρηνική συνύπαρξη λαών, εθνών και ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.
Είμαστε με την επανάσταση, διότι καμία τάξη δεν παραιτείται ιστορικά από τα προνόμια και την εξουσία της.
*Το κείμενο βασίζεται στην εισήγηση που αναπτύχθηκε στη συζήτηση για την Οκτωβριανή Επανάσταση στο φεστιβάλ των ΑΝΑΙΡΕΣΩΝ στη Θεσσαλονίκη στις 4/6/2017. Οι αναφορές για τις αιτίες της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στην ΕΣΣΔ αναπτύσσονται διεξοδικά σε αναλυτικό κείμενο σε αφιέρωμα για την Οκτωβριανή Επανάσταση της Θεωρητικής έκδοσης «Τετράδια Μαρξισμού για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση» (Τέταρτο Τεύχος, Ιούνιος 2017)
Άρθρο του Προέδρου της ΠΕΝΕΝ - ΤΙ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΣΟΪΜΠΛΕ – ΤΣΙΠΡΑ ΓΙΑ ΤΑ ΕΦΟΠΛΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ

Η δήλωση του Υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφανκ Σόϊμπλε την περασμένη Παρασκευή σε φόρουμ της κρατικής ραδιοτηλεόρασης WDRΒερολίνο, ότι ο Τσίπρας και η κυβέρνησή του «εξακολουθεί να επιμερίζει το βάρος των μέτρων στα πιο αδύναμα στρώματα» και καταλογίζοντας προσωπικά στον Έλληνα Πρωθυπουργό ευθύνη διότι «βγήκε με την υπόσχεση να καταργήσει τα φορολογικά προνόμια για τους εφοπλιστές αλλά τελικά δεν έκανε τίποτα», όπως ήταν επόμενο, τροφοδότησε ένα νέο κύκλο αντιπαράθεσης που αποτελεί συνέχεια προηγούμενων παρόμοιων δηλώσεων του γνωστού Σόϊμπλε και άλλων Γερμανών αξιωματούχων που θέτουν στο στόχαστρο τα εφοπλιστικά προνόμια για τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ στο προεκλογικό του πρόγραμμα μιλούσε για την κατάργησή τους.
Η παρέμβαση αυτή προκάλεσε την απάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού, του αρμόδιου κυβερνητικού εκπροσώπου, του Υπουργού Ε.Ν αλλά και για πρώτη φορά δημόσια του Προέδρου της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ) Θεόδωρου Βενιάμη.
Ταυτόχρονα διατυπώθηκαν διάφορα σχόλια και ερμηνείες σχετικά με αυτήν την τοποθέτηση του Σόϊμπλε. Ορισμένοι είδαν στην παρέμβαση αυτή προσπάθεια του Σόϊμπλε να εκθέσει την κυβέρνηση από τα «αριστερά» για το γεγονός ότι φορτώνει τα βάρη στα εργατικά και λαϊκά στρώματα και παράλληλα αφήνει ανέπαφο το καθεστώς φοροασυλίας και των λοιπών προνομίων που έχει θεσμοθετηθεί για το εφοπλιστικό κεφάλαιο στον χώρο της Ναυτιλίας. Ορισμένοι άλλοι είδαν ότι η παρέμβαση Σόϊμπλε αποσκοπεί στο χτύπημα και την υπονόμευση της ελληνικής ναυτιλίας και της πρωτοκαθεδρίας που έχει αυτή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αφού κατέχει περίπου το 50% του ευρωπαϊκού στόλου.
Η κυβέρνηση με τις δηλώσεις Τζανακόπουλου – Κουρουμπλή στην ουσία προσπάθησε να μεταθέσει τις ευθύνες, για τις πολιτικές που εφαρμόζονται στην χώρα, στην Γερμανία και προσωπικά στον Σόϊμπλε. Ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας έκανε ένα βήμα παραπάνω αφού την αιχμή Σόϊμπλε την εξέλαβε και την ερμήνευσε ότι ο Σόϊμπλε ζητάει να παρθούν μέτρα ενάντια στους εφοπλιστές και ταυτιζόμενος μαζί τους ισχυρίζεται ούτε λίγο ούτε πολύ ότι σε συνεννόηση η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου με τους εταίρους κατέληξαν για την οικιοθελή συνεισφορά των εφοπλιστών στην διάρκεια του προγράμματος να αυξηθεί η φορολογία τους σε εθελοντική βάση χωρίς να αλλάξει στο ελάχιστο το θεσμικό φορολογικό σύστημα για τους εφοπλιστές. Μάλιστα στην ίδια δήλωσή του απευθύνει και το ερώτημα (προφανώς προς αφελείς;) εάν η φορολογία είναι μικρή τότε γιατί οι εφοπλιστές έχουν 750 πλοία στην ελληνική σημαία και τα υπόλοιπα 4500 του ελληνόκτητου στόλου σε άλλες σημαίες;
Ακολούθως την σκυτάλη πήρε ο Πρόεδρος της ΕΕΕ ο οποίος σχολιάζοντας τις δηλώσεις Σόιμπλε ισχυρίστηκε «ότι αυτές είναι προκλητικά αβάσιμες» έκανε αναφορά ότι «αυτό που ενοχλεί είναι η δύναμη και η ισχύς της ελληνικής ναυτιλίας», υπεραμύνθηκε της εθελοντικής συνεισφοράς στην φορολόγησή τους ενώ επέκρινε την «Γερμανική ναυτιλιακή πολιτική που παρά τις ευνοϊκές ρυθμίσεις σε όλα τα επίπεδα κρίνεται ως αποτυχημένη».
Τέλος κατηγόρησε τον γερμανό Υπουργό ότι προσπαθεί να «τορπιλίσει τους στενούς δεσμούς της ελληνικής ναυτιλίας με τον τόπο της» ενώ κλείνοντας σημείωσε στην ίδια γραμμή πλεύσης με την κυβέρνηση ότι ο Σόϊμπλε «δεν επιθυμεί να δει την Ελλάδα σε αναπτυξιακή πορεία»!!
Η δήλωση του Προέδρου της Ε.Ε.Ε είναι εξόχως αποκαλυπτική και το μόνο που χρειάζεται να προσθέσουμε εμείς είναι ότι υπερασπίζεται με συνέπεια τα ταξικά συμφέροντα του εφοπλιστικού κεφαλαίου
Σχετικά με όλα τα παραπάνω πρέπει κατ’ αρχήν να σημειώσουμε ότι ο Σόϊμπλε, η Μέρκελ, η Γερμανική κυβέρνηση είναι οι τελευταίοι που μπορούν να κάνουν αναφορά για τα δεινά που έχουν υποστεί οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και τα αδύναμα λαϊκά στρώματα από τις ασκούμενες μνημονιακές πολιτικές αφού η Γερμανοκρατούμενη Ευρώπη είναι αυτή που κατ’ εξοχή επιβάλει την αδυσώπητη λιτότητα, είναι οι αρχιτέκτονες του σκληρού και άγριου καπιταλιστικού νεοφιλελευθερισμού, των περικοπών και μειώσεων μισθών, συντάξεων, κοινωνικών και ασφαλιστικών παροχών και της κατεδάφισης των εργασιακών σχέσεων στην χώρα μας. Όπως επίσης με αυτές τις βάρβαρες πολιτικές τσακίζουν τα εργατικά, λαϊκά και κοινωνικά δικαιώματα και σε πολλές ακόμη ευρωπαϊκές χώρες (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Γαλλία) καθώς και σε άλλες του σκληρού πυρήνα της Ε.Ε και της ζώνης του ευρώ. Οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις σε συνδυασμό με το μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού δεν αφήνουν άθικτη καμία χώρα της Ε.Ε σε ότι αφορά τα εργατικά δικαιώματα.
Είναι επίσης προφανές ότι η υποκρισία και ο φαρισαϊσμός Σόϊμπλε σχετικά με τον «πόνο του» για τα αδύναμα στρώματα που υφίστανται τις εξοντωτικές κυβερνητικές πολιτικές αποσκοπεί στο να κρύψει την αλήθεια η οποία είναι στο έδαφος της Ευρωπαϊκής κοινής ναυτιλιακής πολιτικής η Γερμανική πολιτική ελίτ, στηρίζει τα συμφέροντα του Γερμανικού εφοπλιστικού κεφαλαίου το οποίο λειτουργεί στα πλαίσια της Ε.Ε ανταγωνιστικά με το αντίστοιχο ελληνικό τμήμα του εφοπλισμού.
Στο πλαίσιο αυτό την τελευταία 3ετία διεξάγεται έλεγχος από τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα και την επιτροπή ανταγωνισμού σχετικά με το ισχύον φορολογικό σύστημα που εφαρμόζει η χώρα μας στην ναυτιλία.
Από τα όσα διαρρέουν από τις σχετικές συζητήσεις προκύπτει ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις στο θεσμικό και φορολογικό σύστημα για το εφοπλιστικό κεφάλαιο του παρέχει προνόμια τα οποία κρίνονται ως αθέμιτες πρακτικές στην άσκηση της επιχειρηματικής του δράσης συγκριτικά με τα όσα ισχύουν στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές ναυτιλιακές χώρες μεταξύ των οποίων και η Γερμανία.
Το έργο της παραπάνω επιτροπής ολοκληρώνεται τις επόμενες ημέρες και καθόλου τυχαίο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτή η αντιπαράθεση διεξάγεται στην παρούσα χρονική συγκυρία…..
Ταυτόχρονα το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο που έχει επενδύσει πολλά στην κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, βλέποντας τον κίνδυνο η φοροασυλία του να βρίσκεται σε κίνδυνο, οργανώνει την άμυνά του και προβαίνει σε προειδοποιητικές βολές προς τους Γερμανούς διότι και η Γερμανική κυβέρνηση παρέχει και εξασφαλίζει αντίστοιχα προνόμια τόσο στην Ναυτιλία (εφοπλιστές) όσο και στην Ναυπηγική της βιομηχανία!
Επίσης οι έλληνες εφοπλιστές έχοντας ως στενό σύμμαχο την ελληνική κυβέρνηση, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και το υπόλοιπο συστημικό πολιτικό προσωπικό, τονίζουν την ανάγκη να μην αναδειχθούν οι διαφορές μεταξύ τους στις πολιτικές των χωρών της Ευρώπης αλλά από κοινού να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο που προέρχεται από την νοτιοανατολική Ασία, Κίνα κ.λπ!!!
Τα ανταγωνιστικά συμφέροντα βρίσκονται κατά συνέπεια στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης ενώ το πολιτικό σύστημα τόσο στις δύο χώρες (Ελλάδα – Γερμανία) όσο και στις υπόλοιπες διαγκωνίζεται για την υπεράσπιση, την εδραίωση αλλά και την παραπέρα ενίσχυση της μεγαλοαστικής τους τάξης που σε αυτήν είναι πρωταγωνιστικός ο ρόλος του εφοπλιστικού κεφαλαίου.
Αναφορικά με την ελληνική Ναυτιλία, αντίθετα με τις κορώνες περί «εφοπλιστικού και επιχειρηματικού δαιμονίου» που διαφημίζουν τόσο οι εφοπλιστές για τον εαυτό τους όσο και το πολιτικό τους προσωπικό, η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική.
Μεταπολεμικά οι αστικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας, συμπεριλαμβανομένης και της φασιστικής χούντας, θέσπισαν και κατοχύρωσαν ένα ιδιαίτερα προνομιακό θεσμικό πλαίσιο στην ποντοπόρο ναυτιλία παρέχοντας και εξασφαλίζοντας προκλητικά προνόμια στο εφοπλιστικό κεφάλαιο, μοναδικά στην Ευρώπη και στον κόσμο, που του επέτρεψαν να αναπτυχθεί και να κυριαρχήσει στον διεθνή ναυτιλιακό στίβο.
Ιδιαίτερα το φορολογικό σύστημα ακόμη και σήμερα καμιά χώρα της Ευρώπης δεν το έχει θεσπίσει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το μοντέλο αυτό δεν το αντέγραψαν σε μεγάλο βαθμό διάφορες παραδοσιακές Ναυτιλιακές χώρες της Ευρώπης.
Η φορολογία επί του τονάζ, όπως είναι στο θεσμικό πλαίσιο, στην ουσία απαλλάσσει φορολογικά τους έλληνες εφοπλιστές και τους παρέχει συνταγματικά πλήρη φορολογική ασυλία.
Η φορολογική ασυλία (59 φοροαπαλλαγές είναι καταμετρημένες στον νόμο 27/75) σε συνδυασμό με την μαύρη ανασφάλιστη και χαμηλόμισθη εργασία που χαρακτηρίζει την ποντοπόρο ελληνική και ελληνόκτητη ναυτιλία, οι χαμηλές δαπάνες – εισφορές για την κοινωνική ασφάλιση, η δημιουργία ενός Υπουργείου που λειτουργεί για την εξυπηρέτηση των αναγκών και συμφερόντων τους, η απλόχερη βοήθεια των εκάστοτε κυβερνήσεων στα διεθνή φόρα, η ύπαρξη ενός μηχανισμού Προξενικών Λιμεναρχείων που και αυτά είναι στην υπηρεσία των επιχειρηματικών τους συμφερόντων διαμορφώνει ένα πλαίσιο επιχειρηματικής δράσης το οποίο μόνο με χώρες σημαιών ευκαιρίας μπορεί να συγκριθεί!!
Ο βίαιος εξοστρακισμός δεκάδων χιλιάδων ελλήνων ναυτικών από την ποντοπόρο ναυτιλία που αποτελούσε έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1990 τον κύριο δεσμό με την χώρα σε συνδυασμό με όλα τα προαναφερόμενα προνόμια οδηγεί σε πλήρη κατάρρευση όλη την επιχειρηματολογία του εφοπλιστικού κεφαλαίου ενώ δείχνει ότι ακόμη και σε συνθήκες βαθειάς κοινωνικής και οικονομικής κρίσης όπως αυτή που διέρχεται η χώρα και ο λαός μας αυτοί εξακολουθούν να λειτουργούν παρασιτικά και θύματα των αντιλαϊκών πολιτικών (ΕΕ – ΔΝΤ – Ελληνικών κυβερνήσεων) είναι οι εργαζόμενοι και τα πλατιά λαϊκά στρώματα.
Η επαναλαμβανόμενη εφοπλιστική προπαγάνδα περί διπλασιασμού της φορολογίας τους σε εθελοντική βάση είναι σταγόνα στον ωκεανό σε σύγκριση με τα δισεκατομμύρια της κερδοφορίας που αποκομίζουν από αυτό το άθλιο αντιλαϊκό θεσμικό πλαίσιο.
Τα εφοπλιστικό κεφάλαιο πέρα από τους ισχυρούς και μακροχρόνιους δεσμούς του με τις αστικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας μας, το θεσμοθετημένο σύστημα επιχειρηματικής ασυδοσίας έχουν αντίστοιχες προσβάσεις και στο ναυτεργατικό κίνημα της χώρας μας από την πλειοψηφία της ΠΝΟ η οποία έχει «υπογράψει» μια ιδιότυπη εργασιακή ειρήνη και υποταγή αφήνοντας παντελώς έξω από το στόχαστρο οποιασδήποτε αναφοράς και δράσης το μεγάλο εφοπλιστικό κεφάλαιο της ποντοπόρου ναυτιλίας.
Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την κατάσταση που επικρατεί στην Διεθνή Οργάνωση Μεταφορών (ITF) η οποία με την σειρά της έχει μετατραπεί σε μια αδίστακτη κερδοσκοπική συνδικαλιστική γραφειοκρατία με μοναδικό σκοπό να εισπράττει το χαράτσι από τους εκατοντάδες χιλιάδες χαμηλόμισθους Ναυτικούς των τρίτων χωρών για να τους εξασφαλίζει όρους και συνθήκες εργασιακής γαλέρας, αποτελεί και την διέξοδο (με αυτό απείλησε στην δήλωσή του ο Βενιάμης) για το ελληνικό κομπραδόρικο εφοπλιστικό κεφάλαιο να καταφύγει σε άλλες σημαίες ευκαιρίας που του παρέχουν μεγαλύτερη ευελιξία, ασυδοσία στην ναυτιλιακή επιχειρηματική δραστηριότητα!!!
Από την ταξική σκοπιά των εργατικών συμφερόντων κρίνεται αναγκαία περισσότερο από ποτέ η οργάνωση, η δράση και ο αγωνιστικός προσανατολισμός όλων εκείνων των συνδικαλιστικών δυνάμεων που αμφισβητούν την κυριαρχία, την παντοδυναμία και την ασυδοσία του εφοπλιστικού κεφαλαίου, επιβάλλεται οι δυνάμεις αυτές να συμπτύξουν ένα κοινό μέτωπο πάλης ενάντια στο καθεστώς των σημαιών ευκολίας, ενάντια στις συνθήκες γαλέρας, για ίδια δικαιώματα που θα ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες των Ναυτεργατών ανεξάρτητα από χώρα προέλευσης, χρώμα, φυλή, θρήσκευμα.
Σε αυτόν τον κοινό και συντονισμένο αγώνα πρέπει να συμπορευτούν όλες οι εργατικές δυνάμεις στον νευραλγικό τομέα των μεταφορών (Ναυτιλία - Λιμάνια – Ναυπηγοεπισκευή - εργαζόμενοι στις οδικές, αεροπορικές, σιδηροδρομικές μεταφορές) με στόχο να αντισταθούν στην λαίλαπα της καπιταλιστικής και νεοφιλελεύθερης επίθεσης σε βάρος των δικαιωμάτων τους.
Η ελπίδα και η προοπτική βρίσκεται στην κοινή πάλη των Ναυτεργατών και των εργαζομένων σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο. Σε αυτή την κατεύθυνση είναι προσανατολισμένη η αγωνιστική δράση της ΠΕΝΕΝ και σε αυτήν πρέπει να συσπειρωθεί και ο ναυτεργατικός μας κόσμος.
Νταλακογεώργος Αντώνης
Το άρθρο του Προέδρου της ΠΕΝΕΝ δημοσιεύτηκε στην efsyn.gr στις 5/6/2017
- Τελευταια
- Δημοφιλή