Σήμερα: 19/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

ste.jpg

Νόμιμη έκρινε η Ολομέλεια του ΣτΕ την περικοπή των δώρων-επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και θερινής άδειας των δημοσίων υπαλλήλων.
Κατά τους δικαστές ο βασικός μισθός των δημοσίων υπαλλήλων που κυμαίνεται από τα 780 ευρώ έως και 1.092 ευρώ, ακόμη και μετά την κατάργηση των τριών επίμαχων επιδομάτων, εξασφαλίζουν «αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο» (!!!) ενώ η περικοπή του 13ου και 14ου μισθού ήταν αναγκαία (!!!) σύμφωνα με τα δημοσιονομικά δεδομένα.

Ειδικότερα η Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου με μια σειρά αποφάσεων της (1307-1316/2019) έκρινε μεταξύ άλλων κατά πλειοψηφία (μειοψήφησαν 2 αντιπρόεδροι και 4 συμβούλοι Επικρατείας), ότι η κατάργηση των τριών επιδομάτων, «τεκμηριώνεται επαρκώς»!  

Έτσι οι σύμβουλοι Επικρατείας «έκλεισαν οριστικά την πόρτα» στους δημοσίους υπαλλήλους ως προς τη χορήγηση 13ου και 14ου μισθός, αφήνοντας στην άκρη τις αποφάσεις του Μισθοδικείου και ειδικά τις τελευταίες για τις μισθολογικές ωριμάνσεις και τα χρονοεπιδόματα των δικαστών και εισαγγελέων, όπως έλεγαν δικηγόροι, οι οποίοι κάνουν λόγο, με νόημα, για δύο μέτρα και δύο σταθμά. 

Από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου κατά πλειοψηφία και αφού αντικαταστάθηκαν εισηγητές και τακτικά μέλη της σύνθεσης του δικαστηρίου με αναπληρωματικά μέλη (με δικαίωμα ψήφου), αναστράφηκαν κατά 180 μοίρες οι θετικές για τους δημοσίους υπαλλήλους αποφάσεις της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ΄ Τμήματος του ΣτΕ, που είχαν κρίνει αντισυνταγματικές τις περικοπές των τριών επιδομάτων-δώρων, που έγιναν με το νόμο 4093/2012. Υπενθυμίζεται ότι το ΣΤ΄ Τμήμα του ΣτΕ είχε κρίνει ότι η κατάργηση των δώρων-επιδομάτων αντίκεινται στα άρθρα 25 και 4 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτά αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας.

Συγκεκριμένα η Ολομέλεια του ΣτΕ (πρόεδρος η Αικατερίνη Σακελλαροπούλου και εισηγητές οι σύμβουλοι Επικρατείας, Ελένη Παπαδημητρίου και Ιωάννης Σπερελάκης (αρχικά εισηγήτρια ήταν η Κωνσταντίνα Φιλοπούλου) με μια σειρά αποφάσεων της (1307-1316/2019) έκρινε κατά πλειοψηφία (μειοψήφησαν 2 αντιπρόεδροι και 4 σύμβουλοι Επικρατείας), μεταξύ των άλλων, ότι η κατάργηση των τριών επιδομάτων, «τεκμηριώνεται επαρκώς» και δεν παρίσταται απρόσφορο μέτρο, και μάλιστα προδήλως, για «την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ε.Ε. για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος».

Περαιτέρω, συνεχίζει η Ολομέλεια του ΣτΕ, «κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου», ο νομοθέτης «είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων, όπως προκύπτει: α) από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (6.591 ευρώ) και το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα (12.637,08 ευρώ) κατά το έτος 2011, β) από το νέο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων που θεσπίστηκε με τον ν. 4014/2011, με το οποίο ο βασικός μισθός των δημοσίων υπαλλήλων κυμαίνεται μεταξύ 780 (ΥΕ με βαθμό ΣΤ) και 1092 ευρώ (ΠΕ με βαθμό ΣΤ) και γ) από τη θέσπιση νέου κατώτατου βασικού μισθού και ημερομισθίου με τον ίδιο ν. 4093/2012 (586,08 ευρώ και 26,18 ευρώ, αντίστοιχα)».

Κατά συνέπεια, υπογραμμίζουν οι σύμβουλοι Επικρατείας, «οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο». Επιπλέον, σημειώνουν οι δικαστές του ΣτΕ, «η τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων δεν καθιστά, ενόψει των ευρέων περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο νομοθέτης στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και του οριακού ελέγχου, στον οποίο υπόκειται κατά τούτο, από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του».

Σε άλλο σημείο οι σύμβουλοι Επικρατείας υπογραμμίζουν ότι «το ίδιο μέτρο δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα».

Παράλληλα, η πλειοψηφία αντέκρουσε την άποψη της μειοψηφίας ότι με τις το ΣτΕ «μεταστρέφει τη νομολογία του ως προς τον ν. 4093/2012, τον οποίο συστηματικά κρίνει αντίθετο στις προεκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις, με το επιχείρημα ότι, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του νόμου αυτού, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές με αποφάσεις του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης. Και τούτο, διότι, ανεξάρτητα από το ότι σε αυτόν περιλαμβανόταν πλήθος μέτρων με άμεσο οικονομικό αντίκτυπο στα εισοδήματα διαφόρων κοινωνικών ομάδων, αλλά και οικονομικών φορέων, ορισμένα από τα οποία κρίθηκαν συνταγματικά, πάντως αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο».

Η μειοψηφία

Σύμφωνα με τη μειοψηφία, με τον ίδιο ν. 4093/2012 και με τα ίδια ακριβώς κριτήρια, τα οποία με προηγούμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν καθ’ εαυτά απρόσφορα, ανεπαρκή και, συνεπώς, ακατάλληλα να στηρίξουν περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, έλαβε χώρα και η επίδικη ήδη κατάργηση των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας των εν ενεργεία λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου.

Και στην περίπτωση, όμως, αυτή, όπως και στις προηγηθείσες περιπτώσεις, ούτε στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012 ούτε στις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης αυτού περιέχεται, σε σχέση με την κατάργηση των εν λόγω παροχών, οποιαδήποτε ειδικότερη αναφορά, εκτίμηση ή άλλη αιτιολογία, η οποία, πάντως, ήταν ιδιαιτέρως επιβεβλημένη, δεδομένου ότι πρόκειται περί παροχών, οι οποίες, όπως δηλώνεται στην ονομασία τους και συνάγεται από τη μακρά ιστορική τους επιβίωση συνδέονται αμέσως με την προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρα 2, 5, παρ. 1 και 21) κοινωνική και οικογενειακή ζωή, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στην ελληνική πραγματικότητα τα τελευταία τουλάχιστον 60 χρόνια. Εξάλλου, δεν αρκεί ούτε στην περίπτωση του επίμαχου μέτρου η επίκληση του δημοσιονομικού οφέλους και μόνον ούτε η χρονίζουσα αδυναμία προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και είσπραξης των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών, που αποτέλεσαν τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου που επέφερε η επίμαχη πλήρης κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας.

Πέραν αυτού, «απαιτείτο και στην προκείμενη περίπτωση η προηγούμενη εξέταση τυχόν εναλλακτικών επιλογών και η εκτίμηση της προσφορότητας και αναγκαιότητας της επίμαχης κατάργησης υπό το φως των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης συμμετοχής στα δημόσια βάρη, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι τα καταργηθέντα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας, συνολικού ετησίου ύψους 1.000 ευρώ, χορηγούνταν μόνο στους χαμηλόμισθους υπαλλήλους του Δημοσίου που είχαν μικτές μηνιαίες αποδοχές (συμπεριλαμβανομένων και των ως άνω δώρων και επιδόματος αδείας) μέχρι 3.000 ευρώ, σύμφωνα με τους νόμους 4875/2010 και 4024/2011». «Οι εν λόγω υπάλληλοι έχουν ήδη υποστεί αλλεπάλληλες μειώσεις τόσο των αποδοχών τους, όσο και του εν γένει εισοδήματός τους βάσει των διαφόρων νομοθετημάτων της περιόδου της κρίσης.

Εξάλλου, οι επίμαχες καταργήσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ειδικότερα ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, διότι η προϋπόθεση αυτή αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγων περικοπών».

ΠΗΓΗ: imerodromos.gr

20160713_italianpows_bild_bundesarchiv-696x435.jpg

Να καταβληθούν χιλιάδες ευρώ πολεμικών αποζημιώσεων από τη Γερμανία σε 33 Ιταλούς πρώην στρατιωτικούς διέταξε το δικαστήριο της Μπρέσια. Θα λάβουν από 30.000 έως 40.000 ευρώ έκαστος.

Το δικαστήριο της Μπρέσια στην Ιταλία διέταξε την καταβολή χιλιάδων ευρώ από τη Γερμανία στους Ιταλούς αιχμαλώτους πολέμου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται για γερμανικές αποζημιώσεις που πρέπει να δοθούν σε 33 πρώην στρατιωτικούς, σύμφωνα με το bresciaoggi.it.

Μετά την υπογραφή της συνθηκολόγησης της Ιταλίας στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943, οι Ιταλοί από την Μάντοβα στάλθηκαν στη Γερμανία, ενώ οι γερμανικές κατοχικές δυνάμεις κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος του βόρειου και κεντρικού τμήματος του χερσονήσου των Απεννίνων. Οι Ιταλοί αιχμάλωτοι βρέθηκαν στη Γερμανία και αναγκάστηκαν να εργαστούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

«Το δικαστήριο της Μπρέσια αναγνώρισε, ότι για ένα κράτος που είχε διαπράξει εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα θύματα των οποίων ήταν πρώην Ιταλοί αιχμάλωτοι πολέμου, δεν ισχύει καμία ασυλία», δήλωσε ο δικηγόρος των εναγόντων.

Κανένας εκπρόσωπος της γερμανικής πλευράς δεν ήταν παρών στη δίκη, επειδή η αρμοδιότητα του ιταλικού δικαστηρίου στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν έχει αναγνωριστεί από τη Γερμανία.

Η υπόθεση, η οποία ξεκίνησε από το 2007, έληξε με την απόφαση του δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, 30 «δούλοι του Χίτλερ», όπως τους ονόμασαν τα τοπικά μέσα ενημέρωσης, και οι κληρονόμοι των άλλων τριών πρώην κρατουμένων πρέπει να λάβουν ποσό από 30.000 έως 40.000 ευρώ ως αποζημίωση από τις σημερινές γερμανικές αρχές. Επίσης, η Ιταλία και η Γερμανία πρέπει να καταβάλουν από κοινού το ποσό των 140.000 ευρώ ως δικαστικά έξοδα.

Οι κάτοικοι του Διστόμου έχουν μεταφέρει τις διεκδικήσεις τους στην Ιταλία και ζητούν από τα ιταλικά δικαστήρια να εκτελεστεί η απόφαση. Παρά την απόφαση του 2001, με την οποία ο Άρειος Πάγος είχε πει «ναι» στην κατάσχεση γερμανικής περιουσίας (σ.σ. ινστιτούτο Goethe), η απόφαση δεν έχει εκτελεστεί μέχρι σήμερα, διότι δεν έχει μπει η υπογραφή του υπουργού Δικαιοσύνης. Το Δίστομο διεκδικεί στην Ιταλία, περιουσία των «Γερμανικών Σιδηροδρόμων», της κρατικής γερμανικής εταιρείας (που διαθέτει παράρτημα στη γειτονική χώρα), ως αποζημίωση. Στις 10 Ιουνίου ήταν η μαύρη επέτειος των 75 ετών από το αλησμόνητο έγκλημα του Διστόμου.

ΠΗΓΗ: iskra.gr

_και_νέοι_διαχειριστές_της_ακροδεξιάς_πολυκατοικίας.jpg

Χρίστος Κρανάκης

Καταλύτης η αποφασιστικότητα και η επιμονή του κινήματος. Νέες ισορροπίες ανάμεσα σε Χρυσή Αυγή, Βελόπουλο και «ορφανά»

Δεν είναι κακό να χαιρόμαστε… Η καταβύθιση των εκλογικών ποσοστών της Χρυσής Αυγής και η αποτυχία της να πιάσει το όριο του 3% για είσοδο στη Βουλή αποτελεί – ως έναν βαθμό – νίκη του αντιφασιστικού κινήματος και δικαίωση της ριζοσπαστικής αριστεράς για τον πολιτικό και οργανωτικό τρόπο που αντιμετώπισε την άνοδο της νεοναζιστικής συμμορίας, τα τελευταία χρόνια. Είναι ιδιαίτερα κακό όμως να εφησυχάζουμε… Η ακροδεξιά στην Ελλάδα δεν άφησε την τελευταία της πνοή στις κάλπες της 7ης Ιουλίου. Αναδιατάχτηκε με διαφορετικούς όρους που, εν δυνάμει, μπορούν να την καταστήσουν ακόμα πιο επικίνδυνη. Η αναδιάταξη αυτή πρέπει να ακτινογραφηθεί και να αναλυθεί στα εξής δύο επικαλυπτόμενα επίπεδα: Την επίδραση του μαχητικού αντιφασιστικού κινήματος στην πτώση της Χ.Α. και τις τακτικές επιλογές του συστήματος που ανέπλασε τον ακροδεξιό χώρο προς όφελος των τωρινών αναγκών του.

Είναι γεγονός πως η Χρυσή Αυγή έχασε μεγάλο μέρος της δυναμικής της στο δρόμο και τις γειτονιές, χάρη στην ατέρμονη και αποφασιστική δράση του αντιφασιστικού κινήματος και την ηρωική θυσία του Παύλου Φύσσα που οδήγησε στην αποκάλυψη του εγκληματικού χαρακτήρα της. Το αστικό πολιτικό σύστημα όμως άδραξε την ευκαιρία και αφού έδεσε χειροπόδαρα τον ηγετικό πυρήνα της, κατάφερε τη μετατόπιση χιλιάδων ακροδεξιών ψηφοφόρων στη κάλπη της Νέας Δημοκρατίας. Καθόλου τυχαίες δεν ήταν όπως φάνηκε, οι επιλογές του Κ. Μητσοτάκη να πουλήσει εθνικισμό μπροστά στην Συμφωνία των Πρεσπών για να εξαργυρώσει ψήφους  και να ανάγει επιφανή πρόσωπα της Σαμαρικής πτέρυγας εντός ΝΔ (Βορίδης, Άδωνις κλπ) σε στελέχη “πρώτης ταχύτητας”.

Ταυτόχρονα στο πολιτικό κενό ανάμεσα στην “κεντροδεξιά” και την Χρυσή Αυγή αναγεννήθηκε ένας παλιός γνώριμος του ακροδεξιού-εθνικιστικού χώρου, ο Κυριάκος Βελόπουλος. Η Ελληνική Λύση λεηλάτησε και αυτή με τη σειρά της τις εκλογικές δεξαμενές της Χρυσής Αυγής, πετυχαίνοντας την ανάδειξή της ως ο κύριος και κοινοβουλευτικός πυλώνας της ακροδεξιάς στην Ελλάδα. Η διαρροή όμως ψηφοφόρων από τη Χρυσή Αυγή προς ΝΔ και Ελληνική Λύση δεν αποτελεί στρατηγική ήττα των βασικών δογμάτων της ακροδεξιάς, αλλά αντίθετα, συνιστά μια ριζική αλλά εκ νέου επικίνδυνη ανακατανομή του εθνικιστικού χώρου στην Ελλάδα για τους εξής τρεις λόγους.

Πρώτον, το κυβερνών πλέον κόμμα, προκειμένου να αγκαλιάσει το πιο σκληροπυρηνικό ακροδεξιό ακροατήριο, μετατόπισε την πολιτική του ατζέντα προς τα δεξιά. Η ασφάλεια, ο «πόλεμος» των Εξαρχείων, το άσυλο ανομίας, η «προδοτική» Συμφωνία των Πρεσπών, το «να τελειώνουμε επιτέλους με την Αριστερά» κ.α. αποτελούν στοιχεία του προεκλογικού λόγου της ΝΔ, που πρόσφεραν ενέσεις ακροδεξιάς έξαρσης σε ένα σκληρά συντηρητικό δυναμικό της ελληνικής κοινωνίας.

Δεύτερον, ο Βελόπουλος (που πουλάει και το… χρίσμα του «εκλεκτού του Πούτιν»), αναδεικνύεται στο ρόλο του «χρήσιμου ηλίθιου» για το σύστημα. Το πιο επικίνδυνο στοιχείου του δεν είναι ότι θα αποτελέσει αποκούμπι στην προσπάθεια για διασφάλιση πάση θυσία της αντιλαϊκής ομαλότητας, αυτό είναι δεδομένο. Ο φόβος έγκειται στη προαγωγή ενός γνήσιου φασιστικού λόγου ντυμένου με έναν επικοινωνιακό μανδύα αρκετά διαφορετικό από αυτόν της Χρυσής Αυγής. Η ακροδεξιά του Βελόπουλου συνδυάζει σαφώς πιο αρμονικά στοιχεία αστικής ευγένειας  και «κοινής λογικής» την ίδια ώρα που αναπτύσσει τον πιο σκληρό και επιθετικό λόγο. Η «γραβατωμένη» Ακροδεξιά, αυτή που δεν μισεί (ανοιχτά) τους μετανάστες αλλά απαιτεί να διαφυλάσσονται πρώτα οι Έλληνες, έχει τη δυνατότητα ανώτερης κοινωνικής γείωσης από ένα αμιγώς νεοναζιστικό μόρφωμα.

Τρίτον, οι εξελίξεις εντός Χρυσής Αυγής απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή. Το πλήγμα της κοινοβουλευτικής εξόδου πιθανότατα να αναζωπυρώσει ενδοκομματικές διαμάχες και να καταλήξει στην επικράτηση ακόμα πιο εξτρεμιστικών απόψεων εντός της. Ο ηγετικός πυρήνας θα αμφισβητηθεί ως προδοτικός, καθώς «γονάτισε» μπροστά στο σκαμνί των δικαστηρίων και απομάκρυνε την οργάνωση από «τους δρόμους και τις πλατείες» από όπου κέρδισε αρχικά τη δυναμική της (βλ. μετεκλογικές δηλώσεις Μιχαλολιάκου). Δεν θα είναι η πρώτη φορά που πιθανώς θα υπάρξουν πισώπλατα μαχαιρώματα εντός της και το μόνο σίγουρο είναι πως στην ευρύτερη περιφέρεια της καραδοκούν ακόμα πιο επιθετικά στοιχεία με σκληρή οργανωτική δράση.

Για να μην ανασυγκροτηθεί η Χρυσή Αυγή στο δρόμο απαιτείται διαρκής επαγρύπνηση του αντιφασιστικού κινήματος που θα στοχεύει στην ολική εξαφάνισή της από τον κοινωνικό χάρτη.

ΠΗΓΗ:  prin.gr

mploko-lafazani-stous-sumbolaiografous-gia-pleistiriasmous.w_l-696x391.jpg

Κλητήριο θέσπισμα επεδόθη χθες (15/7/19) στα γραφεία της Λαϊκής Ενότητας με το οποίο παραπέμπεται σε δίκη ο Παναγ. Λαφαζάνης για τις 10/10/2019 με κατηγορίες που αφορούν τον μισό ποινικό κώδικα και συγκεκριμένα τα άρθρα 1, 12, 14, 16, 26 παραγ.1α, 27 παραγ. 1α, 45, 94, 98 334 παραγ.3α, 396, παραγ. 1 για τον αγώνα του κατά των πλειστηριασμών α’ κατοικίας και λαϊκής περιουσίας και πιο συγκεκριμένα για την αγωνιστική κινητοποίηση κατά των πλειστηριασμών που πραγματοποιήθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 20/9/2017.

Η δικογραφία που εστάλη για την δίωξη του Παν. Λαφαζάνη συνετάχθη από το αμαρτωλό εμφυλιοπολεμικού τύπου τμήμα της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών που φέρει τον αντιδημοκρατικό και μακαρθικό τίτλο «Τμήμα Προστασίας του Κράτους και του Δημοκρατικού Πολιτεύματος» και στη βάση αυτής της δικογραφίας και παρα τις καταγγελίες του Παν. Λαφαζάνη, απαγγέλθηκαν αυθαίρετεςσκόπιμες με πολιτική στόχευση και υπαγορευμένες κατηγορίες από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών με τις οποίες παραπέμπεται σε δίκη ο Παν. Λαφαζάνης.

Είναι προφανές, υπογράμμιζαν πολιτικοί κύκλοι, ότι δεν επρόκειτο ποτέ ένα Τμήμα της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών να κινηθεί κατά του τότε Γραμματέα της ΛΑ.Ε και μάλιστα με τόσο αβάσιμα στοιχεία, αν δεν είχε την έγκριση, αν όχι την εντολή, από την ηγεσία του υπ. Ασφάλειας του Πολίτη και το Μέγαρο Μαξίμου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Παν. Λαφαζάνης κατηγορείται και με το άρθρο 334 του Π.Κ. για παρακώληση πλειστηριασμού, το οποίο θέσπισαν Τσίπρας – Κοντονής και φρόντισαν να του δώσουν χαρακτήρα ιδιώνυμου αδικήματος με ιδιαίτερα αυστηρές ποινές.

Πάντως είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το κλητήριο θέσπισμα σύμφωνα με το δικόγραφο εκδόθηκε στις 26/6/17, εν μέσω προεκλογικής περιόδου, για ευνόητους λόγους αποφυγής πολιτικών παρενεργειών μπροστά στις εκλογές, επεδόθη στα γραφεία της ΛΑ.Ε μετεκλογικά, είκοσι μέρες μετά και συγκεκριμένα στις 15/7.

Με δηλώσεις του ο Παν. Λαφαζάνης χαρακτηρίζει ως καθαρά πολιτική δίωξη την παραπομπή του σε δίκη. Τονίζει ότι η δίωξη του έχει ενορχηστρωθεί από το ίδιο το Μαξίμου και φέρει το ονοματεπώνυμο Αλ. Τσίπρα. Είναι μια δίωξη που αποβλέπει στην τρομοκράτηση του κινήματος κατά των πλειστηριασμών και επιδιώκει να εξυπηρετήσει την καταλήστευση του τραπεζικού κεφαλαίου και να ξεκαθαρίσει κάθε εμπόδιο στο τσουνάμι πλειστηριασμών α’ κατοικίας και μικρομεσαίων περιουσιών που επέρχεται και στο οποίο πρόκειται να συμμετάσχουν ενεργά τώρα, όχι μόνο Τράπεζες και fund αλλά και το Δημόσιο, η ΔΕΗ και άλλες επιχειρήσεις κοινωφελών υπηρεσιών, που ήδη κινουνται με αθρόες κατασχέσεις αλλά και πλειστηριασμούς, σε μια γενικευμένη εικόνα κοινωνικής ζούγκλας.

Η δικαστική δίωξη κατά Λαφαζάνη έρχεται, φυσικά, κουτί και για την κυβέρνηση της ΝΔ, η οποία συναινούσε απολύτως στην πολιτική αρπαγής σπιτιών και αυταρχισμού της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και τώρα επιδιώκει να κλιμακώσει και να διευρύνει αυτήν την λεηλασία λαϊκής περιουσίας , σύμφωνα και με τις εντολές των «θεσμών», πράγμα που, πέραν της κοινωνικής αναλγησίας την οποία αντιπροσωπεύει, θυσιάζει και κάθε δυνατότητα αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας, ενώ δεν επιλύει τη ληστρική γάγγραινα των τραπεζών.

Δυστυχώς, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ θεωρούν ότι έχουν πράσινο φως για τα σχέδια τους σε βάρος των δανειοληπτών και ευρύτερα κατά του ελληνικού λαού από το γεγονός ότι η ΛΑ.Ε, η κύρια αγωνιστική δύναμη κατά των πλειστηριασμών λαϊκής περιουσίας, υπέστη στις εκλογές μεγάλη ήττα με τη συνέργεια, αλίμονο, της ψήφου των πολιτών.

Ας ελπίσουμε ότι οι πολίτες θα του διαψεύσουν στο άμεσο μέλλον, εγκαταλείποντας τον καναπέ και ένα είδος «κοινωνικής ακινησίας» που κυριαρχεί με την ελπίδα κάποιας επερχόμενης «κανονικότητας, η οποία, όμως, είναι όνειρο θερινής νυκτός.

Πόλεμος στο «ραγιαδισμό», την μοιρολατρία και την «κοινωνική αφασία».

Πηγή: iskra - vathikokkino.gr

 

Σελίδα 2850 από 4478
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή