Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
ΒΑΣΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΛΑΕ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΩΣ ΘΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΟΥΜΕ ΣΤΟ ΕΞΗΣ

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΕΛΑΝΤΗ*
Η ΛΑΕ, καθώς και συνολικότερα οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής αντιμνημονιακής Αριστεράς πλην του ΚΚΕ, υπέστησαν στις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου μια πολύ σημαντική ήττα. Τόσο επειδή οι δυνάμεις του 62% από το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου δεν εκφράσθηκαν με έναν ικανοποιητικό τρόπο και ένα σημαντικό τμήμα του είτε πήγε στην αποχή είτε πήγε στον μνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ, μέσα σε ένα πλαίσιο τόσο αποδοχής της ήττας όσο και αυταπατών για το λεγόμενο παράλληλο/ισοδύναμο πρόγραμμα και την δυνατότητα ήπιας δήθεν εφαρμογής του καταστροφικού Τρίτου Μνημονίου. Όσο και επειδή η προοπτική μιας αναγκαίας εναλλακτικής λύσης στον μονόδρομο του ευρώ και μιας ρήξης με τους δανειστές και την ευρωζώνη είτε δεν έπεισε είτε δεν αρθρώθηκε ικανοποιητικά , αλλά πάντως δεν φάνηκε να έχει ένα ισχυρό έρεισμα στο εκλογικό σώμα. Ιδίως, η μη είσοδος της ΛΑΕ στην Βουλή, μιας δύναμης που περιλάμβανε την αριστερή αμφισβήτηση του ΣΥΡΙΖΑ σχεδόν στην ολότητά της αλλά και άλλες αριστερές ριζοσπαστικές δυνάμεις, ήταν ένα δραματικό πολιτικό περιστατικό που μπορεί να έχει πιο μόνιμα αρνητικά αποτελέσματα. Το εκλογικό αποτέλεσμα έδειξε να σταθεροποιεί προσωρινά τον μνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ ως ηγετική μνημονιακή δύναμη,, να διασώζει το ΠΑΣΟΚ-Δημοκρατική Παράταξη, να κρατά την Νέα Δημοκρατία σε υψηλά σχετικά επίπεδα παρά την δεύτερη συνεχή εκλογική ήττα της, να σταθεροποιεί το ΚΚΕ, να αναπαράγει όψεις σήψης και εκφυλισμού του κοινοβουλευτισμού όπως το κόμμα Λεβέντη, να διατηρεί επικίνδυνα την δύναμη της ναζιστικής Χρυσής Αυγής παρά τις διώξεις εναντίον της και την κατακραυγή κατ’ αυτής για τον δολοφονικό της ρόλο.
2. Η συγκυρία της ήττας και κάποιες πρώτες αιτίες της. Μπροστά στην συγκυρία που ανοίγεται, ο μνημονιακός κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει μεν ένα νομιμοποιητικό πλεόνασμα, μια πολιτική υπεραξία, που δεν πρέπει να υποτιμάται, καθώς συμβάλει στην άμβλυνση της κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης, αλλά η κυβέρνησή του με τους ΑΝΕΛΛ δεν πρόκειται καθόλου να διεξαγάγει έναν περίπατο και υπάρχουν σημαντικές διαστάσεις αστάθειας και καθεστωτικής αβεβαιότητας, καθώς ξεκινά η εφαρμογή ενός ακραία αντιλαϊκού και αντικοινωνικού προγράμματος, που κατατείνει στην συνθλιβή των συντάξεων και των εργασιακών σχέσεων, στην πλήρη εκποίηση της δημόσιας περιουσίας (ΟΛΠ, αεροδρόμια, Ελληνικό, ΤΡΑΙΝΟΣΕ, κα.) στους ξένους και ντόπιους μονοπωλιακούς ομίλους, στην απελπιστική φορομπηξία στα χαμηλά και μικρομεσαία ιδίως κοινωνικά στρώματα και τάξεις μέσω του ΕΝΦΙΑ και άλλων νέων φόρων και μέσω της γενικευμένης ποινικοποίησης και πανοπτικού ελέγχου, στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας και στην καταστροφή της λαϊκής και κοινωνικής κατοικίας στην Ελλάδα, ενώ ταυτόχρονα οι υποσχέσεις για μείωση του χρέους και για ανακουφιστικά ισοδύναμα μέτρα έχουν πέσει στο κενό και στην σαφή αδιαλλαξία του κεφαλαίου και της ευρωζώνης. Είναι δεδομένο ότι το αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα δημιουργεί μια κατάσταση πρώτου μουδιάσματος, παράλυσης, μελαγχολίας και συναισθημάτων ματαιοπονίας στις λαϊκές τάξεις και σε πιο ενεργά κομμάτια της κοινωνίας που επιθυμούν να αντισταθούν στην λαίλαπα. Σαν το πρώτο συναίσθημα να λέει ότι η πάλη είναι μάταιη. Αυτή η κατάσταση χρειάζεται κάποιο διάστημα για να αναταχθεί σε αγωνιστική κατεύθυνση, καθώς η ήττα φαίνεται να είναι αρκετά βαθιά και έχει όψεις και χαρακτηριστικά κάπως πιο μόνιμα. Το πρόταγμα μιας «κυβέρνησης της Αριστεράς», η οποία θα ανέτρεπε τα Μνημόνια και θα άλλαζε την πορεία της χώρας σε φιλολαϊκή και φιλεργατική κατεύθυνση, αναγκαίο στοιχείο για μια περίοδο της αντιμνημονιακής / αντινεοφιλελεύθερης και προοπτικά αντισυστημικής πολιτικής, συνάρθρωσε και εκπροσώπησε για σημαντικό χρονικό διάστημα τους μεγάλους κοινωνικούς αγώνες της περιόδου 2010-2013 (μεγάλες απεργίες, σχεδόν εξέγερση τον 2.12. στην Αθήνα, πλατείες κλπ). Στην συνέχεια, ο χειρισμός αυτής της προοπτικής από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ με τρόπο απονευρωμένο, με λογικές ανάθεσης, χωρίς καμία πίστη στην ικανότητα νίκης των αγώνων και επιμέρους ανατροπών πριν από την αλλαγή της διακυβέρνησης, (βλ. Μετρό, ΕΡΤ, εκπαιδευτικοί, πανεπιστημιακοί ΕΚΠΔΑ, Σκουριές, κινήματα που δεν δέχθηκαν μια πολύ ουσιαστική στήριξη από τον αντιπολιτευτικό ΣΥΡΙΖΑ) χωρίς το στοιχείο της αναγκαίας ρήξης με το κεφάλαιο και την ευρωζώνη και της αναγκαίας μετάβασης σε εθνικό νόμισμα στα πλαίσια πάντοτε μιας γενικότερης μεταβατικής σοσιαλιστικής στρατηγικής (που θα περιλάμβανε κοινωνικοποιήσεις τραπεζών και στρατηγικών επιχειρήσεων, όψεις εργατικού και κοινωνικού ελέγχου, δημόσιο έλεγχο στις τράπεζες και το χρηματοπιστωτικό σύστημα, μορφές εισοδηματικής και φορολογικής ταξικής αναδιανομής, πολιτικές εθνικής ανεξαρτησίας και εξόδου από το ΝΑΤΟ, μορφές συνεταιριστικών και αλληλέγγυων παραγωγικών μορφών και αυτοδιαχείρισης, σεισάχθεια για τους φτωχούς δανειολήπτες κ.α.) οδήγησε στην «λογική του ώριμου φρούτου» από τις αρχές του 13 ως τον Γενάρη του 15 και σε μια ήπια αστική διακυβερνησιμότητα τους πρώτους μήνες μετά το Γενάρη και αμέσως μετά στην πλήρη υποταγή και υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου. Η «διαπραγμάτευση» κατέληξε σύντομα ένα ανέκδοτο. Αυτά τα στάδια ήταν κρίκοι μιας ενιαίας αδιέξοδης στρατηγικής κατεύθυνσης. Έτσι, η ιδέα μιας διεξόδου από το νεοφιλελεύθερο και καπιταλιστικό αδιέξοδο πλήγηκε καίρια και υπερίσχυσε η θατσερική λογική του «Δεν υπάρχει καμία εναλλακτική λύση». Ακόμη και η επισφαλής λογική μιας περιόδου ήπιας κεϋνσιανής αναδιανομής, σαν αυτήν που περιέγραφε το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, φάνηκε ότι είναι αδύνατη εντός του ευρώ και της ευρωζώνης, στην ουσία εντός και της ΕΕ ως ενιαίου συστήματος διακρατικών σχέσεων. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, πρωτίστως λόγω της λογικής μη ρήξης και μη σύγκρουσης αλλά και μέσα από την σταδιακή της όσμωση με τα μεγάλα ντόπια και ξένα επιχειρηματικά συμφέροντα, τον ιμπεριαλισμό και την ίδια την λεγόμενη «διαπλοκή», πρόδωσε ή πάντως εγκατέλειψε το όραμα μιας κοινωνικής αλλαγής που θα ξεκινούσε από την αλλαγή στον φορέα κυβερνητικής διαχείρισης και θα εξαπλωνόταν σε όλη την κοινωνία . Όμως, αυτή η «προδοσία» δεν είναι μια ατομική επιλογή μόνο του κέντρου Τσίπρα και του ηγετικού κέντρου του ΣΥΡΙΖΑ, καταδεικνύει και τις χρόνιες αδυναμίες οργάνωσης του μαζικού εργατικού κινήματος και των κοινωνικών κινημάτων, τα ίχνη της λογικής του μεταρρυθμισμού, του κυβερνητισμού, του κρατισμού και της εμπιστοσύνης στον απαράλλακτο ουσιαστικά αστικό κρατικό μηχανισμό εντός της κομμουνιστογενούς Αριστεράς αλλά και εντός της Αριστεράς της σοσιαλδημοκρατίας, που διαχωρίστηκε από το αρχικό μνημονιακό μπλοκ.Καταδεικνύει έναν, παρά την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, διαχρονικότερο αρνητικό ταξικό συσχετισμό, που συνδέεται με ταξικές νοοτροπίες ορίων στον αγώνα και την αγωνιστικότητα, με μια «τζάμπα αριστεροσύνη» καθώς και με πολιτισμικά χαρακτηριστικά της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Χωρίς αυτά τα διαρκή «ίχνη», των οποίων τις αιτίες χρειάζεται πια να διερευνήσουμε και να υπερβούμε, η διέξοδος από την βαθειά ήττα του Σεπτεμβρίου μπορεί να μην είναι νοητή και δυνατή.
Χρειάζεται να καταλάβουμε στο σημείο αυτό ότι η στρατηγική της «κυβέρνησης της Αριστεράς» έχει διαψευσθεί για το ορατό μέλλον και ότι ο προγραμματικός και κινηματικός μας λόγος πρέπει να τροφοδοτεί τώρα την μαχητική κοινωνική Αντιπολίτευση και τα αντινεοφιλελεύθερα και αντισυστημικά κινήματα, ιδίως το εργατικό κίνημα αυτής της περιόδου. Ο ορίζων αυτής της περιόδου είναι η αποφυγή του καπιταλιστικού Μεσαίωνα και όχι η νέα καθαγιασμένη «κυβέρνηση της Αριστεράς». Κρίκος αυτής της λογικής πρέπει να είναι η γενίκευση της κοινωνικής ανυπακοής και η δημιουργία μιας αντικειμενικής και υποκειμενικής εξεγερσιακής κατάστασης στην ελληνική κοινωνία. Αυτή η προοπτική πάει μαζί με το βάθεμα της καπιταλιστικής κρίσης διεθνώς αλλά και με την σοβαρή πιθανότητα ενός επικείμενου στο άμεσο μέλλον ιμπεριαλιστικού πολέμου ή μιας ιμπεριαλιστικής σύρραξης με απροσδιόριστες ακόμη μορφές. Το προσφυγικό κύμα από την Συρία είναι η πρώτη εικόνα αυτών των συρράξεων, που μας έρχεται από το μέλλον μας.
3. Αντικειμενικές και υποκειμενικές αδυναμίες της ΛΑΕ ως αιτίες της δικής μας ήττας.
«Η ΛΑΕ κλήθηκε εντός 20 ημερών να συγκροτηθεί και να αναπτύξει τον προγραμματικό της λόγο». Αυτό είναι το πρώτο μας επιχείρημα. Τυπικά είναι έτσι και αυτό οδήγησε σε ανυπέρβλητα σε κάποιο βαθμό τεχνικά και πολιτικά προβλήματα, όπως η πολυγλωσσία, η έλλειψη σαφών προγραμματικών κατευθύνσεων, η κακή εικόνα στα ΜΜΕ, η αρχηγική εμφάνιση κλπ. Όμως, πάντοτε, θα μας στερούν τον χρόνο αντίδρασης, θα μας αποκλείουν, ο ταξικός εχθρός θα μας χτυπά. Αυτά είναι δεδομένα στην ταξική πάλη και δεν μπορούν να γίνονται άλλοθι για ολιγωρίες. Είναι σαν να λέμε ότι η λειψή αστική δημοκρατία όπου ζούμε είναι ένας στίβος ελεύθερου ανταγωνισμού των διαφορετικών πολιτικών απόψεων.
Η σύνθετη αλήθεια είναι ότι «η υπό διαμόρφωση ΛΑΕ» υπήρχε τουλάχιστον έξι μήνες πριν από τον Αύγουστο, από τον Φλεβάρη του 2015, αν όχι από το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούλιο του 2013. Η «υπό διαμόρφωση ΛΑΕ» ήταν κυρίως η αριστερή αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ, με κορμό την Αριστερή Πλατφόρμα, αλλά και άλλες δυνάμεις στην ριζοσπαστική Αριστερά που ήθελαν μια ρήξη με το κεφάλαιο και την ευρωζώνη με όρους ενιαιομετωπικής και συμμαχικής αριστερής συμπόρευσης και όχι με όρους ενός σεχταρισμού τύπου ΚΚΕ. Όμως, η «υπό διαμόρφωση ΛΑΕ» υπήρξε έντονα ελλειμματική, παρά τις καλές προθέσεις.
Ιδίως, το Αριστερό Ρεύμα (και δευτερευόντως το Κόκκινο Δίκτυο) ακολούθησε μια τακτική εντός του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία από ένα σημείο και μετά αποδυνάμωσε παρά ενίσχυσε την ριζοσπαστική διαφωνία και την προγραμματική διαφοροποίηση στο ΣΥΡΙΖΑ. Ας δούμε κάποιους σταθμούς αυτής της πολιτικής. Στο Συνέδριο του 2013 και στην συνέχεια ως το 2015 η ΑΠ ορθά έθεσε και πάλεψε τον στόχο της εξόδου από την ευρωζώνη και των μορφών δημοσίου ελέγχου και ιδιοκτησίας στις τράπεζες και τις δημόσιες επιχειρήσεις και αγαθά. Όμως, από το καλοκαίρι του 2014, η πίεση σε αυτά τα πεδία προς την πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ και το ηγετικό κέντρο του Τσίπρα χαλάρωσε εν όψει της προοπτικής ανάληψης της διακυβέρνησης. Το Πρόγραμμα της ΔΕΘ έγινε η σημαία όλου του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ η αποχώρηση από την ευρωζώνη έπαψε να τίθεται. Στις ΚΕ του 10.2014 και του 1.2015 προ των εκλογών, η ΑΠ δεν έβαλε αντιπαραθετικά ζήτημα για τις προσχωρήσεις από το ΠΑΣΟΚ (Τζάκρη κλπ) ούτε επανέφερε το ζήτημα της ρήξης με την ευρωζώνη. Ήταν η εποχή, όπου η ηγεσία της ΠΑ έβλεπε τις ρήξεις να έρχονται «αντικειμενικά» και μέσα από την ίδια την «δυναμική των πραγμάτων». Ήταν η εποχή, όπου το ΑΡ διέκρινε στην ομάδα Τσίπρα μια ομάδα αδύναμη, αντιφατική και με περιορισμένες ικανότητες!!! Επίσης, το ΑΡ ανέλαβε σημαντικά υπουργεία σε τομείς όπου ήταν εξαιρετικά αβέβαιο ότι θα υπάρξουν αντιμνημονιακές ανατροπές. Τέλος, η ΑΠ δεν συνέβαλε ικανοποιητικά στην στήριξη των όποιων κινηματικών τομέων στους μήνες 1.2015-8.2015 αντίστασης και στην εξωστρεφή διοχέτευση και δημοσιοποίηση του αναγκαίου εναλλακτικού σχεδίου ρήξης με την ευρωζώνη, βασικές όψεις του οποίου, με την μελέτη Λαπαβίτσα, αναφάνηκαν μόνο το καλοκαίρι του 2015.
Ήδη, από τον Φλεβάρη του 2015 (συμφωνία 20ης Φλεβάρη) είχε φανεί αρκετά καθαρά πού πήγαινε το πράγμα. Στην φάση εκείνη έπρεπε η ΑΠ εξώστρεφα να έχει δημοσιοποιήσει και καταστήσει κτήμα της κοινωνίας την εσωκομματική διάσταση απόψεων και όχι κυρίως να την κρατάει στο εσωκομματικό επίπεδο. Αυτό οξύνθηκε ως ζήτημα τον Μάιο με τις -47 σελίδες-, όταν φάνηκε πια καθαρά ότι θέλουμε ως κόμμα το όχι-και-τόσο-ήπιο ήπιο Μνημόνιο. Στην φάση εκείνη, η ΑΠ μαζί με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και με ανένταχτες αγωνιστικές δυνάμεις όφειλε να ενημερώσει και να κινητοποιήσει τον λαό και την εργατική τάξη στην χώρα μας και την Ευρώπη. Όμως, ακόμη και τότε υπήρχε η ψευδαίσθηση της «ρήξης» του Τσίπρα ή και άλλες ψευδαισθήσεις ότι θα βοηθηθούμε δήθεν από τον ρωσικό ιμπεριαλιστικό παράγοντα οικονομικά, αν σπάσουμε με την ευρωζώνη (τα περίφημα 5 δις).
Το Δημοψήφισμα έγινε ένας άλλος τόπος παραγωγής αυταπατών. Παρά το ότι ο λαός ηρωικά αντιστάθηκε στους δανειστές με την ψήφο του, παρά το ότι η νεολαία βγήκε δυναμικά στο προσκήνιο, ήταν φανερό ότι το ΟΧΙ ήταν αντιφατικό, περιείχε τάσεις αντίστασης αλλά και τάσεις υπό όρους συμβιβασμού, ανέθετε σε σημαντικό βαθμό την όποια ρήξη στην ομάδα Τσίπρα και δεν ήταν άνευ ετέρου υπέρ της ρήξης με τους δανειστές και την ευρωζώνη. Η «ευκολία» ακύρωσής του μέσα σε μια βδομάδα αποδεικνύει το αντιφατικό και ασταθές της τάσης ρήξης μέσα στο ΟΧΙ του Δημοψηφίσματος.
Μετά την συμφωνία της 12ης Ιουλίου , έπρεπε να έχει επακολουθήσει η διάσπαση του κόμματος με πρωτοβουλία της ΑΠ. Αυτό δεν έγινε γιατί α) δεν ήταν καθαρό στην ηγεσία του ΑΡ αν η υποχώρηση έχει μόνιμο και στρατηγικό χαρακτήρα β) υπήρχε η αντιφατική άποψη ότι καταψηφίζουμε τα Μνημόνια αλλά στηρίζουμε την κυβέρνηση που τα εισάγει (!!!) γ) δεν υπήρχε η βούληση παράδοσης των υπουργείων, παραίτησης των υπουργών, και ήδη τότε αποχώρησης από το κόμμα (μαρτυρία μου προσωπική για τις διαδικασίες από την 12η Ιουλίου ως τις αρχές Αυγούστου). Ήταν διάχυτες οι λογικές πριν από την παραίτηση της κυβέρνησης την 21.8. ότι μπορεί να μείνουμε και να πάρουμε το κόμμα στο επικείμενο Έκτακτο Συνέδριο που αποφάσισε η ΚΕ την 30-7, το οποίο είχαμε καταψηφίσει στην ΚΕ ως ΑΠ. Μέρος του λαού και των πολιτών που ακολουθούσαν τον ΣΥΡΙΖΑ πίστευε ότι και η ζημιά μπορεί να αναστραφεί αλλά και ότι μια συνδιαχείριση του προβλήματος μεταξύ ηγεσίας και ΑΠ στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν υπαρκτή και δεδομένη. Αυτή η εικόνα μας έβλαψε αφάνταστα στις εκλογές της 20-9 και έσπρωξε σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ στην αποχή. Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν για τους σ. από την τάση των «53», που ευτυχέστατα αποχώρησαν τελικά από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Μετά την διάσπαση, κάναμε ορισμένα σημαντικά λάθη ως ΑΡ και ευρύτερα ως ΑΠ, που έβλαψαν την προσπάθεια της ΛΑΕ. Πρώτον, δεν χτυπήσαμε όσο έπρεπε προσωπικοπολιτικά τον Αλέξη Τσίπρα και δεν αναδείξαμε επαρκώς τον ρόλο του, του ιδίου και της ομάδας γύρω του (Παππάς, Φλαμπουράρης, Τσακαλώτος κλπ), την σύνδεσή του με τα συμφέροντα των ντόπιων και ξένων επιχειρηματικών ομίλων και μονοπωλιακών συμφερόντων β) δεν ήμασταν επαρκώς σύμφωνοι/ες μεταξύ μας στην ανάδειξη της πρότασης Λαπαβίτσα για την έξοδο από το ευρώ, υπήρξαν αλληλομπλοκαρίσματα στην ανάδειξη της πρότασης διεξόδου με αρνητική και παραλυτική έκβαση γ) αντιμετωπίσαμε ως ΑΡ μια περιορισμένη διαφωνία με το Κόκκινο Δίκτυο στην ανάδειξη της εξόδου από την ευρωζώνη. Δέχομαι ότι μπορεί να υπάρχουν και αστικές /«σταδιακές» εκδοχές της εξόδου, όμως, ήταν πολύ αποθαρρυντικό σε ένα σημείο που ήταν κεντρικό για την προσπάθειά μας να μην μπορούμε να βγούμε προς τα έξω με στοιχειώδη ενότητα και προβολή της γραμμής από κοινού. Επίσης, υπήρχε η άποψη (και στο ΑΡ) ότι η έξοδος είναι καθαρά πολιτικό ζήτημα και «δεν χρειάζεται τεχνική τεκμηρίωση», άποψη που αποδυνάμωσε την προσπάθεια τεκμηρίωσης, την οποία η κοινωνία, κατά την γνώμη μου, απαιτούσε επιτακτικά από εμάς.
Στο πεδίο της δημοκρατίας, της κινηματικής εικόνας, της πολυφωνίας, του φυσιογνωμικά νέου και ριζοσπαστικού, της πρωτοτυπίας στην λογική συγκρότησης, η εικόνα της ΛΑΕ προεκλογικά ήταν πολύ κάτω του μετρίου, πολύ κάτω από το επίπεδο των πολιτικών και κοινωνικών αναγκών της περιόδου. Μοιάζαμε να έχουμε γεράσει πριν από την ώρα μας, να δίνουμε ένα αρχηγικό, γραφειοκρατικό και συγκεντρωτικό προφίλ προς την κοινωνία, να πριμοδοτούμε μια επετηρίδα στελεχών από την ιστορική πορεία του ΑΡ κυρίως. Αυτή η εικόνα, επίσης, μας έβλαψε σοβαρά στον προεκλογικό αγώνα, και τα σποτ μας είχαν και αυτά όψεις υποτίμησης του λαού και έντονου εξυπνακισμού και αλαζονείας. Επίσης, η διαχείριση της δυνατότητας συμφωνίας με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε ορισμένα αδύνατα χαρακτηριστικά. Παρά το ότι είναι αρκετά πιθανό να είχαμε εισπράξει ένα ΟΧΙ υπό οποιουσδήποτε όρους, με δεδομένες όψεις της φυσιογνωμίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η επιμονή μας να αρνηθούμε την παύλα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ένα σχήμα με υπαρκτή πορεία επί χρόνια, δεν έπεισε για την ενωτική μας διάθεση και προσανατολισμό, την ίδια στιγμή που δώσαμε υπόσταση σε ασήμαντες ομάδες και ανύπαρκτα μορφώματα μέσα στην ΛΑΕ.
Μετά τις εκλογές, το ΠΣ έβγαλε μια ανακοίνωση για το εκλογικό αποτέλεσμα που έδινε έμφαση μόνο στους αντικειμενικούς παράγοντες και υποβάθμιζε έντονα τα υποκειμενικά μας λάθη και αδυναμίες. Σαν να δίναμε το μήνυμα, έ τώρα τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα και θα δυσκολέψουν περισσότερο αν τα πολυσκαλίσουμε. Σαν να πέρναγε η αντίληψη ότι στην δύσκολη ώρα οι διαφωνίες και οι κριτικές επισημάνσεις θα μας διαχωρίσουν και θα ενισχύσουν τον αντίπαλο. Αυτό το μήνυμα ήταν αρνητικό και δεν συνέβαλε στην ύπαρξη ενός γόνιμου και προωθητικού διαλόγου ανάμεσά μας. Αντίθετα, εξυπηρέτησε τον εφησυχασμό και την λογική ότι τώρα συγκροτούμαστε και δεν συζητάμε. Δεν κατανοήθηκε το ότι όπως ακριβώς το Δημοψήφισμα δεν ήταν η Επανάσταση (κάπως έτσι το προβάλαμε στις εκλογές) έτσι και η ψήφος των εργατικών / λαϊκών στρωμάτων στον ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις σοβαρές όψεις κοινωνικής ήττας και υπακοής, περιέχει αντιφάσεις, αυταπάτες που θα δοκιμαστούν, δυνατότητες υπονόμευσης από μια λαϊκή-αριστερή αντιπολίτευση, αναβλητικές αιρέσεις που θα επανεξετασθούν στην πορεία του χρόνου. Όπως δεν ισχύει η θέση περί διαρκούς ηγεμονικής αστάθειας των αστών, άλλο τόσο δεν ισχύει η θέση της πλήρους και απόλυτης στεγανοποίησης του αστικού μπλοκ, αν και η τάση εξαμερικανισμού του πολιτικού συστήματος έχει όψεις επιβεβαίωσης και προόδου.
Έτσι, ξεκίνησε στην ΛΑΕ μια διαδικασία οργανωτικής συγκρότησης πάνω στην βάση μεγάλων πολιτικών ελλείψεων. Ελλείψεων, όπως:
I. Η έλλειψη δημοκρατικής λειτουργίας και συγκρότησης, η έλλειψη καταστατικής συγκρότησης, η οποία μεταφέρεται σταδιακά στις καλένδες. Ως τώρα, όλα τα όργανα και οι διαδικασίες δεν συγκροτούνται με δημοκρατική εκλογή ή έστω με συμφωνία βάσει πολιτικών κριτηρίων και αναγκών. Ούτε οι οργανώσεις βουλεύονται με βάση την αρχή της πλειοψηφίας, την μόνη δυνατή δημοκρατική αρχή και μέθοδο. Η συμφωνία ανάμεσα στις ηγεσίες των κυρίων συνιστωσών υποκαθιστά την δημοκρατία, κάτι που έχουμε ζήσει αρνητικά και στον ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2005-2013.
II. Η κινηματική παρέμβαση, της οποίας η σημασία πια είναι ανυπολόγιστη, δεν μπορεί να στηριχθεί σε έναν αναρχοσυνδικαλισμό και μάλιστα με έντονες γραφειοκρατικές παραμορφώσεις. Η παρέμβαση προϋποθέτει πολιτική ιεράρχηση στόχων, συγκέντρωση δυνάμεων, εκτίμηση των ασταθειών του κυρίαρχου μπλοκ και πολιτικό σχέδιο. Λ.χ. μιλάμε προγραμματικά σαν η επόμενη η μέρα να ήταν η κυβέρνηση της Αριστεράς νο 2, κάτι που από πουθενά δεν φαίνεται και δεν αναδεικνύεται. Δεν αναδεικνύουμε, έτσι, την αλλαγή ορίζοντα σε σχέση με την περίοδο 2006-2015.
III. Η μη ανάδειξη του προσωρινού και μεταβατικού χαρακτήρα της ΛΑΕ, κάτι που στην αρχή τουλάχιστον εθεωρείτο ως δεδομένο.
IV. Η σιωπή στο ζήτημα των συμμαχιών. Ακόμη και αν δεν υπάρχουν οι δυνατότητες ενός Ενιαίου Μετώπου με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή το ΚΚΕ, πρέπει να μιλάμε για ένα ΕΜ από τα κάτω, ένα ΕΜ των αγωνιστών/τριών και των κοινωνικών κινημάτων.
V. Η παραμέληση της προόδου των προγραμματικών μας θέσεων, όχι με έναν τρόπο τεχνοκρατικό αλλά με έναν τρόπο επαφής και διαλόγου με τις ταξικές και κοινωνικές κατηγορίες που μας ενδιαφέρουν. Χρειάζεται και μια πολύ καθαρή πια θέση για την έξοδο από την ευρωζώνη και για την πιθανότατη έξοδο και από την ΕΕ.
VI. Η μετατροπή σε ταμπού του ζητήματος της ηγεσίας. Μετά από μια σοβαρή πολιτική ήττα, το ζήτημα της ηγεσίας μπορεί να επανεξετασθεί. Στην φάση όπου είμαστε, είναι πολύ σημαντικότερο από το να μιλήσουμε για αλλαγή των προσώπων να μιλήσουμε για αλλαγή των ηγετικών δομών. Η πορεία προς μα πολυπρόσωπη θεματικά και τασικά ηγετική συγκρότηση (π.χ. Διεύθυνση και όχι επικεφαλής, πολύ λιγότερο επικεφαλής ου νομιμοποιείται άμεσα από πολιτικό σώμα) θα διευκόλυνε σημαντικά την δημοκρατική λειτουργία της ΛΑΕ.
Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015
πηγη: iskra.gr
ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΔΡΟΜΟ...

Του ΘΟΔΩΡΟΥ ΜΑΡΑΚΗ
Το ΚΚΕ αυτή την περίοδο είναι το πιο σημαντικό κόμμα στο χώρο της αριστεράς. Η σημασία της πολιτικής του συμπεριφοράς είναι καθοριστική για την πορεία του εργατικού και λαϊκού κινήματος της χώρας μας, αυτό μας επιβάλλει να ασχοληθούμε διεξοδικά με την πρόσφατη απόφαση της κεντρικής επιτροπής: «ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟ ΔΡΑΣΗΣ». Δημοσιεύεται στο «Ριζοσπάστη» 1/11/2015.
Αντιγράφουμε τα κατά τη γνώμη μας βασικά σημεία:
«Το Κόμμα επωμίζεται το σύνθετο και δύσκολο καθήκον να ανανεώσει και να διευρύνει τις δυνάμεις του, κυρίως στις παραγωγικές ηλικίες, στους μεγάλους εργασιακούς χώρους, να διευρύνει την ιδεολογική-πολιτική επιρροή του, την επίδραση του στο συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα και τα λαϊκά κινήματα σε συνθήκες αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων τόσο στην Ελλάδα, όσο και ευρύτερα».
«.....Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε κατάματα αδυναμίες, νέες δυσκολίες και να βρούμε τρόπους επίλυσης προβλημάτων που κυρίως σχετίζονται με:»
«Την ανασύνταξη του κινήματος, αξιοποιώντας τις εστίες αντίστασης που υπάρχουν μέσα στην εργατική τάξη, στα άλλα λαϊκά στρώματα, ενισχύοντας την πορεία της ταξικής πάλης, με βάση την πείρα που έχει συσσωρευτεί αυτά τα χρόνια.»
«Την οικοδόμηση του Κόμματος, ως επαναστατικής πρωτοπορίας, με ανανέωση και ισχυροποίηση των δεσμών του με εργατικές και λαϊκές μάζες, ηλικιακά ενεργές και δυναμικές.....»
Όπως φαίνεται από τα παραπάνω τα καθοριστικά καθήκοντα της περιόδου είναι η «ανασύνταξη του κινήματος» και η «οικοδόμηση του Κόμματος». Πιστεύω ότι είναι στη σωστή κατεύθυνση. Αλλά η τακτική που επιλέγει για να ανταποκριθεί σ' αυτά τα καθήκοντα για μια ακόμη φορά κινείται σε λάθος δρόμο. Και αυτό θα το δούμε παρακάτω.
«Να βοηθήσουμε να εκφραστούν οργανωμένα αγωνιστικές διαθέσεις, με διακριτές, συντονισμένες ενέργειες, πολύμορφες και συγκρουσιακές. Να πρωτοστατήσουμε στη σύγκρουση με τη μοιρολατρία και το φόβο, την απογοήτευση, το συντηρητισμό. (....). Ο λαός δεν έχει δοκιμάσει ακόμα τη δύναμή του, επομένως δεν πρέπει να υπάρχει απογοήτευση για την αναποτελεσματικότητα των αγώνων.»
Μέχρις εδώ καλά, αλλά:
«Κατά τη συζήτηση στα όργανα και τις ΚΟΒ αναδείχτηκαν ζητήματα που πρέπει να πάρουμε υπόψη, όπως:
«....Εντοπίστηκε ότι χρειάζεται περισσότερο να αναδεικνύουμε πλευρές της δική μας αντίληψης για τον ταξικό χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος, των αστικών θεσμών, (....) χρειάζεται καλύτερη εκλαΐκευση της θέσης μας για την εργατική εξουσία....»
«Εντοπίστηκε η μεγάλη θολούρα που υπάρχει σε σχέση με το πώς αντιλαμβάνονται το τι είναι σύστημα: Άλλος εννοεί τα κανάλια, άλλος τα κόμματα, άλλος τη βουλή κ.λ.π. Αναδεικνύεται η ανάγκη έντασης της συζήτησης για το καπιταλιστικό σύστημα στο σύνολο του.... Να οξύνουμε την ιδεολογική πάλη σε σχέση με το αστικό πολιτικό σύστημα, αναδεικνύοντας ότι η ατομική πολιτική επιλογή της αποχής από τις εκλογές δεν φθείρει γενικά την αστική εξουσία. Να εξηγηθεί καλύτερα ότι η ψήφος στο ΚΚΕ δεν είναι ψήφος για να αλλάξει ο συσχετισμός δύναμης εντός της βουλής. Είναι ψήφος πολιτικής συμπόρευσης με το ΚΚΕ και ως τέτοια ενισχύει την ταξική πάλη.»
Και συνεχίζει μέσα στο ίδιο πλαίσιο να απαριθμεί τα ζητήματα που αναδείχτηκαν κατά τη συζήτηση στα όργανα και τις ΚΟΒ, τα οποία δεν παραθέτω χάριν οικονομίας. Το βασικό συμπέρασμα της συζήτησης είναι το: «Γεγονός που επισημαίνει την ανάγκη έντασης της ιδεολογικής και πολιτικής δουλειάς, με μεγαλύτερη ανάλυση.» !! Πράγμα που σημαίνει ότι αρκεί να ενταθεί ιδεολογική και πολιτική δουλειά και να εκλαϊκευτεί καλύτερα η εργατική εξουσία και τότε θάχουμε την «ανασύνταξη του κινήματος» και την «οικοδόμηση του κόμματος». Αν είναι δυνατόν... Δεν υποτιμώ τη σημασία της ιδεολογικής και πολιτικής δουλειάς, ωστόσο αυτή χρειάζεται να γίνεται πάνω στη βάση του κυρίαρχου για την ανασύνταξη του κινήματος και την οικοδόμηση του κόμματος στοιχείου, που σήμερα είναι η ενότητα στη δράση των κομμάτων και των οργανώσεων της αριστεράς και κατ' επέκταση του εργατικού κινήματος. Είναι φανερό ότι πίσω απ' αυτές τις διαπιστώσεις η απόφαση της ΚΕ προσπαθεί να κρύψει τις ευθύνες πριν απ' όλα τις δικές της και του κόμματος – γιατί και το κόμμα έχει τις ευθύνες του- για την κατάσταση στο εργατικό κίνημα και το κόμμα, που, όπως έδειξε το εκλογικό αποτέλεσμα βρίσκεται σε στασιμότητα αν όχι σε πορεία φθοράς. Αυτό θα αποκαλυφθεί από την παρακάτω ανάλυση.
Η απόφαση συνιστά στο κόμμα για να δυναμώσει ιδεολογικά και πολιτικά εκτός των άλλων: «Την οργάνωση της μελετητικής δουλειάς για την Κομμουνιστική Διεθνή...». Θα βοηθήσω προς αυτή την κατεύθυνση παραπέμποντας τον αναγνώστη στις αποφάσεις της 3ης Διεθνούς για καταστάσεις παρόμοιες μ' αυτές που βιώνει σήμερα το εργατικό και λαϊκό κίνημα της χώρας μας. Οι αποφάσεις συγκεκριμένα του 3ου και 4ου συνεδρίου της κομμουνιστικής Διεθνούς για την «ανασύνταξη του κινήματος» και την «οικοδόμηση του κόμματος» ισχύουν στο ακέραιο. Πιστεύω ότι το κόμμα ΚΚΕ είναι ανάγκη να μελετήσει διεξοδικά τις αποφάσεις του 3ου και ιδιαίτερα του 4ου συνέδριου, που αναφέρονται στη τακτική του Ενιαίου Μετώπου.
Το 3ο και το 4ο συνέδριο, 22 Ιούνη-22 Ιούλη 1921 και 5 Νοέμβρη- 5 Δεκέμβρη 1922 αντίστοιχα πραγματοποιήθηκαν σε μια περίοδο που το επαναστατικό κύμα στην Ευρώπη, που ακολούθησε τη νίκη της Οχτωβριανής επανάστασης, είχε κοπάσει, μέσα από τις απανωτές ήττες που δέχτηκε το κίνημα, εξ αιτίας της προδοτικής στάσης της σοσιαλδημοκρατίας και της ανωριμότητας των ΚΚ. Η αστική τάξη έχει αποκαταστήσει την κυριαρχία της, έχει βρει την αυτοπεποίθηση της και έχει περάσει στην επίθεση, το κίνημα υποχωρεί, πραγματοποιεί αμυντικούς αγώνες, αλλά χάνει την μια μετά την άλλη τις κατακτήσεις του. Είναι διασπασμένο, τα ΚΚ εκτός λίγων εξαιρέσεων είναι μικρά κόμματα οι οργανώσεις με μικρή επιρροή στις λαϊκές μάζες, η πλειοψηφία των μαζών ακολουθεί, παρά τις προδοσίες της την σοσιαλδημοκρατία. Μια κατάσταση που τηρουμένων των αναλογιών προσομοιάζει μ' αυτή που βιώνει το κίνημα σήμερα. Για την ανασύνταξη του κινήματος και την οικοδόμηση των ΚΚ η διεθνής κάτω από την καθοδήγηση των ηγετών του μπολσεβίκικου κόμματος, δεν αποφασίζει την εκλαΐκευση της δικτατορίας του προλεταριάτου, ούτε βέβαια την ένταση της ιδεολογικοπολιτικής δουλειάς, επεξεργάζεται την τακτική του Ενιαίου Μετώπου, με το σύνθημα που ρίχτηκε στο 3ο συνέδριο: Προς τις μάζες.
Να δούμε τα βασικά σημεία της απόφασης για την τακτική του Ενιαίου Μετώπου:
«Το διεθνές κίνημα περνάει σήμερα μια μεταβατική περίοδο που θέτει μπροστά στη Κομουνιστική Διεθνή και τα τμήματά της σημαντικά προβλήματα τακτικής.»
«Η παγκόσμια κρίση επιδεινώνεται. Η ανεργία μεγαλώνει. Σε όλες σχεδόν τις χώρες, το διεθνές κεφάλαιο έχει εξαπολύσει συστηματική επίθεση εναντίον της εργατικής τάξης με ολοφάνερο σκοπό να ελαττωθούν τα μεροκάματα και να εξευτελιστούν οι συνθήκες ζωής των εργαζομένων.»
«(...) η καπιταλιστική επίθεση προκάλεσε μέσα στις εργατικές μάζες μια αυθόρμητη τάση για ενότητα ....»
Το πιο σημαντικό για τους πάσης φύσεως και πολιτικής προέλευσης αριστεριστές είναι ότι:
«Όποιες κι αν είναι οι προδοσίες της ρεφορμιστικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (....), οι κομμουνιστές, και μαζί μ' αυτούς όλα τα επαναστατικά στοιχεία της γαλλικής εργατικής τάξης, να προτείνουν στους ρεφορμιστές, πριν από κάθε γενική απεργία, πριν από κάθε επαναστατική εκδήλωση, πριν από κάθε δράση των μαζών, να συμμετάσχουν και αυτοί, και όταν οι ρεφορμιστές τους το αρνηθούν, να τους αποκαλύψουν στην εργατική τάξη. Έτσι η κατάκτηση των μη πολιτικοποιημένων εργατικών μαζών θα γίνει για μας ευκολότερη.» («Θέσεις για το ενιαίο μέτωπο» σ. 400 Εκδόσεις Εργατική Πάλη υπογρ. δική μου)
Ο Λένιν επιβεβαίωνε κατηγορηματικά:
«Ο σκοπός και το νόημα της τακτικής του ΕΜ συνίσταται στο να τραβηχτούν στην πάλη κατά του κεφαλαίου όλο και πιο πλατειές μάζες εργατών, χωρίς να πάψουμε να επαναλαμβάνουμε τις εκκλήσεις μας, ακόμη και προς τους ηγέτες της 2ης και της 2,1/2 Διεθνούς.» (Άπαντα τ.45 σελ. 131 Σύγχρονη Εποχή υπογρ. δική μου)
«Η Κομμουνιστική Διεθνής ζητάει όλα τα κομμουνιστικά κόμματα και οι ομάδες να εφαρμόζουν αυστηρά την τακτική του ενιαίου μετώπου γιατί μονάχα αυτή οδηγεί τους κομμουνιστές στον πιο σίγουρο δρόμο για να κατακτήσουν την πλειονότητα των εργαζομένων.» (υπογρ. δική μου)
Θέσεις κρυστάλλινες που δεν αφήνουν σκοτεινά σημεία, από όπου μου βγαίνει το ερώτημα: τελικά σε ποιο Θέο πιστεύουν οι ΚουΚουέδες; Και όχι μόνο αυτοί στο χώρο της αριστεράς με κομμουνιστική αναφορά!!
Σήμερα το κίνημα βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση μετά την προδοσία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Το εργατικό κίνημα και οι λαϊκές μάζες την περίοδο 2010-2012 έδωσαν σκληρές μάχες για να αντισταθούν στην επίθεση του κεφαλαίου και των κυβερνήσεων του. Από το 2012 και μετά περνώντας ανάσα μετέφεραν τον αγώνα τους από το συνδικαλιστικό πεδίο στο πολιτικό, ανεβάζοντας το ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση το Γενάρη του 2015 με κορυφαία στιγμή αυτής της προσπάθειας το 62% ΟΧΙ. Μετά ήρθε η προδοσία απογοήτευση. Για μια ακόμη φορά το εργατικό κίνημα βρέθηκε στο Σισύφειο μαρτύριο του. Αρνητικός ο συσχετισμός, όμως είναι ξεκάθαρο ότι οι λαϊκές μάζες δεν συναινούν στη πολιτική του 3ου μνημονίου, αλλά για να αποκτήσουν ξανά την αυτοπεποίθηση τους και να αγωνιστούν, για την ανασύνταξή τους, βασική προϋπόθεση είναι η ενότητα τους. Από είναι το κλειδί! Αυτό σημαίνει πριν απ' όλα την ενότητα στη δράση της αριστεράς κοινές συγκεντρώσεις, πορείες, συλλαλητήρια, κοινή δράση στα σωματεία, κοινές επιτροπές αγώνα στις γειτονιές, στις πόλεις τις συνοικίες, στην αγροτιά και πανελλαδικά.
Έχουμε μπροστά μας την γενική απεργία, για μια ακόμη φορά καλείται ο κόσμος σε τρείς συγκεντρώσεις!! Με τι κουράγιο να βγει η νεολαία και οι εργάτες στον αγώνα όταν πολύ σωστά καταλαβαίνουν ότι η ενότητα είναι η βασική προϋπόθεση για να αντισταθούν και να νικήσουν τα μνημόνια. Είναι γι αυτό που στρέφονται στην αποχή και όχι στη συμπόρευση με το ΚΚΕ. Σύντροφοι του ΚΚΕ εδώ είναι το πρόβλημα στη διάσπαση του κινήματος, την οποία είναι αναγκαίο να την αντικαταστήσουμε με την ενότητα στη δράση, απ' εδώ χρειάζεται να ξεκινήσει η ανασύνταξη του κυήματος και κατ' επέκταση η οικοδόμηση του κόμματος. Αυτός είναι ο δρόμος για την εκλαΐκευση της λαϊκής εξουσίας, για να του φύγει η θολούρα για το σύστημα, αυτός είναι ο δρόμος που οδηγεί στην εξουσία, αν πράγματι πιστεύεται και επιδιώκεται να φτάσετε σ' αυτή.
Είναι νόμος όποιο κόμμα πάει ενάντια στην επιθυμία των μαζών για ενότητα είναι καταδικασμένο σε φθορά και στασιμότητα, δυστυχώς αυτή είναι η αλήθεια για την κατάσταση στο κόμμα.
Είναι σημαντικό να δούμε πως η απόφαση της ΚΕ ξεπερνάει τις εκκλήσεις της Λαϊκής Ενότητας και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για ενότητα στη δράση. Τις απαξιώνει χαρακτηρίζοντάς τες οπορτουνιστικές. Είναι επιβεβλημένο και αναφαίρετο δικαίωμα του ΚΚΕ να ασκεί κριτική στη ΛΑΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ακόμη και αν είχε αποδεχθεί να συγκροτήσει μαζί τους ενιαίο μέτωπο για δράση, αλλά σύμφωνα με τις αποφάσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς πάμε σε ενιαίο μέτωπο με τις οπορτουνιστικές οργανώσεις. Ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση μελετώντας το πρόγραμμα και την στάση αυτών των οργανώσεων διαπιστώνουμε ότι τόσο η ΛΑΕ όσο και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουν αντικαπιταλιστικό πρόσημο. Και για να σταθούμε λίγο περισσότερο στη ΛΑΕ τα στοιχεία του προγράμματος της όπως: Η διαγραφή του χρέους, η εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων είναι αιτία πολέμου για το ευρωπαϊκό και ντόπιο κεφάλαιο. Και είναι περισσότερο από βέβαιο ότι αν υιοθετηθούν από το εργατικό και λαϊκό κίνημα τότε έχει μπει το ζήτημα της εργατικής εξουσίας.
Το πρόβλημα δυστυχώς είναι στη πολιτική και την τακτική του ΚΚΕ και αυτό θάχει τις συνέπειες του τόσο στη «ανασύνταξη του κινήματος», όσο και στην «οικοδόμηση του κόμματος».
Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015
πηγη: iskra.gr
Δήλωση του Προέδρου της ΠΕΝΕΝ σχετικά με την ομιλία του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών Τρύφωνα Αλεξιάδη στο συνέδριο Capital+Vision

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ μέσω του αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών Τρύφωνα Αλεξιάδη έδειξε επίσημα και δημόσια πώς εννοεί, αντιλαμβάνεται και σε ποια κατεύθυνση θα κινηθεί με την πολιτική της σχετικά με τα δημοσιονομικά και οικονομικά προβλήματα της χώρας μας.
Συγκεκριμένα στο συνέδριο Capital+Vision στις 4/11/2015 στην Αθήνα και στην ομιλία που εκφώνησε ανάμεσα στα άλλα ανέφερε: «Δεν είναι δυνατόν σήμερα να συζητάμε για επιβάρυνση του Ναυτιλιακού τομέα στην Ελλάδα όταν τα στοιχεία που έχει η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών αποδεικνύουν περίτρανα ότι υπάρχουν πολλές Ευρωπαϊκές χώρες που έχουν ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς για την Ναυτιλία τους απ’ ότι έχει η Ελλάδα».
Πρόκειται για την αθλιότερη και προκλητικότερη δημόσια αναφορά που έχει ακουστεί από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και η οποία αποκαλύπτει πλήρως τις προθέσεις και τους στόχους της αντιλαϊκής κυβερνητικής πολιτικής η οποία έχει ως πρόθεση να διατηρήσει ανέπαφο το σαθρό και βαθύτατα φιλοεφοπλιστικό καθεστώς της φοροασυλίας, των προνομίων και της επιχειρηματικής – εφοπλιστικής ασυδοσίας (διατήρηση 57 φοροαπαλλαγών, μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές, 90% ανασφάλιστη χαμηλόμισθη εργασία, στήριξη στα διεθνή φόρουμ και πλήθος άλλων προνομίων).
Με την δήλωσή του αυτή ο εκπρόσωπος της «αριστερής» κυβέρνησης Τσίπρα ομολογεί κυνικά, δημόσια, ξεδιάντροπα και χωρίς προσχήματα ότι η πολιτική τους ήταν, είναι και θα παραμείνει πιστή στο δόγμα της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, δεν θα θίξει κατ’ ελάχιστο τα θεσμοθετημένα προνόμιά τους αλλά αντίθετα σκοπεύει να τα διευρύνει….
Την ίδια στιγμή οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι, οι αυτοαπασχολούμενοι δίνουν μάχη για την επιβίωσή τους αντιμετωπίζοντας τις αντιλαϊκές παλιές και νέες μνημονιακές πολιτικές που τους συνθλίβουν τις κατακτήσεις και τους οδηγούν στην φτώχεια, την εξαθλίωση και την κοινωνική περιθωριοποίηση.
Παράλληλα ισοπεδώνει, τσακίζει, διαλύει και εξοντώνει τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τους επιτηδευματίες ακόμη και για ένα ευρώ φοροαποφυγή….
Πρόκειται για την πιο ακραία μορφή κοινωνικού κανιβαλισμού η οποία δείχνει το απάνθρωπο ταξικό της προσωπείο σε όλο το μεγαλείο της.
Προκειμένου να υλοποιήσει αυτήν την άθλια – αντικοινωνική πολιτική η κυβέρνηση και ο εκπρόσωπός της επικαλείται στοιχεία της Ε.Ε που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, τα οποία όμως χρησιμοποιεί τεχνηέντως για να κάνει συγκριτικές αναφορές οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν με την αλήθεια.
Το εργατικό λαϊκό και συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να δώσει – και θα την δώσει – την μάχη κατά της ασυδοσίας του μεγάλου κεφαλαίου, της εφοπλιστικής φοροασυλίας και της επιχειρηματικής ασυδοσίας.
Αυτή η μάχη θα δοθεί με αποτελεσματικότητα, θα είναι νικηφόρα και θα συντριβούν αυτοί που στο όνομα του λαού, της αριστεράς και της κοινωνίας μετατρέπονται σε ανδρείκελα των δυνάμεων του κεφαλαίου και αποτελούν το πολιτικό υπηρετικό προσωπικό τους για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους.
Ο Πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ
Νταλακογεώργος Αντώνης
Υ.Γ. Υποστηρικτικές στην κατεύθυνση της διατήρησης των συμφερόντων των εφοπλιστών, είναι οι διαδοχικές και επαναλαμβανόμενες παρεμβάσεις από τα κόμματα Ν.Δ – Ποτάμι – ΠΑΣΟΚ αναφορές και ερωτήσεις στην Βουλή με τις οποίες επισείουν τον κίνδυνο μετεγκατάστασης των Ναυτιλιακών εταιριών εάν αλλάξει και στο ελάχιστο το ισχύον θεσμικό πλαίσιο της φοροασυλίας των εφοπλιστών!!!
Ανάλογη είναι και η παρέμβαση των ελεγχόμενων από τους εφοπλιστές ΜΜΕ….
Ημερίδα – Εκδήλωση ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Παρέμβαση του Προέδρου της ΠΕΝΕΝ και Γ.Γ του Ε.Κ.Π Αντώνη Νταλακογεώργου
Θέμα: Το αγωνιστικό μέτωπο για την ανατροπή της μνημονιακής βαρβαρότητας και μορφές οργάνωσης και ενοποίησης της εργατικής τάξης και του λαού
Σύντροφοι και συντρόφισσες, φίλοι και φίλες,
Ευχαριστώ για την πρόσκληση. Το θέμα που επιλέξατε είναι εξαιρετικά σοβαρό, ενδιαφέρον και επίκαιρο.
Στην παρέμβασή μου θα εστιάσω σε 5 σημεία: 1) Η κατάσταση στο κίνημα σήμερα, 2) Τι κίνημα θέλουμε και σε ποια κατεύθυνση, 3) Ποιο θα είναι το περιεχόμενο και ο προσανατολισμός του ανασυγκροτημένου εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος, 4) Οι στόχοι και οι διεκδικήσεις και 5) Ο ρόλος και η παρέμβαση των πολιτικών, ριζοσπαστικών πολιτικών δυνάμεων και συλλογικοτήτων στην συγκρότηση και την πάλη αυτού του μετώπου.
Στην ουσία μιλάμε για τις προϋποθέσεις που θα σχεδιασθεί και θα αναπτυχθεί ένα μαζικό, μαχητικό, ταξικά οργανωμένο και προσανατολισμένο κίνημα της εργατικής τάξης που θα παλέψει με συνέπεια, σταθερότητα, διάρκεια και αποφασιστικότητα ενάντια στα παλιά και νέα μνημόνια που θα συσπειρώσει τον κόσμο της εργασίας, τους ανέργους, τους αυτοαπασχολούμενους, τα μικρομεσαία στρώματα, την φτωχή αγροτιά και κυρίως θα συνεγείρει τους νέους και τις νέες που μαζί με τους εργαζόμενους θα αποτελέσουν την ραχοκοκαλιά αυτού του αγωνιστικού μετώπου.
Στην κατεύθυνση αυτή είναι κεντρικής και επείγουσας σημασίας η ανασυγκρότηση του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος. Ποια τα χαρακτηριστικά και σε ποια κατεύθυνση θα πρέπει να οργανωθεί το εγχείρημα αυτό;
Είναι αυτονόητο ότι χωρίς να εγκαταλείψουμε τα θεσμικά όργανα των συνδικάτων και χωρίς να μειώσουμε τις προσπάθειες και τις πρωτοβουλίες μας τόσο για την αλλαγή των συσχετισμών δυνάμεων αλλά και την πίεση για την λήψη αγωνιστικών αποφάσεων μέσα από αυτά τα όργανα, ότι από πάνω δεν μπορεί βραχυπρόθεσμα να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Είναι γνωστός ο ρόλος της ξεπουλημένης και πεμπτοφαλαγγίτικης ηγεσίας της ΓΣΕΕ, Αναφορικά με την ΑΔΕΔΥ, παρά το γεγονός ότι οι δυνάμεις του κυβερνητικού συνδικαλισμού έχουν απωλέσει την αυτοδυναμία, είναι μακριά ακόμη από τους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα και οι δυνατότητες αλλά και η απήχηση όπως φάνηκε και στην πρόσφατη απεργία στις 12/11/2015, είναι εξαιρετικά περιορισμένες και στην πράξη ο προσανατολισμός της δεν φαίνεται να έχει διαφοροποιηθεί ουσιαστικά.
Βασικός στόχος των δυνάμεων του αυτόνομου ανεξάρτητου ταξικού αγωνιστικού πόλου πρέπει να είναι οι προσπάθειες, οι πρωτοβουλίες από τα κάτω. Αυτό μπορεί να επιχειρηθεί με τα πρωτοβάθμια σωματεία που κινούνται πραγματικά σε αγωνιστική κατεύθυνση, με την δημιουργία αγωνιστικών επιτροπών στους χώρους δουλειάς, με την ενεργοποίηση χιλιάδων εργαζομένων να στηρίξουν, να πλαισιώσουν τις αγωνιστικές αυτές δράσεις και πρωτοβουλίες.
Ταυτόχρονα επιβάλλεται οι δυνάμεις από τα κάτω να ενοποιήσουν τις θέσεις, τους στόχους και την πάλη τους, εδώ μπορούν να εμπλακούν και να συμμετέχουν παρά τις δυσκολίες και τα υπαρκτά προβλήματα συνδικαλιστικές δυνάμεις από διάφορες Ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα τα οποία έχουν κοινή αγωνιστική στόχευση και προσανατολισμό. Τέτοιες δυνάμεις υπάρχουν, πρέπει να αξιοποιηθούν και να ενταχθούν σε αυτή την ταξική μάχη και συσπείρωση.
Για τον σκοπό αυτό πρέπει να οργανωθεί μια συστηματική καθημερινή επαφή με τα εργοστάσια, τις επιχειρήσεις, τις υπηρεσίες, τα νοσοκομεία, τους δήμους, σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, σε κάθε χώρο δουλειάς να συνταχθούν μαζί ή και χωρίς τα πρωτοβάθμια σωματεία (όταν αυτά είναι υπό τον έλεγχο δυνάμεων της εργοδοσίας ή του κυβερνητικού συνδικαλισμού) και μέσα από αυτήν την διαδικασία στην οποία πρέπει να πρωτοστατήσουν οι δυνάμεις του αγωνιστικού και ταξικού πόλου που θα εκφράζει τα συμφέροντα των εργαζομένων.
Το δεύτερο είναι το πλαίσιο στόχων και διεκδικήσεων αυτού του μετώπου. Στην βάση αυτή πρέπει να στοχεύουμε τόσο στην κατάργηση των παλιών και νέων μνημονίων όσο και στην επαναφορά των δικαιωμάτων στα προ μνημονίου επίπεδα.
Αυτό αφορά την κοινωνική ασφάλιση, τα εργασιακά, τις ΣΣΕ, την απασχόληση, την αντιμετώπιση της μαύρης ανασφάλιστης εργασίας, την λήψη μέτρων για την ανεργία και την διατύπωση ουσιαστικών μέτρων για την προστασία των ανέργων, τις ελαστικές μορφές εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας στους χώρους δουλειάς, τις ιδιωτικοποιήσεις και την διατήρηση του δημόσιου πλούτου και των μεγάλων παραγωγικών επιχειρήσεων, την στήριξη της δημόσιας παιδείας, υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, την ανατροπή της φορομπηχτικής πολιτικής και της φορολεηλασίας του λαού και των εργαζομένων. Επίσης υψηλά στην ατζέντα μας πρέπει να είναι το προσφυγικό, οι πλειστηριασμοί, τα κόκκινα δάνεια των λαϊκών οικογενειών.
Ταυτόχρονα το μέτωπο αυτό πρέπει να διευρυνθεί και να συσπειρώσει τους αυτοαπασχολούμενους, τους μικρούς αγρότες, τις μικρές επιχειρήσεις και τα μεσαία στρώματα που και αυτά συντρίβονται από τις βάρβαρες αντιλαϊκές κυβερνητικές πολιτικές και οδηγούνται συστηματικά στο κλείσιμο και σε λουκέτο των επιχειρήσεών τους και τελικά στην ανεργία και στην εξαθλίωση.
Προφανώς το ανασυγκροτημένο αυτό κίνημα οφείλει και πρέπει να αναδείξει με τον δημόσιο λόγο του μόνο το όχι στις νεοφιλελεύθερες και βάρβαρες κυβερνητικές πολιτικές του οικονομικού κατεστημένου, του μεγάλου κεφαλαίου εγχώριου και ξένου αλλά πρέπει να έχει στο επίκεντρο και στο προσκήνιο της δράσης και των προγραμματικών αναφορών του το τσάκισμα της εργοδοτικής και επιχειρηματικής ασυδοσίας αλλά και την τρομοκρατία στους χώρους δουλειάς, τον περιορισμό και την κατάργηση των προνομίων της επιχειρηματικής ελίτ και της ολιγαρχίας του πλούτου που οι πολιτικές που ακολουθούνται όλα τα τελευταία χρόνια από το παλιό και νέο μνημονιακό μπλοκ στηρίζουν, διευρύνουν και ενισχύουν τα συμφέροντά τους. Αυτή ακριβώς η ταξική διάσταση πρέπει να είναι στο προσκήνιο και της επικοινωνιακής, παρέμβασης των συνδικάτων και του μετώπου.
Παράλληλα το ανασυγκροτημένο μέτωπο πρέπει να διατυπώσει με σαφήνεια μια εναλλακτική στρατηγική επιλογή στον αντίποδα των ασκούμενων νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εκπορεύονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΔΝΤ και τον θεσμοθετημένο νεοφιλελευθερισμό της ζώνης του Ευρώ.
Από αυτή την σκοπιά η διαγραφή του χρέους πρέπει να είναι ανάμεσα στα κεντρικά αιτήματα, τις διεκδικήσεις και αναφορές του ταξικού αγωνιστικού κινήματος καθώς και η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, των μεγάλων και παραγωγικών επιχειρήσεων, ο εργατικός και λαϊκός έλεγχος.
Σε ένα νέο και ανασυγκροτημένο συνδικαλιστικό και εργατικό κίνημα πρέπει να πάρουμε διαζύγιο με φαινόμενα γραφειοκρατίας, απόστασης από τους εργαζόμενους, καμπανιακής σύνδεσης στην επαφή μαζί τους όταν υπάρχει κάποια απεργία και σε πολλά ακόμη αρνητικά έως διαλυτικά φαινόμενα τα οποία υπάρχουν στα συνδικάτα που ελέγχουν οι δυνάμεις του εργοδοτικού – κυβερνητικού, του γραφειοκρατικού και κομματικού συνδικαλισμού και όχι μόνο….
Πρέπει να συγκρουστούμε και να πείσουμε για να αφήσουμε οριστικά πίσω μας τα φαινόμενα της παραταξιοποίησης, της αδράνειας, του συμβιβασμού, της παθητικότητας, της αναποτελεσματικότητας των αγώνων, της αναμονής, της ανάθεσης αλλά και την επιζήμια αντίληψη για το χαμένο μεροκάματο και ημερομίσθιο που στις σημερινές συνθήκες αποτελεί ισχυρό κίνητρο για την αποχή ιδιαίτερα από τους απεργιακούς αγώνες.
Είναι φανερό ότι η ανάπτυξη ενός τέτοιου κινήματος θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην διασπαστική τακτική του ΠΑΜΕ, θα δημιουργήσει ρωγμές στην πολιτική της κομματικής περιχαράκωσης στα συνδικάτα, όπως επίσης θα βοηθήσει πιο αποφασιστικά οι δυνάμεις του ΜΕΤΑ στις οποίες δημιουργείται σε μεγάλο βαθμό ένας επικίνδυνος εγκλωβισμός στις σημερινές συνθήκες που συνδέεται με την άσκηση της διακυβέρνησης από το ΣΥΡΙΖΑ, για μεγάλο χρονικό διάστημα είτε απέχουν είτε κυρίως δεν διαδραματίζουν ένα ουσιαστικό αγωνιστικό ρόλο για την ανασυγκρότηση του κινήματος, την ανάπτυξη και κλιμάκωση των αγώνων ή ακόμη περισσότερο ορισμένες από αυτές τις δυνάμεις βάζουν εμπόδια σε μια τέτοια κατεύθυνση και στην πραγματικότητα ερωτοτροπούν και επιχειρούν να αναδειχθούν στο κίνημα σε ένα νέο τύπο κυβερνητικού συνδικαλισμού!!
Μαζί με τα παραπάνω πρέπει να προσέξουμε να μην αναπαράγουμε κατ’ οποιοδήποτε τρόπο φαινόμενα καθαρότητας, σεχταρισμού που οδηγούν στην απομόνωση και στην περιθωριοποίηση από το κίνημα και το οργανωμένο μαζικό κίνημα. Με άλλα λόγια να μην αναπαράξουμε αντιλήψεις και πρακτικές του ΠΑΜΕ και του πολιτικού – κομματικού του φορέα που διαχρονικά αποδεικνύονται ακίνδυνοι για το κεφάλαιο, τις κυβερνητικές πολιτικές και ταξικά οδηγούν στην διάσπαση, στην αποδυνάμωση και τελικά οδηγούνται σε άσφαιρα πυρά εναντίον του συστήματος και η καμπανιακή παρέμβαση με μια ή δυο 24ωρες απεργίες, και αυτές μέσα στα πλαίσια ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, οδηγούν οι όποιοι αγώνες να μην θέτουν κατά οποιοδήποτε τρόπο θέμα ανατροπής στις πολιτικές της ευρωκρατίας, του εγχώριου και ξένου κεφαλαίου και κυρίως να μην δημιουργούν τους όρους για την ρήξη και την ανατροπή αυτών των πολιτικών.
Από όλα τα παραπάνω, που περιγράφονται λόγου περιορισμένου χρόνου εντελώς συνοπτικά, εξάγεται το συμπέρασμα ότι αυτό το κίνημα χρειάζεται περισσότερο από ποτέ την ουσιαστική παρέμβαση αλλά και ενοποίηση στην δράση και τους αγώνες της ριζοσπαστικής κομμουνιστικής ανατρεπτικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς η οποία θα συμβάλει τα μέγιστα για την οργάνωση και την ανάπτυξη αυτού του μετώπου.
Οι δυνάμεις αυτές πρέπει να προβάλουν, να διεκδικήσουν με προωθημένες θέσεις και στόχους όχι απλά ένα όχι στα μνημόνια αλλά να εκφράσουν και να διατυπώσουν ένα κοινό εναλλακτικό σχέδιο από την βαρβαρότητα των μνημονίων που θα θέτει σε άμεση αμφισβήτηση αυτές τις καταστροφικές και βάρβαρες πολιτικές, που θα οδηγεί την χώρα και τον λαό στην ανάκτηση της ανεξαρτησίας, στην αποδέσμευση από την μέγγενη των ευρωενωσιακών θεσμών, που θα συγκρούεται με το εγχώριο και ξένο κεφάλαιο και θα αποτελεί την εναλλακτική αγωνιστική επιλογή του λαού και των εργαζομένων να πορευθούν σε άλλο δρόμο, αυτόν της σοσιαλιστικής προοπτικής.
Πολυχώρος ΜΟΛΥΒΙ 14/11/2015
- Τελευταια
- Δημοφιλή