Σήμερα: 12/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

ekklisia-diadiloseis1987.jpg

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Μια σημαντική συνεδρίαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος αρχίζει μεθαύριο, Τρίτη 19 Μαρτίου. Κεντρικό ζήτημα στη συζήτηση θα είναι η εισήγηση του μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθέου που θα παρουσιάσει τις θέσεις της επιτροπής που συγκροτήθηκε με απόφαση της Ιεραρχίας μετά τη συνάντηση του αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου και του πρωθυπουργού και το προσύμφωνο που ανακοινώθηκε για την εκκλησιαστική περιουσία και τη μισθοδοσία των κληρικών, το οποίο στην ουσία απέρριψαν οι περισσότεροι μητροπολίτες. Με αυτή τη συνεδρίαση το «καυτό» ζήτημα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας μπαίνει στην πιο κρίσιμη φάση του.

Θα έχουμε μια ακόμη «μάχη» μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας; Θα είναι παρακινδυνευμένο να απαντήσει κανείς θετικά σ’ αυτό το ερώτημα. Άλλωστε στο μείζον θέμα της αλλαγής στο άρθρο 3 του Συντάγματος που ορίζει τον κυρίαρχο ρόλο της Εκκλησίας («επικρατούσα θρησκεία» κ.λπ.) τίποτα ουσιαστικά δεν αλλάζει. Βεβαίως υπάρχει η πρόταση για την προσθήκη της «θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους», αλλά είναι  μια «άχρωμη» και επιδεχόμενη πολλές ερμηνείες διατύπωση που δεν αλλάζει την ουσία (αφού  προηγουμένως η κυβέρνηση ξέχασε την παλιά της θέση για πλήρη και ουσιαστικό διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας). Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ούτε κι αυτή η διατύπωση είναι σίγουρο ότι  θα περάσει αφού ψηφίστηκε μόνο από 156 βουλευτές και στην επόμενη Βουλή θα είναι εύκολο να απορριφθεί είτε γιατί θα χρειάζεται αυξημένη πλειοψηφία (αν είναι μπροστά ο ΣΥΡΙΖΑ) είτε γιατί θα είναι «καμένη» από την αρχή  λόγω της αντίθεσης της ΝΔ που όλα τα δημοσκοπικά ευρήματα δείχνουν πως θα είναι η επόμενη κυβέρνηση. Και οι μητροπολίτες κατ’ εξοχήν πολιτικά όντα (κι ας το εξορκίζουν οι ίδιοι) γνωρίζουν πολύ καλά πότε θα τραβήξουν τα πράγμα στα άκρα και πότε θα αφήσουν τους πολιτικούς να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά μπροστά στο φόβο μιας ανοιχτής σύγκρουσης με την Εκκλησία.

Μια «μάχη» με  νικητή εκ των προτέρων γνωστό

Και η ιστορική πείρα δείχνει πως ακόμη και αν οξυνθούν τα πράγματα, σε όλες τις περιπτώσεις συγκρούσεων Πολιτείας και Εκκλησίας κερδισμένη έβγαινε η Εκκλησία με μόνη εξαίρεση την υπόθεση των ταυτοτήτων επί κυβέρνησης Σημίτη. Όπως στο ποδόσφαιρο ισχύει αυτό που λένε οι φίλαθλοι, πως όταν παίζει η Γερμανία με μια άλλη ομάδα κερδίζει πάντα η Γερμανία έτσι και στο «παιχνίδι» των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας κερδίζουν πάντα οι μητροπολίτες.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για όσα αναφέρουμε παραπάνω ήταν και η σύγκρουση της Εκκλησίας με την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου τη διετία 1987-1988. Μια σύγκρουση που έληξε με μια κατά κράτος νίκη της Εκκλησίας. Τότε που ο υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης ως άλλη Ιφιγένεια θυσιάστηκε στο βωμό του συμβιβασμού του Ανδρέα Παπανδρέου με τον τότε αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ (Τη θυμηθήκαμε αυτή την ιστορία γιατί πριν από 32 χρόνια στις 12 Μαρτίου  1987 κατατέθηκε στη Βουλή ο νόμος Τρίτση που άναψε τη μεγάλη φωτιά στις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, προκάλεσε μια κρίση που κράτησε δύο χρόνια και έληξε με καθαρή νίκη των μητροπολιτών).

Κι αν θέλουμε να  ‘ρθούμε πιο κοντά ας θυμηθούμε και την απομάκρυνση του Νίκου Φίλη από την κυβέρνηση για το θέμα των Θρησκευτικών.

Αξίζει λοιπόν να θυμηθούμε αυτή τη σύγκρουση του 1987-1988 που είναι άκρως διδακτική.

Λίγους μήνες μετά τη δεύτερη εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές της 2ας Ιουνίου, ο τότε υπουργός Παιδείας Απόστολος Κακλαμάνης καταθέτει στη Βουλή  ( 14.10.1985), νομοσχέδιο  για τη «ρύθμιση θεμάτων μοναστηριακής περιουσίας». Οι διατάξεις  του νομοσχεδίου συζητήθηκαν στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος (18,19,20 Νοεμβρίου), η οποία αποφάσισε να στείλει υπόμνημα στον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέoυ, με το οποίο, διαμαρτυρόταν «δια την ενέργειαν της κυβερνήσεως να προσέλθη εν αγνοία αυτής εις την σύνταξιν και κατάθεσιν του εν λόγω νομοσχεδίου, διότι κάτω από την μονομερή αυτήν πράξιν διαβλέπει τον κίνδυνον προστριβών μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, πράγμα το οποίον απεύχεται , αλλά και αποκρούει». Η Ιεραρχία ανέφερε ακόμη ότι είναι έτοιμη για διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση και πρόσθετε πως «δεν εννοεί , εν τούτοις, περιττόν να δηλώση ενταύθα ότι εις το πλαίσιον μιας ετεροβαρούς συμφωνίας θα εδέχετο η Εκκλησία να μεταβιβάση εις το Κράτος την δασικήν και αγροτικήν μοναστηριακήν περιουσίαν, λαμβάνουσα όμως αναταλλάγματα άλλης μορφής, ικανά να της εξασφαλίσουν ελευθερίαν και αξιοπρεπή ζωήν και δραστηριότητα».

Στις 13 Ιανουαρίου 1986, ο αρχιεπίσκοπος επισκέπτεται τον πρωθυπουργό στο Καστρί. Συζητούν το θέμα και στις 22 Φεβρουαρίου ο Ανδρέας Παπανδρέου παραλαμβάνει υπόμνημα, με το οποίο η Εκκλησία δηλώνει έτοιμη να παραχωρήσει τα 4/5 της δασικής και μοναστηριακής περιουσίας που διαχειριζόταν ο Οργανισμός Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας-ΟΔΕΠ ( η λεγόμενη ρευστοποιητέα), καθώς και τα 4/5 των εκτάσεων των μονών που ανήκαν σε αυτές, με ανταλλάγματα την εξασφάλιση της κυριότητας των εκτάσεων που θα παρέμεναν στην Εκκλησία, την κατάργηση της εισφοράς του 35% των ναών κ.λπ. Ειδικότερα για τις εκτάσεις μεγάλης αξίας της Αττικής  (π.χ. Βουλιαγμένη) προτεινόταν η «ανάπτυξή τους εν συνεργασία Εκκλησίας και Πολιτείας».

Η πρόταση για σύμφωνο διάρκειας 100 ετών

Στις θέσεις της Εκκλησίας απαντά εννέα μήνες μετά, τον Αύγουστο του 1986, ο νέος υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης, προτείνοντας δύο εναλλακτικές λύσεις:

-Με την πρώτη προβλεπόταν η υπογραφή συμφώνου 100 ετών για την ανάπτυξη της εκκλησιαστικής περιουσίας και η αξιοποίησή της από τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, που θα παρέδιδαν το 10% από τις εισπράξεις στην Εκκλησία και το 5% στην Πολιτεία, ενώ για τις αστικές εκτάσεις ( τα λεγόμενα και «φιλέτα») πρότεινε τη δημιουργία ειδικού φορέα.

-Με τη δεύτερη λύση η Εκκλησία θα παραχωρούσε στην Πολιτεία τη  μη αστική περιουσία της με ορισμένα ανταλλάγματα.

Ακολούθησαν αλλεπάλληλες επαφές της τετραμελούς επιτροπής μητροπολιτών που είχε ορίσει η Ιεραρχία (ο νυν αρχιεπίσκοπος και τότε μητροπολίτης Θηβών Ιερώνυμος, ο τότε μητρoπολίτης Δημητριάδος και μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, ο νυν μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος τότε μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως και ο τότε μητροπολίτης Τρίκκης Αλέξιος) με τον υπουργό Παιδείας, οι οποίες, όμως,   κατέληξαν σε αδιέξοδο.

Όλο αυτό το διάστημα ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου και ο αρχιεπίσκοπος φροντίζουν  να κρατηθούν μακριά από τις καθημερινές συγκρούσεις. Έτσι αποφεύγουν την «φθορά» και παραμένουν ως ένα είδος « Αρείου Πάγου» που θα μπορούσε να δώσει τη λύση σε περίπτωση εμπλοκής.

Ο Χριστόδουλος και ο Αντώνης Τρίτσης, πρωταγωνιστές της σύγκρουσης, στην τηλεοπτική αντιπαράθεσή τους στην ΕΡΤ , στις 23 Μαρτίου 1987.


Τον Φεβρουάριο του 1987, γίνεται η τελευταία συνάντηση της επιτροπής των μητροπολιτών με τον Αντώνη Τρίτση, ο οποίος δηλώνει πως η Πολιτεία είναι αποφασισμένη να προχωρήσει στη λύση του προβλήματος ακόμη και μονομερώς. Στο μεταξύ πολλές οργανώσεις του κυβερνώντος κόμματος και τα κόμματα της Αριστεράς  ζητούν να λυθεί παράλληλα και το ζήτημα της συμμετοχής του λαικού στοιχείου στη διοίκηση  της Εκκλησίας. Έτσι το νομοσχέδιο που κατατίθεται στη Βουλή στις 12 Μαρτίου, περιλαμβάνει και διατάξεις για τη συμμετοχή λαικών στα μητροπολιτικά και εκκλησιαστικά συμβούλια. Ως περιουσία των μοναστηριών αναγνωρίζονταν μόνο όσα είχαν τίτλους που είχαν μεταγραφεί στα Υποθηκοφυλακεία.

Τους «έκαιγε» η λαική συμμετοχή

Η αντίδραση της Ιεραρχίας είναι έντονη. Το θέμα της περιουσίας περνάει σε δεύτερη μοίρα και τα πυρά των μητροπολιτών δέχονται κυρίως οι διατάξεις για τα μητροπολιτικά και εκκλησιαστικά συμβούλια. Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος επιστρέφει το νομοσχέδιο «με την υπόδειξη να επέλθουν ουσιώδεις τροποποιήσει, επειδή πολλές επίμαχες διατάξεις αντίκεινται στο ισχύον Σύνταγμα και καταλύουν  κατάφωρα τα αυτοδιοίκητο της Εκκλησίας της Ελλάδος». Οξύτατη είναι και η αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας. Ο τότε πρόεδρος της Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δηλώνει πως «ούτε ο Μωάμεθ ο Πορθητής ή άλλος σουλτάνος στη διάρκεια της μακραίωνης δουλείας του γένους διανοήθηκαν ποτέ να υποδουλώσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία, οικονομικά και διοικητικά , με τον τρόπο που το επιχειρεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ».

Η Ιεραρχία καλεί σε συλλαλητήρια

Όμως ο Τρίτσης εμφανίζεται αμετακίνητος στις θέσεις του , ενώ ο πρωθυπουργός δεν απαντά στο αίτημα των μητροπολιτών για συνάντηση μαζί του. Η Ιεραρχία αντιδρά στις 19 Μαρτίου, με εξαγγελία συλλαλητηρίων σε όλη τη χώρα και απευθύνει εκκλήσεις για συμπαράσταση σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, τον ΟΗΕ, το Βατικανό και το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών. Οι μητροπολίτες απέχουν επίσης και από τις δοξολογίες και παρελάσεις για την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου.

Παράλληλα οι μητροπολίτες προχωρούν σε μια κίνηση αντιπερισπασμού, διακηρύσσοντας ότι «διανέμει  η ίδια σε αποδεδειγμένως ακτήμονες , απόρους, αγρότες και πολυτέκνους μέρος της μοναστηριακής περιουσίας, εξασφαλιζομένης απλώς της επιβιώσεως των ιερών μονών».

Στις 22 Μαρτίου γίνονται μικροεπεισόδια σε κάποιους ναούς στη διάρκεια της ανάγνωσης της εγκυκλίου της Ιεραρχίας για το θέμα του νομοσχεδίου του Τρίτση. Τρεις μέρες αργότερα, ένας μόνο ιερέας χοροστατεί στην επίσημη δοξολογία στη μητρόπολη των Αθηνών παρουσία του προέδρου της Δημοκρατίας Χρήστου Σαρτζετάκη και του πρωθυπουργού, ενώ ο αρχιεπίσκοπος και τα μέλη της Ιεραρχίας λειτουργούν στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα Αχαρνών.

Πλήθη πιστών ανεβαίνουν την οδό Αγίου Κωνσταντίνου κατευθυνόμενοι στο Σύνταγμα στο συλλαλητήριο της 1ης  Απριλίου 1987.

Την 1η Απριλίου γίνεται ένα μεγάλο συλλαλητήριο στο Σύνταγμα με κεντρικό σύνθημα «Κάτω τα χέρια από την Εκκλησία». Εκεί (μετά από μια σύντομη προσφώνηση του αρχιεπισκόπου) κεντρικός ομιλητής είναι ο μητροπολίτης Δημητριάδος Χριστόδουλος που χρησιμοποίησε πολύ σκληρές εκφράσεις για την κυβέρνηση. Ήταν η πρώτη ( σε πανελλαδικό επίπεδο) εμφάνιση του Χριστόδουλου που μετά από 11 χρόνια θα ανέβαινε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών. 

Μία μέρα μετά ο «νόμος Τρίτση» (1700/1987) , όπως έμεινε στην Ιστορία, ψηφίζεται στη Βουλή από τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, του ΚΚΕ και του ΚΚΕεσωτ., ενώ οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας αποχώρησαν λίγο πριν αρχίσει η ψηφοφορία.

Στο νόμο περιλήφθηκαν συμβιβαστικές τροπολογίες, τις οποίες κατάθεσε την τελευταία στιγμή ο υπουργός Παιδείας, για τα δικαιώματα των μητροπολιτών στη συγκρότηση των μητροπολιτικών και εκκλησιαστικών συμβουλίων, που χαρακτηρίστηκαν από την Ιεραρχία, «προπέτασμα καπνού» και «εμπαιγμός».

Οι μητροπολίτες , σκληραίνοντας τη στάση τους απείλησαν ακόμη και με άρση του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της Ελλάδος και υπαγωγή της και πάλι στο Φανάρι. Επίσης δήλωσαν πως δεν πρόκειται να εφαρμόσουν τα διατάγματα που θα έπρεπε να εκδοθούν για την εφαρμογή του νόμου και κάλεσαν την κυβέρνηση σε νέες συνομιλίες από «μηδενική βάση».

Η εξ Αμερικής παρέμβαση

Όμως όσο περνούσε ο καιρός η ένταση άρχισε να υποχωρεί. Ξεκίνησαν μάλιστα και οι πρώτες «διακριτικές» επαφές για την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης. Εδώ έπαιξε καθοριστικό ρόλο η «αμερικανική βοήθεια» στο πρόσωπο του αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου. Ο Ιάκωβος, μετά από συνεννόηση και με το Φανάρι, φτάνει στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου και σε όλες τις συζητήσεις που είχε με τον πρωθυπουργό, τον υπουργό Εξωτερικών Κάρολο Παπούλια και τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, εξετάζεται και το θέμα της κρίσης στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Παρά τις επίσημες διαψεύσεις , όλοι γνωρίζουν πως ο Ιάκωβος είχε αναλάβει και στο θέμα αυτό ρόλο μεσολαβητή.

 

Ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος.

Οι συζητήσεις προχωρούν παρά τις φραστικές αντιπαραθέσεις και τις προσφυγές μητροπολιτών στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με τις οποίες ζητούσαν να κηρυχτούν αντισυνταγματικός ο νόμος 1700/87 και η απόφαση του υπουργού Παιδείας να διορίσει τα μέλη του νέου Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΔΕΠ. Τα πυρά της Ιεραρχίας αρχίζουν σιγά σιγά να επικεντρώνονται στον υπουργό Παιδείας, αφήνοντας στο απυρόβλητο τον πρωθυπουργό, ο οποίος καλείται να δώσει λύση στο πρόβλημα. Ο Αντώνης Τρίτσης αποτελεί και την αιτία για τη μη πραγματοποίηση μέσα στον Αύγουστο, δύο συναντήσεων του Παπανδρέου με τον Σεραφείμ. Ο αρχιεπίσκοπος αρνείται να συζητήσει παρουσία του αρμόδιου υπουργού Παιδείας.

Τελικά η συνάντηση πραγματοποιείται στις 17 Σεπτεμβρίου. Αρχικά συζητούν μόνοι τους ο αρχιεπίσκοπος και ο πρωθυπουργός και στη συνέχεια φωνάζουν και τον υπουργό Παιδείας. Αποφασίζεται η σύσταση οκταμελούς επιτροπής για τη «ρύθμιση θεμάτων του ευρύτερου φάσματος των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας».

Η πορεία προς την «συνδιαλλαγή» δεν παρεμποδίζεται ούτε και από την απόφαση της Ιεραρχίας να επιβάλει «επιτίμιο», με το οποίο απαγορεύεται η μετάληψη στα εφτά μέλη της Διοίκησης του ΟΔΕΠ που είχαν διοριστεί από τον υπουργό Παιδείας. Το «επιτίμιο» που αφορούσε στον πρόεδρο Γ. Ανωμερίτη, τον αντιπρόεδρο Κ. Σοφούλη και στα μέλη παπα Γιώργη Πυρουνάκη, Κ. Γεωργουσάκο, Ν. Ζαχαρόπουλο, Φ. Παναγιωτόπουλο και Β. Τσάκωνα ήρθη τελικά λίγο πριν από το Πάσχα του 1988.

«Αντώνη έγραψες Ιστορία»

Οι συζητήσεις καταλήγουν σε μια κατ’ αρχήν συμφωνία και στις 3 Νοεμβρίου ο πρωθυπουργός και ο αρχιεπίσκοπος  υπογράφουν στο Καστρί το προσχέδιο συμφωνίας για τη μοναστική περιουσία, χωρίς την παρουσία του υπουργού Παιδείας. Ο Τρίτσης και άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ αντιδρούν στο συμβιβασμό. Μάλιστα στις 7 Φεβρουαρίου 1988 δημοσιεύεται στο «Βήμα» η ριζοσπαστική πρόταση στελεχών του υπουργείου Παιδείας  προς την Επιτροπή για τη ρύθμιση των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας που αποβλέπει στην «κατάργηση της δεσποτοκρατίας» και την «καθιέρωση δημοκρατικού καθεστώτος στην Εκκλησία. Την επομένη ο πρωθυπουργός, ύστερα από συνεννόηση με τον αρχιεπίσκοπο δηλώνει ότι «η κυβέρνηση δεν υιοθετεί τις προτάσεις, τις οποίες απέστειλε στη μικτή Επιτροπή Εκκλησίας –Πολιτείας μια Επιτροπή του υπουργείου Παιδείας» και σπεύδει να υπογραμμίσει την αλλαγή του κλίματος, λέγοντας πως «με τον αρχιεπίσκοπο, που τυχαίνει να είναι και προσωπικός μου φίλος, είχαμε μια συζήτηση πάνω στα θέματα που αφορούν τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας , στην οποία διαπιστώσαμε σύμπνοια» (σας θυμίζουν τίποτα αυτές οι εκφράσεις φιλίας σε σχέση με όσα διαδραματίζονται στις μέρες μας για τα θέματα της Πολιτείας και της Εκκλησίας;).

Η τύχη του Αντώνη Τρίτση έχει πλέον προδιαγραφεί. Στις 13 Φεβρουαρίου, υπέβαλε την πρώτη παραίτηση. Μαζεύει μάλιστα και τα προσωπικά του χαρτιά από το γραφείο του, αλλά την επομένη την ανακαλεί, ύστερα από συνάντησή του με τον πρωθυπουργό.

Πέντε μέρες μετά, στις 18 Φεβρουαρίου γίνεται νέα συνάντηση του Α. Παπανδρέου με τον Σεραφείμ στο Καστρί. Συμμετέχουν οι νομικοί σύμβουλοι του πρωθυπουργού Γ. Κασιμάτης και του αρχιεπισκόπου Γ. Λιλαίος. Απών, για μια ακόμη φορά, ο υπουργός Παιδείας. Και στις 29 Φεβρουαρίου ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γ. Πέτσος , ως εκπρόσωπος της κυβέρνησης, ο αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ με τους μητροπολίτες Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμο και Κοζάνης Διονύσιο, ως εκπρόσωποι της Εκκλησίας, υπογράφουν στο Καστρί τη συμβολαιογραφική πράξη για την παραχώρηση της περιουσίας.

Για τον Τρίτση δεν υπάρχουν πια περιθώρια παραμονής στην κυβέρνηση. Εξαναγκάζεται σε παραίτηση στις 9 Μαίου 1988. Ουσιαστικά εκδιώκεται. Και η εκδίωξή του συνοδεύεται από την περίφημη φράση του Ανδρέα Παπανδρέου: «Αντώνη έγραψες Ιστορία».

 

Φωτογραφία στον κήπο στο Καστρί μετά την εκδίωξη του Τρίτση. Ο νομικός σύμβουλος του πρωθυπουργού Γιώργος Κασιμάτης, ο Γιώργος Παπανδρέου, υπουργός Παιδείας πια, ο αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ και ο Ανδρέας Παπανδρέου.

 Για λίγες μέρες κι έτσι για τα μάτια του κόσμου το υπουργείο ανέλαβε ο Απόστολος Κακλαμάνης (από τις 9 Μαίου έως τις 22 Ιουνίου) για να ακολουθήσει η ανάθεση του υπουργείου στον πρωθυπουργικό υιό,  τον  Γιώργο Παπανδρέου.

Οι «νικητές» και οι «ηττημένοι»

«Δεν υπάρχουν ούτε νικητές ούτε ηττημένοι» δήλωνε ο μητροπολίτης (νυν Θεσσαλονίκης) Άνθιμος μετά τη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον αρχιεπίσκοπο στην οποία οριστικοποιήθηκε το προσύμφωνο για τη μοναστηριακή περιουσία. Από μια άποψη ο μητροπολίτης , που ήταν ένας από τους αρχιτέκτονες της λύσης που δόθηκε, είχε δίκιο. Η Εκκλησία διατήρησε το μεγαλύτερο μέρος αυτών που (προς στιγμήν) κινδύνευσε να χάσει, ενώ η Πολιτεία κράτησε, έστω και αποδυναμωμένο, το νόμο 1700/87.

Όμως η προσεκτική ανάγνωση των δηλώσεων αβροφροσύνης που συνήθως ανταλλάσσονται όταν δύο αντίπαλες πλευρές καταλήγουν σε συμφωνία και κυρίως όσα έγιναν ( ή δεν έγιναν) μετά, αποδεικνύει ότι σε αυτή τη μάχη υπήρξαν και «νικητές» και «ηττημένοι».

Η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να προχωρήσει στην ψήφιση διατάξεων που ουσιαστικά αναιρούσαν τη δυνατότητα λαικής συμμετοχής στα μητροπολιτικά και εκκλησιαστικά συμβούλια. Ακόμη έμειναν έξω από τη συμφωνία τα μεγάλης αξίας αστικά ακίνητα της Εκκλησίας.

Όσο για τη μοναστηριακή περιουσία, η τύχη της εκκρεμεί ακόμη και σήμερα.

Η απόφαση του Ευρωπαικού Δικαστηρίου

Τη σύμβαση υπέγραψαν 149 μοναστήρια. Κανένα όμως από αυτά δεν ήταν μεγάλο. Οκτώ μονές με τεράστια περιουσία (όπως η μονή Πετράκη) προσέφυγαν στην  Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης που παρέπεμψε την υπόθεση στο Ευρωπαικό Δικαστήριο, το οποίο με τη σειρά του έκρινε ότι ο επίμαχος νόμος παραβιάζει το Πρωτόκολλο και το Κοινοτικό Δίκαιο και το ελληνικό κράτος πρέπει να αποζημιώσει τις θιγόμενες μονές. Έτσι ο νόμος έγινε ανεφάρμοστος…

πηγη: imerodromos.gr

meta-sinexizoume-proti-grammi-dikaiomata-mas2.png

Με αγωνιστικό συνδικαλιστικό σχέδιο και νέες διεκδικήσεις να ορθώσουμε αντιστάσεις ενάντια σε κυβερνήσεις και εργοδοσία

Αγωνιζόμαστε για την ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος

Είμαστε απέναντι στις εργοδοτικές, κυβερνητικές, κομματικές, γραφειοκρατικές και παραγοντίστικες λογικές

Το 37ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ συγκαλείται σε μια συγκυρία, όπου τόσο το πολιτικό, όσο και το εργασιακό περιβάλλον, δεν χαρακτηρίζονται από σταθερότητα, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα. Η οκταετία των Μνημονίων έχει αφήσει ανοιχτά τραύματα στην κοινωνία και τα εργασιακά δικαιώματα, καθώς η εργοδοσία κατάφερε να συμπιέσει το “εργατικό κόστος”, μεταφέροντας στις πλάτες των εργαζόμενων το βάρος των συνεχιζόμενων περιοριστικών πολιτικών. Σε αυτό το περιβάλλον, η ηγεσία της ΓΣΕΕ παραμένει απούσα στην ουσία του ρόλου της, αμήχανη και εγκλωβισμένη σε μια αντίληψη που υποκρύπτει την ουσιαστική αποδοχή του “μνημονιακού μονόδρομου” και την αναγκαιότητα της νεοφιλελεύθερης οικονομικής σταθεροποίησης, σε βάρος της προάσπισης των δικαιωμάτων μας. Έχοντας υποστείλει προ πολλού την όποια αγωνιστική διάθεση. Κι επιδιώκοντας απλά να βρει τις όποιες λύσεις “από κοινού” με την εργοδοσία, λες και πρόκειται για “κοινά” προβλήματα. Απομακρυνόμενη, με τον τρόπο αυτό, ακόμη περισσότερο από την οργανωμένη βάση των εργαζομένων και τις πραγματικές ανάγκες και αγωνίες τους.

Από το “τέλος” των μνημονίων στην μόνιμη ασφυκτική εποπτεία

Μέσα στα 8 χρόνια των τριών Μνημονίων συντελέστηκε μια τεράστια επίθεση στην κοινωνία και την εργατική τάξη. Οι βασικές επιδιώξεις του κεφαλαίου για ξήλωμα του θεσμικού πλαισίου προστασίας της εργασίας και της κοινωνικής ασφάλισης, ικανοποιήθηκαν και με το παραπάνω. Η λιτότητα διαρκείας συνδυάστηκε με την σημαντική υποβάθμιση των δικαιωμάτων των εργαζόμενων και την άνοδο της ανεργίας σε δυσθεώρητα ύψη, με συνακόλουθο την δημιουργία ενός “εφεδρικού στρατού ανέργων”, που λειτουργεί ως μοχλός περαιτέρω συμπίεσης των εργασιακών σχέσεων και ανακύκλωσης των εργαζομένων σε ελαστικές μορφές απασχόλησης. Καταστροφική επίθεση δέχτηκε και η δημόσια περιουσία, με βίαιη εκποίηση στρατηγικών επιχειρήσεων, και ξεπούλημα όλων των ασημικών μέσω του ΤΑΙΠΕΔ.

Τα ψευδεπίγραφα πανηγύρια από το καλοκαίρι του 2018 μέχρι σήμερα, στα οποία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί ανεπιτυχώς να προπαγανδίσει το δήθεν “τέλος” των Μνημονίων, δεν μπορούν να διαστρέψουν την πραγματικότητα. Στον βωμό της λήξης των προγραμμάτων στήριξης, η χώρα προσδέθηκε σε ένα μόνιμο καθεστώς αυστηρής επιτήρησης, που ουσιαστικά επιβάλει την απαρέγκλιτη εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών για τις επόμενες δεκαετίες. Διασφαλίζοντας έτσι, ότι θα υπάρχουν σημαντικά πλεονάσματα κάθε χρόνο, σε βάρος των κοινωνικών και παραγωγικών αναγκών, ώστε να αποπληρώνονται οι πιστωτές της χώρας.

Αποτελεί πολιτική αγυρτεία η θέση, ότι μπορεί δήθεν να εφαρμοστεί διαφορετικό μείγμα πολιτικής εν μέσω επιτήρησης. Η ανατροπή του παγιωμένου μνημονιακού καθεστώτος παραμένει για μας βασικός στόχος της συνδικαλιστικής δράσης, που πρέπει να συνενώνει όλα τα τμήματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Στην κατεύθυνση αυτή, υποστηρίζουμε τη λύση του ζητήματος του δημόσιου χρέους με το μοναδικό τρόπο που είναι προς όφελος των εργατικών συμφερόντων, δηλαδή τη μονομερή διαγραφή του, εκτός αυτού προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Όπως επίσης, και τις συνέπειες που αυτή η λύση επιφέρει, όπως την εθνικοποίηση και τον εργατικό έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας. Μια τέτοια πολιτική δεν μπορεί να τελεσφορήσει όσο η χώρα βρίσκεται προσδεδεμένη στην ευρωζώνη και το ευρωενωσιακό πλαίσιο, αλλά και ενταγμένη σε ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, που κινδυνεύουν να την εμπλέξουν ακόμη και σε πολεμικές περιπέτειες.

Οι ευφάνταστες αφηγήσεις δεν κρύβουν την οδυνηρή πραγματικότητα

Όλα τα παραπάνω γίνονται αντιληπτά με οδυνηρό τρόπο από την πλειοψηφία των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα. Η έννοια της εργασιακής ασφάλειας υπάρχει μόνο σε όρους φαντασιακού στην συντριπτική πλειοψηφία της παραγωγής, ενώ και στα μέχρι πρότινος “κάστρα” των θεσμικών “κεκτημένων”, η ασφάλεια έχει δώσει την θέση της στην ανησυχία.

Κυρίαρχο μοντέλο εργασίας είναι πλέον οι ελαστικές μορφές, ενώ σε καθεστώς μηδενικού ελέγχου, η εργοδοτική αυθαιρεσία καλπάζει, με “μαύρη”, αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία, με συνεχή ανακύκλωση εργαζομένων, με καταπάτηση κάθε έννοιας ωραρίου, υπερωριών και συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας, με διακρίσεις σε βάρος γυναικών και καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων, με εργοδοτική τρομοκρατία, έξαρση των εργατικών ατυχημάτων και με κατάργηση στην πράξη θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα.

Στην κατάσταση αυτή συνεπικουρεί και η καθηλωμένη σε υψηλά επίπεδα ανεργία. Όσο κι αν η κυβέρνηση προπαγανδίζει την μείωσή της σε ποσοστά κάτω του 20%, η τεχνητή αυτή αριθμητική αναφορά δεν μπορεί να κρύψει το γεγονός, ότι σε συντριπτικό βαθμό οι νέες θέσεις εργασίας αφορούν ελαστική απασχόληση, συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή οιονεί αυτοαπασχόληση (“μπλοκάκι”). Ενώ μεγάλος αριθμός νέων επιλέγει ως λύση την μετανάστευση, γεγονός που και αυτό βελτιώνει τεχνητά τους δείκτες ανεργίας. Καμία κοινωνική ανάκαμψη, όμως, δεν μπορεί να βασιστεί σε δουλειές 6μήνου ή 8μήνου, με τους παραπάνω μάλιστα όρους.

Όπως επίσης, καμία κοινωνική ανάκαμψη δεν μπορεί να βασιστεί σε όρους φτώχειας των εργαζόμενων. Μπορεί εν μέσω προεκλογικής περιόδου η κυβέρνηση να νομοθέτησε την αύξηση του βασικού μισθού στα 650 ευρώ, δεν παύει, ωστόσο, το όλο ζήτημα να παραμένει εντός του μνημονιακού πλαισίου. Ο βασικός μισθός συνεχίζει να καθορίζεται με υπουργική απόφαση και όχι με συλλογική διαπραγμάτευση και υπογραφή ΕΓΣΣΕ, ενώ και το ύψος του δεν επέστρεψε στα προ μνημονίων επίπεδα, δηλαδή στα 751 ευρώ.

Ενώ και στο επίπεδο των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, οι κυβερνητικές εξαγγελίες απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Δεν επανέρχονται οι διατάξεις που κατάργησαν τις κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ, μηδενίζοντας το κοντέρ των κατακτήσεων και των δικαιωμάτων των προηγούμενων 40 χρόνων και κυρίως, δεν επανέρχονται, η υπογραφή νέων ΣΣΕ και η υποχρεωτική εφαρμογή και επεκτασιμότητά τους οι οποίες πλέον ουσιαστικά κρίνονται από τις διαθέσεις των εργοδοτών.

Η κατάσταση αυτή ουδεμία σχέση έχει με “σταθερότητα” ή “κανονικότητα”. Ή μάλλον, περιγράφει επακριβώς την κανονικότητα που οραματίζεται το κεφάλαιο. Μια κανονικότητα, που στον έναν ή άλλο βαθμό υπηρετείται από τις κυβερνήσεις της διαχείρισης. Την ίδια στιγμή, η ηγεσία της ΓΣΕΕ αδυνατεί ή αποφεύγει να αντιδράσει, θεωρώντας την συγκεκριμένη κατάσταση ως ένα αποδεκτό επίπεδο βάσης, πάνω στο οποίο επιδιώκει να συνεννοηθεί με την εργοδοσία για μια ειρηνική συνδιαχείριση, που υπηρετεί πλήρως τα συμφέροντα του κεφαλαίου για άμεση και φτηνή κερδοφορία, την ίδια ώρα που βουλιάζει τους εργαζόμενους όλο και περισσότερο στην απόγνωση. Χαρακτηρίζοντας οποιαδήποτε πρόταση για την διεκδίκηση μιας άλλης κατάστασης, ως “ουτοπίες” και “εκτός πραγματικότητας κουβέντες”.

Η ηγεσία της ΓΣΕΕ επιλέγει “συμμάχους” αντί των εργαζομένων

Η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ εγκατέλειψε πλέον και τα προσχήματα. Άφησε στην άκρη ακόμη και τις προσχηματικές κακοσχεδιασμένες απεργίες, ισχυρίζεται ότι οι κινητοποιήσεις δεν έχουν νόημα, ενώ συντάχθηκε ανοιχτά με τις μνημονιακές δυνάμεις και το μπλοκ του “ΝΑΙ” στο δημοσψήφισμα τον Ιούλη του 2015.

Η εξαγγελία και η συγκρότηση της λεγόμενης “κοινωνικής συμμαχίας” από κοινού με την εργοδοσία για το δήθεν “καλό της πατρίδας”, δείχνει ότι η συνδικαλιστική ηγεσία δεν βρίσκεται απλά εγκλωβισμένη στις ιδεολογικές της αντιλήψεις, αλλά επιχειρεί πλέον να δώσει στρατηγικά χαρακτηριστικά στην υπηρέτηση του σχεδιασμού του κεφαλαίου, όσο και την απαρέγκλιτη εφαρμογή των απαιτήσεων των πιστωτών της χώρας.

Ο σχεδιασμός της αυτός, έχει οδηγήσει την ηγεσία της ΓΣΕΕ στην ολοκληρωτική πια απομάκρυνση από το σώμα της εργατικής τάξης που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί. Το μόνο που φαίνεται να την ενδιαφέρει, είναι η αναπαραγωγή των συσχετισμών, ώστε απρόσκοπτα η στενή γραφειοκρατική κορυφή να εξακολουθήσει να λειτουργεί ως κύριος παράγοντας της λογικής της “συνδιαχείρισης”, από κοινού με κυβερνήσεις και εργοδοσία.

Η ηγεσία της ΓΣΕΕ βρίσκεται ενθουσιωδώς παρούσα στα διάφορα συστημικά “φόρα” ως συνομιλητής, συνδιαμορφωτής και άλλοτε απολογητής της κυρίαρχης πολιτικής. Ταυτόχρονα, βρίσκεται εκκωφαντικά απούσα από τον οποιονδήποτε αγώνα. Φροντίζει, φυσικά, να ρίξει 1-2 “τουφεκιές” στον αέρα, για να διατηρήσει ένα φύλλο συκής, αν και τις υπονομεύει ακόμα και αυτές όσο μπορεί. Η –ουσιαστικά απεργοσπαστική – επιλογή της να κηρύξει απεργία σε άλλη ημερομηνία από αυτήν που είχαν εξαγγείλει η ΑΔΕΔΥ και ομοσπονδίες του ιδιωτικού τομέα, και την πρότεινε και το Εργατικό Κέντρο Αθήνας, το Δεκέμβρη του 2018, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές. Απουσιάζει, ωστόσο, στη λογική της, ο οποιοσδήποτε σχεδιασμός, που θα συντόνιζε δυναμικό κλάδων, που θα έθετε με ισχυρούς όρους ενοποιητικά για την τάξη αιτήματα, που θα απαντούσε με αποφασιστικό τρόπο στις πολιτικές εξόντωσης της εργασίας και της κοινωνίας. Απεναντίας, επιδιώκει να επιβάλλει ένα “αγωνιστικό σιωπητήριο”, αποφεύγοντας ακόμη και να στηρίξει ζωντανές κινητοποιήσεις που ξεπηδούν σποραδικά σε τοπικό ή κλαδικό επίπεδο.

Η επιλογή αυτή εξηγεί εν μέρει το αγωνιστικό έλλειμμα που εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια. Δεν μπορεί, ακόμη, να παραγραφεί το γεγονός, ότι η γραφειοκρατικοποίηση και η μόνιμη εγκατάσταση “παραγόντων” στις ηγεσίες των συνδικάτων έχει δημιουργήσει τεράστια απόσταση με την οργανωμένη βάση τους, με αποτέλεσμα τα κινηματικά αντανακλαστικά να υποχωρούν. Ενώ, επιπρόσθετα, οι ελπίδες που μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης εναπόθεσε στην πολιτική αλλαγή του 2015, διαψεύστηκαν με ωμό και απόλυτο τρόπο, συντελώντας έτσι σε μια γενικευμένη αίσθηση απογοήτευσης, και τελικά μη αγώνα.

Αντί, λοιπόν, η ηγεσία της ΓΣΕΕ να περάσει σε μια συνδικαλιστική αντεπίθεση, ενώνοντας επιμέρους αγώνες, παράγοντας αιτήματα και φτιάχνοντας πλατύ πανεργατικό μέτωπο, έκανε ακριβώς το αντίθετο. Επιμένει να εκπροσωπεί μια μικρή μειοψηφία της μισθωτής εργασίας, αφήνοντας στο περιθώριο τους “εκτός των τειχών” εργαζόμενους και τους ανέργους, αρκούμενη σε μια μίζερη συνδικαλιστική πυκνότητα που στον ιδιωτικό τομέα μετά βίας φτάνει στο 10%. Αποφεύγει όσο μπορεί τον αγωνιστικό συντονισμό ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Και εσχάτως μπαίνει μπροστάρης σε βασικές επιλογές του κεφαλαίου, όπως για παράδειγμα στο θέμα της ίδρυσης επαγγελματικών ταμείων.

Να απαντήσουμε με σχέδιο υπέρ των δικών μας συμφερόντων

Για το ΜΕΤΑ είναι καθαρό, ότι η στρατηγική κατεύθυνση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ λειτουργεί βλαπτικά για τα συμφέροντα των εργαζομένων. Η ανατροπή της κατεύθυνσης αυτής αποτελεί την βασική προϋπόθεση, ώστε σε κεντρικό συνδικαλιστικό επίπεδο να μπορέσει να στηριχτεί μια νέα, δυναμική, προωθητική διεκδικητική ατζέντα, που θα βάζει ως πρώτα τα δικαιώματα και τις ανάγκες των εργαζόμενων.

Ως κεντρικά αιτήματα στην κατεύθυνση αυτή θέτουμε τα εξής:

  • Άμεση αύξηση του βασικού μισθού στα €751 και αντίστοιχα αυξήσεις στους μισθούς, τα μεροκάματα και τις συντάξεις που να καλύπτουν ένα μέρος των απωλειών των προηγούμενων χρόνων.
  • Διαμόρφωσή του βασικού μισθού από δω και πέρα μέσα από ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των εργατικών και των εργοδοτικών οργανώσεων για την υπογραφή ΕΓΣΣΕ.
  • Αύξηση του επιδόματος ανεργίας στο 80% του βασικού μισθού των €751, δηλαδή στα €600. Καταβολή του σε όλους τους ανέργους και για όλο το διάστημα της ανεργίας,.
  • Σταδιακή αποκατάσταση όλων των συντάξεων, κατάργηση του νόμου Κατρούγκαλου και όλων των αντιασφαλιστικών νόμων, επαναφορά του κοινωνικού και αλληλέγγυου συστήματος των καθορισμένων εισφορών και παροχών και μείωση των χρόνων και της ηλικίας συνταξιοδότησης. Άρνηση του νεοφιλελεύθερου πλαισίου για ιδιωτικό πυλώνα στην κοινωνική ασφάλιση. Άρνηση, επίσης, των επαγγελματικών ταμείων, τα οποία δεν λειτουργούν αναδιανεμητικά και δεν είναι κοινωνική ασφάλιση.
  • Κατάργηση της διάταξης για τη μείωση του αφορολόγητου και άμεση επαναφορά του στα €12.000. Άμεση κατάργηση του ΕΝΦΙΑ.
  • Σταθερή και μόνιμη εργασία με αντιμετώπιση της ελαστικοποίησης της εργασίας. Να μπει φραγμός στην ενοικίαση εργαζομένων, τις εξωτερικές εργολαβίες, την stand by, την εκ περιτροπής, την “κοινωφελή” εργασία και την οιονεί αυτοαπασχόληση.
  • Μείωση του ωραρίου εργασίας– αρχικά στις 37,50 με προοπτική τις 35 ως και 30 ώρες την εβδομάδα – χωρίς μείωση αποδοχών και δικαιωμάτων, για να μειωθεί η ανεργία και να ωφεληθεί και η Εργατική Τάξη από την γενικευμένη εφαρμογή των νέων τεχνολογιών και της πληροφορικής σ’ όλη την αλυσίδα της παραγωγικής διαδικασίας, αλλά και για να αντιμετωπιστεί έμπρακτα η προοπτική απώλειας χιλιάδων θέσεων εργασίας λόγω της επέκτασης ψηφιοποιημένων και ρομποτικών μοντέλων.
  • Υποχρέωση της εργοδοσίας για εφαρμογή προγραμμάτων επανεκπαίδευσης και απορρόφησης των εργαζομένων σε κλάδους τεχνολογικής αιχμής, ώστε να μην χάνονται θέσεις εργασίας.
  • Ένταση της συνδικαλιστικής παρέμβασης και των θεσμικών ελέγχων σε κλάδους όπου εγνωσμένα υπάρχει συνεχής καταστρατήγηση της εργατικής νομοθεσίας και συνθήκες υπερεντατικοποίησης, όπως ο επισιτισμός και τουρισμός, τα τηλεφωνικά κέντρα, το λιανεμπόριο, τα αεροδρόμια κ.α.
  • Αντιμετώπιση της αύξησης των εργατικών ατυχημάτων με αύξηση ελέγχων, θέσπιση της υποχρέωσης του εργοδότη για παροχή Μέσων Ατομικής Προστασίας και συντήρηση του μηχανολογικού εξοπλισμού. Πύκνωση των ελέγχων από γιατρούς και μηχανικούς εργασίας.
  • Αγωνιζόμαστε ενάντια στη γυναικεία καταπίεση και εκμετάλλευση, στη δουλειά και στο σπίτι, ενάντια στον υπαρκτό σεξισμό. Αντιμετώπιση των αισχρών πρακτικών διάκρισης σε βάρος των γυναικών, είτε μισθολογικά, είτε σε όρους προσωπικής ζωής, μητρότητας κλπ.
  • Περιφρούρηση των δικαιωμάτων και προστασία από την εκμετάλλευση για κάθε καταπιεσμένη ομάδα στα πλαίσια της εργατικής τάξης, όπως οι πρόσφυγες και οι μετανάστες.
  • Αντιστεκόμαστε στον πόλεμο, τον εθνικισμό και τον φασισμό. Κοινοί αγώνες των εργαζομένων, με αλληλεγγύη ανεξαρτήτως φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, φυλής, εθνικότητας και θρησκείας.
Για την αλλαγή προτύπου στην ΓΣΕΕ και τα συνδικάτα

Μια τέτοια προωθητική διεκδικητική ατζέντα δεν μπορεί, προφανώς, να υπηρετηθεί από την υπάρχουσα κατάσταση στην ΓΣΕΕ. Πέρα από τα ζητήματα στρατηγικής, τα οποία ήδη αναλύθηκαν, η ηγεσία της ΓΣΕΕ χαρακτηρίζεται από προσκόλληση στο παρωχημένο και αντιδραστικό μοντέλο του εργοδοτικού, κυβερνητικού, κομματικού, γραφειοκρατικού και παραγοντικού συνδικαλισμού. Το οποίο, αν μη τι άλλο, λειτουργεί στενά για την αναπαραγωγή του, απονευρώνοντας στην πράξη την οποιαδήποτε συνδικαλιστική λειτουργία, αποτρέποντας την ανάπτυξη ισχυρού κοινωνικού δυναμικού και αποτελεσματικού αγωνιστικού σχεδιασμού.

Χωρίς κινηματικό και αγωνιστικό δυναμικό, ωστόσο, οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να προωθήσουν αποτελεσματικά τις διεκδικήσεις τους. Για το λόγο αυτό, είναι ζήτημα κομβικής σημασίας να υπάρξει ένα νέο συνεκτικό σχέδιο για την αναζωπύρωση του δυναμικού αυτού. Αντί για σπασμωδικές κινήσεις – “τουφεκιές”, χρειαζόμαστε έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό σε βάθος χρόνου, με ποικίλες αγωνιστικές μορφές, με ενεργοποίηση όλων των δυνάμεων σε πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο επίπεδο, με στοχευμένη έμφαση σε συγκεκριμένες διεκδικήσεις, αλλά και με σύνδεση με ευρύτερα ζητήματα – προβλήματα. Η λογική της εργασιακής ειρήνης έχει πια ξοφλήσει. Είναι στα χέρια μας, και ταυτόχρονα καθήκον μας, να χτίσουμε τις νέες αντιστάσεις.

Για να συμβεί αυτό, το πρώτο που χρειάζεται είναι να αποκτήσουμε μια ΓΣΕΕ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ. Κι εδώ, το 37ο Συνέδριο καλείται απαιτήσει την απογραφειοκρατικοποίηση της συνδικαλιστικής λειτουργίας στο κορυφαίο επίπεδο, όσο και παντού. Να ζητήσει τον εκδημοκρατισμό των συνδικάτων, την εκκαθάριση και ψηφιοποίηση των μητρώων, την διαφάνεια στην λειτουργία και την ενίσχυση των διαδικασιών βάσης. Να θέσει ως στόχο την οργάνωση μαζικών σχεδιασμένων αγώνων με συντονισμούς σε κλαδικού και τοπικό επίπεδο, ιδιαίτερα εκεί όπου εμφανίζεται δυναμική από τους εργαζόμενους, ή έξαρση της αυθαιρεσίας και της εκμετάλλευσης από την εργοδοσία. Να αποφασίσει ότι το μέτωπο της εργατικής τάξης είναι ένα και ξεκάθαρο, κόντρα σε κάθε λογική αναζήτησης διαταξικών “συμμάχων”. Απέναντί μας έχουμε τις κυβερνήσεις, τους εργοδότες και το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο. Απέναντί τους στοιχίζουμε τους αγώνες μας για τα δικαιώματα και τα συμφέροντά μας.

Ως ΜΕΤΑ θεωρούμε, ότι όλα τα παραπάνω υπηρετούνται μέσα από ενωτικές λογικές στην βάση της εργατικής τάξης. Για τον λόγο αυτό απαιτείται η άμεση ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος σε ταξική βάση. Με άρση του αναχρονιστικού οργανωτικού διαχωρισμού ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, και συγκρότηση συνδικάτων σε κλαδική ή/και τοπική βάση. Ο περιορισμός του κατακερματισμού και η ενοποίηση της οργάνωσης της εργατικής τάξης μπορεί να αναδείξει ένα δυναμικό τέτοιο, που θα αποτελέσει πραγματικό φόβητρο για τους αντίπαλούς της. Θέτοντας τα αιτήματα και τα δικαιώματά μας σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο διεκδίκησης. Και οδηγώντας, τελικά, την πύκνωση του εργατικού αγώνα σε μία προοπτική επιτέλους δικαίωσης των αιτημάτων και των αναγκών της εργατικής τάξης.

Μάρτης 2019

πηγη:  ergasianet.gr

Συνέδριο ΓΣΕΕ: Έξω εργοδοσία, κράτος, κυβερνήσεις από τα συνδικάτα.

Ανακοίνωση Πανελλαδικής Ανεξάρτητης Ταξικής Εργατικής Κίνησης

Συνδικάτα στα χέρια των εργατών!

Τα γεγονότα πουεκτυλίχθηκανστο 37οσυνέδριο της ΓΣΕΕ,η αναβολή του μέχρι κι η επιστολή του Παναγόπουλου που ζητά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τις αρχές να επέμβουν στη ΓΣΕΕ υπογραμμίζουν με τον πλέον εμφατικό τρόπο την κρίση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, που είναι χρόνια και βαθιά.

Αποτελούν συνέχεια και ολοκλήρωση των εκφυλιστικών γεγονότων που προηγήθηκαν στην Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων, σε μια σειρά Εργατικών Κέντρων αλλά και σε πολυάριθμα σωματεία.

Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάμε τέτοιες καταστάσεις.Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα έχει μακρά εμπειρία και έχει πολλές φορές πληγωθεί από τις παρεμβάσεις του κράτους και της εργοδοσίαςπου παρέμβαιναν διαχρονικά με διάφορους τρόπους για να χτυπήσουν την ελεύθερη συνδικαλιστική έκφραση των εργατών.

Οι ευθύνες του αστικοποιημένου συνδικαλισμού και των παρατάξεων του ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕγια τη σημερινή κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος είναι τεράστιες και διαχρονικές. Με την πολιτική γραμμή της ταξικής συνεργασίας, της «Κοινωνικής Συμμαχίας», με τη στοίχιση τους στο μέτωπο του «ΝΑΙ» και των μνημονίων, έχουν θέση ενάντια στα συμφέροντα των εργαζομένων, στις αγωνίες και τις ανάγκες τους. Παράλληλα, όντας πρωταγωνιστές της διαπλοκής, των μηχανισμών και της ρεμούλας συνέβαλαν καθοριστικά στην κατασυκοφάντηση του συνδικαλισμού στις συνειδήσεις των εργατών.

Ωστόσο, σήμερα η παρέμβαση της εργοδοσίας, του κράτους, της κυβέρνησης κι η διάβρωση του συνδικαλιστικού κινήματος από τις αστικές δυνάμειςπαίρνει καινούριες διαστάσεις.

Οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις έχουν επιφέρει τεράστιες αλλαγές στην εργατική τάξη και στην οργάνωση της παραγωγής και εργασίας. Έχουν επιδράσει σημαντικά στην οργάνωση, δομή, συγκρότηση και λειτουργία του συνδικαλιστικού κινήματος. Σήμερα διαμορφώνεται μία εργατική τάξη πολύμορφη, η οποία κατακερματίζεται στις διάφορες μορφές της ανεργίας, της ελαστικής και σταθερής εργασίας, ενώ ταυτόχρονα συγκεντρώνεται σε μεγαλύτερο βαθμό σε μεγάλους ομίλους και επιχειρήσεις. Αυτές οι αλλαγέςδεν αξιοποιήθηκαν από το συνδικαλιστικό κίνημα ώστε να δυναμώσει η ενότητα της εργατικής τάξης, η οργάνωση κι ο αγώνας της.Αντίθετα, οξύνθηκε ο κατακερματισμός των συνδικάτων κι η διαίρεση των εργαζομένων.

Αποτέλεσμαστις μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς και στους πολυεθνικούς ομίλους, να κυριαρχεί ο εργοδοτικός συνδικαλισμός, που δυνάμωσε ειδικά στα χρόνια των μνημονίων. Ενώ οι ταξικές και αγωνιστικές δυνάμεις να είναι έξω ή ελάχιστες σε αυτούς τους χώρους, και ναφυτοζωούν σε ομοιοεπαγγελματικά και κλαδικά συνδικάτα, που μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι αναγκαία, αλλά δεν μπόρεσαν να συσπειρώσουν τη σύγχρονη και συγκεντρωμένη εργατική τάξη της εποχής μας.

Οι ηγεσίες των ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, και πλέον του ΣΥΡΙΖΑ αξιοποίησαν αυτές τις αλλαγές για να δυναμώσουν τα προνόμια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και μαζί τους δυνάμωσε και η άμεση παρέμβαση του ιδιωτικού κεφαλαίου και της εργοδοσίας στα συνδικάτα.

Στην προηγούμενη εποχή, η αστική τάξη έλεγχε «απ’ έξω» τα συνδικάτα: έπρεπε να εξαγοράζει ατομικά ή συλλογικά τους εργάτες – εκπροσώπους των συνδικάτων.Στην εποχή μας η εργοδοσία τα ελέγχει «από τα μέσα»: με την άμεση συμμετοχή στα συνδικάτα των «γκόλντεν μπόιζ» των εκατομμυρίων, των μάνατζερ, όσων κατέχουν διοικητική και διευθυντική θέση.Δεν είναι μόνο ο Καραγεωργοπουλος της ΟΙΥΕ που είναι μέτοχος σε καζίνο, κορυφαίο παράδειγμα αυτής της αλλαγής αποτελεί ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γ. Παναγόπουλος. Μισθωτός μεν, αλλά διευθυντικό στέλεχος ο ίδιος του χρηματιστηριακού ομίλου της ΕΤΕ, έχει απολαβές άνω των 160.000 ευρώ ετησίως, όσα και ο μέσος μισθός ενός προέδρου ή διευθύνοντα συμβούλου πολυεθνικής στην Ελλάδα.

Αυτή η σήψη που στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα της εργατικής τάξης, αποπροσανατολίζει και ενισχύει την διαίρεση μεταξύ των εργαζομένων, πρέπει να περάσει στο παρελθόν.Η κατάσταση αυτή δεν αντιμετωπίζεται με κομματικούς στρατούς. Ούτε λύνεται με προσφυγή στα αστικά δικαστήρια που ξαναφέρνει το κράτος μέσα στα σωματεία μας, όπως έκανε το ΠΑΜΕμέσω του Συλλόγου Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας και του Συνδέσμου Υπαλλήλων ΑΕ & ζητώντας να διοριστεί νέα διοίκηση στην ΟΙΥΕ.

Η λογική των δυνάμεων του ΠΑΜΕ μπορεί ορθά να αποκάλυψε τα φαινόμενα νοθείας αλλά αδυνατεί να δώσει ολοκληρωμένη διέξοδο.Η επένδυση στη γραμμή του κομματικού συνδικαλισμού, τα τείχη απέναντι σε κάθετι ταξικό αγωνιστικό που δεν ελέγχουν, η εφαρμογή αρκετές φορές μεθόδων αντιδημοκρατικών μέσα στα σωματείααπέναντι σε άλλες ταξικές δυνάμεις, όπως ο αποκλειστικός έλεγχος των καταλόγων των μελών και των εκλογικών διαδικασιών στα σωματεία που έχει πλειοψηφία, δε μπορούν να μας βγάλουν από τη σήψη.

Τέτοιες λογικές αναπαράγονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο κι από άλλες ταξικές αγωνιστικές δυνάμεις.

Η σημερινή εποχή χρειάζεται κι ένα αντίστοιχο εργατικό κίνημα, ένα εργατικό κίνημα που θα ενώνει τον πολύμορφο, πολυδιασπασμένο κόσμο της εργατικής τάξης, που θα παλεύει για τις σύγχρονες ανάγκες του και θα λειτουργεί με ουσιαστική δημοκρατία, θα δρα με ταξική ανεξαρτησία από το κεφάλαιο, τις αστικές δυνάμεις, το κράτος και τους μηχανισμούς του.

Απέχουμε πολύ ακόμα από τις ανάγκες της εποχής, αλλά η μάχη δεν είναι χαμένη. Μπορούμε από σήμερα να διαμορφώσουμε τις συνθήκες εκείνες που θα αντιστρέφουν τη σήψη και τις παθογένειες, πουθα αποσπούν νίκες για την εργατική τάξη, που θα χτίζουν την εργατική αυτοπεποίθηση, για να μπορούν να ανασάνουν οι αγώνες μας.

Για να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση χρειάζεται να δράσουμε με αρχές και εργατική ηθική και να υπηρετήσουμε τα εργατικά συμφέροντα με συνέπεια. Οι ταλαντεύσεις και τα κομματικά, μικροπολιτικά συμφέροντα δε μπορούν να καπελώνουντην προσπάθεια ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος.

Τώρα είναι η ώρα της ευθύνης για όλους τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες, για όλες τις ταξικές δυνάμεις.

Χρειαζόμαστε πρώτα και κύρια στροφή και δουλειά στη βάση. Για να πυκνώσουμε τις γραμμές των συνδικάτων μας, να φτιαχτούν εκεί όπου δεν υπάρχουν σωματεία, εργατικές επιτροπές.Η εργατική αλληλεγγύη είναι πολύτιμη ειδικά σε περιόδους όπως η σημερινή που η τρομοκρατία στους χώρους δουλειάς χτυπούν το συνδικαλισμό.

Σωματεία μαζικά και μαχητικά, με τους εργάτες πρωταγωνιστές! Για να αποσπάσουμε νίκες από την εργοδοσία!

Σωματεία που θα ενώνουν τους εργάτες. Ενιαία συνδικάτα σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Μια συνομοσπονδία εργαζομένων. Όχι στο πολυκατακερματισμόΕργατικών κέντρων, ομοσπονδιών, σωματείων.

Με ένα περιεχόμενο που θα ενώνει την τάξη και θα κινητοποιεί τους συναδέλφους μας να συμμετέχουν, να δράσουν, να παλέψουν από κοινού. Οι σύγχρονες ανάγκες μας να μπουν μπροστά:

·        Σταθερή Εργασία για όλους. Επαναφορά των Συλλογικών Συμβάσεων. Αυξήσεις στους μισθούς. 751 βασικός μισθός.

·        Ενιαία εργασιακά, ασφαλιστικά μισθολογικά δικαιώματα σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, μέσα από συλλογικές συμβάσεις Ενιαία συλλογική σύμβαση για όλους, που να καθορίζει τη βάση των εργατικών δικαιωμάτων.

·        Μείωση του χρόνου εργασίας. 6ωρο-5μερο για όλους χωρίς μείωση των αποδοχών για ν’ ανοίξουν νέες θέσεις εργασίας. Κατάργηση των ελαστικών μορφών υπερεκμετάλλευσης.

·        Άμεσα μαζικές προσλήψεις. Απαγόρευση των απολύσεων.

·        Επίδομα ανεργίας για όλους για όσο διαρκεί η ανεργία.

·        Νομοθετική κατοχύρωση της Κυριακάτικης αργίας.

·        Κατάργηση του συνταξιοδοτικού νόμου Κατρούγκαλου.

·        Παιδεία και υγεία δημόσια-δωρεάν.

·        Προστασία της λαϊκής κατοικίας. Κατάργηση της φοροληστείας. Να φορολογηθεί το μεγάλο κεφάλαιο.

·        Κατάργηση όλων των αντεργατικών αντιλαϊκών νόμων και των μνημονίων.

Μόνο εμείς οι εργαζόμενοι μπορούμε να εξασφαλίσουμε τη δημοκρατία στα σωματεία μας. Για να μη φτάνουν να είναι παιχνίδια της εργοδοσίας.Εναλλαγή και περιορισμένη θητεία στα συνδικαλιστικά στελέχη. Έξω οι κατ’ εξακολούθηση απεργοσπάστες από τα συνδικάτα. Τα διευθυντικά στελέχη σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα δεν έχουν θέση στα συνδικάτα. Να πάρουμε διαζύγιο με τα κακώς κείμενα που αναπαράγουν γραφειοκρατικές όψεις.

Σ’ αυτήν την προσπάθεια θα κριθούμε όλοι μας!

Τώρα είναι η στιγμή όλες οι ταξικές δυνάμεις που παλεύουν για την ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος, παρά τις διαφορές μας, να δράσουμε από κοινού. Για να πυκνώσουν οι γραμμές των συνδικάτων μας. Να αναπτυχθεί η πάλη στους χώρους δουλειάς, Να ενώνεται και να δυναμώνει ο αγώνας. Μπορούμε να έχουμε κατακτήσεις σήμερα.Τώρα ειδικά που τα κέρδη τους αυξάνονται να πάρουμε πίσω ότι μας έχουν κλέψει. Οι πρόσφατες εμπειρίες από τα κίτρινα γιλέκα δείχνουν πως όταν η πάλη δυναμώνει ακόμα και το θηρίο της γαλλικής οικονομίας υποχωρεί.

Σήμερα χρειάζεται κι είναι δυνατό να συγκροτηθεί ένα δίκτυο συνδικάτων, δημόσιου κι ιδιωτικού τομέα που σε πρώτη φάση θα στηρίξει τους αγώνες σε χώρους δουλειάς και τα αγωνιζόμενα σωματεία, θα συντονίσει τις διεκδικήσεις μας. Θα τα ενώσει σ ένα νικηφόρο μέτωπο ανατροπής παίρνοντας την πρωτοβουλία από τη ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Γνωρίζουμε τις δυσκολίες πολύ καλά. Στο βαθμό που θα δυναμώνει η πάλη στο πρωτόλειο επίπεδο στους χώρους δουλειάς, στο βαθμό που θα αναπτύσσεται η ανεξάρτητη δράση και θα δυναμώνει η εργατική πάλη, έτσι θα εξελίσσεται και θα ανασυγκροτείται πολιτικά κι οργανωτικά και το συνδικαλιστικό κίνημα, αφήνοντας πίσω τις παλιές παθογένειες.Θα κατοχυρώνει νέες μορφές οργανωτικής συγκρότησης που θα είναι νομιμοποιημένες μέσα από την πραγματική συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων.Τα σχέδια επί χάρτου κι οι τεχνικοί διαχωρισμοί ξεπερνιούνται μέσα από την ίδια τη ζωή, το δυνάμωμα και την ανάπτυξη των αγώνων μας.

Πανελλαδική Ανεξάρτητη Ταξική Εργατική Κίνηση

18 Μαρτίου 2019

πηγη: kommon.gr

 

kina_ana-1-696x437.jpg

Σε μια ασυνήθιστα δύσκολη συγκυρία, είτε αυτή η πραγματικότητα αναγνωρισθεί δημόσια στις πραγματικές της διαστάσεις είτε όχι, διεξήχθη η κοινή συνεδρίαση των 3.000 περίπου αντιπροσώπων του Εθνικού Κογκρέσου (NPC) και της πολιτικής ηγεσίας της Κίνας (CPPCC).

Η αλήθεια είναι ότι ο πρωθυπουργός της χώρας, Λι Κεκιάνγκ, έκανε σαφή αναφορά στην διάρκειας 2 ωρών εναρκτήρια ομιλία για τις προκλήσεις που πρέπει να διαχειρισθεί η χώρα τονίζοντας ότι «θα αντιμετωπίσουμε ένα σοβαρότερο και πιο περίπλοκο περιβάλλον, όπως επίσης κινδύνους και προκλήσεις. Πρέπει να είμαστε καλά προετοιμασμένοι για έναν δύσκολο αγώνα». Παρόλα αυτά, μένει να αποδειχθεί πώς η κινέζικη ηγεσία θα καταφέρει να διαχειρισθεί ένα ασυνήθιστα μεγάλο μίγμα δυσκολιών που σε αδρές γραμμές περιλαμβάνει:

Πρώτο, την εξασθένιση της οικονομίας. Το 2018 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 6,6%, που είναι ο χαμηλότερος ρυθμός από το 1990 όταν έπεσε στο 3,9% εξ αιτίας των διεθνών κυρώσεων που επιβλήθηκαν στην Κίνα με αφορμή την κατάπνιξη της εξέγερσης στην πλατεία Τιεν αν Μεν. Για φέτος, οι προβλέψεις κάνουν λόγο για μεγέθυνση από 6% ως 6,5%. Η επιλογή του Πεκίνου να στοχοθετήσει ένα διάστημα μισής ποσοστιαίας μονάδας εντός του οποίου θα κινηθεί η μεγέθυνση, σύμφωνα με πολλές ερμηνείες, φέρνει στην επιφάνεια τα μέσα που έχει η πολιτική ηγεσία να παρέμβει στην οικονομία. Πολλά από αυτά τα εργαλεία που θα επιστρατευθούν ήδη ανακοινώθηκαν και δεν διαφέρουν σε τίποτε από τα μέσα που αξιοποιούν όλες οι καπιταλιστικές οικονομίες στον κόσμο: μείωση του ΦΠΑ στη βιομηχανία από 16% σε 13%, στις μεταφορές και τις κατασκευές από 10% σε 9%, μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, κ.α.

Δεύτερο, κοινωνικές αντιδράσεις. Ήδη η αύξηση της ανεργίας ως αποτέλεσμα της δυσκολίας να συνεχιστούν οι εξαγωγές στα επίπεδα του παρελθόντος εξ αιτίας των δασμών του Τραμπ, προκαλεί διαδηλώσεις σε όλη την Κίνα. Στόχος της κυβέρνησης είναι η δημιουργία 11 εκ. νέων θέσεων εργασίας, ώστε η ανεργία στις αστικές περιοχές να διατηρηθεί στο επίπεδο του 4,5%. Σε αυτή την κατεύθυνση αποσκοπεί η αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος από 2,6% σε 2,8% του ΑΕΠ και η σχεδιαζόμενη αύξηση του δανεισμού στις μικρές επιχειρήσεις από τις μεγάλες τράπεζες κατά 30%.

Τρίτο, τις διαπραγματεύσεις με τους ανταγωνιστές. Ήδη η αμερικανική ηγεσία έχει διαμηνύσει πώς στις συζητήσεις που διεξάγονται με τους κινέζους αξιωματούχους για το άνοιγμα της κινέζικης οικονομίας, ώστε να ακυρωθούν οι επιπλέον δασμοί αξίας 200 δισ. δολ. που επιβλήθηκαν στις κινέζικες εξαγωγές, δεν σκοπεύει να συμβιβαστεί με ημίμετρα. Ή, θα τα πάρει όλα ή οι δασμοί θα αυξηθούν! Το αποτέλεσμα θα σηματοδοτήσει την είσοδο στην κινέζικη αγορά αμερικανικών πολυεθνικών, περισσότερες αμερικανικές εισαγωγές στην Κίνα και λιγότερες κινέζικες εξαγωγές στις ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, συρρίκνωση των ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ και περισσότερη ανεργία. Οι περιπέτειες της Huawei εκτός κινέζικων συνόρων,  με τη σύλληψη στο Βανκούβερ της οικονομικής διευθύντριας και κόρης του διευθυντή της εταιρείας κατόπιν υπόδειξης των ΗΠΑ, είναι ενδεικτικές του πολεμικού κλίματος που επικρατεί..

Στη βάση των παραπάνω, είναι σίγουρο ότι το 2019, χρονιά που εορτάζεται η 70η επέτειος από την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, θα είναι μια ξεχωριστή χρονιά, με τις παρελάσεις να επισκιάζονται από τις κοινωνικές ωδίνες…

Πηγή: Εφημερίδα Νέα Σελίδα - iskra.gr

kurds-2.jpg

Μέλη του PKK

Η Τουρκία και το Ιράν πραγματοποίησαν σήμερα κοινή επιχείρηση εναντίον μελών του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK), δήλωσε ο Τούρκος υπουργός Εσωτερικών Σουλεϊμάν Σοϊλού, σύμφωνα με κρατικά τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

«Σήμερα το πρωί στις 08.00 (τοπική ώρα, 07.00 ώρα Ελλάδας), στα ανατολικά σύνορά μας, αρχίσαμε να διεξάγουμε επιχείρηση με το Ιράν εναντίον του PKK και θα ανακοινώσουμε το αποτέλεσμα», δήλωσε ο Σοϊλού, σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων «Ανατολή». Το κρατικό τηλεοπτικό δίκτυο «TRT Haber» μετέδωσε επίσης σχόλια του Σοϊλού σχετικά με την επιχείρηση.

(Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, AFP, «Reuters») - 902.gr

Σελίδα 2999 από 4478
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή